ERIBULIN/ACCORD INJ.SOL 0.44MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ERIBULIN/ACCORD 0.44MG/ML
To Eribulin/Accord ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχει εξελιχθεί μετά από τουλάχιστον ένα χημειοθεραπευτικό σχήμα για προχωρημένη νόσο (βλ. παράγραφο 5.1). Η προηγούμενη θεραπεία πρέπει να συμπεριελάμβανε μία ανθρακυκλίνη και μία ταξάνη, τόσο στη συμπληρωματική θεραπεία όσο και στην προχωρημένη νόσο, εκτός αν οι ασθενείς δεν ήταν κατάλληλοι για αυτές τις αγωγές.
Το Eribulin/Accord ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με ανεγχείρητο λιποσάρκωμα, οι οποίοι έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία που περιείχε ανθρακυκλίνη (εκτός εάν ήταν ακατάλληλη) για προχωρημένη ή μεταστατική νόσο (βλ. παράγραφο 5.1).
Το Eribulin/Accord πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από ειδικό γιατρό πεπειραμένο στην κατάλληλη χρήση αντικαρκινικής θεραπείας. Πρέπει να χορηγείται από εξειδικευμένο επαγγελματία υγείας.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση της εριβουλίνης ως έτοιμο προς χρήση διάλυμα είναι 1,23 mg/m2, η οποία πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 του κάθε κύκλου διάρκειας 21 ημερών.
Παρακαλούμε σημειώστε:
Στην ΕΕ η συνιστώμενη δόση αναφέρεται στη βάση της δραστικής ουσίας (εριβουλίνη). Ο υπολογισμός της ατομικής δόσης προς χορήγηση σε έναν ασθενή πρέπει να βασίζεται στην περιεκτικότητα του έτοιμου προς χρήση διαλύματος που περιέχει 0,44 mg/ml εριβουλίνης και τη
1
σύσταση δόσης 1,23 mg/m2. Οι συστάσεις μείωσης της δόσης που παρουσιάζονται παρακάτω παρουσιάζονται, επίσης, ως η δόση της εριβουλίνης προς χορήγηση, που βασίζεται στην περιεκτικότητα του έτοιμου προς χρήση διαλύματος.
Στις βασικές δοκιμές, τις αντίστοιχες δημοσιεύσεις και σε ορισμένες άλλες περιοχές, π.χ. τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ελβετία, η συνιστώμενη δόση βασίζεται στη μορφή του άλατος (μεσυλική εριβουλίνη).
Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν ναυτία ή έμετο. Θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο χορήγησης αντιεμετικής προφυλακτικής αγωγής που να περιλαμβάνει κορτικοστεροειδή.
Καθυστερήσεις της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Η χορήγηση του Eribulin/Accord την Ημέρα 1 ή 8 πρέπει να καθυστερήσει για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
-
απόλυτο αριθμό ουδετεροφίλων (ANC) < 1 x 109/l
-
αιμοπετάλια < 75 x 109/l
-
βαθμού 3 ή 4 μη αιματολογικές τοξικότητες.
Μείωση της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Συστάσεις μείωσης της δόσης για επαναθεραπεία επιδεικνύονται στον παρακάτω πίνακα.
Συστάσεις μείωσης της δόσης
| Ανεπιθύμητη ενέργεια μετά από προηγούμενη χορήγηση Eribulin/Accord | Συνιστώμενη δόση της εριβουλίνης |
| Αιματολογική: | |
| ANC < 0,5 x 109/l διάρκειας μεγαλύτερης από 7 ημέρες | 0,97 mg/m2 |
| Ουδετεροπενία με ANC < 1 x 109/l που περιπλέκεται από πυρετό ή λοίμωξη | |
| Θρομβοπενία με αριθμό αιμοπεταλίων < 25 x 109/l | |
| Θρομβοπενία με αριθμό αιμοπεταλίων < 50 x 109/l που περιπλέκεται από αιμορραγία ή που απαιτεί μετάγγιση αίματος ή αιμοπεταλίων | |
| Μη αιματολογική: | |
| Οποιαδήποτε Βαθμού 3 ή 4 κατά τον προηγούμενο κύκλο | |
| Επανεμφάνιση τυχόν αιματολογικών ή μη αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω | |
| Παρά τη μείωση σε 0,97 mg/m2 | 0,62 mg/m2 |
| Παρά τη μείωση σε 0,62 mg/m2 | Εξετάστε διακοπή της θεραπείας |
Η δόση της εριβουλίνης δεν θα πρέπει να αυξάνεται κλιμακωτά εκ νέου μετά τη μείωσή της.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Μείωση της ηπατικής λειτουργίας λόγω των μεταστάσεων
Η συνιστώμενη δόση της εριβουλίνης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A) είναι 0,97 mg/m2 χορηγούμενη ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου διάρκειας 21 ημερών. Η συνιστώμενη δόση της εριβουλίνης σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Β) είναι 0,62 mg/m2 χορηγούμενη ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου διάρκειας 21 ημερών.
Η σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C) δεν έχει μελετηθεί, αλλά αναμένεται ότι μια εντονότερη μείωση της δόσης είναι απαραίτητη εάν η εριβουλίνη χρησιμοποιηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.
Μείωση της ηπατικής λειτουργίας λόγω της κίρρωσης
Αυτή η ομάδα ασθενών δεν έχει μελετηθεί. Οι παραπάνω δόσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ήπια και μέτρια δυσλειτουργία, αλλά συνιστάται στενή παρακολούθηση, καθώς οι δόσεις μπορεί να χρειαστούν αναπροσαρμογή.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Ορισμένοι ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή μείωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης
<50 ml/min) μπορεί να έχουν αυξημένη έκθεση στην εριβουλίνη και μπορεί να χρειαστούν μείωση της δόσης. Για όλους τους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται προσοχή και στενή παρακολούθηση ασφάλειας (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν συνιστώνται ειδικές δοσολογικές προσαρμογές βάσει της ηλικίας του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.8).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Eribulin/Accord σε παιδιά και εφήβους για την ένδειξη του καρκίνου του μαστού.
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Eribulin/Accord στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη του σαρκώματος μαλακών μορίων (βλ. παράγραφο 5.1).
Τρόπος χορήγησης
Το Eribulin/Accord προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση. Η δόση μπορεί να αραιωθεί σε έως και 100 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Δεν πρέπει να αραιώνεται σε διάλυμα προς έγχυση γλυκόζης 5%. Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6. Πριν από τη χορήγηση θα πρέπει να διασφαλίζεται καλή περιφερική φλεβική προσπέλαση ή μια ανοιχτή κεντρική γραμμή. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η μεσυλική εριβουλίνη είναι φλυκταινογόνος ή ερεθιστική. Σε περίπτωση εξαγγείωσης, η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική. Για πληροφορίες σχετικά με τον χειρισμό των κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων, βλ. παράγραφο 6.6.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Θηλασμός
Αιματολογία
Η μυελοκαταστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και εκδηλώνεται κυρίως ως ουδετεροπενία (παράγραφος 4.8). Σε όλους τους ασθενείς πριν από κάθε δόση της εριβουλίνης θα πρέπει να διενεργείται παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος. Η θεραπεία με εριβουλίνη θα πρέπει να ξεκινά μόνο σε ασθενείς με τιμές ANC ≥ 1,5 x 109/l και τιμές αιμοπεταλίων > 100 x 109/l.
Εμπύρετη ουδετεροπενία εμφανίστηκε στο < 5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εριβουλίνη. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν εμπύρετη ουδετεροπενία, σοβαρή ουδετεροπενία ή θρομβοπενία πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με τις συστάσεις στην παράγραφο 4.2.
