RINVOQ PR.TAB 15MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - RINVOQ 15MG/TAB
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργού ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι έχουν ανταποκριθεί ανεπαρκώς σε, ή οι οποίοι εμφανίζουν δυσανεξία σε ένα ή περισσότερα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs). Το RINVOQ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη.
Ψωριασική αρθρίτιδα
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της ενεργού ψωριασικής αρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι έχουν ανταποκριθεί ανεπαρκώς ή εμφανίζουν δυσανεξία σε ένα ή περισσότερα DMARDs. Το RINVOQ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη.
Αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα
Μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένη αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα (nr-axSpA)
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της ενεργού μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένης αξονικής σπονδυλοαρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς με αντικειμενικά σημεία φλεγμονής, όπως υποδεικνύεται από τα αυξημένα επίπεδα της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) ή/και την απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (MRI), οι οποίοι έχουν ανταποκριθεί ανεπαρκώς σε μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ).
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (AS, ακτινολογικά επιβεβαιωμένη αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα)
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της ενεργού αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι έχουν ανταποκριθεί ανεπαρκώς στη συμβατική θεραπεία.
Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς. Ατοπική δερματίτιδα
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ατοπικής δερματίτιδας σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω που είναι υποψήφιοι για συστηματική θεραπεία.
Ελκώδης κολίτιδα
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργού ελκώδους κολίτιδας σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν ανεπαρκή ανταπόκριση, απώλεια ανταπόκρισης ή δυσανεξία είτε σε συμβατική θεραπεία ή σε θεραπεία με βιολογικό παράγοντα.
Νόσος του Crohn
Το RINVOQ ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργού νόσου του Crohn σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν ανεπαρκή ανταπόκριση, απώλεια ανταπόκρισης ή δυσανεξία είτε σε συμβατική θεραπεία ή σε θεραπεία με βιολογικό παράγοντα.
Η έναρξη και παρακολούθηση της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να πραγματοποιείται από ιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και τη θεραπεία των παθήσεων για τις οποίες ενδείκνυται η ουπαδασιτινίμπη.
Δοσολογία
Ρευματοειδής αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα και αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα
Η συνιστώμενη δόση της ουπαδασιτινίμπης είναι 15 mg άπαξ ημερησίως.
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας σε ασθενείς με αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα που δεν έχουν δείξει κλινική ανταπόκριση μετά από 16 εβδομάδες θεραπείας. Ορισμένοι ασθενείς με αρχική μερική ανταπόκριση, ενδέχεται να εμφανίσουν στη συνέχεια βελτίωση με τη συνέχιση της θεραπείας πέραν των 16 εβδομάδων.
Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα
Η συνιστώμενη δόση της ουπαδασιτινίμπης είναι 15 mg άπαξ ημερησίως σε συνδυασμό με μειούμενη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Η μονοθεραπεία με ουπαδασιτινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία οξέων υποτροπών (βλ. παράγραφο 4.4).
Με βάση τη χρόνια φύση της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας, η ουπαδασιτινίμπη 15 mg άπαξ ημερησίως μπορεί να συνεχιστεί ως μονοθεραπεία μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών.
Ατοπική δερματίτιδα
Η συνιστώμενη δόση της ουπαδασιτινίμπης είναι 15 mg ή 30 mg άπαξ ημερησίως με βάση την ατομική εικόνα του ασθενούς.
-
Η δοσολογία των 15 mg συνιστάται για ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE), μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβάντων (MACE) και κακοήθειας (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Η δοσολογία των 30 mg άπαξ ημερησίως ενδέχεται να είναι κατάλληλη για ασθενείς με υψηλό φορτίο νόσου που δεν διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για VTE, MACE και κακοήθεια (βλ. παράγραφο 4.4), ή ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση στα 15 mg άπαξ ημερησίως.
-
Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών) βάρους τουλάχιστον 30 kg, συνιστάται μια δόση των 15 mg. Εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται επαρκώς σε 15 mg άπαξ ημερησίως, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 30 mg άπαξ ημερησίως.
-
Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τη διατήρηση της ανταπόκρισης.
Για ασθενείς 65 ετών και άνω, η συνιστώμενη δόση είναι 15 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.4).
Συγχορηγούμενες τοπικές θεραπείες
Η ουπαδασιτινίμπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ή χωρίς τοπικά κορτικοστεροειδή. Οι τοπικοί αναστολείς καλσινευρίνης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ευαίσθητες περιοχές, όπως το πρόσωπο, ο λαιμός, οι παρατριμματικές περιοχές και οι περιοχές των γεννητικών οργάνων.
Η διακοπή της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να εκτιμηθεί σε κάθε ασθενή που δεν έχει δείξει ενδείξεις θεραπευτικού οφέλους μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας.
Ελκώδης κολίτιδα
Επαγωγή
Η συνιστώμενη δόση επαγωγής της ουπαδασιτινίμπης είναι 45 mg άπαξ ημερησίως για 8 εβδομάδες. Για ασθενείς, οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν επαρκές θεραπευτικό όφελος έως την εβδομάδα 8, η ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως μπορεί να συνεχιστεί για επιπλέον διάστημα 8 εβδομάδων (βλ. παράγραφο 5.1). Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται σε οποιονδήποτε ασθενή, ο οποίος δεν εμφανίζει ενδείξεις θεραπευτικού οφέλους έως την εβδομάδα 16.
Συντήρηση
Η συνιστώμενη δόση συντήρησης της ουπαδασιτινίμπης είναι 15 mg ή 30 mg άπαξ ημερησίως με βάση την εξατομικευμένη εικόνα του ασθενούς:
-
Η δοσολογία των 15 mg συνιστάται για ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο VTE, MACE και κακοήθειας (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Η δοσολογία των 30 mg άπαξ ημερησίως ενδέχεται να είναι κατάλληλη για ορισμένους ασθενείς, όπως εκείνους με υψηλό φορτίο νόσου ή όσους χρήζουν θεραπείας επαγωγής 16 εβδομάδων, οι οποίοι δεν διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για VTE, MACE και κακοήθεια (βλ. παράγραφο 4.4) ή ασθενείς, οι οποίοι δεν εμφανίζουν επαρκές θεραπευτικό όφελος στη δόση 15 mg άπαξ ημερησίως.
-
Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τη διατήρηση της ανταπόκρισης.
Για ασθενείς 65 ετών και άνω, η συνιστώμενη δόση είναι 15 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε ασθενείς με ανταπόκριση στη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη, τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να μειωθούν ή/και να διακοπούν σύμφωνα με την καθιερωμένη κλινική πρακτική.
Νόσος του Crohn
Επαγωγή
Η συνιστώμενη δόση επαγωγής της ουπαδασιτινίμπης είναι 45 mg άπαξ ημερησίως για 12 εβδομάδες. Για ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν επαρκές θεραπευτικό όφελος μετά την αρχική θεραπεία επαγωγής
12 εβδομάδων, ενδέχεται να αξιολογηθεί η παρατεταμένη θεραπεία επαγωγής για 12 ακόμη εβδομάδες με μια δόση 30 mg άπαξ ημερησίως. Για αυτούς τους ασθενείς, η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται εάν δεν υπάρχουν ενδείξεις θεραπευτικού οφέλους μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας.
Συντήρηση
Η συνιστώμενη δόση συντήρησης της ουπαδασιτινίμπης είναι 15 mg ή 30 mg άπαξ ημερησίως με βάση την εξατομικευμένη εικόνα του ασθενούς:
-
Η δοσολογία των 15 mg συνιστάται για ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο VTE, MACE και κακοήθειας (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Η δοσολογία των 30 mg άπαξ ημερησίως ενδέχεται να είναι κατάλληλη για ασθενείς με υψηλό φορτίο νόσου, οι οποίοι δεν διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για VTE, MACE και κακοήθεια (βλ. παράγραφο 4.4) ή οι οποίοι δεν εμφανίζουν επαρκές θεραπευτικό όφελος στη δόση 15 mg άπαξ ημερησίως.
-
Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τη διατήρηση της ανταπόκρισης.
Για ασθενείς 65 ετών και άνω, η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 15 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε ασθενείς με ανταπόκριση στη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη, τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να μειωθούν ή/και να διακοπούν σύμφωνα με την καθιερωμένη κλινική πρακτική.
Αλληλεπιδράσεις
Για ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του κυτοχρώματος P450 (CYP) 3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, κλαριθρομυκίνη), η συνιστώμενη δόση επαγωγής είναι 30 mg άπαξ ημερησίως και η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 15 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.5).
Έναρξη της δόσης
Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με απόλυτο αριθμό λεμφοκυττάρων (ALC) < 0,5 x 109 κύτταρα/l, απόλυτο αριθμό ουδετερόφιλων (ANC) < 1 x 109 κύτταρα/l ή σε ασθενείς με επίπεδα αιμοσφαιρίνης (Hb) < 8 g/dl (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Διακοπή της δόσης
Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν ένας ασθενής αναπτύξει σοβαρή λοίμωξη έως ότου η λοίμωξη τεθεί υπό έλεγχο.
Μπορεί να χρειαστεί διακοπή της δοσολογίας για την αντιμετώπιση των μη φυσιολογικών εργαστηριακών τιμών όπως περιγράφεται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1 Εργαστηριακές μετρήσεις και οδηγίες παρακολούθησης
| Εργαστηριακή μέτρηση | Ενέργεια | Οδηγία παρακολούθησης |
| Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) | Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν ο ANC είναι < 1 x 109 κύτταρα/l και μπορεί να ξεκινήσειεκ νέου μόλις ο ANC επιστρέψει σε υψηλότερη τιμή | Αξιολογήστε κατά την αρχική εκτίμηση και στη συνέχεια όχι αργότερα από 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας. Από τότε και στο εξής αξιολογήστε σύμφωνα με την εξατομικευμένη αντιμετώπιση του ασθενούς. |
| Απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων (ALC) | Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν ο ALC είναι <0,5 x 109 κύτταρα/l και μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου μόλις ο ALC επιστρέψεισε υψηλότερη τιμή | |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν η Hb είναι < 8 g/dl και μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου μόλις τα επίπεδα Hb επιστρέψουν σευψηλότερη τιμή | |
| Ηπατικές τρανσαμινάσες | Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά εάν πιθανολογείται ηπατική βλάβη προκληθείσα από φάρμακα | Αξιολογήστε κατά την αρχική εκτίμηση και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη διαχείριση τουασθενούς. |
| Λιπίδια | Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για την υπερλιπιδαιμία | Αξιολογήστε 12 εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τις διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίεςγια την υπερλιπιδαιμία |
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Ρευματοειδής αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα και αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω (βλ. παράγραφο 4.4).
Ατοπική δερματίτιδα
Για ατοπική δερματίτιδα, δεν συνιστώνται δόσεις υψηλότερες των 15 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn
Για ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn, δεν συνιστώνται δόσεις υψηλότερες των 15 mg άπαξ ημερησίως για θεραπεία συντήρησης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ουπαδασιτινίμπης σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ουπαδασιτινίμπης σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, όπως περιγράφεται στον Πίνακα 2. Η χρήση της ουπαδασιτινίμπης δεν έχει μελετηθεί σε άτομα με νεφροπάθεια τελικού σταδίου και ως εκ τούτου δεν συνιστάται για χρήση σε αυτούς τους ασθενείς.
Πίνακας 2 Συνιστώμενη δόση για σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαα
| Θεραπευτική ένδειξη | Συνιστώμενη δόση άπαξ ημερησίως |
| Ρευματοειδής αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα, αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα, γιγαντοκυτταρικήαρτηρίτιδα, ατοπική δερματίτιδα | 15 mg |
| Ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn | Επαγωγή: 30 mg |
| Συντήρηση: 15 mg | |
| α εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) 15 έως< 30 ml/min/1,73 m2 | |
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Η ουπαδασιτινίμπη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RINVOQ σε παιδιά με ατοπική δερματίτιδα ηλικίας κάτω των 12 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RINVOQ σε παιδιά και εφήβους με ρευματοειδή αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα, αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα, ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn ηλικίας 0 έως κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του RINVOQ στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας.
Τρόπος χορήγησης
Το RINVOQ πρέπει να λαμβάνεται από του στόματος άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή και μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και δεν θα πρέπει να διχοτομούνται, να θρυμματίζονται ή να μασώνται προκειμένου να διασφαλίζεται ότι χορηγείται σωστά ολόκληρη η δόση.
Η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες σε ασθενείς:
-
65 ετών και άνω
-
ασθενείς με ιστορικό αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου ή άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου (όπως νυν ή πρώην μακροχρόνιοι καπνιστές)
-
ασθενείς με παράγοντες κινδύνου κακοήθειας (π.χ. τρέχουσα κακοήθεια ή ιστορικό κακοήθειας)
Χρήση σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω
Λαμβάνοντας υπόψη τον αυξημένο κίνδυνο MACE, κακοηθειών, σοβαρών λοιμώξεων και θνησιμότητας πάσης αιτιολογίας σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, όπως παρατηρήθηκε σε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη για την τοφασιτινίμπη [έναν άλλον αναστολέα της κινάσης Janus (JAK)], η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς μόνο εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες.
Σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών με τη δόση ουπαδασιτινίμπης των 30 mg άπαξ ημερησίως. Επομένως, η συνιστώμενη δόση για μακροχρόνια χορήγηση είναι 15 mg άπαξ ημερησίως για τον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα
Ο συνδυασμός με άλλα ισχυρά ανοσοκατασταλτικά όπως η αζαθειοπρίνη, η 6-μερκαπτοπουρίνη, η κυκλοσπορίνη, το tacrolimus και βιολογικά DMARDs ή με άλλους αναστολείς JAK δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες και δεν συνιστάται καθώς ο κίνδυνος επιπρόσθετης ανοσοκαταστολής δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Σοβαρές λοιμώξεις
Έχουν αναφερθεί σοβαρές και ορισμένες φορές θανατηφόρες λοιμώξεις σε ασθενείς που λαμβάνουν ουπαδασιτινίμπη. Οι πιο συχνές σοβαρές λοιμώξεις που αναφέρθηκαν με την ουπαδασιτινίμπη περιελάμβαναν την πνευμονία (βλ. παράγραφο 4.8) και την κυτταρίτιδα. Περιπτώσεις βακτηριακής μηνιγγίτιδας και σήψης έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ουπαδασιτινίμπη. Από τις ευκαιριακές λοιμώξεις, με την ουπαδασιτινίμπη αναφέρθηκαν φυματίωση, πολυδερμοτομικός έρπης ζωστήρας, στοματική/οισοφαγική καντιντίαση και κρυπτοκόκκωση.
Δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται έναρξη της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη σε ασθενείς με ενεργό, σοβαρή λοίμωξη, συμπεριλαμβανομένων των εντοπισμένων λοιμώξεων (βλ. παράγραφο 4.3).
Εξετάστε τους κινδύνους και τα οφέλη της θεραπείας πριν από την έναρξη της χορήγησης της ουπαδασιτινίμπης σε ασθενείς:
-
με χρόνια ή υποτροπιάζουσα λοίμωξη
-
οι οποίοι έχουν εκτεθεί σε φυματίωση
-
με ιστορικό σοβαρής ή ευκαιριακής λοίμωξης
-
οι οποίοι έχουν κατοικήσει ή ταξιδέψει σε περιοχές ενδημικές για φυματίωση ή ενδημικές για μυκητιάσεις, ή
-
με υποκείμενες καταστάσεις, οι οποίες δύνανται να προδιαθέτουν στην ανάπτυξη λοιμώξεων.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη σημείων και συμπτωμάτων λοίμωξης κατά τη διάρκεια και μετά από τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη. Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται εάν ο ασθενής εμφανίσει σοβαρή ή ευκαιριακή λοίμωξη. Ένας ασθενής, ο οποίος αναπτύσσει νέα λοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να υποβληθεί σε εσπευσμένο και πλήρη διαγνωστικό έλεγχο κατάλληλο για ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να διακοπεί εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στην αντιμικροβιακή θεραπεία. Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη μπορεί να συνεχιστεί μόλις η λοίμωξη τεθεί υπό έλεγχο.
Παρατηρήθηκε υψηλότερο ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων με τη δόση ουπαδασιτινίμπης των 30 mg σε σύγκριση με τη δόση ουπαδασιτινίμπης των 15 mg.
Καθώς υπάρχει υψηλότερη επίπτωση λοιμώξεων στους ηλικιωμένους και γενικά στους πληθυσμούς ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη, θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται στους ηλικιωμένους και στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες (βλ. παράγραφο 4.2).
Φυματίωση
Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο για φυματίωση (ΤΒ) πριν από την έναρξη της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη. Η ουπαδασιτινίμπη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό φυματίωση (βλ. παράγραφο 4.3). Το ενδεχόμενο θεραπείας κατά της φυματίωσης θα πρέπει να εξετάζεται πριν από την έναρξη της ουπαδασιτινίμπης σε ασθενείς με προηγουμένως μη θεραπευμένη λανθάνουσα φυματίωση ή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για φυματίωση.
Συνιστάται συμβουλευτική συζήτηση με ιατρό με εμπειρία στη θεραπεία της φυματίωσης προκειμένου να διευκολυνθεί η λήψη απόφασης σχετικά με το εάν η έναρξη θεραπείας κατά της φυματίωσης είναι κατάλληλη για έναν μεμονωμένο ασθενή.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανάπτυξη σημείων και συμπτωμάτων φυματίωσης, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με αρνητικό αποτέλεσμα στον έλεγχο για λανθάνουσα φυματίωση πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Επανενεργοποίηση ιογενών λοιμώξεων
Η επανενεργοποίηση ιογενών λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων επανενεργοποίησης του ερπητοϊού (π.χ. έρπης ζωστήρας), αναφέρθηκε σε κλινικές μελέτες (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος εμφάνισης του έρπητα ζωστήρα φαίνεται να είναι υψηλότερος σε Ιάπωνες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη. Εάν ένας ασθενής αναπτύξει έρπητα ζωστήρα, η διακοπή της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να εξετασθεί μέχρι την αποδρομή του επεισοδίου.
Ο έλεγχος για ιογενή ηπατίτιδα και η παρακολούθηση για επανενεργοποίηση θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη. Οι ασθενείς οι οποίοι ήταν θετικοί για το αντίσωμα της ηπατίτιδας C και για το RNA του ιού της ηπατίτιδας C αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες. Οι ασθενείς οι οποίοι ήταν θετικοί για το επιφανειακό αντιγόνο της ηπατίτιδας B ή για το DNA του ιού της ηπατίτιδας Β αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες. Εάν κατά τη διάρκεια λήψης της ουπαδασιτινίμπης ανιχνευτεί DNA του ιού της ηπατίτιδας Β, θα πρέπει να γίνει παραπομπή σε εξειδικευμένο ηπατολόγο.
Εμβολιασμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την ανταπόκριση στον εμβολιασμό με εμβόλια ζώντων μικροοργανισμών σε ασθενείς που λαμβάνουν ουπαδασιτινίμπη. Δεν συνιστάται η χρήση εμβολίων με ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς κατά τη διάρκεια ή αμέσως πριν από τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη, οι ασθενείς συνιστάται να πραγματοποιήσουν όλες τις κατάλληλες ανοσοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των προφυλακτικών εμβολιασμών κατά του έρπητα ζωστήρα, σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες ανοσοποίησης (βλ. παράγραφο 5.1).
Κακοήθεια
Λέμφωμα και άλλες κακοήθειες έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς JAK, συμπεριλαμβανομένης της ουπαδασιτινίμπης.
Σε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη της τοφασιτινίμπης (ενός άλλου αναστολέα JAK) σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ηλικίας 50 ετών και άνω με τουλάχιστον έναν επιπλέον παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, παρατηρήθηκε υψηλότερο ποσοστό κακοηθειών, ιδιαίτερα καρκίνου του πνεύμονα, λεμφώματος και μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος (NMSC) με την τοφασιτινίμπη σε σύγκριση με αναστολείς του παράγοντα νέκρωσης όγκου (TNF).
Παρατηρήθηκε υψηλότερο ποσοστό κακοηθειών με τη δόση ουπαδασιτινίμπης των 30 mg σε σύγκριση με τη δόση ουπαδασιτινίμπης των 15 mg.
Σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, σε ασθενείς που είναι νυν καπνιστές ή κάπνιζαν στο παρελθόν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου για κακοήθεια (π.χ. τρέχουσα κακοήθεια ή ιστορικό κακοήθειας), η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (NMSC)
Μη μελανωματικοί καρκίνοι του δέρματος έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη (βλ. παράγραφο 4.8). Παρατηρήθηκε υψηλότερο ποσοστό μη μελανωματικών καρκίνων του δέρματος (NMSC) με τη δόση ουπαδασιτινίμπης των 30 mg σε σύγκριση με τη δόση ουπαδασιτινίμπης των 15 mg. Συνιστάται περιοδική δερματική εξέταση για όλους τους ασθενείς, ιδιαίτερα για εκείνους με παράγοντες κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος.
Αιματολογικές διαταραχές
Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) < 1 x 109 κύτταρα/l, απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων (ALC)
< 0,5 x 109 κύτταρα/l και αιμοσφαιρίνη < 8 g/dl αναφέρθηκαν σε ποσοστό ≤1 % των ασθενών σε κλινικές δοκιμές (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά, ή θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά, σε ασθενείς με τιμές ANC < 1 x 109 κύτταρα/l, ALC < 0,5 x 109 κύτταρα/l ή
αιμοσφαιρίνη < 8 g/dl που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της συνήθους παρακολούθησης του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.2).
Γαστρεντερικές διατρήσεις
Έχουν αναφερθεί περιστατικά εκκολπωματίτιδας και γαστρεντερικές διατρήσεις σε κλινικές δοκιμές και από πηγές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.8).
Η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο γαστρεντερικής διάτρησης (π.χ. ασθενείς με εκκολπωματική νόσο, ιστορικό εκκολπωματίτιδας ή οι οποίοι λαμβάνουν μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), κορτικοστεροειδή ή οπιοειδή). Οι ασθενείς με ενεργό νόσο του Crohn διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης εντερικής διάτρησης. Οι ασθενείς που εμφανίζουν νέα σημεία και συμπτώματα στην περιοχή της κοιλιάς θα πρέπει να αξιολογούνται εσπευσμένα για πρώιμη αναγνώριση της εκκολπωματίτιδας ή της γαστρεντερικής διάτρησης.
Μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα
Σε κλινικές μελέτες με την ουπαδασιτινίμπη παρατηρήθηκαν μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα (MACE).
Σε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη της τοφασιτινίμπης (ενός άλλου αναστολέα JAK) σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ηλικίας 50 ετών και άνω με τουλάχιστον έναν επιπλέον παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, παρατηρήθηκε υψηλότερο ποσοστό μείζονων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβάντων (MACE), οριζόμενα ως καρδιαγγειακός θάνατος, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, με την τοφασιτινίμπη σε σύγκριση με αναστολείς του παράγοντα νέκρωσης όγκου (TNF).
Επομένως, σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, σε ασθενείς που είναι νυν καπνιστές ή κάπνιζαν στο παρελθόν για μεγάλο χρονικό διάστημα και σε ασθενείς με ιστορικό αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου ή άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες.
Λιπίδια
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη συσχετίστηκε με δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στις λιπιδικές παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένης της ολικής χοληστερόλης, της λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL)-χοληστερόλης και της λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL)-χοληστερόλης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι αυξήσεις στην LDL χοληστερόλη μειώθηκαν στα προ της θεραπείας επίπεδα ως ανταπόκριση στη θεραπεία στατινών, παρόλο που τα στοιχεία είναι περιορισμένα. Η επίδραση αυτών των αυξήσεων των λιπιδικών παραμέτρων στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα δεν έχει προσδιοριστεί (βλ. παράγραφο 4.2 για την οδηγία παρακολούθησης).
Αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασών
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη συσχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση αύξησης των ηπατικών ενζύμων συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (βλ. παράγραφο 4.8).
Οι ηπατικές τρανσαμινάσες πρέπει να αξιολογούνται κατά την αρχική εκτίμηση και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση του ασθενούς. Συνιστάται άμεση διερεύνηση της αιτίας αύξησης των ηπατικών ενζύμων προκειμένου να εντοπιστούν πιθανά περιστατικά ηπατικής βλάβης προκληθείσας από φάρμακα.
Εάν κατά τη διάρκεια της συνήθους παρακολούθησης του ασθενούς παρατηρηθούν αυξήσεις στα επίπεδα της ALT ή της AST και πιθανολογείται προκληθείσα από φάρμακα ηπατική βλάβη, η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να διακοπεί μέχρι να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτής της διάγνωσης.
Φλεβική θρομβοεμβολή
Σε κλινικές δοκιμές με την ουπαδασιτινίμπη παρατηρήθηκαν συμβάντα εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT) και πνευμονικής εμβολής (PE).
Σε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη της τοφασιτινίμπης (ενός άλλου αναστολέα JAK) σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ηλικίας 50 ετών και άνω με τουλάχιστον έναν επιπλέον παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενο υψηλότερο ποσοστό φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE), συμπεριλαμβανομένης της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT) και πνευμονικής εμβολής (PE), με την τοφασιτινίμπη σε σύγκριση με αναστολείς του παράγοντα νέκρωσης όγκου (TNF).
Σε ασθενείς με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου ή παράγοντες κινδύνου για κακοήθεια (βλ. επίσης παράγραφο 4.4 «Μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα» και «Κακοήθεια»), η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες.
Σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή (VTE) εκτός από τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου ή παράγοντες κινδύνου για κακοήθεια, η ουπαδασιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή (VTE) εκτός από τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου ή παράγοντες κινδύνους για κακοήθεια περιλαμβάνουν ιστορικό εμφάνισης φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE), ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση, ακινητοποίηση, χρήση συνδυασμένων ορμονικών αντισυλληπτικών ή θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης και κληρονομική διαταραχή πήξης. Οι ασθενείς θα πρέπει να επανεκτιμώνται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη για την αξιολόγηση των αλλαγών στον κίνδυνο για εμφάνιση φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE). Ασθενείς με σημεία και συμπτώματα φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) θα πρέπει να αξιολογούνται έγκαιρα και η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με υποψία φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE), ανεξάρτητα από τη δόση.
Απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς
Απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς JAK, συμπεριλαμβανομένης της ουπαδασιτινίμπης. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητούν άμεσα ιατρική περίθαλψη σε περίπτωση που εμφανήσουν συμπτώματα που υποδηλώνουν απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως αναφυλαξία και αγγειοοίδημα, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ουπαδασιτινίμπη. Εάν παρουσιαστεί κλινικά σημαντική αντίδραση υπερευαισθησίας, πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη και πρέπει να δίνεται κατάλληλη θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8).
