ERVEBO® INJ.SOL ≥72.000.000 PFU^3/1ML VIAL (DOSE)
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ERVEBO 2.000
Το Ervebo θα πρέπει να χορηγείται από έναν εκπαιδευμένο εργαζόμενο στον τομέα υγειονομικής περίθαλψης.
Δοσολογία
Άτομα ηλικίας 1 έτους ή μεγαλύτερα: μία δόση (1 mL) (βλ. παράγραφο 5.1).
Αναμνηστική δόση
Η ανάγκη και η κατάλληλη χρονική στιγμή για αναμνηστική δόση(εις) δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα τρέχοντα διαθέσιμα δεδομένα περιλαμβάνονται στην παράγραφο 5.1.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η δοσολογία σε παιδιά ηλικίας 1 έως 17 ετών είναι ίδια με αυτή των ενηλίκων (βλ. παραγράφους 4.8
και 5.1).
Το Ervebo δε θα πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 έτους, επειδή η ασφάλεια, η ανοσογονικότητα και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).
Τρόπος χορήγησης
Για προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τη χορήγηση του εμβολίου, βλ. παράγραφο 4.4.
Για προφυλάξεις σχετικά με την απόψυξη, τον χειρισμό και την απόρριψη του εμβολίου, βλ. παράγραφο 6.6.
Το Ervebo θα πρέπει να χορηγείται μέσω της ενδομυϊκής οδού. Η προτιμώμενη θέση είναι η περιοχή του δελτοειδή μυ του μη κυρίαρχου βραχίονα ή η άνω προσθιοπλάγια περιοχή του μηρού. Το εμβόλιο δεν πρέπει να χορηγείται ενδοαγγειακά. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για χορήγηση μέσω της υποδόριας ή της ενδοδερμικής οδού.
Η θέση ένεσης του εμβολιασμού ή οποιαδήποτε κυστίδια πρέπει να καλύπτονται με έναν κατάλληλο επίδεσμο (π.χ., αυτοκόλλητο επίδεσμο ή γάζα και ταινία). Αυτό παρέχει έναν φυσικό φραγμό για προστασία έναντι της άμεσης επαφής (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.3). Ο επίδεσμος μπορεί να αφαιρείται όταν δεν υπάρχει ορατή διαρροή υγρού.
Το εμβόλιο δε θα πρέπει να αναμιγνύεται στην ίδια σύριγγα με οποιαδήποτε άλλα εμβόλια ή φαρμακευτικά προϊόντα.
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο
6.1 ή στην πρωτεΐνη ρυζιού που αναφέρεται στην παράγραφο 2.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Υπερευαισθησία και αναφυλαξία
Συνιστάται στενή παρακολούθηση των εμβολιασμένων μετά τον εμβολιασμό για τα πρώιμα σημεία αναφυλακτικών ή αναφυλακτοειδών αντιδράσεων. Όπως με όλα τα ενέσιμα εμβόλια, ενδεδειγμένη ιατρική αντιμετώπιση και παρακολούθηση θα πρέπει πάντοτε να είναι άμεσα διαθέσιμες στην περίπτωση εμφάνισης αναφυλακτικού επεισοδίου μετά τη χορήγηση του εμβολίου.
Διάρκεια προστασίας
Ο εμβολιασμός με Ervebo μπορεί να μην έχει ως αποτέλεσμα την προστασία όλων των εμβολιαζόμενων. Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου σε ενήλικες έχει καταδειχθεί την περίοδο ≥10 έως ≤31 ημέρες μετά τον εμβολιασμό, ωστόσο η διάρκεια της προστασίας δεν είναι γνωστή (βλ. παράγραφο 5.1). Ως εκ τούτου, η χρήση άλλων μέτρων ελέγχου του Έμπολα δεν θα πρέπει να διακόπτεται.
Ο εμβολιασμός των επαφών περιστατικών Έμπολα θα πρέπει να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν συντομότερα (βλ. παράγραφο 5.1).
Βασικές προφυλάξεις κατά τη φροντίδα ασθενών με γνωστή ή υποψία νόσου Έμπολα
Ο εμβολιασμός με Ervebo δεν εξαλείφει την ανάγκη βασικών προφυλάξεων κατά τη φροντίδα ασθενών με γνωστή ή υποψία νόσου Έμπολα. Όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα υγειονομικής περίθαλψης και άλλοι επικουρικοί πάροχοι οι οποίοι έχουν εμβολιαστεί δεν θα πρέπει μετά τον εμβολιασμό να τροποποιούν τις πρακτικές τους όσον αφορά τον ασφαλή τρόπο ένεσης, την υγιεινή και τον εξοπλισμό προσωπικής προστασίας (ΕΠΠ).
Οι εργαζόμενοι στον τομέα υγειονομικής περίθαλψης που φροντίζουν ασθενείς με υποψία ή επιβεβαιωμένη νόσο Έμπολα θα πρέπει να εφαρμόζουν επιπρόσθετα μέτρα ελέγχου της λοίμωξης για να αποτρέψουν την επαφή με το αίμα και τα σωματικά υγρά του ασθενούς και με τις μολυσμένες επιφάνειες ή υλικά, όπως ρούχα και κλινοσκεπάσματα. Τα δείγματα που λαμβάνονται από ανθρώπους και ζώα για διερεύνηση της λοίμωξης από Έμπολα θα πρέπει να χειρίζονται από εκπαιδευμένο προσωπικό και να επεξεργάζονται σε κατάλληλα εξοπλισμένα εργαστήρια.
Αυτοί που χορηγούν το εμβόλιο θα πρέπει να συμβουλεύουν τους εμβολιαζόμενους να συνεχίσουν να προστατεύονται με κατάλληλα μέτρα.
Ανοσοκατασταλμένα άτομα
Με εξαίρεση τα άτομα που ζουν με λοίμωξη HIV, ελεγχόμενη μέσω αντιρετροϊκής θεραπείας, για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα ασφάλειας και ανοσογονικότητας (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1), δεν υπάρχουν δεδομένα σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. Τα ανοσοκατασταλμένα άτομα μπορεί να μην ανταποκριθούν στο Ervebo τόσο καλά όσο τα ανοσοεπαρκή άτομα. Ως προληπτικό μέτρο είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Ervebo σε άτομα με γνωστές καταστάσεις ανοσοκαταστολής ή που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων καταστάσεων:
-
Σοβαρή χυμική ή κυτταρική (πρωτοπαθής ή επίκτητη) ανοσοανεπάρκεια, π.χ. σοβαρή συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια, aγαμμασφαιριναιμία, ή λοίμωξη από HIV με νόσο δηλωτική του AIDS (AIDS defining illness) ή αριθμό CD4+ Τ λεμφοκυττάρων κάτω από 200 κύτταρα/mm3.
-
Τρέχουσα θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά, συμπεριλαμβανομένων των υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών. Αυτό δεν ισχύει για άτομα που λαμβάνουν τοπικά, εισπνεόμενα ή χαμηλής δόσης παρεντερικά κορτικοστεροειδή (π.χ. για προφύλαξη από άσθμα ή ως θεραπεία υποκατάστασης).
-
Νόσοι του αίματος όπως λευχαιμία, λέμφωμα οποιουδήποτε τύπου, ή άλλα κακοήθη νεοπλάσματα που επηρεάζουν το αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα.
-
Οικογενειακό ιστορικό συγγενούς ή κληρονομικής ανοσοανεπάρκειας, εκτός εάν καταδεικνύεται η ανοσολογική επάρκεια του δυνητικού λήπτη του εμβολίου.
Έγκυες γυναίκες και γυναίκες που θηλάζουν
Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Ervebo κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Βλ. παράγραφο 4.6.