Ασθενείς με αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) ή ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) > 3 x το ανώτερο φυσιολογικό όριο ( ULN) παρουσίασαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας
Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας. Παρόλο που τα στοιχεία είναι περιορισμένα, οι ασθενείς με χολερυθρίνη > 1,5 x ULN έχουν, επίσης, υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας.
Έχουν αναφερθεί θανατηφόρα περιστατικά εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής σηψαιμίας, σηψαιμίας και σηπτικής καταπληξίας.
Η σοβαρή ουδετεροπενία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση του παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF) ή ισοδύναμου κατά την κρίση του γιατρού, σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές (βλ. παράγραφο 5.1).
Περιφερική νευροπάθεια
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία κινητικής και αισθητικής περιφερικής νευροπάθειας. Η ανάπτυξη σοβαρής περιφερικής νευροτοξικότητας απαιτεί καθυστέρηση ή μείωση της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Στις κλινικές δοκιμές, οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νευροπάθεια Βαθμού μεγαλύτερου από 2 αποκλείστηκαν. Ωστόσο, οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νευροπάθεια Βαθμού 1 ή 2 δεν ήταν πιο πιθανό να αναπτύξουν νέα συμπτώματα ή συμπτώματα επιδείνωσης από εκείνους που συμμετείχαν στη μελέτη χωρίς τη νόσο.
Παράταση του διαστήματος QT
Σε μία μη ελεγχόμενη, ανοικτή μελέτη ΗΚΓ/τος σε 26 ασθενείς, παρατηρήθηκε παράταση του διαστήματος QT την Ημέρα 8, ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση της εριβουλίνης, με καμία παρατηρηθείσα παράταση του διαστήματος QT την Ημέρα 1. Συνιστάται παρακολούθηση ΗΚΓ/τος εάν η θεραπεία ξεκινά σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες ή ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT, συμπεριλαμβανομένων των αντιαρρυθμικών κατηγορίας Ιa και III και ανωμαλίες ηλεκτρολυτών. Η υποκαλιαιμία, η υπασβεστιαιμία ή η υπομαγνησιαιμία θα πρέπει να διορθωθούν πριν την έναρξη της θεραπείας με Eribulin/Accord και οι ηλεκτρολύτες αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η εριβουλίνη θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος.
Έκδοχα
Αιθανόλη:
Αυτό το φάρμακο περιέχει 39,45 mg αλκοόλης (αιθανόλη) σε κάθε ml. Η ποσότητα σε κάθε ml αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με 1 ml μπύρας ή 1 ml κρασιού.
Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
Νάτριο:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Η εριβουλίνη απεκκρίνεται κυρίως (έως και 70%) με χολική απέκκριση. Ο πρωτεϊνικός μεταφορέας που συμμετέχει σε αυτήν τη διαδικασία είναι άγνωστος. Η εριβουλίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα των μεταφορέων της πρωτεΐνης αντίστασης καρκίνου του μαστού (BCRP), των οργανικών ανιόντων (OAT1, OAT3, OATP1B1, OATP1B3), των πρωτεϊνών ανθεκτικών σε πολλά φάρμακα (MRP2, MRP4) και της αντλίας εξαγωγής χολικών αλάτων (BSEP).
Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση φαρμάκου-φαρμάκου με αναστολείς και επαγωγείς του CYP3A4. Η έκθεση της εριβουλίνης (AUC και Cmax) παρέμεινε ανεπηρέαστη από την κετοκοναζόλη, έναν
αναστολέα του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης (Pgp), και τη ριφαμπικίνη, έναν επαγωγέα του CYP3A4.
Επιδράσεις της εριβουλίνης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων
Τα δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι η εριβουλίνη αποτελεί έναν ήπιο αναστολέα του σημαντικού ενζύμου μεταβολισμού των φαρμάκων CYP3A4. Δεδομένα in vivo δεν είναι διαθέσιμα. Η συγχορήγηση με ουσίες που έχουν στενό θεραπευτικό εύρος κι οι οποίες αποβάλλονται κυρίως μέσω μεταβολισμού από το CYP3A4 (π.χ. αλφαιντανίλη, κυκλοσπορίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνιστάται η παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η εριβουλίνη δεν αναστέλλει τα CYP ένζυμα CYP1A2, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6 ή 2E1 στις σχετικές κλινικές συγκεντρώσεις.
Σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις, η εριβουλίνη δεν ανέστειλε τη μεσολαβούμενη μέσω μεταφορέα δραστηριότητα των BCRP, OCT1, OCT2, OAT1, OAT3, OATP1B1 και OATP1B3.
Κύηση
Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση της εριβουλίνης σε εγκύους γυναίκες. Η εριβουλίνη είναι εμβρυοτοξική και τερατογόνος σε αρουραίους. Το Eribulin/Accord δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν είναι σαφώς αναγκαίο και μετά από μια προσεκτική εξέταση των αναγκών της μητέρας και του κινδύνου για το έμβρυο.
Στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να συνιστάται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη ενώ λαμβάνουν Eribulin/Accord και πρέπει να χρησιμοποιούν άκρως αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Eribulin/Accord και για 7 μήνες μετά τη θεραπεία.
Στους άνδρες με γυναίκες συντρόφους αναπαραγωγικής ηλικίας θα πρέπει να συνιστάται να μην κάνουν παιδί ενώ λαμβάνουν Eribulin/Accord και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Eribulin/Accord και για 4 μήνες μετά τη θεραπεία.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η εριβουλίνη/οι μεταβολίτες απεκκρίνεται (-ονται) στο ανθρώπινο ή το ζωικό μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί και συνεπώς, το Eribulin/Accord δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Τοξικότητα των όρχεων έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους και σκύλους (βλ. παράγραφο 5.3). Οι άρρενες ασθενείς πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές σχετικά με τη συντήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία λόγω της πιθανότητας μόνιμης στειρότητας μετά από τη θεραπεία με Eribulin/ Accord.
ν
Η εριβουλίνη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως κόπωση και ζάλη, που μπορεί να οδηγήσουν σε μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα εάν νιώθουν κουρασμένοι ή ζαλισμένοι.
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετικά με το Eribulin/Accord είναι η καταστολή του μυελού των οστών, η οποία εκδηλώνεται ως ουδετεροπενία, λευκοπενία, αναιμία, θρομβοπενία με συνοδούς λοιμώξεις. Αναφέρθηκε, επίσης, η νέα εκδήλωση ή επιδείνωση προϋπάρχουσας περιφερικής νευροπάθειας. Μεταξύ των ανεπιθύμητων ενεργειών έχουν αναφερθεί και οι γαστρεντερικές τοξικότητες, που εκδηλώνονται ως ανορεξία, ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα και στοματίτιδα. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν την κόπωση, την αλωπεκία, τα αυξημένα ηπατικά ένζυμα, τη σηψαιμία και το σύνδρομο μυοσκελετικού άλγους.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Εκτός και εάν αναφέρεται διαφορετικά, ο πίνακας δείχνει τα ποσοστά επίπτωσης των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και σάρκωμα μαλακών μορίων που έλαβαν τη συνιστώμενη δόση σε μελέτες Φάσης 2 και Φάσης 3.
Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000).