Υπογλυκαιμία σε ασθενείς υπό θεραπεία για διαβήτη
Έχουν υπάρξει αναφορές υπογλυκαιμίας μετά από την έναρξη της θεραπείας με αναστολείς JAK, συμπεριλαμβανομένης της ουπαδασιτινίμπης, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για διαβήτη. Σε περίπτωση που παρουσιαστεί υπογλυκαιμία, μπορεί να είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης των αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Υπόλειμμα φαρμάκου στα κόπρανα
Υπήρξαν αναφορές για υπόλειμμα φαρμάκου στα κόπρανα ή στις κενώσεις από στομίες σε ασθενείς που ελάμβαναν ουπαδασιτινίμπη. Οι περισσότερες αναφορές περιέγραφαν ανατομικές (για παράδειγμα ειλεοστομία, κολοστομία, αφαίρεση εντέρου) ή λειτουργικές καταστάσεις του γαστρεντερικού με μειωμένους χρόνους διάβασης της γαστρεντερικής οδού. Οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν οδηγίες να
επικοινωνήσουν με τον επαγγελματία υγείας τους εάν παρατηρήσουν επανειλημμένα υπόλειμμα φαρμάκου. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά και το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται, εάν υπάρχει ανεπαρκής ανταπόκριση.
Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα
Η μονοθεραπεία με ουπαδασιτινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία οξέων υποτροπών, καθώς η αποτελεσματικότητα σε αυτή την κατάσταση δεν έχει προσδιοριστεί. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χορηγούνται σύμφωνα με την ιατρική κρίση και τις κατευθυντήριες γραμμές πρακτικής.
Δυνητική επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της ουπαδασιτινίμπης
Η ουπαδασιτινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4. Συνεπώς, οι εκθέσεις της ουπαδασιτινίμπης στο πλάσμα μπορούν να επηρεαστούν από φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία αναστέλλουν ή επάγουν ισχυρά το CYP3A4.
Συγχορήγηση με αναστολείς του CYP3A4
Η έκθεση στην ουπαδασιτινίμπη αυξάνεται κατά τη συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (όπως είναι η κετοκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη, η ποζακοναζόλη, η βορικοναζόλη, η κλαριθρομυκίνη και το γκρέιπφρουτ). Σε μία κλινική μελέτη, η συγχορήγηση της ουπαδασιτινίμπης με κετοκοναζόλη οδήγησε σε 70% και 75% αυξήσεις στη Cmax και την AUC της ουπαδασιτινίμπης, αντίστοιχα. Η ουπαδασιτινίμπη
15 mg άπαξ ημερησίως θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Η ουπαδασιτινίμπη 30 mg άπαξ ημερησίως δεν συνιστάται σε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Για ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα ή νόσο του Crohn που χρησιμοποιούν ισχυρούς αναστολείς CYP3A4, η συνιστώμενη δόση επαγωγής είναι 30 mg άπαξ ημερησίως και η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 15 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.2). Σε περίπτωση μακροχρόνιας χρήσης, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικών επιλογών στους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την ουπαδασιτινίμπη, η κατανάλωση τροφής ή ποτού που περιέχει γκρέιπφρουτ θα πρέπει να αποφεύγεται.
Συγχορήγηση με επαγωγείς του CYP3A4
Η έκθεση στην ουπαδασιτινίμπη μειώνεται κατά τη συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (όπως είναι η ριφαμπικίνη και η φαινυτοΐνη), γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη θεραπευτική επίδραση της ουπαδασιτινίμπης. Σε μία κλινική μελέτη, η συγχορήγηση της ουπαδασιτινίμπης μετά από πολλαπλές δόσεις ριφαμπικίνης (ισχυρός επαγωγέας του CYP3A) οδήγησε σε περίπου 50% και 60% μειώσεις στη Cmax και την AUC της ουπαδασιτινίμπης, αντίστοιχα. Σε περίπτωση συγχορήγησης της ουπαδασιτινίμπης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για μεταβολές στην ενεργότητα της νόσου.
Η μεθοτρεξάτη και τα τροποποιητικά του pH φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αντιόξινα ή οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων) δεν έχουν καμία επίδραση στις εκθέσεις της ουπαδασιτινίμπης στο πλάσμα.
Δυνητική επίδραση της ουπαδασιτινίμπης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Η χορήγηση πολλαπλών άπαξ ημερησίως δόσεων 30 mg ή 45 mg ουπαδασιτινίμπης σε υγιή άτομα είχε περιορισμένη επίδραση στις εκθέσεις της μιδαζολάμης (ευαίσθητο υπόστρωμα για το CYP3A) στο πλάσμα (24-26% μείωση στην AUC και τη Cmax της μιδαζολάμης), υποδεικνύοντας ότι η ουπαδασιτινίμπη 30 mg ή 45 mg άπαξ ημερησίως δύναται να ασκήσει ασθενή επαγωγική επίδραση στο CYP3A. Σε μία κλινική μελέτη, η AUC της ροσουβαστατίνης και της ατορβαστατίνης μειώθηκαν κατά 33% και 23%, αντίστοιχα, και η Cmax της ροσουβαστατίνης μειώθηκε κατά 23% μετά από τη χορήγηση πολλαπλών άπαξ ημερησίως δόσεων 30 mg ουπαδασιτινίμπης σε υγιή άτομα. Η ουπαδασιτινίμπη δεν είχε καμία σχετική
επίδραση στη Cmax της ατορβαστατίνης ή στις εκθέσεις της ορθο-υδροξυατορβαστατίνης στο πλάσμα (μείζων ενεργός μεταβολίτης της ατορβαστατίνης). Η χορήγηση πολλαπλών άπαξ ημερησίως δόσεων 45 mg ουπαδασιτινίμπης σε υγιή άτομα οδήγησε σε περιορισμένη αύξηση της AUC και της Cmax της δεξτρομεθορφάνης (ευαίσθητο υπόστρωμα για το CYP2D6) κατά 30% και 35%, αντίστοιχα,
υποδεικνύοντας ότι η ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως ασκεί ασθενή ανασταλτική επίδραση στο CYP2D6. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης των υποστρωμάτων του CYP3A, των υποστρωμάτων του CYP2D6, της ροσουβαστατίνης ή της ατορβαστατίνης κατά τη συγχορήγησή τους με ουπαδασιτινίμπη.
Η ουπαδασιτινίμπη δεν ασκεί καμία σχετική επίδραση στις εκθέσεις πλάσματος σε αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη, μεθοτρεξάτη ή σε φαρμακευτικά προϊόντα που συνιστούν υποστρώματα για μεταβολισμό από τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C9, ή το CYP2C19.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση της ουπαδασιτινίμπης. Οι θήλεις παιδιατρικοί ασθενείς ή/και οι γονείς/φροντιστές τους θα πρέπει να ενημερώνονται για την ανάγκη επικοινωνίας με τον θεράποντα ιατρό μόλις η ασθενής εμφανίσει εμμηναρχή ενώ λαμβάνει ουπαδασιτινίμπη.
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ουπαδασιτινίμπης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Η ουπαδασιτινίμπη άσκησε τερατογόνο δράση σε επίμυες και κονίκλους με επιδράσεις στα οστά σε έμβρυα επιμύων και στην καρδιά σε έμβρυα κονίκλων κατά την ενδομήτρια (in utero) έκθεση.
Η ουπαδασιτινίμπη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3).
Εάν μία ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια λήψης της ουπαδασιτινίμπης, οι γονείς θα πρέπει να ενημερωθούν για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η ουπαδασιτινίμπη / οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της ουπαδασιτινίμπης στο γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Ο κίνδυνος στα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η ουπαδασιτινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Η επίδραση της ουπαδασιτινίμπης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει αξιολογηθεί. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν επιδράσεις αναφορικά με τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Η ουπαδασιτινίμπη μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, διότι μπορεί να προκύψει ζάλη και ίλιγγος κατά την διάρκεια της θεραπείας με RINVOQ (βλ. παράγραφο 4.8).
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές για ρευματοειδή αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα και αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα, οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες (≥2% των ασθενών σε τουλάχιστον μία από τις ενδείξεις με το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των ενδείξεων που παρουσιάσθηκαν) με την ουπαδασιτινίμπη 15 mg ήταν οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (19,5%), τα αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος (CPK) (8,6%), τα αυξημένα επίπεδα αλανινικής τρανσαμινάσης (4,3%), η βρογχίτιδα (3,9%), η ναυτία (3,5%), η ουδετεροπενία (2,8%), ο βήχας (2,2%), τα αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής τρανσαμινάσης (2,2%) και η υπερχοληστερολαιμία (2,2%).
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές ατοπικής δερματίτιδας, οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες (≥2% των ασθενών) με την ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg ήταν οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (25,4%), η ακμή (15,1%), ο απλός έρπης (8,4%), η κεφαλαλγία (6,3%), τα αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης (CPK) αίματος (5,5%), ο βήχας (3,2%), η μόλυνση των θυλακίων (3,2%), το κοιλιακό άλγος (2,9%), η ναυτία (2,7%), η ουδετεροπενία (2,3%), η πυρεξία (2,1%) και η γρίπη (2,1%).
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές θεραπείας επαγωγής και συντήρησης για ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (≥3% των ασθενών) με ουπαδασιτινίμπη 45 mg, 30 mg ή 15 mg ήταν οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (19,9%), η πυρεξία (8,7%), τα αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος (CPK) (7,6%), η αναιμία (7,4%), η κεφαλαλγία (6,6%), η ακμή (6,3%), ο έρπης ζωστήρας (6,1%), η ουδετεροπενία (6,0%),
το εξάνθημα (5,2%), η πνευμονία (4,1%), η υπερχοληστερολαιμία (4,0%), η βρογχίτιδα (3,9%), τα αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής τρανσαμινάσης (3,9%), η κόπωση (3,9%), η μόλυνση των θυλακίων (3,6%), τα αυξημένα επίπεδα τρανσαμινάσης της αλανίνης (3,5%), ο απλός έρπης (3,2%) και η γρίπη (3,2%).
Οι συχνότερες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οι σοβαρές λοιμώξεις (βλ. παράγραφο 4.4).
Το προφίλ ασφάλειας της ουπαδασιτινίμπης υπό μακροχρόνια θεραπεία ήταν γενικά παρόμοιο με το προφίλ ασφάλειας κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο περιόδου σε όλες τις ενδείξεις.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Ο κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών που ακολουθεί βασίζεται στην εμπειρία από τις κλινικές δοκιμές και στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατίθεται παρακάτω, ορίζεται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1 000 έως < 1/100) σπάνιες (≥ 1/10 000 έως <1/1 000). Οι συχνότητες στον Πίνακα 3 βασίζονται στο υψηλότερο από τα ποσοστά των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν με το RINVOQ σε κλινικές δοκιμές ρευματολογικών παθήσεων (15 mg), ατοπικής δερματίτιδας (15 mg και 30 mg), ελκώδους κολίτιδας (15 mg, 30 mg και 45 mg) ή νόσου του Crohn
(15 mg, 30 mg και 45 mg). Στις περιπτώσεις που παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες διαφορές στη συχνότητα μεταξύ των ενδείξεων, αυτές παρουσιάζονται στις υποσημειώσεις κάτω από τον πίνακα.
Πίνακας 3 Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία/οργα νικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (URTI)α | Βρογχίτιδαα,β Έρπης ζωστήραςα Απλός έρπηςα Μόλυνση των θυλακίωνΓρίπη Λοίμωξη ουροποιητικούσυστήματος Πνευμονίαα,η | Καντιντίαση του στόματος Εκκολπωματίτιδα Σήψαιμία | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα(συμπ. κύστεων και πολύποδων) | Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςστ | |||
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικούσυστήματος | Αναιμίαα Ουδετεροπενίαα Λεμφοπενία | |||
| Διαταραχέςανοσοποιητικού συστήματος | Κνίδωσηγ,ζ | Σοβαρέςαντιδράσεις υπερευαισθησίαςα,ε | ||
| Μεταβολικές και διατροφικέςδιαταραχές | Υπερχοληστερολα ιμίαα,βΥπερλιπιδαιμίαα,β | Υπερτριγλυκεριδαι μία | ||
| Διαταραχές τουνευρικού συστήματος | Κεφαλαλγίαα,ι Ζάλη | |||
| Διαταραχές του ώτος και του λαβύρινθου | Ίλλιγγοςα | |||
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές τουμεσοθωρακίου | Βήχας | |||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Κοιλιακό άλγοςα Ναυτία | Διάτρηση τουγαστρεντερικού σωλήναθ | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ακμήα,γ,δ,ζ | Εξάνθημαα | ||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος καιτου μαστού | Αποχρωματισμός σπέρματοςιβ | |||
| Γενικές διαταραχές και | Κόπωση Πυρεξία |
| καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Περιφερικό οίδημαα,ια | |||
| Διερευνήσεις | Αυξημένη CPK αίματος Αυξημένη ALTβ Αυξημένη ASTβΑυξημένο βάροςζ | |||
| α Παρουσιάζεται ως ομαδοποιημένος όροςβ Στις δοκιμές ατοπικής δερματίτιδας, η συχνότητα βρογχίτιδας, υπερχοληστερολαιμίας, υπερλιπιδαιμίας, αυξημένης ALT και αυξημένης AST ήταν όχι συχνή.γ Σε μελέτες για ρευματολογικές παθήσεις, η συχνότητα ήταν συχνή για την ακμή και όχι συχνή για την κνίδωση.δ Σε δοκιμές ελκώδους κολίτιδας, η συχνότητα ακμής ήταν συχνή.ε Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης και του αγγειοοιδήματοςστ Τα περισσότερα συμβάντα αναφέρθηκαν ως βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιοζ Στη νόσο του Crohn, η συχνότητα ήταν συχνή για την ακμή και όχι συχνή για την κνίδωση και το αυξημένο βάρος.η Η πνευμονία ήταν συχνή στη νόσο του Crohn και όχι συχνή στις άλλες ενδείξεις.θ Η συχνότητα βασίζεται στις κλινικές δοκιμές για τη νόσο του Crohn.ι Η κεφαλαλγία ήταν πολύ συχνή στη δοκιμή για τη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα.ια Η συχνότητα βασίζεται στη δοκιμή για τη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα.ιβ Οι αναφορές αποχρωματισμού του σπέρματος, κυρίως μπλε και λιγότερο συχνά πράσινου, έχουνκαταγραφεί κυρίως σε ασθενείς που λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη για την ελκώδη κολίτιδα ή τη νόσο του Crohn. Η κλινική σημασία του αποχρωματισμού του σπέρματος παραμένει άγνωστη. | ||||
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Λοιμώξεις
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες με DMARDs ως θεραπεία υποβάθρου, η συχνότητα της λοίμωξης σε διάστημα 12/14 εβδομάδων στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg ήταν 27,4% συγκριτικά με 20,9% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Σε ελεγχόμενες με μεθοτρεξάτη (ΜΤΧ) μελέτες, η συχνότητα της λοίμωξης σε διάστημα 12/14 εβδομάδων στην ομάδα μονοθεραπείας με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ήταν 19,5% συγκριτικά με 24,0% στην ομάδα της μεθοτρεξάτης. Το συνολικό μακροχρόνιο ποσοστό λοιμώξεων για την ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και στις πέντε κλινικές μελέτες φάσης 3 (2.630 ασθενείς) ήταν 93,7 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς.
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες με DMARD ως θεραπεία υποβάθρου, η συχνότητα σοβαρής λοίμωξης σε διάστημα 12/14 εβδομάδων στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg ήταν 1,2% συγκριτικά με 0,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Σε ελεγχόμενες με μεθοτρεξάτη μελέτες, η συχνότητα της σοβαρής λοίμωξης σε διάστημα 12/14 εβδομάδων στην ομάδα μονοθεραπείας με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ήταν 0,6% συγκριτικά με 0,4% στην ομάδα της μεθοτρεξάτης. Το συνολικό μακροχρόνιο ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων για την ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και στις πέντε κλινικές μελέτες φάσης 3 ήταν 3,8 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς. Η συχνότερη σοβαρή λοίμωξη ήταν η πνευμονία. Το ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων παρέμεινε σταθερό με τη μακροχρόνια έκθεση.
Ευκαιριακές λοιμώξεις (εξαιρουμένης της φυματίωσης)
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες με DMARDs ως θεραπεία υποβάθρου, η συχνότητα των ευκαιριακών λοιμώξεων σε διάστημα 12/14 εβδομάδων στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg ήταν 0,5% συγκριτικά με 0,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Σε ελεγχόμενες με
μεθοτρεξάτη μελέτες, δεν σημειώθηκαν περιστατικά ευκαιριακής λοίμωξης σε διάστημα 12/14 εβδομάδων στην ομάδα μονοθεραπείας με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ενώ στην ομάδα της μεθοτρεξάτης το ποσοστό ήταν 0,2%. Το συνολικό μακροχρόνιο ποσοστό ευκαιριακών λοιμώξεων για την ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και στις πέντε κλινικές μελέτες φάσης 3 ήταν 0,6 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς.
Το μακροχρόνιο ποσοστό έρπητα ζωστήρα για την ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και στις πέντε κλινικές μελέτες Φάσης 3 ήταν 3,7 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς. Τα περισσότερα συμβάντα έρπητα ζωστήρα περιελάμβαναν ένα μόνο δερμοτόμιο και δεν ήταν σοβαρά.
Αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασών
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες με DMARDs ως θεραπεία υποβάθρου, για έως και 12/14 εβδομάδες, αυξήσεις στην αλανινική τρανσαμινάση (ALT) και την ασπαρτική τρανσαμινάση (AST)
≥ 3 x του ανώτατου φυσιολογικού ορίου (ULN) σε τουλάχιστον μία μέτρηση παρατηρήθηκαν στο 2,1% και το 1,5% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg, συγκριτικά με 1,5% και 0,7%, αντίστοιχα, των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Από τα 22 περιστατικά αυξήσεων στις ηπατικές τρανσαμινάσες, τα περισσότερα ήταν ασυμπτωματικά και παροδικά.
Σε ελεγχόμενες με μεθοτρεξάτη μελέτες για έως και 12/14 εβδομάδες, αυξήσεις στην ALT και την AST
≥ 3 x ULN σε τουλάχιστον μία μέτρηση παρατηρήθηκαν στο 0,8% και το 0,4% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg, συγκριτικά με 1,9% και 0,9%, αντίστοιχα, των ασθενών που έλαβαν μεθοτρεξάτη.
Το πρότυπο και η επίπτωση της αύξησης στην ALT/AST παρέμειναν σταθερά στην πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των μακροχρόνιων μελετών επέκτασης.
Αυξήσεις λιπιδίων
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg συσχετίστηκε με αυξήσεις στις λιπιδικές παραμέτρους συμπεριλαμβανομένης της ολικής χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, της LDL χοληστερόλης και της HDL χοληστερόλης. Δεν σημειώθηκαν μεταβολές στην αναλογία LDL/HDL. Οι αυξήσεις παρατηρήθηκαν στις 2 έως 4 εβδομάδες θεραπείας και παρέμειναν σταθερές υπό μακροχρόνια θεραπεία. Μεταξύ των ασθενών στις ελεγχόμενες μελέτες με αρχικές τιμές κάτω από τα καθορισμένα όρια, παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες συχνότητες ασθενών με μετατόπιση πάνω από τα καθορισμένα όρια τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια των 12/14 εβδομάδων (συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που εμφάνισαν μία μεμονωμένη αυξημένη τιμή):
-
Ολική χοληστερόλη ≥ 5,17 mmol/l (200 mg/dl): 62% έναντι 31%, στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
-
LDL χοληστερόλη ≥ 3,36 mmol/l (130 mg/dl): 42% έναντι 19%, στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
-
HDL χοληστερόλη ≥ 1,03 mmol/l (40 mg/dl): 89% έναντι 61%, στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
-
Τριγλυκερίδια ≥ 2,26 mmol/l (200 mg/dl) 25% έναντι 15%, στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
Κρεατινική φωσφοκινάση
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με DMARDs ως θεραπεία υποβάθρου, για έως και 12/14 εβδομάδες, παρατηρήθηκαν αυξήσεις στις τιμές της CPK. Αυξήσεις της CPK > 5 x του ανώτατου φυσιολογικού ορίου (ULN) αναφέρθηκαν στο 1,0% και 0,3% των ασθενών για διάστημα 12/14 εβδομάδων στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Οι περισσότερες αυξήσεις > 5 x ULN ήταν παροδικές και δεν έχρηζαν διακοπής της θεραπείας. Οι μέσες τιμές CPK αυξήθηκαν έως τις 4 εβδομάδες με μέση αύξηση της τάξης των 60 U/l στις 12 εβδομάδες και
παρέμειναν σταθερές σε αυξημένη τιμή στη συνέχεια, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων υπό παρατεταμένη θεραπεία.
Ουδετεροπενία
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με DMARDs ως θεραπεία υποβάθρου, για έως και 12/14 εβδομάδες, μειώσεις στους αριθμούς των ουδετερόφιλων κάτω των 1 x 109 κυττάρων/l σε τουλάχιστον μία μέτρηση σημειώθηκαν στο 1,1% και σε ποσοστό <0,1% των ασθενών στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Σε κλινικές μελέτες, η θεραπεία διακόπηκε ως απάντηση σε τιμή ANC < 1 x 109 κυττάρων/l (βλ. παράγραφο 4.2). Οι μέσοι αριθμοί ουδετερόφιλων μειώθηκαν σε διάστημα 4 έως 8 εβδομάδων. Οι μειώσεις στους αριθμούς των ουδετερόφιλων παρέμειναν σταθερές σε χαμηλότερη τιμή σε σχέση με την αρχική εκτίμηση στην πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων υπό παρατεταμένη θεραπεία.
Ψωριασική αρθρίτιδα
Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ενεργό ψωριασική αρθρίτιδα που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ήταν συνεπές με το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη σε συνδυασμό με θεραπεία MTX έναντι των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία, παρατηρήθηκε υψηλότερο ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων (2,6 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς και 1,3 συμβάντα ανά 100
έτη-ασθενούς, αντίστοιχα) και αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασών (αυξήσεις ALT βαθμού 3 και υψηλότερα ποσοστά 1,4% και 0,4%, αντίστοιχα).
Αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα
Γενικά, το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ενεργό αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ήταν συνεπές με το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Δεν διαπιστώθηκαν νέα ευρήματα ασφάλειας.
Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα
Γενικά, το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ήταν γενικά παρόμοιο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας για την ουπαδασιτινίμπη.
Σοβαρές λοιμώξεις
Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, η συχνότητα σοβαρών λοιμώξεων σε διάστημα 52 εβδομάδων ήταν 5,7% στην ομάδα που έλαβε ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 10,7% στην ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο. Το μακροχρόνιο ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων ήταν 5,9 συμβάντα ανά 100 έτη ασθενούς για την ομάδα που έλαβε ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 10,5 συμβάντα ανά 100 έτη ασθενούς για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Ευκαιριακές λοιμώξεις (εξαιρουμένης της φυματίωσης)
Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, η συχνότητα ευκαιριακών λοιμώξεων (εξαιρουμένων της φυματίωσης και του έρπητα ζωστήρα) σε διάστημα 52 εβδομάδων ήταν 1,9% στην ομάδα που έλαβε ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 0,9% στην ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο. Το μακροχρόνιο ποσοστό ευκαιριακών λοιμώξεων (εξαιρουμένων της φυματίωσης και του έρπητα ζωστήρα) ήταν 1,8 συμβάντα ανά 100 έτη ασθενούς για την ομάδα που έλαβε ουπαδασιτινίμπη 15 mg και
1,5 συμβάντα ανά 100 έτη ασθενούς για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, η συχνότητα έρπητα ζωστήρα σε διάστημα
52 εβδομάδων ήταν 5,3% στην ομάδα που έλαβε ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 2,7% στην ομάδα που έλαβε
εικονικό φάρμακο. Το μακροχρόνιο ποσοστό έρπητα ζωστήρα ήταν 5,9 συμβάντα ανά 100 έτη ασθενούς για την ομάδα που έλαβε ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 3,0 συμβάντα ανά 100 έτη ασθενούς για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Ατοπική δερματίτιδα
Λοιμώξεις
Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο περίοδο των κλινικών μελετών, η συχνότητα της λοίμωξης σε διάστημα 16 εβδομάδων στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 39% και 43% συγκριτικά με 30% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Το μακροχρόνιο ποσοστό λοιμώξεων για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 98,5 και 109,6 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα.
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, η συχνότητα της σοβαρής λοίμωξης σε διάστημα 16 εβδομάδων στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 0,8% και 0,4% συγκριτικά με 0,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Το μακροχρόνιο ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 2,3 και 2,8 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα.
Ευκαιριακές λοιμώξεις (εξαιρουμένης της φυματίωσης)
Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο περίοδο των κλινικών μελετών, όλες οι ευκαιριακές λοιμώξεις (εξαιρουμένων της φυματίωσης και του έρπητα ζωστήρα) που αναφέρθηκαν ήταν ερπητικό έκζεμα. Η συχνότητα του ερπητικού εκζέματος σε διάστημα 16 εβδομάδων στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 0,7% και 0,8% συγκριτικά με 0,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Το μακροχρόνιο ποσοστό του ερπητικού εκζέματος για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 1,6 και 1,8 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα. Ένα περιστατικό οισοφαγικής καντιντίασης αναφέρθηκε με την ουπαδασιτινίμπη 30 mg.
Το μακροχρόνιο ποσοστό του έρπητα ζωστήρα για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 3,5 και 5,2 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα. Τα περισσότερα συμβάντα έρπητα ζωστήρα περιελάμβαναν ένα μόνο δερμοτόμιο και δεν ήταν σοβαρά.
Εργαστηριακές ανωμαλίες
Οι δοσοεξαρτώμενες μεταβολές της αυξημένης ALT ή/και της αυξημένης AST (≥ 3 x ULN), των παραμέτρων των λιπιδίων, των τιμών της CPK (> 5 x ULN) και της ουδετεροπενίας
(ANC < 1 x 109 κύτταρα/l) που συσχετίστηκαν με τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες για ρευματολογικές παθήσεις.
Μικρές αυξήσεις στην LDL χοληστερόλη παρατηρήθηκαν μετά την εβδομάδα 16 στις μελέτες ατοπικής δερματίτιδας. Την εβδομάδα 52, η μέση αύξηση στην LDL χοληστερόλη από την αρχική εκτίμηση ήταν 0,41 mmol/L για ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 0,56 mmol/L για ουπαδασιτινίμπη 30 mg.
Ελκώδης κολίτιδα
Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα ήταν γενικά συνεπές με εκείνο που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Παρατηρήθηκε υψηλότερο ποσοστό έρπητα ζωστήρα για περίοδο θεραπείας επαγωγής 16 εβδομάδων έναντι 8 εβδομάδων.