Μετάδοση
Ο ιός του εμβολίου μπορεί να υπάρχει σε βιολογικά υγρά όπως το αίμα, τα ούρα, το σάλιο, το σπέρμα, τα κολπικά υγρά, το υδατοειδές υγρό, το μητρικό γάλα, τα κόπρανα, ο ιδρώτας, το αμνιακό υγρό και ο πλακούντας. Σε κλινικές μελέτες, το RNA του ιού του εμβολίου έχει ανιχνευθεί με PCR στο πλάσμα των περισσοτέρων ενήλικων συμμετεχόντων. Το RNA του ιού του εμβολίου ανιχνεύθηκε κυρίως από την Ημέρα 1 έως την Ημέρα 7. Η αποβολή του ιού του εμβολίου έχει ανιχνευθεί με PCR στα ούρα ή το σάλιο σε 19 από 299 υγιείς ενήλικες συμμετέχοντες και σε κυστίδια του δέρματος σε 4 από 10
ενήλικες συμμετέχοντες. Το RNA του ιού του εμβολίου ανιχνεύθηκε σε κυστίδια του δέρματος 12
ημέρες μετά τον εμβολιασμό σε έναν από τους τέσσερις συμμετέχοντες.
Σε μία μελέτη Φάσης 1, η ιαιμία λόγω εμβολιασμού και η ιϊκή απέκκριση παρατηρήθηκαν πιο συχνά (28/39) σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 17 ετών συγκριτικά με τους ενήλικες. Σε μία μελέτη Φάσης 2, το 31,7% (19/60) των παιδιών και εφήβων ηλικίας 1 έως 17 ετών τυχαιοποιήθηκαν σε μια υπομελέτη απέκκρισης για την απέκκριση του ιού του εμβολίου στο σάλιο μετά τον εμβολιασμό. Η ιϊκή απέκκριση παρατηρήθηκε πιο συχνά την Ημέρα 7 και μειώθηκε στη συνέχεια, χωρίς να ανιχνεύεται απέκκριση, την Ημέρα 56. Σε μία επακόλουθη μελέτη Φάσης 2, παιδιών και εφήβων με λοίμωξη HIV, το 22,9% (46/201) είχαν ανιχνεύσιμο RNA του ιού του εμβολίου στο σάλιο μετά τον εμβολιασμό. Η ιϊκή απέκκριση παρατηρήθηκε πιο συχνά την Ημέρα 7 και μειώθηκε στη συνέχεια, χωρίς να ανιχνεύεται απέκκριση, την Ημέρα 28.
Η μετάδοση του ιού του εμβολίου μέσω στενής προσωπικής επαφής είναι αποδεκτή ως θεωρητική πιθανότητα. Οι λήπτες του εμβολίου θα πρέπει να αποφεύγουν τη στενή επαφή και την έκθεση των ατόμων υψηλού κινδύνου σε αίμα και σωματικά υγρά για τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Τα άτομα υψηλού κινδύνου περιλαμβάνουν:
-
Ανοσοκατασταλμένα άτομα και άτομα που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία (βλ.
παράγραφο παραπάνω),
-
Έγκυες γυναίκες ή γυναίκες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.6),
-
Παιδιά ηλικίας < 1 έτους.
Άτομα που θα εμφανίσουν φλυκταινώδες εξάνθημα μετά τη λήψη του εμβολίου θα πρέπει να καλύψουν τις φυσαλίδες μέχρι να επουλωθούν ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού του εμβολίου μέσω των ανοικτών φυσαλίδων. Μολυσμένοι επίδεσμοι πρέπει να απορρίπτονται ακολουθώντας τις θεσμικές κατευθυντήριες οδηγίες ή την πολιτική του ΠΟΥ για τη διαχείριση των αποβλήτων υγειονομικής περίθαλψης. Βλ. παράγραφο 5.3.
Οι γονείς και οι φροντιστές των νεαρών εμβολιασμένων θα πρέπει να τηρούν προσεκτικά την υγιεινή, ειδικά όταν χειρίζονται σωματικά απόβλητα και υγρά για τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Οι πάνες μιας χρήσης μπορούν να σφραγιστούν σε διπλές πλαστικές σακούλες και να απορριφθούν στα οικιακά απορρίμματα. Βλέπε παράγραφο 5.3.
Η ακούσια μετάδοση του ιού του εμβολίου σε ζώα και εκτρεφόμενα ζώα είναι επίσης θεωρητικά πιθανή, βλ. παρακάτω.
Τα άτομα που έλαβαν Ervebo δε θα πρέπει να δώσουν αίμα για τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό.
Μετάδοση σε ζώα και εκτρεφόμενα ζώα
Η μετάδοση του ιού του εμβολίου μέσω στενής επαφής με ζώα είναι αποδεκτή ως μία θεωρητική πιθανότητα. Οι λήπτες του εμβολίου θα πρέπει να προσπαθήσουν να αποφεύγουν την έκθεση των ζώων σε αίμα και σωματικά υγρά για τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Άτομα που θα εμφανίσουν φλυκταινώδες εξάνθημα μετά τη λήψη του εμβολίου θα πρέπει να καλύψουν τις φυσαλίδες μέχρι να επουλωθούν. Μολυσμένοι επίδεσμοι πρέπει να απορρίπτονται ακολουθώντας τις θεσμικές κατευθυντήριες οδηγίες ή την πολιτική του ΠΟΥ για τη διαχείριση των αποβλήτων υγειονομικής περίθαλψης. Βλ. παράγραφο 5.3.
Συνυπάρχουσα νόσος
Ο εμβολιασμός θα πρέπει να αναβάλλεται σε άτομα με μέτρια ή σοβαρή εμπύρετη νόσο. Η παρουσία μίας ήπιας λοίμωξης δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την αναβολή του εμβολιασμού.
Θρομβοπενία και διαταραχές πηκτικότητας
Το εμβόλιο θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε άτομα με θρομβοπενία ή οποιαδήποτε διαταραχή πηκτικότητας γιατί μπορεί να εμφανιστεί αιμορραγία ή μώλωπες μετά από μία ενδομυϊκή χορήγηση σε αυτά τα άτομα.
Προστασία έναντι νόσου από φιλοϊό
Το εμβόλιο δεν θα προστατέψει από νόσο που προκαλείται από άλλους φιλοϊούς εκτός του ιού Έμπολα Ζαΐρ.
Επίδραση σε ορολογικό έλεγχο
Μετά από εμβολιασμό με Ervebo, τα άτομα μπορεί να διαγνωστούν θετικά για νουκλεϊκά οξέα της γλυκοπρωτεϊνης του Έμπολα (GP), αντιγόνα ή αντισώματα έναντι της GP του Έμπολα, τα οποία αποτελούν στόχους για συγκεκριμένους διαγνωστικούς ελέγχους για τον Έμπολα. Για τον λόγο αυτό, οι διαγνωστικοί έλεγχοι για τον Έμπολα θα πρέπει να στοχεύουν μη-GP περιοχές του ιού Έμπολα.
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα για τη συγχορήγηση του Ervebo με άλλα εμβόλια, δε συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση του Ervebo με άλλα εμβόλια.
Μετάγγιση ανοσοσφαιρίνης (IG), αίματος ή πλάσματος δε θα πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με το Ervebo. Η χορήγηση ανοσοσφαιρινών και οι μεταγγίσεις αίματος ή πλάσματος που πραγματοποιούνται 3 μήνες πριν ή έως και 1 μήνα μετά τη χορήγηση του Ervebo μπορεί να επηρεάσουν την αναμενόμενη ανοσολογική ανταπόκριση.
Δεν είναι γνωστό εάν η ταυτόχρονη χορήγηση αντιικής θεραπείας συμπεριλαμβανομένων των ιντερφερονών μπορεί να επηρεάσει την αντιγραφή του ιού του εμβολίου και την αποτελεσματικότητα.
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από την χρήση του Ervebo στις έγκυες γυναίκες ή γυναίκες που έμειναν έγκυες αφού έλαβαν το εμβόλιο. Η ασφάλεια του Ervebo δεν έχει τεκμηριωθεί σε έγκυες γυναίκες.
