EXEMESTANE/TEVA F.C.TAB 25MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - EXEMESTANE/TEVA 25MG/TAB
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ενδείκνυται για τη επικουρική θεραπεία σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με διηθητικό πρώιμο καρκίνο του μαστού (ΠΚΜ) και θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς, σαν επακόλουθη θεραπεία μετά από 2-3 έτη αρχικής επικουρικής αγωγής με tamoxifen.
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ενδείκνυται για τη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε γυναίκες με φυσική ή προκληθείσα εμμηνόπαυση, η νόσος των οποίων έχει εξελιχθεί μετά από αντιοιστρογονική θεραπεία. Η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς, των οποίων ο καρκίνος είναι αρνητικός σε υποδοχείς οιστρογόνων.
Δοσολογία
Ενήλικες και ηλικιωμένες ασθενείς
Η συνιστώμενη δόση του Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 25 mg, που πρέπει να λαμβάνεται μία φορά ημερησίως, μετά από κάποιο γεύμα.
Σε ασθενείς με πρώιμο καρκίνο του μαστού, η θεραπεία με Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να συνεχίζεται μέχρι να συμπληρωθούν πέντε έτη συνδυασμένης διαδοχικής επικουρικής ορμονικής θεραπείας (ταμοξιφαίνη και κατόπιν Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία), ή νωρίτερα εφόσον υπάρξει υποτροπή της νόσου.
Σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, η θεραπεία με Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να συνεχίζεται μέχρι να καταστεί εμφανής η εξέλιξη της νόσου.
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν συνιστάται για χορήγηση σε παιδιά και εφήβους.
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία αντενδείκνυνται σε:
-
ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
-
έγκυες ή γυναίκες κατά την περίοδο της γαλουχίας.
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που βρίσκονται σε προεμμηνοπαυσιακή ενδοκρινολογική κατάσταση. Επομένως, οποτεδήποτε θεωρείται κλινικά αναγκαίο, η μετεμμηνοπαυσιακή κατάσταση πρέπει να επιβεβαιώνεται, με αξιολόγηση των επιπέδων LH, FSH και οιστραδιόλης.
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι ένας ισχυρός παράγοντας ελάττωσης των οιστρογόνων και, μετά τη χορήγηση, έχει παρατηρηθεί απώλεια οστικής πυκνότητας σε ανόργανα στοιχεία και αυξημένο ποσοστό καταγμάτων (βλ. παράγραφο 5.1). Κατά την έναρξη της επικουρικής θεραπείας με Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, οι γυναίκες με οστεοπόρωση ή που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση της υγείας της οστικής πυκνότητας κατά την έναρξη βάσει των ισχυόντων κλινικών οδηγιών και εφαρμογών. Σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο, η οστική πυκνότητα σε ανόργανα στοιχεία πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση. Αν και δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να αποδεικνύουν τα αποτελέσματα της θεραπείας για την προκαλούμενη από την εξεμεστάνη απώλεια οστικής πυκνότητας σε οργανικά στοιχεία, οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και η προφυλακτική αγωγή για οστεοπόρωση πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο.
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα της αρωματάσης πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο της συστηματικής αξιολόγησης των επιπέδων της 25 υδροξυ-βιταμίνης D λόγω της επικρατούσας εμφάνισης σοβαρής ανεπάρκειας στις γυναίκες με πρώιμο καρκίνο του μαστού. Οι γυναίκες με ανεπάρκεια της Βιταμίνης D πρέπει να λαμβάνουν Βιταμίνη D συμπληρωματικά.
Έκδοχο(α)
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Από δεδομένα in vitro προκύπτει ότι το φάρμακο μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος Ρ450 CYP 3A4 και από αλδοκετοαναγωγάσες (βλ.παράγραφο 5.2) και δεν αναστέλλει κανένα από τα κύρια ισοένζυμα CYP. Σε μία κλινική φαρμακοκινητική μελέτη, η ειδική αναστολή του CYP 3A4 από την κετοκοναζόλη δεν έδειξε καμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της εξεμεστάνης.
Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης με ριφαμπικίνη, ένα ισχυρό επαγωγέα του CYP450, σε δόση 600 mg ημερησίως και εφάπαξ δόση εξεμεστάνης 25 mg, η AUC της εξεμεστάνης μειώθηκε κατά 54% και η Cmax κατά 41%. Δεδομένου ότι η κλινική σημασία της αλληλεπίδρασης αυτής δεν έχει αξιολογηθεί, η συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων όπως ριφαμπικίνη, αντιεπιληπτικά (π.χ. φαινυτοΐνη και καρβαμαζεπίνη) και φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν hypericum perforatum (Υπερικό το διάτρητο ή βαλσαμόχορτο ή St John’s Wort) τα οποία είναι γνωστό ότι επάγουν το CYP3A4, μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται μέσω CYP3A4 και εμφανίζουν στενό θεραπευτικό εύρος. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία στην ταυτόχρονη χρήση της εξεμεστάνης με άλλα αντικαρκινικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με φάρμακα τα οποία περιέχουν οιστρογόνα, δεδομένου ότι αυτά εξουδετερώνουν τη φαρμακολογική του δράση.
Κύηση
Δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία σε έγκυες γυναίκες που εκτέθηκαν σε εξεμεστάνη. Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε πειραματόζωα, παρουσιάστηκαν τοξικές επιδράσεις στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Επομένως, το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία αντενδείκνυται σε έγκυες γυναίκες.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο αν η εξεμεστάνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το Exemestane Teva 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες κατά την περίοδο της γαλουχίας.
