Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

ELITYRAN PS.INJ.SUS 11,25MG/PF.SYR.

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

Εξαρτάται από τη συσκευασία. Μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες στη συγκεκριμένη συσκευασία.
Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

ELITYRAN PS.INJ.SUS 11,25MG/PF.SYR.

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΥΤΗΣ ΓΙΑ ΕΝΕΣΙΜΟ ΕΝΑΙΩΡΗΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

TAKEDA ΕΛΛΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Δ.Τ. TAKEDA ΕΛΛΑΣ Α.Ε.
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - ELITYRAN 11,25MG/PF

Ενδείξεις

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ

Το ELITYRAN 11,25 mg ενδείκνυται στην παρηγορητική θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη. Προσφέρει εναλλακτική θεραπεία του καρκίνου του προστάτη, είτε όταν αντενδείκνυνται η αφαίρεση των όρχεων ή η χορήγηση οιστρογόνων είτε όταν αυτές δεν γίνονται δεκτές από τον ασθενή. Στις κλινικές μελέτες, η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της οξικής λευπρορελίνης 11,25 mg είναι συγκρίσιμη με αυτές που παρέχει η ημερησία υποδόρια χορήγηση.

ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ

Το ELITYRAN 11,25 mg ενδείκνυται στη θεραπεία των λειομυωμάτων της μήτρας προεμμηνοπαυσιακών ασθενών για θεραπεία διαρκείας 6 μηνών, εφόσον στους 3 μήνες η επανεξέταση δικαιολογεί τη συνέχιση της θεραπείας.

Η θεραπεία μπορεί είτε να προηγηθεί μιας ινομυωματεκτομής ή υστερεκτομής είτε να δοθεί για ανακούφιση των συμπτωμάτων κατά την περιεμμηνοπαυσιακή περίοδο σε γυναίκες που δεν επιθυμούν να χειρουργηθούν.

ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ

Το ELITYRAN 11,25 mg ενδείκνυται στην θεραπεία της ενδομητρίωσης και για περίοδο διάρκειας μέχρι 6 μηνών, εφόσον στους 3 μήνες η επανεξέταση δικαιολογεί τη συνέχιση της θεραπείας.

Η θεραπεία μπορεί να δοθεί ως μονοθεραπεία ή συμπληρωματικά με τη χειρουργική αντιμετώπιση.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

To ELITYRAN 11,25 mg ενδείκνυται στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού σε προ- και περι- εμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις οποίες ενδείκνυται ορμονοθεραπεία.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΡΩΙΜΗ ΗΒΗ

Το ELITYRAN ενδείκνυται στην θεραπεία της κεντρικής πρώιμης ήβης (κορίτσια ηλικίας κάτω των 9 ετών, αγόρια ηλικίας κάτω των 10 ετών).

Δοσολογία

Δοσολογία

To ELITYRAN 11,25 mg χορηγείται υπό ιατρική παρακολούθηση. Η συνιστώμενη δόση (οξική λευπρορελίνη για εναιώρημα) είναι 11.25 mg κάθε 3 μήνες.

Λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών απελευθέρωσης, μία κλασματική δόση που είναι μέρος αυτής της τριμηνιαίας περιεκτικότητας δεν ισοδυναμεί με μία δόση της μηνιαίας περιεκτικότητας. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να χορηγείται τμηματικά.

Τα λυοφιλοποιημένα μικροσφαίρια της περιεκτικότητας αυτής, αφού ανασυσταθούν θα πρέπει να χορηγηθούν με εφάπαξ υποδόρια ή ενδομυϊκή ένεση κάθε τρεις μήνες (βλ. παράγραφο 4.2

«Τρόπος χορήγησης»).

Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ανάλογα GnRH για καρκίνο του προστάτη, η θεραπεία συνήθως συνεχίζεται μέχρι την ανάπτυξη ανθεκτικού στον ευνουχισμό καρκίνου του προστάτη. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η θεραπεία των παιδιών με οξική λευπρορελίνη πρέπει να γίνεται υπό την γενική εποπτεία του παιδοενδοκρινολόγου.

Το δοσολογικό σχήμα πρέπει να προσαρμόζεται κατά περίπτωση. Η συνιστώμενη αρχική δόση εξαρτάται από το σωματικό βάρος. Παιδιά με βάρος σώματος ≥ 20 kg

1 mL εναιωρήματος των 130,0 mg μικροσφαιρίων παρατεταμένης αποδέσμευσης (11,25 mg οξικής λευπρορελίνης) σε 1 mL διαλύτη χορηγείται κάθε 3 μήνες ως εφάπαξ υποδόρια ένεση.

Παιδιά με βάρος σώματος < 20 kg

Σε αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις η ακόλουθη δοσολογία πρέπει να χορηγείται ανάλογα με την κλινική σοβαρότητα της κεντρικής πρώιμης ήβης:

0,5 mL εναιωρήματος των 130,0 mg μικροσφαιρίων παρατεταμένης αποδέσμευσης (5,625 mg οξικής λευπρορελίνης) σε 1 mL διαλύτη χορηγείται κάθε 3 μήνες ως εφάπαξ υποδόρια ένεση. Το υπόλοιπο του εναιωρήματος πρέπει να απορρίπτεται. Πρέπει να παρακολουθείται η αύξηση του σωματικού βάρους του παιδιού.

Ανάλογα με τη σοβαρότητα της κεντρικής πρώιμης ήβης, μπορεί να είναι αναγκαίο να αυξηθεί η δοσολογία επί παρουσίας ανεπαρκούς καταστολής (κλινική απόδειξη, π.χ. κηλίδες αίματος ή ανεπαρκής καταστολή των γοναδοτροπινών στη δοκιμασία LHRH). Η ελάχιστη αποτελεσματική τριμηνιαία δόση που πρέπει να χορηγηθεί πρέπει στη συνέχεια να προσδιορίζεται με τη βοήθεια της δοκιμασίας LHRH.

Στείρα αποστήματα στη θέση της ένεσης παρατηρήθηκαν συχνά όταν η οξική λευπρορελίνη χορηγήθηκε ενδομυϊκά σε δοσολογίες υψηλότερες των συνιστώμενων. Επομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χορηγείται υποδορίως (βλ. παράγραφο 4.4). Συνιστάται να χρησιμοποιούνται οι χαμηλότεροι δυνατοί όγκοι για ενέσεις σε παιδιά για να μειωθεί η ενόχληση που σχετίζεται με την ενδομυϊκή/υποδόρια ένεση.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τις κλινικές παραμέτρους κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια της θεραπείας (πρόγνωση τελικού ύψους, ταχύτητα ανάπτυξης, οστική ηλικία και / ή επιτάχυνση οστικής ηλικίας) και αποφασίζεται από τον θεράποντα παιδίατρο μαζί με το νόμιμο κηδεμόνα και, εάν είναι κατάλληλο, με το υπό θεραπεία παιδί. Η οστική ηλικία πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας ανά διαστήματα 6-12 μηνών.

Σε κορίτσια με ωρίμανση των οστών ηλικίας μεγαλύτερης των 12 ετών και σε αγόρια με

ωρίμανση των οστών ηλικίας μεγαλύτερης των 13 ετών, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας λαμβάνοντας υπόψη τις κλινικές παραμέτρους.

Σε κορίτσια, η εγκυμοσύνη πρέπει να αποκλειστεί πριν από την έναρξη της θεραπείας. Η εμφάνιση εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν μπορεί να αποκλειστεί γενικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να ζητείται ιατρική συμβουλή.

Σημείωση:

Το διάστημα μεταξύ των χορηγήσεων πρέπει να είναι 90 ± 2 ημέρες για να αποτρέπεται η υποτροπή συμπτωμάτων πρώιμης ήβης.

Τρόπος χορήγησης

Το ELITYRAN πρέπει να προετοιμάζεται, να ανασυστάται και να χορηγείται μόνο από επαγγελματίες υγείας οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι με αυτές τις διαδικασίες.

ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ

ένεση, για υποδόρια ή ενδομυϊκή χρήση

προγεμισμένη σύριγγα δύο τμημάτων

Διαβάστε τις Οδηγίες Χρήσης πριν την ένεση.

Η προετοιμασία, ανασύσταση και χορήγηση αυτού του προϊόντος πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από επαγγελματίες υγείας που είναι εξοικειωμένοι με αυτές τις διαδικασίες.

Προειδοποιήσεις

Πλύνετε τα χέρια σας πριν ανοίξετε την συσκευασία της σύριγγας.

Κρατήστε τη σύριγγα όρθια (με την βελόνα προς τα πάνω) σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας για την αποφυγή διαρροής.

Χρησιμοποιήστε το αμέσως μετά την ανάμιξη, καθώς το εναιώρημα καταβυθίζεται πολύ γρήγορα μετά την ανασύσταση.

Ελέγξτε την ημερομηνία λήξης που αναγράφεται στην ετικέτα της σύριγγας και ελέγξτε τη σκόνη και τον διαλύτη στον κύλινδρο της σύριγγας. Η κόνις πρέπει να είναι λευκή και στεγνή και ο διαλύτης διαυγής. Ελέγξτε την σύριγγα για τυχόν ζημιές.

Μη χρησιμοποιήσετε τη σύριγγα μετά την ημερομηνία λήξης. Μη χρησιμοποιήσετε τη σύριγγα εάν η κόνις εμφανίζει συσσωμάτωση ή έχει σκληρύνει. Μη χρησιμοποιήσετε τη σύριγγα εάν η κόνις ή ο διαλύτης έχουν αποχρωματιστεί.

Μη χρησιμοποιήσετε τη σύριγγα εάν οποιοδήποτε τμήμα της έχει υποστεί ζημιά.

Επισκόπηση Τμημάτων

Βήμα 1. Τοποθετήστε το έμβολο και ασφαλίστε τη βελόνα

Αφαιρέστε το έμβολο (μέρος 2) από την συσκευασία.

Βιδώστε τη ράβδο του εμβόλου στο κάτω μέρος της σύριγγας μέχρι το τερματικό να αρχίσει να περιστρέφεται. (Σχήμα A)

Μη συστρέφετε ή τραβάτε προς τα πίσω τη ράβδο του εμβόλου μετά την τοποθέτηση.

Χωρίς να αφαιρέσετε το καπάκι της βελόνας, περιστρέψτε τη βελόνα (δεξιόστροφα) για να βεβαιωθείτε ότι έχει ασφαλίσει καλά (Σχήμα B).

Μην αφαιρέσετε το καπάκι της βελόνας έως ότου είστε έτοιμοι για την ένεση.

Βήμα 2. Απελευθερώστε τον διαλύτη

Κρατώντας τη σύριγγα όρθια, απελευθερώστε τον διαλύτη σπρώχνοντας αργά το έμβολο μέχρι το μεσαίο τερματικό να φτάσει στην μπλε γραμμή στη μέση της σύριγγας. Θα πρέπει να βλέπετε τον διαλύτη να ρέει στον εσωτερικό θάλαμο πάνω από την μπλε γραμμή (Σχήμα Γ).

Μη σπρώχνετε το έμβολο υπερβολικά γρήγορα ή πέρα από την μπλε γραμμή καθώς αυτές οι ενέργειες μπορούν να προκαλέσουν διαρροή. Μην αποσύρετε ξανά το έμβολο.

Βήμα 3. Αναμίξτε το εναιώρημα

Χτυπήστε απαλά τη σύριγγα στην παλάμη σας ώστε να αναμιχθεί η κόνις με τον διαλύτη, μέχρι να σχηματιστεί ένα ομοιόμορφο εναιώρημα. Εάν έχει αναμιχθεί σωστά, το εναιώρημα πρέπει να έχει γαλακτώδη εμφάνιση χωρίς ορατούς σβόλους (Σχήμα Δ).

Σημείωση: Εάν κατά την ανάμιξη προσκολληθούν σωματίδια στο τερματικό, αφαιρέστε τα χτυπώντας ελαφρά τη σύριγγα με το δάχτυλό σας. Αποφύγετε το δυνατό χτύπημα ή ταρακούνημα για την αποτροπή σχηματισμού φυσαλίδων.

Χρησιμοποιήστε το αμέσως μετά την ανάμιξη, καθώς το εναιώρημα καταβυθίζεται πολύ γρήγορα μετά την ανασύσταση.

Σχήμα A: Βιδώστε τη ράβδο του εμβόλου. Σχήμα B: Περιστρέψτε τη βελόνα ώστε να ασφαλίσει. Σχήμα Γ: Απελευθερώστε τον διαλύτη. Σχήμα Δ: Χτυπήστε τη σύριγγα στην παλάμη σας για την ανάμιξη.

Βήμα 4. Αφαιρέστε το καπάκι της βελόνας και ετοιμάστε τη σύριγγα Αφαιρέστε το καπάκι της βελόνας τραβώντας το ίσια προς τα πάνω (Σχήμα E).

Μην περιστρέφετε το καπάκι της βελόνας.

Ετοιμάστε τη σύριγγα σπρώχνοντας το έμβολο προς τα πάνω μέχρι την αποβολή όλου του αέρα από τη σύριγγα.

Βήμα 5. Εγχύστε

Σχήμα E: Τραβήξτε προς τα πάνω για να αφαιρέσετε το καπάκι της βελόνας.

Τώρα η σύριγγα είναι έτοιμη για την ένεση. Χρησιμοποιήστε την αμέσως καθώς το εναιώρημα καταβυθίζεται πολύ γρήγορα μετά την ανασύσταση.

Την στιγμή της ένεσης, ελέγξτε την κατεύθυνση της συσκευής ασφαλείας (η στρογγυλή ένδειξη να βλέπει προς το μέρος σας) και εγχύστε όλο το περιεχόμενο της σύριγγας υποδόρια (Σχήμα ΣΤ) ή ενδομυϊκά (Σχήμα Ζ) όπως θα κάνατε με οποιαδήποτε ένεση.

Σχήμα ΣΤ: Υποδόρια Ένεση. Εξασφαλίστε τη σωστή κατεύθυνση της βελόνας Σχήμα Ζ: Ενδομυϊκή Ένεση. Εξασφαλίστε τη σωστή κατεύθυνση της βελόνας.

Βήμα 6. Ενεργοποιήστε τη συσκευή ασφαλείας

Όταν ολοκληρωθεί η ένεση, αποσύρετε τη βελόνα από τον ασθενή. Ενεργοποιήστε αμέσως τη συσκευή ασφαλείας πιέζοντας προς τα πάνω από λίγο κάτω από το βέλος μέχρι να ακούσετε ή να νιώσετε ένα «ΚΛΙΚ» και η βελόνα να καλυφθεί πλήρως (Σχήμα H).

Σχήμα H: Ενεργοποιήστε τη συσκευή ασφαλείας.

Βήμα 7. Απόρριψη της σύριγγας

Απορρίψτε τη χρησιμοποιημένη συσκευή σε κατάλληλο περιέκτη για αιχμηρά αντικείμενα, σύμφωνα με τη συνήθη τοπική διαδικασία.

https://bcove.video/4dXKTAd

Λεπτομερείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με το προϊόν αυτό είναι διαθέσιμες μέσω σάρωσης του κώδικα QR (QR code) που περιλαμβάνεται στο Φύλλο οδηγιών χρήσης με έξυπνο τηλέφωνο/συσκευή. Οι ίδιες πληροφορίες διατίθενται επίσης στην ακόλουθη URL: https://bcove.video/4dXKTAd.

Αντενδείξεις

Το ELITYRAN 11,25 mg αντενδείκνυται:

  • σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην οξική λευπρορελίνη, σε παρεμφερή εννεαπεπτίδια ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις αναφυλαξίας.

  • κατά την κύηση ή όταν υφίσταται πιθανότητα εγκυμοσύνης και τη γαλουχία.

  • σε ασθενείς με αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία.

