TETMODIS TABLET 25MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - TETMODIS 25MG/TAB
Το Tetmodis ενδείκνυται για τις υπερκινητικές διαταραχές κινητικότητας που οφείλονται σε χορεία Huntington.
Τα δισκία είναι για από στόματος χορήγηση. Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από γιατρό με εμπειρία στη θεραπεία υπερκινητικών διαταραχών.
Δοσολογία
Ενήλικες
Χορεία Huntington
Η δοσολογία και η χορήγηση είναι εξατομικευμένες για κάθε ασθενή και για το λόγο αυτό δίνεται μόνο καθοδήγηση.
Συνιστάται δόση έναρξης 12,5 mg μια έως τρεις φορές την ημέρα. Η δόση αυτή μπορεί να αυξάνεται κατά 12,5 mg κάθε τρεις ή τέσσερις ημέρες έως ότου παρατηρηθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα ή έως την εμφάνιση συμπτωμάτων μη ανοχής (καταστολή, παρκινσονισμός, κατάθλιψη).
Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 200 mg την ημέρα.
Εάν δεν υπάρξει βελτίωση με τη μέγιστη δόση εντός επτά ημερών, είναι απίθανο η δραστική ουσία να έχει όφελος για τον ασθενή, είτε αυξάνοντας τη δόση είτε παρατείνοντας τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηλικιωμένοι
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς, αλλά η τετραβεναζίνη έχει χορηγηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς στη συνήθη δοσολογία χωρίς εμφανή ανεπιθύμητη δράση. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρκινσονικού τύπου είναι αρκετά συνηθισμένες σε αυτούς τους ασθενείς και μπορεί να είναι περιοριστικές της δόσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχουν ακόμα τεκμηρωθεί. Η θεραπεία δε συνιστάται σε παιδιά.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία αυτών των ασθενών.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Η τετραβεναζίνη μπορεί να αναστείλει τη δράση της ρεζερπίνης. Συνεπώς αυτές οι ουσίες δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα.
-
Χρήση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργία
-
Παρουσία συνδρόμου υποκινητικότητας – δυσκαμψίας (παρκινσονισμός)
-
Μη θεραπευόμενη ή ανεπαρκώς θεραπευόμενη κατάθλιψη. Ασθενείς που είναι ενεργά αυτοκτονικοί
-
Γαλουχία
-
Φαιοχρωμοκύττωμα
-
Προλακτινοεξαρτώμενοι όγκοι, π.χ. καρκίνος της υπόφυσης ή του μαστού
Η δόση της τετραβεναζίνης πρέπει να τιτλοποιείται ώστε να προσδιορίζεται η πιο κατάλληλη δόση για κάθε ασθενή.
Μελέτες in vitro και in vivo υποδεικνύουν ότι οι μεταβολίτες της τετραβεναζίνης α-HTBZ και β-HTBZ είναι υποστρώματα του CYP2D6 (βλέπε παράγραφο 5.2). Συνεπώς, οι δοσολογικές
απαιτήσεις μπορεί να επηρεαστούν από την κατάσταση μεταβολισμού του CYP2D6 του ασθενή και από τα συγχορηγούμενα φάρμακα που είναι ισχυροί αναστολείς του CYP2D6 (βλέπε παράγραφο 4.5).
Όταν συνταγογραφείται για πρώτη φορά, η θεραπεία με τετραβεναζίνη πρέπει να τιτλοποιείται αργά για αρκετές εβδομάδες ώστε να επιτρέψει την ταυτοποίηση της δόσης η οποία αφενός μειώνει τη χορεία και αφετέρου είναι καλά ανεκτή. Εάν η ανεπιθύμητη επίδραση δεν αποκατασταθεί ή δεν μειωθεί, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο της διακοπής της τετραβεναζίνης.
Μόλις επιτευχθεί σταθερή δόση, η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται περιοδικά στο πλαίσιο της υποκείμενης νόσου του ασθενή και των συγχορηγούμενων φαρμάκων (βλέπε παράγραφο 4.5).
