ONIRIA® OR.DISP.TA 5MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ONIRIA 5MG/TAB
Βραχυχρόνια θεραπεία της αϋπνίας σε ενήλικες.
Βενζοδιαζεπίνες ή παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες ενδείκυνται μόνο όταν η διαταραχή είναι σοβαρή, προκαλεί στο άτομο ανικανότητα ή έντονη δυσφορία.
Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι κατά το δυνατόν βραχύτερη.
Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει συνήθως να κυμαίνεται από μερικές ημέρες έως δύο εβδομάδες με μέγιστο τέσσερις εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένης της σταδιακής μείωσης της δόσης όπου είναι κλινικά κατάλληλο.
Δεν πρέπει να υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου σταδιακής διακοπής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί να παραταθεί η θεραπεία πέρα από τη μέγιστη περίοδο˙ η παράταση πέραν της μέγιστης περιόδου θεραπείας δεν πρέπει να λαμβάνει χώρα χωρίς επανεκτίμηση της κατάστασης του ασθενή, καθώς ο κίνδυνος κατάχρησης και εξάρτησης αυξάνεται με τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Η θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται αμέσως πριν από τον ύπνο.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 10 mg που πρέπει να λαμβάνονται αμέσως πριν από τον ύπνο. Η συνολική ημερήσια δόση ζολπιδέμης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η τρυγική ζολπιδέμη αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών, λόγω έλλειψης δεδομένων που να υποστηρίζουν τη χρήση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Τα διαθέσιμα στοιχεία από κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο παρουσιάζονται στην παράγραφο 5.1.
Ηλικιωμένοι
Οι ηλικιωμένοι ή εξασθενημένοι ασθενείς ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις επιδράσεις της τρυγικής ζολπιδέμης, συνεπώς, συνιστάται δόση των 5 mg. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση αυτών των συνιστώμενων δόσεων.
Ηπατική δυσλειτουργία
Καθώς η κάθαρση και ο μεταβολισμός της τρυγικής ζολπιδέμης μειώνονται στην ηπατική δυσλειτουργία, η δοσολογία πρέπει να αρχίζει με 5 mg και να γίνεται υπέρβαση αυτής μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Τρόπος χορήγησης
Η θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται σε μία εφάπαξ λήψη και να μην επαναχορηγείται κατά τη διάρκεια της ίδιας νύχτας.
Το δισκίo διασπειρόμενo στο στόμα πρέπει να τοποθετείται στη γλώσσα και πρέπει να απομυζάται, όχι να μασάται, μέχρι πλήρους αποσάθρωσης. Το προκύπτον εναιώρημα πρέπει να καταπίνεται με τον σίελο. Το δισκίo διασπειρόμενo στο στόμα μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς νερό.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (τρυγική ζολπιδέμη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο.
-
Μυασθένεια gravis.
-
Οξεία και/ή σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια.
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών.
-
Kύηση και γαλουχία (βλ. παράγραφο 4.6).
-
Ασθενείς που είχαν προηγουμένως εμφανίσει σύνθετες συμπεριφορές ύπνου μετά τη λήψη ζολπιδέμης, βλ. παράγραφο 4.4.
Η αιτία της αϋπνίας πρέπει να προσδιορισθεί όπου είναι δυνατόν και οι υποκείμενοι παράγοντες να θεραπεύονται πριν συνταγογραφηθεί ένα υπνωτικό.
Η αποτυχία υποχώρησης της αϋπνίας ύστερα από διάρκεια θεραπείας 7–14 ημερών μπορεί να υποδεικνύει την παρουσία πρωτοπαθούς ψυχιατρικής ή σωματικής διαταραχής, και ο ασθενής πρέπει να επαναξιολογείται προσεκτικά σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Ψυχοκινητική διαταραχή της επόμενης ημέρας:
Όπως αναφέρθηκε για άλλα ηρεμιστικά/υπνωτικά φάρμακα, η ζολπιδέμη έχει κατασταλτική δράση στο ΚΝΣ.
Ο κίνδυνος ψυχοκινητικής διαταραχής της επόμενης ημέρας, συμπεριλαμβανομένης της επηρεασμένης ικανότητας οδήγησης, αυξάνεται εάν:
-
η τρυγική ζολπιδέμη λαμβάνεται μέσα σε λιγότερο από 8 ώρες πριν από την εκτέλεση δραστηριοτήτων που απαιτούν νοητική εγρήγορση (βλ. παράγραφο 4.7),
-
λαμβάνεται μια δόση υψηλότερη από τη συνιστώμενη δόση,
-
η τρυγική ζολπιδέμη συγχορηγείται με άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) ή με άλλα φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα της τρυγικής ζολπιδέμης στο αίμα, ή με οινοπνευματώδη ή παράνομα φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.5).
