FASMICOR SOLU.TAB 10MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - FASMICOR 10MG/TAB
Τo FASMICOR διαλυτά δισκία ενδείκνυται ως θεραπεία υποκατάστασης σε:
-
Επινεφριδική ανεπάρκεια σε βρέφη, παιδιά, εφήβους (<18 ετών) και ενήλικες.
-
Συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων (CAH) σε βρέφη, παιδιά, εφήβους (<18 ετών) και ενήλικες.
Δοσολογία
Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση του κάθε ασθενούς. Πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση.
Η κλινική ανταπόκριση πρέπει να παρακολουθείται, και οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις που απαιτούν προσαρμογή της δόσης, συμπεριλαμβανομένων μεταβολών της κλινικής κατάστασης λόγω υφέσεων ή εξάρσεων της νόσου, της ατομικής ανταπόκρισης στο φάρμακο, και επιδράσεων του στρες (π.χ. χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη, τραύμα). Κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων, ενδέχεται να απαιτηθεί προσωρινή αύξηση της δόσης.
Θεραπεία υποκατάστασης
Η υδροκορτιζόνη χορηγείται ως θεραπεία υποκατάστασης με από του στόματος χορήγηση, σύμφωνα με την κλινική πρακτική, σε δόση προσαρμοσμένη στην ατομική κλινική ανταπόκριση.
Η πρώτη δόση το πρωί πρέπει να είναι υψηλότερη από την τελευταία δόση, για να προσομοιώνεται ο φυσιολογικός κιρκάδιος ρυθμός έκκρισης της κορτιζόλης.
-
Σε περίπτωση 2 δόσεων γενικά κατανέμονται σε ⅔ το πρωί και ⅓ το βράδυ.
-
Σε περίπτωση 3 δόσεων η πρωινή δόση είναι γενικά διπλάσια της μεσημεριανής και της βραδινής.
Οι συνιστώμενες δόσεις είναι:
Ενήλικες:
Η συνιστώμενη δόση είναι 15 έως 25 mg ημερησίως χορηγούμενη σε δύο έως τρεις δόσεις. Σε ασθενείς με υπολειπόμενη ενδογενή παραγωγή κορτιζόλης, μπορεί να επαρκεί μικρότερη δόση.
Παιδιατρικός πληθυσμός (βρέφη, παιδιά και έφηβοι):
Η συνιστώμενη δόση είναι 8 – 10 mg/m²/ημέρα για ασθενείς με επινεφριδική ανεπάρκεια και 10 –15 mg/m²/ημέρα για ασθενείς με CAH συνήθως κατανεμημένη σε τρεις με τέσσερις δόσεις. Σε ασθενείς με υπολειπόμενη ενδογενή παραγωγή κορτιζόλης, μπορεί να επαρκεί μικρότερη δόση.
Όταν διακόπτεται μακροχρόνια θεραπεία, η δόση πρέπει να μειώνεται σταδιακά, σε διάστημα εβδομάδων ή μηνών, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια θεραπείας.
Χρήση σε συμπίπτουσα νόσο
Κατά τη διάρκεια παροδικής ασθένειας, θα πρέπει να υπάρχει μεγάλη ευαισθητοποίηση σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης οξείας ανεπάρκειας των επινεφριδίων.
Σε σοβαρές καταστάσεις, απαιτείται άμεσα αύξηση της δόσης και η από του στόματος χορήγηση υδροκορτιζόνης πρέπει να αντικατασταθεί με παρεντερική, κατά προτίμηση ενδοφλέβια θεραπεία. Η ενδοφλέβια χορήγηση υδροκορτιζόνης δικαιολογείται κατά τη διάρκεια παροδικών επεισοδίων ασθένειας, όπως σοβαρές λοιμώξεις, ιδίως γαστρεντερίτιδα που σχετίζεται με έμετο ή/και διάρροια, υψηλός πυρετός οποιασδήποτε αιτιολογίας ή εκτεταμένη σωματική καταπόνηση, όπως για παράδειγμα σοβαρά ατυχήματα και χειρουργικές επεμβάσεις υπό γενική αναισθησία. Όταν απαιτείται παρεντερική υδροκορτιζόνη, ο ασθενής θα πρέπει να λαμβάνει θεραπεία σε εγκαταστάσεις με συστήματα ανάνηψης σε περίπτωση εκδήλωσης επινεφριδιακής κρίσης.
