ACTIBON TABLET (70MG+2800IU)/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ACTIBON 0MG+2800IU
Το Actibon ενδείκνυται για τη θεραπεία της μετεμμηνοπαυσιακής οστεοπόρωσης σε γυναίκες που βρίσκονται σε κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D. Μειώνει τον κίνδυνο των καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης και του ισχίου.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο μία φορά την εβδομάδα.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι εάν παραλείψουν μια δόση του Actibon, θα πρέπει να πάρουν ένα δισκίο το πρωί αφότου το θυμηθούν. Δεν πρέπει να λάβουν δύο δισκία την ίδια ημέρα,
αλλά πρέπει να επιστρέψουν στο πρόγραμμα λήψης ενός δισκίου μία φορά την εβδομάδα, όπως είχε προγραμματιστεί αρχικά την ημέρα της επιλογής τους.
Λόγω της φύσης της εξέλιξης της νόσου κατά την οστεοπόρωση, το Actibon προορίζεται για μακροχρόνια χορήγηση.
Η βέλτιστη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά για την οστεοπόρωση δεν έχει τεκμηριωθεί. Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας θα πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά με βάση τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους του Actibon για κάθε ασθενή ξεχωριστά, ιδιαίτερα μετά από 5 ή περισσότερα χρόνια χρήσης.
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν συμπληρωματική ποσότητα ασβεστίου, εάν η πρόσληψη από τη διατροφή τους δεν είναι επαρκής (βλ. παράγραφο 4.4). Η επιπρόσθετη συμπληρωματική ποσότητα βιταμίνης D θα πρέπει να εξεταζεται σε εξατομικευμένη βάση, λαμβάνοντας υπόψιν οποιαδήποτε λήψη βιταμίνης D από βιταμίνες και διαιτητικά συμπληρώματα.
Actibon 70 mg/2.800 IU δισκία
Η ισοδυναμία πρόσληψης 2.800 IU βιταμίνης D3 μία φορά την εβδομάδα του Actibon με την ημερήσια δοσολογία 400 IU βιταμίνης D δεν έχει μελετηθεί.
Actibon 70 mg/5.600 IU δισκία
Η ισοδυναμία πρόσληψης 5.600 IU βιταμίνης D3 μία φορά την εβδομάδα του Actibon με την ημερήσια δοσολογία 800 IU βιταμίνης D δεν έχει μελετηθεί.
Ηλικιωμένοι
Σε κλινικές μελέτες, δεν εμφανίστηκε διαφορά σχετιζόμενη με την ηλικία σχετικά με τα προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της αλενδρονάτης. Γι' αυτό, δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Actibon δεν συνιστάται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, όπου η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 35 mL/min, λόγω έλλειψης εμπειρίας. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη από 35 mL/min.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Actibon σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Το Actibon δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών, επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για το συνδυασμό αλενδρονικού οξέος/χοληκαλσιφερόλης. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με το αλενδρονικό οξύ στον παιδιατρικό πληθυσμό, περιγράφονται στην παράγραφο 5.1.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Για να επιτραπεί η επαρκής απορρόφηση της αλενδρονάτης:
Το Actibon πρέπει να λαμβάνεται με νερό μόνο (όχι μεταλλικό νερό), τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα, ρόφημα ή φαρμακευτικό προϊόν (συμπεριλαμβανομένων των αντιόξινων, των συμπληρωμάτων ασβεστίου και των βιταμινών) της ημέρας. Άλλα ποτά (συμπεριλαμβανομένου και του μεταλλικού νερού), τροφές και ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της αλενδρονάτης (βλ. παράγραφο 4.5 και παράγραφο 4.8).
Οι ακόλουθες οδηγίες θα πρέπει να ακολουθηθούν επακριβώς, προκειμένου να ελαχιστoποιηθεί ο κίνδυνος οισοφαγικού ερεθισμού και σχετιζόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.4):
-
Το Actibon πρέπει να καταπίνεται μόνο κατά το πρωινό ξύπνημα μαζί με ένα γεμάτο ποτήρι νερό (όχι λιγότερο από 200 mL).
-
Οι ασθενείς πρέπει μόνο να καταπίνουν ολόκληρο το Actibon. Οι ασθενείς δεν πρέπει να θρυμματίζουν ή να μασούν το δισκίο ή να αφήνουν το δισκίο να διαλυθεί μέσα στο στόμα τους, επειδή είναι δυνατόν να εμφανιστεί στοματοφαρυγγική εξέλκωση.
-
Οι ασθενείς δεν πρέπει να ξαπλώνουν για τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη λήψη του Actibon και έως μετά το πρώτο γεύμα της ημέρας.
-
Το Actibon δεν πρέπει να λαμβάνεται πριν την ώρα του βραδινού ύπνου ή πριν την πρωινή έγερση.
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Διαταραχές του οισοφάγου και άλλοι παράγοντες που επιβραδύνουν την κένωση του οισοφάγου, όπως στένωση ή αχαλασία.
-
Αδυναμία παραμονής σε όρθια θέση ή καθιστή σε όρθια στάση για τουλάχιστον 30 λεπτά.
-
Υπασβεσταιμία.
Αλενδρονάτη
Ανεπιθύμητες ενέργειες του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος
Η αλενδρονάτη μπορεί να προκαλέσει τοπικό ερεθισμό του βλεννογόνου του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος. Λόγω της πιθανότητας επιδείνωσης της υποκείμενης νόσου, θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η αλενδρονάτη χορηγείται σε ασθενείς με ενεργά προβλήματα του ανώτερου γαστρεντερικού, όπως δυσφαγία, οισοφαγική νόσο, γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα, έλκη ή με πρόσφατο ιστορικό (εντός του προηγούμενου έτους) μείζονος πάθησης του γαστρεντερικού, όπως πεπτικό έλκος ή ενεργό γαστρεντερική αιμορραγία ή χειρουργική επέμβαση του ανώτερου γαστρεντερικού τμήματος εκτός από την πυλωροπλαστική (βλ. παράγραφο 4.3). Σε ασθενείς με γνωστό οισοφάγο Barrett, οι γιατροί που συνταγογραφούν το φάρμακο, θα πρέπει να εξετάζουν τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους της αλενδρονάτης σε εξατομικευμένη βάση για κάθε ασθενή.