Παρκινσονισμός
Η τετραβεναζίνη μπορεί να προκαλέσει παρκινσονισμό και να επιδεινώσει τα προϋπάρχοντα συμπτώματα της νόσου του Parkinson. Στην περίπτωση αυτή, η δόση πρέπει να μειωθεί και η διακοπή της τετραβεναζίνης να εξεταστεί εάν δεν αποκατασταθεί το συμβάν.
Καταστολή και υπνηλία
Η καταστολή είναι η πιο συχνή δοσοπεριοριστική ανεπιθύμητη ενέργεια της τετραβεναζίνης. Οι
ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται όταν εκτελούν δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση, όπως η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος ή ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων, μέχρι να φτάσουν να λαμβάνουν τη δόση συντήρησης της τετραβεναζίνης και να γνωρίζουν πώς τους επηρεάζει το φάρμακο.
Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο
Έχει περιγραφεί Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο με τη χρήση τετραβεναζίνης και μετά από απότομη διακοπή.
Το Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο είναι μία σπάνια επιπλοκή της θεραπείας με τετραβεναζίνη.Το Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται στην αρχή της θεραπείας, σαν απόκριση στις αλλαγές της δόσης ή μετά από μακροχρόνια θεραπεία. Τα κύρια συμπτώματα της κατάστασης αυτής είναι νοητικές διαταραχές, δυσκαμψία, υπερθερμία, δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος (εφίδρωση και μεταβολές της αρτηριακής πίεσης) και αυξημένα επίπεδα της κρεατινικής φωσφοκινάσης. Εάν υπάρχει υποψία για Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο η τετραβεναζίνη πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.
Παράταση διαστήματος QTc
Η τετραβεναζίνη προκαλεί μικρή αύξηση (έως 8 msec) στο διορθωμένο διάστημα QT. Η τετραβεναζίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTc και σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT και ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών (βλέπε παράγραφο 4.5).
Κατάθλιψη/Αυτοκτονικότητα
Η τετραβεναζίνη μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη ή να επιδεινώσει προϋπάρχουσα κατάθλιψη. Περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν το προϊόν αυτό. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται κατά τη θεραπεία ασθενών με ιστορικό κατάθλιψης ή προηγούμενων αποπειρών αυτοκτονίας ή αυτοκτονικού ιδεασμού (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση τέτοιων ανεπιθύμητων ενεργειών και οι ασθενείς και οι φροντιστές τους πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους και να καθοδηγούνται ώστε να αναφέρουν οποιουσδήποτε προβληματισμούς αμέσως στον γιατρό τους.
Εάν εμφανιστεί κατάθλιψη ή αυτοκτονικός ιδεασμός, μπορεί να ελεγχθεί με τη μείωση της δόσης της τετραβεναζίνης και/ή με την έναρξη αντικαταθλιπτικής θεραπείας. Εάν η κατάθλιψη ή ο αυτοκτονικός ιδεασμός είναι σοβαρού βαθμού ή επιμένουν, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο της διακοπής της τετραβεναζίνης και της έναρξης αντικαταθλιπτικής θεραπείας.
Υπάρχει ο πιθανός κίνδυνος εμφάνισης ή επιδείνωσης θυμού και επιθετικής συμπεριφοράς σε ασθενείς που λαμβάνουν τετραβεναζίνη με ιστορικό κατάθλιψης ή άλλων ψυχιατρικών παθήσεων.
Αναστολείς MAO
Όταν χρησιμοποιείται τετραβεναζίνη, αντενδείκνυται η χρήση αναστολέων MAO (βλέπε παράγραφο 4.3) και πρέπει να διακόπτονται 14 ημέρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με τετραβεναζίνη.