Γυναίκες σε περιεμμηνοπαυσιακή κατάσταση ή σε αναπαραγωγική ηλικία
Ο γιατρός πρέπει να συζητήσει την αναγκαιότητα επαρκούς αντισύλληψης με τις γυναίκες για τις οποίες υπάρχει το ενδεχόμενο πιθανής εγκυμοσύνης συμπεριλαμβανομένων και των γυναικών που είναι περιεμμηνοπαυσιακές ή που έχουν γίνει πρόσφατα μετεμμηνοπαυσιακές, μέχρι να διαπιστωθεί πλήρως η μετεμμηνοπαυσιακή τους κατάσταση (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
ν
Η εξεμεστάνη έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Έχει αναφερθεί νύστα, υπνηλία, εξασθένιση και ζάλη με τη χρήση της εξεμεστάνης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι, σε περίπτωση που παρουσιασθούν τα φαινόμενα αυτά, ενδέχεται να περιοριστούν οι σωματικές και/ή πνευματικές ικανότητες που απαιτούνται για τον χειρισμό μηχανημάτων ή την οδήγηση οχημάτων.
Η εξεμεστάνη ήταν γενικά καλώς ανεκτό σε όλες τις κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν με την εξεμεστάνη στη συνήθη δόση των 25 mg/ημέρα και οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως ήπιας έως μέτριας βαρύτητας.
Το ποσοστό διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 7,4% σε ασθενείς με πρώιμο καρκίνο του μαστού, οι οποίες έλαβαν επικουρική θεραπεία με εξεμεστάνη, μετά από αρχική επικουρική αγωγή με ταμοξιφαίνη. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν εξάψεις (22%), αρθραλγία (18%) και κόπωση (16%).
Το ποσοστό διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 2,8% στο συνολικό πληθυσμό ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του μαστού. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν εξάψεις (14%) και ναυτία (12%).
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορούν να αποδοθούν στις φυσιολογικές φαρμακολογικές επιπτώσεις που προκαλούνται από τη στέρηση των οιστρογόνων (π.χ. εξάψεις).
Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν από κλινικές μελέτες και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία, καταγράφονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και ανά συχνότητα εμφάνισης.
Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ συχνές: Λευκοπενία (**)
Συχνές: Θρομβοπενία (**)
Μη γνωστές: Μείωση στον αριθμό των λεμφοκυττάρων (**)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Όχι συχνές: Υπερευαισθησία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Συχνές: Ανορεξία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Πολύ συχνές: Κατάθλιψη, αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία, ζάλη
Συχνές: Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, παραισθησία
Σπάνιες: Υπνηλία
Αγγειακές διαταραχές
Πολύ συχνές: Εξάψεις
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Πολύ συχνές: Κοιλιακό άλγος, ναυτία
Συχνές: Έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Πολύ συχνές: Αύξηση των ηπατικών ενζύμων, χολερυθρίνη αίματος
αυξημένη,αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη
Σπάνιες: Ηπατίτιδα(†), χολοστατική ηπατίτιδα(†)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ συχνές: Αυξημένη εφίδρωση
Συχνές: Αλωπεκία, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός
Σπάνιες: Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση(†)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Πολύ συχνές: Πόνος στις αρθρώσεις και μυοσκελετικός πόνος (*) Συχνές: Κάταγμα, οστεοπόρωση,
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές: Πόνος, κόπωση
Συχνές: Περιφερικό οίδημα, εξασθένηση
(*) Συμπεριλαμβάνει: αρθραλγία και με μικρότερη συχνότητα πόνος σε άκρο, οστεοαρθρίτιδα, οσφυαλγία, αρθρίτιδα, μυαλγία και δυσκαμψία των αρθρώσεων.
(**)Σπάνια αναφέρθηκε θρομβοπενία και λευκοπενία σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού. Περιστασιακή μείωση στον αριθμό των λεμφοκυττάρων παρατηρήθηκε περίπου στο 20% των ασθενών που λάμβαναν εξεμεστάνη, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα λεμφοπενία. Ωστόσο, οι μέσες τιμές λεμφοκυττάρων στις ασθενείς αυτές δεν μεταβλήθηκαν σε σημαντικό βαθμό με την πάροδο του χρόνου και δεν παρατηρήθηκε καμία αντίστοιχη αύξηση στις ιογενείς λοιμώξεις. Η επίδραση αυτή δεν παρατηρήθηκε σε μελέτες ασθενών που λάμβαναν θεραπεία για πρώιμο καρκίνο του μαστού.
(†) Η συχνότητα υπολογίζεται από τον κανόνα 3/Χ
Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινική μελέτη
Ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει τη συχνότητα των προκαθορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών και νοσημάτων που αναφέρθηκαν στη μελέτη για τον πρώιμο καρκίνο του μαστού Intergroup Exemestane Study (IES), ανεξαρτήτως αιτιολογίας, σε ασθενείς που έλαβαν την υπό μελέτη αγωγή και σε διάρκεια έως και 30 ημέρες μετά τη διακοπή της υπό μελέτης αγωγής.
