ANAGRELIDE/AOP CAPS 0.5MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ANAGRELIDE/AOP 0.5MG/CAP
Το Anagrelide/AOP ενδείκνυται για τη μείωση του αυξημένου αριθμού αιμοπεταλίων και των σχετιζόμενων κλινικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο.
Ο ασθενής με ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση θεωρείται ότι βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο εάν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι από τους ακόλουθους παράγοντες:
-
Ηλικία ≥ 60 έτη
-
Αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 1,000 x 109/l
-
Αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων ≥ 300 x 109/l εντός 3 μηνών
-
Σοβαρά θρομβοαιμορραγικά ή ισχαιμικά συμπτώματα στο αναμνηστικό ιστορικό
-
Παράγοντες αγγειακού κινδύνου
Δοσολογία
Η θεραπεία με Anagrelide/AOP θα πρέπει να ξεκινά από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση.
Η δοσολογία του Anagrelide/AOP πρέπει να προσδιορίζεται εξατομικευμένα για κάθε ασθενή και χρειάζεται να ελέγχεται από τον ιατρό.
Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Anagrelide/AOP είναι 0,5 έως 1,0 mg ανά ημέρα. Η δόση έναρξης θα πρέπει να διατηρηθεί για τουλάχιστον μία εβδομάδα. Μετά από μία εβδομάδα, η δόση μπορεί να προσαρμοστεί εξατομικευμένα για να ληφθεί η χαμηλότερη δόση που απαιτείται ώστε να διατηρηθεί ο αριθμός των αιμοπεταλίων <600 x 109/l. Ο ιδανικός αριθμός αιμοπεταλίων βρίσκεται μεταξύ
150 x 109/l και 400 x 109/l.
Η αύξηση της ημερήσιας δόσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 0,5 mg ανά εβδομάδα και η μέγιστη εφάπαξ δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2,5 mg. Δεν πρέπει να χορηγείται δοσολογία μεγαλύτερη από 5 mg ανά ημέρα.
Εάν η συνολική ημερήσια δόση είναι υψηλότερη από 0,5 mg ανά ημέρα, το Anagrelide/AOP πρέπει να χορηγείται δύο φορές την ημέρα (κάθε 12 ώρες) ή τρεις φορές την ημέρα (κάθε 8 ώρες).
Η επίδραση της θεραπείας με το Anagrelide/AOP πρέπει να ελέγχεται τακτικά (βλ. παράγραφο 4.4). Κατά την έναρξη της θεραπείας, πρέπει να μετράται ο αριθμός των αιμοπεταλίων σε εβδομαδιαία βάση μέχρι να επιτευχθεί η εξατομικευμένη βέλτιστη ανταπόκριση (επαναφορά του αριθμού των αιμοπεταλίων στο φυσιολογικό ή μείωση σε επίπεδο <600 x 109/l). Στη συνέχεια ο αριθμός των αιμοπεταλίων πρέπει να ελέγχεται σε τακτά διαστήματα κατά την κρίση του ιατρού.
Κανονικά, η μείωση στον αριθμό των αιμοπεταλίων μπορεί να παρατηρηθεί εντός 14 έως 21 ημερών μετά την έναρξη της θεραπείας. Στους περισσότερους ασθενείς, μία επαρκής θεραπευτική ανταπόκριση μπορεί να επιτευχθεί και να διατηρηθεί με δόση μεταξύ 1 και 3 mg ανά ημέρα.
Το Anagrelide/AOP προορίζεται για συνεχή χρήση. Μετά τη διακοπή του Anagrelide/AOP, ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα αυξηθεί εντός 4 έως 8 ημερών και εντός 10 έως 14 ημερών θα επιτευχθούν οι προθεραπευτικές τιμές.