Η ζολπιδέμη πρέπει να λαμβάνεται σε μία εφάπαξ λήψη αμέσως πριν από τον ύπνο και να μην επαναγχορηγείται κατά τη διάρκεια της ίδιας νύχτας.
Ανοχή:
Ύστερα από επαναλαμβανόμενη χρήση για λίγες εβδομάδες, μπορεί να αναπτυχθεί μερική απώλεια αποτελεσματικότητας των υπνωτικών επιδράσεων των βραχείας δράσης βενζοδιαζεπινών ή παραγόντων που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες.
Εξάρτηση:
Η χρήση τρυγικής ζολπιδέμης μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη κατάχρησης και/ή σωματικής και ψυχολογικής εξάρτησης.
Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Ο κίνδυνος κατάχρησης και εξάρτησης είναι επίσης μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό ψυχιατρικών διαταραχών και/ή κατάχρησης οινοπνευματωδών ή ουσιών ή φαρμάκων. Η ζολπιδέμη πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με τρέχον και προηγούμενο ιστορικό κατάχρησης ή εξάρτησης από οινοπνευματώδη, ουσίες ή φάρμακα. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει είναι υπό προσεκτική επιτήρηση όταν λαμβάνουν βενζοδιαζεπίνες ή παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες.
Από τη στιγμή που έχει αναπτυχθεί σωματική εξάρτηση, ο απότομος τερματισμός της θεραπείας θα συνοδευτεί από συμπτώματα απόσυρσης. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν κεφαλαλγίες, μυϊκό άλγος, έντονο άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση και ευερεθιστότητα. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστούν τα παρακάτω συμπτώματα: αποπραγματοποίηση, αποπροσωποποίηση, υπερακοΐα, αιμωδία και μυρμηκίαση των άκρων, υπερευαισθησία στο φως, τον ήχο και τη φυσική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικές κρίσεις.
Αϋπνία υπερακόντισης:
Κατά τη διακοπή της θεραπείας με υπνωτικό, μπορεί να εμφανιστεί ένα παροδικό σύνδρομο, κατά το οποίο επανεμφανίζονται σε εντονότερη μορφή τα συμπτώματα που οδήγησαν στη θεραπεία με το φάρμακο. Μπορεί να συνοδεύεται από άλλες αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων μεταβολών της διάθεσης, άγχους και ανησυχίας, ή διαταραχών του ύπνου.
Αυτό το σύνδρομο είναι πιο πιθανό να εμφανιστεί μετά από απότομη διακοπή˙ επομένως, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σταδιακά.
Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζει ο ασθενής την πιθανότητα φαινομένων υπερακόντισης, ούτως ώστε να ελαχιστοποιηθεί το άγχος σε περίπτωση που εμφανισθούν τέτοια συμπτώματα όταν διακοπεί το φαρμακευτικό προϊόν.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι, στην περίπτωση των βενζοδιαζεπινών και των παραγόντων που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες με βραχείας διάρκειας δράση, τα φαινόμενα απόσυρσης μπορεί να εκδηλωθούν εντός του δοσολογικού διαστήματος.
Διάρκεια θεραπείας:
Η διάρκεια θεραπείας πρέπει να είναι κατά το δυνατόν βραχύτερη (βλέπε παράγραφο 4.2), αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 4 εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας σταδιακής μείωσης της δόσης.
Παράταση πέραν των περιόδων αυτών δεν πρέπει να λαμβάνει χώρα χωρίς την επαναξιολόγηση της κατάστασης.
Μπορεί να είναι χρήσιμο να ενημερώνεται ο ασθενής όταν αρχίζει η θεραπεία ότι αυτή θα είναι περιορισμένης διάρκειας και να του εξηγηθεί επακριβώς πώς η δοσολογία πρέπει να μειώνεται
σταδιακά.
Αμνησία:
Οι βενζοδιαζεπίνες ή οι παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες μπορεί να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία. Η κατάσταση εμφανίζεται πιο συχνά αρκετές ώρες μετά την πρόσληψη του προϊόντος.
Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος, οι ασθενείς πρέπει να διασφαλίζουν ότι θα μπορούν να έχουν έναν αδιάλειπτο ύπνο 8 ωρών (βλ. παράγραφο 4.8).
Άλλες ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσεις:
Όταν γίνεται χρήση βενζοδιαζεπινών ή παραγόντων που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες, μπορεί να εμφανιστούν: ανησυχία, επιδεινωθείσα αϋπνία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραληρητική ιδέα, οργή, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψύχωση, μη φυσιολογική συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες επιδράσεις στη συμπεριφορά που είναι γνωστό ότι εμφανίζονται κατά τη χρήση υπνωτικών/ηρεμιστικών παραγόντων, όπως η τρυγική ζολπιδέμη.