Σε λιγότερο σοβαρές καταστάσεις, όταν δεν απαιτείται ενδοφλέβια χορήγηση υδροκορτιζόνης, για παράδειγμα σε ήπιας βαρύτητας λοιμώξεις, πυρετό οποιασδήποτε αιτιολογίας και στρεσογόνες καταστάσεις, όπως μικρές χειρουργικές επεμβάσεις, η από του στόματος, συνήθης ημερήσια δόση αναπλήρωσης πρέπει να αυξηθεί προσωρινά- η συνολική ημερήσια δόση πρέπει να αυξηθεί διπλασιάζοντας ή τριπλασιάζοντας τη συνήθη δόση. Μόλις τελειώσει το επεισόδιο της συμπίπτουσας νόσου, οι ασθενείς μπορούν να επιστρέψουν στην κανονική δόση συντήρησης.
Eιδικός πληθυσμός
Ηλικιωμένοι
Σε περίπτωση χαμηλού σωματικού βάρους λόγω ηλικίας συνιστάται η παρακολούθηση της κλινικής ανταπόκρισης και μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης σε χαμηλότερη δόση.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται η παρακολούθηση της κλινικής ανταπόκρισης ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια μείωση της ηπατικής λειτουργίας. Σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μειώνεται η λειτουργική ηπατική μάζα και συνεπώς η ικανότητα μεταβολισμού της υδροκορτιζόνης. Συνεπώς, συνιστάται η παρακολούθηση της κλινικής ανταπόκρισης και μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης.
Τρόπος χορήγησης
Τα FASMICOR διαλυτά δισκία πρέπει να διαλύονται σε (τουλάχιστον 50 ml) νερό πριν από τη χρήση.
Μετά τη διάλυσή του, να το παίρνετε αμέσως.
Για παιδιά που δυσκολεύονται με την συγκεκριμένη φαρμακοτεχνική μορφή, υπάρχει διαθέσιμη άλλη φαρμακοτεχνική μορφή, πόσιμο διάλυμα.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υδροκορτιζόνη είναι απαραίτητη η προσεκτική προσαρμογή της θεραπείας στον εκάστοτε ασθενή, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων του βάρους, της αρτηριακής πίεσης και των ηλεκτρολυτών. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση κορτικοστεροειδών και όταν είναι δυνατή η μείωση της δόσης, η μείωση θα πρέπει να είναι σταδιακή (βλ. παράγραφο 4.2).
Συνιστάται στους ασθενείς να φέρουν μαζί τους κάρτα που να αναφέρει τις λεπτομέρειες της θεραπείας τους με κορτικοστεροειδή. Επίσης, συνιστάται να συζητούν τη θεραπεία, τις επιδράσεις της και τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται με τα άτομα του στενού τους περιβάλλοντος.
Η θεραπεία της επινεφριδικής ανεπάρκειας και της συγγενούς υπερπλασίας των επινεφριδίων CAH συχνά δικαιολογεί πρόσθετη θεραπεία με αλατοκορτικοειδή.
Οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια (κρίση Addison)
Η οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς με γνωστή επινεφριδιακή ανεπάρκεια που λαμβάνουν ανεπαρκείς ημερήσιες δόσεις ή σε καταστάσεις αυξημένων αναγκών σε κορτιζόλη. Η κρίση επινεφριδίων μπορεί να αναπτυχθεί σε ασθενείς με οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της οξείας επινεφριδιακής ανεπάρκειας και της επινεφριδιακής κρίσης και για την ανάγκη άμεσης αναζήτησης ιατρικής φροντίδας. Η αιφνίδια διακοπή της θεραπείας με υδροκορτιζόνη ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης επινεφριδιακής κρίσης και θανάτου.