Λοιμώξεις
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής, η συχνότητα της λοίμωξης σε διάστημα 8 εβδομάδων στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 45 mg συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν 20,7% και 17,5%, αντίστοιχα. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία συντήρησης, η συχνότητα της λοίμωξης σε διάστημα 52 εβδομάδων στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 40,4% και 44,2%, αντίστοιχα, συγκριτικά με 38,8% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το μακροχρόνιο ποσοστό λοιμώξεων για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης
15 mg και 30 mg ήταν 64,5 και 77,8 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα.
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής, η συχνότητα σοβαρής λοίμωξης σε διάστημα 8 εβδομάδων τόσο στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 45 mg όσο και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν 1,3%. Δεν παρατηρήθηκαν πρόσθετες σοβαρές λοιμώξεις κατά την παρατεταμένη περίοδο θεραπείας των 8 εβδομάδων με την ουπαδασιτινίμπη 45 mg. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία συντήρησης, η συχνότητα σοβαρής λοίμωξης σε διάστημα 52 εβδομάδων στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 3,6% και 3,2%, αντίστοιχα, συγκριτικά με 3,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το μακροχρόνιο ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 3,0 και 4,6 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα. Η πιο συχνά αναφερόμενη σοβαρή λοίμωξη στις φάσεις επαγωγής και συντήρησης ήταν η επαγόμενη από COVID-19 πνευμονία.
Ευκαιριακές λοιμώξεις (εξαιρουμένης της φυματίωσης)
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής διάρκειας 8 εβδομάδων, η συχνότητα ευκαιριακής λοίμωξης (με εξαίρεση τη φυματίωση και τον έρπητα ζωστήρα) στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 45 mg ήταν 0,4% και 0,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Δεν παρατηρήθηκαν πρόσθετες ευκαιριακές λοιμώξεις (με εξαίρεση τη φυματίωση και τον έρπητα ζωστήρα) κατά την παρατεταμένη περίοδο θεραπείας των 8 εβδομάδων με την ουπαδασιτινίμπη 45 mg. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία συντήρησης διάρκειας 52 εβδομάδων, η συχνότητα ευκαιριακών λοιμώξεων (με εξαίρεση τη φυματίωση και τον έρπητα ζωστήρα) στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 0,8% και 0,8%, αντίστοιχα, συγκριτικά με 0,8% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το μακροχρόνιο ποσοστό ευκαιριακών λοιμώξεων (με εξαίρεση τη φυματίωση και τον έρπητα ζωστήρα) για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 0,3 και 0,6 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα.
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής διάρκειας 8 εβδομάδων, η συχνότητα έρπητα ζωστήρα στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 45 mg ήταν 0,6% και 0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η συχνότητα έρπητα ζωστήρα ήταν 3,9% κατά την περίοδο θεραπείας 16 εβδομάδων με ουπαδασιτινίμπη 45 mg. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία συντήρησης διάρκειας 52 εβδομάδων, η συχνότητα έρπητα ζωστήρα στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 4,8% και 5,6%, αντίστοιχα, συγκριτικά με 0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το μακροχρόνιο ποσοστό έρπητα ζωστήρα για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 4,5 και 7,2 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα.
Διατρήσεις του γαστρεντερικού σωλήνα
Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο περίοδο συντήρησης, αναφέρθηκε διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα σε 1 ασθενή που έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (1,5 ανά 100 έτη ασθενούς) και σε κανέναν ασθενή που έλαβε θεραπεία με 15 mg ή 30 mg ουπαδασιτινίμπη. Στη μακροχόνια μελέτη
επέκτασης, 1 ασθενής που έλαβε θεραπεία 15 mg ουπαδασιτινίμπη (0,1 ανά 100 έτη ασθενούς) και 1 ασθενής που έλαβε θεραπεία 30 mg ουπαδασιτινίμπη (<0,1 ανά 100 έτη ασθενούς) ανέφεραν συμβάντα.
Εργαστηριακές ανωμαλίες
Στις κλινικές μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής και συντήρησης, οι εργαστηριακές μεταβολές της αυξημένης ALT ή/και της αυξημένης AST (≥ 3 x ULN), των τιμών της CPK (> 5 x ULN) και της ουδετεροπενίας (ANC < 1 x 109 κύτταρα/l) που συσχετίστηκαν με τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη ήταν γενικά παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες για ρευματολογικές παθήσεις και ατοπική δερματίτιδα. Παρατηρήθηκαν δοσοεξαρτώμενες μεταβολές για τις συγκεκριμένες εργαστηριακές παραμέτρους που σχετίζονταν με τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg.
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής διάρκειας έως 8 εβδομάδων, παρατηρήθηκαν μειώσεις του αριθμού λεμφοκυττάρων κάτω από 0,5 x 109 κύτταρα/l σε τουλάχιστον μία μέτρηση σε ποσοστό 2,0% και 0,8% των ασθενών στην ομάδα ουπαδασιτινίμπης 45 mg και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία συντήρησης διάρκειας έως 52 εβδομάδων, παρατηρήθηκαν μειώσεις του αριθμού λεμφοκυττάρων κάτω από 0,5 x 109 κύτταρα/l σε τουλάχιστον μία μέτρηση σε ποσοστό 1,6%, 1,2% και 0,8% των ασθενών στις ομάδες ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Σε κλινικές μελέτες, η θεραπεία διακόπηκε ως απάντηση σε τιμή ALC < 0,5 x 109 κύτταρα/l (βλ. παράγραφο 4.2). Δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες μεταβολές στον μέσο αριθμό λεμφοκυττάρων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη με την πάροδο του χρόνου.
Αυξήσεις στις λιπιδικές παραμέτρους παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των 8 εβδομάδων θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη 45 mg και παρέμειναν γενικά σταθερές υπό μακροχρόνια θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg. Μεταξύ των ασθενών στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής με αρχικές τιμές κάτω από τα καθορισμένα όρια, παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες συχνότητες ασθενών με μετατόπιση πάνω από τα καθορισμένα όρια τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια των 8 εβδομάδων (συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που εμφάνισαν μία μεμονωμένη αυξημένη τιμή):
-
Ολική χοληστερόλη ≥ 5,17 mmol/l (200 mg/dl): 49% έναντι 11%, στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 45 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
-
LDL χοληστερόλη ≥ 3,36 mmol/l (130 mg/dl): 27% έναντι 9%, στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 45 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
-
HDL χοληστερόλη ≥ 1,03 mmol/l (40 mg/dl): 79% έναντι 36%, στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 45 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
-
Τριγλυκερίδια ≥ 2,26 mmol/l (200 mg/dl): 6% έναντι 4% στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 45 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα
Νόσος του Crohn
Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με νόσο του Crohn που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη ήταν συνεπές με το γνωστό προφίλ ασφάλειας για την ουπαδασιτινίμπη.
Σοβαρές λοιμώξεις
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής, η συχνότητα σοβαρής λοίμωξης σε διάστημα 12 εβδομάδων στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 45 mg και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν 1,9% και 1,7% αντίστοιχα. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία συντήρησης, η συχνότητα σοβαρής λοίμωξης σε διάστημα 52 εβδομάδων στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg ήταν 3,2% και 5,7%, αντίστοιχα, συγκριτικά με 4,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το μακροχρόνιο ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων για τις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg σε ασθενείς με ανταπόκριση στην ουπαδασιτινίμπη 45 mg ως θεραπεία επαγωγής ήταν 5,1 και 7,3 συμβάντα ανά 100 έτη-ασθενούς, αντίστοιχα. Η πιο συχνά αναφερόμενη σοβαρή λοίμωξη στις μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής και συντήρησης ήταν οι γαστρεντερικές λοιμώξεις.
Γαστρεντερικές διατρήσεις
Κατά την περίοδο των ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών Φάσης 3 για τη θεραπεία επαγωγής, αναφέρθηκε γαστρεντερική διάτρηση σε 1 ασθενή (0,1%) που έλαβε θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 45 mg και σε κανέναν ασθενή με εικονικό φάρμακο σε διάστημα 12 εβδομάδων. Σε όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 45 mg (n=938) κατά τη διάρκεια των μελετών θεραπείας επαγωγής, η γαστρεντερική διάτρηση αναφέρθηκε σε 4 ασθενείς (0,4%).
Στη μακροχρόνια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο περίοδο, η γαστρεντερική διάτρηση αναφέρθηκε σε 1 ασθενή καθένας εκ των οποίων έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (0,7 ανά 100 έτη-ασθενούς), ουπαδασιτινίμπη 15 mg (0,4 ανά 100 έτη-ασθενούς) και ουπαδασιτινίμπη 30 mg (0,4 ανά 100 έτη-ασθενούς). Σε όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία διάσωσης με ουπαδασιτινίμπη 30 mg (n=336), η γαστρεντερική διάτρηση αναφέρθηκε σε 3 ασθενείς (0,8 ανά 100 έτη-ασθενούς) κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας.
Εργαστηριακές ανωμαλίες
Στις κλινικές μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής και συντήρησης, οι εργαστηριακές μεταβολές της αυξημένης ALT ή/και της αυξημένης AST (≥ 3 x ULN), των τιμών της CPK (> 5 x ULN), της ουδετεροπενίας (ANC < 1 x 109 κύτταρα/l) και των παραμέτρων των λιπιδίων που συσχετίστηκαν με τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη ήταν γενικά παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες για ρευματολογικές νόσους, ατοπική δερματίτιδα και ελκώδη κολίτιδα. Παρατηρήθηκαν δοσοεξαρτώμενες μεταβολές για τις συγκεκριμένες εργαστηριακές παραμέτρους που σχετίζονταν με τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg.
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής διάρκειας έως 12 εβδομάδων, προέκυψαν μειώσεις του αριθμού λεμφοκυττάρων κάτω από 0,5 x 109 κύτταρα/l σε τουλάχιστον μία μέτρηση σε ποσοστό 2,2% και 2,0% των ασθενών στην ομάδα ουπαδασιτινίμπης 45 mg και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία συντήρησης διάρκειας έως 52 εβδομάδων, προέκυψαν μειώσεις του αριθμού λεμφοκυττάρων κάτω από 0,5 x 109 κύτταρα/l σε τουλάχιστον μία μέτρηση σε ποσοστό 4,6%, 5,2% και 1,8% των ασθενών στην ομάδα ουπαδασιτινίμπης 15 mg, 30 mg και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Σε κλινικές μελέτες, η θεραπεία διακόπηκε ως απάντηση σε τιμή ALC < 0,5 x 109 κύτταρα/l (βλ. παράγραφο 4.2). Δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες μέσες μεταβολές στον αριθμό λεμφοκυττάρων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη με την πάροδο του χρόνου.
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής διάρκειας έως 12 εβδομάδων, προέκυψαν μειώσεις της συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης σε κάτω από 8 g/dl σε τουλάχιστον μία μέτρηση σε ποσοστό 2,7% και 1,4% των ασθενών στην ομάδα ουπαδασιτινίμπης 45 mg και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία συντήρησης διάρκειας έως 52 εβδομάδων, προέκυψαν μειώσεις της συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης σε κάτω από 8 g/dl σε τουλάχιστον μία μέτρηση, σε ποσοστό 1,4%, 4,4% και 2,8% των ασθενών στην ομάδα ουπαδασιτινίμπης 15 mg, 30 mg και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Σε κλινικές μελέτες, η θεραπεία διακόπηκε ως απάντηση σε τιμή Hb < 8 g/dl (βλ. παράγραφο 4.2). Δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες μέσες μεταβολές στη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη με την πάροδο του χρόνου.
Ηλικιωμένοι
Με βάση τα περιορισμένα δεδομένα από ασθενείς 65 ετών και άνω με ατοπική δερματίτιδα, ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn, υπήρξε υψηλότερο ποσοστό συνολικών ανεπιθύμητων ενεργειών με τη δόση ουπαδασιτινίμπης 30 mg σε σύγκριση με τη δόση των 15 mg (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Συνολικά 541 έφηβοι ηλικίας 12 έως 17 ετών με ατοπική δερματίτιδα υποβλήθηκαν σε θεραπεία στις γενικές μελέτες Φάσης 3 (n=343) και στις συμπληρωματικές επιμέρους μελέτες για εφήβους (n=198), εκ των οποίων οι 264 εκτέθηκαν σε 15 mg και οι 265 εκτέθηκαν σε 30 mg. Το προφίλ ασφάλειας της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg σε εφήβους ήταν παρόμοιο με εκείνο των ενηλίκων. Με την μακροχρόνια έκθεση, το θήλωμα δέρματος αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια του φαρμάκου στο 3,4% και το 6,8% των εφήβων ασθενών με ατοπική δερματίτιδα στις ομάδες της ουπαδασιτινίμπης των 15 mg και 30 mg, αντίστοιχα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Η ουπαδασιτινίμπη χορηγήθηκε σε κλινικές μελέτες σε δόσεις έως εκείνες που ισοδυναμούν με την ημερήσια AUC που επιτυγχάνεται με τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης των 60 mg άπαξ ημερησίως. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε χαμηλότερες δόσεις, ενώ δεν εντοπίστηκαν ειδικές τοξικότητες. Περίπου το 90% της ουπαδασιτινίμπης στη συστηματική κυκλοφορία αποβάλλεται εντός 24 ωρών από τη δοσολόγηση (εντός του δοσολογικού εύρους που αξιολογήθηκε στις κλινικές μελέτες). Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, συνιστάται παρακολούθηση του ασθενούς για σημεία και συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να λάβουν κατάλληλη θεραπεία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - RINVOQ 15MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς κινάσης Janus (JAK) κωδικός ATC: L04AF03
Μηχανισμός δράσης
Η ουπαδασιτινίμπη είναι ένας εκλεκτικός και αναστρέψιμος αναστολέας κινασών Janus (JAK). Οι κινάσες Janus (JAK) είναι ενδοκυττάρια ένζυμα, τα οποία μεταδίδουν σήματα κυτοκινών ή αυξητικών παραγόντων που εμπλέκονται σε ένα ευρύ φάσμα κυτταρικών διεργασιών, συμπεριλαμβανομένων των φλεγμονωδών απαντήσεων, της αιμοποίησης και της ανοσολογικής επιτήρησης. Η οικογένεια ενζύμων JAK περιλαμβάνει τέσσερα μέλη, τις κινάσες JAK1, JAK2, JAK3 και την TYK2, οι οποίες εργάζονται κατά ζεύγη με στόχο τη φωσφορυλίωση και ενεργοποίηση επαγωγέων σημάτων και ενεργοποιητών μεταγραφής (STAT). Αυτή η φωσφορυλίωση, με τη σειρά της, τροποποιεί τη γονιδιακή έκφραση και την κυτταρική λειτουργία. Η κινάση JAK1 είναι σημαντική για τη μεταβίβαση σημάτων φλεγμονωδών κυτοκινών, ενώ η JAK2 είναι σημαντική για την ωρίμανση των ερυθρών αιμοσφαιρίων και τα σήματα της JAK3 διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην ανοσολογική επιτήρηση και τη λειτουργία των λεμφοκυττάρων.
Σε ανθρώπινες κυτταρικές δοκιμασίες δραστικότητας, η ουπαδασιτινίμπη αναστέλλει ειδικά τη σηματοδότηση από τις JAK1 ή JAK1/3 με λειτουργική εκλεκτικότητα έναντι των υποδοχέων της κυτοκίνης οι οποίοι δρουν κατά ζεύγη της JAK2. Η ατοπική δερματίτιδα οφείλεται σε προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες (συμπεριλαμβανομένων των IL-4, IL-13, IL-22, TSLP, IL-31 και IFN-γ) που μεταδίδουν σήματα μέσω της οδού JAK1. Η αναστολή της JAK1 με ουπαδασιτινίμπη μειώνει τη σηματοδότηση πολλών μεσολαβητών οι οποίοι προκαλούν τα σημεία και τα συμπτώματα της ατοπικής δερματίτιδας,
όπως οι εκζεματικές δερματικές βλάβες και ο κνησμός. Στην παθολογία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου εμπλέκονται προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες (κυρίως οι IL-6, IL-7, IL-15 και IFNγ) που μεταδίδουν σήματα μέσω της οδού JAK1. Η αναστολή της JAK1 με ουπαδασιτινίμπη ρυθμίζει τη σηματοδότηση των εξαρτώμενων από την JAK κυτταροκινών που προκαλούν το φλεγμονώδες φορτίο και τα σημεία και τα συμπτώματα των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αναστολή της επαγόμενης από την IL-6 και της επαγόμενης από την IL-7 φωσφορυλίωσης της STAT3 και της STAT5, αντίστοιχα
Σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση της ουπαδασιτινίμπης (σκεύασμα άμεσης αποδέσμευσης) οδήγησε σε εξαρτώμενη από τη δόση και τη συγκέντρωση αναστολή της επαγώμενης από IL-6 (JAK1/JAK2) και από IL-7 (JAK1/JAK3) φωσφορυλίωσης της STAT3 και της STAT5 στο ολικό αίμα. Η μέγιστη αναστολή παρατηρήθηκε 1 ώρα μετά από τη δοσολόγηση και επέστρεψε σχεδόν στα αρχικά επίπεδα έως το τέλος του διαστήματος δοσολόγησης.
Λεμφοκύτταρα
Στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη συσχετίστηκε με μικρή, παροδική αύξηση στη μέση τιμή της ALC από την αρχική εκτίμηση έως την εβδομάδα 36, η οποία επέστρεψε σταδιακά σε, ή κοντά στα αρχικά επίπεδα με συνέχιση της θεραπείας.
hsCRP
Στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη σχετίστηκε με μειώσεις από την αρχική εκτίμηση στα μέσα επίπεδα της hsCRP ήδη από την εβδομάδα 1, οι οποίες διατηρήθηκαν με τη συνέχιση της θεραπείας.
Μελέτες εμβολίων
Η επίδραση της ουπαδασιτινίμπης στη χυμική ανταπόκριση ύστερα από την χορήγηση ανοσοενισχυμένου ανασυνδυασμένου γλυκοπρωτεΐνης Ε εμβολίου έρπητα ζωστήρα αξιολογήθηκε σε 93 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα υπό σταθερή αγωγή με ουπαδασιτινίμπη 15 mg. Το 98% των ασθενών ελάμβαναν ταυτόχρονα μεθοτρεξάτη. Το 49% των ασθενών ελάμβαναν από του στόματος κορτικοστεροειδή κατά την έναρξη. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών με ικανοποιητική χυμική ανταπόκριση οριζόμενη ως η ≥ 4-πλάσια αύξηση στη συγκέντρωση των επιπέδων τίτλου αντι-γλυκοπρωτεΐνης Ε από πριν τον εμβολιασμό την εβδομάδα 16 (4 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό με τη 2η δόση). O εμβολιασμός των ασθενών που έλαβαν αγωγή με ουπαδασιτινίμπη 15 mg είχε ως αποτέλεσμα μια ικανοποιητική χυμική ανταπόκριση στο 79/90 (88% [95% CI: 81.0, 94.5]) των ασθενών την εβδομάδα 16.
Η επίδραση της ουπαδασιτινίμπης στην χυμική ανταπόκριση ύστερα από την χορήγηση αδρανοποιημένου πνευμονιοκοκκικού πολυσακχαριδικού συζευγμένου εμβολίου (13-δύναμου, προσροφημένου) αξιολογήθηκε σε 111 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα υπό σταθερή αγωγή με ουπαδασιτινίμπη 15 mg (n=87) ή 30 mg (n=24). Το 97% των ασθενών (n=108) ελάμβαναν ταυτόχρονα μεθοτρεξάτη. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών με ικανοποιητική χυμική ανταπόκριση οριζόμενη ως η ≥ 2-πλάσια αύξηση στην συγκέντρωση αντισωμάτων από την αρχική τιμή την εβδομάδα 4 σε τουλάχιστον 6 από τα 12 πνευμονιοκοκκικά αντιγόνα (1, 3, 4, 5, 6B, 7F, 9V, 14, 18C, 19A, 19F και 23F). Τα αποτελέσματα κατά την εβδομάδα 4 κατέδειξαν μια ικανοποιητική χυμική ανταπόκριση στο 67,5% (95% CI: 57,4, 77,5) και 56,5% (95% CI: 36,3, 76,8) των ασθενών που έλαβαν αγωγή με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg, αντίστοιχα.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης 15 mg χορηγούμενου άπαξ ημερησίως εκτιμήθηκε σε πέντε τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, πολυκεντρικές μελέτες φάσης 3 σε ασθενείς με μετρίως έως σοβαρά ενεργό ρευματοειδή αρθρίτιδα, η οποία ικανοποιεί τα κριτήρια ταξινόμησης ACR/EULAR 2010 (βλ. Πίνακα 4). Οι ασθενείς ηλικίας 18 ετών και άνω ήταν κατάλληλοι για συμμετοχή. Κατά την αρχική εκτίμηση απαιτούνταν παρουσία τουλάχιστον 6 ευαίσθητων και 6 διογκωμένων αρθρώσεων καθώς και στοιχεία συστηματικής φλεγμονής βάσει της αύξησης των επιπέδων της hsCRP. Τέσσερις μελέτες περιελάμβαναν φάσεις μακροχρόνιας επέκτασης για έως και 5 έτη, και μία μελέτη (SELECT-COMPARE) περιελάμβανε φάση μακροχρόνιας επέκτασης για έως και 10 έτη.
Η κύρια ανάλυση για κάθε μία από αυτές τις μελέτες περιελάμβανε όλα τα τυχαιοποιημένα άτομα, τα οποία έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση ουπαδασιτινίμπης ή εικονικού φαρμάκου, ενώ για τα κατηγορικά καταληκτικά σημεία χρησιμοποιήθηκε υπολογισμός των μη ανταποκριθέντων.
Μεταξύ των μελετών φάσης 3, η αποτελεσματικότητα που παρατηρήθηκε με την ουπαδασιτινίμπη 15 mg QD ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε με την ουπαδασιτινίμπη 30 mg QD.
Πίνακας 4 Σύνοψη κλινικών δοκιμών
| Όνομα μελέτης | Πληθυσμός (n) | Σκέλη θεραπείας | Βασικά μέτρα έκβασης |
| SELECT-EARLY | Πρωτοθεραπευ όμενοι με MTXα(947) | Μονοθεραπεία | |
| SELECT-MONOTHERAPY | MTX-IRβ (648) | Μονοθεραπεία | |
| SELECT-NEXT | csDMARD-IRγ (661) | ||
| Υπό θεραπεία υποβάθρου με csDMARDs |
-
Ουπαδασιτινίμπη 15 mg
-
Ουπαδασιτινίμπη 30 mg
-
MTX
-
Κύριο καταληκτικό σημείο: κλινική ύφεση (DAS28-CRP) στην εβδομάδα 24
-
Χαμηλή ενεργότητα της νόσου (DAS28-CRP)
-
ACR50
-
Ακτινολογική εξέλιξη (mTSS)
-
Σωματική λειτουργικότητα (HAQ-DI)
-
SF-36 PCS
-
Ουπαδασιτινίμπη 15 mg
-
Ουπαδασιτινίμπη 30 mg
-
MTX
-
Κύριο καταληκτικό σημείο: χαμηλή ενεργότητα της νόσου (DAS28-CRP) στην εβδομάδα 14
-
Κλινική ύφεση (DAS28-CRP)
-
ACR20
-
Σωματική λειτουργικότητα (HAQ-DI)
-
SF-36 PCS
-
Πρωϊνή δυσκαμψία
-
Ουπαδασιτινίμπη 15 mg
-
Ουπαδασιτινίμπη 30 mg
-
Εικονικό φάρμακο
-
Κύριο καταληκτικό σημείο: χαμηλή ενεργότητα της νόσου (DAS28-CRP) στην εβδομάδα 12
-
Κλινική ύφεση (DAS28-CRP)
-
ACR20
-
Σωματική λειτουργικότητα (HAQ-DI)
-
SF-36 PCS
-
Χαμηλή ενεργότητα της νόσου (CDAI)
-
Πρωϊνή δυσκαμψία
| Όνομα μελέτης | Πληθυσμός (n) | Σκέλη θεραπείας | Βασικά μέτρα έκβασης |
| SELECT-COMPARE | MTX-IRδ (1.629) | ||
| Υπό θεραπεία υποβάθρου με MTX | |||
| SELECT-BEYOND | bDMARD-IRε (499) | ||
| Υπό θεραπεία υποβάθρου μεcsDMARDs | |||
| Συντομογραφίες: ACR20 (ή 50) = Αμερικανικό Κολλέγιο Ρευματολογίας ≥20% (ή ≥50%) βελτίωση, bDMARD = βιολογικό τροποποιητικό της νόσου αντιρευματικό φάρμακο, CRP = C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, DAS28 = Βαθμολογία Ενεργότητας της Νόσου σε 28 αρθρώσεις, mTSS = τροποποιημένη Συνολική Βαθμολογία Sharp, csDMARD = συμβατικό συνθετικό τροποποιητικό της νόσου αντιρευματικό φάρμακο, HAQ-DI = Ερωτηματολόγιο Εκτίμησης Υγείας - Δείκτης Αναπηρίας, SF-36 PCS = Συνοπτική Κλίμακα Σωματικής Υγείας του Σύντομου Εντύπου (36 Στοιχείων) Έρευνας Υγείας (SF-36), CDAI = Δείκτης Κλινικής Ενεργότητας της Νόσου, FACIT-F = Βαθμολογία του ερωτηματολογίου Λειτουργικής Αξιολόγησης της Θεραπείας της Χρόνιας Νόσου - κοπώσεως, IR = ανεπαρκώς ανταποκριθείς, MTX = μεθοτρεξάτη, n = τυχαιοποιημένος αριθμόςα. Οι ασθενείς ήταν πρωτοθεραπευόμενοι με MTX ή δεν έλαβαν περισσότερες από 3 εβδομαδιαίες δόσεις MTXβ Οι ασθενείς σημείωσαν ανεπαρκή ανταπόκριση στη μεθοτρεξάτηγ Ασθενείς, οι οποίοι σημείωσαν ανεπαρκή ανταπόκριση στα csDMARDs. Ασθενείς με προηγούμενη έκθεση το πολύ σε ένα bDMARD ήταν κατάλληλοι (έως και το 20% του συνολικού αριθμού των ασθενών) εάν είχαν είτε περιορισμένη έκθεση (<3 μήνες) ή έπρεπε να διακόψουν τη θεραπεία με bDMARDs λόγω μη ανεκτικότηταςδ Ασθενείς, οι οποίοι σημείωσαν ανεπαρκή ανταπόκριση στη μεθοτρεξάτη. Ασθενείς με προηγούμενη έκθεση το πολύ σε ένα bDMARD (εξαιρουμένης της αδαλιμουμάμπης) ήταν κατάλληλοι (έως και το 20% | |||
-
FACIT-F
-
Ουπαδασιτινίμπη 15 mg
-
Εικονικό φάρμακο
-
Αδαλιμουμάμπη 40 mg
-
Κύριο καταληκτικό σημείο: κλινική ύφεση (DAS28-CRP) στην εβδομάδα 12
-
Χαμηλή ενεργότητα της νόσου (DAS28-CRP)
-
ACR20
-
Χαμηλή ενεργότητα της νόσου (DAS28-CRP) έναντι της αδαλιμουμάμπης
-
Ακτινογραφική εξέλιξη (mTSS)
-
Σωματική λειτουργικότητα (HAQ-DI)
-
SF-36 PCS
-
Χαμηλή ενεργότητα της νόσου (CDAI)
-
Πρωϊνή δυσκαμψία
-
FACIT-F
-
Ουπαδασιτινίμπη 15 mg
-
Ουπαδασιτινίμπη 30 mg
-
Εικονικό φάρμακο
-
Κύριο καταληκτικό σημείο: χαμηλή ενεργότητα της νόσου (DAS28-CRP) στην εβδομάδα 12
-
ACR20
-
Σωματική λειτουργικότητα (HAQ-DI)
-
SF-36 PCS
| Όνομα μελέτης | Πληθυσμός (n) | Σκέλη θεραπείας | Βασικά μέτρα έκβασης |
| του συνολικού αριθμού των ασθενών της μελέτης) είτε εάν είχαν περιορισμένη έκθεση (<3 μήνες) ή έπρεπε να διακόψουν τη θεραπεία με bDMARDs λόγω μη ανεκτικότηταςε Ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία σε τουλάχιστον ένα bDMARD | |||
Κλινική ανταπόκριση
Ύφεση και χαμηλή ενεργότητα της νόσου
Σε όλες τις μελέτες, ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβε θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg πέτυχε χαμηλή ενεργότητα της νόσου (DAS28-CRP ≤3,2) και κλινική ύφεση (DAS28-CRP <2,6) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, τη μεθοτρεξάτη ή την αδαλιμουμάμπη (Πίνακας 5). Συγκριτικά με την αδαλιμουμάμπη, σημαντικά υψηλότερα ποσοστά χαμηλής ενεργότητας της νόσου επετεύχθησαν στην εβδομάδα 12 στην SELECT-COMPARE. Συνολικά, τόσο τα ποσοστά χαμηλής ενεργότητας της νόσου όσο και κλινικής ύφεσης ήταν συνεπή μεταξύ των πληθυσμών ασθενών, με ή χωρίς μεθοτρεξάτη. Σε διάστημα 3 ετών, 297/651 (45,6%) και 111/327 (33,9%) ασθενείς παρέμειναν στην αρχικά τυχαιοποιημένη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή αδαλιμουμάμπη, αντίστοιχα, στην SELECT-COMPARE και 216/317 (68,1%) και 149/315 (47,3%) ασθενείς παρέμειναν στην αρχικά τυχαιοποιημένη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή μονοθεραπεία με μεθοτρεξάτη, αντίστοιχα, στην SELECT-EARLY. Η χαμηλή ενεργότητα της νόσου και ύφεση διατηρήθηκαν για 3 έτη, μεταξύ των ασθενών οι οποίοι παρέμειναν στην αρχικά κατανεμημένη θεραπεία τους.
