Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

TAFINLAR CAPS 50MG/CAP

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡ.ΣΥΝΤ. Η ΈΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΝΟΣ. ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛ. ΕΙΔΙΚΟΥ ΙΑΤΡΟΥ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
36
262
17
1
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

TAFINLAR CAPS 50MG/CAP

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΑΨΑΚΙΟ, ΣΚΛΗΡΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

NOVARTIS EUROPHARM LIMITED, IRELAND
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - TAFINLAR 50MG/CAP

Ενδείξεις

Μελάνωμα

Το dabrafenib ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib ενδείκνυται για την αντιμετώπιση ενηλίκων και εφήβων ηλικίας 12 ετών και άνω με μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα με τη μετάλλαξη BRAF V600 (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Επικουρική θεραπεία του μελανώματος

Το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib ενδείκνυται για την επικουρική θεραπεία ενήλικων και εφήβων ηλικίας 12 ετών και άνω με μελάνωμα Σταδίου ΙΙΙ με μετάλλαξη BRAF V600, μετά από πλήρη εξαίρεση.

Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα (NSCLC)

Το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων με προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα με τη μετάλλαξη BRAF V600.

Διαφοροποιημένος καρκίνος του θυρεοειδούς (DTC)

Το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς με τη μετάλλαξη BRAF V600E, οι οποίοι είναι ανθεκτικοί ή δεν είναι επιλέξιμοι για ραδιενεργό ιώδιο (RAI) και έχουν εμφανίσει εξέλιξη της νόσου κατά τη διάρκεια ή μετά από προηγούμενη συστηματική θεραπεία (για την επιλογή ασθενών βάσει βιοδεικτών, βλ. παράγραφο 4.2).

Δοσολογία

Η θεραπεία με dabrafenib θα πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από εκπαιδευμένο ιατρό με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Eπιλογή ασθενών

Πριν τη χορήγηση του dabrafenib, θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί ότι οι ασθενείς έχουν όγκο με τη μετάλλαξη BRAF V600, η οποία θα αξιολογηθεί με ιατροτεχνολογικό προϊόν in vitro διαγνωστικής χρήσης (IVD) με σήμανση CE με τον αντίστοιχο προβλεπόμενο σκοπό. Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμο IVD με σήμανση CE, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μία εναλλακτική έγκυρη εξέταση.

Δοσολογία

Σε ενήλικες, η συνιστώμενη δόση του dabrafenib είναι 150 mg (δύο καψάκια των 75 mg) δύο φορές την ημέρα, ανεξαρτήτως σωματικού βάρους

Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως <18 ετών) με μελάνωμα, η συνιστώμενη δόση του dabrafenib βασίζεται στο σωματικό βάρος (βλ. επίσης Πίνακα 1):

  • 75 mg dabrafenib δύο φορές την ημέρα για σωματικό βάρος 26 έως 37 kg

  • 100 mg dabrafenib δύο φορές την ημέρα για σωματικό βάρος 38 έως 50 kg

  • 150 mg dabrafenib δύο φορές την ημέρα για σωματικό βάρος 51 kg ή περισσότερο

Η συνιστώμενη δόση των καψακίων dabrafenib για ασθενείς με σωματικό βάρος μικρότερο των 26 kg

δεν έχει καθοριστεί.

Παρακαλούμε ανατρέξετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) του trametinib για πληροφορίες σχετικά με τη συνιστώμενη δόση trametinib, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το dabrafenib.

Διάρκεια της αγωγής

Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται έως ότου να μην υπάρχει πλέον όφελος για τον ασθενή ή έως την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας (βλ. Πίνακα 2). Στην περίπτωση επικουρικής θεραπείας για μελάνωμα, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία για μια περίοδο 12 μηνών εκτός εάν παρουσιαστεί υποτροπή της νόσου ή μη αποδεκτή τοξικότητα.

Δόσεις που έχουν παραληφθεί

Αν παραλειφθεί μία δόση dabrafenib, αυτή δεν πρέπει να ληφθεί αν απομένουν λιγότερο από 6 ώρες έως την επόμενη προγραμματισμένη δόση.

Αν παραλειφθεί μία δόση trametinib, όταν το dabrafenib χορηγείται σε συνδυασμό με trametinib, η δόση του trametinib θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο εάν μεσολαβούν περισσότερες από 12 ώρες έως την επόμενη προγραμματισμένη δόση.

Προσαρμογές της δόσης

Διατίθενται καψάκια dabrafenib σε δύο περιεκτικότητες, 50 mg και 75 mg, για την αποτελεσματική διαχείριση των απαιτήσεων για τροποποίηση της δόσης.

Η αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών ενδέχεται να απαιτήσει την προσωρινή διακοπή της αγωγής, την ελάττωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας (βλ.Πίνακες 1 και 2).

Δεν συνιστώνται τροποποιήσεις της δόσης ή προσωρινές διακοπές για ανεπιθύμητες ενέργειες καρκινώματος δέρματος από πλακώδες επιθήλιο (cuSCC) ή νέου πρωτοπαθούς μελανώματος (βλ. παράγραφο 4.4).

Δεν απαιτούνται τροποποιήσεις της δοσολογίας εξ’ αιτίας της ραγοειδίτιδας για όσο διάστημα αποτελεσματικές τοπικές θεραπείες μπορούν να ελέγξουν την οφθαλμική φλεγμονή. Αν η ραγοειδίτιδα δεν ανταποκρίνεται στην τοπική οφθαλμική θεραπεία, διακόψτε το dabrafenib έως ότου η οφθαλμική φλεγμονή υποχωρήσει και έπειτα επαναχορηγείστε το dabrafenib σε δόση μειωμένη κατά ένα επίπεδο (βλ. Παράγραφο 4.4).

Οι συνιστώμενες μειώσεις του δοσολογικού επιπέδου και οι συστάσεις για τις τροποποιήσεις της δόσης αναφέρονται στους Πίνακες 1 και 2 αντίστοιχα.

Πίνακας 1 Συνιστώμενες μειώσεις δοσολογικού επιπέδου

Επίπεδο δόσης Ενήλικες Έφηβοι
Σωματικό βάρος 26 έως 37 kg Σωματικό βάρος 38 έως 50 kg Σωματικό βάρος≥51 kg
Συνιστώμενη δόση έναρξης 150 mgδύο φορέςημερησίως 75 mgδύο φορέςημερησίως 100 mgδύο φορέςημερησίως 150 mgδύο φορέςημερησίως
1ο επίπεδο μείωσης της δόσης 100 mgδύο φορέςημερησίως 50 mgδύο φορέςημερησίως 75 mgδύο φορέςημερησίως 100 mgδύο φορέςημερησίως
2ο επίπεδο μείωσης της δόσης 75 mgδύο φορέςημερησίως NA 50 mgδύο φορέςημερησίως 75 mgδύο φορέςημερησίως
3ο επίπεδο μείωσης της δόσης 50 mgδύο φορέςημερησίως NA NA 50 mgδύο φορέςημερησίως
NA = Δεν εφαρμόζεταιΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης του dabrafenib κάτω των 50 mg δύο φορές ημερησίως.

Πίνακας 2 Πρόγραμμα τροποποίησης της δόσης με βάση το βαθμό οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας (AE) (εξαιρουμένης της πυρεξίας)

Βαθμός(CTCAE)* Συνιστώμενες τροποποιήσεις δόσης του dabrafenib:Σε χρήση ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib
Βαθμός 1 ήΒαθμός 2 (Ανεκτή) Συνεχίστε τη θεραπεία και παρακολουθήστε σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις
Βαθμός 2 (Μη ανεκτή) ή Βαθμός 3 Διακόψτε προσωρινά τη θεραπεία έως ότου η τοξικότητα καταστεί Βαθμού 0 έως 1 και μειώστε κατά ένα δοσολογικό επίπεδο κατά την επανέναρξη της θεραπείας.
Βαθμός 4 Διακόψτε μόνιμα τη θεραπεία ή διακόψτε τη θεραπεία προσωρινά έως ότου η τοξικότητα καταστεί Βαθμού 0 έως 1 και μειώστε κατά ένα δοσολογικό επίπεδο κατά την επανέναρξη της θεραπείας.
* Η ένταση κλινικών ανεπιθύμητων ενεργειών καθορίστηκε με βάση τα Κριτήρια Κοινής Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες (CTCAE)

Όταν οι ανεπιθύμητες ενέργειες ενός ασθενούς αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, μπορεί να εξετασθεί η εκ νέου κλιμάκωση της δόσης ακολουθώντας τα ίδια δοσολογικά βήματα με την αποκλιμάκωση. Η δόση του dabrafenib δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη συνιστώμενη δόση έναρξης που αναφέρεται στον Πίνακα 1.

Πυρεξία

Εάν η θερμοκρασία ενός ασθενούς είναι ≥38°C, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται (το dabrafenib όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία και τόσο το dabrafenib όσο και το trametinib όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό). Σε περίπτωση υποτροπής, η θεραπεία μπορεί επίσης να διακόπτεται στο πρώτο σύμπτωμα πυρεξίας. Θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αντιπυρετικά όπως ιβουπροφαίνη ή ακεταμινοφένη/παρακεταμόλη. Θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση από του στόματος κορτικοστεροειδών στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες τα αντιπυρετικά είναι ανεπαρκή. Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης και αν είναι απαραίτητο, να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τοπική πρακτική (βλ. παράγραφο 4.4). Το dabrafenib, ή όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό και τα δύο, dabrafenib και trametinib θα πρέπει να χορηγούνται ξανά εάν ο ασθενής είναι ελεύθερος συμπτωμάτων για τουλάχιστον 24 ώρες είτε (1) στο ίδιο επίπεδο δόσης, είτε (2) σε δόση μειωμένη κατά ένα επίπεδο, εάν η πυρεξία έχει υποτροπιάσει ή/και συνοδεύονταν από άλλα σοβαρά συμπτώματα συμπεριλαμβανομένης της αφυδάτωσης, της υπότασης ή της νεφρικής ανεπάρκειας.

Εάν παρουσιαστούν σχετιζόμενες με τη θεραπεία τοξικότητες όταν το dabrafenib trametinib, χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trametinib, τότε και οι δύο θεραπείες θα πρέπει ταυτόχρονα να μειώσουν τη δόση τους, να διακοπούν προσωρινά ή οριστικά. Εξαιρέσεις όπου τροποποιήσεις της δόσης είναι απαραίτητες για μία μόνο από τις δύο θεραπείες όπως περιγράφεται παρακάτω για ραγοειδίτιδα, μη δερματικές κακοήθειες θετικές στη μετάλλαξη RAS (που αφορούν κυρίως την trametinib), μείωση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF), απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς (RVO), αποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (RPED) και διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) / πνευμονίτιδα (που αφορούν κυρίως την trametinib).

Εξαιρέσεις, τροποποίησης της δόσης (όπου είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης για μία μόνο από τις δύο θεραπείες) για επιλεγμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις

Ραγοειδίτιδα

Δεν απαιτούνται τροποποιήσεις της δοσολογίας εξ’ αιτίας της ραγοειδίτιδας για όσο διάστημα αποτελεσματικές τοπικές θεραπείες μπορούν να ελέγξουν την οφθαλμική φλεγμονή. Αν η ραγοειδίτιδα δεν ανταποκρίνεται στην τοπική οφθαλμική θεραπεία, το dabrafenib θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου η οφθαλμική φλεγμονή υποχωρήσει και έπειτα το dabrafenib θα πρέπει να επαναχορηγείται σε δόση μειωμένη κατά ένα επίπεδο. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης του trametinib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με dabrafenib. (βλ. παράγραφο 4.4).

Μη δερματικές κακοήθειες θετικές στη μετάλλαξη RAS

Λάβετε υπόψη το οφέλη και τους κινδύνους πριν τη συνέχιση της θεραπείας με dabrafenib σε ασθενείς με μη δερματική κακοήθεια θετική στη μετάλλαξη RAS. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης του trametinib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με dabrafenib.

Μείωση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF) / Δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας Εάν το dabrafenib χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trametinib και μια ασυμπτωματική, απόλυτη μείωση του LVEF >10% σε σύγκριση με την τιμή αναφοράς παρουσιαστεί και το κλάσμα εξώθησης είναι κάτω του οριζόμενου από τους επιστημονικούς θεσμούς κατώτατου φυσιολογικού ορίου (LLN)

παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib (βλ. παράγραφο 4.2) για οδηγίες τροποποίησης της δόσης του trametinib. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης του dabrafenib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με trametinib.

Απόφραξη της αμφιβληστροειδικής φλέβας (RVO) και αποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (RPED)

Εάν οι ασθενείς αναφέρουν νέες οπτικές διαταραχές όπως μειωμένη κεντρική όραση, θαμπή όραση ή απώλεια της όρασης οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια λήψης της θεραπείας συνδυασμού dabrafenib και trametinib, παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib (βλ. παράγραφο 4.2) για οδηγίες τροποποίησης της δόσης του trametinib. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης του dabrafenib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με trametinib για επιβεβαιωμένα περιστατικά RVO ή RPED.

Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)/Πνευμονίτιδα

Σε ασθενείς με πιθανολογούμενη ILD ή πνευμονίτιδα, που λαμβάνουν θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που εμφανίζουν νέα ή επιδεινούμενα πνευμονικά συμπτώματα και ευρήματα που περιλαμβάνουν βήχα, δύσπνοια, υποξία, υπεζωκοτική συλλογή ή διηθήσεις, των οποίων η κλινική διερεύνηση εκκρεμεί, παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib (βλ. παράγραφο 4.2) για οδηγίες τροποποίησης της δόσης του trametinib. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης του dabrafenib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με trametinib σε περιπτώσεις ILD ή πνευμονίτιδας.

Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και η πιθανή ανάγκη για προσαρμογή της δόσης δεν μπορεί να καθοριστεί (βλ. παράγραφο 5.2). Το dabrafenib θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και η πιθανή ανάγκη για προσαρμογή της δόσης δεν μπορεί να καθοριστεί (βλ. παράγραφο 5.2). Ό ηπατικός μεταβολισμός και η χολική απέκκριση αποτελούν τις βασικές οδούς αποβολής του dabrafenib και των μεταβολιτών του και οι ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ενδέχεται να υπόκεινται σε αυξημένη έκθεση. Το dabrafenib θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib.

Φυλή

Έχουν συλλεχθεί περιορισμένα δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του dabrafenib σε μη Καυκάσιους ασθενείς. Η φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού δεν έδειξε σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του dabrafenib μεταξύ των Ασιατών και Καυκάσιων ασθενών. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης dabrafenib σε Ασιάτες ασθενείς.

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης σε ασθενείς ηλικίας >65 ετών.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των καψακίων dabrafenib σε παιδιά και εφήβους (<18 ετών) δεν έχουν τεκμηριωθεί, με εξαίρεση τους εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω με μελάνωμα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα. Μελέτες σε νεαρά ζώα έχουν καταδείξει ανεπιθύμητες επιδράσεις του dabrafenib που δεν έχουν παρατηρηθεί σε ενήλικα ζώα (βλ. παράγραφο 5.3).

Τρόπος χορήγησης

Το Tafinlar προορίζεται για από του στόματος χρήση. Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα μαζί με νερό. Δεν θα πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται και δεν θα πρέπει να αναμιγνύονται με τροφές ή υγρά λόγω της χημικής αστάθειας του dabrafenib

Συνιστάται η δόση του dabrafenib να λαμβάνεται σε παρόμοια ώρα κάθε ημέρα, αφήνοντας ένα διάστημα περίπου 12 ωρών μεταξύ των δόσεων. Όταν το dabrafenib και το trametinib λαμβάνονται σε συνδυασμό, η ημερήσια δόση του trametinib θα πρέπει να λαμβάνεται την ίδια ώρα κάθε ημέρα είτε με την πρωινή είτε με την βραδινή δόση του dabrafenib.

Το dabrafenib θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 1 ώρα πριν, ή 2 ώρες μετά από γεύμα.

Σε περίπτωση εμέτου από τον ασθενή μετά τη λήψη του dabrafenib, ο ασθενής δεν θα πρέπει να λάβει εκ νέου τη δόση και θα πρέπει να πάρει την επόμενη προγραμματισμένη δόση.

Παρακαλούμε αναφερθείτε στην ΠΧΠ του dabrafenib για πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο χορήγησης όταν χορηγείται σε συνδυασμό με dabrafenib.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Όταν το dabrafenib χορηγείται σε συνδυασμό με trametinib, θα πρέπει να συμβουλεύεστε την ΠΧΠ του trametinib πριν από την έναρξη της θεραπείας. Για πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις προειδοποιήσεις και προφυλάξεις που σχετίζονται με τη θεραπεία με trametinib, παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib.

Εξέταση BRAF V600

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του dabrafenib δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με μελάνωμα με BRAF φυσικού τύπου, NSCLC BRAF φυσικού τύπου ή DTC BRAF φυσικού τύπου και, ως εκ τούτου, το dabrafenib δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μελάνωμα με BRAF φυσικού τύπου, NSCLC BRAF φυσικού τύπου ή DTC BRAF φυσικού τύπου (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib σε ασθενείς με μελάνωμα οι οποίοι παρουσίασαν εξέλιξη υπό αναστολέα BRAF

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς που λαμβάνουν το συνδυασμό του dabrafenib με trametinib οι οποίοι είχαν παρουσιάσει εξέλιξη υπό προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα BRAF. Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού θα είναι χαμηλότερη σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.1). Ως εκ τούτου, άλλες θεραπευτικές επιλογές θα πρέπει να εξετάζονται πριν από τη θεραπεία με το συνδυασμό σε αυτόν τον πληθυσμό που έχει προηγουμένως λάβει σε αγωγή με αναστολέα του BRAF. Η αλληλουχία των θεραπειών μετά από εξέλιξη υπό θεραπεία με έναν αναστολέα BRAF δεν έχει καθιερωθεί.

Νέες κακοήθειες

Μπορεί να εμφανισθούν νέες δερματικές και μη δερματικές κακοήθειες όταν dabrafenib το χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το trametinib

Δερματικές κακοήθειες

Δερματικό ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα (cuSCC)

Περιστατικά (cuSCC) (περιλαμβανομένου του κερατοαναθώματος) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με dabrafenib μόνο ή σε συνδυασμό με trametinib (βλ. παράγραφο 4.8). Στις κλινικές μελέτες Φάσης III MEK115306 και MEK116513 σε ασθενείς με μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα, cuSCC εμφανίστηκε στο 10% (22/211) των ασθενών που έλαβαν dabrafenib ως μονοθεραπεία και στο 18% (63/349) των ασθενών που έλαβαν vemurafenib ως μονοθεραπεία. Σε όλες τις βασικές μελέτες συνδυαστικής θεραπείας στομελάνωμα και στον προχωρημένο NSCLC, cuSCC εμφανίστηκε στο 2% των ασθενών που έλαβαν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση ως την πρώτης εμφάνιση του cuSCC στη μελέτη MEK115306 ήταν 223 ημέρες (εύρος 56-510 ημέρες) στο σκέλος της θεραπείας συνδυασμού και 60 ημέρες (εύρος

9-653 ημέρες) στο σκέλος της μονοθεραπείας dabrafenib. Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ BRF115532 (COMBI-AD) στην επικουρική θεραπεία του μελανώματος, 1% (6/435) των ασθενών που ελάμβαναν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib σε σύγκριση με 1% (5/432) των ασθενών που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο είχαν εμφανίσει cuSCC κατά τη χρονική στιγμή της κύριας ανάλυσης.