Προειδοποιήσεις

ΓΕΝΙΚΑ (ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ)

Ετοιμάστε το ενέσιμο εναιώρημα ELITYRAN 11,25 mg τη στιγμή της χρήσης και, μετά την ανασύσταση, χρησιμοποιήστε το αμέσως.

Κατάθλιψη

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης κατάθλιψης (η οποία μπορεί να είναι σοβαρή) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με GnRH αγωνιστές, όπως η λευπρορελίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται δεόντως και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα, εάν εμφανιστούν συμπτώματα.

Επιληπτικές κρίσεις

Από αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, έχουν παρατηρηθεί σπασμοί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με οξική λευπρορελίνη και οι αναφορές για σπασμούς έχουν γίνει και για παιδιά και για ενήλικες με ιστορικό επιληψίας ή χωρίς ιστορικό επιληψίας, σπασμών ή παραγόντων κινδύνου για σπασμούς.

Ιδιοπαθής ενδοκρανιακή υπέρταση

Σε ασθενείς που λάμβαναν λευπρορελίνη έχει αναφερθεί ιδιοπαθής ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου). Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται για σημεία και συμπτώματα της ιδιοπαθούς ενδοκρανιακής υπέρτασης, συμπεριλαμβανομένης βαριάς ή υποτροπιάζουσας κεφαλαλγίας, ενοχλήσεων της όρασης και εμβοών. Εάν παρατηρηθεί ιδιοπαθής ενδοκρανιακή υπέρταση, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της λευπρορελίνης.

Δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες βαριάς μορφής

Έχουν αναφερθεί δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες βαριάς μορφής (SCAR) σχετιζόμενες με τη θεραπεία με λευπρορελίνη, συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις βαριάς μορφής. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν αυτές τις αντιδράσεις, η λευπρορελίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξεταστεί εναλλακτική θεραπεία (όπως είναι κατάλληλο).

Νόσος λιπώδους ήπατος

Οι μεταβολικές αλλαγές που σχετίζονται με αγωνιστή GnRH μπορεί, επίσης, να περιλαμβάνουν τη νόσο του λιπώδους ήπατος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ (ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ)

Οστική πυκνότητα

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λευπρορελίνη, μπορεί να παρατηρηθούν αλλοιώσεις στην οστική πυκνότητα. Η μείωση της οστικής πυκνότητας είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου.

Η μακροχρόνια στέρηση γοναδοτρόπου ορμόνης λόγω αμφοτερόπλευρης ωοθηκεκτομής, ωοθηκικής καταστολήςαπόξεσης ή χοήγησης αναλόγων GnRH ή η μακροχρόνια στέρηση ανδρογόνων λόγω αμφοτερόπλευρης ορχεκτομής ή χορήγησης αναλόγων GnRH, σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο απώλειας οστικής πυκνότητας που σε ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου, μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπόρωση και αυξημένο κίνδυνο οστικών καταγμάτων.

Μεταβολικές αλλαγές και καρδιαγγειακός κίνδυνος

Επιδημιολογικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η αναστολή της παραγωγής των ενδογενών ορμονών του φύλου, όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια της θεραπείας στέρησης ανδρογόνων ή στέρησης γοναδοτροπινών (π.χ. σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες), σχετίζεται με μεταβολικές αλλαγές (π.χ. μείωση της ανοχής στη γλυκόζη ή επιδείνωση προϋπάρχοντος διαβήτη), καθώς και με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές νόσους. Ωστόσο, νεότερα δεδομένα δεν επιβεβαίωσαν τη σχέση μεταξύ της θεραπείας με ανάλογα GnRH και της αύξησης της καρδιαγγειακής θνησιμότητας. Οι ασθενείς με υψηλό κίνδυνο μεταβολικών ή καρδιαγγειακών νόσων πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ

Μπορεί να παρατηρηθεί επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων του καρκίνου του προστάτη μετά από παροδική αύξηση των επιπέδων τεστοστερόνης στον ορό στην αρχική περίοδο μετά την έναρξη της θεραπείας, για παράδειγμα απόφραξη των ουροφόρων οδών και αιματουρία. Σε ασθενείς με συμπίεση νωτιαίου μυελού λόγω μετάστασης στη σπονδυλική στήλη, μπορεί επίσης να προκύψει οστικός πόνος, αδυναμία των κάτω άκρων και παραισθησία (βλ. παράγραφο 4.8). Επομένως, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με μετάσταση στη σπονδυλική στήλη και σε ασθενείς με απόφραξη των ουροφόρων οδών. Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση κατά τις πρώτες αρκετές εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας.

Η θεραπεία καταστολής των ανδρογόνων μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT.

Σε ασθενείς με ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορεί να παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. παράγραφο 4.5), οι γιατροί πρέπει πριν την έναρξη της θεραπείας με ELITYRAN να αξιολογούν τη σχέση οφέλους - κινδύνου συμπεριλαμβανομένου και του ενδεχομένου εμφάνισης κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.

ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ

Πριν την έναρξη της θεραπείας με οξική λευπρορελίνη, θα πρέπει να αποκλειστεί η πιθανότητα κύησης (βλ. παράγραφο 4.3).

Κατά τη διάρκεια θεραπείας με οξική λευπρορελίνη, οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν οδηγίες για την αποφυγή σύλληψης, π.χ. με τη χρήση μιας μη ορμονικής μεθόδου. Η οξική λευπρορελίνη δεν είναι αντισυλληπτικό. Η ασφαλής χρήση της οξικής λευπρορελίνης κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει τεκμηριωθεί κλινικά..

Πριν από τη χορήγηση οξικής λευπρορελίνης, τυχόν αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία πρέπει να διερευνηθεί, να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να ξεκινήσει η σχετική διαχείριση.

Κατά την πρώιμη φάση της θεραπείας, οι ορμόνες του φύλου εμφανίζουν μία παροδική αύξηση λόγω του τρόπου δράσης του φαρμάκου. Κατά συνέπεια, μπορεί να παρατηρηθεί κατά τις πρώτες μέρες θεραπείας παροδική επιδείνωση των κλινικών συμπτωμάτων που υποχωρούν με τη συνέχιση της θεραπείας και χορήγηση κατάλληλων δόσεων.

Ινομυώματα της μήτρας:

H διάρκεια της χορήγησης της οξικής λευπρορελίνης πρέπει να περιορίζεται σε 6 μήνες, επειδή η χρήση της οξικής λευπρορελίνης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο οστικής απώλειας.

Όταν υπάρχει ανάγκη επανέναρξης της χορήγησης της οξικής λευπρορελίνης, οι μεταβολές στις οστικές παραμέτρους πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Σοβαρή κολπική αιμορραγία μπορεί να παρατηρηθεί κατά τη χρήση σε ινομυώματα. Μετά από συνεχή θεραπεία για την αντιμετώπιση υποβλεννογονικών ινομυωμάτων της μήτρας, υπήρξαν αναφορές σοβαρής κολπικής αιμορραγίας για τις οποίες απαιτήθηκε ιατρική ή χειρουργική παρέμβαση. Επομένως, απαιτείται στενή παρακολούθηση και εάν παρατηρηθεί οποιαδήποτε ανωμαλία, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Ενδομητρίωση:

Ως μονοθεραπεία, η διάρκεια της χορήγησης της οξικής λευπρορελίνης πρέπει να περιορίζεται σε 6 μήνες, επειδή η χρήση της οξικής λευπρορελίνης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο απώλειας οστικής πυκνότητας. Ωστόσο, η προσθήκη θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης (ΗRT – προγεσταγόνο και/ή οιστρογόνο) έχει δειχθεί ότι μειώνει την οστική απώλεια (και τα αγγειοκινητικά συμπτώματα). Επομένως, εάν ενδείκνυται, η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μπορεί να συγχορηγηθεί με την θεραπεία με οξική λευπρορελίνη, λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη και τους κινδύνους από το κάθε φαρμακευτικό προϊόν, για έως 12 μήνες, εάν ενδείκνυται κλινικά.