Καθώς υπάρχουν περιορισμοί στα διαθέσιμα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένου του μικρού αριθμού των περιστατικών, θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων σχετικά με τα συνήθη ποσοστά κύησης και νεογνικών εκβάσεων στις πληγείσες περιοχές επίσης καθιστά προβληματική μια συγκυριακή εκτίμηση των δεδομένων.
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Ervebo κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της EVD, ο εμβολιασμός δεν θα πρέπει να αναβάλλεται όταν υπάρχει σαφής κίνδυνος έκθεσης σε λοίμωξη από Έμπολα.
Η εγκυμοσύνη θα πρέπει να αποφεύγεται για 2 μήνες μετά τον εμβολιασμό. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν ο ιός του εμβολίου απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Ο κίνδυνος στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη από μητέρες που έχουν εμβολιαστεί δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Δεν έχει πραγματοποιηθεί αξιολόγηση του ιού του εμβολίου σε ζωικό γάλα. Όταν το Ervebo χορηγήθηκε σε θηλυκούς επίμυες ανιχνεύθηκαν αντισώματα έναντι του ιού του εμβολίου στους απογόνους, πιθανώς λόγω της απόκτησης μητρικών αντισωμάτων μέσω της πλακουντιακής μεταφοράς κατά τη διάρκεια της κύησης και μέσω της γαλουχίας. Βλέπε παράγραφο 5.3.
Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα αποφευχθεί η λήψη του Ervebo, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος του εμβολιασμού για την γυναίκα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου οι εναλλακτικές επιλογές θηλασμού είναι περιορισμένες, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να αντισταθμίζεται η άμεση ανάγκη και τα οφέλη για την υγεία του βρέφους με την ανάγκη της μητέρας για το Ervebo. Και οι δύο μπορεί να παρουσιάζουν επιτακτικές ανάγκες που θα πρέπει να εξετάζονται πριν από τον εμβολιασμό της μητέρας.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
Μελέτες σε θηλυκούς επίμυες δεν καταδεικνύουν επιβλαβείς επιδράσεις (βλέπε παράγραφο 5.3).
ν
Το Ervebo δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, κάποιες από τις επιδράσεις που αναφέρονται κάτω από την παράγραφο 4.8
«Ανεπιθύμητες ενέργειες» μπορεί προσωρινά να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Για όλες τις ηλικιακές ομάδες, η αναφυλαξία αναφέρθηκε πολύ σπάνια (<1/10.000) στις κλινικές μελέτες.
Σε ενήλικες ηλικίας 18 ετών και άνω, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες στη θέση ένεσης που αναφέρθηκαν μετά τον εμβολιασμό με Ervebo ήταν άλγος της θέσης ένεσης (70,3%), οίδημα της θέσης ένεσης (16,7%) και ερύθημα της θέσης ένεσης (13,7%). Οι πιο συχνές συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία (55,1%), πυρεξία (39,2%), μυαλγία (32,5%), υπνηλία, μειωμένη δραστηριότητα, κόπωση (25,5%), αρθραλγία (18,6%), ρίγη (16,7%), μειωμένη όρεξη (15,2%), κοιλιακό άλγος (13,0%), ναυτία (9,5%), αρθρίτιδα (3,7%), εξάνθημα (3,6%), υπερίδρωση (3,2%) και στοματικό έλκος (2,2%). Γενικά, αυτές οι αντιδράσεις αναφέρθηκαν εντός 7 ημερών μετά τον εμβολιασμό, ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης και σύντομης διάρκειας (λιγότερο από 1 εβδομάδα).
Σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 1 έως 17 ετών, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες στη θέση ένεσης που αναφέρθηκαν μετά τον εμβολιασμό με Ervebo ήταν άλγος της θέσης ένεσης (41,6%), κνησμός της θέσης ένεσης (4,1%), οίδημα της θέσης ένεσης (3,0%) ) και ερύθημα της θέσης ένεσης (0,5%). Οι πιο συχνές συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν πυρεξία (62,2%), κεφαλαλγία (45,7%), υπνηλία, μειωμένη δραστηριότητα, κόπωση (23,5%), μειωμένη όρεξη (23,4%), μυαλγία (15,8%),
ζάλη (9,9%), κλάμα (6,4%) και στοματικό έλκος (2,5%). Γενικά, αυτές οι αντιδράσεις αναφέρθηκαν εντός 7 ημερών μετά τον εμβολιασμό και ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι συχνότητες ορίζονται ως:
Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10),
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000),
Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σε σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Άτομα ηλικίας 1 έτους και μεγαλύτερα
Ο Πίνακας 1 δείχνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε λήπτες του Ervebo.
Για τους ενήλικες, οι συχνότητες που αναφέρονται βασίζονται στην υψηλότερη συχνότητα που αναφέρθηκε στις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες Φάσης 2/3, Πρωτόκολλο 009, Πρωτόκολλο 012 και Πρωτόκολλο 016, που περιλάμβαναν συνολικά 2.143 άτομα.
Για τα παιδιά και τους εφήβους, οι συχνότητες που αναφέρονται αντιστοιχούν σε αυτές που παρατηρήθηκαν στο Πρωτόκολλο 016, μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης 2, η οποία περιελάμβανε συνολικά 609 άτομα (συμπεριλαμβανομένων 95 παιδιών από 1 έως 3 ετών, 310 παιδιών από 3 έως 11 ετών και 204 παιδιά από 12 έως 17 ετών).
Πίνακας 1: Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε άτομα ηλικίας 1 έτους και μεγαλύτερα
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένωνMedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα | |
| Παιδιά και έφηβοι¶ | Ενήλικες* | ||
| Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική αντίδραση | Πολύ σπάνιες | Πολύ σπάνιες |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Ζάλη | Συχνές | Συχνές | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Κοιλιακό άλγος | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Μειωμένη όρεξη | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | |
| Ναυτία | Συχνές | Συχνές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Στοματικό έλκος | Συχνές | Συχνές |
| Εξάνθημα§ | Καμία | Συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και τουσυνδετικού ιστού | Αρθραλγία§ | Συχνές | Πολύ συχνές |
| Μυαλγία | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | |
| Αρθρίτιδα§ | ΔΕ | Συχνές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Πυρεξία | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Υπνηλία† | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | |
| Ρίγη | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | |
| Κλάμα | Συχνές | ΔΕ‡ | |
| Άλγος της θέσης ένεσης | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | |
| Ερύθημα της θέσης | Όχι συχνές | Πολύ συχνές | |
| ένεσης | |||
| Κνησμός της θέσης ένεσης | Συχνές | Συχνές | |
| Οίδημα της θέσηςένεσης | Συχνές | Πολύ συχνές | |
| Υπερίδρωση (ιδρώτες) | Συχνές | Συχνές |
§Βλέπε περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών.
†Περιλαμβάνει: υπνηλία, μειωμένη δραστηριότητα και κόπωση.
‡ΔΕ (δεν εφαρμόζεται): δεν αξιολογήθηκε για αυτόν τον πληθυσμό.
¶Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κοιλιακό άλγος, ναυτία, εξάνθημα, αρθραλγία, ρίγη και υπερίδρωση συνέβησαν με μια διαφορά <5% μεταξύ των ομάδων του εμβολίου και του εικονικού φαρμάκου.
*Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ζάλη και κνησμός της θέσης ένεσης συνέβησαν με μια διαφορά <5% μεταξύ των ομάδων του εμβολίου και του εικονικού φαρμάκου.
Σε μια κλινική μελέτη (Πρωτόκολλο 16), η πυρεξία αναφέρθηκε πιο συχνά σε μικρότερα παιδιά ηλικίας 1 έως <3 ετών (83,2%), συγκριτικά με παιδιά ηλικίας 3 έως <12 ετών (64,8%), εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών (48,3%) και ενήλικες (39,2 %). Κατά τα άλλα, το προφίλ ασφάλειας του Ervebo σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 1 έως 17 ετών ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στους ενήλικες.