Κατά τη διάρκεια της μακροπρόθεσμης (έως 10 χρόνια) εκτός θεραπείας παρακολούθησης,

2 επιπλέον ασθενείς σε κάθε σκέλος θεραπείας ανέφεραν cuSCC. Συνολικά ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση cuSCC στο σκέλος συνδυασμού της επικουρικής θεραπείας ήταν περίπου

21 εβδομάδες και 34 εβδομάδες στο σκέλος εικονικού φαρμάκου.

Συνιστάται η πραγματοποίηση δερματολογικής εξέτασης πριν από την έναρξη της θεραπείας με το dabrafenib, μηνιαίως για όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι μήνες μετά τη θεραπεία για το cuSCC. Η παρακολούθηση θα πρέπει να συνεχίζεται για 6 μήνες μετά τη διακοπή του dabrafenib ή έως την έναρξη άλλης αντινεοπλασματικής θεραπείας.

Οι περιπτώσεις cuSCC θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με δερματολογική εξαίρεση και η θεραπεία με το dabrafenib ή, εάν λαμβάνεται σε συνδυασμό, με dabrafenib και trametinib θα πρέπει να συνεχίζεται χωρίς καμία προσαρμογή της δόσης. Θα πρέπει να δίδεται στους ασθενείς η οδηγία να ενημερώνουν άμεσα το γιατρό τους επί εμφάνισης νέων βλαβών.

Νέο πρωτοπαθές μελάνωμα

Νέα πρωτοπαθή μελανώματα έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς που ελάμβαναν dabrafenib. Σε κλινικές μελέτες στο μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα, oι περιπτώσεις αυτές διαπιστώθηκαν εντός των πρώτων 5 μηνών της λήψης dabrafenib ως μονοθεραπεία. Περιστατικά νέου πρωτοπαθούς μελανώματος μπορούν να αντιμετωπισθούν με εξαίρεση και δεν απαιτούν τροποποίηση της θεραπείας. Η παρακολούθηση για δερματικές βλάβες θα πρέπει να γίνεται όπως περιγράφεται και για το cuSCC.

Μη δερματικές κακοήθειες

In vitro πειράματα έχουν δείξει παράδοξη ενεργοποίηση της μεταγωγής σημάτων από την ενεργοποιούμενη από μιτογόνα πρωτεϊνική κινάση (κινάση MAP) σε κύτταρα με BRAF φυσικού τύπου με μεταλλάξεις RAS όταν εκτίθεται σε αναστολείς του BRAF. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο μη δερματικών κακοηθειών με την έκθεση στο dabrafenib (βλ. παράγραφο 4.8) όταν υπάρχουν μεταλλάξεις του RAS. Κακοήθειες που σχετίζονται με το RAS έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες, τόσο μαζί με άλλον αναστολέα του BRAF (χρόνια μυελομονοκυτταρική λευχαιμία και μη δερματικό SCC κεφαλής και τραχήλου) όσο και με τη μονοθεραπεία με το dabrafenib (αδενοκαρκίνωμα του παγκρέατος), αδενοκαρκίνωμα του χοληφόρου πόρου) και το συνδυασμό του dabrafenib με τον αναστολέα του MEK trametinib (ορθοκολικός καρκίνος, καρκίνος του παγκρέατος).

Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να υποβληθούν σε εξέταση της κεφαλής και του τραχήλου κατ’ ελάχιστον με οπτική επισκόπηση του στοματικού βλεννογόνου και ψηλάφηση των λεμφαδένων, καθώς και με αξονική τομογραφία (CT) θώρακα/κοιλίας. Στη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις, κάτι που ενδέχεται να περιλαμβάνει εξέταση της κεφαλής και του τραχήλου κάθε 3 μήνες και CT θώρακα/κοιλίας κάθε 6 μήνες. Συνιστώνται εξετάσεις του πρωκτού και εξετάσεις της πυέλου πριν από και στο τέλος της θεραπείας ή όταν θεωρείται ότι υπάρχει κλινική ένδειξη. Πλήρες αιμοδιάγραμμα και βιοχημικές εξετάσεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις.

Τα οφέλη και ο κίνδυνοι πριν από τη χορήγηση του dabrafenib σε ασθενείς που είχαν στο παρελθόν ή έχουν επί του παρόντος καρκίνο που σχετίζεται με μεταλλάξεις RAS θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης του trametinib εξαιτίας θετικών στη μετάλλαξη RAS κακοηθειών όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με dabrafenib.

Μετά τη διακοπή του dabrafenib, η παρακολούθηση για μη δερματικές δευτεροπαθείς/υποτροπιάζουσες κακοήθειες θα πρέπει να συνεχίζεται για έως 6 μήνες ή έως την έναρξη άλλης αντινεοπλασματικής θεραπείας. Τα παθολογικά ευρήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις κλινικές πρακτικές.

Αιμορραγία

Αιμορραγικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένων επεισοδίων μείζονος αιμορραγίας και θανατηφόρων αιμορραγιών, έχουν παρουσιασθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν το συνδυασμό dabrafenib με trametinib (βλ. παράγραφο 4.8). Παρακαλούμε αναφερθείτε στην ΠΧΠ του trametinib (βλ. παράγραφο 4.4) για επιπλέον πληροφορίες.

Οπτική δυσλειτουργία

Σε κλινικές μελέτες έχουν αναφερθεί οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες, που περιλαμβάνουν ραγοειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα και/ή ιρίτιδα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με dabrafenib ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με trametinib. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για σημεία και συμπτώματα ως προς την όραση (όπως αλλαγή στην όραση, φωτοφοβία και πόνος του οφθαλμού) ενόσω βρίσκονται υπό θεραπεία.

Δεν απαιτούνται τροποποιήσεις της δοσολογίας για όσο διάστημα αποτελεσματικές τοπικές θεραπείες μπορούν να ελέγξουν την οφθαλμική φλεγμονή. Αν η ραγοειδίτιδα δεν ανταποκρίνεται στην τοπική οφθαλμική θεραπεία, διακόψτε το dabrafenib έως ότου η οφθαλμική φλεγμονή υποχωρήσει και έπειτα επαναχορηγείστε το dabrafenib σε δόση μειωμένη κατά ένα επίπεδο. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του trametinib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με dabrafenib μετά από διάγνωση ραγοειδίτιδας.

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αμφοτερόπλευρης πανραγοειδήτιδας ή αμφοτερόπλευρης ιριδοκυκλιτιδας που που υποδηλώνουν σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada σε ασθενείς υπό θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Διακόψτε τη dabrafenib μέχρι την υποχώριση της οφθαλμικής φλεγμονής και εξετάστε το ενδεχόμενο να συμβουλευτείτε έναν οφθαλμίατρο.

Συστηματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι απαραίτητη.

RPED και RVO μπορεί να παρουσιαστούν με το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib (βλ. παράγραφο 4.4). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του dabrafenib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με trametinib μετά από διάγνωση RVO ή RPED.

Πυρεξία

Πυρετός έχει αναφερθεί σε κλινικές μελέτες με dabrafenib ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με trametinib (βλ. παράγραφο 4.8). Στο 1% των ασθενών σε κλινικές μελέτες με μονοθεραπεία dabrafenib, σοβαρά μη λοιμώδη εμπύρετα περιστατικά ταυτοποιήθηκαν (οριζόμενα ως πυρετός που συνοδεύεται από σοβαρή ρίγη, αφυδάτωση, υπόταση ή / και οξεία νεφρική ανεπάρκεια προνεφρικής αιτιολογίας σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία κατά την έναρξη) (βλ. παράγραφο 4.8). Η έναρξη αυτών των σοβαρών μη λοιμωδών εμπύρετων περιστατικών συνέβαινε χαρακτηριστικά μέσα στον πρώτο μήνα της μονοθεραπείας με dabrafenib. Οι ασθενείς με σοβαρά μη λοιμώδη εμπύρετα περιστατικά ανταποκρίθηκαν καλά σε διακοπή της δόσης και/ή μείωση της δόσης και υποστηρικτική φροντίδα.

Η συχνότητα εμφάνισης και η σοβαρότητα της πυρεξίας αυξάνονται με τη θεραπεία συνδυασμού. Στο σκέλος θεραπείας συνδυασμού της μελέτης MEK115306 σε ασθενείς με μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα πυρεξία αναφέρθηκε στο 57% (119/209) των ασθενών με 7% Βαθμού 3, σε σύγκριση με το σκέλος μονοθεραπείας με dabrafenib με 33% (69/211) των ασθενών να αναφέρουν πυρεξία, το 2% Βαθμού 3. Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ BRF113928 σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC η επίπτωση και η βαρύτητα της πυρεξίας αυξήθηκαν ελαφρά όταν το dabrafenib χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με trametinib (48%, 3% Βαθμού 3) σε σύγκριση με μονοθεραπεία με dabrafenib (39%, 2% Βαθμού 3).

Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ BRF115532 στην επικουρική θεραπεία του μελανώματος, η επίπτωση και η βαρύτητα της πυρεξίας ήταν υψηλότερες στο σκέλος θεραπείας με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (67%. 6% Βαθμού 3/4) συγκρινόμενες με το σκέλος του εικονικού φαρμάκου (15%. <1% Βαθμού 3).

Για τους ασθενείς με μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα που έλαβαν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib και αναπτύχθηκε πυρεξία, περίπου τα μισά από τα πρώτα περιστατικά πυρεξίας συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας και περίπου το ένα τρίτο των ασθενών που παρουσίασαν 3 ή περισσότερα περιστατικά.

Η θεραπεία (το dabrafenib όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία και τόσο το dabrafenib όσο και το trametinib όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό) θα πρέπει να διακόπτεται εάν η θερμοκρασία του ασθενούς είναι ≥38°C (βλ. παράγραφο 5.1). Σε περίπτωση υποτροπής, η θεραπεία μπορεί επίσης να διακόπτεται στο πρώτο σύμπτωμα πυρεξίας. Θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αντιπυρετικά όπως ιβουπροφαίνη ή ακεταμινοφένη/παρακεταμόλη. Θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση από του στόματος κορτικοστεροειδών στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες τα αντιπυρετικά είναι ανεπαρκή. Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης. Η θεραπεία μπορεί να ξαναρχίσει μόλις ο πυρετός υποχωρήσει. Αν ο πυρετός συνδέεται με άλλα σοβαρά σημεία ή συμπτώματα, η θεραπεία πρέπει να ξεκινά εκ νέου σε μειωμένη δόση αφού ο πυρετός υποχωρήσει και όπως ενδείκνυται κλινικά (βλ. παράγραφο 4.2).

Μείωση LVEF/Δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας

Έχει αναφερθεί ότι το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib μειώνει το LVEF (βλ. παράγραφο 4.8)

Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib για περισσότερες πληροφορίες (βλ. παράγραφο 4.4). Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης του dabrafenib όταν λαμβάνεται σε συνδυασμό με trametinib.

Νεφρική ανεπάρκεια

Νεφρική ανεπάρκεια διαπιστώθηκε σε <1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με dabrafenib και σε 1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib.Οι παρατηρηθείσες περιπτώσεις γενικά συσχετίστηκαν με πυρεξία και αφυδάτωση και ανταποκρίθηκαν καλά στην προσωρινή διακοπή της δόσης και στα γενικά υποστηρικτικά μέτρα. Έχει αναφερθεί κοκκιωματώδης νεφρίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά ως προς την κρεατινίνη ορού ενόσω βρίσκονται υπό θεραπεία. Αν η κρεατινίνη αυξάνεται, ενδέχεται να χρειαστεί να διακοπεί προσωρινά το dabrafenib σύμφωνα με την κλινική ένδειξη. Το dabrafenib δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (που ορίζεται ως κρεατινίνη >1,5 x ULN) και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να δίδεται προσοχή υπό αυτές τις συνθήκες (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατικά συμβάντα

Έχουν αναφερθεί ηπατικά ανεπιθύμητα συμβάντα σε κλινικές μελέτες με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib κάθε τέσσερις εβδομάδες για

6 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με trametinib. Η ηπατική παρακολούθηση μπορεί να συνεχιστεί μετέπειτα όπως ενδείκνυται κλινικά . Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib για περισσότερες πληροφορίες.

Υπέρταση

Έχουν αναφερθεί αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης σε σχέση με το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib σε ασθενείς με ή χωρίς προϋπάρχουσα υπέρταση (βλ. παράγραφο 4.8). Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib για περισσότερες πληροφορίες.

Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)/Πνευμονίτιδα

Έχουν αναφερθεί περιστατικά πνευμονίτιδας ή ILD σε κλινικές μελέτες με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib . Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib παράγραφος 4.4 για περισσότερες πληροφορίες. Αν το dabrafenib χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trametinib τότε η θεραπεία με dabrafenib μπορεί να συνεχίζεται με την ίδια δόση.

Εξάνθημα

Έχει παρατηρηθεί εξάνθημα σε περίπου 27% των ασθενών σε κλινικές μελέτες όπου το dabrafenib χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με trametinib (βλ. παράγραφο 4.8). Η πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων ήταν Βαθμού 1 ή 2 και δεν απαιτήθηκε διακοπή ή μείωση της δόσης. Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib παράγραφος 4.4 για περισσότερες πληροφορίες.

Ραβδομυόλυση

Ραβδομυόλυση έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (βλ. παράγραφο 4.8). Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib παράγραφος 4.4 για περισσότερες πληροφορίες.

Παγκρεατίτιδα

Παγκρεατίτιδα έχει αναφερθεί σε <1% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με dabrafenib ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με trametinib σε κλινικές μελέτες στο μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα και περίπου στο 4% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib στην κλινική μελέτη στον NSCLC. Ένα από τα συμβάματα παρουσιάστηκε την πρώτη ημέρα της χορήγησης dabrafenib σε έναν ασθενή με μεταστατικό μελάνωμα και υποτροπίασε μετά από επαναπρόκληση σε μειωμένη δόση. Στη μελέτη επικουρικής θεραπείας του μελανώματος, η παγκρεατίτιδα αναφέρθηκε σε <1% (1/435) των ασθενών που ελάμβαναν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib και σε κανέναν από τους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο.

Το ανεξήγητο κοιλιακό άλγος θα πρέπει να διερευνάται άμεσα, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης της αμυλάσης και της λιπάσης ορού. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά όταν ξαναρχίζουν το dabrafenib μετά από ένα επεισόδιο παγκρεατίτιδας.

Θρόμβωση τω εν τω βάθει φλεβών/Πνευμονική εμβολή

Πνευμονική εμβολή ή θρόμβωση εν τω βάθει φλέβας μπορεί να παρουσιαστεί όταν το dabrafenib χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trametinib. Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν συμπτώματα πνευμονικής εμβολής ή εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, όπως δύσπνοια, πόνο στο στήθος, ή το βραχίονα ή πρήξιμο στα πόδια, θα πρέπει να αναζητήσουν αμέσως ιατρική φροντίδα. Σε απειλητική για τη ζωή πνευμονική εμβολή να διακόπτεται μόνιμα το trametinib και το dabrafenib.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες

Περιστατικά σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών (SCARS), περιλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens Johnson και της φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), τα οποία μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή ή θανατηφόρα έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με συνδυασμό dabrafenib/trametinib. Πριν από την έναρξη της θεραπείας οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά των SCARS, το dabrafenib και το trametinib θα πρέπει να διακόπτονται.

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Κολίτιδα και διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα, που συμπεριελάμβαναν θανατηφόρα κατάληξη, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (βλ.

παράγραφο 4.8). Παρακαλούμε αναφερθείτε στην ΠΧΠ του trametinib για επιπλέον πληροφορίες (βλ. παράγραφο 4.4).

Σαρκοείδωση

Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib αναφέρθηκαν περιστατικά σαρκοείδωσης, ιδίως στο δέρμα, στους πνεύμονες, στους οφθαλμούς και στους λεμφαδένες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η θεραπεία με dabrafenib και trametinib δεν διακόπηκε. Σε περίπτωση διάγνωσης σαρκοείδωσης πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση ειδικής θεραπείας. Είναι σημαντικό η σαρκοείδωση να μην παρερμηνεύεται ως επιδείνωση της νόσου.

Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση

Με βάση τη μετεγκριτική εμπειρία, έχει παρατηρηθεί αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH) σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib.

Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Εάν επιβεβαιωθεί η HLH, η χορήγηση dabrafenib και trametinib πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η φαρμακευτική αγωγή για την HLH.

Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)

Η εμφάνιση TLS, το οποίο μπορεί να είναι θανατηφόρο, έχει συσχετιστεί με τη χρήση του dabrafenib σε συνδυασμό με το trametinib (βλ. παράγραφο 4.8). Παράγοντες κινδύνου για TLS περιλαμβάνουν υψηλό φορτίο όγκου, προϋπάρχουσα χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ολιγουρία, αφυδάτωση, υπόταση και όξινα ούρα. Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για TLS θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να εξετάζεται η χορήγηση προφυλακτικής ενυδάτωσης. To TLS πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα όπως ενδείκνυται κλινικά.

Ενίσχυση της τοξικότητας από ακτινοβολία

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αναμνηστικής ακτινοβολίας και ευαισθητοποίησης από ακτινοβολία σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία είτε πριν, ή κατά τη διάρκεια, είτε μετά από θεραπεία με dabrafenib ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib. Τα περισσότερα περιστατικά ήταν δερματικής φύσης, αλλά ορισμένα περιστατικά αφορούσαν άλλες θέσεις, συμπεριλαμβανομένου του νωτιαίου μυελού (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8). Το dabrafenib θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα ή διαδοχικά με ακτινοθεραπεία.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο dabrafenib

Το dabrafenib είναι υπόστρωμα των CYP2C8 και CYP3A4. Οι δυνητικοί επαγωγείς αυτών των ενζύμων θα πρέπει να αποφεύγονται όταν είναι δυνατό καθώς οι παράγοντες αυτοί ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα του dabrafenib (βλ. παράγραφο 4.5).