| Ανεπιθύμητες ενέργειες και νοσήματα | Exemestane (N = 2249) | Tamoxifen (N = 2279) |
| Εξάψεις | 491 (21,8%) | 457 (20,1%) |
| Κόπωση | 367 (16,3%) | 344 (15,1%) |
| Κεφαλαλγία | 305 (13,6%) | 255 (11,2%) |
| Αϋπνία | 290 (12,9%) | 204 (9,0%) |
| Αυξημένη εφίδρωση | 270 (12,0%) | 242 (10,6%) |
| Γυναικολογικά | 235 (10,5%) | 340 (14,9%) |
| Ζάλη | 224 (10,0%) | 200 (8,8%) |
| Ναυτία | 200 (8,9%) | 208 (9,1%) |
| Οστεοπόρωση | 116 (5,2%) | 66 (2,9%) |
| Κολπική αιμορραγία | 90 (4,0%) | 121 (5,3%) |
| Άλλος πρωτοπαθής καρκίνος | 84 (3,6%) | 125 (5,3%) |
| Έμετος | 50 (2,2%) | 54 (2,4%) |
| Οπτική διαταραχή | 45 (2,0%) | 53 (2,3%) |
| Θρομβοεμβολή | 16 (0,7%) | 42 (1,8%) |
| Οστεοπορωτικό κάταγμα | 14 (0,6%) | 12 (0,5%) |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 13 (0,6%) | 4 (0,2%) |
Στη μελέτη IES, η συχνότητα των ισχαιμικών καρδιακών επεισοδίων στα σκέλη της θεραπείας με εξεμεστάνη και ταμοξιφαίνη ήταν 4,5% έναντι 4,2%, αντίστοιχα. Δεν
παρατηρήθηκε καμία σημαντική διαφορά για κανένα μεμονωμένο καρδιαγγειακό επεισόδιο συμπεριλαμβανομένων της υπέρτασης (9,9% έναντι 8,4%), του εμφράγματος του μυοκαρδίου (0,6% έναντι 0,2%) και της καρδιακής ανεπάρκειας (1,1% έναντι 0,7%).
Στη μελέτη IES, η εξεμεστάνη συσχετίστηκε με μία μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης υπερχοληστερολεμίας συγκριτικά με τη ταμοξιφαίνη (3,7% έναντι 2,1%).
Σε μία ξεχωριστή, διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με πρώιμο καρκίνο του μαστού με χαμηλό κίνδυνο, υπό θεραπεία με εξεμεστάνη (N=73) ή εικονικό φάρμακο (N=73) για 24 μήνες, η εξεμεστάνη συσχετίστηκε με ένα μέσο όρο 7-9% μείωσης στο πλάσμα της HDL-χοληστερόλης, έναντι μίας αύξησης 1% στο εικονικό φάρμακο. Υπήρξε, επίσης, μία μείωση 5-6% στην απολιποπρωτεΐνη Α1 στην ομάδα θεραπείας με εξεμεστάνη έναντι 0-2% για το εικονικό φάρμακο. Η επίδραση στις άλλες παραμέτρους λιπιδίων που έχουν αναλυθεί (ολική χοληστερόλη, LDL χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, απολιποπρωτεΐνη-Β και λιποπρωτεΐνη-α) ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες θεραπείας. Η κλινική σημαντικότητα αυτών των αποτελεσμάτων είναι ασαφής.
Στη μελέτη IES, παρατηρήθηκε γαστρικό έλκος σε υψηλότερη συχνότητα στο σκέλος της εξεμεστάνης συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη (0,7% έναντι <0,1%). Η πλειονότητα των ασθενών στο σκέλος της εξεμεστάνης με γαστρικό έλκος λάμβαναν ταυτόχρονη θεραπεία με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και/ή είχαν προηγούμενο ιστορικό.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Έχουν διεξαχθεί κλινικές δοκιμές με την εξεμεστάνη σε δοσολογία μέχρι 800 mg ημερησίως σε εφάπαξ δόση σε εθελόντριες υγιείς γυναίκες και μέχρι 600 mg ημερησίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού. Οι δοσολογίες αυτές ήταν καλά ανεκτές. Η εφάπαξ δόση της εξεμεστάνης που θα μπορούσε να προκαλέσει απειλητικά για τη ζωή συμπτώματα δεν είναι γνωστή. Σε αρουραίους και σε σκύλους παρατηρήθηκε θνησιμότητα μετά από εφάπαξ δόσεις από του στόματος, ισοδύναμες με 2000 και 4000 φορές τη συνιστώμενη δόση στον άνθρωπο σε βάση mg/m2. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία και η θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική. Συνιστάται γενική υποστηρικτική αγωγή, που περιλαμβάνει συχνό έλεγχο των ζωτικών σημείων και στενή παρακολούθηση της ασθενούς.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - EXEMESTANE/TEVA 25MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης, αντινεοπλασματικός παράγοντας.
Κωδικός ATC: L02BG06 Μηχανισμός δράσης
Η εξεμεστάνη είναι ένας μη αντιστρεπτός στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης και η
δομή του σχετίζεται με το φυσικό υπόστρωμα, την ανδροστενεδιόνη. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, τα οιστρογόνα παράγονται κυρίως από τη μετατροπή ανδρογόνων σε οιστρογόνα μέσω του ενζύμου αρωματάση στους περιφερικούς ιστούς. Η μείωση των οιστρογόνων μέσω αναστολής της αρωματάσης αποτελεί αποτελεσματική και εκλεκτική θεραπεία για τον ορμονοεξαρτώμενο καρκίνο του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η εξεμεστάνη από του στόματος μείωσε σε σημαντικό βαθμό τις συγκεντρώσεις των οιστρογόνων στον ορό αρχίζοντας από δόση 5 mg και φθάνοντας στη μέγιστη μείωση (>90%) με δόση 10 - 25 mg. Σε μετεμμηνοπαυσιακές ασθενείς με καρκίνο του μαστού που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με την ημερήσια δόση των 25 mg, η αρωματοποίηση σε ολόκληρο το σώμα μειώθηκε κατά 98%.