Κατά τη διάρκεια της επινεφριδιακής κρίσης θα πρέπει να γίνεται παρεντερική, κατά προτίμηση ενδοφλέβια χορήγηση υδροκορτιζόνης σε υψηλές δόσεις, μαζί με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση, σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
Συνοδές λοιμώξεις
Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να καλύψουν ορισμένα συμπτώματα μιας λοίμωξης και νέες λοιμώξεις μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Δεν αναμένεται αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων κατά τη χορήγηση υδροκορτιζόνης σε δόσεις υποκατάστασης, ωστόσο όλες οι λοιμώξεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα και να ξεκινά εγκαίρως προσαρμογή της δόσης (stress dosing) (βλ. παράγραφο 4.2).
Κατά τη διάρκεια παροδικών ασθενειών, όπως ήπιας έντασης λοίμωξη, πυρετός οποιασδήποτε αιτιολογίας, στρεσογόνες καταστάσεις όπως μικρές χειρουργικές επεμβάσεις, η ημερήσια δόση υποκατάστασης πρέπει να αυξηθεί προσωρινά, βλ. παράγραφο 4.2, «Χρήση σε συμπίπτουσα νόσο». Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται προσεκτικά για το πώς να ενεργεί σε αυτές τις καταστάσεις και επίσης να έχει οδηγίες να αναζητήσει αμέσως ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας επιδείνωσης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις γαστρεντερίτιδας, εμέτου ή/και διάρροιας που οδηγούν σε απώλεια υγρών και αλάτων, καθώς και σε ανεπαρκή απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης υδροκορτιζόνης.
Οι ασθενείς με επινεφριδιακή ανεπάρκεια διατρέχουν τον κίνδυνο μιας απειλητικής για τη ζωή επινεφριδιακής κρίσης σε περίπτωση λοίμωξης, ως εκ τούτου, θα πρέπει να υπάρχει ισχυρή κλινική υποψία όσον αφορά τη λοίμωξη και θα πρέπει να ζητείται συμβουλή από ειδικό σε πρώιμο στάδιο.
Οι ασθενείς με επινεφριδιακή ανεπάρκεια και ταυτόχρονη ρετροϊική λοίμωξη, όπως ο HIV, χρειάζονται προσεκτική προσαρμογή της δόσης λόγω πιθανής αλληλεπίδρασης με τα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα και αυξημένη δόση υδροκορτιζόνης λόγω της λοίμωξης.
Οι επιστημονικές αναφορές δεν υποστηρίζουν τις ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις της υδροκορτιζόνης σε δόσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί για θεραπεία υποκατάστασης σε ασθενείς με επινεφριδιακή ανεπάρκεια. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι οι δόσεις υποκατάστασης της υδροκορτιζόνης θα επιδεινώσουν οποιαδήποτε συστηματική λοίμωξη ή θα επιδεινώσουν την έκβαση μιας τέτοιας λοίμωξης.
Ανοσοποίηση
Τα σχήματα υποκατάστασης με κορτικοστεροειδή για ασθενείς με επινεφριδιακή ανεπάρκεια δεν προκαλούν ανοσοκαταστολή και επομένως η χορήγηση ζώντων εμβολίων δεν αντενδείκνυται.
Ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας υποκατάστασης με κορτικοστεροειδή
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες των κορτικοστεροειδών σχετίζονται με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης. Επομένως, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι λιγότερο πιθανές όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή ως θεραπεία υποκατάστασης.
Χρήση υψηλότερων από τις κανονικές δόσεις υδροκορτιζόνης
Υψηλές (υπερφυσιολογικές) δόσεις υδροκορτιζόνης μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση αλατιού και νερού και αυξημένη απέκκριση καλίου.
Η προχωρημένη ηλικία και ο χαμηλός δείκτης μάζας σώματος, είναι γνωστοί παράγοντες κινδύνου για κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμακολογικών δόσεων γλυκοκορτικοειδών, όπως η οστεοπόρωση, η λέπτυνση του δέρματος, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση και η αυξημένη ευαισθησία στις λοιμώξεις.