Εντός κάθε κατηγοριοποίησης συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά μειωμένης συχνότητας. Όπου οι αντιδράσεις Βαθμού 3 ή 4 εμφανίστηκαν, παρατίθενται η πραγματική συνολική συχνότητα και η συχνότητα των αντιδράσεων Βαθμού 3 ή 4.
| Kατηγορία/Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητες ενέργειες – όλοι οι Βαθμοί | |||
| Πολύ συχνές (Συχνότητα %) | Συχνές (Συχνότητα %) | Όχι συχνές (Συχνότητα %) | Σπάνιες ή μη γνωστές | |
| Λοιμώξεις και | Ουρολοίμωξη (8,5%) | Σηψαιμία (0,5%) | ||
| παρασιτώσεις | (Β3/4: 0,7%) | (Β3/4: 0,5%)α | ||
| Πνευμονία (1,6%) (Β3/4: | Ουδετεροπενική | |||
| 1,0%) | σηψαιμία (0,2%) | |||
| Καντιντίαση του στόματος | (Β3/4: 0,2%)α | |||
| Στοματικός έρπης | Σηπτική | |||
| Λοίμωξη του ανώτερου | καταπληξία | |||
| αναπνευστικού | (0,2%) (Β3/4: | |||
| συστήματος | 0,2%)α | |||
| Ρινοφαρυγγίτιδα | ||||
| Ρινίτιδα | ||||
| Έρπης ζωστήρας | ||||
| Διαταραχές του | Ουδετεροπενία | Λεμφοπενία (5,7%) | *Διάχυτη | |
| αίματος και του | (53,6%) (Β3/4: 46,0%) | (Β3/4: 2,1%) | ενδαγγειακή | |
| λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία (27,9%) | Εμπύρετη ουδετεροπενία | πήξηβ | |
| (Β3/4: 17,0%) | (4,5%) (Β3/4: 4,4%)α | |||
| Αναιμία (21,8%) | Θρομβοπενία (4,2%) | |||
| (Β3/4: 3,0%) | (Β3/4: 0,7%) | |||
| Μεταβολικές και | Μειωμένη όρεξη | Υποκαλιαιμία (6,8%) | ||
| διατροφικές | (22,5%) (Β3/4: 0,7%)δ | (Β3/4: 2,0%) | ||
| διαταραχές | Υπομαγνησιαιμία (2,8%) | |||
| (Β3/4: 0,3%) | ||||
| Αφυδάτωση (2,8%) (Β3/4: | ||||
| 0,5%)δ | ||||
| Υπεργλυκαιμία | ||||
| Υποφωσφαταιμία | ||||
| Υπασβεστιαιμία | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία Κατάθλιψη | |||
| Διαταραχές του | Περιφερική νευροπάθειαγ | Δυσγευσία | ||
| νευρικού συστήματος | (35,9%) (Β3/4: 7,3%) | Ζάλη (9,0%) (Β3/4: | ||
| Κεφαλαλγία | 0,4%)δ | |||
| (17,5%) (Β3/4: 0,7%) | Υπαισθησία | |||
| Λήθαργος | ||||
| Νευροτοξικότητα | ||||
| Διαταραχές του οφθαλμού | Αυξημένη δακρύρροια (5,8%) (Β3/4: 0,1%)δΕπιπεφυκίτιδα | |||
| Διαταραχές του ωτός και τουλαβυρίνθου | Ίλιγγος Εμβοές | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Εξάψεις Πνευμονική εμβολή(1,3%) (Β3/4: 1,1%)α | Εν τω βάθει φλεβικήθρόμβωση | ||
| Αναπνευστικές, | Δύσπνοια (15,2%)α (Β3/4: | Στοματοφαρυγγικό άλγος | Διάμεση | |
| θωρακικές | 3,5%)α | Επίσταξη | πνευμονοπάθεια | |
| διαταραχές και | Βήχας (15,0%) (Β3/4: | Ρινόρροια | (0,2%) (Β3/4: | |
| διαταραχές | 0,5%)δ | 0,1%) | ||
| μεσοθωρακίου | ||||
| Γαστρεντερικές | Ναυτία (35,7%) (Β3/4: | Κοιλιακό άλγος | Εξέλκωση του | |
| διαταραχές | 1,1%)δ | Στοματίτιδα (11,1%) | στόματος | |
| Δυσκοιλιότητα | (Β3/4: 1,0%)δ | Παγκρεατίτιδα | ||
| (22,3%) (Β3/4: 0,7%)δ | Ξηροστομία | |||
| Διάρροια (18,7%) | Δυσπεψία (6,5%) (Β3/4: | |||
| (Β3/4: 0,8%) | 0,3%)δ | |||
| Έμετος (18,1%) (Β3/4: | Γαστροοισοφαγική | |||
| 1,0%) | παλινδρόμηση Διάταση της κοιλίας | |||
| Ηπατοχολικές | Αυξημένη ασπαρτική | Ηπατοτοξικότητα | ||
| διαταραχές | αμινοτρανσφεράση (7,7%) | (0,8%) (Β3/4: | ||
| (Β3/4: 1,4%)δ | 0,6%) | |||
| Αυξημένη | ||||
| αμινοτρανσφεράση της | ||||
| αλανίνης (7,6%) (Β3/4: | ||||
| 1,9%)δ | ||||
| Αυξημένη γάμμα | ||||
| γλουταμυλτρανσφεράση | ||||
| (1,7%) (Β3/4: 0,9%)δ | ||||
| Υπερχολερυθριναιμία | ||||
| (1,4%) (Β3/4: 0,4%) | ||||
| Διαταραχές του | Αλωπεκία | Εξάνθημα (4,9%) (G3/4: | Αγγειοοίδημα | **Σύνδρομο |
| δέρματος και του | 0,1%) | Stevens- | ||
| υποδόριου ιστού | Κνησμός (3,9%) (Β3/4: | Johnson/Τοξική | ||
| 0,1%)δ | επιδερμική | |||
| Διαταραχή όνυχα | νεκρόλυσηβ | |||
| Νυχτερινοί ιδρώτες | ||||
| Ξηροδερμία | ||||
| Ερύθημα | ||||
| Υπερίδρωση | ||||
| Παλαμο-πελματιαία | ||||
| ερυθροδυσαισθησία | ||||
| (1,0%) (G3/4: 0,1%)δ | ||||
| Διαταραχές του | Αρθραλγία και μυαλγία | Οστικό άλγος (6,7%) | ||
| μυοσκελετικού | (20,4%) (Β3/4: 1,0%) | (Β3/4: 1,2%) | ||
| συστήματος και του | Οσφυαλγία (12,8%) | Μυϊκοί σπασμοί (5,3%) | ||
| συνδετικού ιστού | (Β3/4: 1,5%)Πόνος των άκρων (10,0%) | (Β3/4: 0,1%)δΜυοσκελετικό άλγος | ||
| (Β3/4: 0,7%)δ | Μυοσκελετικό άλγος του | |||
| θώρακα | ||||
| Μυϊκή αδυναμία | ||||
| Διαταραχές των | Δυσουρία | Αιματουρία | ||
| νεφρών και των | Πρωτεϊνουρία | |||
| ουροφόρων οδών | Νεφρική | |||
| ανεπάρκεια |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Κόπωση/Εξασθένιση (53,2%) (Β3/4: 7,7%)Πυρεξία (21,8%)(Β3/4: 0,7%) | Φλεγμονή βλεννογόνου (6,4%) (Β3/4: 0,9%)δΠεριφερικό Οίδημα ΆλγοςΡίγηΘωρακικό άλγος Γριπώδης συνδρομή | ||
| Διερευνήσεις | Μειωμένο σωματικό βάρος (11,4%) (Β3/4: 0,4%)δ |
α Περιλαμβάνει συμβάντα Βαθμού 5.
β Από αυθόρμητες αναφορές
γ Περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους της περιφερικής νευροπάθειας, της κινητικής περιφερικής νευροπάθειας, της πολυνευροπάθειας, της παραισθησίας, της περιφερικής αισθητηριακής νευροπάθειας, της αισθητικοκινητικής περιφερικής νευροπάθειας και της απομυελινωτικής πολυνευροπάθειας.
δ Κανένα συμβάν Βαθμού 4.