Ανταπόκριση κατά ACR
Σε όλες τις μελέτες, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg πέτυχαν ανταποκρίσεις κατά ACR20, ACR50, και ACR70 στις 12 εβδομάδες συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, τη MTX ή την αδαλιμουμάμπη (Πίνακας 5). Ο χρόνος έως την έναρξη της αποτελεσματικότητας ήταν ταχύς σε όλες τις μετρήσεις με σημαντικά μεγαλύτερες ανταποκρίσεις να παρατηρούνται ήδη από την εβδομάδα 1 για την ανταπόκριση ACR20. Παρατηρήθηκαν ποσοστά διαρκούς ανταπόκρισης (με ή χωρίς MTX), με τις ανταποκρίσεις κατά ACR20/50/70 να διατηρούνται για 3 έτη μεταξύ των ασθενών οι οποίοι παρέμειναν στην αρχικά κατανεμημένη θεραπεία τους.
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg, ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με csDMARDs, οδήγησε σε βελτιώσεις σε μεμονωμένες συνιστώσες της ανταπόκρισης κατά ACR, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών ευαίσθητων και διογκωμένων αρθρώσεων, των γενικών εκτιμήσεων ασθενούς και ιατρού, του δείκτη HAQ-DI, της εκτίμησης του πόνου και της hsCRP.
Πίνακας 5 Ανταπόκριση και ύφεση
| Μελέτη | SELECT EARLYΠρωτοθεραπευόμενοι με MTX | SELECT MONO MTX-IR | SELECT NEXT csDMARD-IR | SELECT COMPARE MTX-IR | SELECT BEYOND bDMARD-IR | ||||||
| MTX | UPA15mg | MTX | UPA15mg | PBO | UPA15mg | PBO | UPA15mg | ADA40mg | PBO | UPA15mg | |
| N | 314 | 317 | 216 | 217 | 221 | 221 | 651 | 651 | 327 | 169 | 164 |
| Εβδομάδα | |||||||||||
| LDA DAS28-CRP ≤3,2 (% των ασθενών ) | |||||||||||
| 12α/14β | 28 | 53ζ | 19 | 45ε | 17 | 48ε | 14 | 45ε,η | 29 | 14 | 43ε |
| 24γ/26δ | 32 | 60στ | 18 | 55ζ,η | 39 | ||||||
| Μελέτη | SELECT EARLYΠρωτοθεραπευόμενοι με MTX | SELECT MONOMTX-IR | SELECT NEXTcsDMARD-IR | SELECT COMPAREMTX-IR | SELECT BEYONDbDMARD-IR | ||||||
| 48 | 39 | 59ζ | 50η | 35 | |||||||
| CR DAS28-CRP <2,6 (% των ασθενών ) | |||||||||||
| 12α/14β | 14 | 36ζ | 8 | 28ε | 10 | 31ε | 6 | 29ε,η | 18 | 9 | 29ζ |
| 24γ/26δ | 18 | 48ε | 9 | 41ζ,η | 27 | ||||||
| 48 | 29 | 49ζ | 38θ | 28 | |||||||
| ACR20 (% των ασθενών ) | |||||||||||
| 12α/14β | 54 | 76ζ | 41 | 68ε | 36 | 64ε | 36 | 71ε,ι | 63 | 28 | 65ε |
| 24γ/26δ | 59 | 79ζ | 36 | 67ζ,θ | 57 | ||||||
| 48 | 57 | 74ζ | 65θ | 54 | |||||||
| ACR50 (% των ασθενών ) | |||||||||||
| 12α/14β | 28 | 52ζ | 15 | 42ζ | 15 | 38ζ | 15 | 45ζ,η | 29 | 12 | 34ζ |
| 24γ/26δ | 33 | 60ε | 21 | 54ζ,η | 42 | ||||||
| 48 | 43 | 63ζ | 49θ | 40 | |||||||
| ACR70 (% των ασθενών ) | |||||||||||
| 12α/14β | 14 | 32ζ | 3 | 23ζ | 6 | 21ζ | 5 | 25ζ,η | 13 | 7 | 12 |
| 24γ/26δ | 18 | 44ζ | 10 | 35ζ,η | 23 | ||||||
| 48 | 29 | 51ζ | 36η | 23 | |||||||
| CDAI ≤10 (% των ασθενών ) | |||||||||||
| 12α/14β | 30 | 46ζ | 25 | 35λ | 19 | 40ε | 16 | 40ε,η | 30 | 14 | 32ζ |
| 24γ/26δ | 38 | 56ζ | 22 | 53ζ,η | 38 | ||||||
| 48 | 43 | 60ζ | 47η | 34 | |||||||
| Συντομογραφίες: ACR20 (ή 50 ή 70) = βελτίωση ≥20% (ή ≥50% ή ≥70%) σύμφωνα με το Αμερικανικό Κολλέγιο Ρευματολογίας, ADA = αδαλιμουμάμπη, CDAI = Δείκτης Κλινικής Ενεργότητας της Νόσου, CR = Κλινική Ύφεση CRP = C-Αντιδρώσα Πρωτεΐνη, DAS28 = Βαθμολογία Ενεργότητας της Νόσου σε 28 αρθρώσεις, IR = ανεπαρκώς ανταποκριθείς, LDA = Χαμηλή Ενεργότητα της Νόσου, MTX = μεθοτρεξάτη, PBO = εικονικό φάρμακο, SDAI = Απλοποιημένος Δείκτης Ενεργότητας της Νόσου, UPA= ουπαδασιτινίμπη α SELECT-NEXT, SELECT-EARLY, SELECT-COMPARE, SELECT-BEYONDβ SELECT-MONOTHERAPYγ SELECT-EARLYδ SELECT-COMPAREε πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςστ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,01 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςζ ονομαστικό p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςη ονομαστικό p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι της αδαλιμουμάμπηςθ ονομαστικό p≤0,01 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι της αδαλιμουμάμπηςι ονομαστικό p≤0,05 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι της αδαλιμουμάμπηςκ ονομαστικό p≤0,01 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςλ ονομαστικό p<0,05 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι της μεθοτρεξάτηςΣημείωση: Τα δεδομένα 48 εβδομάδων προέκυψαν από την ανάλυση του Σετ Πλήρους Ανάλυσης (FAS) της τυχαιοποιημένης ομάδας χρησιμοποιώντας τον Υπολογισμό Μη Αποκρινόμενων | |||||||||||
Ακτινολογική ανταπόκριση
Η αναστολή της εξέλιξης της δομικής βλάβης των αρθρώσεων εκτιμήθηκε χρησιμοποιώντας την τροποποιημένη Συνολική Βαθμολογία Sharp (mTSS) και τις συνιστώσες της, τη βαθμολογία διάβρωσης και τη βαθμολογία στένωσης του μεσάρθριου διαστήματος στις εβδομάδες 24/26 και στην εβδομάδα 48 στις μελέτες SELECT-EARLY και SELECT-COMPARE.
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg οδήγησε σε σημαντικά μεγαλύτερη αναστολή της εξέλιξης της δομικής βλάβης των αρθρώσεων συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη στη μελέτη SELECT-COMPARE και ως μονοθεραπεία συγκριτικά με τη μεθοτρεξάτη στη μελέτη SELECT-EARLY (Πίνακας 6). Οι αναλύσεις των βαθμολογιών διάβρωσης και στένωσης του μεσάρθριου
διαστήματος βρίσκονταν σε συμφωνία με τις συνολικές βαθμολογίες. Το ποσοστό των ασθενών χωρίς ακτινογραφική εξέλιξη (μεταβολή ≤ 0 στη βαθμολογία mTSS) ήταν σημαντικά υψηλότερο με την ουπαδασιτινίμπη 15 mg και στις δύο μελέτες. Η αναστολή της εξέλιξης της δομικής βλάβης των αρθρώσεων διατηρήθηκε έως την εβδομάδα 96 και στις δύο μελέτες για τους ασθενείς οι οποίοι παρέμειναν στην αρχικά κατανεμημένη θεραπεία τους με ουπαδασιτινίμπη 15 mg (με βάση τα διαθέσιμα αποτελέσματα από 327 ασθενείς στην SELECT-COMPARE και 238 ασθενείς στην SELECT-EARLY).
Πίνακας 6 Ακτινογραφικές μεταβολές
| Μελέτη | SELECT EARLYΠρωτοθεραπευόμενοι μεMTX | SELECT COMPAREMTX-IR | ||||
| Ομάδα θεραπείας | MTX | UPA15 mg | PBOα | UPA15 mg | ADA40 mg | |
| Τροποποιημένη Συνολική Βαθμολογία Sharp, μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση | ||||||
| Εβδομάδα 24β/26γ | 0,7 | 0,1στ | 0,9 | 0,2ζ | 0,1 | |
| Εβδομάδα 48 | 1,0 | 0,03ε | 1,7 | 0,3ε | 0,4 | |
| Ποσοστό ασθενών χωρίς ακτινογραφική εξέλιξηδ | ||||||
| Εβδομάδα 24β/26γ | 77,7 | 87,5στ | 76,0 | 83,5στ | 86,8 | |
| Εβδομάδα 48 | 74,3 | 89,9ε | 74,1 | 86,4ε | 87,9 | |
| Συντομογραφίες: ADA = αδαλιμουμάμπη, IR = ανεπαρκώς ανταποκριθείς, MTX = μεθοτρεξάτη, PBO = εικονικό φάρμακο, UPA= ουπαδασιτινίμπηα Όλα τα δεδομένα εικονικού φαρμάκου στην εβδομάδα 48 προέκυψαν χρησιμοποιώντας γραμμική αναγωγήβ SELECT-EARLYγ SELECT-COMPAREδ η απουσία εξέλιξης ορίζεται ως μεταβολή ≤ 0 στη βαθμολογία mTSSε ονομαστικό p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςστ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,01 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςζ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτης | ||||||
Ανταπόκριση στη σωματική λειτουργία και σχετιζόμενες με την υγεία εκβάσεις
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg, ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με csDMARDs, οδήγησε σε σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στη σωματική λειτουργία συγκριτικά με όλους τους παράγοντες σύγκρισης, όπως μετρήθηκε μέσω του δείκτη HAQ-DI (βλ. Πίνακα 7). Η βελτίωση στον δείκτη HAQ-DI διατηρήθηκε για 3 έτη για τους ασθενείς οι οποίοι παρέμειναν στην αρχικά κατανεμημένη θεραπεία τους με ουπαδασιτινίμπη 15 mg με βάση τα διαθέσιμα αποτελέσματα της SELECT-COMPARE και της SELECT-EARLY.
Πίνακας 7 Μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στον δείκτη HAQ-DIα,β
| Μελέτη | SELECT EARLYΠρωτοθεραπευόμενοι με MTX | SELECT ΜΟΝΟ MTX-IR | SELECT NEXT csDMARD-IR | SELECT COMPARE MTX-IR | SELECT BEYOND BIO-IR | ||||||
| Ομάδα θεραπείας | MTX | UPA15mg | MTX | UPA15mg | PBO | UPA15mg | PBO | UPA15mg | ADA40mg | PBO | UPA15mg |
| N | 313 | 317 | 216 | 216 | 220 | 216 | 648 | 644 | 324 | 165 | 163 |
| Αρχική βαθμολογία, μέσος όρος | 1,6 | 1,6 | 1,5 | 1,5 | 1,4 | 1,5 | 1,6 | 1,6 | 1,6 | 1,6 | 1,7 |
| Εβδομάδα 12γ/14δ | -0,5 | -0,8η | -0,3 | -0,7ζ | -0,3 | -0,6ζ | -0,3 | -0,6ζ,θ | -0,5 | -0,2 | -0,4ζ |
| Εβδομάδα 24ε/26στ | -0,6 | -0,9ζ | -0,3 | -0,7η,θ | -0,6 | ||||||
| Συντομογραφίες: ADA = αδαλιμουμάμπη, HAQ-DI = Ερωτηματολόγιο Εκτίμησης της Υγείας - Δείκτης Αναπηρίας, IR = ανεπαρκώς ανταποκριθείς, MTX = μεθοτρεξάτη, PBO = εικονικό φάρμακο, UPA= ουπαδασιτινίμπηα Τα δεδομένα εμφανίζονται ως μέσος όροςβ Ερωτηματολόγιο Εκτίμησης της Υγείας-Δείκτης Αναπηρίας 0=βέλτιστη, 3=χειρότερη, 20 ερωτήσεις, 8 κατηγορίες: ένδυση και περιποίηση, έγερση, κατανάλωση τροφής, βάδιση, υγιεινή, δυνατότητα λαβής αντικειμένων και δραστηριότητες.γ SELECT-EARLY, SELECT-NEXT, SELECT-COMPARE, SELECT-BEYONDδ SELECT-MONOTHERAPYε SELECT-EARLYστ SELECT-COMPAREζ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςη ονομαστικό p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της μεθοτρεξάτηςθ ονομαστικό p≤0,01 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι της αδαλιμουμάμπης | |||||||||||
Στις μελέτες SELECT-MONOTHERAPY, SELECT-NEXT, και SELECT-COMPARE, η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg οδήγησε σε σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στη μέση διάρκεια της πρωινής δυσκαμψίας των αρθρώσεων συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο ή τη μεθοτρεξάτη.
Στις κλινικές μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη ανέφεραν σημαντικές βελτιώσεις στην αναφερόμενη από τον ασθενή ποιότητα ζωής, όπως μετρήθηκε από τη Συνοπτική Κλίμακα Σωματικής Υγείας του Σύντομου Εντύπου Έρευνας Υγείας (36 στοιχείων) (SF-36) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο και τη μεθοτρεξάτη. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη ανέφεραν σημαντικές βελτιώσεις στην κόπωση, όπως μετρήθηκε από τη βαθμολογία του ερωτηματολογίου Λειτουργικής Αξιολόγησης της Θεραπείας της Χρόνιας Νόσου-Κόπωσης (FACIT-F) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.
Ψωριασική αρθρίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης 15 mg χορηγούμενου άπαξ ημερησίως αξιολογήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, πολυκεντρικές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες φάσης 3 σε ασθενείς ηλικίας 18 ετών και άνω με μέτρια έως σοβαρή ενεργό ψωριασική αρθρίτιδα. Όλοι οι ασθενείς είχαν ενεργό ψωριασική αρθρίτιδα για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών με βάση τα κριτήρια ταξινόμησης της ψωριασικής αρθρίτιδας (CASPAR), τουλάχιστον 3 ευαίσθητες αρθρώσεις και τουλάχιστον 3 διογκωμένες αρθρώσεις, καθώς και ενεργό ψωρίαση κατά πλάκας ή
ιστορικό ψωρίασης κατά πλάκας. Και για τις δύο μελέτες, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών με επίτευξη ανταπόκρισης ACR20 την εβδομάδα 12.
Η SELECT-PsA 1 ήταν μια δοκιμή διάρκειας 24 εβδομάδων σε 1.705 ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία σε τουλάχιστον ένα μη βιολογικό DMARD. Κατά την αρχική εκτίμηση, 1.393 (82%) ασθενείς λάμβαναν ταυτόχρονα τουλάχιστον ένα μη βιολογικό DMARD, 1.084 (64%) ασθενείς λάμβαναν ταυτόχρονα μόνο MTX, ενώ 311 (18%) ασθενείς ήταν υπό μονοθεραπεία. Οι ασθενείς λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg άπαξ ημερησίως, αδαλιμουμάμπη, ή εικονικό φάρμακο. Την
εβδομάδα 24, όλοι οι ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί ώστε να λαμβάνουν εικονικό φάρμακο μετέβησαν σε ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg άπαξ ημερησίως με τυφλοποιημένο τρόπο. Η SELECT-PsA 1 περιελάμβανε φάση μακροχρόνιας επέκτασης για έως και 5 έτη.
Η SELECT-PsA 2 ήταν μια δοκιμή διάρκειας 24 εβδομάδων σε 642 ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία σε τουλάχιστον ένα βιολογικό DMARD. Κατά την αρχική εκτίμηση, 296 (46%) ασθενείς λάμβαναν ταυτόχρονα τουλάχιστον ένα μη βιολογικό DMARD, 222 (35%) ασθενείς λάμβαναν ταυτόχρονα μόνο MTX, ενώ 345 (54%) ασθενείς ήταν υπό μονοθεραπεία. Οι ασθενείς λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg άπαξ ημερησίως, ή εικονικό φάρμακο. Την εβδομάδα 24, όλοι οι ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί ώστε να λαμβάνουν εικονικό φάρμακο μετέβησαν σε ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg άπαξ ημερησίως με τυφλοποιημένο τρόπο. Η SELECT-PsA 2 περιελάμβανε φάση μακροχρόνιας επέκτασης για έως και 3 έτη.
Κλινική ανταπόκριση
Και στις δύο μελέτες, ένα στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg πέτυχαν ανταπόκριση ACR20 έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 12 (Πίνακας 8). Το χρονικό διάστημα έως την έναρξη της αποτελεσματικότητας ήταν σύντομο σε όλες τις μετρήσεις, με σημαντικά μεγαλύτερες ανταποκρίσεις να παρατηρούνται ήδη από την εβδομάδα 2 για την ανταπόκριση ACR20.
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg επέφερε βελτιώσεις σε μεμονωμένες συνιστώσες της ανταπόκρισης κατά ACR, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών ευαίσθητων/επώδυνων και διογκωμένων αρθρώσεων, των γενικών εκτιμήσεων ασθενούς και ιατρού, του δείκτη HAQ-DI, της εκτίμησης του πόνου και της hsCRP συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.
Στη SELECT-PsA 1, για την ουπαδασιτινίμπη 15 mg επιτεύχθηκε μη-κατωτερότητα έναντι της αδαλιμουμάμπης στο ποσοστό των ασθενών με επίτευξη ανταπόκρισης ACR20 την εβδομάδα 12. ωστόσο, δεν υπήρχε η δυνατότητα απόδειξης της ανωτερότητας έναντι της αδαλιμουμάμπης.
Και στις δύο μελέτες, παρατηρήθηκαν σύμφωνες ανταποκρίσεις υπό μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη για τα πρωτεύοντα και τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία.
Η αποτελεσματικότητα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg αποδείχθηκε ανεξάρτητα από τις υποομάδες που αξιολογήθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του αρχικού BMI, της αρχικής hsCRP και του αριθμού προηγούμενων μη βιολογικών DMARDs (≤1 ή >1).
Πίνακας 8 Κλινική ανταπόκριση στις SELECT-PsA 1 και SELECT-PsA 2
| Μελέτη | SELECT-PsA 1μη βιολογικό DMARD-IR | SELECT-PsA 2 bDMARD-IR | |||
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA15 mg | ADA40 mg | PBO | UPA15 mg |
| N | 423 | 429 | 429 | 212 | 211 |
| ACR20, % ασθενών (95% CI) | |||||
| Εβδομάδα 12 | 36 (32, 41) | 71 (66, 75)στ | 65 (61, 70) | 24 (18, 30) | 57 (50, 64) |
| Διαφορά απόεικονικό φάρμακο (95% CI) | 35 (28, 41)δ,ε | - | 33 (24, 42)δ,ε | ||
| Εβδομάδα 24 | 45 (40, 50) | 73 (69, 78) | 67 (63, 72) | 20 (15, 26) | 59 (53, 66) |
| Εβδομάδα 56 | 74 (70, 79) | 69 (64, 73) | 60 (53, 66) | ||
| ACR50, % ασθενών (95% CI) | |||||
| Εβδομάδα 12 | 13 (10, 17) | 38 (33, 42) | 38 (33, 42) | 5 (2, 8) | 32 (26, 38) |
| Εβδομάδα 24 | 19 (15, 23) | 52 (48, 57) | 44 (40, 49) | 9 (6, 13) | 38 (32, 45) |
| Εβδομάδα 56 | 60 (55, 64) | 51 (47, 56) | 41 (34, 47) | ||
| ACR70, % ασθενών (95% CI) | |||||
| Εβδομάδα 12 | 2 (1, 4) | 16 (12, 19) | 14 (11, 17) | 1 (0, 1) | 9 (5, 12) |
| Εβδομάδα 24 | 5 (3, 7) | 29 (24, 33) | 23 (19, 27) | 1 (0, 2) | 19 (14, 25) |
| Εβδομάδα 56 | 41 (36, 45) | 31 (27, 36) | 24 (18, 30) | ||
| MDA, % ασθενών (95% CI) | |||||
| Εβδομάδα 12 | 6 (4, 9) | 25 (21, 29) | 25 (21, 29) | 4 (2, 7) | 17 (12, 22) |
| Εβδομάδα 24 | 12 (9, 15) | 37 (32, 41)ε | 33 (29, 38) | 3 (1, 5) | 25 (19, 31)ε |
| Εβδομάδα 56 | 45 (40, 50) | 40 (35, 44) | 29 (23, 36) | ||
| Υποχώρηση ενθεσίτιδας (LEI=0), % ασθενών (95% CI)α | |||||
| Εβδομάδα 12 | 33 (27, 39) | 47 (42, 53) | 47 (41, 53) | 20 (14, 27) | 39 (31, 47) |
| Εβδομάδα 24 | 32 (27, 39) | 54 (48, 60)ε | 47 (42, 53) | 15 (9, 21) | 43 (34, 51) |
| Εβδομάδα 56 | 59 (53, 65) | 54 (48, 60) | 43 (34, 51) | ||
| Υποχώρηση δακτυλίτιδας (LDI=0), % ασθενών (95% CI)β | |||||
| Εβδομάδα 12 | 42 (33, 51) | 74 (66, 81) | 72 (64, 80) | 36 (24, 48) | 64 (51, 76) |
| Εβδομάδα 24 | 40 (31, 48) | 77 (69, 84) | 74 (66, 82) | 28 (17, 39) | 58 (45, 71) |
| Εβδομάδα 56 | 75 (68, 82) | 74 (66, 82) | 51 (38, 64) | ||
| PASI75, % ασθενών (95% CI)γ | |||||
| Εβδομάδα 16 | 21 (16, 27) | 63 (56, 69)ε | 53 (46, 60) | 16 (10, 22) | 52 (44, 61)ε |
| Εβδομάδα 24 | 27 (21, 33) | 64 (58, 70) | 59 (52, 65) | 19 (12, 26) | 54 (45, 62) |
| Εβδομάδα 56 | 65 (59, 72) | 61 (55, 68) | 52 (44, 61) | ||
| PASI90, % ασθενών (95% CI)γ | |||||
| Εβδομάδα 16 | 12 (8, 17) | 38 (32, 45) | 39 (32, 45) | 8 (4, 13) | 35 (26, 43) |
| Εβδομάδα 24 | 17 (12, 22) | 42 (35, 48) | 45 (38, 52) | 7 (3, 11) | 36 (28, 44) |
| Εβδομάδα 56 | 49 (42, 56) | 47 (40, 54) | 41 (32, 49) | ||
| Συντομογραφίες: ACR20 (ή 50 ή 70) = Αμερικανικό Κολλέγιο Ρευματολογίας ≥20% (ή ≥50% ή ≥70%) βελτίωση, ADA = αδαλιμουμάμπη, bDMARD = βιολογικό τροποποιητικό της νόσου αντιρευματικό φάρμακο, IR = ανεπαρκώς ανταποκριθείς, MDA = ελάχιστη ενεργότητα της νόσου, PASI75 (ή 90) = ≥75% (ή ≥90%) βελτίωση στον Δείκτη Έκτασης και Σοβαρότητας της Ψωρίασης, PBO = εικονικό φάρμακο, UPA= ουπαδασιτινίμπηΟι ασθενείς οι οποίοι διέκοψαν την τυχαιοποιημένη θεραπεία ή στους οποίους υπήρχαν ελλιπή δεδομένα κατά την εβδομάδα αξιολόγησης καταλογίστηκαν ως μη ανταποκριθέντες στις | |||||
| Μελέτη | SELECT-PsA 1μη βιολογικό DMARD-IR | SELECT-PsA 2 bDMARD-IR |
| αναλύσεις. Για την MDA, την υποχώρηση ενθεσίτιδας και την υποχώρηση δακτυλίτιδας την εβδομάδα 24/56, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία διάσωσης την εβδομάδα 16 καταλογίστηκαν ως μη ανταποκριθέντες στις αναλύσεις.α Σε ασθενείς με ενθεσίτιδα κατά την αρχική εκτίμηση (n=241, 270 και 265, αντίστοιχα, για την SELECT-PsA 1 και n=144 και 133, αντίστοιχα για την SELECT-PsA 2)β Σε ασθενείς με δακτυλίτιδα κατά την αρχική εκτίμηση (n=126, 136 και 127, αντίστοιχα, για την SELECT-PsA 1 και n=64 και 55, αντίστοιχα για την SELECT-PsA 2)γ Σε ασθενείς με ψωρίαση ≥3% BSA κατά την αρχική εκτίμηση (n=211, 214 και 211, αντίστοιχα, για την SELECT-PsA 1 και n=131 και 130, αντίστοιχα, για την SELECT-PsA 2)δ πρωτεύον καταληκτικό σημείοε πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκουστ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι της αδαλιμουμάμπης (έλεγχος μη κατωτερότητας) | ||
Ακτινολογική ανταπόκριση
Στη SELECT-PsA 1, η αναστολή της εξέλιξης της δομικής βλάβης αξιολογήθηκε ακτινολογικά και εκφράστηκε ως η μεταβολή στην τροποποιημένη Συνολική Βαθμολογία Sharp (mTSS) και τις συνιστώσες της σε σχέση με την αρχική εκτίμηση, η βαθμολογία διάβρωσης και η βαθμολογία στένωσης του μεσάρθριου διαστήματος στην εβδομάδα 24.
