ZOLITRAT F.C.TAB 1MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ZOLITRAT 1MG/TAB
Το Zolitrat ενδείκνυται για την:
-
θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς προχωρημένο καρκίνο του μαστού.
-
επικουρική θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με θετικό ως προς του ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο διηθητικό καρκίνο του μαστού.
-
επικουρική θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο διηθητικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει για 2 έως 3 έτη επικουρική θεραπεία με ταμοξιφαίνη.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση Zolitrat για ενήλικες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, είναι ένα δισκίο του 1 mg μία φορά την ημέρα.
Για μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο διηθητικό καρκίνο του μαστού, η συνιστώμενη διάρκεια της επικουρικής ενδοκρινικής θεραπείας είναι 5 έτη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Zolitrat δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν συνιστάται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η χορήγηση του Zolitrat πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν συνιστάται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική νόσο. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς
με ήπια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4). Τρόπος χορήγησης
Το Zolitrat πρέπει να λαμβάνεται από το στόμα.
Το Zolitrat αντενδείκνυται σε:
-
εγκύους ή γυναίκες που θηλάζουν
-
ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Γενικά
Η αναστροζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η εμμηνόπαυση πρέπει να καθορίζεται βιοχημικά (ωχρινοποιητική ορμόνη [LH], ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη [FSH] και/ή επίπεδα οιστραδιόλης) σε όποια ασθενή υπάρχει αμφιβολία για την εμμηνοπαυσιακή της κατάσταση. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση της αναστροζόλης με ανάλογα της εκλυτικής της ωχρινοποιητικής ορμόνης (LHRH).
Η συγχορήγηση ταμοξιφαίνης ή θεραπειών που περιλαμβάνουν οιστρογόνα μαζί με την αναστροζόλη πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να μειώσει τη φαρμακολογική του δράση (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
Επίδραση στην οστική πυκνότητα
Καθώς η αναστροζόλη μειώνει τα επίπεδα των κυκλοφορούντων οιστρoγόνων, μπορεί να προκαλέσει ελάττωση της οστικής πυκνότητας σε μεταλλικά άλατα, που πιθανόν συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο κατάγματος (βλ. παράγραφο 4.8).
Γυναίκες με οστεοπόρωση ή με κίνδυνο οστεοπόρωσης πρέπει να υποβάλλονται σε τυπική εκτίμηση της οστικής τους πυκνότητας σε μεταλλικά άλατα πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτικά διαστήματα στη συνέχεια. Η θεραπεία ή προφύλαξη από την οστεοπόρωση πρέπει να αρχίσει, αν απαιτείται, και να παρακολουθείται προσεκτικά. Η χρήση ειδικών θεραπειών, π.χ. διφωσφονικών, μπορεί να σταματήσει την περαιτέρω απώλεια του οστικού περιεχομένου σε μεταλλικά άλατα που προκαλείται από την αναστροζόλη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και θα μπορούσε να εξετασθεί (βλ. παράγραφο 4.8).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η αναστροζόλη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η έκθεση στην αναστροζόλη μπορεί να είναι αυξημένη σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Η χορήγηση αναστροζόλης σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. παράγραφο 4.2). Η θεραπεία πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση του οφέλους-κινδύνου εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η αναστροζόλη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η έκθεση στην αναστροζόλη δεν είναι αυξημένη σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GRF<30 ml/λεπτό, βλ. παράγραφο 5.2). Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η χορήγηση αναστροζόλης πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. παράγραφο 4.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Zolitrat δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους, καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα
δεν έχουν αποδειχθεί σε αυτήν την ομάδα ασθενών (βλ. παράγραφο 5.1).
Το Zolitrat δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αγόρια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης επιπλέον της θεραπείας με αυξητική ορμόνη. Στην κεντρική κλινική δοκιμή, δεν αποδείχτηκε η αποτελεσματικότητα και δεν τεκμηριώθηκε η ασφάλεια (βλ. παράγραφο 5.1). Καθώς η αναστροζόλη μειώνει τα επίπεδα της οιστραδιόλης, το Zolitrat δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε κορίτσια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης επιπλέον της θεραπείας με αυξητική ορμόνη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια δεδομένα ασφαλείας σε παιδιά και εφήβους.
Υπερευαισθησία στη λακτόζη
Αυτό το προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε
«ελεύθερο νατρίου».