Ηλικιωμένοι
Δεν ήταν απαραίτητες ειδικές μεταβολές της δόσης σε σχέση με την ηλικία για τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με αναγρελίδη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ειδικά φαρμακοκινητικά δεδομένα για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Συνεπώς, οι πιθανοί κίνδυνοι και τα οφέλη της θεραπείας με αναγρελίδη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1). Η θεραπεία με αναγρελίδη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ειδικά φαρμακοκινητικά δεδομένα για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Ο ηπατικός μεταβολισμός αντιπροσωπεύει τη σημαντικότερη οδό για την κάθαρση του φαρμάκου και την ηπατική λειτουργία και συνεπώς μπορεί να αναμένεται ότι θα επηρεάζει αυτή τη διαδικασία. Οι πιθανοί κίνδυνοι και τα πλεονεκτήματα της θεραπείας με αναγρελίδη πρέπει να εξετάζονται πριν από τη θεραπεία ασθενών με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Η θεραπεία με αναγρελίδη σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αναγρελίδης σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης
Για από του στόματος χρήση. Τα καψάκια Anagrelide/AOP πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με μία μικρή ποσότητα υγρού.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Καρδιαγγειακή νόσος βαθμού 3 με αρνητική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου ή βαθμού 4 (κριτήρια South West Oncology Group)
-
Βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)
-
Μέτρια έως σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
Γενικά
Η αναγρελίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν τα πιθανά οφέλη από τη θεραπεία υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
Η θεραπεία απαιτεί στενή κλινική επίβλεψη του ασθενούς, συμπεριλαμβανομένου του πλήρους αιματολογικού ελέγχου (αιμοσφαιρίνη και αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων) και των ελέγχων σχετικά με την ηπατική λειτουργία (π.χ. ALT και AST), τη νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη ορού και ουρία) και τους ηλεκτρολύτες (κάλιο, μαγνήσιο και ασβέστιο).
Διακοπή της θεραπείας και κίνδυνος θρόμβωσης
Σε περίπτωση διακοπής της δοσολογίας ή της θεραπείας, η ανάκαμψη του αριθμού αιμοπεταλίων ποικίλλει, αλλά ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα αρχίσει να αυξάνεται εντός 4 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με την αναγρελίδη και θα επιστρέψει στα προ-θεραπευτικά επίπεδα εντός 10 έως 14 ημερών, ενδεχομένως ανακάμπτοντας πάνω από τις αρχικές τιμές. Ως εκ τούτου, τα αιμοπετάλια θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά (βλ. παράγραφο 4.2).
Θα πρέπει να αποφεύγεται η απότομη διακοπή της θεραπείας λόγω του κινδύνου αιφνίδιας αύξησης του αριθμού των αιμοπεταλίων, που ενδέχεται να οδηγήσει σε πιθανώς θανατηφόρες θρομβωτικές επιπλοκές, όπως το εγκεφαλικό έμφρακτο. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται πώς να αναγνωρίζουν πρώιμα σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν θρομβωτικές επιπλοκές, όπως εγκεφαλικό έμφρακτο, και εάν εμφανιστούν συμπτώματα, να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια.
Καρδιαγγειακές επιδράσεις
Έχουν αναφερθεί σοβαρά καρδιαγγειακά ανεπιθύμητα συμβάματα, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes), κοιλιακής ταχυκαρδίας, μυοκαρδιοπάθειας, καρδιομεγαλίας και συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (βλ. παράγραφο 4.8).
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χρήση της αναγρελίδης σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, όπως συγγενές σύνδρομο μακρού QT, γνωστό ιστορικό επίκτητης παράτασης του QTc, φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να παρατείνουν το διάστημα QTc και υποκαλιαιμία.
Συνιστάται στενή παρακολούθηση για επίδραση στο διάστημα QTc.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί μέριμνα σε πληθυσμούς που μπορεί να έχουν υψηλότερη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) αναγρελίδης ή του ενεργού μεταβολίτη της, 3-υδροξυ-αναγρελίδης, π.χ. σε περίπτωση ηπατικής δυσλειτουργίας ή χρήσης με αναστολείς του CYP1A2 (βλ.
παράγραφο 4.5).