Επιδράσεις του dabrafenib σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Το dabrafenib είναι επαγωγέας μεταβολικών ενζύμων τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της αποτελεσματικότητας πολλών συχνά χρησιμοποιούμενων φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. παραδείγματα στην παράγραφο 4.5). Μία ανασκόπηση των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται (drug utilisation review -DUR) είναι, ως εκ τούτου, σημαντική όταν αρχίζει η θεραπεία με dabrafenib. Η ταυτόχρονη χρήση του dabrafenib με φαρμακευτικά προϊόντα που αποτελούν ευαίσθητα υποστρώματα συγκεκριμένων μεταβολικών ενζύμων ή μεταφορέων (βλ. παράγραφο 4.5) θα πρέπει γενικά να αποφεύγεται αν δεν είναι εφικτή η παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας και η προσαρμογή της δόσης.

Η ταυτόχρονη χορήγηση dabrafenib και βαρφαρίνης ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση της έκθεσης στη βαρφαρίνη. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή και συνιστάται επιπρόσθετη παρακολούθηση με το Διεθνές Ομαλοποιημένο Κλάσμα (INR) όταν το dabrafenib χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με βαρφαρίνη και κατά τη διακοπή του dabrafenib (βλ. παράγραφο 4.5).

Η ταυτόχρονη χορήγηση του dabrafenib με διγοξίνη οδηγεί σε μείωση της έκθεσης στη διγοξίνη. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή και συνιστάται επιπρόσθετη παρακολούθηση της διγοξίνης όταν η διγοξίνη (υπόστρωμα ενός μεταφορέα) χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με dabrafenib και κατά τη διακοπή του dabrafenib (βλ. παράγραφο 4.5).

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
36
262
17
1
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο dabrafenib

Το dabrafenib αποτελεί υπόστρωμα των μεταβολικών ενζύμων CYP2C8 και CYP3A4, ενώ οι δραστικοί μεταβολίτες υδροξυ-dabrafenib και απομεθυλο-dabrafenib είναι υποστρώματα του CYP3A4. Για το λόγο αυτό, τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί αναστολείς ή επαγωγείς του CYP2C8 ή του CYP3A4 είναι πιθανό να αυξήσουν ή να μειώσουν, αντίστοιχα, τις συγκεντρώσεις του dabrafenib. Θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικοί παράγοντες κατά τη χορήγηση του dabrafenib όταν είναι δυνατό. Το dabrafenib πρέπει να χρησιμοποιειται με προσοχή αν συγχχορηγούνται ισχυροί αναστολείς (π.χ. κετοκοναζόλη, γεμφιβροζίλη, νεφαζοδόνη, κλαριθρομυκίνη, ριτοναβίρη, σακιναβίρη, τελιθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αταζαναβίρη). Η συγχορήγηση του dabrafenib με ισχυρούς επαγωγείς (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη ή βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)) του CYP2C8 ή του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται.

Η εφάπαξ χορήγηση 400 mg κετοκοναζόλης ημερησίως (αναστολέας του CYP3A4) σε συνδυασμό με dabrafenib 75 mg δις ημερησίως, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της AUC και της Cmax του dabrafenib κατά 71% και 33% αντίστοιχα, σε σχέση με τη δις ημερησίως χορήγηση 75 mg dabrafenib μεμονωμένα. Η συγχορήγηση οδήγησε σε αυξήσεις της AUC του υδροξυ- και απομεθυλο-dabrafenib (αυξήσεις κατά 82% και 68%, αντίστοιχα). Μία μείωση της AUC κατά 16% σημειώθηκε για το καρβοξυ-dabrafenib.

Η δις ημερησίως χορήγηση 600 mg γεμφιβροζίλης (αναστολέας του CYP2C8) σε συνδυασμό με dabrafenib 75 mg δις ημερησίως, είχε ως αποτέλεσμα την κατά 47% αύξηση της AUC του dabrafenib αλλά δεν μετέβαλε την Cmax του dabrafenib σε σχέση με τη δις ημερησίως χορήγηση 75 mg dabrafenib μεμονωμένα. Η γεμφιβροζίλη δεν είχε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη συστηματική έκθεση στους μεταβολίτες του dabrafenib (≤13%).

Η χορήγηση της ριφαμπίνης (ενός επαγωγέα του CYP3A4/CYP2C8) 600 mg άπαξ ημερησίως, με dabrafenib 150 mg δις ημερησίως, είχε ως αποτέλεσμα μια μείωση στην Cmax επαναλαμβανόμενης δόσης του dabrafenib (27%) και στην AUC (34%). Δεν παρατηρήθηκε σχετική αλλαγή στην AUC για την hydroxy-dabrafenib. Υπήρξε αύξηση της AUC κατά 73% για την carboxy-dabrafenib και μείωση της AUC κατά 30% για την desmethyl-dabrafenib.

Η συγχορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων dabrafenib 150 mg δις ημερησίως και του παράγοντα άυξησης του pH rabeprazole 40 mg άπαξ ημερησίως οδήγησε σε αύξηση της AUC κατά 3% και μείωση της Cmax του dabrafenib κατά 12%. Αυτές οι αλλαγές στην AUC και στη Cmax του dabrafenib δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβάλλουν το pΗ της ανώτερης γαστρεντερικής οδού (GI) (π.χ. αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ανταγωνιστές υποδοχέα Η2, αντιόξινα) δεν αναμένεται να μειώσουν τη βιοδιαθεσιμότητα του dabrafenib.

Επίδραση του dabrafenib σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Το dabrafenib είναι ένας ενζυμικός επαγωγέας και αυξάνει τη σύνθεση ενζύμων που μεταβολίζουν φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των CYP3A4, CYP2Cs και CYP2B6 και ενδέχεται να αυξήσει τη σύνθεση των μεταφορέων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα στο πλάσμα και ενδέχεται να επηρεάσει μερικά μεταφερόμενα φαρμακευτικά προϊόντα. Η ελάττωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ή ελάττωση της κλινικής επίδρασης αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.

Υπάρχει, επίσης, κίνδυνος αυξημένου σχηματισμού δραστικών μεταβολιτών αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Στα ένζυμα που ενδέχεται να επαχθούν περιλαμβάνονται το CYP3A στο ήπαρ και στο έντερο, το CYP2B6, το CYP2C8, το CYP2C9, το CYP2C19 και τα UGT (ένζυμα σύζευξης γλυκουρονιδίων). Η πρωτεΐνη μεταφοράς P-gp ενδέχεται, επίσης, να επαχθεί όπως και άλλοι μεταφορείς, π.χ. οι MRP-2. Η επαγωγή των OATP1B1/1B3 και BCRP δεν είναι πιθανή σύμφωνα με παρατηρήσεις από μια κλινική μελέτη με ροσουβαστατίνη.

In vitro, το dabrafenib επήγαγε δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις των CYP2B6 και CYP3A4. Σε μία κλινική μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης, η Cmax και η AUC της χορηγούμενης από του στόματος μιδαζολάμης (ενός υποστρώματος του CYP3A4) μειώθηκαν κατά 47% και 65% αντίστοιχα με τη συγχορήγηση της επαναληπτικής δόσης του dabrafenib.

Η δις ημερησίως χορήγηση 150 mg dabrafenib και βαρφαρίνης είχε ως αποτέλεσμα την κατά 37% και 33%. μείωση της AUC της S- και R- βαρφαρίνης αντίστοιχα,σε σχέση με τη χορήγηση της βαρφαρίνης μεμονωμένα. Η Cmax της S- και R-βαρφαρίνης αυξήθηκε κατά 18% και 19%.

Αναμένονται αλληλεπιδράσεις με πολλά φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται μέσω του μεταβολισμού ή της ενεργού μεταφοράς. Αν η θεραπευτική τους δράση έχει μεγάλη σημασία για τον ασθενή και οι προσαρμογές της δόσης δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εύκολα με βάση την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας ή των συγκεντρώσεων στο πλάσμα, αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να αποφεύγονται ή να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Υπάρχει η υποψία ότι ο κίνδυνος ηπατικής βλάβης μετά από χορήγηση παρακεταμόλης είναι υψηλότερος σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα με επαγωγείς ενζύμων.

Ο αριθμός των φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζονται αναμένεται να είναι μεγάλος, ωστόσο, το μέγεθος της αλληλεπίδρασης θα ποικίλει. Στις ομάδες των φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να επηρεαστούν συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικά:

  • Αναλγητικά (π.χ. φαιντανύλη, μεθαδόνη)

  • Αντιβιοτικά (π.χ. κλαριθρομυκίνη, δοξυκυκλίνη)

  • Αντικαρκινικοί παράγοντες (π.χ. καμπαζιταξέλη)

  • Αντιπηκτικά (π.χ. ασενοκουμαρόλη, βαρφαρίνη βλ. παράγραφο 4.4)

  • Αντιεπιληπτικά (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, βαλπροϊκό οξύ)

  • Αντιψυχωσικά (π.χ. αλοπεριδόλη)

  • Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (π.χ. διλτιαζέμη, φελοδιπίνη, νικαρδιπίνη, νιφεδιπίνη, βεραπαμίλη)

  • Καρδιακές γλυκοσίδες (π.χ. διγοξίνη, βλ. παράγραφο 4.4)

  • Κορτικοστεροειδή (π.χ. δεξαμεθαζόνη, μεθυλπρεδνιζολόνη)

  • Αντιιικά HIV (π.χ. αμπρεναβίρη, αταζαναβίρη, δαρουναβίρη, δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη, φοσαμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, σακιναβίρη, τιπραναβίρη)

  • Ορμονικά αντισυλληπτικά (βλ. παράγραφο 4.6)

  • Υπνωτικά (π.χ. διαζεπάμη, μιδαζολάμη, ζολπιδέμη)

  • Ανοσοκατασταλτικά (π.χ. κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus)

  • Στατίνες που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. ατορβαστατίνη, σιμβαστατίνη)

Η έναρξη της επαγωγής είναι πιθανό να συμβεί 3 ημέρες μετά την επαναληπτική χορήγηση του dabrafenib. Με τη διακοπή του dabrafenib η υποχώρηση της επαγωγής είναι σταδιακή, οι συγκεντρώσεις των υποστρωματων που ειναι ευαίσθητα στα CYP3A4, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9 και CYP2C19, της UDP γλυκουρονοσυλ-τρανσφεράσης (UGT) και των υποστρωμάτων των μεταφορέων (π.χ. P-gp ή MRP-2) ενδέχεται να αυξηθούν και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τοξικότητα, ενώ η δόση αυτών των παραγόντων μπορεί να χρειαστεί να ρυθμιστεί.

In vitro, το dabrafenib είναι ένας μηχανιστικός αναστολέας του CYP3A4. Για αυτό, ενδέχεται να παρατηρηθεί παροδική αναστολή του CYP3A4 κατά τις πρώτες ημέρες της θεραπείας.

Επιδράσεις του dabrafenib στα συστήματα μεταφοράς ουσιών

Το dabrafenib είναι ένας in vitro αναστολέας του ανθρώπινου πολυπεπτιδίου μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP) 1B1 (OATP1B1), OATP1B3 και BCRP. Μετά από συγχορήγηση μιας εφάπαξ δόσης ροσουβαστατίνης (υπόστρωμα των OATP1B1, OATP1B3 και BCRP) με επαναλαμβανόμενη δόση dabrafenib 150 mg δύο φορές ημερησίως σε 16 ασθενείς η Cmax της ροσουβαστατίνης αυξήθηκε κατά 2,6 φορές ενώ η AUC άλλαξε μόνο ελάχιστα (αύξηση 7%). Η αυξημένη Cmax της ροσουβαστατίνης δεν είναι πιθανό να έχει κλινική σημασία.

Συνδυασμός με trametinib

Η συγχορήγηση επαναλαμβανόμενης δόσης trametinib 2 mg άπαξ ημερησίως και dabrafenib 150 mg δύο φορές ημερησίως δεν κατέληξε σε κλινικά σημαντικές αλλαγές στη Cmax και την AUC του trametinib ή του dabrafenib με αυξήσεις 16 και 23% στην Cmax και AUC του dabrafenib αντίστοιχα. Υπολογίσθηκε κατ’ εκτίμηση χρησιμοποιώντας μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, μία μικρή μείωση στην βιοδιαθεσιμότητα του trametinib, που αντιστοιχεί σε μείωση του AUC κατά 12%, όταν το trametinib χορηγείται σε συνδυασμό με dabrafenib, ένα επαγωγέα του CYP3A4.

Όταν το dabrafenib χορηγείται σε συνδυασμό με trametinib ανατρέξτε στην καθοδήγηση για τις αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα που βρίσκονται στις παραγράφους 4.4 και 4.5 των ΠΧΠ των dabrafenib και trametinib.

Επίδραση της τροφής στο dabrafenib

Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν το dabrafenib ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από το γεύμα λόγω της επίδρασης της τροφής στην απορρόφηση του dabrafenib (βλ. παράγραφο 5.2).

Ακτινοθεραπεία

Έχει αναφερθεί ενίσχυση της τοξικότητας από ακτινοθεραπεία σε ασθενείς που λαμβάνουν dabrafenib ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Κύηση

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε γυναίκες

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 2 εβδομάδες μετά από τη διακοπή του dabrafenib και 16 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του trametinib όταν χορηγείται σε συνδυασμό με dabrafenib. Το dabrafenib ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των από του στόματος ή κάθε συστημικής οδού ορμονικών αντισυλληπτικών και θα πρέπει να χρησιμοποιείται μία εναλλακτική μέθοδος αντισύλληψης, όπως μια μέθοδος φραγμού (βλ. παράγραφο 4.5).

Κύηση

Δεν διατίθενται δεδομένα από τη χρήση του dabrafenib σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα και τοξικότητα στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, που συμπεριλαμβάνει τερατογόνες επιδράσεις (βλ. παράγραφο 5.3). Το dabrafenib δεν θα πρέπει να χορηγείται σε εγκύους γυναίκες εκτός εάν το πιθανό όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο. Αν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω λαμβάνει το dabrafenib, θα πρέπει να ενημερωθεί για την πιθανότητα βλάβης στο έμβρυο. Παρακαλούμε δείτε την ΠΧΠ του trametinib (βλ. παράγραφο 4.6) όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trametinib.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το dabrafenib απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Επειδή πολλά φαρμακευτικά προϊόντα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα παιδιά που θηλάζουν. Θα πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή το dabrafenib, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ανθρώπους για το dabrafenib ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib. Το dabrafenib μπορεί να διαταράξει την ανδρική και τη γυναικεία γονιμότητα καθώς έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες επιδράσεις στα αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3). Οι άνδρες ασθενείς που λαμβάνουν dabrafenib ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib θα πρέπει να ενημερώνονται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για μειωμένη σπερματογένεση, η οποία μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη. Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib (βλ. παράγραφο 4.6) όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trametinib.

Οδήγηση

ν

Το dabrafenib έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Η κλινική κατάσταση των ασθενών και το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών του dabrafenib θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ικανότητάς τους να εκτελούν δραστηριότητες που απαιτούν κρίση, και κινητικές ή γνωστικές δεξιότητες. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα κόπωσης και οφθαλμικών προβλημάτων που επηρεάζουν αυτές τις δραστηριότητες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Η ασφάλεια της μονοθεραπείας με dabrafenib βασίζεται στον ενιαίο πληθυσμό ασφάλειας από πέντε κλινικές μελέτες, τις BRF113683 (BREAK-3), BRF113929 (BREAK-MB), BRF113710 (BREAK-2),

BRF113220, και BRF112680, που περιελάμβαναν 578 ασθενείς με μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα με τη μετάλλαξη BRAF V600 οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με dabrafenib 150 mg δύο φορές ημερησίως. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (επίπτωση ≥15%) που αναφέρθηκαν για το dabrafenib ήταν υπερκεράτωση, κεφαλαλγία, πυρεξία, αρθραλγία, κόπωση, ναυτία, θήλωμα, αλωπεκία, εξάνθημα και έμετος.

Η ασφάλεια του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib έχει αξιολογηθεί στον ενιαίο πληθυσμό ασφάλειας 1.188 ενήλικων ασθενών με μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα με τη μετάλλαξη BRAF V600, μελάνωμα Σταδίου ΙΙΙ με μετάλλαξη BRAF V600 μετά από πλήρη εξαίρεση (επικουρική θεραπεία), προχωρημένο NSCLC και προχωρημένο DTC οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με dabrafenib150 mg δύο φορές ημερησίως και trametinib 2 mg ημερησίως. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 16 μήνες (βλ. παράγραφο 5.1).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (επίπτωση ≥20%) για το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib ήταν: πυρεξία, κόπωση, ναυτία, εξάνθημα, ρίγη, διάρροια, πονοκέφαλος, αρθραλγία, έμετος, βήχας, αιμορραγία και περιφερικό οίδημα.

Λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το dabrafenib, οι οποίες προέκυψαν από κλινικές μελέτες και από τη μετεγκριτική παρακολούθηση, παρατίθενται υπό μορφή πίνακα ακολούθως για τη μονοθεραπεία με dabrafenib (Πίνακας 3) και το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (Πίνακας 4). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου παρατίθενται παρακάτω κατά κατηγορία οργανικού συστήματος MedDRA και κατά σειρά συχνότητας, σύμφωνα με την ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως

<1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 3 Ανεπιθύμητες ενέργειες με μονοθεραπεία με dabrafenib

Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνότητα (όλοι οι βαθμοί) Ανεπιθύμητες ενέργειες
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη προσδιορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) Πολύ συχνές Θήλωμα
Συχνές Καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο
Σμηγματορροϊκή κεράτωση
Ακροχορδώνας (δερματικά οζίδια)
Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
Όχι συχνές Νέο πρωτοπαθές μελάνωμα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές Υπερευαισθησία
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Πολύ συχνές Μειωμένη όρεξη
Συχνές Υποφωσφαταιμία
Υπεργλυκαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές Κεφαλαλγία
Συχνές Περιφερική νευροπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της αισθητηριακής και κινητικής νευροπάθειας)
Διαταραχές του οφθαλμού Όχι συχνές Ραγοειδίτιδα
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχέςμεσοθωρακίου Πολύ συχνές Βήχας
Γαστρεντερικές διαταραχές Πολύ συχνές Ναυτία
Έμετος
Διάρροια
Συχνές Δυσκοιλιότητα
Όχι συχνές Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού Πολύ συχνές Υπερκεράτωση
Αλωπεκία
Εξάνθημα
Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
Συχνές Ξηροδερμία
Κνησμός
Ακτινική κεράτωση
Βλάβη δέρματος
Ερύθημα
Φωτοευαισθησία
Όχι συχνές Οξεία εμπύρετη ουδετεροφιλική δερμάτωση
Υποδερματίτιδα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές Αρθραλγία
Μυαλγία
Άλγος στα άνω και κάτω άκρα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές Νεφρική ανεπάρκεια, οξεία νεφρική βλάβη
Νεφρίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Πολύ συχνές Πυρεξία
Κόπωση
Ρίγη
Εξασθένιση
Συχνές Γριπώδης συνδρομή
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Συχνές Ενίσχυση της τοξικότητας από ακτινοβολία

Πίνακας 4 Ανεπιθύμητες ενέργειες με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib

Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνότητα (όλοι οι βαθμοί) Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Πολύ συχνές Ρινοφαρυγγίτιδα
Ουρολοίμωξη
Συχνές Κυτταρίτιδα
Θυλακίτιδα
Παρονυχία
Εξάνθημα φλυκταινώδες
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) Συχνές Δερματικό ακανθοκυτταρικό καρκίνωμαα
Θήλωμαβ
Σμηγματορροϊκή κεράτωση
Όχι συχνές Νέο πρωτοπαθές μελάνωμαγ
Ακροχορδώνες (εκκρεμή)
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Πολύ συχνές Ουδετεροπενία
Αναιμία
Συχνές Θρομβοπενία
Λευκοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές Υπερευαισθησίαδ
Σαρκοείδωση
Σπάνιες Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Πολύ συχνές Μειωμένη όρεξη
Συχνές Αφυδάτωση
Υπονατριαιμία
Υποφωσφαταιμία
Υπεργλυκαιμία
Mη γνωστής συχνότητας Σύνδρομο λύσης όγκου
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές Κεφαλαλγία
Ζάλη
Συχνές Περιφερική νευροπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της αισθητηριακής και κινητικής νευροπάθειας)
Διαταραχές του οφθαλμού Συχνές Όραση θαμπή
Δυσλειτουργία της όρασης
Ραγοειδίτιδαε
Όχι συχνές Αγγειακή διαταραχή του αμφιβληστροειδούς,
Αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς
Περικογχικό οίδημα
Καρδιακές διαταραχές Συχνές Κλάσμα εξώθησης μειωμένο
Βραδυκαρδία
Όχι συχνές Καρδιακή ανεπάρκεια
Δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας
Κολποκοιλιακός αποκλεισμόςστ
Mη γνωστής συχνότητας Μυοκαρδίτιδα
Αγγειακές διαταραχές Πολύ συχνές Υπέρταση
Αιμορραγίαζ
Συχνές Υπόταση
Λεμφοίδημα
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου Πολύ συχνές Βήχας
Συχνές Πνευμονίτιδα
Δύσπνοια
Σπάνιες Διάμεση πνευμονοπάθεια
Γαστρεντερικές διαταραχές Πολύ συχνές Κοιλιακό άλγοςη
Δυσκοιλιότητα
Διάρροια
Ναυτία
΄Εμετος
Συχνές Ξηροστομία
Στοματίτιδα
Όχι συχνές Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα
Παγκρεατίτιδα
Κολίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές Ξηροδερμία
Κνησμός
Εξάνθημα
Ερύθημα
Ακνεική δερματίτιδα
Συχνές Αποφολιδωτική δερματίτιδα γενικευμένηθ
Ακτινική κεράτωση
Νυκτερινοί ιδρώτες
Υπερκεράτωση
Αλωπεκία
Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
Βλάβη δέρματος
Υπεριδρωσία
Υποδερματίτιδα
Ρωγμές δέρματος
Φωτοευαισθησία
Όχι συχνές Οξεία εμπύρετη ουδετεροφιλική δερμάτωση
Mη γνωστής συχνότητας Σύνδρομο Stevens-Johnson
Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικάσυμπτώματα
Δερματικές αντιδράσεις σχετιζόμενες με τη δερματοστιξία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές Αρθραλγία
Μυαλγία
Άλγος των άκρων
Μυϊκοί σπασμοίι
Όχι συχνές Ραβδομυόλυση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Συχνές Νεφρική ανεπάρκεια, οξεία νεφρική βλάβη
Σπάνιες Νεφρίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Πολύ συχνές Κόπωση
Ρίγη
Εξασθένιση
Οίδημα περιφερικό
Πυρεξία
Αύξηση βάρους (μη φυσιολογική αύξηση σωματικού βάρους)κ
Γριππώδης συνδρομή
Συχνές Φλεγμονή βλεννογόνου
Γριππώδης συνδρομή
Οίδημα προσώπου
Παρακλινικές εξετάσεις Πολύ συχνές Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη
Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη
Συχνές Αλκαλική φωσφατάση αίματοςοστική αυξημένη
γ-γλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη
Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Συχνές Ενίσχυση της τοξικότητας από ακτινοβολία
α Δερματικό καρκίνωμα των πλακωδών κυττάρων (cu SCC): SCC. SCC του δέρματος, SCC in situ (νόσος τουBowen) και κερατοακάνθωμαβ Θήλωμα, θήλωμα του δέρματοςγ Κακόηθες μελάνωμα και επιπολής εξαπλούμενο μελάνωμα απροσδιορίστου Σταδίουδ Περιλαμβάνει την υπερευαισθησία στο φάρμακοε Περιλαμβάνει περιστατικά αμφοτερόπλευρης πανραγοειδήτιδας ή αμφοτερόπλευρης ιριδοκυκλιτιδας που που υποδηλώνουν σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada.στ Κολποκοιλιακός αποκλεισμός, κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού, κολποκοιλιακός αποκλεισμός δεύτερου βαθμούζ Αιμορραγία από διάφορες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης και της ενδοκρανιακής αιμορραγίας και θανατηφόρας αιμορραγίαςη Περιλαμβάνει άλγος άνω κοιλίας και άλγος κάτω κοιλίαςθ Περιλαμβάνει αποφολίδωση δέρματοςι Μυικοί σπασμοί, μυοσκελετική δυσκαμψίακ Aύξηση σωματικού βάρους (μη φυσιολογική αύξηση σωματικού βάρους) έχει αναφερθεί μόνο στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο

Για τη μονοθεραπεία με dabrafenib στη μελέτη MEK115306, καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ταξινομούνται ως κερατοακάνθωμα ή υπότυπος μικτού κερατοακανθώματος) παρουσιάστηκε στο 10% των ασθενών και περίπου 70% των περιστατικών εμφανίστηκαν εντός των πρώτων 12 εβδομάδων της θεραπείας με διάμεσο χρόνο από την έναρξη

8 εβδομάδες. Σε όλες τις βασικές μελέτες συνδυαστικής θεραπείας στο μελάνωμα και στον NSCLC, 2% των ασθενών εμφάνισαν cuSCC και τα περιστατικά προέκυψαν αργότερα από ό, τι στη μονοθεραπεία με dabrafenib με διάμεσο χρόνο 18-31 εβδομάδων από την έναρξη. Όλοι οι ασθενείς

που ελάμβαναν dabrafenib ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με trametinib που εμφάνισαν cuSCC συνέχισαν τη θεραπεία χωρίς τροποποίηση της δόσης.

Νέο πρωτοπαθές μελάνωμα

Νέα πρωτοπαθή μελανώματα έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες με το dabrafenib ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με trametinib στις μελέτες για το μελάνωμα. Οι περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν με εξαίρεση και δεν απαίτησαν τροποποίηση της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4). Δεν αναφέρθηκαν νέα πρωτοπαθή μελανώματα από τη μελέτη Φάσης ΙΙ για τον NSCLC (BRF113928).

Μη δερματική κακοήθεια

Η ενεργοποίηση της μεταγωγής σημάτων από τη MAP κινάση σε κύτταρα BRAF φυσικού τύπου που εκτίθενται σε αναστολείς του BRAF ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο μη δερματικών κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με μεταλλάξεις RAS (βλ. παράγραφο 4.4). Μη δερματικές κακοήθειες αναφέρθηκαν σε 1% (6/586) των ασθενών στον ενιαίο πληθυσμό ασφάλειας υπό μονοθεραπεία με dabrafenib, και <1% των ασθενών στις βασικές μελέτες συνδυαστικής θεραπείας στο μελάνωμα και στον NSCLC. Στη μελέτη Φάσης III BRF115532 (COMBI AD) στην επικουρική θεραπεία του μελανώματος, το 1% (5/435) των ασθενών που έλαβαν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib σε σύγκριση με <1% (3/432) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν μη δερματικές κακοήθειες. Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας παρακολούθησης (έως

10 χρόνια) εκτός θεραπείας, 9 επιπλέον ασθενείς ανέφεραν μη δερματικές κακοήθειες στο σκέλος συνδυασμού και 4 στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Περιπτώσεις κακοηθειών καθοδηγούμενων από το RAS έχουν παρατηρηθεί με το dabrafenib ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με trametinib. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις.

Αιμορραγία

Αιμορραγικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένων επεισοδίων μείζονος αιμορραγίας και θανατηφόρων αιμορραγιών, έχουν παρουσιασθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Παρακαλούμε ανατρέξτε στη ΠΧΠ του trametinib.

Μείωση LVEF/Δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας

Μειωμένο LVEF έχει αναφερθεί στο 8% των ασθενών στον ενιαίο πληθυσμό ασφάλειας του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν ασυμπτωματικές και αναστρέψιμες. Ασθενείς με LVEF χαμηλότερο από το κατώτατο φυσιολογικό όριο του εκάστοτε ιδρύματος δεν συμπεριελήφθησαν σε κλινικές μελέτες με το dabrafenib. Το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παθήσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη λειτουργία της αριστερής κοιλίας. Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib.

Πυρεξία

Πυρετός έχει αναφερθεί σε κλινικές μελέτες με dabrafenib ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με trametinib. Η συχνότητα εμφάνισης και η σοβαρότητα της πυρεξίας αυξάνονται με τη θεραπεία συνδυασμού (βλ. παράγραφο 4.4) Για τους ασθενείς που έλαβαν dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib και αναπτύχθηκε πυρεξία, περίπου τα μισά από τα πρώτα περιστατικά εμφάνισης πυρεξίας συνέβησαν κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας και περίπου το ένα τρίτο των ασθενών εμφάνισε 3 ή περισσότερα περιστατικά. Στο 1% των ασθενών που ελάμβαναν dabrafenib ως μονοθεραπεία στον ενιαίο πληθυσμό ασφαλείας, σοβαρά μη λοιμώδη εμπύρετα περιστατικά ταυτοποιήθηκαν οριζόμενα ως πυρετός που συνοδεύεται από σοβαρή ρίγη, αφυδάτωση, υπόταση ή/και οξεία νεφρική ανεπάρκεια προνεφρικής αιτιολογίας σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία κατά την έναρξη. Η έναρξη αυτών των σοβαρών μη λοιμωδών εμπύρετων περιστατικών συνέβαινε χαρακτηριστικά μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Οι ασθενείς με σοβαρά μη λοιμώδη εμπύρετα περιστατικά ανταποκρίθηκαν καλά σε διακοπή της δόσης και/ή μείωση της δόσης και υποστηρικτική φροντίδα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Ηπατικά Συμβάντα

Έχουν αναφερθεί ηπατικές ανεπιθύμητες συμβάντα σε κλινικές μελέτες με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Παρακαλούμε ανατρέξτε στην ΠΧΠ του trametinib.

Υπέρταση

Έχουν αναφερθεί αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης σε σχέση με το dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib, σε ασθενείς με ή χωρίς προϋπάρχουσα υπέρταση. Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να μετράται κατά την έναρξη και να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ρύθμιση της υπέρτασης με καθιερωμένη θεραπεία, κατά περίπτωση.

Αρθραλγία

Αρθραλγία αναφέρθηκε πολύ συχνά στον ενιαίο πληθυσμό ασφάλειας της μονοθεραπείας με dabrafenib (25%) και του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (περίπου 28%). παρότι ήταν κυρίως βαρύτητας Βαθμού 1 και 2 με το Βαθμό 3 να συμβαίνει σπάνια (<1%) ενώ δεν αναφέρθηκαν επεισόδια Βαθμού 4.

Υποφωσφαταιμία

Υποφωσφαταιμία έχει αναφερθεί συχνά στον ενιαίο πληθυσμό ασφαλείας της μονοθεραπείας με dabrafenib (7%) και του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (4%). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σχεδόν τα μισά από τα επεισόδια αυτά ήταν βαρύτητας Βαθμού 3.

Παγκρεατίτιδα

Παγκρεατίτιδα έχει αναφερθεί σε dabrafenib ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με trametinib. Το ανεξήγητο κοιλιακό άλγος θα πρέπει να διερευνάται άμεσα, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης της αμυλάσης και της λιπάσης ορού. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά όταν ξαναρχίζουν το dabrafenib μετά από ένα επεισόδιο παγκρεατίτιδας (βλ. παράγραφο 4.4).

Νεφρική ανεπάρκεια

Η νεφρική ανεπάρκεια λόγω σχετιζόμενης με την πυρεξία προνεφρικής αζωθαιμίας ή κοκκιοματώδους νεφρίτιδας ήταν σπάνια. Ωστόσο, το dabrafenib δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (που ορίζεται ως κρεατινίνη >1,5 x ULN). Θα πρέπει να δίδεται προσοχή υπό αυτές τις συνθήκες (βλ. παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια των καψακίων dabrafenib δεν έχει αξιολογηθεί σε προοπτικές κλινικές μελέτες σε εφήβους ασθενείς με μελάνωμα. Σε μία δημοσιευμένη αναδρομική Ιταλική μελέτη 6 παιδιατρικών συμμετεχόντων με προχωρημένο μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (βλ. παράγραφο 5.1), οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν πυρετός και αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση. Δύο έφηβοι ασθενείς παρουσίασαν ασυμπτωματική μείωση περισσότερο από 10% στο LVEF, η οποία υποχώρησε μετά από προσωρινή διακοπή του trametinib, και οι δύο ασθενείς επανεκκίνησαν το trametinib σε μειωμένη δόση χωρίς περαιτέρω καρδιακή τοξικότητα.

Σε κλινικές μελέτες για άλλες ενδείξεις, το προφίλ ασφάλειας του dabrafenib σε συνδυασμό με το trametinib σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν σε μεγάλο βαθμό σύμφωνο με το προφίλ ασφάλειας που είχε προηγουμένως καθιερωθεί σε ενήλικες ασθενείς. Η αύξηση βάρους (μη φυσιολογική αύξηση σωματικού βάρους) έχει αναφερθεί μόνο στον παιδιατρικό πληθυσμό. Αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη αντίδραση στο 15% των εφήβων ασθενών, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων Βαθμού 3 στο 4% των ασθενών.

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Από τον συνολικό αριθμό ασθενών στον ενιαίο πληθυσμό για την ασφάλεια της μονοθεραπείας με dabrafenib (N=578), το 22% ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω και το 6% ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω. Σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς (<65), περισσότεροι ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών είχαν ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε μειώσεις της δόσης του φαρμάκου της μελέτης (22% έναντι 12%) ή σε προσωρινή διακοπή του (39% έναντι 27%). Επιπλέον, οι μεγαλύτερης ηλικίας ασθενείς εμφάνισαν πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες συγκριτικά με τους νεότερους ασθενείς (41% έναντι 22%). Δεν παρατηρήθηκαν συνολικά διαφορές στην αποτελεσματικότητα μεταξύ αυτών των ασθενών και των νεότερων ασθενών.

Στον ενιαίο πληθυσμό ασφάλειας του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (n=1.188), το 27% των ασθενών ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω και το 6% ήταν 75 ετών και άνω. Το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιο σε άτομα ηλικίας <65 ετών και άτομα ηλικίας

≥65 ετών σε όλες τις κλινικές μελέτες. Οι ασθενείς ≥65 ετών είχαν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν τις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και ανεπιθύμητες ενέργειες που οδηγούν σε μόνιμη διακοπή του φαρμάκου, μείωση της δόσης και διακοπή της δόσης από ότι εκείνους που ήταν

<65 ετών.

Dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib σε ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού dabrafenib και trametinib αξιολογήθηκαν σε μία ανοικτή, πολλαπλών κοορτών μελέτη Φάσης ΙΙ, σε ασθενείς με μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600 με εγκεφαλικές μεταστάσεις. Το προφίλ ασφάλειας σε αυτούς τους ασθενείς φαίνεται να συνάδει με το συνολικό προφίλ ασφάλειας του συνδυασμού.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία για την υπερδοσολογία από dabrafenib. Αν συμβεί υπερδοσολογία, ο ασθενής θα πρέπει να αντιμετωπιστεί υποστηρικτικά με την κατάλληλη παρακολούθηση κατά περίπτωση.

  • ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΠΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

  • Φαρμακολογικές ιδιότητες - TAFINLAR 50MG/CAP

    Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

    Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, Αναστολείς της κινάσης σερίνης-θρεονίνης του γονιδίου B-Raf, κωδικός ATC: L01EC02

    Μηχανισμός δράσης

    Το dabrafenib είναι ένας αναστολέας των κινασών RAF. Οι ογκογόνες μεταλλάξεις στο BRAF οδηγούν σε ιδιοσυστασιακή ενεργοποίηση του μονοπατιού RAS/RAF/MEK/ERK. Μεταλλάξεις BRAF έχουν διαπιστωθεί σε υψηλή συχνότητα σε συγκεκριμένους τύπους καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου περίπου του 50% του μελανώματος. Η μετάλλαξη του BRAF που έχει παρατηρηθεί συχνότερα είναι η V600E που αποτελεί περίπου το 90% των μεταλλάξεων BRAF που παρατηρούνται στο μελάνωμα.

    Προκλινικά δεδομένα που προέκυψαν σε βιοχημικές δοκιμασίες έδειξαν ότι το dabrafenib αναστέλλει τις κινάσες BRAF με ενεργοποιούσες μεταλλάξεις στο κωδώνιο 600 (Πίνακας 5).

    Πίνακας 5 Ανασταλτική δραστηριότητα του dabrafenib έναντι των κινασών RAF

    Κινάση Ανασταλτική συγκέντρωση 50 (nM)
    BRAF V600E 0,65
    BRAF V600K 0,50
    BRAF V600D 1,8
    BRAF WT 3,2
    CRAF WT 5,0

    Το dabrafenib επέδειξε καταστολή ενός καθοδικού φαρμακοδυναμικού βιοδείκτη (φωσφορυλιωμένη ERK) και ανέστειλε την κυτταρική αύξηση σε κυτταρικές σειρές μελανώματος με τη μετάλλαξη BRAF V600, in vitro και σε ζωικά μοντέλα.

    Σε ασθενείς με μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600, η χορήγηση του dabrafenib είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή της φωσφορυλιωμένης ERK στον όγκο σε σχέση με την αρχική τιμή αναφοράς.

    Συνδυασμός με trametinib

    Το trametinib είναι ένας αναστρέψιμος, άκρως εκλεκτικός, αλλοστερικός αναστολέας της ενεργοποίησης και της δράσης των μεσολαβούμενων από μιτογόνο, ενεργοποιούμενων από εξωκυττάρια σήματα κινασών 1 (ΜΕΚ1) και ΜΕΚ2. Οι πρωτεΐνες MEK αποτελούν συστατικά της εξωκυττάριας οδού της κινάσης που ρυθμίζεται από σήματα (ERK).

    Έτσι, το trametinib και το dabrafenib αναστέλλουν δύο κινάσες σε αυτή την οδό, τις ΜΕΚ και RAF και για το λόγο αυτό ο συνδυασμός παρέχει ταυτόχρονη αναστολή της οδού. Ο συνδυασμός dabrafenib με trametinib επέδειξε αντικαρκινική δράση σε κυτταρικες σειρές μελανώματος θετικού στη μετάλλαξη BRAF V600 in vitro και καθυστερήσεις in vivo στην εμφάνιση αντίστασης σε αλλομασχέυματα μελανόματος θετικά σε μετάλλαξη BRAF V600.