Εάν υπάρχει ανάγκη επανέναρξης της χορήγησης της οξικής λευπρορελίνης, οι μεταβολές στις οστικές παραμέτρους πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

Η ανταπόκριση στην οξική λευπρορελίνη αξιολογείται με τη μέτρηση των επιπέδων της τεστοστερόνης, όξινης προστατικής φωσφατάσης και ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA). Στους περισσότερους ασθενείς τα επίπεδα τεστοστερόνης αυξάνονται κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας και στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας μειώνονται προς τα φυσιολογικά επίπεδα ή ακόμα πιο κάτω. Τα επίπεδα ευνουχισμού επιτυγχάνονται 2 έως 4 εβδομάδες μετά την έναρξη θεραπείας και διατηρούνται σε αυτά όσο ο ασθενής λαμβάνει μια ενέσιμη δόση. Παροδική αύξηση της όξινης προστατικής φωσφατάσης ή του PSA προκύπτει μερικές φορές στην αρχή της

θεραπείας. Όμως, ως την 4η εβδομάδα, τα επίπεδα επανέρχονται συνήθως στις φυσιολογικές τιμές ή γύρω σε αυτές, σε ασθενείς με ορμονοεξαρτώμενο νεόπλασμα.

ΠΑΙΔΙΑ

Πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι απαραίτητη η ακριβής διάγνωση της ιδιοπαθούς και/ή νευρογενούς κεντρικής πρώιμης ήβης.

Η θεραπεία είναι μια μακροχρόνια αγωγή, που εξατομικεύεται. Το ELITYRAN 11,25 mg πρέπει να χορηγείται όσο το δυνατόν ακριβέστερα σε τακτά τριμηνιαία χρονικά διαστήματα. Μια κατ’ εξαίρεση καθυστέρηση της ημερομηνίας της ένεσης για λίγες ημέρες (90±2 ημέρες) δεν επηρεάζει τα αποτελέσματα της θεραπείας.

Στην περίπτωση στείρου απoστήματος στη θέση της ένεσης (που ως επί το πλείστον αναφέρεται μετά από ενδομυϊκή ένεση δόσης υψηλότερης της συνιστώμενης) η απορρόφηση της οξικής λευπρορελίνης μπορεί να μειωθεί. Στην περίπτωση αυτή, οι ορμονικές παράμετροι (τεστοστερόνη, οιστραδιόλη), πρέπει να παρακολουθούνται ανά διαστήματα 2 εβδομάδων (βλ. παράγραφο 4.2).

Η θεραπεία παιδιών με εξελισσόμενους όγκους στον εγκέφαλο πρέπει να γίνεται μετά από προσεκτική εξατομικευμένη αξιολόγηση των κινδύνων και των ωφελειών.

Η εμφάνιση κολπικής αιμορραγίας, κηλίδων αίματος και απεκκρίματος μετά την πρώτη ένεση μπορεί να αποτελεί σημείο κατακρήμνισης των ορμονών στα κορίτσια. Κολπική αιμορραγία μετά τον πρώτο/δεύτερο μήνα της θεραπείας χρειάζεται να διερευνηθεί.

Η οστική πυκνότητα (BMD) μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με GnRH αγωνιστές για κεντρική πρώιμη ήβη. Ωστόσο, μετά τη διακοπή της θεραπείας διατηρείται η επακόλουθη αύξηση της οστικής μάζας και η μέγιστη οστική μάζα στο τέλος της εφηβείας δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την αγωγή.

Μπορεί να παρατηρηθεί διολίσθηση της μηριαίας επίφυσης μετά τη διακοπή της θεραπείας με GnRH. Η προτεινόμενη θεωρία είναι ότι οι χαμηλές συγκεντρώσεις των οιστρογόνων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με GnRH αγωνιστές εξασθενούν το πέταλο της επίφυσης. Η αύξηση της ταχύτητας ανάπτυξης μετά τη διακοπή της θεραπείας έχει ως επακόλουθο αποτέλεσμα τη μείωση της διατμητικής δύναμης που απαιτείται για τη μετατόπιση της επίφυσης.

Το Elityran περιέχει νάτριο.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ένεση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης με την οξική λευπρορελίνη 11,25mg για χορήγηση κάθε τρεις μήνες. Οπωσδήποτε όμως, επειδή η οξική λευπρορελίνη είναι ένα πεπτίδιο που κυρίως διασπάται από την πεπτιδάση και όχι από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P-450, όπως έχει αναφερθεί σε ειδικές μελέτες, και επειδή το φάρμακο συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό της τάξης του 46% μόνο, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο, επειδή η θεραπεία καταστολής των ανδρογόνων μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT, η ταυτόχρονη χρήση ELITYRAN με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT ή με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριττιδίου, όπως αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα της τάξης ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή της τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά κλπ. πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.4).

Φαρμακο/Εργαστηριακές δοκιμασίες αλληλεπίδρασης

Η χορήγηση οξικής λευπρορελίνης σε γυναίκες έχει ως αποτέλεσμα την καταστολή της υπόφυσης-γεννητικού συστήματος. Η φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός τριών μηνών από τη διακοπή της θεραπείας με ELITYRAN. Ως εκ τούτου, διαγνωστικές εξετάσεις των λειτουργιών της γοναδοτρόπου υπόφυσης και του γεννητικού συστήματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή σε διάστημα μέχρι τριών μηνών από τη διακοπή της, μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Κύηση

ΚύησηΑντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).

Είναι πιθανό να προκύψει αποβολή όταν το φάρμακο χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Kατά συνέπεια, στη θεραπεία της ενδομητρίωσης και των ινομυωμάτων πρέπει να λαμβάνονται αποτελεσματικά μηχανικά μέτρα αντισύλληψης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η οξική λευπρορελίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Κατά συνέπεια, το ELITYRAN 11,25 mg δεν πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσα μητέρα.

Οδήγηση

ν

Η οξική λευπρορελίνη μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων λόγω οπτικών διαταραχών και ζάλης.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η ακόλουθη συνθήκη ακολουθείται για την κατηγοριοποίηση της συχνότητας μιας ανεπιθύμητης ενέργειας φαρμάκου και βασίζεται στις κατευθυντήριες οδηγίες από το Συμβούλιο της Διεθνούς Οργάνωσης Ιατρικών Επιστημών (CIOMS): πολύ συχνές (≥1/10); συχνές (≥1/100 έως <1/10); όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100); σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000); πολύ σπάνιες (<1/10,000); μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Όλοι οι Πληθυσμοί Ασθενών:

Συχνότητα/ Kατηγορία οργανικού συστήματος Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Ψυχιατρικές Κατάθλιψη, Μεταβολές της
διαταραχές Μεταβολές της διάθεσης
διάθεσης (βραχυχρόνια
(μακροχρόνια χρήση
χρήση λευπρορελίνης)
λευπρορελίνης)
Διαταραχές Αποπληξία Επιληπτική
του νευρικού της κρίση,
συστήματος υπόφυσης Ιδιοπαθής
(μετά την ενδοκρανιακή
αρχική υπέρταση/
χορήγηση ψευδοόγκος
σε ασθενείς εγκεφάλου (βλ.
με αδένωμα παράγραφο 4.4)
της
υπόφυσης),
Υποφυσιακή
αιμορραγία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Διάμεση πνευμονοπάθεια
Διαταραχές Σύνδρομο
του δέρματος Stevens-
και του Johnson/Τοξική
υποδόριου επιδερμική
ιστού νεκρόλυση
(SJS/TEN) (βλ.
παράγραφο
4.4), τοξικό
δερματικό
εξάνθημα,
πολύμορφο
ερύθημα

Όλοι οι Πληθυσμοί Ενηλίκων:

Συχνότητα/ Kατηγορία οργανικού συστήματος Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αναιμία, Λευκοπενία, Θρομβοπενία
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένης αναφυλακτικής αντίδρασης, εξανθήματος, κνησμού, κνίδωσης, συρίττουσας αναπνοής, πυρετού και ριγών
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Μεταβολικό σύνδρομο (συμπεριλαμβανομένης υπέρτασης, δυσλιπιδαιμίας, αντίστασης στην ινσουλίνη, μη παθολογικήςανοχής στη γλυκόζη)
Αγγειακές διαταραχές Έξαψη
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία Μυαλγία Απώλεια πυκνότητας των οστών σε ανόργανα άλατα, Οστεοπόρωση (συμπεριλαμβανομένων καταγμάτων σπονδυλικού σώματος)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις Οίδημα
της οδού χορήγησης

Ενήλικες Γυναίκες:

Συχνότητα/ Kατηγορία οργανικού συστήματος Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Ζάλη, Παραισθησία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογική, συνήθως παροδική Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική (συμπεριλαμβανομένου ίκτερου)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Ευαισθησία του μαστού
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αντίδραση στη θέση ένεσης (π.χ. σκληρία, ερύθημα, άλγος, απόστημα, διόγκωση, όζοι και νέκρωση)

Επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες σε Ασθενείς με Καρκίνο Μαστού ή σε Διαφορετική Συχνότητα:

Συχνότητα/ Kατηγορία οργανικού συστήματος Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Λοιμώξεις καιπαρασιτώσεις Σύνδρομο κοινούκρυολογήματος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Αύξηση σωματικού βάρους, Όρεξημειωμένη Απώλεια όρεξης, Σωματικό βάρος μειωμένο, Όρεξη αυξημένη
Ψυχιατρικές Διαταραχές Αϋπνία Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης,Κατάθλιψη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ήπια κεφαλαλγία/κεφαλαλγία, Ζάλη, Νευρικότητα
Οφθαλμικές διαταραχές Ελάττωση της όρασης
Καρδιακές Διαταραχές Αίσθημα παλμών
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία Έμετος,διάρροια Δυσκοιλιότητα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπεριδρωσία Αλωπεκία Αίσθημα θερμότητας, Δερματίτιδα, Εξάψεις/εφιδρώσεις, Απώλεια τριχών,Ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Οστικό άλγος, Μυϊκή αδυναμία Οσφυαλγία, Αρθραλγία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Kολπική αιμορραγία, Σεξουαλική επιθυμία μειωμένη, Αιδοιοκολπικήξηρότητα Αιδοιοκολπίτιδα Άλγος τραχήλου μήτρας, Κολπίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση Σκλήρυνση στη θέση ένεσης, Άλγος στη θέση ένεσης, Πυρετός, Σωματική ικανότητα μειωμένη, Αδυναμίαγενικευμένη

Επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες σε Ασθενείς με Eνδομητρίωση / Ινομυώματα της Μήτρας ή σε Διαφορετική Συχνότητα:

Συχνότητα/ Kατηγορία οργανικού συστήματος Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Λεμφαδενοπάθεια
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Ανδροειδείς εκδηλώσεις, Ανδρογενετισμός, Αλλοίωση φωνής
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Αύξηση σωματικού βάρους Όρεξη μειωμένη Όρεξη αυξημένη, Σωματικό βάρος μειωμένο, Διαταραχές της όρεξης
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Άγχος, Διαταραχές συμπεριφοράς, Κατάθλιψη/ συναισθηματικήαστάθεια*
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία* Ζάλη, Διαταραχές στον ύπνο* Νευρομυϊκές διαταραχές*, Νευρικότητα*, Παραισθησία, Διαταραχές της μνήμης, Υπερτονία
Οφθαλμικές διαταραχές Ελάττωση της όρασης
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών Οίδημα, Αίσθημα παλμών, Λιποθυμία, Ταχυκαρδία
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία Έμετος, Διάρροια Ξηροστομία, Διαταραχές στη γεύση, Δυσκοιλιότητα, Μετεωρισμός
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπεριδρωσία Αλωπεκία Δερματικές αντιδράσεις, Τοπική δερμο-αντίδραση, Αλλοιώσεις των ονύχων, Εκχυμώσεις, Διαταραχές στην τρίχωση, Εξάψεις/εφιδρώσεις*, Ακμή, Σμηγματόρροια,Δασυτριχία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυϊκή αδυναμία Διαταραχές στις αρθρώσεις, Μυαλγία*
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Δυσουρικά φαινόμενα
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Ατροφία μαστού, Αιδοιοκολπική ξηρότητα Κολπίτιδα*, Αιδοιοκολπίτιδα, Κολπική αιμορραγία, Σεξουαλική επιθυμία μειωμένη*, Αλλαγές στους μαστούς, Ευαισθησία/μαστοδυνία*, Κολπική δυσοσμία, Γαλακτόρροια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση Εξασθένιση, Γριπώδες σύνδρομο, Δίψα, Γενικευμένα άλγη
Παρακλινικές εξετάσεις Αλλαγές στη σχέση HDL/LDL με ασαφή κλινική επίπτωση, Μεμονωμένες περιπτώσεις αυξημένης τιμής γλουταμινικήςοξαλοξικής
τρανσαμινάσης ορού (SGOT)

* Φυσιολογικό επακόλουθο της μείωσης των οιστρογόνων.

Ενήλικες Άνδρες:

Στην αρχική φάση της θεραπείας, εμφανίζεται μια βραχυπρόθεσμη αύξηση του επιπέδου των ορμονών του φύλου, ως έξαρση, γνωστή επίσης και ως flare-up. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορούν να συμβούν ιδιαίτερα στην έναρξη της θεραπείας συμπεριλαμβάνουν απόφραξη ουροφόρων οδών (ως ουρολογικά συμπτώματα). Σε ασθενείς με συμπίεση νωτιαίου μυελού, μπορεί επίσης να συμβούν οστικό άλγος, αδυναμία των κάτω άκρων και παραισθησία (ως νευρολογικά συμπτώματα) (βλ. παράγραφο 4.4).

Συχνότητα/ Kατηγορία οργανικού συστήματος Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Αύξηση σωματικού βάρους Όρεξη μειωμένη Διαβήτης, Ανορεξία
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Ζάλη Παραισθησία
Οφθαλμικές διαταραχές Ελάττωση της όρασης
Καρδιακές Διαταραχές Αίσθημα παλμών, Παράταση του διαστήματος QT (βλ. παραγράφους 4.4 και4.5),Οίδημα, Στηθάγχη, Αρρυθμίες
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Δύσπνοια, Αιμόπτυση
Διαταραχές του γαστρεντερικού Nαυτία Έμετος, Διάρροια
Διαταραχές του ήπατος και των Ηπατική λειτουργία μηφυσιολογική
χοληφόρων (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου), Δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογική, συνήθωςπαροδική
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπεριδρωσία Δερματίτιδα, Τοπική δερμοαντίδραση, Τριχοφυΐα, Σκληρό οζίδιο στο λαιμό, Εξάψεις/εφιδρώσεις*
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυϊκή αδυναμία Άλγος στα οστά, Μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Δυσουρία, Συχνουρία/ Έπειξη προς ούρηση, Αιματουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Στυτική δυσλειτουργία, Ατροφία των όρχεων*, Σεξουαλική επιθυμία μειωμένη Γυναικομαστία Ανικανότητα*, Άλγος στους όρχεις
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αντίδραση στη θέση ένεσης (π.χ. σκληρία, ερύθημα, άλγος, απόστημα, διόγκωση, οζίδια και νέκρωση), Κόπωση Εξασθένηση, Πυρετός/ρίγη, Άλγη γενικευμένα
Παρακλινικές εξετάσεις Αύξηση του ασβεστίου, Αύξηση του ουρικού οξέος

* Φυσιολογική συνέπεια της μείωσης της τεστοστερόνης.

Παιδιατρικοί Ασθενείς:

Στην αρχική φάση της θεραπείας, εμφανίζεται μια βραχυπρόθεσμη αύξηση του επιπέδου των ορμονών του φύλου, ως έξαρση, γνωστή επίσης και ως flare-up, που ακολουθείται από μείωση σε επίπεδα προ-εφηβικών τιμών. Λόγω αυτής της φαρμακολογικής δράσης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανισθούν ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.