Ασφάλεια σε ενήλικες και εφήβους με λοίμωξη HIV
Στο Πρωτόκολλο 015, το προφίλ ασφάλειας του Ervebo σε 52 εφήβους και 149 ενήλικες με λοίμωξη HIV σε αντιρετροϊκή θεραπεία με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο και αριθμό CD4+ T-λεμφοκυττάρων μεγαλύτερο ή ίσο με 200 κύτταρα/mm3 ήταν γενικά συμβατό με το γνωστό προφίλ ασφάλειας του
Ervebo.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αρθραλγία και αρθρίτιδα
Η αρθραλγία αναφέρθηκε γενικά κατά τις πρώτες ημέρες μετά τον εμβολιασμό, ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης, και υποχώρησε εντός μίας εβδομάδας μετά την εμφάνιση. Η αρθρίτιδα (αρθρίτιδα, εξίδρωμα άρθρωσης, διόγκωση άρθρωσης, οστεοαρθρίτιδα, μονοαρθρίτιδα ή πολυαρθρίτιδα) αναφέρθηκε γενικά κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Σε κλινικές μελέτες με αναφορές αρθρίτιδας, οι διάμεσες εμφανίσεις ήταν μεταξύ 10 και 12 ημερών (εύρος από 0 έως 25 ημέρες). Η αρθρίτιδα έχει αναφερθεί από συμμετέχοντες σε κλινικές μελέτες με συχνότητα που κυμαίνεται από 0% σε αρκετά πρωτόκολλα έως 23,5% σε μία μελέτη Φάσης 1. Η πλειονότητα των αντιδράσεων αρθρίτιδας ήταν ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας. Η διάμεση διάρκεια της αρθρίτιδας σε όλες τις κλινικές μελέτες στις οποίες αναφέρθηκε αρθρίτιδα κυμαίνεται από 2 ημέρες έως 81,5 ημέρες (συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της υποτροπιάζουσας αρθρίτιδας) με μέγιστο διάστημα 330 ημερών. Οι λόγοι για τις διαφορές στην αναφορά της αρθρίτιδας σε όλες τις μελέτες δεν είναι γνωστοί, αλλά μπορεί να οφείλονται σε διαφορές στους πληθυσμούς της μελέτης ή στην αναφορά των εκβάσεων. Στη μελέτη Φάσης 1 με το υψηλότερο ποσοστό αρθρίτιδας, 6 από τους 24 ασθενείς (25%) που ανέφεραν αρθρίτιδα μετά τον εμβολιασμό, είχαν επίμονα συμπτώματα στις αρθρώσεις δύο χρόνια μετά τον εμβολιασμό. Σε έναν μικρό αριθμό συμμετεχόντων, ο ιός του εμβολίου απομονώθηκε από δείγματα εξιδρώματος άρθρωσης, υποδηλώνοντας μία ιικά διαμεσολαβούμενη διαδικασία μετά τον εμβολιασμό.
Εξάνθημα
Στις κλινικές μελέτες, το εξάνθημα χαρακτηρίστηκε με διάφορους τρόπους συμπεριλαμβανομένων του γενικευμένου εξανθήματος (2,3%), του φλυκταινώδους εξανθήματος (0,5%), της δερματίτιδας (0,3%) ή της δερματικής αγγειίτιδας (0,01%). Σε διαφορετικές μελέτες, το εξάνθημα αναφέρθηκε με διάμεσες εμφανίσεις από 7,5 έως 10,5 ημέρες (εύρος από 0 έως 47 ημέρες). Οι διάμεσες διάρκειες που αναφέρθηκαν ήταν μεταξύ 6 έως 18 ημέρες. Σε 6 από 18 συμμετέχοντες που ελέγχθηκαν, ο ιός του εμβολίου ανιχνεύτηκε στα εξανθήματα (περιγράφηκε ως δερματίτιδα, φυσαλίδες ή αλλοιώσεις δερματικής αγγειίτιδας) υποδηλώνοντας μία ιικά διαμεσολαβούμενη διαδικασία μετά τον εμβολιασμό.
Παροδική μείωση των λευκοκυττάρων του αίματος
Παροδικές μειώσεις του αριθμού των λεμφοκυττάρων, των ουδετερόφιλων και των ολικών λευκοκυττάρων του αίματος κατά τις πρώτες 3 ημέρες μετά τον εμβολιασμό παρατηρήθηκαν πολύ συχνά σε μελέτες Φάσης 1/2. Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις γενικά υποχώρησαν μετά την πρώτη εβδομάδα μετά τον εμβολιασμό. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις λοιμώξεων σε μελέτες Φάσης 1/2.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ERVEBO 2.000
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εμβόλια, Ιικό εμβόλιο, κωδικός ATC: J07BX02
Μηχανισμός δράσης
Το Ervebo αποτελείται από έναν ζώντα, εξασθενημένο, ανασυνδυασμένο ιό φλυκταινώδους στοματίτιδας που μέσω ενός φορέα εκφράζει το γονίδιο της γλυκοπρωτεΐνης φακέλου του ιού Έμπολα Ζαΐρ (rVSV∆G-ZEBOV-GP). Ανοσοποίηση με το εμβόλιο έχει ως αποτέλεσμα μια ανοσολογική ανταπόκριση και προστασία από τη νόσο του ιού Έμπολα Ζαΐρ (EVD). Οι σχετικές συνεισφορές της έμφυτης, χυμικής και κυτταρομεσολαβούμενης ανοσίας στην προστασία από τον ιό Έμπολα Ζαΐρ δεν είναι γνωστές.
Κλινική ανοσογονικότητα και αποτελεσματικότητα
Το πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης περιλάμβανε επτά Φάσης 2/3 κλινικές μελέτες (Πρωτόκολλα 009, 010, 011, 012, 015, 016 και 018). Όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν μία μονή δόση εμβολίου, εκτός από ένα υποσύνολο συμμετεχόντων στο Πρωτόκολλο 002 (n=30), Πρωτόκολλο 015 (n=40) και στο Πρωτόκολλο 016 (n=385) οι οποίοι έλαβαν δύο δόσεις.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η κλινική αποτελεσματικότητα του Ervebo σε ενήλικες αξιολογήθηκε στο Πρωτόκολλο 010.
Το Πρωτόκολλο 010 (Μελέτη εμβολιασμού δακτυλίου) ήταν μία Φάσης 3 ανοικτή τυχαιοποιημένη κατά ομάδες μελέτη του εμβολιασμού δακτυλίου (εμβολιάζονται οι επαφές και οι επαφές των επαφών [CCCs] των περιστατικών Έμπολα) στην οποία αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Ervebo στη Γουινέα. Σε αυτή τη μελέτη, 9.096 συμμετέχοντες ηλικίας ≥18 ετών οι οποίοι θεωρήθηκαν CCCs ενός περιστατικού Έμπολα με εργαστηριακά επιβεβαιωμένη EVD τυχαιοποιήθηκαν σε άμεσο (4.539 συμμετέχοντες σε 51 ομάδες) ή σε καθυστερημένο κατά 21 ημέρες (4.557 συμμετέχοντες σε 47 ομάδες) εμβολιασμό με Ervebo. Από αυτούς τους 9.096 συμμετέχοντες, οι 4.160 έλαβαν Ervebo (2.119 συμμετέχοντες εμβολιάστηκαν στο σκέλος του άμεσου εμβολιασμού και 2.041 συμμετέχοντες εμβολιάστηκαν στο σκέλος του καθυστερημένου εμβολιασμού). Η διάμεση ηλικία των CCCs που είχαν συναινέσει ήταν 35 έτη. Η τελική πρωταρχική ανάλυση περιλάμβανε
2.108 συμμετέχοντες (51 ομάδες) που είχαν εμβολιαστεί στο σκέλος άμεσου εμβολιασμού και 1.429
συμμετέχοντες (46 ομάδες) οι οποίοι ήταν επιλέξιμοι και συναίνεσαν την Ημέρα 0 στο σκέλος καθυστερημένου εμβολιασμού.