    Προσδιορισμός της κατάστασης της μετάλλαξης BRAF

    Πριν από τη λήψη του dabrafenib ή του συνδυασμού με trametinib, οι ασθενείς πρέπει να έχουν επιβεβαιωμένη θετική κατάσταση του νεοπλάσματος ως προς τη μετάλλαξη BRAF V600 μέσω μίας έγκυρης δοκιμασίας. Στις κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙ και Φάσης ΙΙΙ στο μελάνωμα, η προκαταρκτική αξιολόγηση για την καταλληλότητα απαιτούσε κεντρικό έλεγχο για τη μετάλλαξη BRAF V600 με τη χρήση μίας δοκιμασίας για τη μετάλλαξη BRAF που πραγματοποιείτο στο πιο πρόσφατο διαθέσιμο δείγμα του όγκου. Πρωτοπαθής όγκος ή όγκος από μεταστατική εστία ελέγχθηκε με μία δοκιμασία αποκλειστικά ερευνητικής χρήσης (IUO). Η IUO είναι μία ειδική ως προς ορισμένα αλλήλια δοκιμασία αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR) που πραγματοποιείται σε DNA που εξάγεται από μονιμοποιημένο σε φορμόλη, εγκλεισμένο σε παραφίνη (FFPE) νεοπλασματικό ιστό. Η δοκιμασία σχεδιάστηκε ειδικά για τη διαφοροποίηση μεταξύ των μεταλλάξεων V600E και V600K. Μόνο οι ασθενείς με όγκους θετικούς στη μετάλλαξη BRAF V600E ή V600K ήταν κατάλληλοι για συμμετοχή στη μελέτη.

    Στη συνέχεια, τα δείγματα όλων των ασθενών επανεξετάστηκαν χρησιμοποιώντας την έγκυρη δοκιμασία bioMerieux (bMx) THxID BRAF που έχει πιστοποίηση CE. Η δοκιμασία bMx THxID BRAF είναι μία ειδική ως προς ορισμένα αλλήλια PCR που πραγματοποιείται σε DNA που εξάγεται από FFPE νεοπλασματικό ιστό. Η δοκιμασία σχεδιάστηκε για την ανίχνευση των μεταλλάξεων BRAF V600E και V600K με υψηλή ευαισθησία (έως 5% της ακολουθίας V600E και V600K σε ένα πλαίσιο ακολουθίας φυσικού τύπου με τη χρήση DNA που έχει εξαχθεί από FFPE ιστό). Μη κλινικές και κλινικές μελέτες με αναδρομικές αμφίδρομες αναλύσεις ακολουθίας Sanger έχουν δείξει ότι η εξέταση ανιχνεύει, επίσης, τις λιγότερο συχνές μεταλλάξεις BRAF V600D και V600E/K601E με μικρότερη ευαισθησία. Από τα δείγματα των μη κλινικών και των κλινικών μελετών (n=876) που ήταν θετικά για μετάλλαξη κατά τη δοκιμασία THxID BRAF και ακολούθως αλληλουχήθηκαν χρησιμοποιώντας τη μέθοδο αναφοράς, η ειδικότητα της δοκιμασίας ήταν 94%.

    Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

    Μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα

    • Dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib

    Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς

    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της συνιστώμενης δόσης του trametinib (2 mg άπαξ ημερησίως) σε συνδυασμό με dabrafenib (150 mg δύο φορές ημερησίως) για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα με μετάλλαξη BRAF V600 μελετήθηκε σε δύο μελέτες Φάσης ΙΙΙ και σε μία υποστηρικτική μελέτη Φάσης Ι/ΙΙ.

    MEK115306 (COMBI d)

    Η μελέτη MEK115306 ήταν μία Φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη σύγκρισης του συνδυασμού dabrafenib και trametinib έναντι dabrafenib και εικονικού φαρμάκου στην 1η γραμμή θεραπεία για άτομα με μη εξαιρέσιμο (Σταδίου IIIC) ή μεταστατικό (Σταδίου IV) θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600E/K δερματικό μελάνωμα. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), με κύριο δευτερεύον καταληκτικό σημείο τη συνολική επιβίωση (OS). Τα άτομα διαστρωματώθηκαν ανά επίπεδο γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH) (>ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) έναντι ≤ULN) και μετάλλαξη BRAF (V600E έναντι V600K).

    Τυχαιοποιήθηκε ένα σύνολο 423 ασθενών σε αναλογία 1:1 ώστε να λάβει είτε συνδυασμό (N=211) είτε dabrafenib (N=212). Τα περισσότερα άτομα ήταν Καυκάσιοι (>99%) και άρρενες (53%), με διάμεση ηλικία 56 ετών (το 28% ήταν ≥65 ετών). Η πλειοψηφία των ατόμων είχε νόσο σταδίου IVM1c (67%). Τα περισσότερα άτομα είχαν LDH ≤ULN (65%), κατάσταση λειτουργικότητας κατά Eastern Cooperative Oncology Group (ECOG) 0 (72%), και σπλαχνική νόσο (73%) κατά την αρχική εκτίμηση. Η πλειοψηφία των ατόμων είχε μετάλλαξη BRAF V600E (85%). Τα άτομα με εγκεφαλικές μεταστάσεις δεν συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη.

    Η διάμεση συνολική επιβίωση (ΟS) και τα εκτιμώμενα ποσοστά 1ετούς, 2ετούς, 3ετούς, 4ετούς και 5ετούς επιβίωσης παρουσιάζονται στον Πίνακα 6. Από μια ανάλυση της OS στα 5 χρόνια, η διάμεση OS για το σκέλος του συνδυασμού ήταν περίπου 7 μήνες μεγαλύτερη από τη μονοθεραπεία με dabrafenib (25,8 μήνες έναντι 18,7 μήνες) με ποσοστά 5ετούς επιβίωσης 32% για το συνδυασμό έναντι 27% για τη μονοθεραπεία με dabrafenib (Πίνακας 6, Εικόνα 1). Η καμπύλη OS Kaplan-Meier εμφανίζεται να σταθεροποιείται από 3 σε 5 χρόνια (βλ. Εικόνα 1). Το ποσοστό 5ετούς συνολικής επιβίωσης ήταν 40% (95% CI: 31,2, 48,4) στο σκέλος του συνδυασμού έναντι 33% (95% CI: 25,0, 41,0) στο σκέλος μονοθεραπείας με dabrafenib για ασθενείς που είχαν φυσιολογικό επίπεδο γαλακτικής αφυδρογονάσης κατά την έναρξη και 16% (95% CI: 8,4, 26,0) στο σκέλος του συνδυασμού έναντι 14% (95% CI: 6,8, 23,1) στο σκέλος μονοθεραπείας με dabrafenib για ασθενείς που είχαν αυξημένο επίπεδο γαλακτικής αφυδρογονάσης κατά την έναρξη.

    Πίνακας 6 Αποτελέσματα συνολικής επιβίωσης (OS) για τη Μελέτη MEK115306 (COMBI-d)

    Ανάλυση OS(αποκοπή δεδομένων 12-Ιαν-2015) Ανάλυση 5ετούς OS(αποκοπή δεδομένων: 10-Δεκ-2018)
    Dabrafenib + Dabrafenib + Trametinib Εικονικό(n=211) φάρμακο(n=212) Dabrafenib + Dabrafenib +Trametinib Εικονικό φάρμακο(n=211) (n=212)
    Αριθμός ασθενών
    Απεβίωσαν
    (περιστατικό), n 99 (47) 123 (58) 135 (64) 151 (71)
    (%)
    Εκτιμήσεις OS (months)
    Διάμεση (95% 25,1 18,7 25,8 18,7
    CI) (19,2, NR) (15,2, 23,7) (19,2, 38,2) (15,2, 23,1)
    Λόγος κινδύνου 0,71 0,80
    (95% CI) (0,55, 0,92) (0,63, 1,01)
    Τιμή p 0,011 NA
    Εκτίμηση Dabrafenib + Εικονικό φάρμακο(n=212)
    συνολικής Dabrafenib + Trametinib
    επιβίωσης, % (n=211)
    (95% CI)
    Σε 1 χρόνο 74 (66,8, 79,0) 68 (60,8, 73,5)
    Σε 2 χρόνια 52 (44,7, 58,6) 42 (35,4, 48,9)
    Σε 3 χρόνια 43 (36,2, 50,1) 31 (25,1, 37,9)
    Σε 4 χρόνια 35 (28,2, 41,8) 29 (22,7, 35,2)
    Σε 5 χρόνια 32 (25,1, 38,3) 27 (20,7, 33,0)
    NR = Δεν επετεύχθει, NA = Δεν εφαρμόζεται

    Εικόνα 1 Καμπύλες συνολικής επιβίωσης Kaplan-Meier για τη μελέτη MEK115306

    (Πληθυσμός ITT)

    Dabrafenib + Trametinib Dabrafenib + Εικονικό φάρμακι

    1.0

    Εκτιμώμενη λειτουργία επιβίωσης

    0.8

    0.6

    0.4

    0.2

    0.0

    0 6 12 18 24 30 36 42 48 54 60 66 72 78

    Ασθενείς σε κίνδυνο:

    Χρόνος από την τυχαιοποίηση (Μήνες)
    Dabrafenib + Trametinib 211 188 145 113 98 86 79 71 63 60 57 54 12 0
    Dabrafenib + Εικονικό φάρμακο 212 175 137 104 84 69 60 56 54 51 50 46 10 0

    Οι βελτιώσεις για το κύριο καταληκτικό σημείο της PFS διατηρήθηκαν σε χρονικό διάστημα 5 ετών στο σκέλος το συνδυασμού σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με dabrafenib. Βελτιώσεις παρατηρήθηκαν επίσης για το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) και επίσης, παρατηρήθηκε μεγαλύτερη διάρκεια ανταπόκρισης (DoR) στο σκέλος το συνδυασμού σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με dabrafenib (Πίνακας 7).

    Πίνακας 7 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη μελέτη MEK115306 (COMBI-d)

    Κύρια ανάλυση (αποκοπή δεδομένων:26 Αυγούστου 2013) Επικαιροποιημένη ανάλυση (αποκοπή δεδομένων:12 Ιανουαρίου 2015) 5ετής ανάλυση (αποκοπή δεδομένων:10 Δεκεμβρίου 2018)
    Καταληκτικό σημείο Dabrafenib+Trametinib (n=211) Dabrafenib+Εικονικό φάρμακο(n=212) Dabrafenib+Trametinib (n=211) Dabrafenib+Εικονικό φάρμακο(n=212) Dabrafenib+Trametinib (n=211) Dabrafenib+Εικονικό φάρμακο(n=212)
    PFSa
    Εξέλιξη της νόσου ή θάνατος, n (%) 102 (48) 109 (51) 139 (66) 162 (76) 160 (76) 166 (78)
    Διάμεση PFS, μήνες (95 % CI) 9,3(7,7, 11,1) 8,8(5,9, 10,9) 11,0(8,0, 13,9) 8,8(5,9, 9,3) 10,2(8,1, 12,8) 8,8(5,9, 9,3)
    Λόγος κινδύνου(95% CI) 0,75(0,57, 0,99) 0,67(0,53, 0,84) 0,73(0,59, 0,91)
    Τιμή P 0,035 <0,001 NA
    ORRb% (95% CI) 67(59,9, 73,0) 51(44,5, 58,4) 69(61,8,74,8) 53(46,3, 60,2) 69(62,5, 75,4) 54(46,8, 60,6)
    Διαφορά ORR(95% CI) 15e (5,9, 24,5) 15e (6,0, 24,5) NA
    Τιμή P 0,0015 0,0014f NA
    Διάμεση DoRc(μήνες)(95% CI) 9,2d (7,4, NR) 10,2d (7,5, NR) 12,9(9,4, 19,5) 10,6(9,1, 13,8) 12,9(9,3, 18,4) 10,2(8,3, 13,8)
    a Επιβίωση χωρίς εξέλιξη (εκτίμηση ερευνητή)b Ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης=Πλήρης ανταπόκριση + Μερική ανταπόκρισηc Διάρκεια της ανταπόκρισηςd Στο χρονικό σημείο αναφοράς, η πλειοψηφία (≥59%) των εκτιμώμενων από τον ερευνητή απαντήσεων βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξηe Η διαφορά στο ORR υπολογίστηκε βάσει μη στρογγυλοποιημένου αποτελέσματος ORRf Η επικαιροποιημένη ανάλυση δεν ήταν προσχεδιασμένη και η τιμη p δεν είναι προσαρμοσμένη για πολλαπλούς ελέγχουςNR = Δεν επιτεύχθηκεNA = Δεν εφαρμόζεται

    MEK116513 (COMBI-v)

    Η μελέτη MEK116513 ήταν μία 2-σκελών, τυχαιοποιημένη, ανοιχτή μελέτη Φάσης ΙΙΙ σύγκρισης της συνδυαστικής θεραπείας dabrafenib και trametinib με μονοθεραπεία με vemurafenib στο θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600 μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η OS με κύριο δευτερεύον καταληκτικό σημείο την PFS. Τα άτομα διαστρωματώθηκαν ανά επίπεδο γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH) (>ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) έναντι ≤ ULN) και μετάλλαξη BRAF (V600E έναντι V600K).

    Τυχαιοποιήθηκαν συνολικά 704 άτομα σε αναλογία 1:1 είτε σε συνδυασμό είτε σε vemurafenib. Τα περισσότερα άτομα ήταν Καυκάσιοι (>96%) και άρρενες (55%), με διάμεση ηλικία 55 ετών (το 24% ήταν ≥65 ετών). Η πλειοψηφία των ατόμων είχε νόσο σταδίου IV M1c (61% συνολικά). Τα περισσότερα άτομα είχαν LDH ≤ULN (67%), κατάσταση λειτουργικότητας κατά ECOG 0 (70%), και σπλαχνική νόσο (78%) κατά την αρχική εκτίμηση. Συνολικά, το 54% των ατόμων είχε < 3 εστίες νόσου κατά την αρχική εκτίμηση. Η πλειοψηφία των ατόμων είχε θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600E μελάνωμα (89%). Τα άτομα με εγκεφαλικές μεταστάσεις δεν συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη.

    Η διάμεση συνολική επιβίωση (ΟS) και τα εκτιμώμενα ποσοστά 1ετούς, 2ετούς, 3ετούς, 4ετούς και 5ετούς επιβίωσης παρουσιάζονται στον Πίνακα 8. Από μια ανάλυση της OS στα 5 χρόνια, η διάμεση OS για το σκέλος του συνδυασμού ήταν περίπου 8 μήνες μεγαλύτερη από τη διάμεση OS για τη μονοθεραπεία με vemurafenib (26,0 μήνες έναντι 17, 8 μήνες) με ποσοστά 5ετούς επιβίωσης 36% για το συνδυασμό έναντι 23% για τη μονοθεραπεία με vemurafenib (Πίνακας 8, Εικόνα 2). Η καμπύλη OS Kaplan-Meier εμφανίζεται να σταθεροποιείται από 3 σε 5 χρόνια (βλ. Εικόνα 2). Το ποσοστό 5ετούς συνολικής επιβίωσης ήταν 46% (95% CI: 38,8, 52,0) στο σκέλος του συνδυασμού έναντι 28% (95% CI: 22,5, 34,6) στο σκέλος μονοθεραπείας με vemurafenib για ασθενείς που είχαν φυσιολογικό επίπεδο γαλακτικής αφυδρογονάσης κατά την έναρξη και 16% (95% CI: 9,3, 23,3) στο σκέλος του συνδυασμού έναντι 10% (95% CI: 5,1, 17,4) στο σκέλος μονοθεραπείας με vemurafenib για ασθενείς που είχαν αυξημένο επίπεδο γαλακτικής αφυδρογονάσης κατά την έναρξη.

    Πίνακας 8 Αποτελέσματα συνολικής επιβίωσης (OS) για τη Μελέτη MEK116513 (COMBI-v)

    Ανάλυση OS Ανάλυση 5ετούς OS (αποκοπή δεδομένων: 13-Mar-2015) (αποκοπή δεδομένων: 08-Oct-2018) Dabrafenib + Vemurafenib Dabrafenib + Vemurafenib Trametinib (n=352) Trametinib (n=352) (n=352) (n=352)
    Αριθμός ασθενών
    Απεβίωσαν
    (περιστατικό), n 155 (44) 194 (55) 216 (61) 246 (70)
    (%)
    Εκτιμήσεις OS (μήνες)
    Διάμεση (95% 25,6 18,0 26,0 17,8
    CI) (22,6, NR) (15,6, 20,7) (22,1, 33,8) (15,6, 20,7)
    Προσαρμοσμένος 0,66 0,70
    λόγος κινδύνου (0,53, 0,81) (0,58, 0,84)
    (95% CI)
    Τιμή p <0,001 NA
    Εκτίμηση
    συνολικής Dabrafenib + Trametinib Vemurafenib
    επιβίωσης, % (n=352) (n=352)
    (95% CI)
    Σε 1 χρόνο 72 (67, 77) 65 (59, 70)
    Σε 2 χρόνια 53 (47,1, 57,8) 39 (33,8, 44,5)
    Σε 3 χρόνια 44 (38,8, 49,4) 31 (25,9, 36,2)
    Σε 4 χρόνια 39 (33,4, 44,0) 26 (21,3, 31,0)
    Σε 5 χρόνια 36 (30,5, 40,9) 23 (18,1, 27,4)
    NR = Δεν επιτεύχθηκε, NA = Δεν εφαρμόζεται

    Εικόνα 2 Καμπύλες Kaplan-Meier για την συνολική επιβίωση για τη μελέτη MEK116513

    Dabrafenib + Trametinib Vemurafenib

    Εκτιμώμενη λειτουργία επιβίωσης

    1.0

    0.8

    0.6

    0.4

    0.2

    0.0

    0 6 12 18 24 30 36 42 48 54 60 66 72 78

    Χρόνος από την τυχαιοποίηση (Μήνες)

    Ασθενείς σε κίνδυνο

    Dabrafenib + Trametinib 352 311 246 201 171 151 140 130 118 109 104 49 4 0

    Vemurafenib 352 287 201 154 120 104 94 86 78 72 65 30 1 0

    Οι βελτιώσεις για το δευτερεύον καταληκτικό σημείο της PFS διατηρήθηκαν σε χρονικό διάστημα 5 ετών στο σκέλος του συνδυασμού σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με vemurafenib. Βελτιώσεις παρατηρήθηκαν επίσης για το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) και επίσης, παρατηρήθηκε μεγαλύτερη διάρκεια ανταπόκρισης (DoR) στο σκέλος το συνδυασμού σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με vemurafenib (Πίνακας 9).