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη αναστολή της εξέλιξης της δομικής βλάβης των αρθρώσεων συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο την εβδομάδα 24 (Πίνακας 9). Οι βαθμολογίες διάβρωσης και στένωσης του μεσάρθριου διαστήματος βρίσκονταν σε συμφωνία με τις συνολικές βαθμολογίες. Το ποσοστό των ασθενών χωρίς ακτινογραφική εξέλιξη (μεταβολή ≤0,5 στη βαθμολογία mTSS) ήταν υψηλότερο με την ουπαδασιτινίμπη 15 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 24.
Πίνακας 9 Ακτινογραφικές μεταβολές στη SELECT-PsA 1
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA15 mg | ADA40 mg |
| Τροποποιημένη Συνολική Βαθμολογία Sharp, μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση (95% CI) | |||
| Εβδομάδα 24 | 0,25 (0,13, 0,36) | -0,04 (-0,16, 0,07)γ | 0,01 (-0,11, 0,13) |
| Εβδομάδα 56α | 0,44 (0,29, 0,59) | -0,05 (-0,20, 0,09) | -0,06 (-0,20, 0,09) |
| Ποσοστό ασθενών χωρίς ακτινογραφική εξέλιξηβ, % (95% CI) | |||
| Εβδομάδα 24 | 92 (89, 95) | 96 (94, 98) | 95 (93, 97) |
| Εβδομάδα 56α | 89 (86, 92) | 97 (96, 99) | 94 (92, 97) |
| Συντομογραφίες: ADA = αδαλιμουμάμπη, PBO = εικονικό φάρμακο, UPA= ουπαδασιτινίμπη α Όλα τα δεδομένα εικονικού φαρμάκου στην εβδομάδα 56 προέκυψαν χρησιμοποιώντας γραμμική αναγωγήβ Η απουσία εξέλιξης ορίζεται ως μεταβολή ≤0,5 στη βαθμολογία mTSSγ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου | |||
Ανταπόκριση σωματικής λειτουργικότητας και σχετιζόμενες με την υγεία εκβάσεις
Στη SELECT-PsA 1, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη σωματική λειτουργικότητα σε σχέση με την αρχική εκτίμηση, όπως αξιολογήθηκε μέσω του δείκτη HAQ-DI την εβδομάδα 12 [-0,42 (95% CI: -0,47, -0,37)] έναντι του εικονικού φαρμάκου [-0,14 (95% CI: -0,18, -0,09)]. Η βελτίωση στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αδαλιμουμάμπη ήταν -0,34 (95% CI: -0,38, -0,29). Στη SELECT-PsA 2, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στον δείκτη HAQ-DI σε σχέση με την αρχική εκτίμηση την εβδομάδα 12 [-0,30 (95% CI: -0,37, -0,24)] έναντι του εικονικού φαρμάκου [-
0,10 (95% CI: -0,16, -0,03)]. Η βελτίωση στη σωματική λειτουργικότητα διατηρήθηκε έως την εβδομάδα 56 και στις δύο μελέτες.
Η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής αξιολογήθηκε με χρήση του SF-36v2. Και στις δύο μελέτες, στους ασθενείς που λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 15 mg καταγράφηκε στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στη συνοπτική βαθμολογία σωματικής υγείας σε σχέση με την αρχική εκτίμηση, έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 12. Οι βελτιώσεις από την αρχική εκτίμηση διατηρήθηκαν έως την εβδομάδα 56 και στις δύο μελέτες.
Οι ασθενείς που έλαβαν ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στην κόπωση σε σχέση με την αρχική εκτίμηση, όπως μετρήθηκε από τη βαθμολογία του ερωτηματολογίου Λειτουργικής Αξιολόγησης της Θεραπείας της Χρόνιας Νόσου Κόπωσης (FACIT-F), την εβδομάδα 12 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο και στις δύο μελέτες. Οι βελτιώσεις από την αρχική εκτίμηση διατηρήθηκαν έως την εβδομάδα 56 και στις δύο μελέτες.
Κατά την αρχική εκτίμηση, ψωριασική σπονδυλίτιδα αναφέρθηκε σε 31% και 34% των ασθενών στη μελέτη SELECT-PsA 1 και SELECT-PsA 2, αντίστοιχα. Οι ασθενείς με ψωριασική σπονδυλίτιδα που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν βελτιώσεις στις βαθμολογίες του Δείκτη Ενεργότητας Νόσου Αγκυλοποιητικής Σπονδυλίτιδας (BASDAI) σε σχέση με την αρχική εκτίμηση, έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 24. Οι βελτιώσεις από την αρχική εκτίμηση διατηρήθηκαν έως την εβδομάδα 56 και στις δύο μελέτες.
Αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα
Μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένη αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης 15 mg χορηγούμενου άπαξ ημερησίως αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς ηλικίας 18 ετών ή άνω με ενεργό μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένη αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα. Η μελέτη SELECT-AXIS 2 (nr-axSpA) ήταν μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 52 εβδομάδων σε 314 ασθενείς με ενεργό μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένη αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα με ανεπαρκή ανταπόκριση σε τουλάχιστον δύο ΜΣΑΦ ή δυσανεξία σε ή αντένδειξη για ΜΣΑΦ. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν αντικειμενικά σημεία φλεγμονής, όπως υποδεικνύεται από τα αυξημένα επίπεδα της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) (που ορίζονται ως > του ανώτατου φυσιολογικού ορίου) ή/και την ιερολαγονίτιδα σε απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (MRI), και να μην έχουν οριστικές ακτινογραφικές ενδείξεις δομικής βλάβης στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις. Οι ασθενείς είχαν ενεργό νόσο, όπως ορίζεται από μια βαθμολογία στον Δείκτη Ενεργότητας Νόσου Αγκυλοποιητικής Σπονδυλίτιδας (BASDAI) ≥ 4 και μια συνολική βαθμολογία οσφυαλγίας βάσει εκτίμησης του ασθενούς
≥ 4, σύμφωνα με μια αριθμητική κλίμακα αξιολόγησης (NRS) εύρους 0 – 10 στις επισκέψεις Διαλογής και Αρχικής εκτίμησης. Κατά την αρχική εκτίμηση, οι ασθενείς εμφάνιζαν συμπτώματα μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένης αξονικής σπονδυλοαρθρίτιδας για 9,1 έτη κατά μέσο όρο και 29,1% των ασθενών λάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία με csDMARD. Το 32,9% των ασθενών είχε ανεπαρκή ανταπόκριση ή παρουσίασε δυσανεξία στη θεραπεία με bDMARD. Οι ασθενείς έλαβαν ουπαδασιτινίμπη 15 mg άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο. Την εβδομάδα 52, όλοι οι ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί ώστε να λαμβάνουν εικονικό φάρμακο μετέβησαν σε ουπαδασιτινίμπη 15 mg άπαξ ημερησίως. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών με επίτευξη ανταπόκρισης 40% βάσει των κριτηρίων της Διεθνούς Εταιρείας Αξιολόγησης της Σπονδυλοαρθρίτιδας (ASAS40) την εβδομάδα 14. Η μελέτη περιελάμβανε φάση μακροχρόνιας επέκτασης για έως και 2 έτη. Το 75% (117/156) των ασθενών που
αρχικά τυχαιοποιήθηκε στην ουπαδασιτινίμπη στη μελέτη SELECT-AXIS 2 (nr-AxSpa) συνέχισε τη θεραπεία για διάρκεια 2 ετών.
Κλινική ανταπόκριση
Στη SELECT-AXIS 2 (nr-axSpA), ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg πέτυχαν ανταπόκριση ASAS40 έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 14 (Πίνακας 10). Παρατηρήθηκε αριθμητική διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας σε όλα τα χρονικά σημεία από την εβδομάδα 2 έως την εβδομάδα 14.
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg οδήγησε σε βελτιώσεις σε μεμονωμένες συνιστώσες ASAS (συνολική αξιολόγηση της ενεργότητας της νόσου από τον ασθενή, συνολική αξιολόγηση οσφυαλγίας, φλεγμονή και λειτουργικότητα) και σε άλλες μετρήσεις της ενεργότητας της νόσου, συμπεριλαμβανομένης της hsCRP, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, την εβδομάδα 14.
Η αποτελεσματικότητα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg αποδείχθηκε σε όλες τις υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων του φύλου, του αρχικού BMI, της διάρκειας των συμπτωμάτων της μη ακτινολογικά επιβεβαιωμένης αξονικής σπονδυλοαρθρίτιδας, της αρχικής hsCRP, της ιερολαγονίτιδας στην MRI και την προηγούμενης χρήσης bDMARD.
Πίνακας 10. Κλινική ανταπόκριση στη SELECT-AXIS 2 (nr-axSpA)
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA 15 mg |
| N | 157 | 156 |
| ASAS40, % ασθενών (95% CI) α | ||
| Εβδομάδα 14 | 22,5 (16,0, 29,1) | 44,9 (37,1; 52,7) |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (95% CI) | 22,2 (12,1, 32,3)β | |
| Εβδομάδα 52 | 42,7 (34,9, 50,4) | 62,8 (55,2, 70,4)δ |
| ASAS20, % ασθενών (95% CI) α | ||
| Εβδομάδα 14 | 43,8 (36,0, 51,5) | 66,7 (59,3, 74,1)β |
| Μερική ύφεση βάσει ASAS, % ασθενών (95% CI) | ||
| Εβδομάδα 14 | 7,6 (3,5, 11,8) | 18,6 (12,5, 24,7)γ |
| BASDAI 50, % ασθενών (95% CI) | ||
| Εβδομάδα 14 | 22,1 (15,5, 28,6) | 42,3 (34,6, 50,1)β |
| Μεταβολή στο ASDAS-CRP σε σχέση με την αρχική εκτίμηση (95% CI) | ||
| Εβδομάδα 14 | -0,71 (-0,85, -0,56) | -1,36 (-1,50, -1,21)β |
| Μη ενεργός νόσος βάσει ASDAS, % ασθενών (95% CI) | ||
| Εβδομάδα 14 | 5,2 (1,7, 8,7) | 14,1 (8,6, 19,6)γ |
| Χαμηλή ενεργότητα της νόσου βάσει ASDAS, % ασθενών (95% CI) | ||
| Εβδομάδα 14 | 18,3 (12,2, 24,4) | 42,3 (34,6, 50,1)β |
| Συντομογραφίες: ASAS20 (ή ASAS40) = βελτίωση ≥20% (ή ≥40%) στα κριτήρια της Διεθνούς Εταιρείας Αξιολόγησης της Σπονδυλοαρθρίτιδας, ASDAS-CRP = Βαθμολογία Ενεργότητας Νόσου Αγκυλοποιητικής Σπονδυλίτιδας-C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, BASDAI = Δείκτης Ενεργότητας Νόσου Αγκυλοποιητικής Σπονδυλίτιδας Bath, PBO = εικονικό φάρμακο, UPA= ουπαδασιτινίμπηα Η ανταπόκριση βάσει ASAS20 (ASAS40) ορίζεται ως η βελτίωση ≥20% (≥40%) και η απόλυτη βελτίωση σε σχέση με την αρχική εκτίμηση ≥1 (≥2) μονάδας(ων) (σε εύρος 0 έως 10) σε ≥3 στους4 τομείς (Συνολική εκτίμηση ασθενούς, συνολική οσφυαλγία, λειτουργικότητα και φλεγμονή) και καμία επιδείνωση στον πιθανό τομέα που απομένει (που ορίζεται ως επιδείνωση ≥20% και ≥1 μονάδα για το ASAS20, ή επιδείνωση >0 μονάδες για το ASAS40).β πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκουγ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,01 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκουδ ονομαστικό p≤0.001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου, σύμφωνα | ||
με την προκαθορισμένη ακολουθία δοκιμών πολλαπλότητας ελέγχου.
Για τα δυαδικά καταληκτικά σημεία, τα αποτελέσματα βασίζονται σε ανάλυση καταλογισμού μη ανταποκριθέντων σε συνδυασμό με πολλαπλό καταλογισμό. Για τα συνεχή καταληκτικά σημεία, τα αποτελέσματα βασίζονται στη μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων από την αρχική εκτίμηση, με χρήση μοντέλων μικτών επιπτώσεων για ανάλυση επαναλαμβανόμενων μετρήσεων.
Η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε για διάρκεια 2 ετών, όπως αξιολογήθηκε από τα καταληκτικά σημεία που παρουσιάζονται στον Πίνακα 10.
Ανταπόκριση σωματικής λειτουργικότητας και σχετιζόμενες με την υγεία εκβάσεις
Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη σωματική λειτουργικότητα σε σχέση με την αρχική εκτίμηση έναντι του εικονικού φαρμάκου, όπως αξιολογήθηκε από τον δείκτη BASFI την εβδομάδα 14.
Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν σημαντικές βελτιώσεις στη συνολική οσφυαλγία και στη νυκτερινή οσφυλαγία έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 14.
Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν σημαντικές βελτιώσεις στη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής και στη συνολική υγεία, όπως μετρήθηκαν από τους δείκτες ASQoL και ASAS Health Index, αντίστοιχα, έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 14.
Οι βελτιώσεις στο δείκτη BASFI, στη συνολική οσφυαλγία και στη νυκτερινή οσφυλαγία, στο δείκτη ASQoL και στο δείκτη ASAS Health Index διατηρήθηκαν για διάρκεια 2 ετών.
Αντικειμενική μέτρηση της φλεγμονής
Τα σημεία φλεγμονής αξιολογήθηκαν μέσω MRI και εκφράστηκαν ως η μεταβολή στη βαθμολογία της Καναδικής Ερευνητικής Κοινοπραξίας για τη Σπονδυλοαρθρίτιδα (Spondyloarthritis Research Consortium of Canada, SPARCC) σε σχέση με την αρχική εκτίμηση για τις ιερολαγόνιες αρθρώσεις. Την εβδομάδα 14, παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση των σημείων φλεγμονής στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η βελτίωση στη φλεγμονή, όπως αξιολογήθηκε μέσω MRI, διατηρήθηκε για διάρκεια 2 ετών.
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (AS, ακτινολογικά επιβεβαιωμένη αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα)
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης 15 mg χορηγούμενου άπαξ ημερησίως αξιολογήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, πολυκεντρικές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ασθενείς ηλικίας 18 ετών και άνω με ενεργό αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα βάσει του Δείκτη Ενεργότητας Νόσου Αγκυλοποιητικής Σπονδυλίτιδας (BASDAI) ≥4 και τη συνολική βαθμολογία οσφυαλγίας βάσει εκτίμησης του ασθενούς ≥4. Και οι δύο μελέτες περιελάμβαναν φάση μακροχρόνιας επέκτασης για έως και 2 έτη.
Η SELECT-AXIS 1 ήταν μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 14 εβδομάδων σε
187 ασθενείς με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα με ανεπαρκή ανταπόκριση σε τουλάχιστον δύο ΜΣΑΦ, ή δυσανεξία σε ή αντένδειξη για ΜΣΑΦ και οι οποίοι δεν είχαν προηγούμενη έκθεση σε βιολογικό τροποποιητικό της νόσου αντιρευματικό φάρμακο. Κατά την αρχική εκτίμηση, οι ασθενείς εμφάνιζαν συμπτώματα αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας για 14,4 έτη κατά μέσο όρο και 16% των ασθενών λάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία με csDMARD. Οι ασθενείς λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 15 mg άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο. Την εβδομάδα 14, όλοι οι ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί ώστε να λαμβάνουν εικονικό φάρμακο μετέβησαν σε ουπαδασιτινίμπη 15 mg άπαξ ημερησίως. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών με επίτευξη ανταπόκρισης 40% βάσει των κριτηρίων της Διεθνούς Εταιρείας Αξιολόγησης της Σπονδυλοαρθρίτιδας (ASAS40) την εβδομάδα 14.
Η SELECT-AXIS 2 (AS) ήταν μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 14 εβδομάδων σε 420 ασθενείς με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα με προηγούμενη έκθεση σε bDMARD (το 77,4% είχε απουσία αποτελεσματικότητας είτε σε έναν αναστολέα του TNF είτε σε αναστολέα της ιντερλευκίνης-17 (IL-17i), το 30,2% παρουσίασε δυσανεξία, το 12,9% είχε προηγούμενη έκθεση αλλά όχι απουσία αποτελεσματικότητας σε δύο bDMARD). Κατά την αρχική εκτίμηση, οι ασθενείς εμφάνιζαν συμπτώματα αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας για 12,8 έτη κατά μέσο όρο και περίπου 31% των ασθενών λάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία με csDMARD. Οι ασθενείς έλαβαν ουπαδασιτινίμπη 15 mg άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο. Την εβδομάδα 14, όλοι οι ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί ώστε να λαμβάνουν εικονικό φάρμακο μετέβησαν σε ουπαδασιτινίμπη 15 mg άπαξ ημερησίως. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών με επίτευξη ανταπόκρισης 40% βάσει των κριτηρίων της Διεθνούς Εταιρείας Αξιολόγησης της Σπονδυλοαρθρίτιδας (ASAS40) την εβδομάδα 14.
Από του ασθενείς που αρχικά τυχαιοποιήθηκαν στην ουπαδασιτινίμπη, το 72% (67/93) από τη μελέτη SELECT_AXIS 1 και το 77% (163/211) από τη μελέτη SELECT-AXIS 2 (AS) συνέχισε την θεραπεία για διάρκεια 2 ετών.
Κλινική ανταπόκριση
Και στις δύο μελέτες, ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg πέτυχαν ανταπόκριση ASAS40 έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 14 (Πίνακας 11). Παρατηρήθηκε αριθμητική διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας από την εβδομάδα 2 στη SELECT-AXIS 1 και την εβδομάδα 4 στη SELECT-AXIS 2 (AS) για την ASAS40.
Η θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg οδήγησε σε βελτιώσεις σε μεμονωμένες συνιστώσες ASAS (συνολική αξιολόγηση της ενεργότητας της νόσου από τον ασθενή, συνολική αξιολόγηση οσφυαλγίας, φλεγμονή και λειτουργικότητα) και σε άλλες μετρήσεις της ενεργότητας της νόσου, συμπεριλαμβανομένης της hsCRP, την εβδομάδα 14 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Η αποτελεσματικότητα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg αποδείχθηκε ανεξάρτητα από τις υποομάδες που αξιολογήθηκαν συμπεριλαμβανομένου του φύλου, του αρχικού BMI, της διάρκειας των συμπτωμάτων αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας, της αρχικής hsCRP και της προηγούμενης χρήσης bDMARD.
Πίνακας 11 Κλινική ανταπόκριση
| Μελέτη | SELECT-AXIS 1Πρωτοθεραπευόμενοι με bDMARD | SELECT-AXIS 2 (AS) bDMARD-IR | ||
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA 15 mg | PBO | UPA 15 mg |
| N | 94 | 93 | 209 | 211 |
| ASAS40, % ασθενών (95% CI)α, β | ||||
| Εβδομάδα 14 | 25,5 (16,7, 34,3) | 51,6 (41,5, 61,8) | 18,2 (13,0, 23,4) | 44,5 (37,8, 51,3) |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (95% CI) | 26,1 (12,6, 39,5)γ | 26,4 (17,9, 34,9)γ | ||
| ASAS20, % ασθενών (95% CI)α | ||||
| Εβδομάδα 14 | 40,4 (30,5, 50,3) | 64,5 (54,8, 74,2)ε | 38,3 (31,7, 44,9) | 65,4 (59,0, 71,8)γ |
| Μερική ύφεση βάσει ASAS, % ασθενών (95% CI) | ||||
| Εβδομάδα 14 | 1,1 (0,0, 3,1) | 19,4 (11,3, 27,4)γ | 4,3 (1,6, 7,1) | 17,5 (12,4, 22,7)γ |
| BASDAI 50, % ασθενών (95% CI) | ||||
| Εβδομάδα 14 | 23,4 (14,8, 32,0) | 45,2 (35,0, 55,3)δ | 16,7 (11,7, 21,8) | 43,1 (36,4, 49,8)γ |
| Μεταβολή στο ASDAS-CRP σε σχέση με την αρχική εκτίμηση (95% CI) | ||||
| Εβδομάδα 14 | -0,54 (-0,71, -0,37) | -1,45 (-1,62, -1,28)γ | -0,49 (-0,62, -0,37) | -1,52 (-1,64, - 1,39)γ |
| Μη ενεργός νόσος βάσει ASDAS, % ασθενών (95% CI) | ||||
| Εβδομάδα 14 | 0 | 16,1 (8,7, 23,6)ε | 1,9 (0,1, 3,8) | 12,8 (8,3, 17,3)γ |
| Μελέτη | SELECT-AXIS 1Πρωτοθεραπευόμενοι με bDMARD | SELECT-AXIS 2 (AS) bDMARD-IR | ||
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA 15 mg | PBO | UPA 15 mg |
| Χαμηλή ενεργότητα της νόσου βάσει ASDAS, % ασθενών (95% CI) | ||||
| Εβδομάδα 14 | 10,6 (4,4, 16,9) | 49,5 (39,3, 59,6)στ | 10,1 (6,0, 14,2) | 44,1 (37,4, 50,8)γ |
| Μείζων βελτίωση βάσει ASDAS, % ασθενών (95% CI) | ||||
| Εβδομάδα 14 | 5,3 (0,8, 9,9) | 32,3 (22,8, 41,8)ε | 4,8 (1,9, 7,7) | 30,3 (24,1, 36,5)ε |
| α Η ανταπόκριση βάσει ASAS20 (ASAS40) ορίζεται ως η βελτίωση ≥20% (≥40%) και η απόλυτη βελτίωση σε σχέση με την αρχική εκτίμηση ≥1 (≥2) μονάδας(ων) (σε εύρος 0 έως 10) σε ≥3 στους 4 τομείς (Συνολική εκτίμηση ασθενούς, συνολική οσφυαλγία, λειτουργικότητα και φλεγμονή) και καμία επιδείνωση στον πιθανό τομέα που απομένει (που ορίζεται ως επιδείνωση ≥20% και ≥1 μονάδα για το ASAS20, ή επιδείνωση >0 μονάδες για το ASAS40).β πρωτεύον καταληκτικό σημείογ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,001 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκουδ πολλαπλότητα ελέγχου p≤0,01 για τη σύγκριση της ουπαδασιτινίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκουε σύγκριση χωρίς πολλαπλότητα ελέγχουστ post-hoc ανάλυση για τη SELECT-AXIS 1, χωρίς πολλαπλότητα ελέγχουΓια τα δυαδικά καταληκτικά σημεία, τα αποτελέσματα της εβδομάδας 14 βασίζονται σε ανάλυση καταλογισμού μη ανταποκριθέντων (SELECT-AXIS 1) και σε ανάλυση καταλογισμού μη ανταποκριθέντων σε συνδυασμό με πολλαπλό καταλογισμό (SELECT-AXIS 2 [AS]). Για τα συνεχή καταληκτικά σημεία, τα αποτελέσματα της εβδομάδας 14 βασίζονται στη μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων από την αρχική εκτίμηση, με χρήση μικτών μοντέλων για ανάλυσηεπαναλαμβανόμενων μετρήσεων. | ||||
Και στις δύο μελέτες, η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε για διάρκεια 2 ετών, όπως αξιολογήθηκε από τα καταληκτικά σημεία που παρουσιάζονται στον Πίνακα 11.
Ανταπόκριση σωματικής λειτουργικότητας και σχετιζόμενες με την υγεία εκβάσεις
Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν σημαντική βελτίωση της σωματικής λειτουργικότητας σε σχέση με την αρχική εκτίμηση έναντι του εικονικού φαρμάκου, όπως αξιολογήθηκε από τον Λειτουργικό Δείκτη Bath για την Αγκυλοποιητική Σπονδυλίτιδα (Bath Ankylosing Spondylitis Functional Index, BASFI) την εβδομάδα 14. Η βελτίωση στον δείκτη BASFI διατηρήθηκε για διάρκεια 2 ετών.
Στη SELECT-AXIS 2 (AS), οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν σημαντικές βελτιώσεις στη συνολική οσφυαλγία και στη νυκτερινή οσφυλαγία έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 14. Οι βελτιώσεις στη συνολική οσφυαλγία και στη νυκτερινή οσφυλαγία διατηρήθηκαν για διάρκεια 2 ετών.
Στη SELECT-AXIS 2 (AS), οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν σημαντικές βελτιώσεις στη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής και στη συνολική υγεία, όπως μετρήθηκαν από τους δείκτες ASQoL και ASAS Health Index, αντίστοιχα, έναντι του εικονικού φαρμάκου την εβδομάδα 14. Οι βελτιώσεις στους δείκτες ASQoL και ASAS Health Index διατηρήθηκαν για διάρκεια 2 ετών.