Αντιδράσεις από τον οισοφάγο (μερικές φορές σοβαρές και απαιτούν εισαγωγή στο νοσοκομείο), όπως οισοφαγίτιδα, οισοφαγικά έλκη και οισοφαγικές διαβρώσεις, σπάνια ακολουθούμενες από οισοφαγική στένωση, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αλενδρονάτη. Οι γιατροί γι΄αυτό θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα που υποδηλώνουν πιθανή οισοφαγική αντίδραση και οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται να διακόπτουν την αλενδρονάτη και να ζητούν ιατρική συμβουλή αν παρουσιάσουν συμπτώματα οισοφαγικού ερεθισμού όπως δυσφαγία, άλγος κατά την κατάποση ή οπισθοστερνικό άλγος, ή εμφάνιση ή επιδείνωση του οπισθοστερνικού καύσου (βλ. παράγραφο 4.8).
Ο κίνδυνος για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από τον οισοφάγο εμφανίζεται αυξημένος σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν την αλενδρονάτη σύμφωνα με τον ενδεδειγμένο τρόπο και/ή συνεχίζουν να λαμβάνουν την αλενδρονάτη αφού έχουν εμφανίσει συμπτώματα ενδεικτικά για οισοφαγικό ερεθισμό. Είναι πολύ σημαντικό ο ασθενής να λαμβάνει πλήρεις οδηγίες σχετικές με τη δοσολογία και να τις κατανοεί (βλ. παράγραφο 4.2). Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι αν δεν ακολουθούν αυτές τις οδηγίες, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος πρόκλησης προβλημάτων από τον οισοφάγο.
Παρόλο που δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος κατά την διάρκεια εκτεταμένων κλινικών μελετών με την αλενδρονάτη, υπήρξαν σπάνιες αναφορές (μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου) για
γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη, μερικά εκ των οποίων ήταν σοβαρά και με επιπλοκές (βλ. παράγραφο 4.8).
Οστεονέκρωση της γνάθου
Η οστεονέκρωση της γνάθου, που σχετίζεται γενικά με την εξαγωγή οδόντων και/ή με τοπική λοίμωξη (συμπεριλαμβανομένης της οστεομυελίτιδας) έχει αναφερθεί σε ασθενείς με καρκίνο, οι οποίοι λαμβάνουν θεραπευτικά σχήματα, τα οποία συμπεριλαμβάνουν πρωτίστως την ενδοφλέβια χορήγηση διφωσφονικών. Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς λάμβαναν, επίσης, χημειοθεραπεία και κορτικοστεροειδή. Οστεονέκρωση της γνάθου έχει, επίσης, αναφερθεί σε ασθενείς με οστεοπόρωση που λαμβάνουν από του στόματος χορηγούμενα δισφωσφονικά.
Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης οστεονέκρωσης της γνάθου:
-
η περιεκτικότητα του διφωσφονικού (η μεγαλύτερη για το ζολενδρονικό οξύ), η οδός χορήγησης (βλ. παραπάνω) και η αθροιστική δόση
-
καρκίνος, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, κορτικοστεροειδή, αναστολείς της αγγειογένεσης, κάπνισμα
-
ιστορικό οδοντικής νόσου, μη ικανοποιητική στοματική υγιεινή, περιοδοντική νόσος, επεμβατικοί οδοντιατρικοί χειρισμοί και κακώς τοποθετημένες οδοντοστοιχίες
Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο οδοντιατρικής εξέτασης με κατάλληλη προληπτική οδοντιατρική παρέμβαση πριν από τη θεραπεία με διφωσφονικά χορηγούμενα από το στόμα σε ασθενείς με μη ικανοποιητική στοματική υγιεινή.
Όταν αυτοί οι ασθενείς βρίσκονται σε θεραπεία, θα πρέπει να αποφεύγονται, εάν είναι δυνατόν, οι επεμβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες. Σε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν οστεονέκρωση της γνάθου κατά τη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά, μια οδοντιατρική επέμβαση μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση. Για ασθενείς για τους οποίους απαιτείται κάποια οδοντιατρική επέμβαση, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να υποδεικνύουν εάν η διακοπή των διφωσφονικών ελαττώνει τον κίνδυνο οστεονέκρωσης της γνάθου. Η κλινική αξιολόγηση από τον θεράποντα γιατρό θα οδηγήσει στο θεραπευτικό σχήμα για κάθε ασθενή, το οποίο βασίζεται στην εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου.
Κατά τη διάρκεια θεραπείας με διφωσφονικά, όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται στο να διατηρούν καλή στοματική υγιεινή, να κάνουν οδοντιατρικούς ελέγχους ρουτίνας και να αναφέρουν οποιαδήποτε συμπτώματα από το στόμα, όπως οδοντική κινητικότητα, άλγος ή οίδημα.
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου έχει αναφερθεί με τη χρήση διφωσφονικών, κυρίως στις περιπτώσεις μακροχρόνιας θεραπείας. Στους πιθανούς παράγοντες κινδύνου οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου περιλαμβάνονται η χρήση στεροειδών και η χημειοθεραπεία ή/και τοπικοί παράγοντες κινδύνου όπως λοίμωξη ή τραυματισμός. Η πιθανότητα ανάπτυξης οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά και παρουσιάζουν συμπτώματα στο αυτί, όπως πόνο ή έκκριση ή χρόνιες ωτικές λοιμώξεις.