Η τελική πρωταρχική ανάλυση ήταν να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα έναντι του εργαστηριακά επιβεβαιωμένου EVD συγκρίνοντας την επίπτωση των περιστατικών που εμφανίστηκαν 10 έως 31 ημέρες μετά την τυχαιοποίηση για εκείνους που εμβολιάστηκαν στους δακτυλίους άμεσου εμβολιασμού έναντι της επίπτωσης των περιστατικών για τους συμμετέχοντες οι οποίοι συναίνεσαν την Ημέρα 0 στους δακτυλίους καθυστερημένου εμβολιασμού. Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου ήταν 100% (μη προσαρμοσμένο 95% CI: 63,5% έως 100%, 95% CI προσαρμοσμένο για
πολλαπλότητα: 14,4% έως 100%) (0 περιστατικά στο σκέλος άμεσου εμβολιασμού, 10 περιστατικά σε 4 δακτυλίους στο σκέλος καθυστερημένου εμβολιασμού). Η τυχαιοποίηση ολοκληρώθηκε μετά από μία ενδιάμεση ανάλυση με p=0,0036 το οποίο δεν πληρούσε το προκαθορισμένο επίπεδο άλφα 0,0027. Από τα 10 περιστατικά, τα 7 ήταν σε επαφές και τα 3 σε επαφές των επαφών. Αβεβαιότητες παραμένουν ως προς το επίπεδο, τη διάρκεια και τον τύπο προστασίας, δεδομένων των μεθοδολογικών περιορισμών και των ασυνήθιστων συνθηκών που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Κλινική ανοσογονικότητα
Δεν έχουν καθοριστεί ανοσολογικές συσχετίσεις προστασίας.
Το Πρωτόκολλο 009, που ονομάστηκε Συνεργασία για την Έρευνα στα Εμβόλια του Έμπολα στη Λιβερία (PREVAIL), ήταν μία Φάσης 2 τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη στην οποία αξιολογήθηκε η ασφάλεια και η ανοσογονικότητα των υπό δοκιμή εμβολίων έναντι του Έμπολα, συμπεριλαμβανομένου του Ervebo. Αυτή η μελέτη συνέκρινε το Ervebo με τον φυσιολογικό ορό ως εικονικό φάρμακο σε 1.000 ενήλικες ηλικίας ≥18 ετών στη Λιβερία.
Το Πρωτόκολλο 011 που ονομάστηκε Μελέτη της Σιέρα Λεόνε για την εισαγωγή ενός Εμβολίου έναντι του Έμπολα (STRIVE) ήταν μία Φάσης 2/3 τυχαιοποιημένη ανοικτή μελέτη στην οποία αξιολογήθηκε η ασφάλεια και η ανοσογονικότητα του Ervebo σε ενήλικες ηλικίας ≥18 ετών που εργάζονταν σε εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης ή σε δραστηριότητες πρώτης γραμμής που σχετίζονταν με τη δράση έναντι του Έμπολα στη Σιέρα Λεόνε. Σε αυτή τη μελέτη, 8.673 ενήλικοι συμμετέχοντες εισήχθησαν και 8.651 με έγκυρες συναινέσεις τυχαιοποιήθηκαν σε άμεσο (εισαγωγή στη δοκιμή εντός 7 ημερών) ή σε καθυστερημένο (18 έως 24 εβδομάδες μετά την εισαγωγή στη μελέτη) εμβολιασμό με Ervebo. Μία υπομελέτη ανοσογονικότητας περιλάμβανε 508 συμμετέχοντες που εμβολιάστηκαν και παρείχαν δείγματα για την αξιολόγηση της ανοσογονικότητας.
Το Πρωτόκολλο 012 ήταν μία Φάσης 3 τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη στην οποία αξιολογήθηκε η ασφάλεια και η ανοσογονικότητα τριών παρτίδων σταθερότητας και μιας παρτίδας υψηλής δόσης (περίπου πέντε φορές υψηλότερη από τη δόση στις παρτίδες σταθερότητας και από τη δόση που χρησιμοποιήθηκε στις άλλες Φάσης 2/3 μελέτες) του Ervebo συγκριτικά με τον φυσιολογικό ορό ως εικονικό φάρμακο. Συνολικά, 1.197 υγιείς συμμετέχοντες ηλικίας 18 έως 65 ετών συμμετείχαν σε δοκιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Ισπανία.
Το Πρωτόκολλο 015, που ονομάστηκε Αφρο-Καναδική Μελέτη Ενηλίκων με λοίμωξη HIV και Εμβόλιο για τον Έμπολα (ACHIV-Ebola), ήταν μια Φάσης 2 τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, στην οποία αξιολογήθηκε η ασφάλεια και η ανοσογονικότητα του Ervebo σε ενήλικες και εφήβους συμμετέχοντες με λοίμωξη HIV σε αντιρετροϊκή θεραπεία, με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο και αριθμό CD4+ Τ-λεμφοκυττάρων μεγαλύτερο ή ίσο με 200 κύτταρα/mm3, οι οποίοι έλαβαν: μία εφάπαξ δόση Ervebo (n=161) ή εικονικό φάρμακο (n=39) ή δύο δόσεις Ervebo (n=40) ή εικονικό φάρμακο (n=10) που χορηγήθηκαν με διαφορά 56 ημερών. Σε αυτή τη μελέτη, 65 έφηβοι ηλικίας 13 έως 17 ετών και 186 ενήλικες ηλικίας 18 ετών και μεγαλύτεροι εντάχθηκαν στον Καναδά, την Μπουρκίνα Φάσο και τη Σενεγάλη.
Το Πρωτόκολλο 016, που ονομάστηκε Συνεργασία για την Έρευνα στoν Εμβολιασμό του Έμπολα (PREVAC), ήταν μία Φάσης 2 τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη στην οποία αξιολογήθηκε η ασφάλεια και η ανοσογονικότητα του Ervebo σε συμμετέχοντες που έλαβαν: μία δόση Ervebo και φυσιολογικό ορό ως εικονικό φάρμακο χορηγούμενα με διαφορά 56 ημερών, δύο δόσεις Ervebo που χορηγήθηκαν με διαφορά 56 ημερών ή δύο δόσεις φυσιολογικού ορού ως εικονικό φάρμακο. Σε αυτή τη μελέτη, 998 παιδιά και έφηβοι ηλικίας 1 έως 17 ετών και
1.004 ενήλικες ηλικίας 18 ετών και μεγαλύτεροι εντάχθηκαν στη Γουινέα, τη Λιβερία, το Μάλι και τη Σιέρα Λεόνε.
Το Πρωτόκολλο 018 ήταν μία Φάσης 3 ανοικτή μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Γουινέα για να αξιολογηθεί η ασφάλεια και η ανοσογονικότητα του Ervebo σε εμβολιασμένους εργαζόμενους πρώτης γραμμής ηλικίας 18 ετών ή μεγαλύτερους, η οποία υλοποιήθηκε ως Μέρος Β της Φάσης 3 μελέτης εμβολιασμού δακτυλίου για το Πρωτόκολλο 010. Σε αυτή τη μελέτη, εισήχθησαν συνολικά
2.115 συμμετέχοντες και 2.016 συμμετέχοντες εμβολιάστηκαν με το Ervebo. Μια υπομελέτη ανοσογονικότητας περιλάμβανε 1.217 συμμετέχοντες οι οποίοι εμβολιάστηκαν και παρείχαν δείγματα για την αξιολόγηση της ανοσογονικότητας.