Όλα τα γλυκοκορτικοειδή αυξάνουν την απέκκριση ασβεστίου και μειώνουν τον ρυθμό οστικής αναδόμησης. Ασθενείς με επινεφριδιακή ανεπάρκεια σε μακροχρόνια θεραπεία υποκατάστασης με γλυκοκορτικοειδή έχει παρατηρηθεί ότι έχουν μειωμένη οστική πυκνότητα.
Η παρατεταμένη χρήση υψηλών δόσεων γλυκοκορτικοειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη και γλαύκωμα με πιθανή βλάβη των οπτικών νεύρων. Τέτοιες επιδράσεις δεν έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης με γλυκοκορτικοειδή σε δόσεις που χρησιμοποιούνται στην επινεφριδιακή ανεπάρκεια.
Με τα συστηματικά γλυκοκορτικοειδή μπορεί να εμφανιστούν ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Αυτό μπορεί να συμβεί κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά τις προσαρμογές της δόσης. Οι κίνδυνοι μπορεί να είναι υψηλότεροι όταν χορηγούνται υψηλές δόσεις. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες υποχωρούν μετά τη μείωση της δόσης, αν και μπορεί να χρειαστεί ειδική θεραπεία.
Μετά τη χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυττάρων, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χορηγούνται μόνο σε ασθενείς με υποψία ή επιβεβαιωμένο φαιοχρωμοκύττωμα μετά από κατάλληλη αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους.
Λειτουργία του θυρεοειδούς
Οι ασθενείς με επινεφριδιακή ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, καθώς τόσο ο υποθυρεοειδισμός όσο και ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την έκθεση της χορηγούμενης υδροκορτιζόνης.
Αντίσταση στην ινσουλίνη
Τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να αυξήσουν την αντίσταση στην ινσουλίνη. Συνεπώς, πρέπει να παρακολουθείται η κατάσταση των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Οι ασθενείς με υποκλινικό
σακχαρώδη διαβήτη μπορεί να αναπτύξουν κλινικό σακχαρώδη διαβήτη. Θα πρέπει να εξετάζεται μια πιθανή αυξημένη ανάγκη για ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από το στόμα.
Διαταραχές της όρασης
Μπορεί να αναφερθούν διαταραχές της όρασης με συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής αναπτύξει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες διαταραχές της όρασης, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών, όπως καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες παθήσεις όπως η κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR) που έχουν αναφερθεί μετά από χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Η τακτική οφθαλμολογική παρακολούθηση για γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα είναι ιδιαίτερα επιθυμητή, ιδίως κατά την αρχική φάση της θεραπείας.
Θυρεοτοξική περιοδική παράλυση (TPP)
Θυρεοτοξική περιοδική παράλυση (TPP) μπορεί να παρουσιαστεί σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό και με υποκαλιαιμία επαγόμενη από υδροκορτιζόνη. Θα πρέπει να τίθεται υποψία TPP σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με υδροκορτιζόνη και παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, ειδικά σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό. Επί υποψίας TPP, τα επίπεδα καλίου στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται αμέσως και να αντιμετωπίζονται επαρκώς για να εξασφαλιστεί η αποκατάσταση των φυσιολογικών επιπέδων καλίου στο αίμα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν καθυστέρηση της ανάπτυξης κατά τη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία, η οποία μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη. Η θεραπεία θα πρέπει να περιορίζεται στην ελάχιστη δόση ώστε να ελαχιστοποιείται η καταστολή του άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια και η καχεκτική ανάπτυξη. Η αύξηση και η ανάπτυξη των βρεφών και των παιδιών που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Η οστική πυκνότητα μπορεί να επηρεαστεί στα παιδιά όταν χρησιμοποιούνται υψηλότερες δόσεις στεροειδών υποκατάστασης. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη κατάλληλη δόση στεροειδών ανάλογα με την ανταπόκριση του κάθε ασθενούς.
Έχει αναφερθεί υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια μετά από χορήγηση υδροκορτιζόνης σε πρόωρα βρέφη. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να διενεργείται κατάλληλη διαγνωστική αξιολόγηση και παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας και δομής.
Έκδοχα
Τα FASMICOR διαλυτά δισκία περιέχουν Νάτριο.