Μυοσκελετικός πόνος
Πόνος στα οστά, την άρθρωση και/ή στους μυς έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά. Σύμφωνα με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, σπανίως τα συμπτώματα αυτά ήταν σοβαρά και /ή προκάλεσαν κινητική ανικανότητα (βλ. παράγραφο 4.8). Το χρονικό διάστημα ως την εμφάνιση των συμπτωμάτων ποικίλει από μία ημέρα έως μερικούς μήνες από την έναρξη της θεραπείας. Οι περισσότεροι ασθενείς ανακουφίστηκαν από τα συμπτώματα ύστερα από τη διακοπή της θεραπείας. Μια υποομάδα είχε υποτροπή των συμπτωμάτων, όταν επαναχορηγήθηκε το ίδιο φαρμακευτικό προϊόν ή άλλο διφωσφονικό.
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού
Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου έχουν αναφερθεί με θεραπεία με διφωσφονικά, κυρίως σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία για την οστεοπόρωση. Αυτά τα εγκάρσια ή μικρά λοξά κατάγματα μπορούν να συμβούν οπουδήποτε κατά μήκος του μηριαίου οστού, από ακριβώς κάτω από τον ελάσσονα τροχαντήρα μέχρι και ακριβώς επάνω από το υπερκονδύλιο κύρτωμα. Αυτά τα κατάγματα συμβαίνουν μετά από μικρό ή καθόλου τραυματισμό και μερικοί ασθενείς βιώνουν πόνο στο μηρό ή στη βουβωνική χώρα, που συνδέεται συχνά με απεικονιστικά ευρήματα των καταγμάτων κόπωσης, εβδομάδες ή και μήνες πριν παρουσιάσουν πλήρες κάταγμα μηριαίου. Τα κατάγματα είναι συχνά αμφοτερόπλευρα, ως εκ τούτου το αντίπλευρο μηριαίο οστούν πρέπει να εξεταστεί σε σε ασθενείς που έλαβαν διφωσφονικά και που έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Πτωχή επούλωση των καταγμάτων αυτών έχει, επίσης, αναφερθεί. Η διακοπή της θεραπείας με διφωσφονικά σε ασθενείς που υπάρχει υποψία ότι έχουν άτυπο κάταγμα μηριαίου, θα πρέπει να εκτιμηθεί εν αναμονή της αξιολόγησης του ασθενούς, με βάση την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου/οφέλους.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά, θα πρέπει να παρέχεται συμβουλή στους ασθενείς ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε πόνο στον μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα και κάθε ασθενής που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα, θα πρέπει να αξιολογείται για ατελές κάταγμα του μηριαίου.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Actibon δεν συνιστάται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, όπου η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 35 mL/min (βλ. παράγραφο 4.2).
Μεταβολισμός του οστού και των μεταλλικών στοιχείων
Θα πρέπει να εξετάζονται άλλα αίτια εμφάνισης οστεοπόρωσης εκτός της έλλειψης οιστρογόνων και της προχωρημένης ηλικίας.
H υπασβεστιαιμία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πριν την έναρξη της θεραπείας με το Actibon (βλ. παράγραφο 4.3). Άλλες διαταραχές που επηρεάζουν το μεταβολισμό των μεταλλικών στοιχείων (όπως η ανεπάρκεια της βιταμίνης D και ο υποπαραθυρεοειδισμός), θα πρέπει, επίσης, να έχουν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά πριν από την έναρξη αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος. Η ποσότητα βιταμίνης D που περιέχεται στο Actibon δεν είναι κατάλληλη για τη διόρθωση της ανεπάρκειας της βιταμίνης D. Σε ασθενείς με αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να παρακολουθούνται το ασβεστίο του ορού και πιθανά συμπτώματα της υπασβεστιαιμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Actibon.
Λόγω των θετικών επιδράσεων της αλενδρονάτης στην αύξηση της επιμετάλλωσης των οστών, μπορεί να εμφανιστούν μειώσεις του ασβεστίου και των φωσφορικών του ορού, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή, στους οποίους η απορρόφηση ασβεστίου μπορεί να είναι μειωμένη. Αυτές είναι συνήθως μικρές και ασυμπτωματικές. Ωστόσο, έχουν γίνει σπάνια αναφορές συμπτωματικής υπασβεσταιμίας, οι οποίες ήταν σε κάποιες περιπτώσεις σοβαρές και συχνά παρουσιάστηκαν σε ασθενείς με προδιαθεσικές καταστάσεις (π.χ. υποπαραθυρεοειδισμό, ανεπάρκεια βιταμίνης D και δυσαπορρόφηση ασβεστίου) (βλ. παράγραφο 4.8).
Χοληκαλσιφερόλη
H βιταμίνη D3 μπορεί να αυξήσει το μέγεθος της υπερασβεσταιμίας και/ή της υπερασβεστιουρίας όταν χορηγηθεί σε ασθενείς με νόσο που σχετίζεται με μη ρυθμισμένη υπερπαραγωγή καλσιτριόλης (π.χ. λευχαιμία, λέμφωμα, σαρκοείδωση). Σ’ αυτούς τους ασθενείς πρέπει να παρακολουθείται το ασβέστιο του ορού και των ούρων.
Στους ασθενείς με δυσαπορρόφηση, η βιταμίνη D3 μπορεί να μην απορροφάται επαρκώς. Έκδοχα
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λακτόζη και σακχαρόζη.
Λακτόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Σακχαρόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Αλενδρονάτη
Εάν ληφθούν ταυτόχρονα, είναι πιθανόν οι τροφές και τα ροφήματα (συμπεριλαμβανομένου του μεταλλικού νερού), τα συμπληρώματα ασβεστίου, τα αντιόξινα και ορισμένα από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα, να επηρεάσουν την απορρόφηση της αλενδρονάτης. Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη λήψη της αλενδρονάτης πριν λάβουν οποιοδήποτε άλλο από του στόματος φαρμακευτικό προϊόν (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Επειδή η χρήση των Μη Στεροειδών Αντιφλεγμονωδών Φαρμάκων (ΜΣΑΦ) σχετίζεται με γαστρεντερικό ερεθισμό, συνιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη λήψη με αλενδρονάτη.