Ακαθισία, ανησυχία και διέγερση
Οι ασθενείς που λαμβάνουν τετραβεναζίνη πρέπει να παρακολουθούνται για την παρουσία εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και ακαθισίας καθώς επίσης και για σημεία και συμπτώματα ανησυχίας και διέγερσης, καθώς αυτά μπορεί να είναι ενδείξεις εμφάνισης ακαθισίας. Εάν ένας ασθενής εμφανίσει ακαθισία, πρέπει να μειωθεί η δόση της τετραβεναζίνης. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να απαιτηθεί η διακοπή της θεραπείας.
Ορθοστατική υπόταση
Η τετραβεναζίνη μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση σε θεραπευτικές δόσεις. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που μπορεί να είναι ευπαθείς στην υπόταση ή τις επιδράσεις της. Σε ασθενείς που είναι ευπαθείς στην υπόταση, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο της παρακολούθησης των ζωτικών σημείων σε όρθια θέση.
Υπερπρολακτιναιμία
Η τετραβεναζίνη αυξάνει τα επίπεδα των συγκεντρώσεων της προλακτίνης στον ορό στον άνθρωπο. Μετά από τη χορήγηση 25 mg σε υγιείς εθελοντές, τα μέγιστα επίπεδα της προλακτίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά 4 έως 5 φορές. Πειράματα που έγιναν σε καλλιέργεια ιστού υπέδειξαν ότι περίπου το ένα τρίτο των καρκίνων του μαστού στον άνθρωπο είναι εξαρτώμενοι από την προλακτίνη in vitro, παράγοντας που έχει δυνητική σημασία εάν εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης της τετραβεναζίνης σε ασθενή με προηγούμενη διάγνωση καρκίνου του μαστού. Παρόλο που η αμηνόρροια, η γαλακτόρροια, η γυναικομαστία και η ανικανότητα μπορεί να προκληθούν από αυξημένες συγκεντρώσεις στον ορό, η κλινική σημασία των αυξημένων συγκεντρώσεων προλακτίνης στον ορό για τους περισσότερους ασθενείς είναι άγνωστη.
Η χρόνια αύξηση στα επίπεδα της προλακτίνης στον ορό (παρόλο που δεν αξιολογήθηκε στο πρόγραμμα ανάπτυξης της τετραβεναζίνης) έχει συσχετισθεί με χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων και αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης. Εάν υπάρχει κλινική υποψία συμπτωματικής υπερπρολακτιναιμίας, πρέπει να διεξαχθούν οι κατάλληλοι εργαστηριακοί έλεγχοι και να εξεταστεί το ενδεχόμενο της διακοπής της τετραβεναζίνης.
Σύνδεση με ιστούς που περιέχουν μελανίνη
Καθώς η τετραβεναζίνη ή οι μεταβολίτες της συνδέονται με ιστούς που περιέχουν μελανίνη, θα μπορούσε να συσσωρευθεί στους ιστούς αυτούς με την πάροδο του χρόνου. Αυτό αυξάνει την πιθανότητα να προκαλέσει η τετραβεναζίνη τοξικότητα στους ιστούς αυτούς μετά από εκτεταμένη χρήση. Η κλινική σχετικότητα της σύνδεσης της τετραβεναζίνης με ιστούς που περιέχουν μελανίνη, είναι άγνωστη.
Παρόλο που δεν υπάρχουν ειδικές συστάσεις για περιοδική οφθαλμολογική παρακολούθηση, οι συνταγογράφοι ιατροί πρέπει να προειδοποιούνται για την πιθανότητα οφθαλμολογικών επιδράσεων μετά από μακροχρόνια έκθεση.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-πάθησης
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το Tetmodis δε πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ρεζερπίνη και αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης.
Η λεβοντόπα πρέπει να χορηγείται με προσοχή παρουσία Tetmodis.
Δε συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αλκοόλ, οπιοειδή, β- αποκλειστές, αντιυπερτασικά φάρμακα, υπνωτικά και νευροληπτικά.
Δεν έχουν διεξαχθεί in vivo μελέτες αλληλεπίδρασης με τετραβεναζίνη, και τα ένζυμα που την μεταβολίζουν είναι εν μέρει άγνωστα. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η τετραβεναζίνη μπορεί να είναι αναστολέας του CYP2D6 και συνεπώς να προκαλεί αυξημένες συγκεντρώσεις φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το CYP2D6 στο πλάσμα.