Ενθεσίτιδα
Στη SELECT-AXIS 2 (AS), οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ενθεσίτιδα (n=310) που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν σημαντική βελτίωση στην ενθεσίτιδα έναντι του εικονικού φαρμάκου, όπως μετρήθηκε από τη μεταβολή στη Βαθμολογία Maastricht της Ενθεσίτιδας στην Αγκυλοποιητική
Σπονδυλίτιδα (Maastricht Ankylosing Spondylitis Enthesitis Score, MASES) σε σχέση με την αρχική εκτίμηση την εβδομάδα 14. Η βελτίωση στην ενθεσίτιδα διατηρήθηκε για διάρκεια 2 ετών.
Κινητικότητα της σπονδυλικής στήλης
Στη SELECT-AXIS 2 (AS), οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg εμφάνισαν σημαντική βελτίωση στην κινητικότητα της σπονδυλικής στήλης έναντι του εικονικού φαρμάκου, όπως μετρήθηκε από τη μεταβολή στον Δείκτη Μετρολογίας Bath για την Αγκυλοποιητική Σπονδυλίτιδα (Bath Ankylosing Spondylitis Metrology Index, BASMI) την εβδομάδα 14. Η βελτίωση στον δείκτη BASMI διατηρήθηκε για διάρκεια 2 ετών
Αντικειμενική μέτρηση της φλεγμονής
Τα σημεία φλεγμονής αξιολογήθηκαν μέσω MRI και εκφράστηκαν ως η μεταβολή στη βαθμολογία SPARCC σε σχέση με την αρχική εκτίμηση για τη σπονδυλική στήλη. Και στις δύο μελέτες, την εβδομάδα 14, παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση των σημείων φλεγμονής στη σπονδυλική στήλη στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η βελτίωση στη φλεγμονή, όπως αξιολογήθηκε από την MRI, διατηρήθηκε για διάρκεια 2 ετών.
Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης 15 mg άπαξ ημερησίως αξιολογήθηκαν στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη SELECT-GCA Φάσης 3 σε ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω με νέα έναρξη ή υποτροπιάζουσα γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα. Η μελέτη SELECT-GCA (Περίοδος 1) διήρκησε 52 εβδομάδες στην οποία τυχαιοποιήθηκαν 428 ασθενείς σε αναλογία 2:1:1 και τους χορηγήθηκε ουπαδασιτινίμπη 15 mg, ουπαδασιτινίμπη 7,5 mg ή εικονικό φάρμακο άπαξ ημερησίως. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία υποβάθρου με κορτικοστεροειδή (πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη). Οι ομάδες που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη ακολούθησαν ένα προκαθορισμένο σχήμα σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή με στόχο τα 0 mg έως τις 26 εβδομάδες. Η ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο ακολούθησε ένα προκαθορισμένο σχήμα σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή με στόχο τα 0 mg έως τις 52 εβδομάδες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών που πέτυχε παρατεταμένη ύφεση την εβδομάδα 52, όπως ορίστηκε από την απουσία σημείων και συμπτωμάτων γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας από την εβδομάδα 12 έως την εβδομάδα 52, και τη συμμόρφωση στο σχήμα σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή όπως καθορίζεται από το πρωτόκολλο. Οι ασθενείς που διέκοψαν πρόωρα τη θεραπεία της μελέτης (ουπαδασιτινίμπη ή εικονικό φάρμακο) ή έχασαν μία αξιολόγηση χαρακτηρίστηκαν έως μη ανταποκριθέντες. Η μελέτη περιελάμβανε μια τυφλή επέκταση 52 εβδομάδων (Περίοδος 2) για συνολική διάρκεια μελέτης έως και 2 χρόνια.
Κλινική ανταπόκριση
Ο συνδυασμός ουπαδασιτινίμπης 15 mg και σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή 26 εβδομάδων κατέδειξε ανωτερότητα στην επίτευξη παρατεταμένης ύφεσης χωρίς τη λήψη
κορτικοστεροειδών την εβδομάδα 52 σε σύγκριση με τον συνδυασμό εικονικού φαρμάκου και σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή 52 εβδομάδων (Πίνακας 12). Τα αποτελέσματα για κάθε συστατικό της παρατεταμένης ύφεσης και της παρατεταμένης πλήρους ύφεσης την εβδομάδα 52 ήταν συνεπή με εκείνα των σύνθετων καταληκτικών σημείων. Για την παρατεταμένη ύφεση την εβδομάδα 52 (το κύριο καταληκτικό σημείο), ένα παρόμοιο ποσοστό ασθενών σε κάθε σκέλος ταξινομήθηκε ως μη ανταποκρινόμενοι λόγω πρόωρης διακοπής της θεραπείας της μελέτης (εικονικό φάρμακο: 19,6%, ουπαδασιτινίμπη 15 mg: 20,1%) ή λόγω έλλειψης αξιολόγησης (εικονικό φάρμακο: 0,9%, ουπαδασιτινίμπη 15 mg: 0,5%).
Τα αποτελέσματα της θεραπευτικής αγωγής στις υποομάδες (φύλο, ηλικία, φυλή, προηγούμενη χρήση αναστολέα της ιντερλευκίνης-6, νέα έναρξη ή υποτροπιάζουσα γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, αρχική
δόση κορτικοστεροειδών και γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα με ή χωρίς ρευματική πολυμυαλγία) ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα στον συνολικό πληθυσμό της μελέτης.
Σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και σταδιακά μειούμενη αγωγή με κορτικοστεροειδή 26 εβδομάδων παρουσίασε τουλάχιστον μία έξαρση γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο και σταδιακά μειούμενη αγωγή μεκορτικοστεροειδή 52 εβδομάδων έως την εβδομάδα 52. Επιπλέον, ο κίνδυνος έξαρσης στο σκέλος της ουπαδασιτινίμπης ήταν σημαντικά χαμηλότερος σε σύγκριση με το σκέλος του εικονικού φαρμάκου, όπως μετρήθηκε με τον χρόνο έως την πρώτη έξαρση μέχρι την εβδομάδα 52 (Πίνακας 12).
Πίνακας 12 Κλινική ανταπόκριση στη μελέτη SELECT-GCA (Περίοδος 1)
| Ομάδα θεραπείας | PBO + σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή 52 εβδομάδων N=112 | UPA 15 mg + σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή26 εβδομάδων N=209 | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειών (95% CI) |
| Παρατεταμένη ύφεση τηνΕβδομάδα 52α | 29,0% | 46,4% | 17,1%ε (6,3, 27,8) |
| Παρατεταμένη πλήρης ύφεση τηνΕβδομάδα 52β | 16,1% | 37,1% | 20,7%στ (11,3, 30,2) |
| Πλήρης ύφεση τηνΕβδομάδα 52γ | 19,6% | 50,2% | 30,3%στ (20,4, 40,2) |
| Πλήρης ύφεση τηνΕβδομάδα 24γ | 36,1% | 57,2% | 20,8%στ (9,7, 31,9) |
| Χρόνος μέχρι την πρώτη έξαρση της GCA μέχρι τηνΕβδομάδα 52δ | 0,57ε,ζ (0,399, 0,826) | ||
| Ασθενείς με μία ή περισσότερες εξάρσεις της GCA έως τηνΕβδομάδα 52δ | 55,6% | 34,3% | 0,47ε,η (0,29, 0,74) |
| Συντομογραφίες: ESR=ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων, GCA=γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, hsCRP=C-αντιδρώσα πρωτεΐνη υψηλής ευαισθησίας, PBO=εικονικό φάρμακο,UPA=ουπαδασιτινίμπηα Η παρατεταμένη ύφεση ορίζεται ως η επίτευξη απουσίας σημείων και συμπτωμάτων GCA από την Εβδομάδα 12 έως την Εβδομάδα 52, και συμμόρφωση με το σχήμα σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή όπως καθορίζεται από το πρωτόκολλοβ Η παρατεταμένη πλήρης ύφεση ορίζεται ως η επίτευξη απουσίας σημείων και συμπτωμάτων GCA από την Εβδομάδα 12 έως την Εβδομάδα 52, ομαλοποίηση του ESR (σε ≤ 30 mm/ώρα εάνESR > 30 mm/ώρα και η αύξηση δεν αποδίδεται στην GCA, αυτό το κριτήριο μπορεί και πάλι να πληρούται) από την Εβδομάδα 12 έως την Εβδομάδα 52, ομαλοποίηση της hsCRP σε < 1 mg/dlχωρίς αύξηση σε ≥ 1 mg/dl (σε 2 διαδοχικές επισκέψεις) από την Εβδομάδα 12 έως την | |||
Εβδομάδα 52 και συμμόρφωση με το σχήμα σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή όπως καθορίζεται από το πρωτόκολλο
γ Η πλήρης ύφεση ορίζεται ως η επίτευξη απουσίας σημείων και συμπτωμάτων της GCA, ομαλοποίηση του ESR (σε ≤ 30 mm/ώρα, εάν ESR > 30 mm/ώρα και η αύξηση δεν αποδίδονται στην GCA, αυτό το κριτήριο μπορεί και πάλι να πληρούται), ομαλοποίηση της hsCRP σε < 1 mg/dl και συμμόρφωση με το σχήμα σταδιακής μείωσης της αγωγής με κορτικοστεροειδή όπως καθορίζεται από το πρωτόκολλο
δ Η έξαρση της GCA ορίζεται ως ένα συμβάν που αντιπροσωπεύει υποτροπή σημείων ή συμπτωμάτων της GCA ή μέτρηση ESR > 30 mm/ώρα (που αποδίδεται στην GCA) και απαιτεί αύξηση της δόσης των κορτικοστεροειδών, και λαμβάνεται υπόψη μόνο αφού πληρούνται και τα ακόλουθα 3 κριτήρια: απουσία υποτροπής σημείων και συμπτωμάτων της GCA, ομαλοποίηση του ESR και μη αύξηση της δόσης των κορτικοστεροειδών. Οι ασθενείς που δεν έχουν αξιολόγηση που πληροί και τα 3 κριτήρια θεωρείται ότι έχουν έξαρση της GCA κατά την έναρξη. Ο χρόνος έως την πρώτη έξαρση της GCA υπολογίζεται από τη στιγμή που πληρούνται και τα τρία παραπάνω κριτήρια. Οι ασθενείς που πληρούν και τα 3 παραπάνω κριτήρια, αλλά δεν εκδηλώνουν ποτέ έξαρση της GCA, λογοκρίνονται στην τελευταία αξιολόγηση.
ε p≤0,01
στ p≤0,001
ζ Αναλογία κινδύνου
η Λόγος πιθανοτήτων
Αθροιστική δόση κορτικοστεροειδών
Μεταξύ των ασθενών που ολοκλήρωσαν την παρακολούθηση των 52 εβδομάδων, η αθροιστική έκθεση στα κορτικοστεροειδή την εβδομάδα 52 ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή 26 εβδομάδων σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο και σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή 52 εβδομάδων (διάμεση τιμή 1.615 mg έναντι 2.882 mg, αντίστοιχα). Η σύγκριση της αθροιστικής δόσης κορτικοστεροειδών μεταξύ του σκέλους της ουπαδασιτινίμπης και του σκέλους του εικονικού φαρμάκου επηρεάζεται από τα διαφορετικά προκαθορισμένα σχήματα σταδιακής μείωσης των στεροειδών στο σκέλος της ουπαδασιτινίμπης έναντι του σκέλους του εικονικού φαρμάκου.
Σχετιζόμενες με την υγεία εκβάσεις
Η κόπωση αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας τη βαθμολογία FACIT-Fatigue. Ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή
26 εβδομάδων παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση από την έναρξη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο και σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή 52 εβδομάδων στη βαθμολογία FACIT-Fatigue την εβδομάδα 52 (4,0, 95% CI: 1,33, 6,76).
Η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας το SF-36. Ασθενείς που λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 15 mg και σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή 26 εβδομάδων παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση από την έναρξη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο και σταδιακή μείωση της αγωγής με κορτικοστεροειδή 52 εβδομάδων στη βαθμολογία της Συνοπτική Κλίμακας Σωματικής Υγείας του SF-36 την εβδομάδα 52 (3,75, 95% CI: 1,39, 6,11).
Διατήρηση της ανταπόκρισης
Συνολικά 223 ασθενείς έλαβαν μέρος στην τυφλή περίοδο επέκτασης (Περίοδος 2), της μελέτης SELECT-GCA. Οι ασθενείς που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί σε ουπαδασιτινίμπη 15 mg στην Περίοδο 1, και οι οποίοι πέτυχαν διατηρούμενη ύφεση (όπως ορίζεται από την απουσία σημείων και συμπτωμάτων γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας και τη μη λήψη κορτικοστεροειδών) για τουλάχιστον 24 εβδομάδες πριν
από την εβδομάδα 52, επανατυχαιοποήθηκαν ώστε να συνεχίσουν ουπαδασιτινίμπη 15 mg (N = 68) ή εικονικό φάρμακο (N = 35).
Μεταξύ των ασθενών που πέτυχαν διατηρούμενη ύφεση την εβδομάδα 52, το 71,7% των ασθενών επανατυχαιοποιήθηκαν να συνεχίσουν τη θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg διατήρησαν ΄την ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή έως και την εβδομάδα 104, σε σύγκριση με το 31,4% των ασθενών που επανατυχαιοποιήθηκαν στο εικονικό φάρμακο.
Μεταξύ των ασθενών που επανατυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο, το 59,5% εμφάνισαν έξαρση της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας, σε σύγκριση με το 7,4% των ασθενών που επανατυχαιοποιήθηκαν να συνεχίσουν ουπαδασιτινίμπη 15 mg. Ο διάμεσος χρόνος έως την έξαρση ήταν 113 ημέρες για τους ασθενείς που επανατυχαιοποήθηκαν σε εικονικό φάρμκο και ήταν μεγαλύτερος των 365 ημερών (δεν επιτεύχθηκε διάμεσος) για τους ασθενείς που επανατυχαιοποιήθηκαν σε ουπαδασιτινίμπη 15 mg.
Ατοπική δερματίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg άπαξ ημερησίως αξιολογήθηκε σε τρεις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, πολυκεντρικές μελέτες Φάσης 3
(MEASURE UP 1, MEASURE UP 2 και AD UP) σε συνολικά 2.782 ασθενείς (ηλικίας 12 ετών και άνω). Η ουπαδασιτινίμπη αξιολογήθηκε σε 542 (344 στην κύρια ανάλυση) εφήβους και 2.240 ενήλικες ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ατοπική δερματίτιδα (ΑΔ) που δεν ελέγχονταν επαρκώς με τοπική(ές) φαρμακευτική(ές) αγωγή(ές). Κατά την αρχική εκτίμηση, οι ασθενείς έπρεπε να έχουν όλα τα ακόλουθα: βαθμολογία συνολικής αξιολόγησης από τον ερευνητή (Investigator's Global Assessment, IGA)
(vIGA-AD) ≥ 3 στη συνολική αξιολόγηση της ΑΔ (ερύθημα, σκληρία/βλατίδες και εξίδρωση/εφελκίδωση) σε αυξανόμενη κλίμακα βαρύτητας από 0 έως 4, βαθμολογία δείκτη έκτασης και βαρύτητας εκζέματος (Eczema Area and Severity Index, EASI) ≥ 16 (σύνθετη βαθμολογία που αξιολογεί την έκταση και τη βαρύτητα του ερυθήματος, οίδημα/βλατίδες, εκδορές και λειχηνοποίηση σε
4 διαφορετικές περιοχές του σώματος), ελάχιστη προσβολή της επιφάνειας του σώματος (BSA) ≥ 10% και εβδομαδιαίος μέσος όρος στην αριθμητική κλίμακα αξιολόγησης (Numerical Rating Scale, NRS) χειρότερου κνησμού ≥ 4.
Και στις τρεις μελέτες, οι ασθενείς έλαβαν ουπαδασιτινίμπη άπαξ ημερησίως σε δόσεις των 15 mg, 30 mg ή αντίστοιχο εικονικό φάρμακο για 16 εβδομάδες. Στη μελέτη AD UP, οι ασθενείς έλαβαν επίσης συγχορηγούμενα τοπικά κορτικοστεροειδή (TCS). Μετά την ολοκλήρωση της διπλά τυφλής περιόδου, οι ασθενείς που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί σε ουπαδασιτινίμπη θα συνέχιζαν να λαμβάνουν την ίδια δόση έως την εβδομάδα 260. Οι ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου τυχαιοποιήθηκαν εκ νέου σε αναλογία 1:1 για να λάβουν ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg έως την εβδομάδα 260.
Χαρακτηριστικά αρχικής εκτίμησης
Στις μελέτες μονοθεραπείας (MEASURE UP 1 και 2), το 50,0% των ασθενών είχε βαθμολογία αρχικής εκτίμησης 3 (μέτρια) στην κλίμακα vIGA-AD και το 50,0% των ασθενών είχε βαθμολογία αρχικής εκτίμησης 4 (σοβαρή) στην κλίμακα vIGA-AD. Η μέση βαθμολογία αρχικής εκτίμησης EASI ήταν 29,3 και ο εβδομαδιαίος μέσος όρος μέσης αρχικής εκτίμησης στην κλίμακα NRS χειρότερου κνησμού ήταν 7,3. Στη μελέτη με συγχορηγούμενα TCS (AD UP), το 47,1% των ασθενών είχε βαθμολογία αρχικής εκτίμησης 3 (μέτρια) στην κλίμακα vIGA-AD και το 52,9% των ασθενών είχε βαθμολογία αρχικής εκτίμησης 4 (σοβαρή) στην κλίμακα vIGA-AD. Η μέση βαθμολογία αρχικής εκτίμησης EASI ήταν 29,7 και ο εβδομαδιαίος μέσος όρος μέσης αρχικής εκτίμησης στην κλίμακα NRS χειρότερου κνησμού ήταν 7,2.
Κλινική ανταπόκριση
Μελέτες μονοθεραπείας (MEASURE UP 1 ΚΑΙ MEASURE UP 2) και συγχορηγούμενων TCS (AD UP)
Ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg πέτυχαν vIGA-AD 0 ή 1, EASI 75 ή βελτίωση ≥ 4 βαθμών στην κλίμακα NRS χειρότερου
κνησμού σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο την εβδομάδα 16. Επιτεύχθηκε επίσης ταχεία βελτίωση της κάθαρσης του δέρματος και του κνησμού (βλ. Πίνακα 13).
Στην Εικόνα 1 παρουσιάζεται το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν ανταπόκριση EASI 75, καθώς και η μέση ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην κλίμακα NRS χειρότερου κνησμού, αντίστοιχα, μέχρι την εβδομάδα 16 για τις μελέτες MEASURE UP 1 και 2.
Πίνακας 13 Στοιχεία αποτελεσματικότητας της ουπαδασιτινίμπης
| Μελέτη | MEASURE UP 1 | MEASURE UP 2 | AD UP | ||||||
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA15 mg | UPA30 mg | PBO | UPA15 mg | UPA30 mg | PBO + TCS | UPA15 mg+ TCS | UPA30 mg+ TCS |
| Αριθμός ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν | 281 | 281 | 285 | 278 | 276 | 282 | 304 | 300 | 297 |
| Καταληκτικά σημεία εβδομάδας 16, % ανταποκριθέντων (95% CI) | |||||||||
| vIGA-AD 0/1α,β | 8 | 48δ | 62δ | 5 | 39δ | 52δ | 11 | 40δ | 59δ |
| (συν-πρωτεύον) | (5,12) | (42,54) | (56,68) | (2,7) | (33,45) | (46,58) | (7,14) | (34,45) | (53,64) |
| EASI 75α | 16 | 70δ | 80δ | 13 | 60δ | 73δ | 26 | 65δ | 77δ |
| (συν-πρωτεύον) | (12,21) | (64,75) | (75,84) | (9,17) | (54,66) | (68,78) | (21,31) | (59,70) | (72,82) |
| EASI 90α | 8 | 53δ | 66δ | 5 | 42δ | 58δ | 13 | 43δ | 63δ |
| (5,11) | (47,59) | (60,71) | (3,8) | (37,48) | (53,64) | (9,17) | (37,48) | (58,69) | |
| EASI 100α | 2 | 17δ | 27δ | 1 | 14δ | 19δ | 1 | 12ε | 23δ |
| (0,3) | (12,21) | (22,32) | (0,2) | (10,18) | (14,23) | (0,3) | (8,16) | (18,27) | |
| NRS χειρότερου | 12 | 52δ | 60δ | 9 | 42δ | 60δ | 15 | 52δ | 64δ |
| κνησμούγ | (8,16) | (46,58) | (54,66) | (6,13) | (36,48) | (54,65) | (11,19) | (46,58) | (58,69) |
| (βελτίωση | |||||||||
| ≥ 4 βαθμών) | |||||||||
| Καταληκτικά σημεία πρώιμης έναρξης, % ανταποκριθέντων (95% CI) | |||||||||
| EASI 75α | 4 | 38δ | 47δ | 4 | 33δ | 44δ | 7 | 31δ | 44δ |
| (Εβδομάδα 2) | (1,6) | (32,44) | (42,53) | (1,6) | (27,39) | (38,50) | (4,10) | (26,36) | (38,50) |
| NRS χειρότερου | 0 | 15δ | 20δ | 1 | 7δ | 16δ | 3 | 12δ | 19δ |
| κνησμού | (0,1) | (11,19) | (15,24) | (0,2) | (4,11) | (11,20) | (1,5) | (8,16) | (15,24) |
| (βελτίωση ≥ | |||||||||
| 4 βαθμών την | |||||||||
| εβδομάδα 1)γ,στ | |||||||||
| Συντομογραφίες: UPA= ουπαδασιτινίμπη (RINVOQ), PBO = εικονικό φάρμακοΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία διάσωσης ή με ελλιπή δεδομένα καταλογίστηκαν ως μη ανταποκριθέντες. Ο αριθμός και το ποσοστό των ασθενών που ταξινομήθηκαν ως μη ανταποκριθέντες για τα EASI 75 και vIGA-AD 0/1 την εβδομάδα 16 εξαιτίας της χορήγησης θεραπείας διάσωσης στις ομάδες εικονικού φαρμάκου, ουπαδασιτινίμπης 15 mg και ουπαδασιτινίμπης 30 mg, αντίστοιχα, ήταν 132 (47,0%), 31(11,0%), 16 (5,6%) στην MEASURE UP 1, 119 (42,8%), 24 (8,7%), 16 (5,7%) στην MEASURE UP 2, και78 (25,7%), 15 (5,0%), 14 (4,7%) στην AD UP.α Βάσει του αριθμού των ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν | |||||||||
β Ως ανταποκριθείς ορίστηκε ο ασθενής με vIGA-AD 0 ή 1 («καθαρός» ή «σχεδόν καθαρός») με μείωση ≥ 2 βαθμών σε μια ιεραρχική κλίμακα μέτρησης 0-4
γ Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στο υποσύνολο των ασθενών που ήταν επιλέξιμοι για αξιολόγηση (ασθενείς με NRS χειρότερου κνησμού ≥ 4 κατά την αρχική εκτίμηση)
δ Στατιστικά σημαντικό έναντι του εικονικού φαρμάκου με p < 0,001
ε p < 0,001 έναντι του εικονικού φαρμάκου, χωρίς έλεγχο πολλαπλότητας
στ Στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις έναντι του εικονικού φαρμάκου παρατηρήθηκαν ήδη μετά από 1 ημέρα από την έναρξη της χορήγησης ουπαδασιτινίμπης 30 mg και 2 ημέρες μετά την έναρξη της χορήγησης ουπαδασιτινίμπης 15 mg στις μελέτες MEASURE UP 1 και 2
Εικόνα 1 Ποσοστό ασθενών που επιτυγχάνουν ανταπόκριση EASI 75 και μέση ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στην κλίμακα NRS χειρότερου κνησμού στις μελέτες MEASURE UP 1 και MEASURE UP 2
Ποσοστό ασθενών που επιτυγχάνουν ανταπόκριση EASI 75
Μέση ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στην κλίμακα NRS χειρότερου κνησμού
Ποσοστό ανταπόκρισης (%) και 95% διάστημα εμπιστοσύνης Ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική εκτίμηση (%) και διάστημα εμπιστοσύνης 95% Εβδομάδες Εβδομάδες Εικονικό φάρμακο Εικονικό φάρμακο RINVOQ 15 mg QD RINVOQ 15 mg QD RINVOQ 30 mg QD RINVOQ 30 mg QD*: p < 0,001 έναντι του εικονικού φαρμάκου, χωρίς πολλαπλότητα ελέγχου
**: στατιστικά σημαντικό έναντι του εικονικού φαρμάκου με p < 0,001
Τα αποτελέσματα της θεραπευτικής αγωγής στις υποομάδες (βάρος, ηλικία, φύλο, φυλή και προηγούμενη συστηματική θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά) ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα στο συνολικό πληθυσμό της μελέτης.
Τα αποτελέσματα την εβδομάδα 16 συνέχισαν να διατηρούνται έως την εβδομάδα 52 στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg ή 30 mg.
Ποιότητα ζωής/εκβάσεις βάσει αναφορών ασθενών
Πίνακας 14 Αποτελέσματα των εκβάσεων βάσει αναφορών ασθενών της ουπαδασιτινίμπης την εβδομάδα 16
| Μελέτη | MEASURE UP 1 | MEASURE UP 2 | ||||
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA15 mg | UPA30 mg | PBO | UPA15 mg | UPA30 mg |
| Αριθμός ατόμωνπου τυχαιοποιήθηκαν | 281 | 281 | 285 | 278 | 276 | 282 |
| % ανταποκριθέντων (95% CI) | ||||||
| ADerm-SS Skin Pain(βελτίωση ≥ 4 βαθμών)α | 15(10,20) | 54ε (47,60) | 63ε (57,69) | 13(9,18) | 49ε (43,56) | 65ε (59,71) |
| ADerm-IS Sleep(βελτίωση ≥ 12 βαθμών)α,β | 13(9,18) | 55ε (48,62) | 66ε (60,72) | 12(8,17) | 50ε (44,57) | 62ε (56,69) |
| DLQI 0/1γ | 4(2,7) | 30ε (25,36) | 41ε (35,47) | 5(2,7) | 24ε (19,29) | 38ε (32,44) |
| HADS Anxiety <8 και HADS Depression < 8δ | 14(8,20) | 46ε (37,54) | 49ε (41,57) | 11(6,17) | 46ε (38,54) | 56%ε (48,64) |
| Συντομογραφίες: UPA= ουπαδασιτινίμπη (RINVOQ), PBO = εικονικό φάρμακο, DLQI = Δερματολογικός δείκτης ποιότητας ζωής (Dermatology Life Quality Index). HADS = Κλίμακα νοσοκομειακού άγχους και κατάθλιψης (Hospital Anxiety and Depression Scale)Ασθενείς που έλαβαν θεραπεία διάσωσης ή με ελλιπή δεδομένα καταλογίστηκαν ως μη ανταποκριθέντεςΟι καθορισμένες οριακές τιμές αντιστοιχούν στην ελάχιστη κλινικά σημαντική διαφορά (minimal clinically important difference, MCID) και χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό της ανταπόκρισης.α Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στο υποσύνολο των ασθενών που ήταν επιλέξιμοι για αξιολόγηση (ασθενείς με βαθμολογία αξιολόγησης > MCID κατά την αρχική εκτίμηση).β Η κλίμακα ADerm-IS Sleep (βαρύτητα συμπτωμάτων ΑΔ κατά τον ύπνο) αξιολογεί τη δυσκολία στην αρχή του ύπνου, τις επιπτώσεις στον ύπνο και το ξύπνημα τη νύχτα λόγω ΑΔ.γ Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στο υποσύνολο των ασθενών που ήταν επιλέξιμοι για αξιολόγηση (ασθενείς με DLQI > 1 κατά την αρχική εκτίμηση).δ Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στο υποσύνολο των ασθενών που ήταν επιλέξιμοι για αξιολόγηση (ασθενείς με βαθμολογία αξιολόγησης HADS Anxiety ≥ 8 ή HADS Depression≥ 8 κατά την αρχική εκτίμηση)ε Στατιστικά σημαντικό έναντι του εικονικού φαρμάκου με p < 0,001 | ||||||
Ελκώδης κολίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης αξιολογήθηκε σε τρεις πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες Φάσης 3: δύο μελέτες επιβεβαιωτικής επανάληψης κατά τη φάση επαγωγής, την UC-1 (U-ACHIEVE Induction) και την UC-2
(U-ACCOMPLISH), και μία μελέτη κατά τη φάση συντήρησης, την UC-3 (U-ACHIEVE Maintenance). Επιπλέον, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ουπαδασιτινίμπης αξιολογήθηκαν στη μακροχρόνια μελέτη επέκτασης, UC-4 (U-ACTIVATE).