Χοληκαλσιφερόλη
Το προϊόν olestra, έλαια μεταλλικών στοιχείων, η ορλιστάτη και ενώσεις που δεσμεύουν το χολικό οξύ (π.χ. χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη) μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφηση της βιταμίνης D. Αντισπασμωδικά, σιμετιδίνη και θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν τον καταβολισμό της βιταμίνης D. Επιπρόσθετα συμπληρώματα βιταμίνης D μπορεί να εξεταστούν σε εξατομικευμένη βάση.
Το Actibon προορίζεται για χρήση μόνο σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και επομένως, δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης ή σε γυναίκες που θηλάζουν.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της αλενδρονάτης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Η αλενδρονάτη που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της κύησης σε αρουραίους, προκάλεσε δυστοκία σχετιζόμενη με την υπασβεστιαιμία (βλ. παράγραφο 5.3). Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει υπερασβεσταιμία και αναπαραγωγική τοξικότητα με υψηλές δόσεις βιταμίνης D (βλ. παράγραφο 5.3). Το Actibon δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η αλενδρονάτη/μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η χοληκαλσιφερόλη και κάποιοι από τους ενεργούς μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Το Actibon δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Τα δισφωσφονικά ενσωματώνονται στη θεμέλια ουσία του οστού, από την οποία απελευθερώνονται σταδιακά σε μια περίοδο ετών. Η ποσότητα του δισφωσφονικού που έχει ενσωματωθεί στα οστά των ενηλίκων και ως εκ τούτου, είναι διαθέσιμη προς απελευθέρωση πίσω στην συστηματική κυκλοφορία, σχετίζεται άμεσα με τη δόση και τη διάρκεια της χρήσης των διφωσφονικών (βλ.
παράγραφο 5.2). Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο στον άνθρωπο. Ωστόσο, υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος εμβρυϊκής βλάβης, κυρίως στη σκελετική του δομή, εάν μία γυναίκα καταστεί έγκυος μετά την ολοκλήρωση ενός κύκλου θεραπείας με διφωσφονικά. Η επίδραση των παραμέτρων, όπως ο χρόνος μεταξύ της διακοπής της θεραπείας με διφωσφονικά μέχρι τη σύλληψη, το συγκεκριμένο διφωσφονικό που χρησιμοποιείται και η οδός χορήγησης (ενδοφλέβια έναντι από του στόματος χορήγηση) επί του κινδύνου δεν έχει μελετηθεί.
ν
Το Actibon δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη άμεση επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (για παράδειγμα θάμβος οράσεως, ζάλη και έντονο μυϊκό άλγος ή άλγος στις αρθρώσεις, βλ. παράγραφο 4.8), οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί πιο συχνά είναι ανεπιθύμητες ενέργειες του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος, που συμπεριλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, έλκος του οισοφάγου, δυσφαγία, διάταση κοιλιάς και παλινδρόμηση οξέος (> 1%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες επιδράσεις έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών και/ή μετά την κυκλοφορία από τη χρήση της αλενδρονάτης.
Δεν έχουν προσδιοριστεί επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες για το συνδυασμό της αλενδρονάτης και της χοληκαλσιφερόλης.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης και του αγγειοοιδήματος |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Σπάνιες | συμπτωματική υπασβεστιαιμία, συχνά σε συσχετισμό με προδιαθεσικές καταστάσεις§ |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | κεφαλαλγία, ζάλη† |
| Όχι συχνές | δυσγευσία† | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Όχι συχνές | φλεγμονή οφθαλμού (ραγοειδίτιδα, σκληρίτιδα ή επισκληρίτιδα) |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Συχνές | ίλιγγος† |
| Πολύ σπάνιες | οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου(ανεπιθύμητη ενέργεια των διφωσφονικών αλάτων) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνές | κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, οισοφαγικό έλκος*, δυσφαγία*, διάταση κοιλίας,παλινδρόμηση οξέος |
| Όχι συχνές | ναυτία, έμετος, γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα*, διαβρώσεις του οισοφάγου*, μέλαινα† | |
| Σπάνιες | οισοφαγική στένωση*, στοματοφαρυγγική |
| εξέλκωση*, επιπλοκές του ανώτερου γαστρεντερικού (διάτρηση, έλκη, αιμορραγία (PUBs))§ | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | αλωπεκία†, κνησμός† |
| Όχι συχνές | εξάνθημα, ερύθημα | |
| Σπάνιες | εξάνθημα με φωτοευαισθησία, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικήςεπιδερμικής νεκρόλυσης‡ | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | μυοσκελετικός (οστού, μυός ή άρθρωσης) πόνος ο οποίος μερικές φορές είναι έντονος†§ |
| Συχνές | οίδημα άρθρωσης† | |
| Σπάνιες | οστεονέκρωση της γνάθου‡§, άτυπα υποτροχαντήρια και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου οστού (ανεπιθύμητη ενέργεια της κατηγορίας τωνδιφωσφονικών) | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Συχνές | εξασθένιση†, περιφερικό οίδημα† |
| Όχι συχνές | παροδικά συμπτώματα όπως σε μια αντίδραση οξείας φάσης (μυαλγία, αίσθημα κακουχίας, και σπάνια πυρετός), τυπικά σεσυσχέτιση με την έναρξη της θεραπείας† | |
| §Βλ. παράγραφο 4.4†Η συχνότητα στις κλινικές μελέτες ήταν παρόμοια στην ομάδα με το φαρμακευτικό προϊόν και στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο.*Βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4‡ Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια ταυτοποιήθηκε μέσω της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία. Ησυχνότητα ως σπάνια εκτιμήθηκε βάσει των σχετικών κλινικών μελετών. | ||
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr και http://www.kitrinikarta.gr.