Συνιστάται μια προ-θεραπευτική καρδιαγγειακή εξέταση, συμπεριλαμβανομένων του αρχικού ΗΚΓ και ηχοκαρδιογραφίας πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναγρελίδη. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για ενδείξεις καρδιαγγειακών επιδράσεων που μπορεί να απαιτούν περαιτέρω καρδιαγγειακή εξέταση και διερεύνηση. Η υποκαλιαιμία ή η υπομαγνησιαιμία πρέπει να διορθώνονται πριν από τη χορήγηση της αναγρελίδης και θα πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η αναγρελίδη είναι αναστολέας της κυκλικής ΑΜP φωσφοδιεστεράσης ΙΙΙ (PDE III) και εξαιτίας των θετικών ινοτρόπων και χρονοτρόπων επιδράσεών της θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς οποιασδήποτε ηλικίας με γνωστή ή πιθανολογούμενη καρδιακή νόσο. Επιπλέον, σοβαρά καρδιαγγειακά ανεπιθύμητα συμβάματα έχουν επίσης εμφανιστεί σε ασθενείς χωρίς πιθανολογούμενη καρδιακή νόσο και με φυσιολογική προ-θεραπευτική καρδιαγγειακή εξέταση.
Αίσθημα παλμών και κεφαλαλγίες παρατηρήθηκαν κυρίως κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να μειωθούν με βραδεία αύξηση της δοσολογίας, με δόση έναρξης από 0,5 έως 1,0 mg ανά ημέρα και συνήθως υποχωρούν εντός λίγων εβδομάδων.
Πνευμονική υπέρταση
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πνευμονικής υπέρτασης σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναγρελίδη. Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται για σημεία και συμπτώματα υποκείμενης καρδιοπνευμονικής νόσου πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αναγρελίδη.
Ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3)
Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι απαραίτητοι οι συχνοί έλεγχοι της ηπατικής λειτουργίας, ιδίως στην αρχή της θεραπείας.
Νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3)
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία είναι απαραίτητοι οι συχνοί έλεγχοι της νεφρικής λειτουργίας, ιδίως στην αρχή της θεραπείας.
Το Anagrelide/AOP περιέχει λακτόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Έχουν πραγματοποιηθεί περιορισμένες φαρμακοκινητικές και/ή φαρμακοδυναμικές μελέτες για τη διερεύνηση των πιθανών αλληλεπιδράσεων μεταξύ της αναγρελίδης και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.
Τα ακόλουθα φάρμακα χρησιμοποιήθηκαν ταυτόχρονα με την αναγρελίδη: ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ακεταμινοφαίνη, β-αποκλειστές, αναστολείς ΜΕΑ, κλοπιδογρέλη, κουμαρίνη, φυλλικό οξύ, αμλοδιπίνη, καρβαμαζεπίνη, υδροχλωροθειαζίδη, ινδαπαμίδη, φουροσεμίδη, σίδηρος, μονονιτρικός ισοσορβίτης, νατριούχος λεβοθυροξίνη, σιμβαστατίνη, τικλοπιδίνη, ρανιτιδίνη, υδροξυουρία, αλλοπουρινόλη και διγοξίνη.
Με την εξαίρεση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος (αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας), δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
Επιδράσεις άλλων ουσιών στην αναγρελίδη:
-
Η αναγρελίδη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP1A2. Το CYP1A2 αναστέλλεται από αρκετά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της φλουβοξαμίνης και της ενοξασίνης και αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα θεωρητικά θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την κάθαρση της αναγρελίδης. Οι επαγωγείς CYP1A2 (όπως η ομεπραζόλη) θα μπορούσαν να μειώσουν την έκθεση στην αναγρελίδη (βλ. παράγραφο 5.2).
-
Μελέτες αλληλεπίδρασης in vivo σε ανθρώπους έχουν καταδείξει ότι η διγοξίνη και η βαρφαρίνη δεν επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της αναγρελίδης.
-
Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χρήση της αναγρελίδης σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να παρατείνουν το διάστημα QTc και οι οποίοι έχουν υποκαλιαιμία.
Επιδράσεις της αναγρελίδης σε άλλες ουσίες:
-
Η αναγρελίδη εμφανίζει κάποια περιορισμένη ανασταλτική δραστηριότητα έναντι του CYP1A2, η οποία μπορεί να παρουσιάζει δυνατότητα για αλληλεπίδραση με άλλα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν τον ίδιο μηχανισμό κάθαρσης, π.χ. θεοφυλλίνη.
-
Η αναγρελίδη είναι αναστολέας της PDE III. Οι επιδράσεις των φαρμακευτικών προϊόντων με παρόμοιες ιδιότητες, όπως τα ινότροπα μιλρινόνη, ενοξιμόνη, αμρινόνη, ολπρινόνη και σιλοσταζόλη, μπορεί να ενταθούν από την αναγρελίδη.