Κάθε FASMICOR 10 mg διαλυτό δισκίο περιέχει 28,32 mg νατρίου, που ισοδυναμεί με 1,4% της συνιστώμενης από τον Π.Ο.Υ. μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Κάθε FASMICOR 20 mg διαλυτό δισκίο περιέχει 56,64 mg νατρίου, που ισοδυναμεί με 2,9% της συνιστώμενης από τον Π.Ο.Υ. μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Οι αλληλεπιδράσεις της υδροκορτιζόνης που αναφέρονται παρακάτω έχουν αναφερθεί μετά από θεραπευτικές δόσεις γλυκοκορτικοειδών.
Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4, όπως η φαινυτοΐνη, η ριφαβουτίνη, η καρβαμαζεπίνη, η οξκαρβαζεπίνη, τα βαρβιτουρικά (συμπεριλαμβανομένης της φαινοβαρβιτάλης και της πριμιδόνης), η ριφαμπικίνη, το βαλσαμόχορτο (St. John's wort) και λιγότερο ισχυροί επαγωγείς όπως τα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα efavirenz και nevirapine μπορεί να επιταχύνουν τη μεταβολική κάθαρση της υδροκορτιζόνης, να μειώσουν τον τελικό χρόνο ημιζωής και κατά συνέπεια να μειώσουν τα κυκλοφορούντα επίπεδα της κορτιζόλης και να αυξήσουν τις διακυμάνσεις της (λόγω μικρότερου τελικού χρόνου ημιζωής). Αυτό μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης της υδροκορτιζόνης.
Αναμένεται ότι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4, όπως η κετοκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη, η ποσακοναζόλη, η βορινικοναζόλη η ερυθρομυκίνη, η τελιθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη, η ριτοναβίρη, ο χυμός γκρέιπφρουτ και η γλυκόριζα, μπορούν να αναστείλουν τον μεταβολισμό της υδροκορτιζόνης και έτσι να αυξήσουν τα επίπεδα στο αίμα. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας προφυλακτικής θεραπείας με οποιοδήποτε από τα αντιβιοτικά, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δοσολογίας της υδροκορτιζόνης.
Η δραση των κορτικοστεροειδών μπορεί να μειωθεί για 3-4 ημέρες μετά τη θεραπεία με μιφεπριστόνη.
Κύηση
Τα FASMICOR διαλυτά δισκία μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια της κυήσης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η θεραπεία υποκατάστασης με υδροκορτιζόνη σε έγκυες γυναίκες με επινεφριδιακή ανεπάρκεια σχετίζεται με δυσμενή έκβαση της μητέρας ή/και του εμβρύου. Η μη
θεραπευόμενη επινεφριδιακή ανεπάρκεια κατά τη διάρκεια της κυήσης σχετίζεται με κακή έκβαση τόσο της μητέρας όσο και του εμβρύου, επομένως είναι σημαντικό να συνεχιστεί η θεραπεία κατά τη διάρκεια της κυήσης.
Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα έχουν δείξει ότι τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να προκαλέσουν ανωμαλίες στο έμβρυο και αναπαραγωγική τοξικότητα, βλ. παράγραφο 5.3.
Η δόση της υδροκορτιζόνης θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της κύησης σε γυναίκες με επινεφριδιακή ανεπάρκεια. Συνιστάται η δοσολογία σύμφωνα με την ατομική κλινική ανταπόκριση.
Οι έγκυες ασθενείς με κατακράτηση υγρών ή προεκλαμψία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά εάν τους χορηγούνται κορτικοστεροειδή.
Γαλουχία
Μικρές ποσότητες κορτικοστεροειδών απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Τα FASMICOR διαλυτά δισκία μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Οι δόσεις υδροκορτιζόνης που χρησιμοποιούνται για θεραπεία υποκατάστασης είναι απίθανο να έχουν κλινικά σημαντική επιπτώση στο παιδί. Τα βρέφη μητέρων που λαμβάνουν υψηλές δόσεις συστηματικών γλυκοκορτικοειδών για παρατεταμένες περιόδους μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο επινεφριδιακής καταστολής.