Αλενδρονάτη
Συμπτώματα
Υπασβεσταιμία, υποφωσφαταιμία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από το ανώτερο γαστρεντερικό, όπως στομαχική ενόχληση, καούρα, οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα ή έλκος, μπορεί να προκληθούν από υπερδοσολογία μετά από του στόματος λήψη.
Θεραπεία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες ειδικές πληροφορίες σχετικά με τη θεραπεία της υπερδοσολογίας με αλενδρονάτη. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας με το Actibon, θα πρέπει να χορηγείται γάλα ή αντιόξινα ώστε να δεσμευθεί η αλενδρονάτη. Λόγω του κινδύνου οισοφαγικού ερεθισμού, θα πρέπει να αποφεύγεται η πρόκληση εμέτου και η ασθενής θα πρέπει να παραμένει σε όρθια στάση.
Χοληκαλσιφερόλη
Η τοξικότητα της βιταμίνης D δεν έχει τεκμηριωθεί κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας σε γενικά υγιείς ενήλικες με δοσολογία μικρότερη από 10.000 IU/ημερησίως. Σε μία κλινική μελέτη υγιών ενηλίκων μία ημερήσια δοσολογία 4.000 IU βιταμίνης D3 έως και πέντε μήνες δεν σχετίστηκε με υπερασβεστουρία ή με υπερασβεστιαιμία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ACTIBON 0MG+2800IU
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για τη θεραπεία των νόσων των οστών, Διφωσφονικά, συνδυασμοί, κωδικός ATC: M05BB03
Μηχανισμός δράσης
Αλενδρονάτη
Η νατριούχος αλενδρονάτη είναι ένα διφωσφονικό, το οποίο αναστέλλει την οστική απορρόφηση από τους οστεοκλάστες, χωρίς να έχει άμεση επίδραση στο σχηματισμό του οστού. Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει επιλεκτική εντόπιση της αλενδρονάτης στις θέσεις ενεργού απορρόφησης. Η δράση των οστεοκλαστών αναστέλλεται, όμως η προσέλκυση ή προσκόλληση των οστεοκλαστών δεν επηρεάζεται. Το οστό που σχηματίζεται κατά τη θεραπεία με αλενδρονάτη, έχει φυσιολογική ποιότητα.
Χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3)
Η βιταμίνη D3 παράγεται στο δέρμα με τη μετατροπή της 7-δεϋδροχοληστερόλης σε βιταμίνη D3 μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας. Σε περίπτωση μη επαρκούς έκθεσης στον ήλιο, η βιταμίνη D3 είναι απαραίτητο προϊόν διατροφής.
Η βιταμίνη D3 μετατρέπεται σε 25-υδροξυ-βιταμίνη D3 στο ήπαρ και αποθηκεύεται έως ότου χρησιμοποιηθεί. Η μετατροπή της στα νεφρά στην ενεργό ορμόνη 1,25- διυδροξυβιταμίνη D3 (καλσιτριόλη), που κινητοποιεί το ασβέστιο, ρυθμίζεται άμεσα. Η κύρια δράση της 1,25- υδροξυ- βιταμίνης D3 είναι να αυξάνει την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου, καθώς και να ρυθμίζει το ασβέστιο του ορού, τη νεφρική απέκκριση του ασβεστίου και φωσφόρου, το σχηματισμό του οστού και την απορρόφηση του οστού.
Η βιταμίνη D3 απαιτείται για το φυσιολογικό σχηματισμό του οστού. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D εμφανίζεται, όταν τόσο η έκθεση στο ηλιακό φως όσο και η λήψη μέσω της διατροφής, είναι ανεπαρκής. Η ανεπάρκεια συσχετίζεται με αρνητικό ισοζύγιο του ασβεστίου, με απώλεια οστού και αυξημένο κίνδυνο σκελετικού κατάγματος. Σε σοβαρές καταστάσεις, η ανεπάρκεια οδηγεί σε δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, υποφωσφαταιμία, μυϊκή αδυναμία των εγγύς μυών και οστεομαλακία, που αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο των πτώσεων και καταγμάτων σε άτομα με οστεοπόρωση. Η συμπληρωματική ποσότητα βιταμίνης D μειώνει αυτούς τους κινδύνους και τις συνέπειές τους.
Η οστεοπόρωση ορίζεται ως οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης ή του ισχίου κατά 2,5 μονάδες τυπικής απόκλισης (SD) κάτω από τον μέσο όρο ενός φυσιολογικού πληθυσμού νέων ατόμων ή ως ένα προηγούμενο κάταγμα ευθραυστότητας, ανεξάρτητα από την BMD.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μελέτες με αλενδρονικό οξύ και χοληκαλσιφερόλη
Η επίδραση της χαμηλότερης δόσης του συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (αλενδρονάτη 70 mg/βιταμίνη D3 2.800 IU) στο επίπεδο της βιταμίνης D έχει δειχθεί σε μία πολυεθνική μελέτη 15 εβδομάδων, όπου εισήχθησαν 682 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση (25-υδροξυ-βιταμίνη D στον ορό κατά την έναρξη: μέση τιμή, 56 nmol/L [22,3 ng/mL], εύρος 22,5-225 nmol/l [9-90 ng/mL]). Οι ασθενείς έλαβαν τη μικρότερη περιεκτικότητα (70
mg/2.800 IU) του συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (n=350) ή αλενδρονάτη 70 mg (n=332) μία φορά την εβδομάδα. Επιπλέον συμπληρώματα βιταμίνης D είχαν απαγορευθεί. Μετά από 15 εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες τιμές της 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό ήταν σημαντικά μεγαλύτερες (26%) στην ομάδα με (70 mg/2.800 IU) συνδυασμό αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (56 nmol/L [23 ng/mL]) από ό,τι στην ομάδα με αλενδρονάτη μόνο (46 nmol/L [18,2 ng/mL]). Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια βιταμίνης D (25-υδροξυβιταμίνη D ορού < 37,5 nmol/L [< 15 ng/mL]), ήταν σημαντικά μειωμένο κατά 62,5% με το συνδυασμό αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/2.800 IU) έναντι αλενδρονάτης μόνο (12% έναντι 32%, αντίστοιχα), κατά τη διάρκεια της εβδομάδας 15. Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια βιταμίνης D (25-υδροξυβιταμίνη D ορού < 22,5 nmol/L [< 9 ng/mL]) μειώθηκε σημαντικά κατά 92% με το συνδυασμό αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/2.800 IU) έναντι αλενδρονάτης μόνο (1% έναντι 13%, αντίστοιχα). Σε αυτή τη μελέτη, οι μέσες τιμές της 25-υδροξυβιταμίνης D σε ασθενείς με ανεπάρκεια βιταμίνης D κατά την έναρξη της μελέτης (25-υδροξυβιταμίνη D, 22,5 έως 37,5 nmol/L [9 έως < 15 ng/mL]) αυξήθηκαν από 30 nmol/L (12,1 ng/mL) σε 40 nmol/L (15,9 ng/mL) κατά την εβδομάδα 15 στην ομάδα του συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/2.800 IU) (n=75) και μειώθηκαν από 30 nmol/L (12,0 ng/mL) κατά την έναρξη σε 26 nmol/L (10,4 ng/mL) κατά την εβδομάδα 15 στην ομάδα μόνο με αλενδρονάτη (n=70). Δεν υπήρξαν διαφορές στις μέσες τιμές του ασβεστίου, των φωσφορικών στον ορό ή του ασβεστίου των ούρων σε 24 ώρες, μεταξύ των ομάδων θεραπείας.