Σε περίπτωση που εμφανισθούν, η χρήση του προϊόντος πρέπει να διακοπεί.
Οι αντιδράσεις αυτές είναι πιο πιθανό να εμφανισθούν στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.
Υπνοβασία και σχετιζόμενες συμπεριφορές:
Σε ασθενείς που είχαν λάβει τρυγική ζολπιδέμη και δεν ήταν πλήρως αφυπνισμένοι, αναφέρθηκαν σύνθετες συμπεριφορές ύπνου, συμπεριλαμβανομένων υπνοβασίας και άλλων σχετιζόμενων συμπεριφορών, όπως «οδήγηση κατά τη διάρκεια του ύπνου» («sleep driving»), προετοιμασία και πρόσληψη τροφής, τηλεφωνικές κλήσεις ή σεξουαλική πράξη, με αμνησία για το συμβάν. Αυτά τα συμβάντα μπορεί να συμβούν μετά την πρώτη ή οποιαδήποτε επόμενη χρήση της ζολπιδέμης.
Διακόψτε αμέσως τη θεραπεία εάν ένας ασθενής εμφανίσει μια σύνθετη συμπεριφορά ύπνου, λόγω του κινδύνου για τον ασθενή και άλλους (βλ. παράγραφο 4.8).
Σοβαροί τραυματισμοί:
Λόγω των φαρμακολογικών ιδιοτήτων της, η ζολπιδέμη μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και μειωμένο επίπεδο συνείδησης, που μπορεί να οδηγήσει σε πτώσεις και κατά συνέπεια σε σοβαρούς τραυματισμούς.
Ασθενείς με σύνδρομο μακρού QT:
Ως μέτρο προφύλαξης, πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη η αναλογία οφέλους/κινδύνου της θεραπείας με ζολπιδέμη σε ασθενείς με γνωστό συγγενές σύνδρομο μακρού QT. Πράγματι, μία in vitro καρδιακή ηλεκτροφυσιολογική δοκιμή έδειξε ότι υπό πειραματικές συνθήκες, με χρήση πολύ υψηλής συγκέντρωσης και πολυδύναμων βλαστοκυττάρων, η ζολπιδέμη μπορεί να μειώσει τα σχετικά με το hERG ρεύματα καλίου. Η ενδεχόμενη επίπτωση σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT δεν είναι γνωστή.
Αυτοκτονικός ιδεασμός/Απόπειρα αυτοκτονίας/Αυτοκτονία και κατάθλιψη:
Οι βενζοδιαζεπίνες και οι παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία της κατάθλιψης ή του άγχους που συσχετίζεται με την κατάθλιψη (η αυτοκτονία μπορεί να αυξηθεί σε αυτούς τους ασθενείς).
Αρκετές επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν μία αυξημένη επίπτωση αυτοκτονικού ιδεασμού, απόπειρας αυτοκτονίας και αυτοκτονίας σε ασθενείς με ή χωρίς κατάθλιψη που λαμβάνουν θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες και άλλα υπνωτικά, συμπεριλαμβανομένης της ζολπιδέμης. Ωστόσο, μία αιτιολογική σχέση δεν έχει αποδειχθεί.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν καταδειχθεί σχετικές κλινικές, φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις με τους SSRI (Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης) (βλ. παράγραφο 4.5), και όπως με τις άλλες βενζοδιαζεπίνες ή παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες, η τρυγική ζολπιδέμη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που
παρουσιάζουν συμπτώματα κατάθλιψης. Τάσεις αυτοκτονίας μπορεί να εμφανιστούν, συνεπώς, η ελάχιστη εφικτή ποσότητα τρυγικής ζολπιδέμης πρέπει να διατίθεται σε αυτούς τους ασθενείς για την αποφυγή της πιθανότητας εσκεμμένης υπερδοσολογίας από τον ασθενή.
Προϋπάρχουσα κατάθλιψη είναι δυνατό να αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια χρήσης της τρυγικής ζολπιδέμης. Από τη στιγμή που η αϋπνία μπορεί να είναι σύμπτωμα κατάθλιψης, ο ασθενής πρέπει να επαναξιολογηθεί εάν η αϋπνία επιμένει.
Ειδικές ομάδες ασθενών
-
Ηλικιωμένοι: βλέπε παράγραφο 4.2
-
Καθώς οι βενζοδιαζεπίνες έχουν την ικανότητα να καταστέλλουν την αναπνευστική λειτουργία, πρέπει να τηρούνται εξαιρετικές προφυλάξεις εάν η τρυγική ζολπιδέμη συνταγογραφείται σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.8).
-
Η ζολπιδέμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή οξεία ή χρόνια ηπατική ανεπάρκεια, καθώς μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλοπάθεια (βλ. παράγραφο 4.8).