* Σπάνιες
** Μη γνωστή συχνότητα
Συνολικά, τα προφίλ ασφάλειας σε πληθυσμούς ασθενών με καρκίνο του μαστού και σάρκωμα μαλακών μορίων ήταν παρόμοια.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ουδετεροπενία
Η ουδετεροπενία που παρατηρήθηκε ήταν αναστρέψιμη και μη αθροιστική, ο μέσος χρόνος για το ναδίρ ήταν 13 ημέρες και ο μέσος χρόνος ανάκαμψης από σοβαρή ουδετεροπενία (< 0,5 x 109/l) ήταν 8 ημέρες.
Αριθμοί ουδετερόφιλων < 0,5 x 109/l που διαρκούν για περισσότερο από 7 ημέρες παρουσιάστηκαν στο 13% των ασθενών με καρκίνο του μαστού που έλαβαν θεραπεία με εριβουλίνη στη μελέτη EMBRACE.
Ουδετεροπενία αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη θεραπεία (TEAE) σε 151/404 (37,4% για όλους τους βαθμούς) στον πληθυσμό του σαρκώματος, σε σύγκριση με 902/1.559 (57,9% για όλους τους βαθμούς) στον πληθυσμό του καρκίνου του μαστού. Οι συχνότητες των συνδυασμένων ομαδοποιημένων TEAE και των διαταραχών ουδετεροφίλων σε εργαστηριακές εξετάσεις ήταν 307/404 (76,0%) και 1.314/1.559 (84,3%), αντίστοιχα. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν
12,0 εβδομάδες για ασθενείς με σάρκωμα και 15,9 εβδομάδες για ασθενείς με καρκίνο του μαστού. Έχουν αναφερθεί θανατηφόρα περιστατικά εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής σηψαιμίας, σηψαιμίας και σηπτικής καταπληξίας. Εκ των 1.963 ασθενών με καρκίνο του μαστού και σάρκωμα μαλακών μορίων που έλαβαν εριβουλίνη στη συνιστώμενη δόση σε κλινικές δοκιμές, υπήρξε ένα θανατηφόρο συμβάν τόσο για την ουδετεροπενική σηψαιμία (0,1%) όσο και την εμπύρετη ουδετεροπενία (0,1%). Επιπλέον, υπήρξαν 3 θανατηφόρα συμβάντα σηψαιμίας (0,2%) και ένα σηπτικής καταπληξίας (0,1%).
Η σοβαρή ουδετεροπενία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση του G-CSF ή ισοδύναμου κατά την κρίση του γιατρού, σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές. Το 18% και το 13% των ασθενών υπό αγωγή με εριβουλίνη έλαβαν G-CSF σε δύο φάσης 3 μελέτες καρκίνου του μαστού (Μελέτες 305 και 301, αντίστοιχα). Στη φάσης 3 μελέτη σαρκώματος (Μελέτη 309), το 26% των ασθενών υπό αγωγή με εριβουλίνη έλαβε G-CSF.
Η ουδετεροπενία οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας σε ποσοστό < 1% των ασθενών που λάμβαναν εριβουλίνη.
Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
Έχουν αναφερθεί περιστατικά διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, συνήθως σε συνδυασμό με ουδετεροπενία και/ή σηψαιμία.
Περιφερική νευροπάθεια
Στους 1.559 ασθενείς με καρκίνο του μαστού, η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της θεραπείας με εριβουλίνη ήταν η περιφερική νευροπάθεια (3,4%). Ο
διάμεσος χρόνος για την περιφερική νευροπάθεια Βαθμού 2 ήταν 12,6 εβδομάδες (μετά από
4 κύκλους). Εκ των 404 ασθενών με σάρκωμα, 2 ασθενείς διέκοψαν τη θεραπεία με εριβουλίνη λόγω περιφερικής νευροπάθειας. Ο διάμεσος χρόνος για την περιφερική νευροπάθεια Βαθμού 2 ήταν
18,4 εβδομάδες.
Ανάπτυξη περιφερικής νευροπάθειας Βαθμού 3 ή 4 παρουσιάστηκε στο 7,4% των ασθενών με καρκίνο του μαστού και το 3,5% των ασθενών με σάρκωμα. Στις κλινικές δοκιμές, οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νευροπάθεια ήταν το ίδιο πιθανό να αναπτύξουν νέα συμπτώματα ή συμπτώματα επιδείνωσης με εκείνους που συμμετείχαν στη μελέτη χωρίς τη νόσο.
Στους ασθενείς με καρκίνο του μαστού με προϋπάρχουσα περιφερική νευροπάθεια Βαθμού 1 ή 2, η συχνότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας Βαθμού 3, η οποία εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ήταν 14%.
Ηπατοτοξικότητα
Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων έχουν αναφερθεί κατά την έναρξη της θεραπείας με εριβουλίνη σε ορισμένους ασθενείς με φυσιολογικά/μη φυσιολογικά ηπατικά ένζυμα πριν από τη θεραπεία με εριβουλίνη. Στην πλειοψηφία των εν λόγω ασθενών, οι αυξήσεις αυτές εμφανίστηκαν σε πρώιμο στάδιο της θεραπείας με εριβουλίνη στους κύκλους 1 – 2 και παρόλο που θεωρείτο ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο προσαρμογής του ήπατος στη θεραπεία με εριβουλίνη και όχι για ένα σημείο σημαντικής τοξικότητάς του, στις περισσότερες περιπτώσεις ασθενών έχει αναφερθεί, επίσης, ηπατοτοξικότητα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Στις μελέτες 1.559 ασθενών με καρκίνο του μαστού που έλαβαν θεραπεία με τη συνιστώμενη δόση εριβουλίνης, 283 ασθενείς (18,2%) ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών. Στον πληθυσμό 404 ασθενών με σάρκωμα, 90 ασθενείς (22,3%) που έλαβαν θεραπεία με εριβουλίνη ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών. Το προφίλ ασφαλείας της εριβουλίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών) ήταν παρόμοιο με εκείνο των ασθενών ηλικίας < 65 ετών, εκτός από την εξασθένιση/κόπωση που παρουσίασαν αυξητική τάση με την ηλικία. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για τον πληθυσμό των ηλικιωμένων ασθενών.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Ασθενείς με ALT ή AST > 3 x ULN παρουσίασαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Bαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας. Παρόλο που τα στοιχεία είναι περιορισμένα, οι ασθενείς με χολερυθρίνη > 1,5 x ULN έχουν, επίσης, υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας (βλ. επίσης παραγράφους 4.2 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Διεξήχθησαν τρεις ανοιχτές μελέτες, οι Μελέτες 113, 213 και 223, σε παιδιατρικούς ασθενείς με ανθεκτικούς ή υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους και λεμφώματα, εξαιρουμένων, όμως, των όγκων κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (βλ. παράγραφο 5.1).
Η ασφάλεια της μονοθεραπείας με εριβουλίνη αξιολογήθηκε σε 43 παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν έως και 1,58 mg/m2 τις Ημέρες 1 και 8 ενός κύκλου 21 ημερών (Μελέτες 113 και 223). Η ασφάλεια της εριβουλίνης σε συνδυασμό με ιρινοτεκάνη αξιολογήθηκε, επίσης, σε 40 παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν εριβουλίνη 1,23 mg/m2 τις Ημέρες 1 και 8 και ιρινοτεκάνη 20 ή 40 mg/m2 τις Ημέρες 1 έως 5 ενός κύκλου 21 ημερών ή 100 ή 125 mg/m2 τις Ημέρες 1 και 8 ενός κύκλου 21
ημερών (Μελέτη 213).