Συχνότητα/ Kατηγορία οργανικού συστήματος Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ Σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία, Αναφυλακτική αντίδραση, Εξάνθημα, Κνησμός, Κνίδωση, Συρίττουσα αναπνοή, Πυρετός και ρίγη
Ψυχιατρικές διαταραχές Συναισθηματική αστάθεια
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία
Διαταραχές του γαστρεντερικού Κοιλιακό άλγος/κοιλιακές κράμπες, Ναυτία/έμετος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Ακμή
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυαλγία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Κολπική αιμορραγία**, Κολπικό έκκριμα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αντίδραση στη θέση ένεσης (π.χ. σκληρία, ερύθημα, άλγος, απόστημα, διόγκωση, οζίδια και νέκρωση)

** Γενικά, η εμφάνιση κηλίδων αίματος από τον κόλπο (σταγονοειδής αιμορραγία) με τη συνέχιση της θεραπείας (μετά την πιθανή διακοπή της αιμορραγίας κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας) πρέπει να αξιολογείται ως σημείο ενδεχόμενης υποδοσολογίας. Η καταστολή της υπόφυσης πρέπει στη συνέχεια να προσδιορίζεται με δοκιμασία διέγερσης της εκλυτικής ορμόνης της ωχρινοποιητικής ορμόνης (LHRH).

Εμπειρία μετά την κυκλοφορία

Μετά την κυκλοφορία, έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες με αυτή ή άλλες μορφές της οξικής λευπρορελίνης. Επειδή η οξική λευπρορελίνη έχει διάφορες ενδείξεις και, επομένως, χρησιμοποιείται σε διάφορες κατηγορίες ασθενών, μερικές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες δεν εμφανίζονται σε όλους τους ασθενείς. Για τις περισσότερες από αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση αιτίας και αιτιατού:

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: λοίμωξη, οίδημα (κροταφικό οστούν), ίκτερος, ουρολοίμωξη. Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες): καρκίνωμα του δέρματος/ώτων, πολύποδας ορθού.

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος: αναιμία, λεμφικό οίδημα. Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος: υπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένης αναφυλακτικής αντίδρασης.

Ενδοκρινικές διαταραχές: διαβήτης, διόγκωση θυρεοειδούς.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: αύξηση όρεξης, μεταβολές βάρους, μειωμένη όρεξη.

Ψυχιατρικές διαταραχές: άγχος, ψευδαισθήσεις, κατάθλιψη, διαταραχές της διάθεσης, νευρικότητα.

Υπάρχουν σπάνιες αναφορές τάσης και απόπειρας αυτοκτονίας.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία, λιποθυμία/στιγμιαία απώλεια όρασης ή συνείδησης, παράλυση, ζάλη, υπαισθησία, αϋπνία, λήθαργος, αίσθημα ζάλης, διαταραχές της μνήμης, νευρομυϊκές διαταραχές, αιμωδία, παραισθησία, περιφερική νευροπάθεια, διαταραχές του ύπνου, κεφαλαλγία, αιμορραγία της υπόφυσης, σπασμοί.

Διαταραχές του οφθαλμού: αμβλυωπία, θάμβος όρασης, ξηροφθαλμία, οφθαλμολογικές ανωμαλίες.

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: διαταραχές της ακοής, εμβοές.

Καρδιακές διαταραχές: οίδημα, στηθάγχη, βραδυκαρδία, καρδιακή αρρυθμία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές/ισχαιμία, παράταση του QT (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5), υπέρταση, υπόταση, φύσημα, έμφραγμα μυοκαρδίου, ταχυκαρδία. Αγγειακές διαταραχές: φλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο, θρόμβωση, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, κιρσώδεις φλέβες.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου: βήχας, δύσπνοια, ρινορραγία, αιμόπτυση, φαρυγγίτιδα, υγρό στον υπεζωκότα, υπεζωκοτική τριβή, πνευμονία, πνευμονική ίνωση, πνευμονική διήθηση, διαταραχές της αναπνοής, παραρρινοκολπική συμφόρηση.

Διαταραχές του γαστρεντερικού: κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, ξηροστομία, έλκος δωδεκαδακτύλου, δυσφαγία, γαστρεντερικές αιμορραγίες, ηπατική δυσλειτουργία, ναυτία, πεπτικό έλκος, έμετοι, αλλοίωση της γεύσης.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, εκχυμώσεις, δερματίτις, ξηροδερμία, αύξηση τριχοφυϊας, απώλεια των μαλλιών, σκληρό οζίδιο στο λαιμό, μελάγχρωση, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση, δερματικές βλάβες, υπεριδρωσία, ακμή.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, αρθραλγίες, , πυελική ίνωση, οστικός πόνος, μειωμένη οστική πυκνότητα, μυϊκή αδυναμία, κάταγμα σπονδυλικής στήλης, συμπτώματα τενοντοθυλακίτιδας.

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: σπαστική κύστη, αιματουρία, ακράτεια ούρων, ανωμαλίες στην ούρηση, συχνουρία, απόφραξη των ουροφόρων οδών, έπειξη προς ούρηση.

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: αύξηση ή μείωση της libido, μαστοδυνία, ατροφία μαστού, ευαισθησία στους μαστούς, γυναικομαστία, ανωμαλίες στην έμμηνο ρύση που περιλαμβάνουν διακοπή και παρατεταμένη κολπική αιμορραγία, κολπικό έκκριμα, διόγκωση του πέους, ανωμαλίες του πέους, προστατοδυνία, στυτική δυσλειτουργία, ατροφία των όρχεων, πόνο στους όρχεις, μείωση του μεγέθους των όρχεων, ανωμαλίες στην έμμηνο ρύση, αιδοιοκολπική ξηρότητα, αιδοιοκολπίτιδα.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης: διόγκωση κοιλίας, εξασθένηση, ρίγη, πυρετός, γενικευμένα άλγη, έξαψη, δίψα, αφυδάτωση, πόνος, φλεγμονή, άσηπτο απόστημα, σκλήρυνση και αιμάτωμα.

Παρακλινικές εξετάσεις: παθολογικές ηπατικές δοκιμασίες, αύξηση του χρόνου προθρομβίνης, αύξηση του χρόνου μερικής θρομβοπλαστίνης, μείωση των αιμοπεταλίων, μείωση/αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων, αύξηση ουρίας, αύξηση ασβεστίου, αύξηση κρεατινίνης, υπερλιπιδαιμία, (ολική χοληστερόλη, LDL-χοληστερόλη, τριγλυκερίδια), υπερφωσφαταιμία, υπογλυκαιμία, υποπρωτεϊναιμία, υποκαλιαιμία, αύξηση ουρικού οξέος, χολερυθρίνη αυξημένη.

Ενήλικες Γυναίκες:

Ψυχιατρικές διαταραχές: κατάθλιψη/συναισθηματική αστάθεια.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: εξάψεις/εφιδρώσεις,

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: διαταραχές στις αρθρώσεις.

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: κολπίτιδα

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης: εξασθένηση, γενικευμένο άλγος, οίδημα.

Παρακλινικές εξετάσεις: αυξημένη παροδική οιστραδιόλη, μειωμένη οιστραδιόλη αίματος.

Ασθενείς με Καρκίνο Μαστού:

Ψυχιατρικές διαταραχές: αδυναμία γενικευμένη, νευρικότητα, διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης, αϋπνία.

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: σύνδρομο κοινού κρυολογήματος.

Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές: σωματικό βάρος αυξημένο, Σωματικό βάρος μειωμένο, όρεξη μειωμένη, όρεξη αυξημένη.