Τα δεδομένα ανοσογονικότητας ελήφθησαν στο Πρωτόκολλο 009 στη Λιβερία, στο Πρωτόκολλο 011 στη Σιέρα Λεόνε, στο Πρωτόκολλο 012 στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και την Ευρώπη, στο Πρωτόκολλο 015 στον Καναδά, την Μπουρκίνα Φάσο και τη Σενεγάλη, στο Πρωτόκολλο 016 στη Γουινέα, στη Λιβερία, στο Μάλι και στη Σιέρα Λεόνε και στο Πρωτόκολλο 018 στη Γουινέα. Η γάμμα ακτινοβολία των δειγμάτων (από περιοχές που εμπλέκονταν σε εξάρσεις Έμπολα) πραγματοποιήθηκε για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης από άγριο τύπο του ιού Έμπολα των εργαζομένων στο εργαστήριο, αλλά αύξησε τις ανοσολογικές αποκρίσεις στη δοκιμασία ανοσοπροσρόφησης συνδεδεμένη με ένζυμο γλυκοπρωτεΐνης (GP-ELISA) πριν τον εμβολιασμό κατά περίπου 20% και μείωσε τις ανοσολογικές αποκρίσεις στη GP-ELISA και στη δοκιμασία εξουδετέρωσης με μείωση των πλακών (PRNT) μετά τον εμβολιασμό κατά περίπου 20%. Τα δείγματα από το Πρωτόκολλο 012 και το Πρωτόκολλο 015 δεν ακτινοβολήθηκαν με γάμμα ακτινοβολία. Η απουσία γάμμα ακτινοβολίας, η χαμηλότερη οροθετικότητα στην αρχική κατάσταση και άλλοι παράγοντες είχαν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ανοσολογική απόκριση στο Πρωτόκολλο 012.
Κλινική ανοσογονικότητα σε ενήλικες ηλικίας 18 ετών και μεγαλύτερους
Δοκιμασία ανοσογονικότητας πραγματοποιήθηκε στο Πρωτόκολλο 009, Πρωτόκολλο 011, Πρωτόκολλο 012, Πρωτόκολλο 015, Πρωτόκολλο 016 και Πρωτόκολλο 018 και περιλάμβανε την αξιολόγηση της προσδεμένης ανοσοσφαιρίνης G (IgG) ειδικής για το κεκαθαρμένο Kikwit ZEBOV GP με επικυρωμένη GP-ELISA, καθώς και την εξουδετέρωση του ιού του εμβολίου με επικυρωμένη
PRNT.
Όπως παρουσιάζεται στους Πίνακες 2 και 3, οι μέσοι γεωμετρικοί τίτλοι (GMT) της GP-ELISA και της PRNT αυξήθηκαν από πριν τον εμβολιασμό έως μετά τον εμβολιασμό.
Πάνω από το 93,8% των ληπτών του εμβολίου από τα Πρωτόκολλα 009, 011, 012, 016 και 018 πληρούσαν τα κριτήρια οροαπόκρισης τα οποία καθορίστηκαν ως μία ≥2-φορές αύξηση από την αρχική κατάσταση και ≥200 EU/mL σε οποιαδήποτε στιγμή μετά τον εμβολιασμό με GP-ELISA και πάνω από το 80,0% των συμμετεχόντων πληρούσαν τα κριτήρια οροαπόκρισης, τα οποία καθορίστηκαν ως μία ≥4-φορές αύξηση από την αρχική κατάσταση σε οποιαδήποτε στιγμή μετά τον εμβολιασμό με PRNT. Πάνω από το 80,3% των συμμετεχόντων συνέχισαν να πληρούν τα κριτήρια οροαπόκρισης για την GP-ELISA και πάνω από το 63,8% των ληπτών του εμβολίου συνέχισαν να πληρούν τα κριτήρια οροαπόκρισης για την PRNT στους 12 μήνες. Η κλινική σημασία των δεδομένων ανοσογονικότητας δεν είναι επί του παρόντος γνωστή.
Πίνακας 2: Περίληψη των μέσων γεωμετρικών τίτλων για τη GP-ELISA σε ενήλικες ηλικίας
18 ετών και μεγαλύτερους από τα Πρωτόκολλα 009, 011, 012, 016 και 018 των κλινικών μελετών
| Χρονικό | GMT (n) [95% CI] |
| σημείο | Πρωτόκολλο 009† | Πρωτόκολλο 011† | Πρωτόκολλο 012‡ | Πρωτόκολλο 016† | Πρωτόκολλο 018† |
| Αρχική κατάσταση | 120,7 (487)[110,8, 131,5] | 92,7 (503)[85,3, 100,9] | <36,11 (696)[<36,11, <36,11] | 140,2 (379)[129,0, 152,4] | 78,3 (1,123)[74,7, 82,0] |
| Μήνας 1 | 999,7 (489)[920,1, 1.086,1] | 964,3 (443)[878,7, 1.058,3] | 1.262,0 (696)[1.168,9, 1.362,6] | 1.241,2 (343)[1.116,4, 1.380,0] | 1.106,5 (1,023)[1.053,4, 1.162,2] |
| Μήνας 6 | 713,8 (485)[661,4, 770,3] | 751.8 (383)[690,6, 818,4] | 1.113,4 (664)[1.029,5, 1.204,0] | ΔΕ | 1.008,8 (75)[849,8, 1.197,6] |
| Μήνας 12§ | 664,3 (484)[616,5, 715,8] | 760,8 (396)[697,6, 829,8] | 1.078,4 (327)[960,6, 1.210,7] | 1.088,4 (292)[983,5, 1.204,6] | ΔΕ |
| Μήνας 24 | 766,3 (441)[705,0, 832,9] | ΔΕ | 920,3 (303)[820,4, 1.032,3] | ΔΕ | ΔΕ |
| Μήνας 36 | 755,7 (434)[691,6, 825,7] | ΔΕ | ΔΕ | ΔΕ | ΔΕ |
| Μήνας 48 | 835,4 (400)[769,3, 907,2] | ΔΕ | ΔΕ | ΔΕ | ΔΕ |
| Μήνας 60 | 785,9 (397)[722,3, 855,2] | ΔΕ | ΔΕ | ΔΕ | ΔΕ |
| Ο πληθυσμός Πλήρους Ανάλυσης ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στα Πρωτόκολλα 009, 011 και 018 και αποτελείται από όλους τους εμβολιασμένους συμμετέχοντες με ορολογικά δεδομένα και που είχαν δείγμα ορού που συλλέχθηκε εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.Ο Πληθυσμός Ανοσογονικότητας Κατά Πρωτόκολλο ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στο Πρωτόκολλο 012 και περιλαμβάνει όλους τους συμμετέχοντες που ήταν συμβατοί με το πρωτόκολλο, έλαβαν εμβολιασμό, ήταν οροαρνητικοί την Ημέρα 1 και είχαν δείγμα ορού σε ένα ή περισσότερα χρονικά σημεία που συλλέχθηκαν εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.Ο Πληθυσμός Ανοσογονικότητας Κατά Πρωτόκολλο ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στο Πρωτόκολλο 016 και περιλαμβάνει όλους τους εμβολιασμένους συμμετέχοντες με ορολογικά δεδομένα που ήταν συμβατοί με το πρωτόκολλο και είχαν δείγμα ορού που συλλέχθηκε εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.n=Αριθμός συμμετεχόντων που συνέβαλαν στην ανάλυση.CI=Διάστημα εμπιστοσύνης, GP-ELISA = Δοκιμασία Ανοσοπροσρόφησης Συνδεδεμένη με Ένζυμο Γλυκοπρωτεΐνης (EU/mL), GMT=Μέσοςγεωμετρικός τίτλος§Πρωτόκολλο 011 από Μήνα 9-12†Πρωτόκολλα 009, 011, 016 και 018 χρησιμοποιήθηκε γάμμα ακτινοβολία των δειγμάτων για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης από άγριο τύπο του ιού Έμπολα των εργαζομένων στο εργαστήριο.‡Ομάδα Συνδυασμένων Παρτίδων Σταθερότητας | |||||
Πίνακας 3: Περίληψη των μέσων γεωμετρικών τίτλων για τη PRNT σε ενήλικες ηλικίας 18 ετών και μεγαλύτερους από τα Πρωτόκολλα 009, 011, 012, 016 και 018 των κλινικών μελετών
| Χρονικό σημείο | GMT (n) [95% CI] | ||||
| Πρωτόκολλο 009† | Πρωτόκολλο 011† | Πρωτόκολλο 012‡ | Πρωτόκολλο 016† | Πρωτόκολλο 018† | |
| Αρχική κατάσταση | <35 (451)[<35, <35] | <35 (438)[<35, <35] | <35 (696)[<35, <35] | 17,5 (92)[16,7, 18,4] | <35 (1,107)[<35, <35] |
| Μήνας 1 | 117,1 (490)[106,4, 128,9] | 116,0 (437)[105,7, 127,4] | 202,1 (696)[187,9, 217,4] | 170,1 (98)[144,1, 200,7] | 160,0 (1,024)[151,6, 168,9] |
| Μήνας 6 | 76,7 (485)[69,8, 84,2] | 95,3 (382)[86,3, 105,3] | 266,5 (664)[247,4, 287,0] | ΔΕ | 117,0 (75)[96,0, 142,6] |
| Μήνας 12§ | 100,2 (485)[91,3, 110,0] | 119,9 (396)[107,9, 133,2] | 271,4 (327)[243,4, 302,7] | 144,3 (84)[122,2, 170,4] | ΔΕ |
| Μήνας 24 | ΔΕ | ΔΕ | 267,6 (302)[239,4, 299,2] | ΔΕ | ΔΕ |
Ο πληθυσμός Πλήρους Ανάλυσης ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στα Πρωτόκολλα 009, 011 και 018 και αποτελείται από όλους τους εμβολιασμένους συμμετέχοντες με ορολογικά δεδομένα και που είχαν δείγμα ορού που συλλέχθηκε εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.