    Πίνακας 9 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη μελέτη MEK116513 (COMBI-v)

    Πρωτογενής ανάλυση(αποκοπή δεδομένων: 17-Απρ-2014) 5ετής ανάλυση (Αποκοπή δεδομένων: 8-Οκτ-2018)
    Καταληκτικό σημείο Dabrafenib + Trametinib(n=352) Vemurafenib (n=352) Dabrafenib + Trametinib(n=352) Vemurafenib (n=352)
    PFSa
    Εξέλιξη της νόσου ή θάνατος,n (%) 166 (47) 217 (62) 257 (73) 259 (74)
    Διάμεση PFS (μήνες)(95% CI) 11.4(9,9, 14,9) 7,3(5,8, 7,8) 12,1(9,7, 14,7) 7,3(6,0, 8,1)
    Λόγος κινδύνου(95% CI) 0.56(0,46, 0,69) 0,62(0,52, 0,74)
    Τιμή P <0,001 ΝΑ
    ORR(95% CI) 226 (64)(59,1, 69,4) 180 (51)(46,1, 56,8) 67(62,2, 72,2) 53(47,2, 57,9)
    Διαφορά ORR(95% CI) 13(5,7, 20,2) ΝΑ
    Τιμή P 0,0005 ΝΑ
    DoRc (μήνες) Διάμεση τιμή (95% CI) 13,8d (11,0, NR) 7,5d (7,3, 9,3) 13,8(11,3, 18,6) 8,5(7,4, 9,3)
    a Επιβίωση χωρίς εξέλιξη (εκτίμηση ερευνητή)b Ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης=Πλήρης ανταπόκριση + Μερική ανταπόκρισηc Διάρκεια της ανταπόκρισηςd Στο χρονικό σημείο αναφοράς, η πλειοψηφία (≥59% των υπό dabrafenib+trametinib και 42% των υπόvemurafenib) των εκτιμώμενων από τον ερευνητή απαντήσεων βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξηNR=Δεν επιτεύχθηκεNA=Δεν εφαρμόζεται

    Προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα BRAF

    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς που λαμβάνουν τον συνδυασμό trametinib με dabrafenib, οι οποίοι εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου κατά τη διάρκεια θεραπείας με προηγούμενο αναστολέα BRAF.

    Το μέρος B της μελέτης BRF113220 συμπεριέλαβε μία κοορτή 26 ασθενών, η οποία εμφάνισε εξέλιξη της νόσου κατά τη διάρκεια θεραπείας με αναστολέα BRAF. Ο συνδυασμός 2 mg trametinib άπαξ ημερησίως και 150 mg dabrafenib δύο φορές ημερησίως επέδειξε περιορισμένη κλινική δραστηριότητα στους ασθενείς που εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου υπό θεραπεία με αναστολέα BRAF. Το επιβεβαιωμένο κατά την εκτίμηση του ερευνητή ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 15% (95% ΔΕ: 4,4, 34,9) και η διάμεση PFS ήταν 3,6 μήνες (95% ΔΕ: 1,9, 5,2). Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στους 45 ασθενείς που διασταυρώθηκαν από μονοθεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό trametinib

    2 mg QD και dabrafenib 150 mg BID στο Μέρος C αυτής της μελέτης. Σε αυτούς τους ασθενείς, 13% (95% ΔΕ: 5,0, 27,0) επιβεβαιωμένου ποσοστού ανταπόκρισης παρατηρήθηκε με διάμεση PFS

    3,6 μηνών (95% ΔΕ: 2, 4).

    Ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις

    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib σε ασθενείς με μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF που έχει παρουσιάσει εγκεφαλικές μεταστάσεις μελετήθηκε σε μία μη τυχαιοποιημένη, ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη Φάσης ΙΙ (μελέτη COMBI-MB). Συνολικά 125 ασθενείς εντάχθηκαν σε τέσσερεις κοορτές:

    • Κοορτή A: ασθενείς με μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600E με ασυμπτωματικές εγκεφαλικές μεταστάσεις χωρίς προηγούμενη τοπική κατευθυνόμενη στον εγκέφαλο θεραπεία και κατάσταση λειτουργικότητας ECOG 0 ή 1.

    • Κοορτή Β: ασθενείς με μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600E με ασυμπτωματικές εγκεφαλικές μεταστάσεις με προηγούμενη τοπική κατευθυνόμενη στον εγκέφαλο θεραπεία και κατάσταση λειτουργικότητας ECOG 0 ή 1.

    • Κοορτή Γ: ασθενείς με μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600D/Κ/R με ασυμπτωματικές εγκεφαλικές μεταστάσεις, με ή χωρίς προηγούμενη τοπική κατευθυνόμενη στον εγκέφαλο θεραπεία και κατάσταση λειτουργικότητας ECOG 0 ή 1.

    • Κοορτή Δ: ασθενείς με μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600D/Ε/Κ/R με συμπτωματικές εγκεφαλικές μεταστάσεις, με ή χωρίς προηγούμενη τοπική κατευθυνόμενη στον εγκέφαλο θεραπεία και κατάσταση λειτουργικότητας ECOG 0 ή 1 ή 2.

      Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης στην κοορτή Α ήταν η ενδοκρανιακή ανταπόκριση οριζόμενη ως το ποσοστό των ασθενών με επιβεβαιωμένη ενδοκρανιακή ανταπόκριση η οποία αξιολογήθηκε από τον ερευνητή με τη χρήση των τροποποιημένων Κριτηρίων Αξιολόγησης Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους (Response Evaluation Criteria in Solid Tumors (RECIST)) έκδοση 1.1. Η ενδοκρανιακή ανταπόκριση όπως αξιολογήθηκε από τον ερευνητή στις Kοορτές Β, Γ και Δ ήταν δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία της μελέτης. Λόγω του μικρού μεγέθους του δείγματος που αντικατοπτρίζεται σε CI εύρους 95%, τα αποτελέσματα στις κοόρτες Β, Γ και Δ θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα συνοψίζονται στον Πίνακα 10.

      Πίνακας 10 Δεδομένα αποτελεσματικότητας σύμφωνα με την αξιολόγηση του ερευνητή στην μελέτη COMBI-MB

      Πληθυσμός όλων των ασθενών που έλαβαν θεραπεία
      Καταληκτικά σημεία/ Αξιολόγηση Κοορτή A N=76 Κοορτή B N=16 Κοορτή C N=16 Κοορτή D N=17
      Ποσοστό ενδοκρανιακής ανταπόκρισης, % (95% CI)
      59%(47,3, 70,4) 56%(29,9, 80,2) 44%(19,8, 70,1) 59%(32,9, 81,6)
      Διάρκεια ενδοκρανιακής ανταπόκρισης, διάμεση, μήνες (95% CI)
      6,5(4,9, 8,6) 7,3(3,6, 12,6) 8,3(1,3, 15,0) 4,5(2,8, 5,9)
      Συνολικός ρυθμός ανταπόκρισης, % (95% CI)
      59%(47,3, 70,4) 56%(29,9, 80,2) 44%(19,8, 70,1) 65%(38,3, 85,8)
      Επιβίωση χωρίς επιδείνωση, διάμεση, μήνες (95% CI)
      5,7(5,3, 7,3) 7,2(4,7, 14,6) 3,7(1,7, 6,5) 5,5(3,7, 11,6)
      Συνολική επιβίωση, διάμεση, μήνες (95% CI)
      10,8(8,7, 17,9) 24,3(7,9, NR) 10,1(4,6, 17,6) 11,5(6,8, 22,4)
      CI = Διάστημα εμπιστοσύνης, NR = Δεν επιτεύχθηκε
    • Μονοθεραπεία με Dabrafenib

    Η αποτελεσματικότητα του dabrafenib στην αντιμετώπιση ενηλίκων ασθενών με θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600 μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα έχει αξιολογηθεί σε 3 κλινικές μελέτες (BRF113683 [BREAK-3], BRF113929 [BREAK-MB] και BRF113710 [BREAK-2]) που

    περιέλαβαν ασθενείς με μεταλλάξεις BRAF V600E και/ή V600K.

    Σε αυτές τις κλινικές μελέτες συμπεριλαμβάνονταν συνολικά 402 άτομα με μετάλλαξη BRAF V600E και 49 άτομα με μετάλλαξη BRAF V600K. Οι ασθενείς με μελάνωμα καθοδηγούμενο από μεταλλάξεις BRAF εκτός της V600E αποκλείστηκαν από τη μελέτη επιβεβαίωσης και σε σχέση με ασθενείς με τη μετάλλαξη V600K σε κλινικές μελέτες μονού σκέλους η δραστικότητα εμφανίζεται χαμηλότερη από ότι σε όγκους με V600E.

    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με μελάνωμα που υποκρύπτει μεταλλάξεις BRAF V600 εκτός των V600E και V600K. Η αποτελεσματικότητα του dabrafenib σε ασθενείς που είχαν αντιμετωπιστεί στο παρελθόν με έναν αναστολέα πρωτεϊνικής κινάσης δεν έχει διερευνηθεί.

    Ασθενείς που δεν έχουν λάβει προηγουμενη θεραπεία (αποτελέσματα από τη μελέτη Φάσης III

    [BREAK-3])

    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του dabrafenib αξιολογήθηκαν σε μία Φάσης III τυχαιοποιημένη, ανοιχτή μελέτη [BREAK 3] που σύγκρινε το dabrafenib με τη δακαρβαζίνη (DTIC) σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμενη θεραπεία με θετικό για τη μετάλλαξη BRAF V600E προχωρημένο (μη εξαιρέσιμο Σταδίου III) ή μεταστατικό (Σταδίου IV) μελάνωμα. Οι ασθενείς με μελάνωμα καθοδηγούμενο από μεταλλάξεις BRAF εκτός της V600E αποκλείστηκαν.

    Ο κύριος στόχος αυτής της μελέτης ήταν να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του dabrafenib συγκριτικά με την DTIC σε σχέση με την PFS σύμφωνα με την αξιολόγηση του ερευνητή. Στους ασθενείς στο σκέλος της DTIC επιτρεπόταν να μεταπηδήσουν σε dabrafenib μετά από ανεξάρτητη ακτινολογική επιβεβαίωση της αρχικής εξέλιξης. Τα χαρακτηριστικά αναφοράς ήταν ισορροπημένα ανάμεσα στις ομάδες θεραπείας. Εξήντα τοις εκατό των ασθενών ήταν άνδρες και 99,6% ήταν Καυκάσιοι. Η διάμεση ηλικία ήταν 52 έτη, ενώ το 21% των ασθενών ήταν ηλικίας ≥65 ετών, το 98,4% είχαν κατάσταση λειτουργικότητας ECOG 0 ή 1 και το 97% των ασθενών είχαν μεταστατική νόσο.

    Στην προκαθορισμένη ανάλυση με σημείο αποκοπής των δεδομένων την 19 Δεκεμβρίου 2011, επιτεύχθηκε σημαντική βελτίωση στο κύριο καταληκτικό σημείο της PFS (HR=0,30, 95% Cl 0,18, 0,51, p <0,0001). Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα από την κύρια ανάλυση και μία ανάλυση post-hoc με επιπλέον παρακολούθηση 6 μηνών συνοψίζονται στον Πίνακα 11. Δεδομένα για την OS από μία περαιτέρω ανάλυση post hoc με περικοπή των δεδομένων την 18η Δεκεμβρίου 2012 παρουσιάζονται στην Εικόνα 3.

    Πίνακας 11 Αποτελεσματικότητα σε ασθενείς που δεν είχαν αντιμετωπιστεί στο παρελθόν (Μελέτη BREAK-3, 25 Ιουνίου 2012)

    Δεδομένα έως19 Δεκεμβρίου 2011 Δεδομένα έως 25 Ιουνίου 2012
    Dabrafenib N=187 DTIC N=63 Dabrafenib N=187 DTIC N=63
    Επιβίωση χωρίς εξέλιξη
    Διάμεση τιμή, μήνες (95 % CI)HR (95 % CI) 5,1 (4,9, 6,9) 2,7 (1,5, 3,2) 6,9 (5,2, 9,0) 2,7 (1,5, 3,2)
    0,30 (0,18, 0,51)P < 0,0001 0,37 (0,24, 0,58)P < 0,0001
    Συνολική ανταπόκρισηα
    % (95 % CI) 53 (45,5, 60,3) 19 (10,2, 30,9) 59 (51,4, 66,0) 24 (14, 36,2)
    Διάρκεια ανταπόκρισης
    Διάμεση τιμή, μήνες (95 % CI) N=995,6 (4,8, NR) N=12 NR (5,0, NR) N=110 8,0 (6,6, 11,5) N=15 7,6 (5,0, 9,7)
    Συντμήσεις: CI: διάστημα εμπιστοσύνης, DTIC: δακαρβαζίνη, HR: αναλογία κινδύνου, NR: δεν επιτεύχθηκεa Ορίζεται ως πλήρης+μερική ανταπόκριση.

    Έως το σημείο αποκοπής της 25ης Ιουνίου 2012, τριανταπέντε ασθενείς (55,6%) από τους 63 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε DTIC είχαν μεταπηδήσει στο dabrafenib, ενώ το 63% των ασθενών που είχαν τυχαιοποιηθεί στο dabrafenib και το 79% των ασθενών που είχαν τυχαιοποιηθεί στη DTIC είχαν παρουσιάσει εξέλιξη ή είχαν καταλήξει. Η διάμεση PFS έπειτα από τη μεταβαση ήταν 4,4 μήνες.

    Πίνακας 12 Δεδομένα επιβίωσης από την κύρια ανάλυση και από τις post-hoc αναλύσεις

    Σημείο αποκοπής Αντιμετώπιση Αριθμός θανάτων (%) Αναλογία κινδύνου(95% CI)
    19 Δεκεμβρίου 2011 DTIC 9 (14%) 0,61 (0,25, 1,48)(α)
    dabrafenib 21 (11%)
    25 Ιουνίου 2012 DTIC 21 (33%) 0,75 (0,44, 1,29)(α)
    dabrafenib 55 (29%)
    18 Δεκεμβρίου 2012 DTIC 28 (44%) 0,76 (0,48, 1,21)(α)
    dabrafenib 78 (42%)
    (a) Οι ασθενείς δεν αποκόπηκαν κατά τη στιγμή της μετάβασης

    Δεδομένα για την OS από μία περαιτέρω ανάλυση post-hoc με βάση το σημείο αποκοπής της

    18ης Δεκεμβρίου 2012 έδειξαν ποσοστό OS σε 12 μήνες 63% και 70% για τη θεραπεία με DTIC και dabrafenib, αντίστοιχα.

    Εικόνα 3 Καμπύλες Kaplan-Meier για τη συνολική επιβίωση (BREAK-3) (18 Δεκεμβρίου

    2012)

    1,0

    Τυχαιοποιημένο σκέλος θεραπείας

    Dabrafenib DTIC

    0,9

    0,8

    0,7

    0,6

    0,5

    0,4

    0,3

    0,2

    0,1

    0,0 Αριθμός ασθενών σε κίνδυνο

    DAB DTIC

    Αναλογία ασθενών εν ζωή Χρόνος από την τυχαιοποίηση (μήνες)

    Ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις (αποτελέσματα από τη μελέτη Φάσης II (BREAK-MB)

    Η BREAK-MB ήταν μία πολυκεντρική, ανοιχτή, δύο κοορτών, Φάσης II μελέτη που σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει την ενδοκράνια ανταπόκριση του dabrafenib σε ασθενείς με ιστολογικά επιβεβαιωμένο (Σταδίου IV), θετικό για μετάλλαξη BRAF (V600E ή V600K) μελάνωμα με μετάσταση στο εγκέφαλο. Οι ασθενείς εντάχθηκαν στην Κοορτή A (ασθενείς χωρίς προηγούμενη τοπική θεραπεία για μετάσταση στο εγκέφαλο) ή στην Κοορτή B (ασθενείς που έλαβαν προηγούμενη τοπική θεραπεία για μετάσταση στο εγκέφαλο).

    Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν το ποσοστό της συνολικής ενδοκράνιας ανταπόκρισης (OIRR) στον πληθυσμό ασθενών με V600E, σύμφωνα με την αξιολόγηση των ερευνητών. Το επιβεβαιωμένο OIRR και άλλα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα σύμφωνα με την αξιολόγηση του ερευνητή παρουσιάζονται στον Πίνακα 13.

    Πίνακας 13 Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις (Μελέτη

    BREAK-MB)

    Πληθυσμός Όλων των Ασθενών που Αντιμετωπίστηκαν
    BRAF V600E (Κύρια) BRAF V600K
    Κοορτή ΑN=74 Κοορτή ΒN=65 Κοορτή ΑN=15 Κοορτή ΒN=18
    Ποσοστό συνολικής ενδοκράνιας ανταπόκρισης, % (95% CI)α
    39% (28,0, 51,2) P <0,001b 31% (19,9, 43,4) P <0,001β 7% (0,2, 31,9) 22% (6,4, 47,6)
    Διάρκεια της ενδοκράνιας ανταπόκρισης, διάμεση, μήνες (95% CI)
    N=294,6 (2,8, NR) N=20 6,5 (4,6, 6,5) N=12,9 (NR, NR) N=43,8 (NR, NR)
    Συνολική ανταπόκριση, % (95% CI)α
    38% (26,8, 49,9) 31% (19,9, 43,4) 0 (0, 21,8) 28% (9,7, 53,5)
    Διάρκεια της ανταπόκρισης, διάμεση, μήνες (95% CI)
    N=285,1 (3,7, NR) N=20 4,6 (4,6, 6,5) NA N=53,1 (2,8, NR)
    Επιβίωση χωρίς εξέλιξη, διάμεση, μήνες (95% CI)
    3,7 (3,6, 5,0) 3,8 (3,6, 5,5) 1,9 (0,7, 3,7) 3,6 (1,8, 5,2)
    Συνολική επιβίωση, διάμεση, μήνες (95% CI)
    Διάμεση, μήνες 7,6 (5,9, NR) 7,2 (5,9, NR) 3,7 (1,6, 5,2) 5,0 (3,5, NR)
    Συντμήσεις: CI: διαστημα εμπιστοσυνης, NR: δεν επιτεύχθηκε, NA: δεν βρίσκει εφαρμογή.α Επιβεβαιωμένη ανταπόκριση.β Η μελέτη σχεδιάστηκε για να υποστηρίξει ή να απορρίψει τη μηδενική υπόθεση του OIRR ≤ 10% (με βάση ιστορικά αποτελέσματα) υπέρ της εναλλακτικής υπόθεσης του OIRR ≥30% σε ασθενείς θετικούς στη μετάλλαξηBRAF V600E.

    Ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν ή απέτυχαν σε μία τουλάχιστον προηγηθείσα συστηματική θεραπεία (Αποτελέσματα από τη Φάση II [BREAK-2])

    Η BRF113710 (BREAK-2) ήταν μία πολυκεντρική, μονού σκέλους μελέτη στην οποία συμμετείχαν 92 ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα (Στάδιο IV) με επιβεβαιωμένο θετικό για τη μετάλλαξη BRAF V600E ή V600K μελάνωμα.