Η εξεμεστάνη δεν έχει προγεστογονική ή οιστρογονική δράση. Ελάχιστη ανδρογονική δράση, πιθανώς λόγω του 17-υδροξυ παραγώγου της, παρατηρήθηκε κυρίως σε υψηλές δόσεις. Σε δοκιμές με πολλαπλές ημερήσιες δόσεις, η εξεμεστάνη δεν παρουσίασε ανιχνεύσιμη επίδραση στην επινεφριδική βιοσύνθεση της κορτιζόλης ή της αλδοστερόνης, όπως μετρήθηκαν πριν ή μετά από πρόκληση με ACTH, αποδεικνύοντας έτσι την εκλεκτικότητά του, όσον αφορά τα άλλα ένζυμα που εμπλέκονται στην οδό σύνθεσης των στεροειδών.
Επομένως δεν απαιτείται παράλληλη θεραπεία υποκατάστασης με γλυκοκορτικοειδή ή μεταλλοκορτικοειδή. Παρατηρήθηκε μη δοσοεξαρτώμενη ελάχιστη αύξηση στα επίπεδα LH και FSH του ορού ακόμη και σε χαμηλές δόσεις. Ωστόσο η δράση αυτή είναι αναμενόμενη για τη φαρμακολογική αυτή κατηγορία και πιθανώς οφείλεται στο φαινόμενο ανάδρασης στο επίπεδο της υπόφυσης, λόγω της μείωσης των επιπέδων των οιστρογόνων, η οποία διεγείρει την έκκριση γοναδοτροπινών από την υπόφυση ακόμη και στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Επικουρική θεραπεία για πρώιμο καρκίνο του μαστού
Σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη (IES), η οποία διεξήχθη σε 4724 μετεμμηνοπαυσιακές ασθενείς με θετικούς ή μη γνωστούς οιστρογονικούς υποδοχείς και πρωτογενή καρκίνο του μαστού, οι ασθενείς που παρέμειναν ελεύθερες νόσου μετά από επικουρική θεραπεία με ταμοξιφαίνη για διάστημα από 2 ως 3 έτη, τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν εξεμεστάνη από 3 ως 2 έτη (25 mg/ημέρα) ή ταμοξιφαίνη (20 ή 30 mg/ημέρα) μέχρι την ολοκλήρωση συνολικά 5 ετών ορμονικής θεραπείας.
IES 52-Μήνες Διάστημα Διάμεσης Παρακολούθησης
Μετά από θεραπείας διάμεσης διάρκειας περίπου 30 μηνών και σε διάμεσο διάστημα παρακολούθησης για περίπου 52 μήνες, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η διαδοχική θεραπεία με εξεμεστάνη μετά από 2 έως 3 χρόνια επικουρικής αγωγής με ταμοξιφαίνη σχετίστηκε με κλινική και στατιστικά σημαντική βελτίωση ως προς την επιβίωση απουσία νόσου (DFS) συγκριτικά με τη συνέχιση της αγωγής με ταμοξιφαίνη. Η ανάλυση έδειξε ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης, η εξεμεστάνη μείωσε τον κίνδυνο επανεμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 24% σε σύγκριση με την ταμοξιφαίνη (λόγος κινδύνου 0,76, p= 0,00015). To όφελος της εξεμεστάνης σε σχέση με την ταμοξιφαίνη ως προς το DFS ήταν εμφανές ανεξάρτητα από την κατάσταση των λεμφαδένων ή την προηγούμενη χημειοθεραπεία.
Η εξεμεστάνη επίσης μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο του ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού (λόγος κινδύνου 0,57, p= 0,04158).
Σε ολόκληρο τον πληθυσμό της μελέτης, παρατηρήθηκε για την εξεμεστάνη μία τάση για βελτιωμένη συνολική επιβίωση (222 θάνατοι) συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη (262 θάνατοι), με λόγο κινδύνου 0,85 (δοκιμασία log-rank: p=0,07362), που αντιπροσωπεύει μία μείωση 15% στον κίνδυνο θανάτου προς όφελος της εξεμεστάνης. Μία στατιστικά σημαντική μείωση 23% στον κίνδυνο θανάτου (λόγος κινδύνου για συνολική επιβίωση 0,77, δοκιμασία Wald chi square: p=0,0069) παρατηρήθηκε για την εξεμεστάνη συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη, μετά την προσαρμογή σχετικά με τους προκαθορισμένους προγνωστικούς παράγοντες (δηλαδή κατάσταση οιστρογονικών υποδοχέων, κατάσταση λεμφαδένων, προηγούμενη χημειοθεραπεία, χρήση θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης και χρήση διφωσφονικών).
Κύρια δεδομένα αποτελεσματικότητας 52 Μηνών σε όλους τους ασθενείς (πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία) και σε ασθενείς με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς.