Ο Πληθυσμός Ανοσογονικότητας Κατά Πρωτόκολλο ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στο Πρωτόκολλο 012 και περιλαμβάνει όλους τους συμμετέχοντες που ήταν συμβατοί με το πρωτόκολλο, έλαβαν εμβολιασμό, ήταν οροαρνητικοί την Ημέρα 1 και είχαν δείγμα ορού σε ένα ή περισσότερα χρονικά σημεία που συλλέχθηκαν εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.
Ο Πληθυσμός Ανοσογονικότητας Κατά Πρωτόκολλο ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στο Πρωτόκολλο 016 και περιλαμβάνει όλους τους εμβολιασμένους συμμετέχοντες με ορολογικά δεδομένα που ήταν συμβατοί με το πρωτόκολλο και είχαν δείγμα ορού που συλλέχθηκε εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.
n=Αριθμός συμμετεχόντων που συνέβαλαν στην ανάλυση.
CI=Διάστημα εμπιστοσύνης, GMT=Μέσος γεωμετρικός τίτλος, PRNT=Δοκιμασία Εξουδετέρωσης με Μείωση των Πλακών
§Πρωτόκολλο 011 από Μήνα 9-12
†Πρωτόκολλα 009, 011, 016 και 018 χρησιμοποιήθηκε γάμμα ακτινοβολία των δειγμάτων για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης από άγριο τύπο του ιού Έμπολα των εργαζομένων στο εργαστήριο.
‡Ομάδα Συνδυασμένων Παρτίδων Σταθερότητας
Ανοσογονικότητα σε ενήλικες και εφήβους με λοίμωξη HIV
Στο Πρωτόκολλο 015, ενήλικες και έφηβοι (13–17 ετών) με λοίμωξη HIV σε αντιρετροϊκή θεραπεία με αριθμό CD4+ Τ-λεμφοκυττάρων ≥200 κύτταρα/mm³, εμφάνισαν παρατεταμένη ανοσοαπόκριση μετά από μία εφάπαξ δόση Ervebo. Σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μετά τον εμβολιασμό, ≥97,5% των συμμετεχόντων πληρούσαν τα κριτήρια οροαπόκρισης τόσο με GP-ELISA (≥2-πλάσια αύξηση από την αρχική τιμή και ≥200 EU/mL) όσο και με PRNT (≥-4πλάσια αύξηση από την αρχική τιμή). Στους ενήλικες, οι GMTs της GP-ELISA αυξήθηκαν από 32,3 EU/mL κατά την έναρξη σε 1.170,8 τον Μήνα 1, 1.724,0 τον Μήνα 6 και 1.942,7 τον Μήνα 12. Οι GMTs της PRNT αυξήθηκαν από 17,8
κατά την έναρξη σε 223,8 τον Μήνα 1, 237,5 τον Μήνα 6 και 338,0 τον Μήνα 12.
Στους εφήβους, οι GMTs της GP-ELISA αυξήθηκαν από 36,3 EU/mL κατά την έναρξη σε 1.432,8 τον Μήνα 1, 2.256,4 τον Μήνα 6 και 2.951,3 τον Μήνα 12. Οι GMTs της PRNT αυξήθηκαν από 17,5
κατά την έναρξη σε 281,9 τον Μήνα 1, 293,0 τον Μήνα 6 και 440,9 τον Μήνα 12.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Κλινική ανοσογονικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 1 έως 17ετών Πρωτόκολλο 16
Όπως φαίνεται στους Πίνακες 4 και 5, οι GMTs της GP-ELISA και της PRNT αυξήθηκαν από πριν τον εμβολιασμό έως μετά τον εμβολιασμό. Στο Πρωτόκολλο 016, το 95,7% των συμμετεχόντων πληρούσαν τα κριτήρια οροαπόκρισης τα οποία καθορίστηκαν ως μία ≥ 2-φορές αύξηση από την αρχική κατάσταση και ≥ 200 EU/mL σε οποιαδήποτε στιγμή μετά τον εμβολιασμό με GP-ELISA και το 95,8% των συμμετεχόντων πληρούσαν τα κριτήρια οροαπόκρισης, τα οποία καθορίστηκαν ως μία
≥4-φορές αύξηση από την αρχική κατάσταση σε οποιαδήποτε στιγμή μετά τον εμβολιασμό με PRNT. Στους 12 μήνες μετά τον εμβολιασμό, το 93,2% των συμμετεχόντων συνέχισαν να πληρούν τα κριτήρια οροαπόκρισης για τη GP ELISA και το 95,3% των συμμετεχόντων συνέχισαν να πληρούν τα κριτήρια οροαπόκρισης για τη PRNT. Οι Πίνακες 4 και 5 παρέχουν μια περίληψη των GMT για τη GP-ELISA και για τη PRNT, αντίστοιχα, ανά ηλικιακό εύρος.
Οι ανοσοαποκρίσεις μετά τον εμβολιασμό με Ervebo σε παιδιά και εφήβους δεν ήταν κατώτερες από αυτές των ενηλίκων 1 μήνα μετά τον εμβολιασμό. Η κλινική σημασία των δεδομένων ανοσογονικότητας δεν είναι προς το παρόν γνωστή.