Γονιμότητα
Έχει αποδειχθεί ότι οι ασθενείς με επινεφριδιακή ανεπάρκεια έχουν μειωμένη τεκνοποίηση, η οποία πιθανότατα οφείλεται στα υποκείμενα νοσήματα, αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η υδροκορτιζόνη σε δόσεις για θεραπεία υποκατάστασης επηρεάζει τη γονιμότητα.
ν
Τα FASMICOR διαλυτά δισκία επηρεάζουν σε μικρό βαθμό την ικανότητα οδήγησης, εκτέλεσης εξειδικευμένων εργασιών (π.χ. οδήγηση ποδηλάτου) και χρήσης μηχανών. Έχουν αναφερθεί κόπωση και ζάλη.
Η μη θεραπευόμενη ή ανεπαρκώς αντιμετωπιζόμενη επινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η υδροκορτιζόνη χορηγείται ως θεραπεία υποκατάστασης με στόχο την αποκατάσταση των φυσιολογικών επιπέδων κορτιζόλης. Το προφίλ ανεπιθύμητων αντιδράσεων κατά τη θεραπεία της επινεφριδιακής ανεπάρκειας δεν είναι επομένως συγκρίσιμο με εκείνο σε άλλες καταστάσεις που απαιτούν πολύ υψηλότερες δόσεις από του στόματος ή παρεντερικών γλυκοκορτικοειδών..
Όταν χορηγείται σωστή δόση για θεραπεία υποκατάστασης με υδροκορτιζόνη, η πιθανότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρονται παρακάτω είναι μικρή. Η υπερδοσολογία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι χαρακτηριστικές για τα γλυκοκορτικοειδή (όπως το σύνδρομο Cushing) και μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές. Η συχνότητα εμφάνισης των παρακάτω ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστή. Αυτές συνοψίζονται παρακάτω.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών (συχνότητα μη γνωστή)
| Κατηγορίες οργάνου συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένωνMedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες(Η συχνότητα δεν είναι γνωστή) |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | ενεργοποίηση της λοίμωξης (φυματίωση, μυκητιασικέςκαι ιογενείς λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένου του έρπητα) |
| Ενδοκρινικές διαταραχές | πρόκληση δυσανεξίας στη γλυκόζη ή σακχαρώδη διαβήτη |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής | κατακράτηση νατρίου και νερού και τάση για οίδημα υπέρτασηυποκαλιαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | ευφορία αϋπνίαψύχωση με ψευδαισθήσεις και παραλήρημαμανία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | οπίσθιος υποκάψιος καταρράκτης γλαύκωμααυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηθολή όραση (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | δυσπεψία και επιδείνωση υπάρχοντος γαστρικού έλκους ναυτίαγαστρίτιδα |
| Διαταραχές του δέρματος και τουυποδόριου ιστού | συμπτώματα τύπου Cushingερύθημα στο πρόσωπο |
| Κατηγορίες οργάνου συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένωνMedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες(Η συχνότητα δεν είναι γνωστή) |
| ακμή στεροειδώνερυθρές ραβδώσεις, πετέχειες, εκχυμώσεις υπερτρίχωσηδιαταραγμένη επούλωση τραυμάτων | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικούσυστήματος και του συνδετικού ιστού | οστεοπόρωση με αυτόματα κατάγματα |
| Διαταραχές των νεφρών και τουουροποιητικού συστήματος | απώλεια καλίου με υποκαλιαιμική αλκάλωση. |
| Καρδιακές διαταραχές | υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια σε πρόωρα γεννημέναβρέφη |
| Παρακλινικές εξετάσεις | αύξηση σωματικού βάρους |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Κατά τη μετάβαση ενός ασθενούς από άλλα από του στόματος χορηγούμενα σκευάσματα υδροκορτιζόνης στο FASMICOR , είναι πιθανό να υπάρξει ανακρίβεια στη δοσολογία με τα άλλα από του στόματος χορηγούμενα σκευάσματα υδροκορτιζόνης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σχετική μείωση της έκθεσης στην υδροκορτιζόνη στην ίδια ονομαστική δόση, οδηγώντας σε συμπτώματα επινεφριδιακής ανεπάρκειας, όπως κόπωση, υπερβολική υπνηλία, μειωμένη πρόσληψη τροφής ή επινεφριδιακή κρίση (βλ. παράγραφο 4.4).