Μελέτες in vitro και in vivo υποδεικνύουν ότι οι μεταβολίτες της τετραβεναζίνης α-DTBZ και β-DTBZ είναι υποστρώματα του CYP2D6. Οι αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. φλουοξετίνη, παροξετίνη, τερβιναφίνη, μοκλοβεμίδη και κινιδίνη) μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των α-DTBZ και β-DTBZ, και για το λόγο αυτό πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή. Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης της τετραβεναζίνης.
Η τετραβεναζίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTc συμπεριλαμβανομένων των αντιψυχωσικών (πχ. χλωρπρομαζίνη, θειοριδαζίνη), αντιβιοτικών (π.χ. γκατιφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη) και αντιαρρυθμικών φαρμάκων της ομάδας ΙΑ και ΙΙΙ (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη, αμιοδαρόνη, σοταλόλη).
Κύηση
Οι μελέτες σε ζώα ήταν ανεπαρκείς σε σχέση με τις επιδράσεις στην κύηση, στην εμβρυϊκή αναπτυξη, τον τοκετό ή την ανάπτυξη μετά τον τοκετό (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν υπάρχουν στοιχεία ή υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση τετραβεναζίνης σε έγκυες γυναίκες και ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Το Tetmodis δε πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση εκτός και εάν δεν είναι διαθέσιμη άλλη θεραπεία.
Θηλασμός
Η τετραβεναζίνη αντενδείκνυται κατά το θηλασμό (βλ. παράγραφο 4.3). Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται, εάν η θεραπεία με τετραβεναζίνη είναι απαραίτητη.
Γονιμότητα
Σε μελέτες σε ζώα με τετραβεναζίνη, δεν υπήρξε ένδειξη για την επίδραση στην κύηση ή την επιβίωση in utero. Παρατηρήθηκε επιμήκυνση των κύκλων των θήλεων και υστέρηση στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι το Tetmodis μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και επομένως μπορεί να επηρεάσει την απόδοσή τους σε δραστηριότητες που απαιτούν επιδεξιότητα (ικανότητα οδήγησης, χειρισμός μηχανημάτων κ.λπ.) σε βαθμό που ποικίλει, ανάλογα με τη δόση και την ατομική ευαισθησία.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται ανάλογα με την κατηγορία οργανικού συστήματος και με τη συχνότητά τους:
Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Ψυχιατρικές διαταραχές Πολύ συχνές: κατάθλιψη
Συχνές: άγχος, αϋπνία, σύγχυση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: υπνηλία (με υψηλότερες δόσεις), σύνδρομο παρκινσονικού τύπου (με υψηλότερες δόσεις)
Όχι συχνές: διαταραγμένα επίπεδα συνείδησης
Σπάνιες: Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (βλέπε παράγραφο 4.4.)
Αγγειακές διαταραχές Συχνές: υπόταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Συχνές: δυσφαγία, ναυτία, έμετος, διάρροια, σοβαρή δυσκοιλιότητα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Όχι συχνές: σοβαρά εξωπυραμιδικά συμπτώματα συμπεριλαμβανομένης της μυϊκής ακαμψίας, δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: κάκωση των σκελετικών μυών
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές: υπερθερμία
Για τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα η συχνότητα εμφάνισης:
Ψυχιατρικές διαταραχές: αποπροσανατολισμός, νευρικότητα
Διαταραχές νευρικού συστήματος: αταξία, ακαθισία, δυστονία, ζάλη, αμνησία Καρδιακές διαταραχές: βραδυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές: ορθοστατική υπόταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: επιγαστρικό άλγος, ξηροστομία
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Φαρμακολογικές ιδιότητες - TETMODIS 25MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, κωδικός ATC: Ν07ΧΧ06
Οι κεντρικές δράσεις του Tetmodis μοιάζουν πολύ με αυτές της ρεζερπίνης, αλλά αυτό διαφέρει από την τελευταία, διότι εμφανίζει λιγότερη περιφερική δράση και έχει πολύ βραχύτερη δράση.