Στη Μελέτη 113 (Φάση 1), οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων, μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων, αναιμία και μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων.
Στη Μελέτη 213 (Φάση 1/2), οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν ουδετεροπενία (Φάση 1) και διάρροια και μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων (Φάση 2).
Στη Μελέτη 223 (Φάση 2), οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων, αναιμία και μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων.
Το προφίλ ασφαλείας της εριβουλίνης ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με υδροχλωρική ιρινοτεκάνη σε αυτόν τον παιδιατρικό πληθυσμό ήταν σύμφωνο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας και των δύο φαρμάκων στον ενήλικο πληθυσμό.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του:
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Σε ένα περιστατικό υπερδοσολογίας, ο ασθενής έλαβε ακούσια 7,6 mg εριβουλίνης (περίπου 4 φορές περισσότερο από την προγραμματισμένη δόση) και επακόλουθα ανέπτυξε μια αντίδραση υπερευαισθησίας (Βαθμού 3) την Ημέρα 3 και ουδετεροπενία (Βαθμού 3) την Ημέρα 7. Και οι δύο ανεπιθύμητες ενέργειες αντιμετωπίστηκαν με υποστηρικτική φροντίδα.
Δεν υπάρχει κανένα γνωστό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με εριβουλίνη. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά. Η διαχείριση της υπερδοσολογίας πρέπει να περιλαμβάνει υποστηρικτικές ιατρικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των κλινικών εκδηλώσεων που παρουσιάζονται.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ERIBULIN/ACCORD 0.44MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX41
Η μεσυλική εριβουλίνη είναι ένας αναστολέας της δυναμικής ισορροπίας των μικροσωληνίσκων που ανήκει στην κατηγορία των αντινεοπλασματικών παραγόντων της αλιχονδρίνης. Είναι ένα δομικά απλουστευμένο συνθετικό ανάλογο της αλιχονδρίνης B, ενός φυσικού προϊόντος που απομονώθηκε από τον θαλάσσιο σπόγγο Halichondria okadai.
Η εριβουλίνη αναστέλλει τη φάση ανάπτυξης των μικροσωληνίσκων, χωρίς να επηρεάζει τη φάση της βράχυνσης και δεσμεύει την τουμπουλίνη σε μη παραγωγικά συσσωματώματα. Η εριβουλίνη ασκεί τις επιδράσεις της μέσω ενός αντιμιτωτικού μηχανισμού που βασίζεται στην τουμπουλίνη, ο οποίος οδηγεί σε αναστολή του κυτταρικού κύκλου στη φάση G2/M, σε διαταραχή των μιτωτικών ατράκτων και τελικά, σε αποπτωτικό κυτταρικό θάνατο μετά από παρατεταμένη και μη αναστρέψιμη μιτωτική παρεμπόδιση.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Καρκίνος του μαστού
Η αποτελεσματικότητα του Eribulin/Accord στον καρκίνο του μαστού υποστηρίζεται κυρίως από δύο τυχαιοποιημένες συγκριτικές μελέτες Φάσης 3.
Οι 762 ασθενείς στη βασική μελέτη Φάσης 3 EMBRACE (Μελέτη 305) είχαν τοπικώς υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού και είχαν λάβει προηγουμένως τουλάχιστον δύο έως και, κατά μέγιστο, πέντε χημειοθεραπευτικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένης μίας ανθρακυκλίνης και μίας ταξάνης (εκτός αν αντενδείκνυται). Οι ασθενείς πρέπει να έχουν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου εντός 6 μηνών από το τελευταίο χημειοθεραπευτικό σχήμα. Η κατάσταση HER2 των ασθενών ήταν: 16,1% θετική, 74,2% αρνητική και 9,7% άγνωστη, ενώ στο 18,9% των ασθενών ήταν τριπλά αρνητική. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 2:1 για να λάβουν είτε θεραπεία με εριβουλίνη ή θεραπεία επιλογής του γιατρού (TPC), που συνίστατο σε 97% χημειοθεραπεία (26% βινορελβίνη, 18% γεμσιταβίνη, 18% καπεσιταβίνη, 16% ταξάνη, 9% ανθρακυκλίνη, 10% άλλη χημειοθεραπεία) ή 3% ορμονική θεραπεία.
Η μελέτη πέτυχε το κύριο τελικό σημείο της με αποτέλεσμα συνολικής επιβίωσης (OS) που ήταν στατιστικά σημαντικά καλύτερο στην ομάδα εριβουλίνης σε σύγκριση με την ομάδα TPC στο 55% των περιστατικών.
Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώθηκε με μια ενημερωμένη ανάλυση συνολικής επιβίωσης που διεξήχθη στο 77% των περιστατικών.
Eribulin Παράμετρος Αποτελεσματικότητας Συνολική Επιβίωση Αριθμός Περιστατικών Διάμεση τιμή (μήνες)Αναλογία κινδύνου (95% CI)α
Ονομαστική τιμή p (λογαριθμική κατάταξη)
Εριβουλίνη (n=508) TPC (n=254)386
13,2
Θεραπεία Επιλογής του Γιατρού (TPC)203
10,5
0,805 (0,677, 0,958)
0,014β
απαλινδρόμηση αναλογικών κίνδυνων του Cox βΣτρωματοποιημένη ανά γεωγραφική περιοχή, κατάσταση HER2/neu και πριν από τη θεραπεία με
καπεσιταβίνη
Μελέτη 305- Ενημερωμένη Συνολική Επιβίωση (στον πληθυσμό ITT)
1,0
0,9
ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΑΣΘΕΝΩΝ ΕΝ ΖΩΗ0,8
0,7
0,6
0,5
0,4
0,3
0,2
0,1
0,0
| Εριβουλίνη | 508 | 406 | 274 | 142 | 54 | 11 | 0 |
| TPC | 254 | 178 | 106 | 61 | 26 | 5 | 0 |
Κατά την ανεξάρτητη αξιολόγηση, η διάμεση τιμή επιβίωσης ελεύθερης επιδείνωσης (PFS) ήταν 3,7 μήνες για την εριβουλίνη συγκριτικά με 2,2 μήνες του σκέλους TPC (αναλογία κινδύνου HR 0,865, 95% CI: 0,714, 1,048, p=0,137). Στους ανταποκρινόμενους αξιολογήσιμους ασθενείς, ο αντικειμενικός βαθμός ανταπόκρισης σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST ήταν 12,2% (95% CI: 9,4%, 15,5%) κατά την ανεξάρτητη αξιολόγηση του σκέλους εριβουλίνης συγκριτικά με το 4,7% (95% CI: 2,3%, 8,4%) του σκέλους TPC.
Η θετική επίδραση στη συνολική επιβίωση (OS) παρατηρήθηκε τόσο στις ανταποκρινόμενες στην ταξάνη ομάδες ασθενών όσο και τις μη ανταποκρινόμενες στην ταξάνη ομάδες ασθενών. Στην
ενημέρωση του OS, η αναλογία κινδύνου (HR) για την ομάδα της εριβουλίνης έναντι της ομάδας TPC ήταν κατά 0,90 (95%: CI 0,71, 1,14) μεγαλύτερη για τους ανταποκρινόμενους στην ταξάνη ασθενείς και κατά 0,73 (95% CI: 0,56, 0,96) για τους μη ανταποκρινόμενους στην ταξάνη ασθενείς.
Η θετική επίδραση στο OS παρατηρήθηκε τόσο στην ομάδα ασθενών χωρίς προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη όσο και στην ομάδα ασθενών με προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη. Η ανάλυση του ενημερωμένου OS υπέδειξε όφελος επιβίωσης για την ομάδα της εριβουλίνης σε σύγκριση με την ομάδα TPC τόσο στους ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη με HR 0,787 (95% CI 0,645, 0,961), όσο και για τους ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη με ένα αντίστοιχο HR 0,865 (95% CI 0,606, 1,233).