Η επίδραση της μειωμένης δόσης του συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (αλενδρονάτη 70 mg/βιταμίνη D3 2.800 IU) μαζί με επιπρόσθετα 2.800 IU βιταμίνης D3 σε ένα σύνολο 5.600 IU (η ποσότητα της βιταμίνης D3 στην υψηλότερη δόση του συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης) μία φορά την εβδομάδα, παρουσιάστηκε σε μια μελέτη επέκτασης 24- εβδομάδων, στην οποία συμμετείχαν 619 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση. Οι ασθενείς στην ομάδα με τη βιταμίνη D3 των 2.800 έλαβαν συνδυασμό αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/2.800 IU) (n=299) και οι ασθενείς στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600 έλαβαν συνδυασμό αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/2.800 IU) και επιπλέον 2.800 IU βιταμίνης D3 (n=309) μία φορά την εβδομάδα. Επιτράπηκε η χρήση επιπλέον συμπληρωμάτων βιταμίνης D. Μετά από 24-εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες τιμές της 25- υδροξυβιταμίνης D στον ορό ήταν αρκετά αυξημένες στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600 (69 nmol/L [27,6 ng/mL]) σε σχέση με την ομάδα με βιταμίνη D3 των 2.800 (64 nmol/L [25,5 ng/mL]). Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια βιταμίνης D ήταν 5,4% στην ομάδα βιταμίνης D3 των 2.800, έναντι του 3,2% στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600, κατά το διάστημα επέκτασης των 24-εβδομάδων. Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια της βιταμίνης D ήταν 0,3% στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 2.800, έναντι του μηδέν στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600. Δεν υπήρχαν διαφορές στις μέσες τιμές ασβεστίου και φωσφορικών ορού ή ασβεστίου ούρων 24ώρου, μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Το ποσοστό των ασθενών με υπερασβεστιουρία στο τέλος της επέκτασης των 24-εβδομάδων δεν διέφερε στατιστικά μεταξύ των ομάδων θεραπείας.
Μελέτες της αλενδρονάτης
Η θεραπευτική ισοδυναμία της αλενδρονάτης σε δόση 70 mg μία φορά την εβδομάδα (n=519) και της αλενδρονάτης σε δόση 10 mg ημερησίως (n=370) έχει δειχθεί σε μία πολυκεντρική μελέτη διάρκειας ενός έτους σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση. Οι μέσες αυξήσεις από το αρχικό επίπεδο της BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης κατά το ένα έτος ήταν 5,1% (95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI): 4,8, 5,4%) στην ομάδα του εβδομαδιαίου δισκίου των 70 mg και 5,4% (95% CI: 5,0, 5,8%) στην ομάδα του ημερήσιου των 10 mg. Οι μέσες αυξήσεις της BMD ήταν 2,3% και 2,9% στον αυχένα του μηριαίου οστού και 2,9% και 3,1% στο ολικό ισχίο για τις ομάδες των 70 mg εβδομαδιαίως και των 10 mg ημερησίως, αντίστοιχα. Οι δυο θεραπευτικές ομάδες ήταν, επίσης, παρόμοιες όσον αφορά στις αυξήσεις της BMD σε άλλα σημεία του σκελετού.
Οι επιδράσεις της αλενδρονάτης στην οστική μάζα και στην επίπτωση των καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες διερευνήθηκαν σε δύο, ταυτόσημου σχεδιασμού, αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας (n=994), καθώς και στη μελέτη «Fracture Intervention Trial» (FIT: n=6.459).
Στις αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας, οι μέσες αυξήσεις της BMD με αλενδρονάτη 10 mg/ημερησίως σε σχέση με το εικονικό φάρμακο στα τρία χρόνια ήταν 8,8%, 5,9% και 7,8% στη σπονδυλική στήλη, στον αυχένα του μηριαίου και στον τροχαντήρα, αντίστοιχα. Η ολική BMD του σώματος, επίσης, αυξήθηκε σημαντικά. Υπήρξε μείωση κατά 48% (αλενδρονάτη 3,2% έναντι εικονικού φαρμάκου 6,2%) στο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με αλενδρονάτη και εμφάνισαν ένα ή περισσότερα σπονδυλικά κατάγματα σε σχέση με αυτούς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Κατά την επέκταση κατά δύο έτη αυτών των μελετών, η BMD στη σπονδυλική στήλη και τον τροχαντήρα συνέχισε να αυξάνεται και η BMD στον αυχένα του μηριαίου και στο συνολικό σώμα διατηρήθηκε.