-
Μία μελέτη in vitro σε ανθρώπινο ολικό αίμα κατέδειξε ότι οι αντισυσσωματικές επιδράσεις του ακετυλοσαλικυλικού οξέος αυξήθηκαν αθροιστικά, αλλά όχι συνεργιστικά, από την παρουσία της αναγρελίδης.
-
Στις δόσεις που συνιστώνται για τη χρήση στη θεραπεία της ιδιοπαθούς θρομβοκυττάρωσης, η αναγρελίδη μπορεί θεωρητικά να ενισχύσει τις επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν ή τροποποιούν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων, π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
-
Η συγχορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων αναγρελίδης και ακετυλοσαλικυλικού οξέος μπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις κατά της συσσωμάτωσης των αιμοπεταλίων του κάθε φαρμάκου σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Σε μερικούς ασθενείς με ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση (ΙΘ) που έλαβαν ταυτόχρονα θεραπεία με σκευάσματα ακετυλοσαλικυλικού οξέος και αναγρελίδης, εμφανίστηκαν μείζονες αιμορραγίες. Συνεπώς, λόγω έλλειψης δεδομένων σε ασθενείς με ΙΘ, οι πιθανοί κίνδυνοι της ταυτόχρονης χρήσης αναγρελίδης με ακετυλοσαλικυλικό οξύ πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας, ιδίως σε ασθενείς με προφίλ υψηλού κινδύνου για αιμορραγία.
-
Η αναγρελίδη μπορεί να προκαλέσει εντερική διαταραχή σε ορισμένους ασθενείς και να διαταράξει την απορρόφηση των ορμονικών αντισυλληπτικών από του στόματος.
Αλληλεπιδράσεις με την τροφή
Η τροφή καθυστερεί την απορρόφηση της αναγρελίδης, αλλά δεν μεταβάλλει σημαντικά τη συστηματική έκθεση. Οι επιδράσεις της τροφής στη βιοδιαθεσιμότητα δεν θεωρούνται κλινικά σχετικές με τη χρήση της αναγρελίδης.
Έχει καταδειχθεί ότι ο χυμός γκρέιπφρουτ αναστέλλει το CYP1A2 και κατά συνέπεια μπορεί να μειώσει την κάθαρση της αναγρελίδης.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της αναγρελίδης στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός και συνεπώς, η αναγρελίδη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν η αναγρελίδη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ χρησιμοποιεί το φαρμακευτικό προϊόν, θα πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή αντισυλληπτικά μέσα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αναγρελίδη.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η αναγρελίδη/οι μεταβολίτες μεταφέρονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της αναγρελίδης/μεταβολιτών στο γάλα. Ο κίνδυνος στο νεογέννητο/βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αναγρελίδη.
Γονιμότητα
Δεν διατίθενται δεδομένα από ανθρώπους για την επίδραση της αναγρελίδης στη γονιμότητα. Σε αρσενικούς αρουραίους, δεν υπήρξε καμία επίδραση στη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα με την αναγρελίδη. Σε θηλυκούς αρουραίους, η αναγρελίδη διατάραξε την εμφύτευση με χρήση δόσεων που υπερβαίνουν το θεραπευτικό εύρος (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Κατά την κλινική ανάπτυξη, η ζάλη ήταν μία ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε συχνά.
Συνιστάται στους ασθενείς να μην οδηγούν ή να μη χειρίζονται μηχανήματα εάν εμφανίσουν ζάλη ενώ λαμβάνουν Anagrelide/AOP.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της αναγρελίδης, οι οποίες ήταν κυρίως ήπιες σε ένταση και μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ήταν: κεφαλαλγίες, αίσθημα παλμών, οιδήματα, ναυτία και διάρροια.
Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναμενόμενες λόγω της φαρμακολογικής επίδρασης της αναγρελίδης (αναστολή της φωσφοδιεστεράσης ΙΙΙ, βλ. παράγραφο 5.1). Με τη βραδεία αύξηση της δοσολογίας με δόση έναρξης από 0,5 έως 1,0 mg ανά ημέρα, αυτές οι επιδράσεις μπορούν να μειωθούν.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται ανάλογα με την κατηγορία οργανικού συστήματος και τη συχνότητά τους:
Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Συχνές: αναιμία, εκχύμωση
Όχι συχνές: θρομβοπενία, αιμορραγία, αιμάτωμα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Συχνές: οίδημα
Όχι συχνές: αύξηση σωματικού βάρους
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: κεφαλαλγίες
Συχνές: ίλιγγος, παραισθησία, αϋπνία
Όχι συχνές: κατάθλιψη, νευρικότητα, ξηροστομία, ημικρανία, υπαισθησία Μη γνωστές: εγκεφαλικό έμφρακτο*
Οφθαλμικές διαταραχές
Όχι συχνές: ανωμαλίες της όρασης, επιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Όχι συχνές: εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
Συχνές: αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, υπέρταση
Όχι συχνές: καρδιακή ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμία, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, κοιλιακή ταχυκαρδία, συγκοπή
Σπάνιες: κολπική μαρμαρυγή, στηθάγχη, έμφραγμα μυοκαρδίου*, ορθοστατική υπόταση, στηθάγχη Prinzmetal
Μη γνωστές: Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsade de pointes)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Συχνές: επίσταξη
Όχι συχνές: πνευμονική υπέρταση, δύσπνοια, λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος Σπάνιες: πλευριτική συλλογή, πνευμονία, άσθμα
Μη γνωστές: πνευμονική ίνωση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Συχνές: ναυτία, διάρροια, δυσπεψία
Όχι συχνές: έμετος, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος Σπάνιες: γαστρίτιδα, απώλεια της όρεξης
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές: έκζεμα
Όχι συχνές: αλωπεκία, κνησμός Σπάνιες: δερματικό εξάνθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Συχνές: οσφυαλγίες
Όχι συχνές: μυαλγία, αρθραλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές: νεφρική ανεπάρκεια, λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος Σπάνιες: νυκτουρία
Μη γνωστές: διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Σπάνιες: αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Συχνές: κόπωση
Όχι συχνές: άλγος, αδυναμία
Σπάνιες: συμπτώματα που προσομοιάζουν με γρίπη, ελώδης πυρετός, αίσθημα κακουχίας
*Εγκεφαλικό έμφρακτο, έμφραγμα του μυοκαρδίου βλ. παράγραφο 4.4 Διακοπή της θεραπείας και κίνδυνος θρόμβωσης
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες της αναγρελίδης έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία: Πανκυτταροπενία, κατακράτηση υγρών, απώλεια σωματικού βάρους, σύγχυση, αμνησία, υπνηλία, απώλεια συντονισμού, δυσαρθρία, διπλωπία, καρδιομεγαλία, μυοκαρδιοπάθεια, περικαρδιακή συλλογή, αγγειοδιαστολή, πλευριτική συλλογή, πνευμονική υπέρταση, πνευμονικές διηθήσεις, αλλεργική κυψελιδίτιδα, ανορεξία, παγκρεατίτιδα, γαστρεντερική αιμορραγία, γαστρεντερική διαταραχή, κολίτιδα, αιμορραγία των ούλων, ξηροδερμία, αυξημένες τιμές κρεατινίνης στον ορό, θωρακικό άλγος, πυρετός, εξασθένιση, ανικανότητα
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Σε υψηλότερες από τις συνιστώμενες δοσολογίες, η αναγρελίδη προκαλεί μείωση της αρτηριακής πίεσης, η οποία μπορεί να προκαλέσει υπόταση καθώς και ταχυκαρδία. Μία εφάπαξ δόση 5 mg αναγρελίδης μπορεί να μειώσει την αρτηριακή πίεση και συνήθως συνοδεύεται από ίλιγγο.
Έχει υπάρξει μικρός αριθμός αναφορών υπερδοσολογίας με αναγρελίδη. Τα αναφερθέντα συμπτώματα περιλαμβάνουν φλεβοκομβική ταχυκαρδία και έμετο. Τα συμπτώματα βελτιώθηκαν με συντηρητική αντιμετώπιση.