Η δεύτερη μελέτη Φάσης 3 σε προηγούμενης γραμμής μεταστατικό καρκίνο του μαστού, η μελέτη 301, ήταν μια ανοιχτή μελέτη, τυχαιοποιημένη, σε ασθενείς (n =1.102) με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού για την εξέταση της αποτελεσματικότητας της μονοθεραπείας με εριβουλίνη συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με καπεσιταβίνη αναφορικά με το OS και το PFS ως δεύτερο κύριο τελικό σημείο. Οι ασθενείς είχαν λάβει προηγουμένως, κατά μέγιστο, τρία χημειοθεραπευτικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένης μίας ανθρακυκλίνης και μίας ταξάνης και, κατά μέγιστο, δύο για προχωρημένη νόσο, ενώ το ποσοστό εκείνων που είχαν λάβει προηγουμένως 0, 1 ή 2 χημειοθεραπείες για μεταστατικό καρκίνο του μαστού ήταν 20,0%, 52,0% ή 27,2%, αντίστοιχα. Η κατάσταση HER2 των ασθενών ήταν: 15,3% θετική, 68,5% αρνητική και 16,2% άγνωστη, ενώ στο 25,8% των ασθενών ήταν τριπλά αρνητική.
Μελέτη 301- Συνολική Επιβίωση (στον πληθυσμό ITT)
Παράμετρος Αποτελεσματικότητας Συνολική Επιβίωση στον πληθυσμό του ITT Eribulin ΚαπεσιταβίνηΑναλογία κινδύνου (95% CI)α
Τιμή p (λογαριθμική κατάταξη)
0,879 (0,770, 1,003)
0,056β
απαλινδρόμηση αναλογικών κίνδυνων του Cox
βΣτρωματοποιημένη ανά γεωγραφική περιοχή,
κατάσταση HER2/neu
1,0
| Eribulin (n=554) | Καπεσιταβίνη (n=548) |
| Αριθμός Περιστατικών 446 | 459 |
| Διάμεση τιμή (μήνες) 15,9 | 14,5 |
0,9
ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ0,8
0,7
0,6
0,5
0,4
0,3
0,2
0,1
0,0
ΧΡΟΝΟΣ (μήνες) ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟΕριβουλίνη 554 530 505 464 423 378 349 320 268 243 214 193 173 151 133 119 99 77 52 38 32 26 22 15 13 9 7 2 2 0
Καπεσιταβίνη 548 513 466 426 391 352 308 277 242 214 191 175 155 135 122 108 81 62 42 33 27 23 17 13 12 10 2 2 1 0
Η αξιολόγηση της ανάλυσης της επιβίωσης ελεύθερης νόσου από ανεξάρτητο παράγοντα ήταν παρόμοια ανάμεσα στην εριβουλίνη και την καπεσιταβίνη με διάμεσες τιμές της τάξεως των 4,1 μηνών έναντι 4,2 μηνών (αναλογία κινδύνου HR 1,08%, [95% CI: 0,932, 1,250]), αντίστοιχα. Η αξιολόγηση του αντικειμενικού βαθμού ανταπόκρισης από ανεξάρτητο παράγοντα ήταν, επίσης, παρόμοια ανάμεσα στην εριβουλίνη και την καπεσιταβίνη, 11,0% (95% CI: 8,5, 13,9) στην ομάδα της εριβουλίνης και 11,5% (95% CI: 8,9, 14,5) στην ομάδα της καπεσιταβίνης.
Η συνολική επιβίωση στους ασθενείς αρνητικής HER2 και τους ασθενείς θετικής HER2 στις ομάδες της εριβουλίνης και τις ομάδες ελέγχου στη μελέτη 305 και τη μελέτη 302 παρουσιάζονται παρακάτω:
| Παράμετρος Αποτελεσματικότητας | Μελέτη 305 Ενημερωμένη Ανάλυση Συνολικής Επιβίωσης στον πληθυσμό του ITT | |||
| HER2 Αρνητική | HER2 Θετική | |||
| Εριβουλίνη (n = 373) | TPC(n = 192) | Εριβουλίνη (n = 83) | TPC(n = 40) | |
| Αριθμός Περιστατικών | 285 | 151 | 66 | 37 |
| Διάμεσοι μήνες | 13,4 | 10,5 | 11,8 | 8,9 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,849 (0,695, 1,036) | 0,594 (0,389, 0,907) | ||
| Τιμή p (λογαριθμική κατάταξη) | 0,106 | 0,015 | ||
| Παράμετρος Αποτελεσματικότητας | Μελέτη 301 Συνολική Επιβίωση στον πληθυσμό του ITT | |||
| HER2 Αρνητική | HER2 Θετική | |||
| Εριβουλίνη (n = 375) | Καπεσιταβίνη (n = 380) | Εριβουλίνη (n = 86) | Καπεσιταβίνη (n = 83) | |
| Αριθμός Περιστατικών | 296 | 316 | 73 | 73 |
| Διάμεσοι μήνες | 15,9 | 13,5 | 14,3 | 17,1 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,838 (0,715, 0,983) | 0,965 (0,688, 1,355) | ||
| τιμή p (λογαριθμική κατάταξη) | 0,030 | 0,837 | ||
Σημείωση: Η ταυτόχρονη θεραπεία αντι-HER2 δεν συμπεριλήφθηκε στη Μελέτη 305 και τη Μελέτη 301.
Λιποσάρκωμα
Η αποτελεσματικότητα της εριβουλίνης σε λιποσάρκωμα υποστηρίζεται από τη βασική Φάσης 3 μελέτη σαρκώματος (Μελέτη 309). Οι ασθενείς σε αυτή τη μελέτη (n=452) είχαν τοπικώς υποτροπιάζον, ανεγχείρητο ή/και μεταστατικό σάρκωμα μαλακών μορίων ενός εκ των δύο υποτύπων – λειομυοσάρκωμα ή λιποσάρκωμα. Οι ασθενείς είχαν λάβει τουλάχιστον δύο προηγούμενα χημειοθεραπευτικά σχήματα, ένα εκ των οποίων έπρεπε να ήταν μια ανθρακυκλίνη (εκτός εάν αντενδεικνυόταν).
Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου εντός 6 μηνών από το τελευταίο χημειοθεραπευτικό σχήμα τους. Τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν είτε εριβουλίνη 1,23 mg/m2 την ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου 21 ημερών ή δακαρβαζίνη 850 mg/m2, 1.000 mg/m2 ή 1.200 mg/m2 (δόση που καθορίστηκε από τον ερευνητή πριν την τυχαιοποίηση), κάθε 21 ημέρες.
Στη Μελέτη 309, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική βελτίωση στο OS σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος του eribulin σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου. Αυτό μεταφράστηκε σε βελτίωση 2 μηνών στο διάμεσο OS (13,5 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με eribulin έναντι 11,5 μηνών για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δακαρβαζίνη). Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στο ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου ή συνολικής ανταπόκρισης μεταξύ των σκελών θεραπείας στον συνολικό πληθυσμό.