-
Οι βενζοδιαζεπίνες και οι παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται για την πρωταρχική θεραπεία ψυχωσικών ασθενειών.
-
Οι βενζοδιαζεπίνες και οι παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες πρέπει να χρησιμοποιούνται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης φαρμάκων ή οινοπνευματωδών.
Κίνδυνος από την ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών:
Η ταυτόχρονη χρήση του Oniria και των οπιοειδών μπορεί να καταλήξει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Λόγω αυτών των κινδύνων, η ταυτόχρονη συνταγογράφηση των ηρεμιστικών φαρμάκων, όπως βενζοδιαζεπινών ή σχετικών φαρμάκων, όπως το Oniria, με οπιοειδή πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς στους οποίους δεν είναι δυνατές εναλλακτικές επιλογές θεραπείας. Εάν ληφθεί η απόφαση να συνταγογραφηθεί ταυτόχρονα Oniria με οπιοειδή, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη (βλέπε επίσης γενική σύσταση για τη δόση στην παράγραφο 4.2).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και καταστολής. Από την άποψη αυτή, συνιστάται ιδιαίτερα να ενημερώνονται οι ασθενείς και το περιβάλλον τους να γνωρίζουν αυτά τα συμπτώματα (βλ. παράγραφο 4.5).
Έκδοχα:
Το Oniria 5 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα περιέχει 2,5 mg ασπαρτάμης σε κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα.
Το Oniria 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα περιέχει 5 mg ασπαρτάμης σε κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα.
Η ασπαρτάμη είναι πηγή φαινυλαλανίνης. Μπορεί να είναι επιβλαβής εάν κάποιος έχει φαινυλκετονουρία (PKU), μία σπάνια γενετική διαταραχή στην οποία η φαινυλαλανίνη συσσωρεύεται επειδή το σώμα δεν μπορεί να την αποβάλλει φυσιολογικά.
Το Oniria περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το Oniria περιέχει θειώδη ως καραμέλα θειώδους αμμωνίας (E 150d). Μπορεί σπάνια να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και βρογχόσπασμο.
Οινοπνευματώδη:
Η ταυτόχρονη χρήση οινοπνευματωδών δε συνιστάται.
Η ηρεμιστική επίδραση μπορεί να αυξηθεί όταν το προϊόν χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με οινοπνευματώδη. Επηρεάζεται αρνητικά η ικανότητα οδήγησης ή χρήσης μηχανημάτων.
Συνδυασμός με κατασταλτικά φάρμακα του ΚΝΣ:
Ενίσχυση του κεντρικού κατασταλτικού αποτελέσματος ενδέχεται να παρουσιαστεί σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χρήσης με αντιψυχωσικά (νευροληπτικά), υπνωτικά, αγχολυτικά/ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικούς παράγοντες, ναρκωτικά αναλγητικά, αντιεπιληπτικά φάρμακα, αναισθητικά και
ηρεμιστικά αντιισταμινικά. Επομένως, η ταυτόχρονη χρήση της τρυγικής ζολπιδέμης με αυτά τα φάρμακα ενδέχεται να αυξήσει την υπνηλία και την ψυχοκινητική διαταραχή της επόμενης ημέρας, συμπεριλαμβανομένης της επηρεασμένης ικανότητας οδήγησης (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 4.7). Επίσης, μεμονωμένες περιπτώσεις οπτικών ψευδαισθήσεων αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν τρυγική ζολπιδέμη με αντικαταθλιπτικά, συμπεριλαμβανομένης της βουπροπιόνης, της δεσιπραμίνης, της φλουοξετίνης, της σερτραλίνης και της βενλαφαξίνης.
Στην περίπτωση των ναρκωτικών αναλγητικών, μπορεί επίσης να εμφανισθεί ενίσχυση της ευφορίας οδηγώντας σε αύξηση της ψυχολογικής εξάρτησης.
Η συγχορήγηση φλουβοξαμίνης ενδέχεται να αυξήσει τα επίπεδα της τρυγικής ζολπιδέμης στο αίμα, η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
Αναστολείς και επαγωγείς του CYP450:
Η τρυγική ζολπιδέμη μεταβολίζεται μέσω διαφόρων ηπατικών ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450, κυρίως μέσω του ενζύμου CYP3A4 με τη συνεισφορά του CYP1A2.
Ενώσεις οι οποίες αναστέλλουν το κυτόχρωμα P450, μπορεί να ενισχύσουν τη δράση των βενζοδιαζεπινών και των παραγόντων που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες, όπως η ζολπιδέμη.
Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης ενδέχεται να αυξήσει τα επίπεδα της τρυγικής ζολπιδέμης στο αίμα˙ η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
Η φαρμακοδυναμική επίδραση της τρυγικής ζολπιδέμης ελαττώνεται όταν χορηγείται με έναν CYP3A4 επαγωγέα, όπως η ριφαμπικίνη και το βότανο του St. John (βαλσαμόχορτο). Το βότανο του St. John (βαλσαμόχορτο) έχει αποδειχθεί ότι έχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με τη ζολπιδέμη, με μείωση στη μέση Cmax και AUC της ζολπιδέμης κατά 33,7 και 30,0%, αντίστοιχα, όταν χορηγούνται ταυτόχρονα. Η συγχορήγηση του βοτάνου του St. John μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της ζολπιδέμης στο αίμα, η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
Ωστόσο, όταν η τρυγική ζολπιδέμη χορηγήθηκε με ιτρακοναζόλη (CYP3A4 αναστολέας), η φαρμακοκινητική και η φαρμακοδυναμική της δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά. Η κλινική συνάφεια αυτών των αποτελεσμάτων δεν είναι γνωστή.
Η συγχορήγηση της τρυγικής ζολπιδέμης με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, κετοκοναζόλη (200 mg δύο φορές ημερησίως), παρέτεινε τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής της τρυγικής ζολπιδέμης, αύξησε τη συνολική AUC, και ελάττωσε την από του στόματος φαινόμενη κάθαρση σε σύγκριση με την τρυγική ζολπιδέμη συν το εικονικό φάρμακο. Η συνολική AUC για την τρυγική ζολπιδέμη, όταν συγχορηγήθηκε με κετοκοναζόλη, αυξήθηκε κατά 1,83 σε σύγκριση με την τρυγική ζολπιδέμη ως μονοθεραπεία. Η ρύθμιση της συνηθισμένης δοσολογίας της τρυγικής ζολπιδέμης δεν θεωρείται απαραίτητη, αλλά οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι η χρήση της τρυγικής ζολπιδέμης με κετοκοναζόλη μπορεί να ενισχύσει τις ηρεμιστικές επιδράσεις.
Οπιοειδή:
Η ταυτόχρονη χρήση ηρεμιστικών φαρμάκων, όπως οι βενζοδιαζεπίνες, ή σχετικών φαρμάκων, όπως το Oniria, και οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου, εξαιτίας της αθροιστικής κατασταλτικής δράσης στο ΚΝΣ. Η δοσολογία και η διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης πρέπει να είναι περιορισμένη (βλ. παράγραφο 4.4).
Άλλα φάρμακα:
Όταν η τρυγική ζολπιδέμη χορηγήθηκε με βαρφαρίνη, διγοξίνη, ρανιτιδίνη, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.
Κύηση
Η χρήση της ζολπιδέμης δε συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα.
Η ζολπιδέμη διαπερνά τον πλακούντα.
Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε εγκύους (περισσότερες από 1.000 εκτεθειμένες κυήσεις) που συλλέχθηκαν από μελέτες κοόρτης, δεν κατέδειξαν εμφάνιση δυσπλασιών μετά από έκθεση σε βενζοδιαζεπίνες ή παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ωστόσο, σε ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες ασθενών-μαρτύρων,
παρατηρήθηκε αυξημένη επίπτωση εμφάνισης λαγώχειλου και λυκοστόματος με τη χρήση βενζοδιαζεπινών κατά τη διάρκεια της κύησης.
Έχουν περιγραφεί περιπτώσεις μειωμένης εμβρυϊκής κίνησης και διακύμανσης του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού μετά τη χορήγηση βενζοδιαζεπινών ή παραγόντων που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες κατά τη διάρκεια του δεύτερου και/ή του τρίτου τριμήνου της κύησης. Η χορήγηση ζολπιδέμης κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης της κύησης, ή κατά τον τοκετό έχει συσχετιστεί με επιδράσεις στο νεογέννητο, όπως υποθερμία, υποτονία, δυσκολίες στη σίτιση («υποτονικό νεογνό»), και αναπνευστική καταστολή, λόγω της φαρμακολογικής δράσης του προϊόντος. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρής αναπνευστικής καταστολής του νεογνού.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρής αναπνευστικής καταστολής του νεογνού όταν η τρυγική ζολπιδέμη χρησιμοποιήθηκε με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ στο τέλος της κύησης.
Επιπλέον, βρέφη που γεννιούνται από μητέρες που έλαβαν χρονίως ηρεμιστικά/υπνωτικά στη διάρκεια των τελικών σταδίων της κύησης, μπορεί να έχουν αναπτύξει σωματική εξάρτηση και μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης κατά τη μεταγεννητική περίοδο.
Συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση του νεογέννητου κατά τη μεταγεννητική περίοδο.