    Σύμφωνα με την αξιολόγηση των ερευνητών το ποσοστό επιβεβαιωμένης ανταπόκρισης σε ασθενείς με BRAF V600E μεταστατικό μελάνωμα (n=76) ήταν 59% (95% CI: 48,2, 70,3) και η διάμεση DoR ήταν 5,2 μήνες (95% CI: 3,9, μη υπολογίσιμη) με βάση διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 6,5 μηνών. Σε ασθενείς με θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600K μεταστατικό μελάνωμα (n=16) το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 13% (95% CI: 0,0, 28,7) και η διάμεση DoR ήταν 5,3 μήνες (95% CI: 3,7, 6,8). Παρότι περιορισμένη από το χαμηλό αριθμό ασθενών, η διάμεση OS ήταν σε συμφωνία με τα δεδομένα από ασθενείς με BRAF V600E θετικούς για μετάλλαξη όγκους.

    Επικουρκή θεραπεία του μελανώματος Σταδίου ΙΙΙ

    ΒRF115532 (COMBI-AD)

    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του dabrafenib σε συνδυασμό με το trametinib μελετήθηκε σε μία Φάσης ΙΙΙ, πολυκεντρική τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς με δερματικό μελάνωμα Σταδίου ΙΙΙ (Σταδίου ΙΙΙΑ [μεταστάσεις λεμφαδένων >1 mm], IIIB, ή IIIC) με μετάλλαξη BRAF V600 Ε/Κ, μετά από πλήρη εξαίρεση.

    Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 ώστε να λάβουν είτε θεραπεία συνδυασμού (dabrafenib 150 mg δύο φορές ημερησίως και trametinib 2 mg μία φορά ημερησίως) είτε δύο εικονικά φάρμακα για μια περίοδο 12 μηνών. Η ένταξη απαιτούσε πλήρη εξαίρεση του μελανώματος με πλήρη λεμφαδενεκτομή εντός 12 εβδομάδων πριν από την τυχαιοποίηση. Κάθε προηγούμενη συστηματική αντικαρκινική θεραπεία περιλαμβανομένης της ραδιοθεραπείας, δεν ήταν επιτρεπτή. Οι ασθενείς με ιστορικό προηγούμενης κακοήθειας, εάν ήταν ελεύθεροι νόσου για 5 τουλάχιστον χρόνια, ήταν επιλέξιμοι. Οι ασθενείς που παρουσίαζαν κακοήθειες με επιβεβαιωμένη ενεργοποίηση μεταλλάξεων RAS δεν ήταν επιλέξιμοι. Οι ασθενείς διαστρωματώθηκαν κατά κατάσταση μεταλλάξεων BRAF (V600Ε έναντιV600K) και στάδιο νόσου πριν τη χειρουργική επέμβαση σύμφωνα με την 7η έκδοση του Συστήματος Σταδιοποίησης του Μελανώματος της American Joint Committee on Cancer (AJCC) (έως υποστάδιο του Σταδίου ΙΙΙ, καταδεικνύοντας διαφορετικά επίπεδα εμπλοκής των λεμφαδένων και μεγέθους και εξέλκωσης του πρωτογενούς όγκου). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η εκτιμώμενη από τον ερευνητή ελεύθερη υποτροπής επιβίωση (RFS), η οποία ορίσθηκε ως ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την υποτροπή της νόσου ή το θάνατο από οποιαδήποτε αιτία. Ραδιολογική εκτίμηση του όγκου πραγματοποιούνταν κάθε 3 μήνες για τα δύο πρώτα χρόνια και μετέπειτα κάθε

    6 μήνες έως την πρώτη υποτροπή. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν τη συνολική επιβίωση (OS, βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο), την απουσία υποτροπής (FFR) και την ελεύθερη απομακρυσμένης μετάστασης επιβίωση (DMFS).

    Συνολικά 870 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στους κλάδους της θεραπείας συνδυασμού (n=438) και του εικονικού φαρμάκου (n=432). Οι περισσότεροι ασθενείς ήταν Καυκάσιοι (99%) και άρρενες (55%), με διάμεση ηλικία τα 51 έτη (18% ήταν ≥65 ετών). Η μελέτη περιελάμβανε ασθενείς με νόσο όλων των υποσταδίων του Σταδίου ΙΙΙ πριν την εκτομή. 18% αυτών των ασθενών είχαν εμπλοκή των λεμφαδένων ταυτοποιήσιμη μόνο με μικροσκόπιο και χωρίς εξέλκωση του πρωτογενούς όγκου. Η πλειονότητα των ασθενών είχαν μετάλλαξη BRAF V600E (91%).

    Κατά τη χρονική στιγμή της στιγμή της πρωτογενούς ανάλυσης η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 2,83 χρόνια στο σκέλος συνδυασμού dabrafenib με trametinib και 2,75 χρόνια στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου.

    Αποτελέσματα για την πρωτογενή ανάλυση της RFS παρουσιάζονται στον Πίνακα 14. Η μελέτη έδειξε μια στατιστικά σημαντική διαφορά για το κύριο αποτέλεσμα της εκτιμώμενης από τον ερευνητή RFS μεταξύ των σκελών θεραπείας με διάμεση RFS 16,6 μηνών για το σκέλος του εικονικού φαρμάκου και με RFS που δεν έχει ακόμα προσδιορισθεί για το σκέλος του συνδυασμού (HR: 0,47; 95% διάστημα εμπιστοσύνης: (0,39, 0,58); p=1,53×10-14). Το όφελος που παρατηρήθηκε ως προς την RFS επιδείχθηκε με συνέπεια σε όλες τις υποομάδες ασθενών περιλαμβανομένων ηλικίας, φύλου και φυλής. Τα αποτελέσματα εμφάνισαν επίσης συνέπεια σε όλους τους παράγοντες διαστρωμάτωσης για το στάδιο της νόσου και τον τύπο μετάλλαξης BRAF V600.

    Πίνακας 14 Αποτελέσματα εκτιμώμενης από τον ερευνητή RFS για τη μελέτη BRF115532 (COMBI-AD πρωτογενής ανάλυση)

    Dabrafenib + Trametinib Εικονικό φάρμακοΠαράμετρος RFSr N=438 N=432
    Αριθμός περιστατικών, n (%) 166 (38%) 248 (57%)Επανεμφάνιση 163 (37%) 247 (57%)Υποτροπή με απομακρυσμένες 103 (24%) 133 (31%)μεταστάσεις 3 (<1%) 1 (<1%)ΘάνατοςΔιάμεσο (μήνες) NE 16,6 (95% CI) (44,5, NE) (12,7, 22,1)Αναλογία κινδύνου[1] 0,47(95% CI) (0,39, 0,58)Τιμή p[2] 1,53×10-141-ετές ποσοστό (95% CI) 0,88 (0,85, 0,91) 0,56 (0,51, 0,61)2-ετές ποσοστό (95% CI) 0,67 (0,63, 0,72) 0,44 (0,40, 0,49)3-ετές ποσοστό (95% CI) 0,58 (0,54, 0,64) 0,39 (0,35, 0,44)1] Η αναλογία κινδύνου αποκτήθηκε από το διαστρωματωμένο μοντέλο Pike.[2] Ο τιμή p αποκτήθηκε από τη διπλής όψης διαστρωματωμένη δοκιμή logrank (παράγοντες διαστρωμάτωσης ήταν το στάδιο της νόσου – IIIA vs. IIIB vs. IIIC – και ο τύπος της μετάλλαξης BRAF V600 – V600E vs. V600K)NE = μη εκτιμήσιμο

    Κατά τη χρονική στιγμή της στιγμή της κύριας ανάλυσης της OS, η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 8,3 χρόνια στο σκέλος συνδυασμού και 6,9 χρόνια στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Η παρατηρούμενη διαφορά στην OS δεν ήταν στατιστικά σημαντική (HR: 0,80;

    95% CI: 0,62, 1,01) με 125 περιστατικά (29%) στο σκέλος συνδυασμού και 136 περιστατικά (31%) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Τα εκτιμώμενα ποσοστά 5ετούς OS ήταν 79% στο σκέλος συνδυασμού και 70% στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου και τα εκτιμώμενα ποσοστά 10ετούς OS ήταν 66% στο σκέλος συνδυασμού και 63% στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου.

    Εικόνα 4 RFS Καμπύλες Kaplan-Meier για τη μελέτη BRF115532 (πληθυσμός ITT,

    επικαιροποιημένα αποτελέσματα)

    1,0

    0,9

    Ποσοστό ασθενών εν ζωή και

    ελεύθεροι υποτροπής

    0,8

    0,7

    0,6

    0.5

    0,4

    0,3

    0,2

    0,1

    0,0

    Ομάδα

    Dabrafenib + trametinib

    Εικονικό άρμακο

    N Περιστατικά Διάμεσο, μήνες (95% CI)

    438 190 NA (47,9, NA)

    432 262 16,6 (12,7, 22,1)

    HR για υποτροπή = 0,51 95% CI (0,42, 0,61)

    0 2 4

    6 8 10 12 14 16 18 20 22 24

    26 28 30 32

    34 36 38 40 42 44 46 48 50 52 54 56 58 60 62 64 66 68 70 72 74 76 78 80

    Χρόνος από την τυχαιοποίηση (μήνες)

    Ασθενεις σε κίνδυ

    Dabrafenib+ Trametinib 438 413 405 391 381 372 354 335 324 298 281 275 262 256 249 242 236 233 229 228 221 217 213 210 204 202 199 195 176 156 133 109 92

    80 45 38

    17 8 6 2 0

    Ενονικό φάρμακο

    432 387 322 280 263 243 219 204 199 185 178 175 168 166 164 158 157 151 147 146 143 140 139 137 136 133 133 132 121 115 99 80 69

    56 35 26

    13 1 1 2 0

    Με βάση 153 περιστατικά (60[14%] στο σκέλος συνδυασμού και 93 [22%] στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου) που αντιστοιχούν σε κλάσμα πληροφορίας 26% του συνολικού στόχου 597 περιστατικών OS, η υπολογιζόμενη αναλογία κινδύνου για την OS ήταν (95% CI: 0,42, 0,79; p=0,0006). Τα αποτελέσματα αυτά δεν πέτυχαν το προκαθορισμένο όριο για να διεκδικήσουν στατιστική σημαντικότητα σε αυτή την πρώτη διάμεση ανάλυση OS (ΗΡ=0,50, p=0,000019). Οι εκτιμήσεις επιβίωσης σε 1 και 2 έτη από την τυχαιοποίηση ήταν 97% και 91% στο σκέλος συνδυασμού και 94% και 83% στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα.

    Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα Μελέτη BRF113928

    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του dabrafenib σε συνδυασμό με το trametinib μελετήθηκε σε μία Φάσης ΙΙ, τριών κοορτών, πολυκεντρική, μη τυχαιοποιημένη και ανοικτή μελέτη στην οποία εντάχθηκαν ασθενείς με NSCLC σταδίου IV με μετάλλαξη BRAF V600E. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ORR με χρήση των RECIST 1.1 αξιολογημένα από τον ερευνητή. Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν τα DoR, PFS, OS, ασφάλεια και φαρμακοκινητική πληθυσμού. ORR, DoR και PFS αξιολογήθηκαν επίσης από μια Ανεξάρτητη Επιτροπή Ελέγχου (IRC) ως ανάλυση ευαισθησίας.

    Οι κοορτές εντάχθηκαν διαδοχικά:

    • Κοορτή A: Μονοθεραπεία (dabrafenib 150 mg δύο φορές ημερησίως), εντάχθηκαν 84 ασθενείς. 78 ασθενείς είχαν προηγουμένως λάβει συστηματική θεραπεία για μεταστατική νόσο.

    • Κοορτή B: Θεραπεία συνδυασμού (dabrafenib 150 mg δύο φορές ημερησίως και trametinib 2 mg μία φορά ημερησίως), εντάχθηκαν 59 ασθενείς. 57 ασθενείς είχαν προηγουμένως λάβει 1-3 γραμμές προηγούμενης συστηματικής θεραπείας για μεταστατική νόσο. 2 ασθενείς δεν είχαν λάβει προηγούμενη συστηματική θεραπεία και περιελήφθησαν στην ανάλυση για τους ασθενείς που συμμετείχαν στην Κοορτή C.

    • Κοορτή C: Θεραπεία συνδυασμού (dabrafenib 150 mg δύο φορές ημερησίως και trametinib

    2 mg μία φορά ημερησίως), 34 ασθενείς. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν το υπό μελέτη φαρμακευτικό προϊόν ως θεραπεία πρώτης γραμμής για μεταστατική νόσο.

    Μεταξύ των συνολικά 93 ασθενών που εντάχθηκαν στις κοορτές της θεραπείας συνδυασμού Β και C, οι ασθενείς ήταν Καυκάσιοι (> 90%), με παρόμοιο ποσοστό θήλεων έναντι αρρένων (54% έναντι 46%), με διάμεση ηλικία 64 έτη στους ασθενείς της δεύτερης ή παραπάνω γραμμής και 68 έτη στους ασθενείς πρώτης γραμμής. Οι περισσότεροι ασθενείς (94%) που εντάχθηκαν στις κοορτές της θεραπείας συνδυασμού είχαν κατάσταση απόδοσης ECOG 0 ή 1. 26 (28%) δεν είχαν καπνίσει ποτέ. Η πλειονότητα των ασθενών είχαν ιστολογία μη πλακώδους επιθηλίου. Στον πληθυσμό που είχε λάβει προηγούμενη θεραπεία, 38 ασθενείς (67%) είχαν λάβει μια γραμμή συστηματικής θεραπείας κατά του καρκίνου για μεταστατική νόσο.

    Κατά το χρόνο της πρωτογενούς ανάλυσης, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο του εκτιμηθέντος από τον ερευνητή ORR στον πληθυσμό της θεραπείας πρώτης γραμμής ήταν 61,1% (95% CI, 43,5%, 76,9%) και στον πληθυσμό που είχε λάβει προηγούμενη θεραπεία ήταν 66,7% (95% CI, 52,9%, 78,6%). Το αποτέλεσμα αυτό πληροί τη στατιστική σημαντικότητα ώστε να απορριφθεί η μηδενική υπόθεση ότι το ORR του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib για αυτόν τον πληθυσμό NSLC ήταν λιγότερο ή ίσο με 30%. Τα αποτελέσματα για το ORR που αξιολογήθηκαν από Ανεξάρτητη Επιτροπή Ελέγχου (IRC) συμφωνούσαν με την αξιολόγηση του ερευνητή. H αποτελεσματικότητα του συνδυασμού με trametinib ήταν ανώτερη όταν έμμεσα συγκρίνονταν με τη μονοθεραπεία με dabrafenib στην Κοορτή Α. Η τελική ανάλυση για την αποτελεματικότητα που πραγματοποιήθηκε

    5 χρόνια μετά την χορήγηση της πρώτης δόσης στον τελευταίο ασθενή παρουσιάζεται στον Πίνακα 15.

    Πίνακας 15 Περίληψη της αποτελεσματικότητας στις κοορτές θεραπείας συνδυασμού με βάση την επισκόπηση του ερευνητή και ανεξάρτητη ακτινολογική επισκόπηση

    Καταληκτικό σημείο Ανάλυση Συνδυασμός 1ης γραμμής N=361 Συνδυασμός 2ης και πλέον γραμμήςN=571
    Συνολική Από τον Ερευνητή 23 (63,9%) 39 (68,4%)
    επιβεβαιωμένη ανταπόκριση n (%)(95% CI) Από την IRC (46,2, 79,2)23 (63,9%)(46,2, 79,2) (54,8, 80,1)36 (63.2%)(49,3, 75,6)
    Διάμεση DoR Από τον Ερευνητή 10,2 (8,3, 15,2) 9,8 (6,9, 18,3)
    Μήνες (95% CI) Από την IRC 15,2 (7,8, 23,5) 12,6 (5,8, 26,2)
    Διάμεση PFS Από τον Ερευνητή 10,8 (7,0, 14,5) 10,2 (6,9, 16,7)
    Μήνες (95% CI) Από την IRC 14,6 (7,0, 22,1) 8,6 (5,2, 16,8)
    Διάμεση OSΜήνες (95% CI) - 17,3 (12,3, 40,2) 18,2 (14,3, 28,6)
    1 Αποκοπή δεδομένων: 7 Ιανουαρίου 2021

    Διαφοροποιημένος καρκίνος του θυρεοειδούς (DTC) Μελέτη CDRB436J12301 (J12301)

    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib (D+T) αξιολογήθηκαν στη μελέτη J12301, μια τυχαιοποιημένη (2:1), διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη φάσης III σε ενήλικες ασθενείς με θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600Ε, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο διαφοροποιημένο καρκίνο του θυροειδούς, με εξέλιξη της νόσου μετά από έως και δύο προηγούμενες θεραπείες που στοχεύουν τον VEGFR (συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του lenvatinib ή του sorafenib). Η κατάσταση της μετάλλαξης BRAF V600E επιβεβαιώθηκε κεντρικά με τη χρήση της δοκιμασίας Cobas® 4800.

    153 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν dabrafenib 150 mg από του στόματος δις ημερησίως σε συνδυασμό με trametinib 2 mg από του στόματος άπαξ ημερησίως (N=101) ή εικονικό φάρμακο (N=52). Ασθενείς με όγκο θετικό σε σύντηξη RET αποκλείστηκαν. Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε από την προηγούμενη λήψη lenvatinib (ναι έναντι όχι) και τον αριθμό προηγούμενων θεραπειών που στοχεύουν τον VEGFR (1 έναντι 2). Οι επιλέξιμοι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο εικονικό φάρμακο είχαν τη δυνατότητα μεταπήδησης στο D+T μετά από επιβεβαίωση εξέλιξης της νόσου από ανεξάρτητη επιτροπή τυφλής ακτινολογικής αξιολόγησης (BIRC). Οι ασθενείς συνέχισαν την τυφλή θεραπεία της μελέτης όσο αποκόμιζαν κλινικό όφελος ή έως την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) όπως αξιολογήθηκε από την BIRC. Τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης (ORR) όπως αξιολογήθηκε από την BIRC, και η συνολική επιβίωση (OS).

    Η διάμεση ηλικία ήταν 64 έτη (εύρος 36 έως 82 έτη) με 12 (8%) ηλικίας ≥75 ετών. Η πλειονότητα των ασθενών ήταν Ασιάτες (86%) και 52% ήταν γυναίκες. Όλοι οι ασθενείς είχαν επιβεβαιωμένη διάγνωση θηλώδους καρκινώματος του θυρεοειδούς. Στη μελέτη δεν συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με θυλακιώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς. Προηγούμενη χρήση lenvatinib αναφέρθηκε για το 31% των ασθενών, και η πλειονότητα (78%) είχε λάβει μία προηγούμενη θεραπεία με στόχο τον VEGFR. Η αρχική κατάσταση απόδοσης ECOG ήταν 0 (50%), 1 (47%) ή 2 (3%). Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 14,5 μήνες στο σκέλος D+T και 5,5 μήνες στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου.