Οι επιδράσεις της θεραπείας με εριβουλίνη περιορίστηκαν σε ασθενείς με λιποσάρκωμα (45% αποδιαφοροποιημένο, 37% μυξοειδές/από στρογγυλοκύτταρα και 18% πλειόμορφο στη Μελέτη 309) βάσει προσχεδιασμένων αναλύσεων υποομάδων των OS και PFS. Δεν υπήρξε διαφορά στην αποτελεσματικότητα μεταξύ εριβουλίνης και δακαρβαζίνης σε ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό λειομυοσάρκωμα.
| Μελέτη 309 Υποομάδα λιποσαρκώματος | Μελέτη 309 Υποομάδαλειομυοσαρκώματος | Μελέτη 309 Πληθυσμός ITT | ||||
| Εριβουλίνη (n=71) | Δακαρβαζίνη (n=72) | Εριβουλίνη (n=157) | Δακαρβαζίνη (n=152) | Εριβουλίνη (n=228) | Δακαρβαζίνη (n=224) | |
| Συνολική επιβίωση | ||||||
| Αριθμός Περιστατικών | 52 | 63 | 124 | 118 | 176 | 181 |
| Διάμεσοι μήνες | 15,6 | 8,4 | 12,7 | 13,0 | 13,5 | 11,5 |
| Αναλογία κινδύνου (95%CI) | 0,511 (0,346, 0,753) | 0,927 (0,714, 1,203) | 0,768 (0,618, 0,954) | |||
| Ονομαστική τιμή p | 0,0006 | 0,5730 | 0,0169 | |||
| Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου | ||||||
| Αριθμός Περιστατικών | 57 | 59 | 140 | 129 | 197 | 188 |
| Διάμεσοι μήνες | 2,9 | 1,7 | 2,2 | 2,6 | 2,6 | 2,6 |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,521 (0,346, 0,784) | 1,072 (0,835, 1,375) | 0,877 (0,710, 1,085) | |||
| Ονομαστική τιμή p | 0,0015 | 0,5848 | 0,2287 | |||
Εριβουλίνη
Δακαρβαζίνη
ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣΜελέτη 309 – Συνολική Επιβίωση στην Υποομάδα Λιποσαρκώματος
Χρόνος (μήνες) ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ:| Εριβουλίνη 71 | 63 | 51 | 43 | 39 | 34 | 30 | 20 | 15 | 12 | 7 | 4 | 2 | 0 |
| Δακαρβαζίνη 72 | 59 | 42 | 33 | 22 | 17 | 12 | 11 | 6 | 3 | 2 | 0 | 0 | 0 |
Εριβουλίνη
Δακαρβαζίνη
ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣΜελέτη 309 – Επιβίωση χωρίς Εξέλιξη της νόσου στην Υποομάδα Λιποσαρκώματος
Χρόνος (μήνες) ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ:| Εριβουλίνη | 71 | 28 | 17 | 12 | 9 | 3 | 1 | 0 |
| Δακαρβαζίνη | 72 | 15 | 5 | 2 | 1 | 0 | 0 | 0 |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Καρκίνος του μαστού
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει εριβουλίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ένδειξη του καρκίνου του μαστού (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Σάρκωμα μαλακών μορίων
H αποτελεσματικότητα της εριβουλίνης αξιολογήθηκε, αλλά δεν τεκμηριώθηκε σε τρεις ανοιχτές μελέτες:
Η Μελέτη 113 ήταν μια Φάσης 1, ανοιχτή, πολυκεντρική μελέτη εύρεσης δόσης που αξιολόγησε την εριβουλίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς με ανθεκτικούς ή υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους και λεμφώματα, με εξαίρεση όγκους του ΚΝΣ. Εντάχθηκαν συνολικά 22 παιδιατρικοί ασθενείς (εύρος ηλικίας: 3 έως 17 ετών) και υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Στους ασθενείς χορηγήθηκε εριβουλίνη ενδοφλεβίως τις Ημέρες 1 και 8 ενός κύκλου 21 ημερών σε τρία επίπεδα δόσης (0,97, 1,23 και 1,58 mg/m2). Η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD)/συνιστώμενη δόση Φάσης 2 (RP2D) της εριβουλίνης προσδιορίστηκε στα 1,23 mg/m2 τις Ημέρες 1 και 8 ενός κύκλου 21 ημερών.
Η Μελέτη 223 ήταν μια Φάσης 2, ανοιχτή, πολυκεντρική μελέτη που αξιολόγησε την ασφάλεια και την προκαταρκτική δραστικότητα της εριβουλίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με ανθεκτικό ή υποτροπιάζον ραβδομυοσάρκωμα (RMS), σάρκωμα μαλακών μορίων που δεν σχετίζεται με ραβδομυοσάρκωμα (NRSTS) ή σάρκωμα Ewing (EWS). Εντάχθηκαν 21 παιδιατρικοί ασθενείς (εύρος ηλικίας: 2 έως 17 ετών) και υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εριβουλίνη σε δόση 1,23 mg/m2 ενδοφλεβίως τις Ημέρες 1 και 8 ενός κύκλου 21 ημερών (τη δόση RP2D από τη Μελέτη 113).
Κανένας ασθενής δεν πέτυχε επιβεβαιωμένη μερική ανταπόκριση (PR) ή πλήρη ανταπόκριση (CR).
Η Μελέτη 213 ήταν μια Φάσης 1/2, ανοιχτή, πολυκεντρική μελέτη για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της εριβουλίνης σε συνδυασμό με υδροχλωρική ιρινοτεκάνη σε παιδιατρικούς ασθενείς με ανθεκτικούς ή υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους και λεμφώματα, με εξαίρεση όγκους του ΚΝΣ (Φάση 1) και για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της
συνδυαστικής θεραπείας σε παιδιατρικούς ασθενείς με υποτροπιάζον/ανθεκτικό RMS, NRSTS και EWS (Φάση 2). Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 40 παιδιατρικοί ασθενείς και υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Στη Φάση 1, εντάχθηκαν 13 παιδιατρικοί ασθενείς (εύρος ηλικίας: 4 έως 17 ετών) και υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Η RP2D προσδιορίστηκε ως εριβουλίνη 1,23 mg/m2 τις Ημέρες 1 και 8 με υδροχλωρική ιρινοτεκάνη 40 mg/m2 τις Ημέρες 1 και 5 ενός κύκλου 21 ημερών. Στη Φάση 2, εντάχθηκαν 27 παιδιατρικοί ασθενείς (εύρος ηλικίας: 4 έως 17 ετών) και υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τη δόση RP2D. Τρεις ασθενείς είχαν επιβεβαιωμένη PR (1 ασθενής σε καθεμία από τις ιστολογικές κοόρτες RMS, NRSTS και EWS). Ο αντικειμενικός βαθμός ανταπόκρισης (ORR) ήταν 11,1%.
Δεν παρατηρήθηκαν νέα σημεία ασφάλειας στις τρεις παιδιατρικές μελέτες (βλ. παράγραφο 4.8), ωστόσο, λόγω του μικρού πληθυσμού ασθενών δεν μπορούν να εξαχθούν σταθερά συμπεράσματα.
Κατανομή
Η φαρμακοκινητική της εριβουλίνης χαρακτηρίζεται από μια φάση ταχείας κατανομής που ακολουθείται από μια φάση παρατεταμένης απομάκρυνσης, με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 40 ώρες. Έχει μεγάλο όγκο κατανομής (εύρος μέσων τιμών 43 έως 114 l/m2).
Η εριβουλίνη δεσμεύεται ασθενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δέσμευση της εριβουλίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (100-1.000 ng/ml) κυμάνθηκε από 49% έως 65% στο ανθρώπινο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός
Η αμετάβλητη εριβουλίνη ήταν η βασική μορφή που κυκλοφορούσε στο πλάσμα μετά από χορήγηση 14C-εριβουλίνης στους ασθενείς. Οι συγκεντρώσεις μεταβολιτών αντιπροσώπευαν ένα ποσοστό < 0,6% της μητρικής ένωσης, επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπάρχουν βασικοί ανθρώπινοι μεταβολίτες της εριβουλίνης.