Εάν το Oniria συνταγογραφηθεί σε γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, πρέπει να προειδοποιηθεί ώστε να επικοινωνήσει με τον γιατρό της σχετικά με τη διακοπή του προϊόντος εάν σκοπεύει να μείνει έγκυος ή υποψιάζεται ότι είναι έγκυος.
Θηλασμός
Δεδομένου ότι μικρές ποσότητες βενζοδιαζεπινών ή παραγόντων που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες έχουν εντοπιστεί στο μητρικό γάλα, η τρυγική ζολπιδέμη σε θηλάζουσες μητέρες δεν συνιστάται.
ν
Το Oniria έχει μείζονα επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Οι οδηγοί οχημάτων και οι χειριστές μηχανημάτων πρέπει να προειδοποιούνται ότι, όπως με άλλα υπνωτικά, ενδέχεται να υπάρχει πιθανός κίνδυνος υπνηλίας, παρατεταμένου χρόνου αντίδρασης, ζάλης, λήθαργου, θαμπής/διπλής όρασης και μειωμένης εγρήγορσης και επηρεασμένης οδήγησης το πρωί μετά τη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8). Προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος, μια περίοδος ξεκούρασης τουλάχιστον 8 ωρών συνιστάται μεταξύ της λήψης τρυγικής ζολπιδέμης και της οδήγησης, της χρήσης μηχανημάτων και της εργασίας σε ύψη.
Η μείωση της ικανότητας οδήγησης και συμπεριφορές, όπως η «οδήγηση κατά τη διάρκεια του ύπνου» («sleep-driving»), έχουν παρουσιαστεί με την τρυγική ζολπιδέμη ως μονοθεραπεία στις θεραπευτικές δόσεις.
Επιπλέον, η συγχορήγηση τρυγικής ζολπιδέμης με οινοπνευματώδη και άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ αυξάνει τον κίνδυνο τέτοιων συμπεριφορών (βλ. παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται να μη χρησιμοποιούν οινοπνευματώδη ή άλλες ψυχοδραστικές ουσίες όταν λαμβάνουν τρυγική ζολπιδέμη.
Η ακόλουθη κατάταξη των συχνοτήτων κατά CIOMS χρησιμοποιείται, όπου εφαρμόζεται: Πολύ συχνές (≥1/10),
Συχνές (≥1/100 έως < 1/10),
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως < 1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως < 1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Υπάρχουν ενδείξεις συσχέτισης της δόσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη χρήση της τρυγικής ζολπιδέμης, ιδιαίτερα για ορισμένα συμβάντα του ΚΝΣ. Όπως συνιστάται στην παράγραφο 4.2, θεωρητικά θα πρέπει να είναι λιγότερες εάν η τρυγική ζολπιδέμη λαμβάνεται αμέσως πριν από την κατάκλιση, ή στο κρεβάτι.
Εμφανίζονται συχνότερα σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Μη γνωστές: αγγειονευρωτικό οίδημα Ψυχιατρικές διαταραχές
Συχνές: ψευδαίσθηση, διέγερση, εφιάλτης, κατάθλιψη (βλ. παράγραφο 4.4).
Όχι συχνές: συγχυτική κατάσταση, ευερεθιστότητα, ανησυχία, επιθετικότητα, σύνθετες συμπεριφορές ύπνου, υπνοβασία (βλ. παράγραφο 4.4), ευφορική συναισθηματική διάθεση.
Σπάνιες: διαταραχές της γενετήσιας ορμής.
Πολύ σπάνιες: παραληρητική ιδέα, εξάρτηση (συμπτώματα απόσυρσης, ή φαινόμενα υπερακόντισης μπορεί να εμφανισθούν μετά τη διακοπή της θεραπείας).
Μη γνωστές: οργή, μη φυσιολογική συμπεριφορά.
Οι περισσότερες από αυτές τις ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με παράδοξες αντιδράσεις.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη, επιδεινωθείσα αϋπνία, γνωστικές διαταραχές, όπως προχωρητική αμνησία (οι επιδράσεις της αμνησίας μπορεί να σχετίζονται με ανάρμοστη συμπεριφορά).
Όχι συχνές: παραισθησία, τρόμος, διαταραχή της προσοχής, διαταραχή του λόγου. Σπάνιες: καταστολή του επιπέδου συνείδησης.
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές: οπτική δυσλειτουργία.
Όχι συχνές: διπλωπία, θαμπή όραση.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Πολύ σπάνιες: αναπνευστική καταστολή (βλέπε παράγραφο 4.4).
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Συχνές: διάρροια, ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος. Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Όχι συχνές: ηπατικά ένζυμα αυξημένα.
Σπάνιες: ηπατοκυτταρική, χολοστατική, ή μικτή ηπατική κάκωση (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4).
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Όχι συχνές: διαταραχή όρεξης.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές: εξάνθημα, κνησμός, υπεριδρωσία.