| Καταληκτικό σημείο Πληθυσμός | Exemestane Συμβάματα /N (%) | Tamoxifen Συμβάματα /N (%) | Λόγος Κινδύνου (95% CI) | p-value* |
| Επιβίωση απουσία νόσου a | ||||
| Όλες οι ασθενείς | 354 /2352 (15,1%) | 453 /2372(19,1%) | 0,76 (0,67-0,88) | 0,00015 |
| ER+ ασθενείς | 289 /2023 (14,3%) | 370 /2021(18,3%) | 0,75 (0,65-0,88) | 0,00030 |
| Ετερόπλευρος καρκίνος μαστού | ||||
| Όλες οι ασθενείς | 20 /2352 (0,9%) | 35 /2372 (1,5%) | 0,57 (0,33-0,99) | 0,04158 |
| ER+ ασθενείς | 18 /2023 (0,9%) | 33 /2021 (1,6%) | 0,54 (0,30-0,95) | 0,03048 |
| Επιβίωση απουσία καρκίνου μαστούb | ||||
| Όλες οι ασθενείς | 289 /2352 (12,3%) | 373 /2372(15,7%) | 0,76 (0,65-0,89) | 0,00041 |
| ER+ ασθενείς | 232 /2023 (11,5%) | 305 /2021(15,1%) | 0,73 (0,62-0,87) | 0,00038 |
| Επιβίωση απουσία απομακρυσμένης υποτροπής | ||||
| Όλες οι ασθενείς | 248 /2352 (10,5%) | 297 /2372(12,5%) | 0,83 (0,70-0,98) | 0,02621 |
| ER+ ασθενείς | 194 /2023 (9,6%) | 242 /2021(12,0%) | 0,78 (0,65-0,95) | 0,01123 |
| Συνολική επιβίωση d | ||||
| Όλες οι ασθενείς | 222 /2352 (9,4%) | 262 /2372(11,0%) | 0,85 (0,71-1,02) | 0,07362 |
| ER+ ασθενείς | 178 /2023 (8,8%) | 211 /2021(10,4%) | 0,84 (0,68-1,02) | 0,07569 |
* Δοκιμασία Log-rank; ER+ ασθενείς = ασθενείς με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς a Η επιβίωση απουσία νόσου ορίζεται ως το πρώτο συμβάν τοπικής ή απoμακρυσμένης υποτροπής, ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού, ή θάνατος από οποιαδήποτε αιτία.
b Επιβίωση απουσία καρκίνου μαστού ορίζεται ως το πρώτο συμβάν τοπικής ή απομακρυσμένης υποτροπής, ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού ή θάνατος λόγω καρκίνου του μαστού
c Επιβίωση απουσία απομακρυσμένης υποτροπής ορίζεται ως το πρώτο συμβάν απομακρυσμένης υποτροπής, ή θάνατος λόγω καρκίνου του μαστού
d Συνολική επιβίωση ορίζεται ως το συμβάν θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.
Στη συμπληρωματική ανάλυση για την υποομάδα των ασθενών με θετικούς ή αγνώστους οιστρογονικούς υποδοχείς, ο μη διορθωμένος λόγος κινδύνου για τη συνολική επιβίωση ήταν 0,83 (log-rank test: p=0,04250), που αντιπροσωπεύει μία κλινικά και στατιστικά σημαντική μείωση 17% στον κίνδυνο θανάτου.
Τα αποτελέσματα της IES υπομελέτης σχετικής με τα οστά έδειξαν ότι σε γυναίκες που έλαβαν εξεμεστάνη μετά από 2 έως 3 χρόνια θεραπείας με ταμοξιφαίνη, παρατηρήθηκε μετρίου βαθμού μείωση της πυκνότητας οστικής μάζας σε ανόργανα στοιχεία. Συνολικά στη μελέτη, η συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων που εμφανίζονταν κατά τη θεραπεία, η οποία αξιολογήθηκε κατά τη διάρκεια 30 μηνών θεραπείας ήταν υψηλότερη σε ασθενείς που έλαβαν εξεμεστάνη συγκριτικά με ταμοξιφαίνη (4,5% και 3,3 % αντιστοίχως, p=0,038).
Τα αποτελέσματα της IES υπομελέτης σχετικής με το ενδομήτριο έδειξαν ότι μετά από 2 χρόνια θεραπείας, παρουσιάστηκε μία διάμεση μείωση 33% στο πάχος του ενδομητρίου στις ασθενείς που έλαβαν εξεμεστάνη, συγκριτικά με τη μη αξιοσημείωτη μεταβολή στις ασθενείς που έλαβαν ταμοξιφαίνη. Η πάχυνση του ενδομητρίου, η οποία αναφέρθηκε στην αρχή της υπό μελέτη αγωγής, επέστρεψε σε φυσιολογικά επίπεδα (< 5 mm) στο 54% των ασθενών που έλαβαν εξεμεστάνη.
IES 87-Μήνες Διάστημα Διάμεσης Παρακολούθησης
Μετά από διάμεση διάρκεια της θεραπείας περίπου 30 μηνών και σε διάστημα διάμεσης παρακολούθησης για περίπου 87 μήνες, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η διαδοχική θεραπεία με εξεμεστάνη μετά από 2 έως 3 χρόνια συμπληρωματικής αγωγής με ταμοξιφαίνη σχετίστηκε με κλινική και στατιστικά σημαντική βελτίωση ως προς την ελεύθερη νόσου επιβίωση (Disease-Free Survival - DFS) συγκριτικά με τη συνέχιση της αγωγής με ταμοξιφαίνη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου υπό μελέτη, η εξεμεστάνη μείωσε τον κίνδυνο επανεμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 16% σε σύγκριση με την ταμοξιφαίνη (πηλίκο κινδύνου 0,84; p= 0,002).
Συνολικά, τo όφελος της εξεμεστάνης σε σχέση με την ταμοξιφαίνη ως προς το DFS ήταν εμφανές ανεξάρτητα από την κατάσταση των λεμφαδένων ή την προηγούμενη χημειοθεραπεία ή την ορμονική θεραπεία. Σε λίγες υποομάδες με μικρά μεγέθη δείγματος δε διατηρήθηκε στατιστική σημαντικότητα. Αυτές έδειξαν μία τάση προς όφελος της εξεμεστάνης σε ασθενείς με περισσότερα από 9 θετικούς λεμφαδένες ή με προηγούμενη χημειοθεραπεία CMF. Μία μη στατιστικά σημαντική τάση προς όφελος της ταμοξιφαίνης παρατηρήθηκε σε ασθενείς με μη γνωστή κατάσταση των λεμφαδένων, με άλλη προηγούμενη χημειοθεραπεία, καθώς και με μη γνωστή/ελλείπουσα κατάσταση προηγούμενης ορμονικής θεραπείας
Επιπρόσθετα, η εξεμεστάνη παρέτεινε επίσης σημαντικά την ελεύθερη καρκίνου μαστού επιβίωση (πηλίκο κινδύνου 0,82, p= 0,00263) και την ελεύθερη απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωση (πηλίκο κινδύνου 0,85, p= 0,02425).