Η ενεργότητα της νόσου βασίστηκε στην προσαρμοσμένη βαθμολογία Mayo (aMS, σύστημα αξιολόγησης Mayo εξαιρουμένης της Γενικής Αξιολόγησης του Ιατρού), η οποία κυμάνθηκε από 0 έως 9
με τρεις υποβαθμολογίες, με βαθμολογία έκαστης 0 (φυσιολογική) έως 3 (πιο σοβαρή): υποβαθμολογία συχνότητας κενώσεων (SFS), υποβαθμολογία απώλειας αίματος από το ορθό (RBS) και υποβαθμολογία ενδοσκόπησης κεντρικού ελέγχου (ES).
Μελέτες επαγωγής (UC-1 και UC-2)
Στις μελέτες UC-1 και UC-2, 988 ασθενείς (473 και 515 ασθενείς, αντίστοιχα) τυχαιοποιήθηκαν σε ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο για 8 εβδομάδες με αναλογία κατανομής θεραπείας 2:1 και συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση αποτελεσματικότητας. Όλοι οι εγγεγραμμένοι ασθενείς εμφάνιζαν μέτρια έως σοβαρή ενεργό ελκώδη κολίτιδα που ορίστηκε ως aMS 5 έως 9 με ES 2 ή 3 και αποδεδειγμένη αποτυχία σε προηγούμενη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της ανεπαρκούς ανταπόκρισης, της απώλειας ανταπόκρισης ή της δυσανεξίας σε προηγούμενη συμβατική ή/και βιολογική θεραπεία. Αποτυχία προηγούμενης θεραπείας σε τουλάχιστον 1 βιολογική αγωγή (αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής) σημειώθηκε σε 52% (246/473) και 51% (262/515) των ασθενών, αντίστοιχα. Αποτυχία προηγούμενης θεραπείας σε συμβατική αγωγή αλλά όχι σε βιολογικούς παράγοντες (χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής) σημειώθηκε σε 48% (227/473) και 49% (253/515) των ασθενών, αντίστοιχα.
Κατά την έναρξη των μελετών UC-1 και UC-2, 39% και 37% των ασθενών λάμβαναν κορτικοστεροειδή, 1,1% και 0,6% των ασθενών λάμβαναν μεθοτρεξάτη και 68% και 69% των ασθενών λάμβαναν αμινοσαλικυλικά. Κατά τη διάρκεια των μελετών δεν επιτρεπόταν η συγχορήγηση θειοπουρίνης. Η ενεργότητα της νόσου των ασθενών ήταν μέτρια (aMS ≥5, ≤7) σε 61% και 60% των ασθενών και σοβαρή (aMS >7) σε 39% και 40% των ασθενών.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η κλινική ύφεση βάσει aMS την εβδομάδα 8. Ο Πίνακας 15 παρουσιάζει τα πρωτεύοντα και βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, συμπεριλαμβανομένης της κλινικής ανταπόκρισης, της επούλωσης του βλεννογόνου, της ιστολογικής-ενδοσκοπικής επούλωσης του βλεννογόνου και της βαθειάς βλεννογονικής επούλωσης.
Πίνακας 15 Ποσοστό ασθενών με επίτευξη των πρωτευόντων και βασικών δευτερευόντων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 8 στις μελέτες επαγωγής UC-1 και UC-2
| UC-1(U-ACHIEVE) | UC-2(U-ACCOMPLISH) | |||||
| Καταληκτικό σημείο | PBO N=154 | UPA45 mg N=319 | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειώ ν(95% ΔΕ) | PBO N=174 | UPA45 mg N=341 | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειώ ν(95% ΔΕ) |
| Κλινική ύφεσηα | 4,8% | 26,1% | 21,6%* (15,8; 27,4) | 4,1% | 33,5% | 29,0%* (23,2; 34,7) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 0,4% | 17,9% | 17,5% | 2,4% | 29,6% | 27,1% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής αγωγής+ | 9,2% | 35,2% | 26,0% | 5,9% | 37,5% | 31,6% |
| Κλινική ανταπόκρισηβ | 27,3% | 72,6% | 46,3%* (38,4; 54,2) | 25,4% | 74,5% | 49,4%* (41,7; 57,1) |
| Αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής αγωγής+ | 12,8% | 64,4% | 51,6% | 19,3% | 69,4% | 50,1% |
| Χωρίς αποτυχίαπροηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 42,1% | 81,8% | 39,7% | 31,8% | 79,8% | 48,0% |
| UC-1(U-ACHIEVE) | UC-2(U-ACCOMPLISH) | |||||
| Καταληκτικό σημείο | PBO N=154 | UPA45 mg N=319 | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειώ ν(95% ΔΕ) | PBO N=174 | UPA45 mg N=341 | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειώ ν(95% ΔΕ) |
| Επούλωση βλεννογόνουγ | 7,4% | 36,3% | 29,3%* (22,6; 35,9) | 8,3% | 44,0% | 35,1%* (28,6; 41,6) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 1,7% | 27,0% | 25,3% | 4,8% | 37,1% | 32,3% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 13,2% | 46,8% | 33,6% | 12,0% | 51,2% | 39,2% |
| Ιστολογική-ενδοσκοπική επούλωση βλεννογόνουδ | 6,6% | 30,1% | 23,7%* (17,5; 30,0) | 5,9% | 36,7% | 30,1%* (24,1; 36,2) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 1,4% | 22,7% | 21,3% | 4,6% | 30,7% | 26,1% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής αγωγής+ | 11,8% | 38,2% | 26,4% | 7,2% | 42,9% | 35,7% |
| Βαθειά βλεννογονική επούλωσηε | 1,3% | 10,7% | 9,7%* (5,7; 13,7) | 1,7% | 13,5% | 11,3%* (7,2; 15,3) |
| Αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής αγωγής+ | 0 | 6,5% | 6,5% | 1,1% | 9,2% | 8,1% |
| Χωρίς αποτυχίαπροηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 2,6% | 15,4% | 12,8% | 2,4% | 17,9% | 15,5% |
| Συντομογραφίες: PBO = εικονικό φάρμακο, UPA = ουπαδασιτινίμπη, aMS = προσαρμοσμένη Βαθμολογία Mayo, βασιζόμενη στο Σύστημα αξιολόγησης Mayo (εξαιρουμένης της Γενικής Αξιολόγησης του Ιατρού), η οποία κυμάνθηκε από 0 έως 9 με τρεις υποβαθμολογίες, με βαθμολογία έκαστης 0 (φυσιολογική) έως 3 (πιο σοβαρή): υποβαθμολογία συχνότητας κενώσεων (SFS), υποβαθμολογία απώλειας αίματος από το ορθό (RBS) και υποβαθμολογία ενδοσκόπησης κεντρικού ελέγχου (ES).+Ο αριθμός των ασθενών με “Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής” στις μελέτες UC-1 και UC-2 είναι 78 και 89 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου και 168 και 173 στην ομάδα ουπαδασιτινίμπης45 mg, αντίστοιχα, ο αριθμός των ασθενών “Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής” στις μελέτες UC-1 και UC-2 είναι 76 και 85 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου και 151 και 168 στην ομάδα ουπαδασιτινίμπης 45 mg, αντίστοιχα.*p <0,001, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% ΔΕ)α Βάσει aMS: SFS≤ 1 και όχι μεγαλύτερο από την αρχική τιμή, RBS = 0, ES ≤ 1 χωρίς ευθρυπτότηταβ Βάσει aMS: μείωση ≥ 2 βαθμούς και ≥ 30% από την αρχική τιμή και μείωση RBS ≥ 1 από την αρχική τιμή ή απόλυτη RBS ≤ 1.γ ES ≤ 1 χωρίς ευθρυπτότηταδ ES ≤ 1 χωρίς ευθρυπτότητα και βαθμολογία Geboes ≤ 3,1 (η οποία υποδεικνύει διήθηση ουδετερόφιλων σε < 5% των κρυπτών, απουσία καταστροφής κρυπτών, διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού.)ε ES = 0, βαθμολογία Geboes < 2 (η οποία υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακέςκρύπτες ή την υποβλεννογόνια στοιβάδα, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων και απουσία καταστροφής κρυπτών, διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού) | ||||||
Ενεργότητα της νόσου και συμπτώματα
Η μερική προσαρμοσμένη βαθμολογία Mayo (paMS) αποτελείται από τις συνιστώσες SFS και RBS. Η συμπτωματική ανταπόκριση κατά paMS ορίζεται ως μείωση ≥1 βαθμό και ≥30% από την αρχική τιμή και μείωση RBS ≥ 1 ή απόλυτη RBS ≤1. Στατιστικά σημαντική βελτίωση έναντι του εικονικού φαρμάκου βάσει paMS παρατηρήθηκε ήδη από την εβδομάδα 2 (UC-1: 60,1% έναντι 27,3% και UC-2: 63,3% έναντι 25,9%).
Θεραπεία επαγωγής παρατεταμένης περιόδου
125 ασθενείς στις μελέτες UC-1 και UC-2 στους οποίους δεν καταγράφηκε επίτευξη κλινικής ανταπόκρισης μετά από 8 εβδομάδες θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως εντάχθηκαν στην ανοιχτής επισήμανσης εκτεταμένη περίοδο επαγωγής 8 εβδομάδων. Μετά από τη θεραπεία διάρκειας επιπλέον 8 εβδομάδων (16 εβδομάδες συνολικά) με ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως, σε 48,3% ασθενών καταγράφηκε επίτευξη κλινικής ανταπόκρισης βάσει aMS. Μεταξύ των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία 16 εβδομάδων με ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως, σε 35,7% και 66,7% των ασθενών παρατηρήθηκε διατήρηση της κλινικής ανταπόκρισης βάσει aMS και 19,0% και 33,3% των ασθενών πέτυχαν κλινική ύφεση βάσει aMS την εβδομάδα 52 με θεραπεία συντήρησης με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg άπαξ ημερησίως, αντίστοιχα.
Μελέτη θεραπείας συντήρησης (UC-3)
Η ανάλυση αποτελεσματικότητας για τη μελέτη UC-3 αξιολογήθηκε σε 451 ασθενείς με επίτευξη κλινικής ανταπόκρισης βάσει aMS με τη θεραπεία επαγωγής 8 εβδομάδων με ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν ουπαδασιτινίμπη 15 mg, 30 mg ή εικονικό φάρμακο άπαξ ημερησίως για έως και 52 εβδομάδες.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η κλινική ύφεση βάσει aMS την εβδομάδα 52. Ο Πίνακας 16 παρουσιάζει τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της κλινικής ύφεσης, της κλινικής ύφεσης χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδών, της επούλωσης του βλεννογόνου, της ιστολογικής-ενδοσκοπικής επούλωσης του βλεννογόνου και της βαθειάς βλεννογονικής επούλωσης.
Πίνακας 16 Ποσοστό ασθενών με επίτευξη των πρωτευόντων και βασικών δευτερευόντων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 52 στη μελέτη συντήρησης UC-3
| PBO N=149 | UPA15 mg N=148 | UPA30 mg N=154 | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειών 15 mg έναντιPBO (95% ΔΕ) | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειών 30 mg έναντι PBO(95% ΔΕ) | |
| Κλινική ύφεσηα | 12,1% | 42,3% | 51,7% | 30,7%* (21,7, 39,8) | 39,0%* (29,7, 48,2) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 7,5% | 40,5% | 49,1% | 33,0% | 41,6% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 17,6% | 43,9% | 54,0% | 26,3% | 36,3% |
| Διατήρηση κλινικής ύφεσηςβ | N = 5422,2% | N = 4759,2% | N = 5869,7% | 37,4%* (20,3; 54,6) | 47,0%* (30,7; 63,3) |
| Αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής αγωγής | N = 2213,6% | N = 1776,5% | N = 2073,0% | 62,8% | 59,4% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής | N = 3228,1% | N = 3049,4% | N = 3868,0% | 21,3% | 39,9% |
| PBO N=149 | UPA15 mg N=148 | UPA30 mg N=154 | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειών 15 mg έναντιPBO (95% ΔΕ) | Διαφορά Μεταξύ των Θεραπειών 30 mg έναντι PBO(95% ΔΕ) | |
| Κλινική ύφεση χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδώνγ | N = 5422,2% | N = 4757,1% | N = 5868,0% | 35,4%* (18,2; 52,7) | 45,1%* (28,7; 61,6) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής | N = 2213,6% | N = 1770,6% | N = 2073,0% | 57,0% | 59,4% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής | N = 3228,1% | N = 3049,4% | N = 3865,4% | 21,3% | 37,2% |
| Επούλωση βλεννογόνουδ | 14,5% | 48,7% | 61,6% | 34,4%* (25,1; 43,7) | 46,3%* (36,7; 55,8) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 7,8% | 43,3% | 56,1% | 35,5% | 48,3% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 22,5% | 53,6% | 66,6% | 31,1% | 44,1% |
| Ιστολογική-ενδοσκοπική επούλωση βλεννογόνουε | 11,9% | 35,0% | 49,8% | 23,8%* (14,8; 32,8) | 37,3%* (27,8; 46,8) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 5,2% | 32,9% | 47,6% | 27,7% | 42,4% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 20,0% | 36,9% | 51,8% | 16,9% | 31,8% |
| Βαθειά βλεννογονική επούλωσηστ | 4,7% | 17,6% | 19,0% | 13,0%* (6,0; 20,0) | 13,6%* (6,6; 20,6) |
| Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 2,5% | 17,2% | 16,1% | 14,7% | 13,6% |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής+ | 7,5% | 18,0% | 21,6% | 10,6% | 14,2% |
| Συντομογραφίες: PBO = εικονικό φάρμακο, UPA = ουπαδασιτινίμπη, aMS = προσαρμοσμένη Βαθμολογία Mayo, βασιζόμενη στο Σύστημα αξιολόγησης Mayo (εξαιρουμένης της Γενικής Αξιολόγησης του Ιατρού), η οποία κυμάνθηκε από 0 έως 9 με τρεις υποβαθμολογίες, με βαθμολογία έκαστης 0 (φυσιολογική) έως 3 (πιο σοβαρή): υποβαθμολογία συχνότητας κενώσεων (SFS), υποβαθμολογία απώλειας αίματος από το ορθό (RBS) και υποβαθμολογία ενδοσκόπησης κεντρικού ελέγχου (ES).+Ο αριθμός των ασθενών με “Αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής” είναι 81, 71, και 73 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου και στις ομάδες ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg, αντίστοιχα. Ο αριθμός των ασθενών “Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής αγωγής” είναι 68, 77, και 81 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου και στις ομάδες ουπαδασιτινίμπης 15 mg και 30 mg, αντίστοιχα.* p <0,001, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% ΔΕ)α Βάσει aMS: SFS≤ 1 και όχι μεγαλύτερο από την αρχική τιμή, RBS = 0, ES ≤ 1 χωρίς ευθρυπτότηταβ Κλινική ύφεση βάσει aMS την Εβδομάδα 52 μεταξύ ασθενών με επίτευξη κλινικής ύφεσης στο τέλος της θεραπείας επαγωγής.γ Κλινική ύφεση βάσει aMS την Εβδομάδα 52 και χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδών για διάστημα ≥90 ημερών αμέσως πριν την Εβδομάδα 52 μεταξύ ασθενών με επίτευξη κλινικής ύφεσης στο τέλος της θεραπείας επαγωγής.δ ES ≤1 χωρίς ευθρυπτότηταε ES ≤1 χωρίς ευθρυπτότητα και βαθμολογία Geboes ≤ 3,1 (η οποία υποδεικνύει διήθηση ουδετερόφιλων σε<5% των κρυπτών, απουσία καταστροφής κρυπτών, διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού).στ ES = 0, βαθμολογία Geboes < 2 (η οποία υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ήτην υποβλεννογόνια στοιβάδα, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων και απουσία καταστροφής κρυπτών, διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού). | |||||
Συμπτώματα νόσου
Συμπτωματική ύφεση βάσει paMS, που ορίζεται ως SFS ≤ 1 και RBS = 0, επιτεύχθηκε με την πάροδο του χρόνου έως την εβδομάδα 52 σε περισσότερους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg άπαξ ημερησίως, έναντι του εικονικού φαρμάκου (Εικόνα 2).
Εικόνα 2 Ποσοστό ασθενών με συμπτωματική ύφεση βάσει μερικώς προσαρμοσμένης βαθμολογίας Mayo με την πάροδο του χρόνου στη μελέτη συντήρησης UC-3
64,5
57,4
17,5
Ποσοστό Ανταποκριθέντων και 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης ΕβδομάδεςΕικονικό φάρμακο (N=149) UPA 15 mg QD (N=148) UPA 30 mg QD (N=154)
Ενδοσκοπική αξιολόγηση
Η ενδοσκοπική ύφεση (ομαλοποίηση της ενδοσκοπικής εμφάνισης του βλεννογόνου) ορίστηκε ως βαθμολογία ΕS 0. Κατά την εβδομάδα 8, σε ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως έναντι του εικονικού φαρμάκου καταγράφηκε επίτευξη ενδοσκοπικής ύφεσης (UC-1: 13,7% έναντι 1,3%, UC-2: 18,2% έναντι 1,7%). Στη μελέτη UC-3, σε ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg άπαξ ημερησίως έναντι του εικονικού φαρμάκου επιτεύχθηκε ενδοσκοπική ύφεση την εβδομάδα 52 (24,2% και 25,9% έναντι 5,6%). Διατήρηση της επούλωσης του βλεννογόνου κατά την εβδομάδα 52 (ES ≤1 χωρίς ευθρυπτότητα) παρατηρήθηκε σε ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg άπαξ ημερησίως έναντι του εικονικού φαρμάκου (61,6% και 69,5% έναντι 19,2%) μεταξύ των ασθενών με επίτευξη επούλωσης του βλεννογόνου στο τέλος της φάσης επαγωγής.
Ποιότητα ζωής
Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη κατέδειξαν σημαντικά μεγαλύτερη και κλινικά σημαντική βελτίωση στη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα της ζωής, όπως μετρήθηκε από τη συνολική βαθμολογία του ερωτηματολογίου για τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (IBDQ) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Βελτιώσεις παρατηρήθηκαν σε όλες τις βαθμολογίες 4 τομέων: συστημικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένης της κόπωσης), κοινωνικής λειτουργικότητας, συναισθηματικής λειτουργικότητας και συμπτώματα του εντέρου (συμπεριλαμβανομένου του κοιλιακού άλγους και της επιτακτικής ανάγκης κένωσης του εντέρου). Οι μεταβολές στη συνολική βαθμολογία IBDQ κατά την εβδομάδα 8 από την έναρξη της μελέτης με την ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως σε σχέση με το εικονικό φάρμακο ήταν 55,3 και 21,7 στη μελέτη UC-1 και 52,2 και 21,1 στη μελέτη UC-2, αντίστοιχα. Οι μεταβολές στη συνολική βαθμολογία IBDQ κατά την εβδομάδα 52 από την έναρξη ήταν 49,2, 58,9 και 17,9 σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg, 30 mg άπαξ ημερησίως και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα.
Μακροχρόνια μελέτη επέκτασης (UC-4)
Οι ασθενείς που πέτυχαν κλινική ύφεση στην UC-3 βάση aMS στον 1 χρόνο ήταν επιλέξιμοι να συνεχίσουν με την ίδια δόση στην μελέτη επέκτασης (UC-4). Κατά την είσοδο στην UC-4, υπήρχαν 96 και 146 ασθενείς που ήταν σε κλινική ύφεση και 49 και 82 ασθενείς που ήταν σε ενδοσκοπική ύφεση, με ουπαδασιτινίμπη 15mg και 30mg, αντίσοιχα. Αυτός ο πληθυσμός αλληλοεπικαλύπτεται εν μέρη, αλλά όχι πλήρως, με τον πληθυσμό που παρουσιάζεται στον παραπάνω πίνακα στον οποίο απεικονίζεται το ποσοστό των ασθενών που πληρεί τα τελικά σημεία την εβδομάδα 52 στη μελέτη συντήρησης UC-3. Από τους ασθενείς που πέτυχαν ύφεση στην UC-3 βάση aMS στον 1 χρόνο και είχαν διαθέσιμα δεδομένα 96 εβδομάδων, 55/70 (78,6%) και 75/89 (84,3%) διατήρησαν την κλινική ύφεση και 22/34 (64,7%) και 40/54 (74,1%) διατήρησαν την ενδοσκοπική ύφεση μετά από 96 εβδομάδες επιπρόσθετης θεραπείας με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg, αντίστοιχα.
Σε ασθενείς που εισήλθαν στη μελέτη επέκτασης μετά την ολοκλήρωση της UC-3 (1 έτος) και είχαν διαθέσιμα δεδομένα 96 εβδομάδων, βελτιώση στις συνολικές βαθμολογίες IBDQ και στις βαθμολογίες των τομέων IBDQ διατηρήθηκαν μέχρι την εβδομάδα 96 του UC-4.
Το προφίλ ασφάλειας της ουπαδασιτινίμπης υπό μακροχρόνια θεραπεία ήταν συνεπές με αυτό της ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο περιόδου.
Νόσος του Crohn
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ουπαδασιτινίμπης αξιολογήθηκαν σε τρεις πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες Φάσης 3: δύο μελέτες για τη θεραπεία επαγωγής, CD-1 (U-EXCEED) και CD-2 (U-EXCEL), ακολουθούμενες από μια θεραπεία συντήρησης 52 εβδομάδων και μακροχρόνια μελέτη επέκτασης, CD-3 (U-ENDURE). Τα συν-πρωτεύοντα
καταληκτικά σημεία ήταν η κλινική ύφεση και η ενδοσκοπική ανταπόκριση την εβδομάδα 12 για τη CD-1 και τη CD-2, και την εβδομάδα 52 για τη CD-3.
Οι εγγεγραμμένοι ασθενείς ήταν ηλικίας 18 έως 75 ετών με μέτρια έως σοβαρή ενεργό νόσο του Crohn (CD), που ορίστηκε ως μέση ημερήσια συχνότητα κενώσεων (SF) πολύ μαλακών ή υγρών κοπράνων ≥ 4 ή/και μέση ημερήσια βαθμολογία κοιλιακού άλγους (APS) ≥ 2, και κεντρικά αξιολογημένη απλοποιημένη ενδοσκοπική βαθμολογία για τη CD (SES-CD) ≥ 6, ή ≥ 4 για μεμονωμένη ειλεϊκή νόσο εξαιρουμένου του στενωτικού τμήματος. Οι ασθενείς με συμπτωματικές στενώσεις του εντέρου αποκλείστηκαν από τις μελέτες για τη CD.
Μελέτες θεραπείας επαγωγής (CD-1 και CD-2)
Στις μελέτες CD-1 και CD-2, 1.021 ασθενείς (495 και 526 ασθενείς, αντίστοιχα) τυχαιοποιήθηκαν σε ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο για 12 εβδομάδες με αναλογία κατανομής θεραπείας 2:1.
Στη μελέτη CD-1, όλοι οι ασθενείς είχαν ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία στη θεραπεία με μία ή περισσότερες βιολογικές θεραπείες (αποτυχία προηγούμενης βιολογικής θεραπείας). Από αυτούς τους ασθενείς, το 61% (301/495) είχε ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία σε δύο ή περισσότερες βιολογικές θεραπείες.
Στη μελέτη CD-2, το 45% (239/526) των ασθενών είχε ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία στη θεραπεία με μία ή περισσότερες βιολογικές θεραπείες (αποτυχία προηγούμενης βιολογικής θεραπείας) και το 55% (287/526) είχε ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία στη θεραπεία με συμβατικές θεραπείες αλλά όχι σε βιολογική θεραπεία (χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής θεραπείας).
Κατά την έναρξη των μελετών CD-1 και CD-2, το 34% και το 36% των ασθενών λάμβαναν κορτικοστεροειδή, το 7% και το 3% των ασθενών λάμβαναν ανοσοτροποποιητικά, και το 15% και το 25% των ασθενών λάμβαναν αμινοσαλικυλικά.
Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που λάμβαναν κορτικοστεροειδή κατά την έναρξη ξεκίνησαν να λαμβάνουν ένα σχήμα σταδιακής μείωσης των κορτικοστεροειδών την εβδομάδα 4.
Και οι δύο μελέτες περιελάμβαναν μια παρατεταμένη περίοδο θεραπείας 12 εβδομάδων με ουπαδασιτινίμπη 30 mg άπαξ ημερησίως για ασθενείς που λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως και δεν σημείωσαν κλινική ανταπόκριση βάσει SF/APS (μείωση ≥ 30% στη μέση ημερήσια SF πολύ μαλακών ή υγρών κοπράνων ή/και μείωση ≥ 30% στη μέση ημερήσια APS με καμία να μην είναι μεγαλύτερη από την αρχική τιμή) την εβδομάδα 12.
Κλινική ενεργότητα νόσου και συμπτώματα
Στις μελέτες CD-1 και CD-2, ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 45 mg πέτυχε το συν-πρωτεύον καταληκτικό σημείο της κλινικής ύφεσης την εβδομάδα 12 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 17). Η έναρξη της αποτελεσματικότητας ήταν ταχεία και επιτεύχθηκε ήδη από την εβδομάδα 2 (Πίνακας 17).
Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 45 mg παρουσίασαν την εβδομάδα 12 σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στην κόπωση από την έναρξη, όπως μετρήθηκε από τη βαθμολογία του ερωτηματολογίου Λειτουργικής Αξιολόγησης της Θεραπείας της Χρόνιας Νόσου-Κόπωσης (FACIT-F), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Ενδοσκοπική αξιολόγηση
Στις μελέτες CD-1 και CD-2, ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 45 mg πέτυχε το συν-πρωτεύον καταληκτικό σημείο της ενδοσκοπικής ανταπόκρισης την εβδομάδα 12 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 17). Στις μελέτες CD-1 και CD-2, ένα μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 45 mg (14% και 19%, αντίστοιχα) πέτυχε SES-CD 0-2 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (0% και 5%, αντίστοιχα).
Πίνακας 17 Ποσοστό ασθενών με επίτευξη των πρωτευόντων και των πρόσθετων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας στις μελέτες CD-1 και CD-2 για τη θεραπεία επαγωγής
| Μελέτη | CD-1(U-EXCEED) | CD-2(U-EXCEL) | ||||
| Ομάδα θεραπείας | PBO N=171 | UPA45 mg N=324 | Διαφορά μεταξύ των θεραπειών(95% CI) | PBO N=176 | UPA45 mg N=350 | Διαφορά μεταξύ των θεραπειών(95% CI) |
| Συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία την εβδομάδα 12 | ||||||
| Κλινική ύφεσηα | 14% | 40% | 26%(19, 33)* | 22% | 51% | 29%(21, 36)* |
| Αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής θεραπείας | N=78 14% | N=161 47% | 33%(22, 44) | |||
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης βιολογικής θεραπείας | N=98 29% | N=189 54% | 26%(14, 37) | |||
| Ενδοσκοπική ανταπόκρισηβ | 4% | 35% | 31%(25, 37)* | 13% | 46% | 33%(26, 40)* |
| Αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής θεραπείας | N=78 9% | N=161 38% | 29%(19, 39) | |||
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενηςβιολογικής θεραπείας | N=98 16% | N=189 52% | 36%(25, 46) | |||
| Πρόσθετα καταληκτικά σημεία την εβδομάδα 12 | ||||||
| Κλινική ύφεση σύμφωνα με τον CDAIγ | 21% | 39% | 18%(10, 26)* | 29% | 49% | 21%(13, 29)* |
| Κλινική ανταπόκριση (CR-100)δ | 27% | 51% | 23%(14, 31)* | 37% | 57% | 20%(11, 28)* |
| Κλινική ύφεση χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδώνα,ε | N=60 7% | N=108 37% | 30%(19, 41)* | N=64 13% | N=126 44% | 33%(22, 44)* |
| Ενδοσκοπική ύφεσηστ | 2% | 19% | 17%(12, 22)* | 7% | 29% | 22%(16, 28)* |
| Επούλωση βλεννογόνουζ | N=171 0% | N= 32217% | 17%(13, 21)*** | N=174 5% | N=349 25% | 20%(14, 25)*** |
| Καταληκτικά σημεία πρώιμης έναρξης | ||||||
| Κλινική ύφεση την εβδομάδα 4α | 9% | 32% | 23%(17, 30)* | 15% | 36% | 21%(14, 28)* |
| CR-100 την εβδομάδα 2δ | 12% | 33% | 21%(14, 28)* | 20% | 32% | 12%(4, 19)** |
| Συντομογραφίες: PBO = εικονικό φάρμακο, UPA = ουπαδασιτινίμπη* p < 0,001, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% CI)** p < 0,01, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% CI)*** ονομαστικό p < 0,001 για τη σύγκριση του UPA έναντι του PBO, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% CI)α Μέση ημερήσια SF ≤ 2,8 και APS ≤ 1,0 με καμία να μην είναι μεγαλύτερη από την αρχική τιμή β Μείωση στη SES-CD > 50% από την αρχική τιμή της μελέτης για τη θεραπεία επαγωγής (ή για ασθενείς με SES-CD 4 κατά την έναρξη της μελέτης για τη θεραπεία επαγωγής, μείωση κατά τουλάχιστον 2 βαθμούς από την αρχική τιμή της μελέτης για τη θεραπεία επαγωγής)γ CDAI < 150δ Μείωση κατά τουλάχιστον 100 βαθμούς στον CDAI από την αρχική τιμήε Διακοπή του στεροειδούς και επίτευξη κλινικής ύφεσης μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν στεροειδές κατά την έναρξηστ SES-CD ≤ 4 και μείωση κατά τουλάχιστον 2 βαθμούς έναντι της αρχικής τιμής και χωρίς υποβαθμολογία > 1 σε οποιαδήποτε επιμέρους μεταβλητήζ Υποβαθμολογία εξελκωμένης επιφάνειας 0 βάσει SES-CD σε ασθενείς με υποβαθμολογία εξελκωμένης επιφάνειας ≥ 1 βάσει SES-CD κατά την έναρξη | ||||||
Μελέτη θεραπείας συντήρησης (CD-3)
Η ανάλυση αποτελεσματικότητας για τη μελέτη CD-3 αξιολόγησε 502 ασθενείς που πέτυχαν κλινική ανταπόκριση βάσει SF/APS με τη θεραπεία επαγωγής 12 εβδομάδων με ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν εκ νέου για να λάβουν ένα σχήμα συντήρησης είτε με ουπαδασιτινίμπη 15 mg είτε με 30 mg άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο για 52 εβδομάδες.
Κλινική ενεργότητα νόσου και συμπτώματα
Ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg πέτυχε το συν-πρωτεύον καταληκτικό σημείο της κλινικής ύφεσης την εβδομάδα 52 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Εικόνα 3, Πίνακας 18).
Εικόνα 3 Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν κλινική ύφεση στη μελέτη CD-3 για τη θεραπεία συντήρησης
Ποσοστό Ανταποκριθέντων και 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης ΕβδομάδεςΕικονικό φάρμακο (N=165) UPA 15 mg QD (N=169) UPA 30 mg QD (N=168)
Οι ασθενείς που λάμβαναν ουπαδασιτινίμπη 30 mg παρουσίασαν την εβδομάδα 52 σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στην κόπωση από την έναρξη, όπως μετρήθηκε από τη βαθμολογία του ερωτηματολογίου Λειτουργικής Αξιολόγησης της Θεραπείας της Χρόνιας Νόσου-Κόπωσης (FACIT-F), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Πίνακας 18 Ποσοστό ασθενών με επίτευξη των πρωτευόντων και των πρόσθετων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 52 στη μελέτη CD-3 για τη θεραπεία συντήρησης
| Ομάδα θεραπείας | PBO+ N=165 | UPA15 mg N=169 | UPA30 mg N=168 | Διαφορά μεταξύ των θεραπειών 15 mg έναντι PBO(95% CI) | Διαφορά μεταξύ των θεραπειών 30 mg έναντι PBO(95% CI) |
| Συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία | |||||
| Κλινική ύφεσηα | 14% | 36% | 46% | 22% | 32% |
| (14, 30)* | (23, 40)* | ||||
| Αποτυχία προηγούμενης | N=126 | N=124 | N=127 | 24% | 34% |
| βιολογικής θεραπείας | 9% | 32% | 43% | (14, 33) | (24, 44) |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης | N=39 | N=45 | N=41 | 12% | 26% |
| βιολογικής θεραπείας | 33% | 44% | 59% | (-9, 33) | (5, 47) |
| Ενδοσκοπική ανταπόκρισηβ | 7% | 28% | 40% | 21% | 34% |
| (14, 28)* | (26, 41)* | ||||
| Αποτυχία προηγούμενης | N=126 | N=124 | N=127 | 19% | 35% |
| βιολογικής θεραπείας | 4% | 23% | 39% | (11, 27) | (26, 44) |
| Χωρίς αποτυχία προηγούμενης | N=39 | N=45 | N=41 | 22% | 26% |
| βιολογικής θεραπείας | 18% | 40% | 44% | (3, 41) | (7, 45) |
| Πρόσθετα καταληκτικά σημεία | |||||
| Κλινική ύφεση σύμφωνα με τον CDAIγ | 15% | 37% | 48% | 24%(15, 32)* | 33%(24, 42)* |
| Κλινική ανταπόκριση (CR-100)δ | 15% | 41% | 51% | 27%(18, 36)* | 36%(28, 45)* |
| Κλινική ύφεση χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδώνα,ε | 14% | 35% | 45% | 21%(13, 30)* | 30%(21, 39)* |
| Διατήρηση κλινικής ύφεσης α,στ | N=101 20% | N=105 50% | N=105 60% | 32%(20, 44)* | 40%(28, 52)* |
| Ενδοσκοπική ύφεσηζ | 5% | 19% | 29% | 14%(8, 21)* | 24%(16, 31)* |
| Επούλωση βλεννογόνουη | N=164 4% | N=167 13% | N=168 24% | 10%(4, 16)*** | 21%(14, 27)*** |
| Βαθιά ύφεση α,θ | 4% | 14% | 23% | 10%(4, 16)** | 18%(11, 25)* |
| Συντομογραφίες: PBO = εικονικό φάρμακο, UPA = ουπαδασιτινίμπη+ Η ομάδα εικονικού φαρμάκου αποτελούνταν από ασθενείς που πέτυχαν κλινική ανταπόκριση βάσει SF/APS με ουπαδασιτινίμπη 45 mg στο τέλος της μελέτης για τη θεραπεία επαγωγής και τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν εικονικό φάρμακο κατά την έναρξη της θεραπείας συντήρησης* p < 0,001, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% CI)** p < 0,01, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% CI)*** ονομαστικό p < 0,001 για τη σύγκριση του UPA έναντι του PBO, προσαρμοσμένη διαφορά μεταξύ θεραπειών (95% CI)α Μέση ημερήσια SF ≤ 2,8 και APS ≤ 1,0 με καμία να μην είναι μεγαλύτερη από την αρχική τιμή β Μείωση στη SES-CD > 50% από την αρχική τιμή της μελέτης για τη θεραπεία επαγωγής (ή για ασθενείς με SES-CD 4 κατά την έναρξη της μελέτης για τη θεραπεία επαγωγής, μείωση κατά τουλάχιστον 2 βαθμούς από την αρχική τιμή της μελέτης για τη θεραπεία επαγωγής)γ CDAI < 150δ Μείωση του CDAI ≥ 100 βαθμούς από την αρχική τιμήε Χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδών για διάστημα 90 ημερών πριν την εβδομάδα 52 και επίτευξη κλινικής ύφεσης. Στο υποσύνολο των ασθενών που λάμβαναν κορτικοστεροειδή κατά την έναρξη της θεραπείας επαγωγής, το 38% (N=63) στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 15 mg, το 38% (N=63) στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης 30 mg και το 5% (N=61) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν ελεύθεροι κορτικοστεροειδών για 90 ημέρες πριν την εβδομάδα 52 και σε κλινική ύφεσηστ Οριζόμενη ως επίτευξη κλινικής ύφεσης την εβδομάδα 52 σε ασθενείς που πέτυχαν κλινική ύφεση κατά την είσοδο στη μελέτη για τη θεραπεία συντήρησηςζ SES-CD ≤ 4 και μείωση κατά τουλάχιστον 2 βαθμούς έναντι της αρχικής τιμής και χωρίς υποβαθμολογία > 1 σε οποιαδήποτε επιμέρους μεταβλητήη Υποβαθμολογία εξελκωμένης επιφάνειας 0 βάσει SES-CD σε ασθενείς με υποβαθμολογία εξελκωμένης επιφάνειας ≥ 1 βάσει SES-CD κατά την έναρξηθ Κλινική ύφεση και ενδοσκοπική ύφεση | |||||
Οι ασθενείς που δεν είχαν κλινική ανταπόκριση, βάσει SF/APS, στη θεραπεία επαγωγής με ουπαδασιτινίμπη την εβδομάδα 12 στις μελέτες CD-1 και CD-2 (122 ασθενείς) έλαβαν ουπαδασιτινίμπη 30 mg άπαξ ημερησίως για 12 ακόμη εβδομάδες. Από αυτούς τους ασθενείς, το 53% πέτυχε κλινική ανταπόκριση την εβδομάδα 24. Από τους ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην παρατεταμένη περίοδο
θεραπείας και συνέχισαν με τη λήψη θεραπείας συντήρησης με ουπαδασιτινίμπη 30 mg, το 25% πέτυχε κλινική ύφεση και το 22% πέτυχε ενδοσκοπική ανταπόκριση την εβδομάδα 52.
Ενδοσκοπική αξιολόγηση
Στη μελέτη CD-3, ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg πέτυχε το συν-πρωτεύον καταληκτικό σημείο της ενδοσκοπικής ύφεσης ανταπόκρισης την εβδομάδα 52 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 18).
Επιπροσθέτως των ενδοσκοπικών καταληκτικών σημείων που περιγράφονται στον Πίνακα 18, ένα μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg (11% και 21%, αντίστοιχα) πέτυχε SES-CD 0-2 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (3%) την εβδομάδα 52. Η κλινική ύφεση χωρίς τη χρήση κορτικοστεροειδών μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν στεροειδές κατά την έναρξη επιτεύχθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg και 30 mg (17% και 25%, αντίστοιχα) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (3%) την
εβδομάδα 52.
Υποχώρηση εξωεντερικών εκδηλώσεων
Η υποχώρηση των εξωεντερικών εκδηλώσεων παρατηρήθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg (25%) και σε σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 30 mg (36%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (15%) την εβδομάδα 52.
Θεραπεία διάσωσης
Στη μελέτη CD-3, οι ασθενείς που παρουσίασαν ανεπαρκή ανταπόκριση ή απώλεια ανταπόκρισης κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης ήταν επιλέξιμοι για να λάβουν θεραπεία διάσωσης με ουπαδασιτινίμπη 30 mg. Από τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα της ουπαδασιτινίμπης
15 mg και έλαβαν θεραπεία διάσωσης με ουπαδασιτινίμπη 30 mg για τουλάχιστον 12 εβδομάδες, το 84% (76/90) πέτυχε κλινική ανταπόκριση βάσει SF/APS και το 48% (43/90) πέτυχε κλινική ύφεση στις
12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας διάσωσης.
Εκβάσεις της σχετιζόμενης με την υγεία ποιότητας ζωής
Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη πέτυχαν μεγαλύτερη βελτίωση στη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής (HRQOL), όπως μετρήθηκε από τη συνολική βαθμολογία του Ερωτηματολογίου για τη Φλεγμονώδη Νόσο του Εντέρου (IBDQ), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Βελτιώσεις παρατηρήθηκαν στις βαθμολογίες και των 4 τομέων: συστημικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένης της κόπωσης) και συμπτώματα του εντέρου (συμπεριλαμβανομένου του κοιλιακού άλγους και της επιτακτικής ανάγκης κένωσης του εντέρου), καθώς και κοινωνική συναισθηματική λειτουργικότητα. Οι μεταβολές στη συνολική βαθμολογία IBDQ κατά την εβδομάδα 12 από την έναρξη της μελέτης με την ουπαδασιτινίμπη 45 mg άπαξ ημερησίως σε σχέση με το εικονικό φάρμακο ήταν 46,0 και 21,6 στη μελέτη CD-1 και 46,3 και 24,4 στη μελέτη CD-2, αντίστοιχα. Οι μεταβολές στη συνολική βαθμολογία IBDQ κατά την εβδομάδα 52 από την έναρξη ήταν 59,3, 64,5 και 46,4 σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ουπαδασιτινίμπη 15 mg, 30 mg άπαξ ημερησίως και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Συνολικά 542 έφηβοι ηλικίας 12 έως 17 ετών με μέτρια έως σοβαρή ατοπική δερματίτιδα τυχαιοποιήθηκαν στις τρεις γενικές μελέτες Φάσης 3, εκ των οποίων οι 344 αξιολογήθηκαν για την κύρια ανάλυση. Οι έφηβοι στην κύρια ανάλυση τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε 15 mg (N=114) ή 30 mg (N=114) ουπαδασιτινίμπης ή αντίστοιχο εικονικό φάρμακο (N=116), σε μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με τοπικά κορτικοστεροειδή. Η αποτελεσματικότητα ήταν συνεπής μεταξύ των εφήβων και των ενηλίκων. Το προφίλ ασφάλειας στους εφήβους ήταν γενικά παρόμοιο με εκείνο των ενηλίκων, με δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στο ποσοστό ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων της ουδετεροπενίας
και του έρπητα ζωστήρα. Και στις δύο δόσεις, το ποσοστό ουδετεροπενίας ήταν ελαφρώς αυξημένο στους εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες. Και στις δύο δόσεις, το ποσοστό έρπητα ζωστήρα ήταν υψηλότερο στους ενήλικες σε σύγκριση με εκείνο των εφήβων.
Πίνακας 19 Στοιχεία αποτελεσματικότητας της ουπαδασιτινίμπης για εφήβους την εβδομάδα 16
| Μελέτη | MEASURE UP 1 | MEASURE UP 2 | AD UP | ||||||
| Ομάδα θεραπείας | PBO | UPA15 mg | UPA30 mg | PBO | UPA15 mg | UPA30 mg | PBO + TCS | UPA15 mg+ TCS | UPA30 mg+ TCS |
| Αριθμός εφήβωνπου τυχαιοποιήθηκαν | 40 | 42 | 42 | 36 | 33 | 35 | 40 | 39 | 37 |
| % ανταποκριθέντων (95% CI) | |||||||||
| vIGA-AD 0/1 α,β | 8(0,16) | 38(23,53) | 69(55,83) | 3(0,8) | 42(26,59) | 62(46,79) | 8(0,16) | 31(16,45) | 65(50,80) |
| EASI 75α | 8(0,17) | 71(58,85) | 83(72,95) | 14(3,25) | 67(51,83) | 74(59,90) | 30(16,44) | 56(41,72) | 76(62,90) |
| NRS χειρότερου κνησμούγ(βελτίωση≥ 4 βαθμών) | 15(4,27) | 45(30,60) | 55(40,70) | 3(0,8) | 33(16,50) | 50(33,67) | 13(2,24) | 42(26,58) | 55(38,72) |
| Συντομογραφίες: UPA= ουπαδασιτινίμπη (RINVOQ), PBO = εικονικό φάρμακο Ασθενείς που έλαβαν θεραπεία διάσωσης ή με ελλιπή δεδομένα καταλογίστηκαν ως μη ανταποκριθέντεςα Βάσει του αριθμού των ατόμων που τυχαιοποιήθηκανβ Ως ανταποκριθείς ορίστηκε ο ασθενής με vIGA-AD 0 ή 1 («καθαρός» ή «σχεδόν καθαρός») με μείωση ≥ 2 βαθμών σε μια ιεραρχική κλίμακα μέτρησης 0-4.γ Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στο υποσύνολο των ασθενών που ήταν επιλέξιμοι για αξιολόγηση (ασθενείς με NRS χειρότερου κνησμού ≥ 4 κατά την αρχική εκτίμηση). | |||||||||
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το RINVOQ σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ένδειξης της χρόνιας ιδιοπαθούς αρθρίτιδας (συμπεριλαμβανομένης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της ψωριασικής αρθρίτιδας, της σπονδυλοαρθρίτιδας και της νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας), της ατοπικής δερματίτιδας, της ελκώδους κολίτιδας και της νόσου του Crohn (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Οι εκθέσεις πλάσματος στην ουπαδασιτινίμπη είναι ανάλογες προς τη δόση σε όλο το θεραπευτικό δοσολογικό εύρος. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος σταθερής κατάστασης επιτυγχάνονται σε διάστημα 4 ημερών με ελάχιστη συσσώρευση μετά από τη χορήγηση πολλαπλών άπαξ ημερησίως δόσεων.
Απορρόφηση
Μετά από την από του στόματος χορήγηση της ουπαδασιτινίμπης παρατεταμένης αποδέσμευσης, η ουπαδασιτινίμπη απορροφάται με διάμεση Tmax 2 έως 4 ωρών. Η συγχορήγηση της ουπαδασιτινίμπης με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά δεν άσκησε καμία κλινικά σχετική επίδραση στις εκθέσεις στην ουπαδασιτινίμπη (αύξηση της AUC κατά 29% και της Cmax κατά 39% έως 60%). Σε κλινικές δοκιμές, η ουπαδασιτινίμπη χορηγήθηκε ανεξάρτητα από τα γεύματα (βλ. παράγραφο 4.2). In vitro, η ουπαδασιτινίμπη αποτελεί υπόστρωμα για τους μεταφορείς εκροής P-gp και BCRP.
Κατανομή
Η ουπαδασιτινίμπη δεσμεύεται κατά 52% στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η ουπαδασιτινίμπη καταμερίζεται ομοίως μεταξύ του πλάσματος και των κυτταρικών στοιχείων του αίματος, όπως υποδεικνύεται από την αναλογία αίματος προς πλάσμα της τάξης του 1,0.
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της ουπαδασιτινίμπης συντελείται με την διαμεσολάβηση του CYP3A4 με δυνητικά ελάσσονα συμβολή του CYP2D6. Η φαρμακολογική δραστηριότητα της ουπαδασιτινίμπης αποδίδεται στο γονικό μόριο. Σε μία ραδιοσημασμένη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ανθρώπους, η αμετάβλητη ουπαδασιτινίμπη αντιπροσώπευε το 79% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα, ενώ ο κύριος μεταβολίτης (προϊόν μονο-οξείδωσης ακολουθούμενη από γλυκουρονιδίωση) αντιπροσώπευε το 13% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα. Δεν έχουν αναγνωριστεί ενεργοί μεταβολίτες για την ουπαδασιτινίμπη.
Αποβολή
Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης διαλύματος άμεσης αποδέσμευσης [14C]-ουπαδασιτινίμπης, η ουπαδασιτινίμπη απομακρύνθηκε κυρίως ως αμετάβλητη γονική ουσία στα ούρα (24%) και τα κόπρανα (38%). Περίπου το 34% της δόσης της ουπαδασιτινίμπης απεκρίθη ως μεταβολίτης. Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης της ουπαδασιτινίμπης κυμαινόταν από 9 έως 14 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Η AUC της ουπαδασιτινίμπης ήταν 18%, 33%, και 44% υψηλότερη σε άτομα με ήπια (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης 60 έως 89 ml/min/1,73 m2), μέτρια (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης 30 έως 59 ml/min/1,73 m2) και σοβαρή (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης 15 έως 29 ml/min/1,73 m2) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, συγκριτικά με τα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax της ουπαδασιτινίμπης ήταν παρόμοια σε άτομα με φυσιολογική και διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Η ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει κλινικά σημαντική επίπτωση στην έκθεση στην ουπαδασιτινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ήπια (Child-Pugh A) και μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει καμία κλινικά σχετική επίδραση στην έκθεση στην ουπαδασιτινίμπη. Η AUC της ουπαδασιτινίμπης ήταν 28% και 24% υψηλότερη σε άτομα με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, συγκριτικά με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η Cmax της ουπαδασιτινίμπης ήταν αμετάβλητη σε άτομα με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και 43% υψηλότερη σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία συγκριτικά με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η ουπαδασιτινίμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της ουπαδασιτινίμπης δεν έχει αξιολογηθεί ακόμα σε παιδιατρικούς ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα, αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα, ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn (βλ. παράγραφο 4.2).
Η φαρμακοκινητική της ουπαδασιτινίμπης και οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης είναι παρόμοιες για ενήλικες και εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών με ατοπική δερματίτιδα. Η δοσολογία σε έφηβους ασθενείς βάρους 30 kg έως < 40 kg προσδιορίστηκε με τη χρήση πληθυσμιακού μοντέλου
φαρμακοκινητικής και προσομοίωσης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα κλινικής έκθεσης σε εφήβους βάρους < 40 kg.
Η φαρμακοκινητική της ουπαδασιτινίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς (< 12 ετών) με ατοπική δερματίτιδα δεν έχει τεκμηριωθεί.
Ενδογενείς παράγοντες
Η ηλικία, το φύλο, το σωματικό βάρος, η φυλή και η εθνικότητα δεν άσκησαν κλινικά ουσιαστική επίδραση στην έκθεση στην ουπαδασιτινίμπη. Η φαρμακοκινητική της ουπαδασιτινίμπης είναι σύμφωνη μεταξύ ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα, αξονική σπονδυλοαρθρίτιδα, γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, ατοπική δερματίτιδα, ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - RINVOQ 15MG/TAB
Περιεχόμενο δισκίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Υπρομελλόζη
Μαννιτόλη Τρυγικό οξύ
Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη με λεπτό υμένιο:
Πολυβινυλαλκοόλη Πολυαιθυλενογλυκόλη Τάλκης
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172) (μόνο για την περιεκτικότητα των 15 mg) Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172) (μόνο για την περιεκτικότητα των 45 mg)
RINVOQ 15 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συσκευασίες κυψέλης (blister): 2 χρόνια Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συσκευασίες φιάλης: 3 χρόνια
RINVOQ 30 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συσκευασίες κυψέλης (blister): 2 χρόνια Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συσκευασίες φιάλης: 3 χρόνια
RINVOQ 45 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συσκευασίες κυψέλης (blister): 2 χρόνια Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συσκευασίες φιάλης: 3 χρόνια
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία κυψέλης (blister) ή στη φιάλη για να προστατεύεται από την υγρασία. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη.
RINVOQ 15 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Ημερολογιακές συσκευασίες κυψέλης (blister) από πολυβινυλοχλωρίδιο/πολυαιθυλένιο/πολυχλωροτριφθοροαιθυλένιο - αλουμίνιο σε συσκευασίες που περιέχουν 28 ή 98 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης, ή πολυσυσκευασίες που περιέχουν 84 (3 συσκευασίες των 28) δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) με αποξηραντικό μέσο και καπάκι πολυπροπυλενίου σε κουτί που περιέχει 30 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Μέγεθος συσκευασίας: 1 φιάλη (30 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) ή 3 φιάλες (90 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης).
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες. RINVOQ 30 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Ημερολογιακές συσκευασίες κυψέλης (blister) από πολυβινυλοχλωρίδιο/πολυαιθυλένιο/πολυχλωροτριφθοροαιθυλένιο - αλουμίνιο σε συσκευασίες που περιέχουν 28 ή 98 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) με αποξηραντικό μέσο και καπάκι πολυπροπυλενίου σε κουτί που περιέχει 30 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Μέγεθος συσκευασίας: 1 φιάλη (30 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) ή 3 φιάλες (90 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης).
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες. RINVOQ 45 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Ημερολογιακές συσκευασίες κυψέλης (blister) από πολυβινυλοχλωρίδιο/πολυαιθυλένιο/πολυχλωροτριφθοροαιθυλένιο - αλουμίνιο σε συσκευασίες που περιέχουν 28 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) με αποξηραντικό μέσο και καπάκι πολυπροπυλενίου σε κουτί που περιέχει 28 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.