    Τα αποτελέσματα της πρωτογενούς ανάλυσης (με ημερομηνία λήξης 22 Ιανουαρίου 2025 και διάμεση παρακολούθηση 17 μηνών) παρουσιάζονται στον Πίνακα 16 και στην Εικόνα 5. Η μελέτη κατέδειξε μία στατιστικά σημαντική βελτίωση τόσο στην PFS όσο και στο ORR.

    Πίνακας 16 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας στον DTC (πρωτογενής ανάλυση μελέτης

    J12301, ITT)

    Dabrafenib + trametinib n=101 Εικονικό φάρμακοn=52
    Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου* (PFS) κατά BIRC
    Συμβάντα (%) 54 (53,5%) 43 (82,7%)
    Διάμεση PFS σε μήνες (95% CI)α 12,8 (10,2, 21,2) 3,7 (2,3, 7,5)
    Λόγος κινδύνου (95% CI)β 0,38 (0,25, 0,57)
    Τιμή-p (μονόπλευρη)γ <0,001
    Επιβεβαιωμένη καλύτερη συνολική ανταπόκριση κατά BIRC
    Επιβεβαιωμένο ORR, n (%) 58 (57,4%) 2 (3,8%)
    (95% CI)δ (47,2, 67,2) (0,5, 13,2)
    Τιμή-p (μονόπλευρη)ε <0,001
    Συνολική επιβίωση (OS)στ
    Θάνατοι, n (%) 27 (26,7%) 19 (36,5%)
    Λόγος κινδύνου (95% CI)β 0,66 (0,36, 1,19)
    * Η πρωτογενής ανάλυση της PFS περιελάμβανε αποκοπή για νέα αντικαρκινική θεραπεία. Τα αποτελέσματα για την PFS με και χωρίς αποκοπή για νέα αντικαρκινική θεραπεία ήταν συνεπή.CI: διάστημα εμπιστοσύνης, ORR= ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης (CR+PR), PR και CR επιβεβαιώνονται με επαναληπτικές αξιολογήσεις τουλάχιστον 4 εβδομάδες μετά την πρώτη τεκμηρίωση ανταπόκρισης.α Βάσει της εκτίμησης Kaplan-Meier.β Βάσει του μοντέλου παλινδρόμησης Cox στρωματοποιημένου ανάλογα με την προηγούμενη λήψη lenvatinib(ναι έναντι όχι) και τον αριθμό προηγούμενων θεραπειών που στόχευαν τον VEGFR (1 έναντι 2).γ Βάσει του ελέγχου log rank με διαστρωμάτωση ως προς την προηγούμενη λήψη lenvatinib (ναι έναντι όχι) και τον αριθμό προηγούμενων θεραπειών που στοχεύουν τον VEGFR (1 έναντι 2).δ Ακριβές διωνυμικό 95% CI κατά Clopper and Pearson.ε Βάσει δοκιμασίας κατά Cochran-Mantel-Haenszel με διαστρωμάτωση ως προς την προηγούμενη λήψη lenvatinib(ναι έναντι όχι) και τον αριθμό προηγούμενων θεραπειών που στοχεύουν τον VEGFR (1 έναντι 2).στ Η βελτίωση στη OS δεν ήταν στατιστικά σημαντική (κατά τον χρόνο της πρωτογενούς ανάλυσης, 30 ασθενείς [57,7%] είχαν ήδη μεταπηδήσει από το σκέλος του εικονικού φαρμάκου στο σκέλος D+T).

    Εικόνα 5 PFS καμπύλες Kaplan-Meier για τη μελέτη J12301 (πρωτογενής ανάλυση)

    Πιθανότητα (%)

    D+T – 54/101 (53,5%)

    Εικονικό φάρμακο – 43/52 (82,7%)

    D+T

    Εικονικό φάρμακο

    Αρ. ασθενών σε κίνδυνο Χρόνος (μήνες)

    D+T Εικονικό φάρμακο

    Άλλες μελέτες- ανάλυση της διαχείρισης της πυρεξίας

    Μελέτη CPDR001F2301 (COMBI-i) και Μελέτη CDRB436F2410 (COMBI-Aplus)

    Πυρεξία παρατηρήθηκε σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με συνδυασμό dabrafenib και trametinib. Οι αρχικές εγκριτικές μελέτες για τη θεραπεία συνδυασμού στο μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα (COMBI-d και COMBI-v. Σύνολο N=559) και στην επικουρική θεραπεία του μελανώματος (COMBI-AD, N=435) συνιστούσαν τη διακοπή μόνο του dabrafenib σε περίπτωση πυρεξίας (πυρετός ≥38,5°C). Σε δύο επόμενες μελέτες στο μη εξαιρέσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα (COMBI-i σκέλος ελέγχου, N=264) και στην επικουρική θεραπεία του μελανώματος (COMBI-Aplus, N=552), συστήνονταν η διακοπή και των δύο φαρμακευτικών προϊόντων όταν η θερμοκρασία του ασθενούς είναι ≥38°C (COMBI-Aplus), ή με το πρώτο σύμπτωμα πυρεξίας (COMBI-i, COMBI-Aplus για υποτροπιάζουσα πυρεξία). Στις COMBI-i και COMBI-Aplus υπήρχε χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης πυρεξίας βαθμού 3/4, πυρεξίας με επιπλοκές, εισαγωγής σε νοσοκομείο εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών ειδικού ενδιαφέροντος που οφείλονται σε σοβαρή πυρεξία (AESIs), του χρόνου που αφιερώθηκε στις AESIs που οφείλονταν στην πυρεξία και την οριστική διακοπή και των δύο φαρμακευτικών προϊόντων εξαιτίας AESIs που οφείλονταν στην πυρεξία (το τελευταίο μόνο στην επικουρική θεραπεία) σε σύγκριση με τις COMBI-d, COMBI-v και COMBI-AD. Η μελέτη COMBI-Aplus πέτυχε το κύριο καταληκτικό σημείο με σύνθετο ποσοστό 8,0% (95% CI: 5,9, 10,6) για πυρεξία βαθμού 3/4, εισαγωγής σε νοσοκομείο εξαιτίας της πυρεξίας, ή οριστική διακοπή της θεραπείας εξαιτίας πυρεξίας σε σύγκριση με 20,0% (95% CI: 16,3, 24,1) για τον ιστορικό έλεγχο (COMBI-AD).

    Παράταση του διαστήματος QT

    Παράταση του QTc στη χειρότερη περίπτωση κατά >60 χιλιοστά του δευτερολέπτου (msec) παρατηρήθηκε στο 3% των ασθενών που έλαβαν dabrafenib (μία περίπτωση >500 msec στον ενιαίο πληθυσμό ασφάλειας). Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ MEK115306 κανένας ασθενής που έλαβε trametinib σε συνδυασμό με dabrafenib δεν εμφάνισε παράταση QTcB στη χειρότερη περίπτωση >500 msec. Το QTcB αυξήθηκε περισσότερο από 60 msec από την αρχική τιμή στο 1% (3/209) των ασθενών. Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ MEK116513 τέσσερις ασθενείς (1%) που έλαβαν trametinib σε συνδυασμό με dabrafenib είχαν αύξηση QTcB Βαθμού 3 (>500 msec). Δύο από αυτούς τους ασθενείς είχαν αύξηση QTcB Βαθμού 3 (>500 msec), που ήταν επίσης μια αύξηση >60 msec από την αρχική τιμή.

    Η πιθανή επίδραση του dabrafenib στην παράταση του διαστήματος QT αξιολογήθηκε σε ειδική μελέτη QT πολλαπλών δόσεων. Μία υπερθεραπευτική δόση 300 mg dabrafenib δύο φορές ημερησίως, χορηγήθηκε σε 32 ασθενείς με θετικούς στην μετάλλαξη BRAF V600 όγκους. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σχετική επίδραση του dabrafenib ή των μεταβολιτών του στο διάστημα QTc.

    Παιδιατρικός πληθυσμός

    Δεδομένα από κλινικές μελέτες σε εφήβους ασθενείς με μελάνωμα είναι πολύ περιορισμένα και έχει χρησιμοποιηθεί εξαγωγή συμπερασμάτων από δεδομένα ενηλίκων για την τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητας. Μία δημοσιευμένη αναδρομική Ιταλική μελέτη περιέγραψε 6 παιδιατρικούς συμμετέχοντες με προχωρημένο μελάνωμα θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με dabrafenib σε συνδυασμό με trametinib. Η διάμεση ηλικία κατά τη διάγνωση ήταν

    15 έτη, και οι δόσεις έναρξης κυμάνθηκαν από 125 mg έως 150 mg δύο φορές την ημέρα για το dabrafenib και από 1,5 mg έως 2 mg άπαξ ημερησίως για το trametinib. Δεν παρατηρήθηκε υποτροπή νόσου σε 4 ασθενείς στο επικουρικό πλαίσιο μετά από διάμεση παρακολούθηση 22 μηνών. Στο μεταστατικό πλαίσιο, αναφέρθηκε μία περίπτωση πλήρους ανταπόκρισης και μία περίπτωση εξέλιξης της νόσου.

    Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

    Απορρόφηση

    Το dabrafenib απορροφάται μετά την από του στόματος χορήγηση με διάμεσο χρόνο για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα 2 ώρες μετά από τη δόση. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος χορηγούμενου dabrafenib είναι 95% (90% CI: 81, 110%). Η έκθεση στο dabrafenib (Cmax και AUC) αυξήθηκε με αναλογικό προς τη δόση τρόπο μεταξύ 12 και 300 mg μετά από χορήγηση μίας μεμονωμένης δόσης αλλά η αύξηση ήταν λιγότερη από αναλογική προς τη δόση μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δύο φορές την ημέρα. Μία ελάττωση στην έκθεση παρατηρήθηκε με επαναλαμβανόμενη χορήγηση, πιθανώς λόγω της επαγωγής του ιδίου μεταβολισμού. Οι λόγοι μέσης συσσώρευσης AUC Ημέρα 18/Ημέρα 1 ήταν 0,73. Μετά από χορήγηση 150 mg δύο φορές την ημέρα, η γεωμετρική μέση Cmax, AUC(0-τ) και η συγκέντρωση πριν από τη χορήγηση (Cτ) ήταν 1.478 ng/ml, 4.341 ng*hr/ml και 26 ng/ml αντίστοιχα.

    Η χορήγηση του dabrafenib μαζί με τροφή ελάττωσε τη βιοδιαθεσιμότητα (η Cmax και η AUC μειώθηκαν κατά 51% και 31% αντίστοιχα) και καθυστέρησε την απορρόφηση των καψακίων του dabrafenib σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.

    Κατανομή

    Το dabrafenib συνδέεται με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος και είναι κατά 99,7% συνδεδεμένο. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση μετά από ενδοφλέβια μικροδοσολογική χορήγηση είναι 46 L.

    Βιομετασχηματισμός

    Ο μεταβολισμός του dabrafenib διαμεσολαβείται κυρίως από το CYP2C8 και το CYP3A4 προς σχηματισμό υδροξυ-dabrafenib, το οποίο οξειδώνεται περαιτέρω μέσω του CYP3A4 προς σχηματισμό καρβοξυ-dabrafenib. Το καρβοξυ-dabrafenib μπορεί να αποκαρβοξυλιωθεί μέσω μία μη ενζυμικής διαδικασίας προς σχηματισμό απομεθυλο-dabrafenib. Το καρβοξυ-dabrafenib απεκκρίνεται στη χολή και στα ούρα. Το απομεθυλο-dabrafenib μπορεί, επίσης, να σχηματιστεί στο έντερο και να επαναπορροφηθεί. Το απομεθυλο-dabrafenib μεταβολίζεται από το CYP3A4 σε οξειδωτικούς μεταβολίτες. Η τελική ημίσεια ζωή του υδροξυ-dabrafenib είναι παράλληλη με εκείνη της μητρικής ουσίας με ημίσεια ζωή 10 ωρών ενώ ο καρβοξυ- και ο απομεθυλο-μεταβολίτης παρουσίασαν μεγαλύτερες ημίσειες ζωές (21-22 ώρες). Οι μέσες αναλογίες AUC μεταβολίτη προς μητρική ουσία μετά από χορήγηση επαναληπτικής δόσης ήταν 0,9, 11 και 0,7 για το υδροξυ-, καρβοξυ- και απομεθυλο-dabrafenib αντίστοιχα. Με βάση την έκθεση, τη σχετική δραστικότητα και τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες, τόσο το υδροξυ- όσο και το απομεθυλο-dabrafenib είναι πιθανό να συμβάλλουν στην κλινική δραστικότητα του dabrafenib, ενώ η δραστικότητα του καρβοξυ-dabrafenib δεν είναι πιθανό να είναι σημαντική.

    Αλληλεπιδράσεις φαρμακευτικού προϊόντος

    Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο dabrafenib

    Το dabrafenib είναι υπόστρωμα της ανθρώπινης P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) και του ανθρώπινου BCRP in vitro. Ωστόσο, οι μεταφορείς αυτοί έχουν ελάχιστη επίδραση στην από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα και απέκκριση του dabrafenib και ο κίνδυνος για κλινικά σχετικές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς της P gp ή του BCRP είναι χαμηλός. Ούτε το dabrafenib ούτε οι 3 κύριοι μεταβολίτες βρέθηκε να είναι αναστολείς της P gp in vitro.

    Επιδράσεις του dabrafenib σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

    Παρόλο που το dabrafenib και οι μεταβολίτες του, hydroxy-dabrafenib, carboxy-dabrafenib και desmethyl-dabrafenib, είναι αναστολείς των ανθρώπινων πολυπεπτιδίων μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OAT) 1 και OAT3 in vitro, και το dabrafenib και ο απομεθυλιωμένος μεταβολίτης του βρέθηκαν να είναι in vitro αναστολείς του μεταφορέα οργανικών κατιόντων 2 (OCT2) ο κίνδυνος φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης σε αυτούς τους μεταφορείς είναι ελάχιστος με βάση την κλινική έκθεση στο dabrafenib και τους μεταβολίτες του.

    Αποβολή

    Η τελική ημίσεια ζωή του dabrafenib μετά από ενδοφλέβια απλή μικροδοσολογική χορήγηση είναι

    2,6 ώρες. Η τελική ημίσεια ζωή του dabrafenib μετά από μία απλή από του στόματος δόση είναι 8 ώρες λόγω της περιορισμένης από την απορρόφηση απέκκρισης μετά από χορήγηση από του στόματος (φαρμακοκινητική flip-flop). Η IV κάθαρση πλάσματος είναι 12 l/hr.

    Μετά από χορήγηση μίας δόσης από του στόματος, η κύρια οδός απέκκρισης του dabrafenib είναι ο μεταβολισμός, που διαμεσολαβείται από τα CYP3A4 και CYP2C8. Το υλικό που σχετίζεται με το dabrafenib αποβάλλεται κυρίως στα κόπρανα, με το 71% της από του στόματος δόσης να ανακτάται στα κόπρανα και το 23% της δόσης στα ούρα μόνο με τη μορφή μεταβολιτών.

    Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών

    Ηπατική δυσλειτουργία

    Μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού υποδηλώνει ότι η ελαφρά αυξημένη χολερυθρίνη και/ή τα ελαφρά αυξημένα επίπεδα της AST (με βάση την ταξινόμηση του Εθνικού Αντικαρκινικού Κέντρου [NCI]) δεν επηρεάζουν σημαντικά την από του στόματος κάθαρση του dabrafenib. Επιπλέον, η ήπια ηπατική δυσλειτουργία όπως προσδιορίζεται από τη χολερυθρίνη και την AST δεν είχε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών του dabrafenib στο πλάσμα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Καθώς ο ηπατικός μεταβολισμός και η χολική απέκκριση αποτελούν τις κύριες οδούς αποβολής του dabrafenib και των μεταβολιτών του, η χορήγηση του dabrafenib θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

    Νεφρική δυσλειτουργία

    Μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού προτείνει ότι η ήπια νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει την από του στόματος κάθαρση του dabrafenib. Παρότι τα δεδομένα για τη μέτρια νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα, τα δεδομένα αυτά δεν υποδηλώνουν καμία κλινικά σημαντική επίδραση. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

    Ηλικιωμένοι

    Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, η ηλικία δεν είχε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του dabrafenib. Η ηλικία άνω των 75 ετών ήταν σημαντικός προγνωστικός παράγοντας των συγκεντρώσεων στο πλάσμα του καρβοξυ- και του απομεθυλο-dabrafenib με 40% μεγαλύτερη έκθεση σε άτομα ηλικίας ≥75 ετών, σε σχέση με άτομα ηλικίας <75 ετών.

    Σωματικό βάρος και φύλο

    Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, το φύλο και το σωματικό βάρος βρέθηκε να επηρεάζουν την από του στόματος κάθαρση του dabrafenib. Το βάρος, επίσης, επέδρασε στην από του στόματος κατανομή όγκου και στην κατανεμημένη κάθαρση. Αυτές οι φαρμακοκινητικές διαφορές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.

    Φυλή

    Η φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού δεν έδειξε σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του dabrafenib μεταξύ των Ασιατών και Καυκάσιων ασθενών. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αξιολογηθεί η πιθανή επίδραση άλλων φυλών στην φαρμακοκινητική του dabrafenib.

    Παιδιατρικός πληθυσμός

    Οι φαρμακοκινητικές εκθέσεις του dabrafenib σε μια προσαρμοσμένη ως προς το βάρος δόση σε έφηβους ασθενείς ήταν εντός του εύρους αυτών που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.

    Φαρμακευτικές πληροφορίες - TAFINLAR 50MG/CAP

    Κατάλογος εκδόχων

    Περιεχόμενο των καψακίων

    Μικροκρυσταλική κυτταρίνη Μαγνήσιο στεατικό

    Κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου Περίβλημα του καψακίου

    Κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (E172) Διοξείδιο του τιτανίου (E171) Υπρομελλόζη (E464)

    Μελάνι εκτύπωσης

    Μαύρο οξείδιο του σιδήρου (E172) Κόμμεα λάκκας Προπυλενογλυκόλη

    Ασυμβατότητες

    Δεν εφαρμόζεται.

    Διάρκεια ζωής

    3 χρόνια.

    Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

    Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

    Φύση και συστατικά του περιέκτη

    Αδιαφανής λευκή φιάλη πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) με βιδωτό πώμα από πολυπροπυλένιο και αφυγραντικό γέλης πυριτίου.

    Κάθε φιάλη περιέχει είτε 28 είτε 120 σκληρά καψάκια. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

    Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

    Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

    Συνδέσεις web

    Συσκευασία και τιμή

    BTx28 (HDPE Bottle)
    Τιμή
    934,46 €
    Συμμετοχή
    0,00 €

    Λίστα ασφαλίσεων

    Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
    BTx120 (HDPE Bottle)
    Τιμή
    -
    Συμμετοχή
    -

    Λίστα ασφαλίσεων

    Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

    Πηγές

    Εναλλάξ.

    Drugs app phone

    Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

    Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

    Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
    4.9

    Πάνω 36k αξιολογήσεις

    Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

    Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

    4.9

    Πάνω 36k αξιολογήσεις

    Λήψη

    Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

    Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

    Preveri, kaj ponuja PRO
    Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.