Γαστρεντερικές διαταραχές: ναυτία, ζάλη, έμετος, δυσκοιλιότητα

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία, ζάλη, διάρροια

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: αίσθημα θερμότητας, δερματίτιδα, εφίδρωση, εξάψεις, αλωπεκία, απώλεια τριχών, ερύθημα

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: οσφυαλγία, αρθραλγία

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: κολπίτιδα

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης: σκλήρυνση της θέσης ένεσης, άλγος της θέσης ένεσης, πυρετός, αδυναμία γενικευμένη

Παρακλινικές εξετάσεις: μειωμένη σωματική ικανότητα

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, τηλ: + 30 213 2040337, ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

Υπερβολική δόση

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να αντιμετωπίζονται με υποστηρικτικά και συμπτωματικά μέτρα.

Σε περίπτωση τυχαίας ή εκούσιας λήψης μεγάλης ποσότητας του φαρμάκου, λεπτομερείς οδηγίες δίνει το Κέντρο Δηλητηριάσεων, Τηλ: 210 7793777, Αθήνα.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - ELITYRAN 11,25MG/PF

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Η οξική λευπρορελίνη, αγωνιστής της GnRH, είναι ένα συνθετικό εννεαπεπτίδιο ανάλογο της φυσικής εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (GnRH ή LHRH). Το ανάλογο αυτό εκδηλώνει μεγαλύτερη δραστικότητα από εκείνη της φυσικής ορμόνης. Χημικώς ορίζεται ως 5-οξο-L- προπυλ-L-ιστιδυλ-L-τρυπτοφυλ-L-σερυλ-L-τυροσυλ-D-λευκυλ-L-λευκυλ-L-αργινυλ-N-αιθυλ-L- προλιναμίδιο οξικό (άλας).

Η οξική λευπρορελίνη δρα ως ισχυρός αναστολέας της έκκρισης γοναδοτροπινών, όταν χορηγείται συνέχεια και σε θεραπευτικές δόσεις. Οι μελέτες σε πειραματόζωα και σε ανθρώπους δείχνουν ότι μετά από αρχική διέγερση, η χρόνια χορήγηση οξικής λευπρορελίνης έχει σαν αποτέλεσμα την καταστολή της παραγωγής στεροειδών από τις ωοθήκες και τους όρχεις. Η δράση αυτή είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου.

Η χορήγηση οξικής λευπρορελίνης αναστέλλει την ανάπτυξη ορισμένων ορμονο-εξαρτώμενων όγκων (προστατικών όγκων σε αρσενικούς επίμυες Noble και Dunning καθώς και όγκων του μαστού προκαλούμενων με DMBA σε θηλυκούς επίμυες), προκαλεί, επίσης, ατροφία των οργάνων αναπαραγωγής.

Στους αρουραίους, η οξική λευπρορελίνη είναι αρχικά κατά 70 έως 80 φορές πιο ισχυρή από τη φυσική GnRH. Όμως, κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση, αναστέλλει την έκκριση τεστοστερόνης και οιστραδιόλης και οδηγεί στην παλινδρόμηση των αναπαραγωγικών και συναφών οργάνων τα οποία χρειάζονται την έκκριση των στεροειδών για τη φυσιολογική λειτουργία τους. Όπως ο φυσιολογικός προστάτης και τα άλλα αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα, έτσι και η πλειονότητα των προστατικών όγκων είναι ορμονοεξαρτώμενοι. Στον άνθρωπο, η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οξικής λευπρορελίνης, οδηγεί στην ελάττωση των ανδρογονικών επιπέδων και αποτελεί εναλλακτική επιλογή στη χειρουργική ορχεκτομή για την αντιμετώπιση ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου του προστάτη.

Σε ασθενείς με μεταστατικό, ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη, οι κλινικές μελέτες έχουν δείξει όφελος από την προσθήκη παραγόντων όπως των αναστολέων ανδρογόνων οξική αμπιρατερόνη και ενζαλουταμίδη, των ταξανών δοσεταξέλη και καμπαζιταξέλη και του ραδιοφαρμάκου Ra-223 σε αγωνιστές GnRH, όπως η λευπρορελίνη.

Στον άνθρωπο, η χορήγηση οξικής λευπρορελίνης οδηγεί σε αρχική αύξηση των επιπέδων γοναδοτροπίνης Α(LH) και γοναδοτροπίνης Β(FSH) στην κυκλοφορία, με αποτέλεσμα την παροδική αύξηση επιπέδων των φυλετικών στεροειδών (τεστοστερόνης και διϋδροτεστοστερόνης στους άνδρες, οιστρόνης και οιστραδιόλης στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία).

Η συνεχής, όμως, χορήγηση οξικής λευπρορελίνης οδηγεί στη συνέχεια στη μείωση των επιπέδων LH, FSH και στεροειδών ορμονών του φύλου. Στους άνδρες, η τεστοστερόνη μειώνεται σε επίπεδα προ-εφηβικά ή ευνουχισμού. Στις γυναίκες πριν από την εμμηνόπαυση, τα οιστρογόνα

μειώνονται σε μετεμμηνοπαυσιακά επίπεδα. Αυτές οι ορμονικές επιπτώσεις προκύπτουν στις 30 ημέρες που ακολουθούν την έναρξη της θεραπείας με τις συνιστώμενες δόσεις.

Μετά από μια ένεση εναιωρήματος οξικής λευπρορελίνης 11,25 mg για τρίμηνη χορήγηση σε γυναίκες ασθενείς, παρατηρήθηκε μία μέση συγκέντρωση λευπρορελίνης της τάξης των 36,3 ng/mL στο πλάσμα σε 4 ώρες. Διαπιστώθηκε ότι η λευπρορελίνη αποδεσμεύεται με σταθερό ρυθμό μετά από τα αρχικά επίπεδα σε σταθερή κατάσταση μέχρι και τη τρίτη εδομάδα μετά τη χορήγηση. Εν συνεχεία, τα μέσα επίπεδα μειώνονταν σταδιακά προς το χαμηλότερο όριο που ανιχνεύθηκε στις 12 εβδομάδες. Η μέση συγκέντρωση λευπρορελίνης (± σταθερή απόκλιση) μεταξύ της 3ης και της 12ης εβδομάδας ήταν 0,23 ± 0,09 ng/mL. Εντούτοις, δεν κατέστη δυνατό να διαχωριστούν η ακέραιη (intact) λευπρορελίνη και ο κυριότερος μη δραστικός μεταβολίτης της με τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη. Η αρχική αύξηση και κατόπιν η γρήγορη μείωση σε επίπεδα σταθερής κατάστασης ήταν παρόμοια με το μοντέλο απελευθέρωσης που παρατηρήθηκε στη μηνιαία χορήγηση.

Παιδιά:

Αναστρέψιμη καταστολή της απελευθέρωσης γοναδοτροπίνης από την υπόφυση εμφανίζεται με επακόλουθη μείωση των επιπέδων της οιστραδιόλης (Ε2) ή της τεστοστερόνης σε επίπεδα προ- εφηβικών τιμών.

Η αρχική διέγερση των γονάδων (flare-up) μπορεί να προκαλέσει κολπική αιμορραγία στα κορίτσια που είναι ήδη μετά την εμμηναρχή κατά την έναρξη της θεραπείας. Αναστολή της αιμορραγίας μπορεί να συμβεί κατά την έναρξη της θεραπείας. Η αιμορραγία σταματά, συνήθως, καθώς η θεραπεία συνεχίζεται.

Οι ακόλουθες θεραπευτικές δράσεις μπορούν να καταδειχθούν:

  • Καταστολή των βασικών και κατόπιν διέγερσης επιπέδων των γοναδοτροπινών σε προ- εφηβικά επίπεδα.

  • Καταστολή των πρόωρα αυξημένων επιπέδων των ορμονών του φύλου σε προ-εφηβικά επίπεδα και ανακοπή της πρόωρης εμμηνόρροιας.

  • Αναστολή/υποστροφή της σωματικής εφηβικής ανάπτυξης (στάδια Tanner).

  • Βελτίωση/ομαλοποίηση της σχέσης χρονολογικής και οστικής ηλικίας.