Σπάνιες περιπτώσεις αναφυλακτοειδών αντιδράσεων έχουν εμφανιστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή ειδικά όταν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργιών σε φαρμακευτικά προϊόντα.
Σε ιστορικές κοορτές ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία από την παιδική ηλικία για συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων (CAH) έχει διαπιστωθεί μείωση της οστικής πυκνότητας, αυξημένα ποσοστά καταγμάτων και καθυστέρηση της ανάπτυξης (βλ. ενότητα 4.4). Δεν είναι σαφές εάν αυτά σχετίζονται με τη θεραπεία με υδροκορτιζόνη χρησιμοποιώντας τα τρέχοντα σχήματα υποκατάστασης.
Σε ιστορικές κοορτές ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία από την παιδική ηλικία για συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων (CAH) βρέθηκε ότι έχουν αυξημένους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και υψηλότερο κίνδυνο εγκεφαλοαγγειακής νόσου σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Δεν είναι σαφές εάν αυτά σχετίζονται με τη θεραπεία με υδροκορτιζόνη όταν χρησιμοποιούνται τα σύγχρονα θεραπευτικά σχήματα υποκατάστασης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ:
+ 30 21 32040337. Ιστότοπος: www.eof.gr, www.kitrinikarta.gr
Οι αναφορές που αφορούν οξεία τοξικότητα και/ή θανάτους μετά από υπερδοσολογία υδροκορτιζόνης είναι σπάνιες. Δεν υπάρχει διαθέσιμο αντίδοτο. Τα συμπτώματα μπορεί να ποικίλλουν από διέγερση έως μανία ή ψύχωση. Τα σημεία περιλαμβάνουν υψηλή αρτηριακή πίεση, αυξημένα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος και υποκαλιαιμία. Η θεραπεία πιθανώς δεν ενδείκνυται για αντιδράσεις που οφείλονται σε χρόνια δηλητηρίαση, εκτός εάν ο ασθενής έχει κάποια διαταραχή που τον καθιστά ασυνήθιστα ευαίσθητο στις ανεπιθύμητες ενέργειες της υδροκορτιζόνης. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να ξεκινήσει συμπτωματική θεραπεία ανάλογα με τις ανάγκες.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - FASMICOR 10MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:: Ορμονικά σκευάσματα για συστημική χρήση, κορτικοστεροειδή για συστημική χρήση, απλά παρασκευάσματα, γλυκοκορτικοειδή, υδροκορτιζόνη ATC: H02AB09
Μηχανισμός δράσης
Η υδροκορτιζόνη είναι ένα γλυκοκορτικοειδές. Τα γλυκοκορτικοειδή είναι στεροειδή του φλοιού των επινεφριδίων, είτε φυσικώς απαντώμενα είτε συνθετικά, τα οποία απορροφώνται εύκολα από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η υδροκορτιζόνη είναι ένα γλυκοκορτικοειδές και είναι η συνθετική μορφή της ορμόνης κορτιζόλης που εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η υδροκορτιζόνη συνδέεται με τους κυτταρικούς υποδοχείς γλυκοκορτικοειδών, οδηγώντας σε ενεργοποίηση ή καταστολή της πρωτεϊνοσύνθεσης, η οποία μεταξύ άλλων ρυθμίζει λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος
Τα γλυκοκορτικοειδή είναι απαραίτητα, μεταξύ άλλων, για τον μεταβολισμό, το ανοσοποιητικό σύστημα, το μυοσκελετικό σύστημα και τις ομοιοστατικές λειτουργίες.
Η υδροκορτιζόνη έχει ιδιότητες κατακράτησης άλατος και χρησιμοποιείται ως θεραπεία υποκατάστασης στην επινεφριδική ανεπάρκεια. Χρησιμοποιούνται επίσης για τις ισχυρές αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους σε διαταραχές πολλών οργανικών συστημάτων. Τα γλυκοκορτικοειδή προκαλούν σημαντικές και ποικίλες μεταβολικές επιδράσεις. Επιπλέον, τροποποιούν τις ανοσολογικές αντιδράσεις του οργανισμού σε ποικίλα ερεθίσματα.