Πίνακας 4: Περίληψη των μέσων γεωμετρικών τίτλων για τη GP-ELISA σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 1 έως 17 ετών από το Πρωτόκολλο 016 των κλινικών μελετών§
| Ηλικία | Αρχική κατάστασηGMT (n) [95% CI] | Μήνας 1 GMT (n) [95% CI] | Μήνας 12 GMT (n) [95% CI] |
| 1 έως <3 ετών | 50,2 (43)[40,2, 62,7] | 1.192,1 (45)[827,6, 1.717,1] | 1.719,3 (45)[1.245,7, 2.373,1] |
| 3 έως <12 ετών | 93,3 (180)[80,6, 108,1] | 1.845,1 (171)[1.552,1, 2.193,4] | 1.368,4 (153)[1.189,3, 1.574,5] |
| 12 έως 17 ετών | 140,0 (128) | 2.103,3 (120) | 1.451,6 (86) |
| [120,9, 162,2] | [1.772,2, 2.496,4] | [1.188,6, 1.772,8] | |
| Ο Πληθυσμός Ανοσογονικότητας Κατά Πρωτόκολλο ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στο Πρωτόκολλο 016 και περιλαμβάνει όλους τους εμβολιασμένους συμμετέχοντες με ορολογικά δεδομένα που ήταν συμβατοί με το πρωτόκολλο και είχαν δείγμα ορού που συλλέχθηκε εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.n=Αριθμός συμμετεχόντων που συνέβαλαν στην ανάλυση.CI=Διάστημα εμπιστοσύνης, GMT=μέσος γεωμετρικός τίτλος, GP-ELISA=δοκιμασία ανοσοπροσρόφησης συνδεδεμένη με ένζυμο γλυκοπρωτεΐνης (EU/mL).Στο Πρωτόκολλο 016 χρησιμοποιήθηκε γάμμα ακτινοβολία των δειγμάτων για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης από άγριο τύπο του ιού Έμπολα των εργαζομένων στο εργαστήριο.§Ομάδα 1-δόσης | |||
Πίνακας 5: Περίληψη των μέσων γεωμετρικών τίτλων για τη PRNT σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 1 έως 17 ετών από το Πρωτόκολλο 016 των κλινικών μελετών§
| Ηλικία | Αρχική κατάστασηGMT (n) [95% CI] | Μήνας 1 GMT (n) [95% CI] | Μήνας 12 GMT (n) [95% CI] |
| 1 έως <3 ετών | 17,5 (39)[<0, <0] | 321,0 (33)[231,1, 445,7] | 494,7 (32)[386,5, 633,3] |
| 3 έως <12 ετών | 17,9 (134)[16,9, 18,8] | 280,4 (114)[241,3, 325,7] | 312,7 (88)[271,0, 360,8] |
| 12 έως 17 ετών | 17,5 (111)[17,4, 17,6] | 273,3 (119)[237,5, 314,6] | 251,7 (85)[215,7, 293,7] |
| Ο Πληθυσμός Ανοσογονικότητας Κατά Πρωτόκολλο ήταν ο πρωταρχικός πληθυσμός για τις αναλύσεις ανοσογονικότητας στο Πρωτόκολλο 016 και περιλαμβάνει όλους τους εμβολιασμένους συμμετέχοντες με ορολογικά δεδομένα που ήταν συμβατοί με το πρωτόκολλο και είχαν δείγμα ορού που συλλέχθηκε εντός ενός αποδεκτού εύρους ημέρας.n=Αριθμός συμμετεχόντων που συνέβαλαν στην ανάλυση.CI=Διάστημα εμπιστοσύνης, GMT=Μέσος γεωμετρικός τίτλος, PRNT=Δοκιμασία Εξουδετέρωσης με Μείωση των ΠλακώνΣτο Πρωτόκολλο 016 χρησιμοποιήθηκε γάμμα ακτινοβολία των δειγμάτων για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης από άγριο τύπο του ιού Έμπολα των εργαζομένων στο εργαστήριο.§Ομάδα 1-δόσης | |||
Κλινική ανοσογονικότητα σε συμμετέχοντες που λαμβάνουν μία αναμνηστική δόση
Αν και παρατηρήθηκε αύξηση στις αποκρίσεις αντισωμάτων σε παιδιά και εφήβους (n=207) και ενήλικες (n=222) μετά από μία δεύτερη δόση Ervebo που χορηγήθηκε την Ημέρα 56 (Πρωτόκολλο 015 και Πρωτόκολλο 016), η αύξηση στους τίτλους αντισωμάτων δεν διατηρήθηκε
περισσότερο από τους τίτλους αντισωμάτων που παρατηρήθηκαν μετά από μία εφάπαξ δόση (n=426
παιδιά και έφηβοι, n=507 ενήλικες) στους 12 μήνες μετά τον εμβολιασμό.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ERVEBO 2.000
Ανασυνδυασμένη ανθρώπινη αλβουμίνη ορού Ρυθμιστικό διάλυμα τρομεταμόλης
Ύδωρ για ενέσιμα
Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH)
Νατρίου υδροξείδιο (για ρύθμιση του pH)
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Φυλάσσετε και μεταφέρετε στην κατάψυξη στους -80 °C έως -60 °C.
Μετά την απόψυξη, το εμβόλιο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Ωστόσο δεδομένα σταθερότητας κατά τη χρήση καταδεικνύουν ότι εφόσον αποψυχθεί, το εμβόλιο μπορεί να φυλαχθεί για έως και 14 ημέρες στους 2°°C έως 8°°C πριν από τη χρήση. Στο τέλος των 14 ημερών, το εμβόλιο θα πρέπει να χρησιμοποιείται ή να απορρίπτεται. Μετά την απομάκρυνση από τον καταψύκτη, το εμβόλιο θα πρέπει να φέρει την ένδειξη τόσο της ημερομηνίας κατά την οποία απομακρύνθηκε από τον καταψύκτη, όσο και της νέας ημερομηνίας απόρριψης [αντί της ημερομηνίας λήξης που αναγράφεται (EXP)]. Εφόσον αποψυχθεί, το εμβόλιο δε μπορεί να καταψυχθεί ξανά.
Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Διάλυμα 1 mL για 1 δόση σε φιαλίδιο (γυαλί τύπου I) με πώμα (χλωροβουτυλίου) και πλαστικό πώμα ασφαλείας (flip-off) με σφράγιση αλουμινίου.
Συσκευασία των 10 φιαλιδίων.
και άλλος χειρισμός
-
To εμβόλιο φυλάσσεται στην κατάψυξη στους -80°C έως -60°C και θα πρέπει να απομακρύνεται από τον καταψύκτη και να αποψύχεται σε λιγότερο από 4 ώρες μέχρι να μην υπάρχει ορατός πάγος. Μην αποψύχετε το φιαλίδιο στο ψυγείο, καθώς δεν διασφαλίζεται ότι το φιαλίδιο θα αποψυχθεί σε λιγότερο από 4 ώρες. Το αποψυγμένο φιαλίδιο θα πρέπει στη συνέχεια να αναστρέφεται ήπια αρκετές φορές πριν την αναρρόφηση με τη σύριγγα.
-
Το εμβόλιο θα πρέπει να εμφανίζεται σαν ένα άχρωμο έως ελαφρώς καφέ-κίτρινο υγρό χωρίς ορατά σωματίδια. Απορρίψτε το εμβόλιο εάν υπάρχουν σωματίδια.
-
Αναρροφήστε ολόκληρο το περιεχόμενο του εμβολίου από το φιαλίδιο χρησιμοποιώντας μια αποστειρωμένη βελόνα και σύριγγα.
Εάν είναι εφικτό, το υγρό υπόλειμμα από πλύσεις ματιών θα πρέπει να συλλέγεται και να απολυμαίνεται πριν απορριφθεί στην αποχέτευση.
Κάθε αχρησιμοποίητο εμβόλιο ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σε συμμόρφωση με τις θεσμικές κατευθυντήριες οδηγίες για τους γενετικά τροποιημένους οργανισμούς ή τα βιολογικά επικίνδυνα απόβλητα, όπως εφαρμόζεται.
Εάν συμβεί θραύση/διαρροή, απολυμαντικά όπως οι αλδεΰδες, οι αλκοόλες και τα απορρυπαντικά μειώνουν αποδεδειγμένα το ενδεχόμενο ιικής μόλυνσης μετά από λίγα μόνο λεπτά.