Δεν έχει προσδιοριστεί ειδικό αντίδοτο για την αναγρελίδη.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, είναι απαραίτητη η στενή κλινική παρακολούθηση του ασθενούς. Αυτό περιλαμβάνει την παρακολούθηση του αριθμού των αιμοπεταλίων σε σχέση με τη θρομβοπενία. Εάν απαιτείται, η δόση πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί η χορήγηση μέχρις ότου ο αριθμός των αιμοπεταλίων επιστρέψει εντός των φυσιολογικών ορίων.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ANAGRELIDE/AOP 0.5MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλες αντινεοπλασματικές ουσίες, κωδικός ATC: L01XX35 Μηχανισμός δράσης
Η αναγρελίδη προκαλεί μία δοσοεξαρτώμενη και εκλεκτική μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων σε ανθρώπους. Ο ειδικός μηχανισμός δράσης δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητός.
Η αναγρελίδη είναι αναστολέας της κυκλικής AMP PDE ΙΙΙ.
Μελέτες in vitro σε μεγακαρυοκυτταροποίηση σε ανθρώπους κατέδειξαν ότι η ανασταλτική επίδραση στην παραγωγή αιμοπεταλίων προκαλείται από καθυστέρηση στην ωρίμανση και μείωση του μεγέθους και της πλοειδίας των μεγακαρυοκυττάρων. Βιοψίες μυελού των οστών από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία έδωσαν ενδείξεις για παρόμοιες επιδράσεις in vivo.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Επιδράσεις στην καρδιακή συχνότητα και το διάστημα QTc
Η επίδραση των δύο επιπέδων δόσης της αναγρελίδης (0,5 mg και 2,5 mg εφάπαξ δόσεις) στην καρδιακή συχνότητα και το διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μια διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό και δραστικό φάρμακο, διασταυρούμενη μελέτη σε υγιείς ενήλικες άνδρες και γυναίκες.
Μια δοσοεξαρτώμενη αύξηση στην καρδιακή συχνότητα παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 ωρών, με τη μέγιστη αύξηση να εμφανίζεται κατά τη χρονική στιγμή των μέγιστων συγκεντρώσεων. Η μέγιστη αλλαγή στη μέση καρδιακή συχνότητα εμφανίστηκε στις 2 ώρες μετά τη χορήγηση και ήταν +7,8 παλμοί ανά λεπτό (bpm) για τα 0,5 mg και +29,1 bpm για τα 2,5 mg.
Μια παροδική αύξηση στο μέσο QTc παρατηρήθηκε και για τις δύο δόσεις κατά τη διάρκεια των περιόδων αυξημένης καρδιακής συχνότητας και η μέγιστη αλλαγή στο μέσο QTcF (διόρθωση κατά Fridericia) ήταν +5,0 msec που εμφανίστηκε στις 2 ώρες για τα 0,5 mg και +10,0 msec που εμφανίστηκε στη 1 ώρα για τα 2,5 mg.
Σε θεραπευτικές δόσεις, η αναγρελίδη δεν προκαλεί σημαντικές μεταβολές στα λευκά αιμοσφαίρια και τις παραμέτρους πήξης, αλλά μπορεί να προκαλέσει μικρές μεταβολές στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
Σε υψηλές, μη θεραπευτικές δόσεις η αναγρελίδη αναστέλλει τη c-AMP φωσφοδιεστεράση και τη συσσωμάτωση θρομβοκυττάρων που επάγεται από το ADP και το κολλαγόνο.
Απορρόφηση
Περίπου το 75% της αναγρελίδης απορροφάται από τη γαστρεντερική οδό σε ανθρώπους μετά την από του στόματος χορήγηση. Σε υγιείς εθελοντές, ο χρόνος μέχρι το μέγιστο επίπεδο στο πλάσμα (Tmax) ήταν περίπου 1,38 ώρες, η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής ήταν επίσης περίπου 1,38 ώρες.
Μία μελέτη της φαρμακοκινητικής αποκάλυψε καθυστερημένο Tmax καθώς και μειωμένη Cmax και AUC του Anagrelide/AOP σε σύγκριση με άλλο φάρμακο που περιέχει αναγρελίδη. Αυτή η καθυστερημένη εισβολή της δραστικής ουσίας του Anagrelide/AOP - παρά την ίδια δραστικότητα - μπορεί να είναι ο λόγος για το διαφορετικό προφίλ όσον αφορά στις ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η απορρόφηση της αναγρελίδης από τη γαστρεντερική οδό καθυστερεί από ταυτόχρονη λήψη τροφής. Η κορύφωση του μέγιστου επιπέδου στο πλάσμα μπορεί να καθυστερήσει έως και 2 ώρες. Το γεγονός αυτό δεν έχει σημαντική επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα και την κλινική δραστικότητα.