Η εξεμεστάνη επίσης μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο του ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού, παρ’όλο που η επίδραση δεν ήταν πλέον στατιστικά σημαντική κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου υπό μελέτη (πηλίκο κινδύνου 0,74 , p= 0,12983).
Σε ολόκληρο τον πληθυσμό της μελέτης, παρατηρήθηκε για την εξεμεστάνη μία τάση για βελτιωμένη συνολική επιβίωση (373 θάνατοι) συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη (420 θάνατοι), με πηλίκο κινδύνου 0,89 (δοκιμασία log-rank: p=0,08972), που αντιπροσωπεύει μία μείωση 11% στον κίνδυνο θανάτου προς όφελος της εξεμεστάνης. Μία στατιστικά σημαντική μείωση 18% στον κίνδυνο θανάτου (πηλίκο κινδύνου για συνολική επιβίωση 0,82, δοκιμασία Wald chi square: p=0,0082) παρατηρήθηκε για την εξεμεστάνη συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη στο συνολικό πληθυσμό της μελέτης.
Στη συμπληρωματική ανάλυση για την υποομάδα των ασθενών με θετικούς ή μη γνωστούς οιστρογονικούς υποδοχείς, ο μη διορθωμένος λόγος κινδύνου για τη συνολική επιβίωση ήταν 0,86 (δοκιμασία log-rank: p=0,0425062), που αντιπροσωπεύει μία κλινικά και στατιστικά σημαντική μείωση 14% στον κίνδυνο θανάτου.
Τα αποτελέσματα μίας υπομελέτης σχετικά με τα οστά έδειξαν ότι η θεραπεία με εξεμεστάνη για 2 έως 3 χρόνια μετά από 3 έως 2 χρόνια θεραπείας με ταμοξιφαίνη, αύξησε την απώλεια οστικής μάζας κατά τη διάρκεια της θεραπείας (μέση % αλλαγή από την έναρξη της θεραπείας της οστικής πυκνότητας (Bone Mineral Desnsity – BMD) στους 36 μήνες: -3,37 [σπονδυλική στήλη], -2,96 [ολικό ισχίο] για την εξεμεστάνη και -1,29 [σπονδυλική στήλη], - 2,02 [ολικό ισχίο], για την ταμοξιφαίνη). Ωστόσο, μέχρι το πέρας της περιόδου των 24 μηνών μετά τη θεραπεία υπήρξαν ελάχιστες διαφορές στην αλλαγή της BMD από την έναρξη της θεραπείας και για τις δύο ομάδες θεραπείας, με το σκέλος της ταμοξιφαίνης να έχει ελάχιστα μεγαλύτερες τελικές μειώσεις στη BMD σε όλα τα σημεία (μέση % αλλαγή από την έναρξη της θεραπείας της BMD στους 24 μήνες μετά τη θεραπεία: -2,17 [σπονδυλική στήλη], -3,06 [ολικό ισχίο] για την εξεμεστάνη και -3,44 [σπονδυλική στήλη], -4,15 [ολικό ισχίο], για την ταμοξιφαίνη).
Το σύνολο των καταγμάτων που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και της περιόδου παρακολούθησης ήταν σημαντικά υψηλότερο στην ομάδα της εξεμεστάνης συγκριτικά με την ομάδα της ταμοξιφαίνης (169 [7,3%] έναντι 122 [5,2%]; p = 0,004), αλλά δεν παρατηρήθηκε διαφορά στον αριθμό των καταγμάτων που αναφέρθηκαν ως οστεοπορωτικά.
IES 119-μήνες διάστημα τελικής παρακολούθησης
Μετά από διάμεση διάρκεια της θεραπείας περίπου 30 μηνών και σε διάστημα διάμεσης παρακολούθησης για περίπου 119 μήνες, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η διαδοχική θεραπεία με εξεμεστάνη μετά από 2 έως 3 χρόνια συμπληρωματικής αγωγής με ταμοξιφαίνη σχετίστηκε με κλινική και στατιστικά σημαντική βελτίωση ως προς την ελεύθερη νόσου επιβίωση (Disease-Free Survival - DFS) συγκριτικά με τη συνέχιση της αγωγής με ταμοξιφαίνη. Η ανάλυση έδειξε ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου υπό μελέτη η εξεμεστάνη μείωσε τον κίνδυνο επανεμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 14% σε σύγκριση με την ταμοξιφαίνη (πηλίκο κινδύνου 0,86, p = 0,00393). To όφελος της εξεμεστάνης σε σχέση με την ταμοξιφαίνη ως προς το DFS ήταν εμφανές ανεξάρτητα από την κατάσταση των λεμφαδένων ή την προηγούμενη χημειοθεραπεία.
Το exemestane παρέτεινε επίσης σημαντικά την ελεύθερη καρκίνου μαστού επιβίωση (πηλίκο κινδύνου 0,83, p<0,00152) και την ελεύθερη απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωση (πηλίκο κινδύνου 0,86, p = 0,02213). Η εξεμεστάνη επίσης μείωσε τον κίνδυνο του ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού, παρ’ όλο που η επίδραση δεν ήταν πλέον στατιστικά σημαντική (πηλίκο κινδύνου 0,75, p = 0,10707).