Η FIT αποτελούνταν από δυο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, στις οποίες χορηγήθηκε αλενδρονάτη ημερησίως (5 mg ημερησίως για δύο χρόνια και 10 mg ημερησίως είτε για ένα χρόνο ή για δύο επιπλέον χρόνια):
-
FIT 1: Μία μελέτη διάρκειας τριών ετών με 2.027 ασθενείς οι οποίοι είχαν εξ’αρχής ένα τουλάχιστον σπονδυλικό (συμπιεστικό) κάταγμα. Σε αυτή τη μελέτη, η ημερήσια χορήγηση αλενδρονάτης μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης ≥ 1 νέου σπονδυλικού κατάγματος κατά 47% (αλενδρονάτη 7,9% έναντι εικονικού φαρμάκου 15,0%). Eπιπρόσθετα, μια στατιστικά σημαντική μείωση εμφανίστηκε στη συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων ισχίου (1,1% έναντι 2,2%, μείωση κατά 51%).
-
FIT 2: Μία μελέτη διάρκειας τεσσάρων ετών με 4.432 ασθενείς με χαμηλή οστική μάζα, αλλά χωρίς σπονδυλικό κάταγμα κατά την αρχή της μελέτης. Σε αυτή τη μελέτη, παρατηρήθηκε μία σημαντική διαφορά στην ανάλυση της υποομάδας των γυναικών με οστεοπόρωση (37% του συνολικού πληθυσμού, σύμφωνα με τον ορισμό της οστεοπόρωσης που δόθηκε παραπάνω) ως προς τη συχνότητα των καταγμάτων ισχίου (αλενδρονάτη 1,0% έναντι εικονικού φαρμάκου 2,2%, μείωση κατά 56%) και στη συχνότητα ≥ 1 σπονδυλικού κατάγματος (2,9% έναντι 5,8%, μείωση κατά 50%).
Ευρήματα εργαστηριακών ελέγχων
Σε κλινικές μελέτες, ασυμπτωματικές, ήπιες και παροδικές μειώσεις των επιπέδων ασβεστίου και φωσφορικών στον ορό παρατηρήθηκαν περίπου σε 18% και 10%, αντίστοιχα, των ασθενών που λάμβαναν αλενδρονάτη 10 mg/ημερησίως έναντι περίπου σε 12% και 3% αυτών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, οι συχνότητες μείωσης των επιπέδων του ασβεστίου στον ορό σε < 8,0 mg/dL (2,0 mmol/L) και των φωσφορικών στον ορό σε ≤ 2,0 mg/dL (0,65 mmol/L) ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η νατριούχος αλενδρονάτη έχει μελετηθεί σε ένα μικρό αριθμό ασθενών ηλικίας κάτω των 18 ετών με ατελή οστεογένεση. Δεν υπάρχουν επαρκή αποτελέσματα που να υποστηρίζουν τη χρήση της νατριούχου αλενδρονάτης σε παιδιατρικούς ασθενείς με ατελή οστεογένεση.
Αλενδρονάτη
Απορρόφηση
Σε σύγκριση με μία ενδοφλέβια δόση αναφοράς, η μέση βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης από του στόματος σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις κυμαινόμενες από 5 έως 70 mg χορηγούμενες μετά από ολονύκτια νηστεία και δυο ώρες πριν το καθιερωμένο πρωινό γεύμα τους. Η βιοδιαθεσιμότητα μειώθηκε παρομοίως περίπου κατά 0,46% και 0,39%, όταν η αλενδρονάτη χορηγήθηκε μία ή μισή ώρα πριν από ένα καθιερωμένο πρωϊνό. Στις μελέτες οστεοπόρωσης, η αλενδρονάτη ήταν αποτελεσματική όταν χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα ή ρόφημα της ημέρας.
Το συστατικό αλενδρονάτη στο δισκίο συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/2.800 IU) και στο δισκίο συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/5.600 IU) είναι βιοϊσοδύναμο με την αλενδρονάτη στo δισκίo των 70 mg.
Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν αμελητέα είτε η αλενδρονάτη χορηγήθηκε ταυτόχρονα, είτε έως και δύο ώρες μετά από το καθερωμένο πρωινό γεύμα. Η ταυτόχρονη χορήγηση της αλενδρονάτης με καφέ ή χυμό πορτοκάλι μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 60%.
Σε υγιή άτομα, η χορήγηση πρεδνιζόνης από το στόμα (20 mg τρεις φορές ημερησίως για πέντε ημέρες) δεν προκάλεσε κλινικά σημαντική αλλαγή στην από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης (μέση αύξηση κυμαινόμενη από 20% έως 44%).
Κατανομή
Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η αλενδρονάτη παροδικά κατανέμεται στους μαλακούς ιστούς μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 1 mg/kg, αλλά στη συνέχεια ανακατανέμεται ταχέως στα οστά ή απεκκρίνεται στα ούρα. Ο μέσος όγκος κατανομής στη σταθερή κατάσταση, εκτός των οστών, είναι τουλάχιστον 28 λίτρα στον άνθρωπο. Οι συγκεντρώσεις της αλενδρονάτης στο πλάσμα μετά από του στόματος χορηγούμενων θεραπευτικών δόσεων είναι κάτω από το ανιχνεύσιμο όριο (< 5 ng/mL).
Στον άνθρωπο, η πρόσδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 78%.
Βιομετασχηματισμός
Δεν υπάρχει απόδειξη ότι η αλενδρονάτη μεταβολίζεται στα ζώα ή στον άνθρωπο.