Απορρόφηση
Η υδροκορτιζόνη απορροφάται καλά από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από του στόματος χορήγηση και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 1 ώρα μετά τη χορήγηση.
Κατανομή
Πάνω από το 90% του φαρμάκου δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Η δέσμευση οφείλεται σε δύο πρωτεϊνικά κλάσματα. Το ένα, η σφαιρίνη δέσμευσης κορτικοστεροειδών (CBG) είναι μια γλυκοπρωτεΐνη, το άλλο είναι η αλβουμίνη.
Η υδροκορτιζόνη διαπερνά τον πλακούντα και μικρές ποσότητες του φαρμάκου έχουν ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός
Η υδροκορτιζόνη (κορτιζόλη) αποβάλλεται πλήρως μέσω μεταβολισμού με χαμηλή κάθαρση και αντίστοιχα χαμηλές αναλογίες εντερικής και ηπατικής εκχύλισης, από τα ένζυμα 11ßHSD τύπου
1 και 2 και το CYP 3A4, στο ήπαρ και στον περιφερικό ιστό, προς υδρογονωμένα και αποικοδομημένα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της διυδροκορτιζόλης και της τετραϋδροκορτιζόλης.
Το CYP 3A4 εμπλέκεται στην κάθαρση της κορτιζόλης με το σχηματισμό της 6β-υδροξυκορτιζόλης η οποία απεκκρίνεται στα ούρα.
Η μεταφορά της κορτιζόλης διαμέσου των μεμβρανών αναμένεται να επιτυγχάνεται κυρίως μέσω παθητικής διάχυσης και επομένως η νεφρική και χολική κάθαρση είναι αμελητέες.
Αποβολή
Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα ως γλυκουρονίδια μαζί με μια πολύ μικρή ποσότητα αμετάβλητης υδροκορτιζόνης.
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής είναι 1-2 ώρες. Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Σε ένα δοσολογικό εύρος από 5 έως 40 mg η έκθεση στην υδροκορτιζόνη δεν είναι ανάλογη της δόσης. Η πιο πιθανή αιτία αυτής της δοσοεξάρτησης είναι η αυξημένη επίδραση πρώτης διόδου σε υψηλότερες δόσεις. Δεν είναι σαφές εάν η έκθεση στην υδροκορτιζόνη εξαρτάται από το χρόνο.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Μια μικρή ποσότητα κορτιζόλης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητη (<0,5% της ημερήσιας παραγωγής), που σημαίνει ότι η κορτιζόλη αποβάλλεται πλήρως μέσω του μεταβολισμού. Δεδομένου ότι η σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να επηρεάσει τα φαρμακευτικά προϊόντα που αποβάλλονται πλήρως μέσω του μεταβολισμού, ενδέχεται να απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία μελέτη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ωστόσο τα δεδομένα στη βιβλιογραφία για την υδροκορτιζόνη υποστηρίζουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε περίπτωση σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας, η λειτουργική ηπατική μάζα μειώνεται και συνεπώς μειώνεται η ικανότητα μεταβολισμού της υδροκορτιζόνης. Αυτό ενδέχεται να απαιτεί εξατομίκευση της δόσης.
Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική σχέση
Η υδροκορτιζόνη αποτελεί συμπλήρωμα για την έλλειψη της ενδογενούς κορτιζόλης του οργανισμού, επομένως υπάρχει άμεση φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική σχέση.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - FASMICOR 10MG/TAB
Κιτρικό μονονάτριο (E331(i)), Λακτόζη, Όξινο ανθρακικό νάτριο (E500(ii)), Υπρομελλόζη (E464), Νατριούχο σακχαρίνη (E954), Στεατικό μαγνήσιο (E470b).
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία κάτω των 25ºC. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
Κυψέλες αλουμινίου/αλουμινίου.
Μεγέθη συσκευασιών: 10, 14, 20, 28 ή 30 διαλυτά δισκία. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
Ιδιαίτερες προφυλάξεις για την απόρριψη
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.