Σε ολόκληρο τον πληθυσμό της μελέτης, η συνολική επιβίωση δεν ήταν στατιστικά διαφορετική μεταξύ των δύο ομάδων με 467 θανάτους (19,9%) να σημειώνονται στην ομάδα της εξεμεστάνης και 510 θανάτους (21,5%) στην ομάδα της ταμοξιφαίνης (πηλίκο κινδύνου 0,91, p = 0,15737, δεν έχει διορθωθεί για πολλαπλές δοκιμασίες). Για την υποομάδα των ασθενών με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς ή άγνωστη κατάσταση, το μη διορθωμένο πηλίκο κινδύνου για τη συνολική επιβίωση ήταν 0,89 (δοκιμασία log-rank: p = 0,07881) στην ομάδα της εξεμεστάνης σε σχέση με την ομάδα της ταμοξιφαίνης.
Σε ολόκληρο τον πληθυσμό της μελέτης, μια στατιστικά σημαντική μείωση 14% στον κίνδυνο θανάτου (πηλίκο κινδύνου για συνολική επιβίωση 0,86, δοκιμασία Wald chi square: p = 0,0257) παρατηρήθηκε για το exemestane συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη, μετά την
προσαρμογή σχετικά με τους προκαθορισμένους προγνωστικούς παράγοντες (δηλαδή κατάσταση οιστρογονικών υποδοχέων, κατάσταση λεμφαδένων, προηγούμενη χημειοθεραπεία, χρήση θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης και χρήση διφωσφονικών).
Μια χαμηλότερη επίπτωση για άλλους δεύτερους (εκτός του μαστού) πρωτοπαθείς καρκίνους παρατηρήθηκε στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εξεμεστάνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία μόνο με ταμοξιφαίνη (9,9% έναντι 12,4%).
Στην κύρια μελέτη, που είχε διάστημα διάμεσης παρακολούθησης 119 μήνες (0 - 163,94) σε όλους τους συμμετέχοντες και διάμεση διάρκεια θεραπείας με εξεμεστάνη 30 μήνες (0 – 40,41), η επίπτωση των καταγμάτων οστών αναφέρθηκε σε 169 (7,3%) ασθενείς στην ομάδα της εξεμεστάνης σε σύγκριση με 122 (5,2%) ασθενείς στην ομάδα της ταμοξιφαίνης (p=0,004).
Δεδομένα αποτελεσματικότητας από την IES σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο καρκίνο του μαστού (ITT)
Αρ. περιστατικών Πηλίκο κινδύνου
Exemestane Πηλίκο
κινδύνου
Πηλίκο κινδύνου Τιμή -p
30 μήνες διάμεση διάρκεια θεραπείας και 34,5 μήνες διάστημα διάμεσης παρακολούθησης
| Ελεύθερη νόσου | 213 | 306 | 0,69 (95% CI: 0,58-0,82) | 0,00003 |
| επιβίωσηa Ελεύθερη καρκίνου | 171 | 262 | 0,65 (95% CI: 0,54-0,79) | <0,00001 |
| μαστού επιβίωσηb | ||||
| Ετερόπλευρος | 8 | 25 | 0,32 (95% CI: 0,15-0,72) | 0,00340 |
| καρκίνος μαστού Ελεύθερη | 142 | 204 | 0,70 (95% CI: 0,56-0,86) | 0,00083 |
| απομακρυσμένηςυποτροπής επιβίωσηc Συνολική επιβίωσηd | 116 | 137 | 0,86 (95% CI: 0,67-1,10) | 0,22962 |
| 30 μήνες διάμεση διάρκεια θεραπείας και 52 μήνες διάστημα διάμεσης παρακολούθησης | ||||
| Ελεύθερη νόσου | 354 | 453 | 0,77 (95% CI: 0,67-0,88) | 0,00015 |
| επιβίωσηa Ελεύθερη καρκίνου | 289 | 373 | 0,76 (95% CI: 0,65-0,89) | 0,00041 |
| μαστού επιβίωσηb | ||||
| Ετερόπλευρος καρκίνος μαστού | 20 | 35 | 0,57 (95% CI: 0,33-0,99) | 0,04158 |
| Ελεύθερη απομακρυσμένηςυποτροπής επιβίωσηc Συνολική επιβίωσηd | 248222 | 297262 | 0,83 (95% CI: 0,70-0,98)0,85 (95% CI: 0,71-1,02) | 0,026210,07362 |
| 30 μήνες διάμεση διάρκεια θεραπείας και 87 μήνες διάστημα διάμεσης παρακολούθησης | ||||
| Ελεύθερη νόσου | 552 | 641 | 0,84 (95% CI: 0,75-0,94) | 0,002 |
| επιβίωσηa Ελεύθερη καρκίνου | 434 | 513 | 0,82 (95% CI: 0,72-0,94) | 0,00263 |
| μαστού επιβίωσηb Ετερόπλευρος | 43 | 58 | 0,74 (95% CI: 0,50-1,10) | 0,12983 |
| καρκίνος μαστού Ελεύθερη | 353 | 409 | 0,85 ((95% CI: 0,74-0,98) | 0,02425 |
| απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωσηcΣυνολική επιβίωσηd | 373 | 420 | 0,89 (95% CI: 0,77-1,02) | 0,08972 |
| 30 μήνες διάμεση διάρκεια θεραπείας και 119 μήνες διάστημα διάμεσης παρακολούθησης | ||||
| Ελεύθερη νόσου | 672 | 761 | 0,86 (95% CI: 0,77-0,95) | 0,00393 |
| επιβίωσηa Ελεύθερη καρκίνου | 517 | 608 | 0,83 (95% CI: 0,74-0,93) | 0,00152 |
| μαστού επιβίωσηb | ||||
| Ετερόπλευρος | 57 | 75 | 0,75 (95% CI: 0,53-1,06) | 0,10707 |
| καρκίνος μαστού | ||||
| Ελεύθερη | 411 | 472 | 0,86 (95% CI: 0,75-0,98) | 0,02213 |
| απομακρυσμένηςυποτροπής επιβίωσηc Συνολική επιβίωσηd | 467 | 510 | 0,91 (95% CI: 0,81-1,04) | 0,15737 |
CI = διάστημα εμπιστοσύνης, IES = Intergroup Exemestane Study, ITT = με πρόθεση θεραπείας.