Αποβολή
Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση [14C] αλενδρονάτης, περίπου 50% της ραδιενέργειας εκκρίθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών και ελάχιστη ή καθόλου ραδιενέργεια ανιχνεύθηκε στα κόπρανα. Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 10 mg, η νεφρική κάθαρση της αλενδρονάτης ήταν 71 mL/min και η συστηματική κάθαρση δεν ξεπέρασε τα 200 mL/min. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα, μειώθηκαν περισσότερο από 95% εντός έξι ωρών μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής στον άνθρωπο εκτιμάται ότι ξεπερνά τα δέκα χρόνια, αντανακλώντας την απελευθέρωση της αλενδρονάτης από τον σκελετό. Η αλενδρονάτη δεν απεκκρίνεται μέσω των όξινων ή βασικών συστημάτων μεταφοράς των νεφρών στους αρουραίους και γι΄αυτό, δεν αναμένεται να επηρεάζει την απέκκριση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μέσω αυτών των συστήματων στον άνθρωπο.
Χοληκαλσιφερόλη
Απορρόφηση
Σε υγιή ενήλικα άτομα (άνδρες και γυναίκες) κατόπιν χορήγησης δισκίων συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης 70 mg/2.800 IU μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν το γεύμα, η κατά μέσο όρο περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC0-120hrs) για τη βιταμίνη D3 (μη αναπροσαρμοσμένη για τα επίπεδα της ενδογενούς βιταμίνης D3), ήταν 296,4 ng•hr/mL. Η μέση μέγιστη τιμή της συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) της βιταμίνης D3 ήταν 5,9 ng/mL και ο διάμεσος χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Tmax) ήταν 12 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα των 2.800 IU βιταμίνης D3 στο δισκίο συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης είναι παρόμοια με αυτή των 2.800 IU βιταμίνης D3 που χορηγήθηκε μόνη.
Σε υγιή ενήλικα άτομα (άνδρες και γυναίκες) κατόπιν χορήγησης του συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης 70 mg/5.600 IU μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν το γεύμα, η κατά μέσο όρο περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC0-80hrs) για τη βιταμίνη D3 (μη αναπροσαρμοσμένη για τα επίπεδα της ενδογενούς βιταμίνης D3), ήταν 490,2 ng•hr/mL. Η μέση μέγιστη τιμή της συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) της βιταμίνης D3 ήταν 12,2 ng/mL και ο διάμεσος χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Tmax) ήταν 10,6 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα των 5.600 IU βιταμίνης D3 στο δισκίο συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης είναι παρόμοια με αυτή των 5.600 IU βιταμίνης D3 που χορηγήθηκε μόνη.
Κατανομή
Κατόπιν απορρόφησης, η βιταμίνη D3 εισέρχεται στο αίμα ως συστατικά των χυλομικρών. Η βιταμίνη D3 κατανέμεται ταχέως κυρίως στο ήπαρ, όπου υφίσταται μεταβολισμό σε 25-υδροξυβιταμίνη D3, την κύρια μορφή αποθήκευσης. Μικρότερα ποσά κατανέμονται στο λιπώδη και μυϊκό ιστό και αποθηκεύονται ως βιταμίνη D3 σε αυτές τις θέσεις για μετέπειτα απελευθέρωση στην κυκλοφορία. Η βιταμίνη D3 που κυκλοφορεί είναι δεσμευμένη με μία πρωτεϊνη που δεσμεύει την βιταμίνη D.
Βιομετασχηματισμός
Η βιταμίνη D3 μεταβολίζεται ταχέως μέσω υδροξυλίωσης στο ήπαρ σε 25-υδροξυβιταμίνη D3 και ακολούθως μεταβολίζεται στους νεφρούς σε 1,25- διυδροξυβιταμίνη D3, η οποία αντιπροσωπεύει την βιολογικά ενεργή μορφή. Περαιτέρω υδροξυλίωση πραγματοποιείται πριν την αποβολή. Ενα μικρό ποσοστό βιταμίνης D3 υφίσταται γλυκουρονιδίωση πριν την αποβολή.
Αποβολή
Όταν χορηγήθηκε ραδιενεργός βιταμίνη D3 σε υγιή άτομα, η μέση αποβολή ραδιενέργειας μέσω των ούρων μετά από 48 ώρες ήταν 2,4% και η μέση απέκκριση της ραδιενέργειας με τα κόπρανα μετά από 4 ημέρες ήταν 4,9%. Και στις δύο περιπτώσεις, η ραδιενέργεια που αποβλήθηκε ήταν σχεδόν αποκλειστικά ως μεταβολίτες του αρχικού. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της βιταμίνης D3 στον ορό, μετά την από του στόματος χορήγηση δόσης συνδυασμού αλενδρονικού οξέος και χοληκαλσιφερόλης (70 mg/2.800 IU), είναι περίπου 24 ώρες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Προκλινικές μελέτες έδειξαν ότι η αλενδρονάτη που δεν εναποτίθεται στα οστά, απεκκρίνεται ταχέως από τα ούρα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις κορεσμού της πρόσληψης από τα οστά μετά από χρόνια χορήγηση αθροιστικών ενδοφλέβιων δόσεων έως 35 mg/kg σε ζώα. Αν και δεν διατίθενται πληροφορίες από την κλινική πράξη, είναι πιθανόν ότι, όπως και στα ζώα, η απέκκριση της αλενδρονάτης μέσω των νεφρών θα είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Γι΄ αυτό, κάποια μεγαλύτερη συσσώρευση της αλενδρονάτης στα οστά, μπορεί να αναμένεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ACTIBON 0MG+2800IU
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (E460(i)) Λακτόζη άνυδρη
Τριγλυκερίδια μέσης αλύσου
Ζελατίνη
Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη (E468) Σακχαρόζη
Διοξείδιο του πυριτίου κολλοειδές (E551) Μαγνήσιο στεατικό (E470b) Υδροξυτολουόλιο βουτυλικό (E321) Άμυλο προζελατινοποιημένο
Φυλάσσετε στην αρχική κυψέλη για να προστατεύεται από την υγρασία και το φως. Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.