Σπάνιες: κνίδωση.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Συχνές: οσφυαλγία.
Όχι συχνές: αρθραλγία, μυαλγία, μυϊκοί σπασμοί, αυχεναλγία, μυϊκή αδυναμία.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Συχνές: λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Συχνές: κόπωση.
Σπάνιες: διαταραχή βάδισης, πτώση (κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς και όταν η ζολπιδέμη δεν είχε ληφθεί σύμφωνα με τις συστάσεις συνταγογράφησης) (βλ. παράγραφο 4.4).
Μη γνωστές: ανοχή σε φάρμακο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21
06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Σημεία και Συμπτώματα:
Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας που περιλαμβάνει τρυγική ζολπιδέμη ως μονοθεραπεία ή μαζί με άλλα φάρμακα ή παράγοντες που είναι κατασταλτικά του ΚΝΣ (συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευματωδών), η μείωση της συνείδησης κυμάνθηκε από υπνηλία έως κώμα, και αναφέρθηκε πιο σοβαρή συμπτωματολογία, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων εκβάσεων.
Αντιμετώπιση:
Κατά την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με οποιοδήποτε φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η πιθανότητα να έχουν ληφθεί πολλαπλοί παράγοντες.
Μετά από υπερδοσολογία με βενζοδιαζεπίνες ή παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο πρόκλησης εμέτου (εντός μίας ώρας) εάν ο ασθενής έχει τις αισθήσεις του, ή να γίνει πλύση στομάχου με προστατευμένους αεραγωγούς εάν ο ασθενής είναι αναίσθητος.
Εάν δεν υπάρχει πλεονέκτημα από την κένωση του στομάχου, πρέπει να χορηγείται ενεργός άνθρακας για τη μείωση της απορρόφησης.
Οι καρδιαγγειακές και αναπνευστικές λειτουργίες πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά στην εντατική θεραπεία.
Τα ηρεμιστικά φάρμακα πρέπει να διακόπτονται ακόμα και αν εμφανισθεί διέγερση.
Η φλουμαζενίλη μπορεί να είναι ένα χρήσιμο αντίδοτο που λαμβάνεται υπόψη εάν παρατηρηθούν σοβαρά συμπτώματα. Ωστόσο, η χορήγηση της φλουμαζενίλης μπορεί να συνεισφέρει στην εμφάνιση νευρολογικών συμπτωμάτων (σπασμοί).
Η ζολπιδέμη δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ONIRIA 5MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Υπνωτικά και Ηρεμιστικά, κωδικός ATC: N05CF02
Η τρυγική ζολπιδέμη είναι μία ιμιδαζοπυριδίνη που δεσμεύεται κατά προτίμηση στον υπότυπο του υποδοχέα ωμέγα-1 (επίσης γνωστός ως υπότυπος βενζοδιαζεπίνης-1) που αντιστοιχεί στους υποδοχείς του GABA-A που περιέχουν την υπομονάδα άλφα-1, ενώ οι βενζοδιαζεπίνες δεσμεύονται μη εκλεκτικά και με τους δύο υποτύπους ωμέγα-1 και ωμέγα-2. Η ρύθμιση του διαύλου ανιόντων χλωρίου μέσω αυτού του υποδοχέα οδηγεί στις ειδικές ηρεμιστικές επιδράσεις που επιδεικνύονται από την τρυγική ζολπιδέμη. Αυτές οι επιδράσεις αναστρέφονται από τον ανταγωνιστή των βενζοδιαζεπινών, τη φλουμαζενίλη.
Στα ζώα: η εκλεκτική δέσμευση της ζολπιδέμης στον υποδοχέα ωμέγα-1 μπορεί να εξηγήσει την πλήρη απουσία μυοχαλαρωτικών και αντισπασμωδικών επιδράσεων σε υπνωτικές δόσεις. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως παρούσες με τις βενζοδιαζεπίνες, οι οποίες δεν είναι εκλεκτικές για τον υποδοχέα ωμέγα-1.
Στον άνθρωπο: η τρυγική ζολπιδέμη ελαττώνει την λανθάνουσα περίοδο του ύπνου και τον αριθμό των αφυπνίσεων, και αυξάνει τη διάρκεια και την ποιότητα του ύπνου. Αυτές οι επιδράσεις συνδέονται με ένα χαρακτηριστικό EEG προφίλ, διαφορετικό από αυτό των βενζοδιαζεπινών. Σε μελέτες που μετρήθηκε το ποσοστό του χρόνου που διαρκεί το κάθε στάδιο ύπνου, η τρυγική ζολπιδέμη έδειξε ότι γενικά διατηρεί τα στάδια του ύπνου. Στη συνιστώμενη δόση, η τρυγική ζολπιδέμη δεν επηρεάζει τη διάρκεια του παράδοξου ύπνου (REM). Η διατήρηση του βαθέος ύπνου (στάδια 3 και 4 – slow-wave sleep) μπορεί να εξηγηθεί από την εκλεκτική ωμέγα-1 δέσμευση της τρυγικής ζολπιδέμης. Όλες οι αναγνωρισμένες επιδράσεις της τρυγικής ζολπιδέμης αναστρέφονται από τον ανταγωνιστή των βενζοδιαζεπινών, τη φλουμαζενίλη.