  • Πρόληψη της προοδευτικής επιτάχυνσης της οστικής ηλικίας.

  • Μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης και ομαλοποίησή της.

  • Αύξηση του τελικού ύψους.

Το αποτέλεσμα της θεραπείας είναι η καταστολή του παθολογικά, πρόωρα ενεργοποιημένου άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-γονάδων, ανάλογα με την προ-εφηβική ηλικία.

Σε μακροχρόνια κλινική δοκιμή σε παιδιά που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λευπρορελίνη σε δόσεις μέχρι 15 mg μηνιαίως για περισσότερο των 4 ετών, παρατηρήθηκε συνέχιση της εξέλιξης της ήβης μετά τη διακοπή της θεραπείας. Παρακολούθηση 20 θηλυκών υποκειμένων μέχρι την ενηλικίωση έδειξε φυσιολογικούς καταμήνιους κύκλους στο 80% και 12 κυήσεις σε 7 από τα 20 υποκείμενα, συμπεριλαμβανομένων και των πολλαπλών κυήσεων για 4 υποκείμενα.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η οξική λευπρορελίνη δεν είναι δραστική όταν χορηγείται από του στόματος.

Κατά την υποδόρια χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου είναι συγκρίσιμη με εκείνη της ενδομυϊκής.

Απορρόφηση

Μετά από εφάπαξ χορήγηση του ELITYRAN 11,25 mg για τριμηνιαία χορήγηση, έχει παρατηρηθεί άμεση αύξηση της συγκέντρωσης της οξικής λευπρορελίνης. 3 ώρες μετά τη χορήγηση παρατηρήθηκε μια μέση συγκέντρωση λευπρορελίνης στο πλάσμα της τάξεως των 21,82 (± 11,24) ng/mL. Οι συγκεντρώσεις της οξικής λευπρορελίνης έφθασαν σε σταθερά επίπεδα μέσα σε 7 έως 14 ημέρες μετά τη χορήγηση. Την τέταρτη εβδομάδα, η μέση

συγκέντρωση λευπρορελίνης στο πλάσμα ήταν της τάξης του 0,26 (± 10) ng/mL. Μετά μειώθηκε σε μέση συγκέντρωση της τάξης του 0,17 (± 0,8) ng/mL στις 12 εβδομάδες.

Κατανομή

Ο μέσος όγκος κατανομής της οξικής λευπρορελίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές άνδρες ήταν 27 L. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro στον άνθρωπο κυμαίνεται από 43% έως 49%.

Βιομετασχηματισμός

Σε άρρενες υγιείς εθελοντές, μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση 1 mg οξικής λευπρορελίνης, η μέση γενική κάθαρση ήταν 6,7 L/h με μία τελική ημιπερίοδο κάθαρσης της τάξης των τριών ωρών σε δι-διαμερισματικό μοντέλο.

Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η 14C-επισημασμένη λευπρορελίνη μεταβολίστηκε σε μικρότερα αδρανή πεπτίδια, ένα πενταπεπτίδιο (Μεταβολίτης Ι), τριπεπτίδια (Μεταβολίτες ΙΙ και ΙΙΙ) και ένα διπεπτίδιο (Μεταβολίτης ΙV). Αυτά τα πεπτίδια μπορούν να μεταβολίζονται περαιτέρω.

Οι συγκεντρώσεις του κύριου μεταβολίτη (Μ-Ι) στο πλάσμα μετρήθηκαν σε πέντε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη που έλαβαν λευπρορελίνη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις παρατηρήθηκαν δύο έως έξι ώρες μετά τη χορήγηση και ήταν της τάξης του 6% της μητρικής ουσίας. Μία εβδομάδα μετά από τη χορήγηση, οι μέσες συγκεντρώσεις του Μ-Ι ήταν της τάξης του 20% της μητρικής ουσίας.

Αποβολή

Μετά από χορήγηση οξικής λευπρορελίνης υπό μορφή 3,75 mg σε τρεις ασθενείς, λιγότερο του 5% της χορηγούμενης δόσης ανιχνεύθηκε στα ούρα ως μητρική ουσία και μεταβολίτης Μ-Ι, μετά από 27 ημέρες.

Ειδικοί πληθυσμοί

Η φαρμακοκινητική συμπεριφορά του φαρμάκου σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει μελετηθεί.

Παιδιά:

Το Σχήμα 1 παρουσιάζει τα επίπεδα της λευπρορελίνης στα παιδιά κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών θεραπείας μετά από υποδόρια χορήγηση οξικής λευπρορελίνης 3 Month (δύο ενέσεις).

Από την πρώτη ένεση, τα επίπεδα της λευπρορελίνης στον ορό αυξάνουν φθάνοντας μέγιστα επίπεδα στον ορό τον μήνα 4 (294,79 pg/mL ± 105,42) και μειώνονται ελαφρά μέχρι τον μήνα 6 (229,02 pg/mL ± 103,33).

Σχήμα 1: Τα επίπεδα της λευπρορελίνης στον ορό στη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών της θεραπείας με προϊόν οξικής λευπρορελίνης 3-month (2 υποδόριες ενέσεις) (n=42-43).

Φαρμακευτικές πληροφορίες - ELITYRAN 11,25MG/PF

Κατάλογος εκδόχων

Πολυγαλακτικό οξύ, Μαννιτόλη.

Διαλύτης: Καρμελλόζη νατριούχος , Μαννιτόλη, Πολυσορβικό 80, Ύδωρ για ενέσιμα, Οξικό οξύ παγόμορφο (για τη ρύθμιση του pH).

Ασυμβατότητες

Δεν αναφέρονται.

Διάρκεια ζωής

36 μήνες σε θερμοκρασία ≤ 25°C προστατευμένο από το φως. Να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την ανασύσταση.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Παρόλο που το διάλυμα παραμένει σταθερό επί ένα 24ωρο σε θερμοκρασία ≤ 25°C μετά την ανασύσταση, επειδή δεν περιέχει συντηρητικά θα πρέπει να αχρηστεύεται εάν δεν χρησιμοποιείται αμέσως μετά την ανασύσταση.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

  • BT x 1 PF. SYR. + SET χορήγησης

    Προγεμισμένη γυάλινη σύριγγα, Τύπου Ι, χωρισμένη σε δύο θαλάμους με ελαστικό (Chlorobutyl) διαχωριστικό, που περιέχει τη δραστική και το διαλύτη

    Βελόνα διαμέτρου 23 gauge με εξάρτημα ασφαλείας

    1. έμβολο σύριγγας

    2. γάζες εμποτισμένες με αλκοόλη

  • BT x 1 PF. SYR. + SET χορήγησης

Προγεμισμένη γυάλινη σύριγγα, Τύπου Ι, χωρισμένη σε δύο θαλάμους με ελαστικό (Chlorobutyl) διαχωριστικό, που περιέχει τη δραστική και το διαλύτη

Βελόνα διαμέτρου 23 gauge με εξάρτημα ασφαλείας 1 έμβολο σύριγγας

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Τα λυοφιλοποιημένα μικροσφαίρια, αφού ανασυσταθούν, θα πρέπει να χορηγούνται με εφάπαξ υποδόρια ή ενομυϊκή ένεση κάθε τρεις μήνες

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT x 1 PF.SYR + 1 set χορήγησης [1 PF. SYR.(γυάλινη, τύπου 1, χωρισμένη σε δύο θαλάμους με ελαστικό (chlorobutyl) διαχωριστικό που περιέχει τη δραστική και το διαλύτη) +1 έμβολο σύριγγας + Δύο γάζες εμποτισμένες με αλκοόλη]
Τιμή
142,96 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
Περιορισμός συνταγογράφησης:
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΟ ΙΑΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
BT x 1 PF.SYR
Τιμή
159,11 €
Συμμετοχή
15,07 €

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης
Περιορισμός συνταγογράφησης:
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΟ ΙΑΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
BTx1 VIAL x 1 set χορήγησης
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
Περιορισμός συνταγογράφησης:
ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.