Αποβολή
Η εριβουλίνη έχει χαμηλή κάθαρση (εύρος μέσων τιμών 1,16 έως 2,42 l/h/m2). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική συσσώρευση της εριβουλίνης σε εβδομαδιαία χορήγηση. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες δεν είναι δοσοεξαρτώμενες ή χρονοεξαρτώμενες στο εύρος δόσεων της εριβουλίνης 0,22 έως 3,53 mg/m2.
Η εριβουλίνη απεκκρίνεται κυρίως με χολική απέκκριση. Ο πρωτεϊνικός μεταφορέας που συμμετέχει στην απέκκριση δεν είναι αυτή τη στιγμή γνωστός. Προκλινικές in vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η εριβουλίνη μεταφέρεται από την Pgp. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις η εριβουλίνη δεν είναι αναστολέας της Pgp in vitro. Επιπρόσθετα, in vivo, η ταυτόχρονη χορήγηση κετοκοναζόλης, ενός αναστολέα της Pgp, δεν έχει καμία επίδραση στην έκθεση της εριβουλίνης (AUC και Cmax). In vitro μελέτες έχουν, επίσης, υποδείξει ότι η εριβουλίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα για τον μεταφορέα 1 οργανικού κατιόντος (OCT1).
Μετά τη χορήγηση της 14C-εριβουλίνης στους ασθενείς, περίπου το 82% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα και το 9% στα ούρα υποδεικνύοντας ότι η νεφρική κάθαρση δεν αποτελεί σημαντική οδό απέκκρισης της εριβουλίνης.
Η αμετάβλητη εριβουλίνη αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ραδιενέργειας στα κόπρανα και τα ούρα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μια μελέτη αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική της εριβουλίνης σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A, n=7) και μέτρια (Child-Pugh B, n=4) ηπατική δυσλειτουργία λόγω ηπατικών μεταστάσεων. Σε
σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n=6), η έκθεση της εριβουλίνης αυξήθηκε κατά 1,8 φορές και 3 φορές σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η χορήγηση της εριβουλίνης σε δόση 0,97 mg/m2 σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και σε δόση 0,62 mg/m2 σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία οδήγησε σε κάπως υψηλότερη έκθεση από ότι μετά από μία δόση 1,23 mg/m2 σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η εριβουλίνη δεν μελετήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C). Δεν υπάρχει μελέτη για ασθενείς µε ηπατική δυσλειτουργία λόγω κίρρωσης. Βλ. παράγραφο 4.2 για δοσολογικές συστάσεις.
Νεφρική δυσλειτουργία
Παρατηρήθηκε αυξημένη έκθεση της εριβουλίνης σε ορισμένους ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή μείωση της νεφρικής λειτουργίας, με υψηλή μεταβλητότητα μεταξύ ατόμων. Η φαρμακοκινητική της εριβουλίνης αξιολογήθηκε σε μια Φάσης 1 μελέτη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης: ≥ 80 ml/min, n = 6), μέτρια (30-50 ml/min, n = 7) ή σοβαρή (15-<30 ml/min, n = 6) νεφρική δυσλειτουργία. Η κάθαρση κρεατινίνης υπολογίστηκε με τον τύπο Cockcroft-Gault. Παρατηρήθηκε μια υψηλότερη κατά 1,5 φορές (90% CI: 0,9-2,5) κανονικοποιημένη ως προς τη δόση AUC(0-inf) σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Βλ. παράγραφο 4.2 για δοσολογικές συστάσεις.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Συλλέχθηκαν συγκεντρώσεις εριβουλίνης στο πλάσμα από 83 παιδιατρικούς ασθενείς (εύρος ηλικίας: 2 έως 17 ετών), με ανθεκτικούς ή υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους και λεμφώματα, οι οποίοι έλαβαν εριβουλίνη στις Μελέτες 113, 213 και 223. Η φαρμακοκινητική της εριβουλίνης στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν συγκρίσιμη με αυτήν των ενηλίκων ασθενών με STS και των ασθενών με άλλους τύπους όγκου. Η έκθεση στην εριβουλίνη στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοια με την έκθεση σε ενήλικες ασθενείς. Η συγχορήγηση ιρινοτεκάνης δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της εριβουλίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με ανθεκτικούς/υποτροπιάζοντες συμπαγείς όγκους.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ERIBULIN/ACCORD 0.44MG/ML
Άνυδρη αιθανόλη Ύδωρ για ενέσιμα
Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH) Υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pH)
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Κλειστά φιαλίδια
4 χρόνια.
Διάρκεια ζωής κατά τη διάρκεια της χρήσης
Από μικροβιολογική άποψη, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2 °C - 8 °C, εκτός εάν η αραίωση έχει πραγματοποιηθεί υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένα άσηπτες συνθήκες.
Η χημική και φυσική σταθερότητα του Eribulin/Accord κατά τη χρήση ως μη αραιωμένο διάλυμα σε σύριγγα έχουν καταδειχθεί για έως και 4 ώρες στους 15-25 °C και σε φως περιβάλλοντος ή για έως και 24 ώρες στους 2 °C - 8 °C.
Η χημική και φυσική σταθερότητα του Eribulin/Accord κατά τη χρήση ως αραιωμένο διάλυμα [0,018 mg/ml έως 0,18 mg/ml εριβουλίνης σε χλωριούχο νάτριο 9 mg/ml (0,9 %)] έχουν καταδειχθεί για έως και 72 ώρες στους 2 °C - 8 °C.
Αυτό το φαρμακευτικό προιόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά το πρώτο άνοιγμα ή την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Το Eribulin/Accord παρέχεται σε διαφανές, γυάλινο φιαλίδιο με πώμα από ελαστικό χλωροβουτυλίου και κάλυμμα αλουμινίου με πλαστικό ανοιγόμενο καπάκι.
-
Μέγεθος συσκευασίας: 1 ή 6 φιαλίδια των 2 ml. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Η εριβουλίνη είναι ένα κυτταροτοξικό αντικαρκινικό φαρμακευτικό προϊόν και, όπως και με άλλες τοξικές ενώσεις, πρέπει να δίνεται προσοχή στον χειρισμό της. Συνιστάται η χρήση γαντιών, γυαλιών και προστατευτικού ρουχισμού. Εάν το δέρμα έρθει σε επαφή με τοδιάλυμα, το δέρμα πρέπει να πλένεται αμέσως και σχολαστικά με σαπούνι και νερό. Εάν έρθει σε επαφή με βλεννογόνους υμένες, οι υμένες πρέπει να ξεπλένονται σχολαστικά με νερό. Η εριβουλίνη πρέπει να προετοιμάζεται και να χορηγείται μόνο από προσωπικό κατάλληλα εκπαιδευμένο στον χειρισμό κυτταροτοξικών παραγόντων. Μέλη του προσωπικού σε κατάσταση εγκυμοσύνης δεν πρέπει να χειρίζονται το Eribulin/Accord.
Χρησιμοποιώντας άσηπτη τεχνική η εριβουλίνη μπορεί να αραιωθεί σε έως και 100 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Μετά τη χορήγηση, συνιστάται η έκπλυση της ενδοφλέβιας γραμμής με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για να εξασφαλιστεί η
χορήγηση της πλήρους δόσης. Δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και δεν πρέπει να αραιώνεται σε διάλυμα προς έγχυση γλυκόζης 5%.
Σε περίπτωση χρήσης ακίδας (spike) για τη χορήγηση του προϊόντος, ανατρέξτε στις οδηγίες που παρέχονται από τον κατασκευαστή του ιατροτεχνολογικού προϊόντος. Τα φιαλίδια του Eribulin/Accord διαθέτουν πώμα 13 mm. Το επιλεγμένο ιατροτεχνολογικό προϊόν θα πρέπει να είναι συμβατό με μικρά πώματα φιαλιδίου.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.