Κατανομή
Η αναγρελίδη έχει υψηλό όγκο κατανομής (12 l/kg). Η κατανομή σε διαφορετικά τμήματα καθώς και ο βαθμός σύνδεσης με τις πρωτεΐνες είναι άγνωστα.
Μεταβολισμός
Η αναγρελίδη μεταβολίζεται εντατικά, κυρίως από το CYP1A2 στο ήπαρ για να σχηματίσει την 3- υδροξυαναγρελίδη, η οποία μεταβολίζεται περαιτέρω σε 2-αμινο-5,6-διχλωρο-3,4-διυδροκιναζολίνη. Όπως και η αναγρελίδη, η 3-υδροξυαναγρελίδη επηρεάζει τη μεγακαρυοποίηση και ασκεί μία ακόμα ισχυρότερη επίδραση όσον αφορά στην αναστολή της φωσφοδιεστεράσης ΙΙΙ.
Η επίδραση της ομεπραζόλης, επαγωγέα του CYP1A2, στη φαρμακοκινητική της αναγρελίδης διερευνήθηκε σε 20 υγιή ενήλικα άτομα μετά από πολλαπλές, άπαξ ημερησίως δόσεις των 40 mg. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι με την παρουσία της ομεπραζόλης, οι τιμές AUC(0-∞), AUC(0-t) και Cmax της αναγρελίδης μειώθηκαν κατά 27%, 26% και 36%, αντίστοιχα. και οι αντίστοιχες τιμές για την 3- υδροξυ-αναγρελίδη, ενεργό μεταβολίτη της αναγρελίδης, μειώθηκαν κατά 13%, 14% και 18%, αντίστοιχα.
Αποβολή
Μετά από τη χορήγηση αναγρελίδης σεσημασμένης με C14, το 75% της ραδιενέργειας απεκκρίνεται εντός 6 ημερών μέσω των ούρων, ενώ το 10% μέσω των κοπράνων.
Η συσσώρευση της αναγρελίδης δεν θα πρέπει να συμβαίνει ως μέρος μακροχρόνιας χορήγησης λόγω της βραχείας ημιπεριόδου ζωής. Αυτή η υπόθεση υποστηρίζεται από κλινικά δεδομένα: μόλις σταματήσει η θεραπεία, ο αριθμός των αιμοπεταλίων επανέρχεται στα προθεραπευτικά επίπεδα εντός 4 έως 8 ημερών.
Ηλικιωμένοι
Αναλύθηκαν τα φαρμακοκινητικά δεδομένα ασθενών με μυελοϋπερπλαστική νόσο που έλαβαν θεραπεία με αναγρελίδη για 4 εβδομάδες. Τα επίπεδα στο πλάσμα ήταν συγκρίσιμα σε ασθενείς
< 65 ετών (n=16) και ≥ 65 ετών (n=18).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα από εκτιθέμενα παιδιά και εφήβους σε νηστεία (εύρος ηλικίας 7 - 16 ετών) με ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση υποδεικνύουν ότι οι κανονικοποιημένες ως προς τη δόση
τιμές έκθεσης, Cmax και AUC, στην αναγρελίδη ήταν υψηλότερες σε παιδιά/εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες. Υπήρχε επίσης μια τάση υψηλότερης έκθεσης στον ενεργό μεταβολίτη.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ANAGRELIDE/AOP 0.5MG/CAP
Περιεχόμενο καψακίου
Μονοϋδρική λακτόζη, ποβιδόνη K 30, κροσποβιδόνη τύπου A, μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460), στεατικό μαγνήσιο (E470b)
Περίβλημα καψακίου
Διοξείδιο τιτανίου (E171), ινδικοκαρμίνιο (E132), ζελατίνη, ύδωρ
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) με ανθεκτικό βιδωτό πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο με ξηραντικό μέσο. Μέγεθος συσκευασίας των 100 σκληρών καψακίων.