Οι τυχαιοποιημένες δοκιμές έδειξαν πειστικά στοιχεία αποτελεσματικότητας μόνο για τα 10 mg τρυγικής ζολπιδέμης.
Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή δοκιμή σε 462 μη ηλικιωμένους, υγιείς εθελοντές με παροδική αϋπνία, η τρυγική ζολπιδέμη 10 mg μείωσε τον μέσο χρόνο της πτώσης σε ύπνο κατά 10 λεπτά συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, ενώ για τα 5 mg τρυγικής ζολπιδέμης αυτός ήταν 3 λεπτά.
Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή δοκιμή σε 114 μη ηλικιωμένους ασθενείς με χρόνια αϋπνία, η τρυγική ζολπιδέμη 10 mg μείωσε τον μέσο χρόνο της πτώσης σε ύπνο κατά 30 λεπτά συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, ενώ για τα 5 mg τρυγικής ζολπιδέμης αυτός ήταν 15 λεπτά.
Σε μερικούς ασθενείς, μια μικρότερη δόση των 5 mg μπορεί να είναι αποτελεσματική.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της τρυγικής ζολπιδέμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών. Μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 201 παιδιά ηλικίας 6-17 ετών με αϋπνία που σχετίζεται με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) απέτυχε να αποδείξει την αποτελεσματικότητα της τρυγικής ζολπιδέμης 0,25 mg/kg/ημέρα (με ένα μέγιστο 10 mg/ημέρα) σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο. Οι ψυχιατρικές διαταραχές και οι διαταραχές του νευρικού συστήματος αποτέλεσαν τα πιο συχνά αναφαινόμενα από τη θεραπεία ανεπιθύμητα συμβάντα που παρατηρήθηκαν με την τρυγική ζολπιδέμη έναντι του εικονικού φαρμάκου και συμπεριλάμβαναν ζάλη (23,5% έναντι 1,5%), κεφαλαλγία (12,5% έναντι 9,2%) και ψευδαισθήσεις (7,4% έναντι 0%) (βλέπε παραγράφους 4.2 και
4.3).
Απορρόφηση:
Η τρυγική ζολπιδέμη έχει ταχεία απορρόφηση και έναρξη υπνωτικής δράσης. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι 70% μετά από του στόματος χορήγηση σε σχέση με έναν μέτριο μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μεταξύ 0,5 και 3 ωρών.
Κατανομή:
Σε θεραπευτικές δόσεις, το φαρμακοκινητικό προφίλ της ζολπιδέμης είναι γραμμικό και δεν μεταβάλλεται από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες ανέρχεται σε 92,5% ± 0,1%. Ο όγκος κατανομής στους ενήλικες είναι 0,54 ± 0,02 l/kg και μειώνεται σε 0,34 ± 0,05 l/kg σε πολύ ηλικιωμένους.
Βιομετασχηματισμός:
Όλοι οι μεταβολίτες είναι φαρμακολογικά ανενεργοί και αποβάλλονται στα ούρα (56%) και στα κόπρανα (37%). Οι μεταβολίτες δεν παρεμβαίνουν στη σύνδεση της ζολπιδέμης με τις πρωτεΐνες. Το φάρμακο δεν έχει επαγωγική επίδραση στα ηπατικά ένζυμα.
Αποβολή:
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι μικρός, με μέση τιμή 2,4 ώρες (± 0,2 h) και διάρκεια δράσης μέχρι 6 ώρες.
Η τρυγική ζολπιδέμη έχει δειχθεί σε δοκιμές ότι δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση.
Ειδικοί πληθυσμοί:
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε ηλικιωμένα άτομα και σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία είναι αυξημένες, επομένως, η δόση μπορεί να απαιτεί προσαρμογή. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, που είτε υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση είτε όχι, υπάρχει μέτρια μείωση της κάθαρσης. Οι άλλες φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν επηρεάζονται.
Σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας, η κάθαρση μειώνεται. Η μέγιστη συγκέντρωση αυξήθηκε κατά περίπου 50% χωρίς σημαντική παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής (περίπου 3 ώρες).
Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, η βιοδιαθεσιμότητα της ζολπιδέμης αυξάνεται, η κάθαρση μειώνεται και ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής παρατείνεται (περίπου 10 ώρες).