-
Η ελεύθερη νόσου επιβίωση ορίζεται ως το πρώτο συμβάν τοπικής ή απομακρυσμένης υποτροπής, ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού, ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.
-
Ελεύθερη καρκίνου μαστού επιβίωση ορίζεται ως το πρώτο συμβάν τοπικής ή απομακρυσμένης υποτροπής, ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού ή θανάτου λόγω καρκίνου του μαστού.
Ελεύθερη απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωση ορίζεται ως το πρώτο συμβάν απομακρυσμένης υποτροπής, ή θανάτου λόγω καρκίνου του μαστού.
Συνολική επιβίωση ορίζεται ως το συμβάν θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.
Θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού
Σε τυχαιοποιημένη, αξιολογηθείσα από επιτροπή, ελεγχόμενη κλινική δοκιμή, η εξεμεστάνη σε ημερήσια δόση 25 mg έδειξε στατιστικά σημαντική παράταση της επιβίωσης, του Χρόνου μέχρι την Εξέλιξη (ΤΤP) και του Χρόνου μέχρι την Αποτυχία της Θεραπείας (ΤΤF) σε σύγκριση με την κλασική ορμονοθεραπεία με οξική μεγεστρόλη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, ο οποίος είχε εξελιχθεί μετά ή κατά την αγωγή με ταμοξιφαίνη είτε σαν συμπληρωματική θεραπεία ή σαν θεραπεία πρώτης γραμμής για προχωρημένη νόσο.
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση των δισκίων εξεμεστάνης, η εξεμεστάνη απορροφάται ταχέως. Το ποσοστό της δόσης που απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα είναι υψηλό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα στον άνθρωπο δεν είναι γνωστή, αν και αναμένεται να είναι περιορισμένη λόγω του φαινομένου του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου.
Παρόμοιο φαινόμενο προκάλεσε απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 5% σε αρουραίους και σε σκύλους. Μετά από εφάπαξ δόση των 25 mg επιτυγχάνονται μέγιστα επίπεδα 18 ng/mL στο πλάσμα μετά από 2 ώρες. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 40%.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της εξεμεστάνης, χωρίς διόρθωση για από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα, είναι περίπου 20.000 l. Η κινητική είναι γραμμική και ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι 24 ώρες. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 90% και είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Η εξεμεστάνη και οι μεταβολίτες της δεν δεσμεύονται στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
Η εξεμεστάνη δεν συσσωρεύεται με μη αναμενόμενο τρόπο μετά από επανειλημμένη χορήγηση.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η εξεμεστάνη μεταβολίζεται με οξείδωση της ομάδας του μεθυλενίου στη θέση 6 μέσω του ισοενζύμου CYP 3A4 και/ή αναγωγής της 17-κετο-ομάδας από αλδοκετοαναγωγάση, που ακολουθείται από σύζευξη. Η κάθαρση της εξεμεστάνης είναι περίπου 500 λίτρα/ώρα, χωρίς διόρθωση για βιοδιαθεσιμότητα από στόματος.
Οι μεταβολίτες είναι αδρανείς ή η αναστολή της αρωματάσης είναι μικρότερη από εκείνη της μητρικής ένωσης.
Το ποσοστό που αποβάλλεται αμετάβλητο στα ούρα είναι το 1% της δόσης. Εντός μιας εβδομάδας, απεβλήθησαν στα ούρα και στα κόπρανα ίσες ποσότητες (40%) επισημασμένης με 14C εξεμεστανης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικία
Καμία σημαντική συσχέτιση δεν παρατηρήθηκε μεταξύ της συστηματικής έκθεσης της εξεμεστάνης και της ηλικίας των ατόμων.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (CLcr< 30 mL/λεπτό) η συστηματική έκθεση στην εξεμεστάνη ήταν 2 φορές υψηλότερη απ’ ότι σε υγιείς εθελόντριες.
Λόγω των χαρακτηριστικών ασφάλειας της εξεμεστάνης δεν θεωρείται απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης.
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η έκθεση στην εξεμεστάνη ήταν 2 - 3 φορές υψηλότερη απ’ ότι σε υγιείς εθελόντριες.
Λόγω των χαρακτηριστικών ασφάλειας της εξεμεστάνης δεν θεωρείται απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - EXEMESTANE/TEVA 25MG/TAB
Πυρήνας δισκίου:
Μαννιτόλη (E421) Κοποβιδόνη Κροσποβιδόνη
Πυριτιωμένη μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (περιέχει μικροκρυσταλλική κυτταρίνη & Πυριτίου οξειδίου, κολλοειδές)
Άμυλο γλυκολικό νάτριο (Τύπου A) Στεατικό μαγνήσιο (E470b)
Επικάλυψη λεπτού υμενίου:
Υπρομελλόζη (E464) Πολυαιθυλενογλυκόλη 400 Διοξείδιο τιτανίου (E171)
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του.
Κυψέλες PVC-PVdC/αλουμινίου:
10, 14, 20, 30, 50x1, 60, 90, 100 (κυψέλες των 10 ή 14 ή 30) επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.