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η τετραβεναζίνη παρεμβαίνει στο μεταβολισμό των βιογενών αμινών, όπως για παράδειγμα της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, και ότι η δράση αυτή περιορίζεται στον εγκέφαλο. Θεωρείται ότι η δράση αυτή της τετραβεναζίνης στις εγκεφαλικές αμίνες εξηγεί τις κλινικές επιδράσεις της στον εγκέφαλο.
Η τετραβεναζίνη αναστέλλει την επαναπρόσληψη των μονοαμινών στις νευρικές απολήξεις των προσυναπτικών νευρώνων του κεντρικού νευρικού συστήματος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των μονοαμινών, συμπεριλαμβανομένης της ντοπαμίνης. Η μείωση της ντοπαμίνης επιφέρει υποκινησία που οδηγεί σε μείωση της σοβαρότητας της χορείας.
Η τετραβεναζίνη αναστέλλει την επαναπρόσληψη των μονοαμινών στις απολήξεις του συναπτικού νεύρου με αναστρέψιμη και βραχύχρονη δέσμευση στο μεταφορέα των μονοαμινών των κυστιδίων (VMAT). Ο VMAT2 μεταφέρει τις μονοαμίνες κυρίως στους περιφερικούς και κεντρικούς νευρώνες, ενώ ο VMAT1 ρυθμίζει τη μεταφορά σε περιφερικούς χρωμιόφιλους ιστούς. Η τετραβεναζίνη έχει μεγαλύτερη συγγένεια προς τον VMAT2 από ότι στον VMAT1. Συνεπώς, η τετραβεναζίνη έχει βραχεία και σχεδόν καθόλου περιφεριακή δράση.
Απορρόφηση/Κατανομή
Η τετραβεναζίνη απορροφάται γρήγορα και πλήρως μετά την από στόματος χορήγηση. Η απορρόφησή της δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.
Οι κλινικοί έλεγχοι κατέδειξαν ότι η εφάπαξ δόση τετραβεναζίνης υπόκειται σε εκτεταμένη απορρόφηση (≥75%) από τη γαστρεντερική οδό.
Τα επίπεδα της τετραβεναζίνης στο πλάσμα μειώνονται ταχέως, με ημιπερίοδο ζωής 1,9 ώρες. Βιομετασχηματισμός
Η τετραβεναζίνη έχει χαμηλή και ασταθή βιοδιαθεσιμότητα (4,9% έως 6%). Φαίνεται ότι
μεταβολίζεται εκτενώς κατά το μεταβολισμό πρώτης διόδου. Οι κύριοι μεταβολίτες,
άλφα-διϋδροτετραβεναζίνη (α-HTBZ) και β-διϋδροτετραβεναζίνη (β-HTBZ), σχηματίζονται με αναγωγή.
Οι κύριοι μεταβολίτες α-HTBZ και β-HTBZ μεταβολίζονται κυρίως από το ηπατικό ένζυμο 2D6 του κυτοχρώματος P450. Οι αναστολείς του CYP2D6 μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση αυτών των μεταβολιτών στο πλάσμα.
Αποβολή
Η τετραβεναζίνη αποβάλλεται κυρίως σε μεταβολισμένη μορφή στα ούρα (μόνο 2,1% της τετραβεναζίνης αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα).
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων από 12,5 έως 50 mg τετραβεναζίνης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση, υποδεικνύοντας γραμμική φαρμακοκινητική.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - TETMODIS 25MG/TAB
Προζελατινοποιημένο άμυλο αραβοσίτου Μονοϋδρική λακτόζη
Τάλκης
Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου Ε172 Στεατικό μαγνήσιο
Φυλάσσετε τον περιέκτη στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του.
Λευκός, στρογγυλός περιέκτης δισκίων από υψηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο με αεροστεγές βιδωτό πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο με αφυγραντικό μέσο που περιέχει 112 δισκία.