Η αναστροζόλη αναστέλλει τα ένζυμα του κυτοχρώματος (CYP) 1A2, 2C8/9 και 3A4 in vitro. Κλινικές μελέτες με αντιπυρίνη και βαρφαρίνη έδειξαν ότι η αναστροζόλη σε δόση 1 mg δεν ανέστειλε σημαντικά τον μεταβολισμό της αντιπυρίνης και της R- και S- βαρφαρίνης, υποδεικνύοντας ότι η συγχορήγηση της αναστροζόλης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα είναι απίθανο να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα CYP.
Δεν έχουν ταυτοποιηθεί τα ένζυμα που μετέχουν στον μεταβολισμό της αναστροζόλης. Η σιμετιδίνη, ένας ασθενής μη-ειδικός αναστολέας των ενζύμων CYP, δεν επηρέασε τις συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα. Η επίδραση ισχυρών αναστολέων των ενζύμων CYP είναι άγνωστη.
Μια ανασκόπηση της βάσης δεδομένων ασφάλειας από τις κλινικές δοκιμές δεν απεκάλυψε στοιχεία κλινικά σημαντικής αλληλεπίδρασης σε ασθενείς υπό θεραπεία με αναστροζόλη οι οποίοι ελάμβαναν συγχρόνως άλλα συνήθως συνταγογραφούμενα φαρμακευτικά προϊόντα. Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τα διφωσφονικά (βλ. παράγραφο 5.1).
Η συγχορήγηση ταμοξιφαίνης ή θεραπειών που περιλαμβάνουν οιστρογόνα μαζί με αναστροζόλη πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να μειώσει τη φαρμακολογική του δράση (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
Κύηση
Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Zolitrat σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα. Η αναστροζόλη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3).
Θηλασμός
Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση του Zolitrat κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Η αναστροζόλη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Οι επιδράσεις του Zolitrat στη γονιμότητα των ανθρώπων δεν έχουν μελετηθεί. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Το Zolitrat δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, κατά τη χρήση του Zolitrat έχει αναφερθεί αδυναμία και υπνηλία και πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων για όσο διάστημα αυτά τα συμπτώματα επιμένουν.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές, μελέτες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος ή αυθόρμητες αναφορές. Εκτός εάν καθορίζεται αλλιώς, οι κατηγορίες συχνότητας υπολογίσθηκαν από τον αριθμό των ανεπιθύμητων συμβαμάτων που αναφέρθηκαν σε μία μεγάλη μελέτη φάσης ΙΙΙ που διεξήχθη σε 9.366 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εγχειρήσιμο καρκίνο του μαστού, οι οποίες υποβλήθηκαν σε θεραπεία επί 5 έτη (μελέτη αναστροζόλης, Ταμοξιφαίνη, Μεμονωμένα ή σε Συνδυασμό [ATAC]).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω κατατάσσονται σύμφωνα με τη συχνότητα και την Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα. Οι κατηγορίες των συχνοτήτων ορίζονται σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), και πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία, εξάψεις, ναυτία, εξάνθημα, αρθραλγία, δυσκαμψία αρθρώσεων, αρθρίτιδα και αδυναμία.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα και συχνότητα
| Ανεπιθύμητες ενέργειες ανά Οργανικό Σύστημα και συχνότητα | ||
| Μεταβολικές και διατροφικέςδιαταραχές | Συχνές | ΑνορεξίαΥπερχοληστερολαιμία |
| Όχι συχνές | Υπερασβεστιαιμία (με ή χωρίς αύξηση της παραθυρεοειδούς ορμόνης) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Συχνές | ΥπνηλίαΣύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα* Διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων παραισθησίας, απώλειας γεύσης και αλλοίωσης τηςγεύσης) | |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές | Εξάψεις |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Πολύ συχνές | Ναυτία |
| Συχνές | Διάρροια Έμετος | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Συχνές | Αυξήσεις στην αλκαλική φωσφατάση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςκαι ασπαρτική αμινοτρανσφεράση |
| Όχι συχνές | Αυξήσεις στη γ-GT και χολερυθρίνη Ηπατίτιδα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Εξάνθημα |
| Συχνές | Τριχόπτωση (αλωπεκία) Αλλεργικές αντιδράσεις | |
| Όχι συχνές | Κνίδωση | |
| Σπάνιες | Πολύμορφο ερύθημα Αναφυλακτοειδής αντίδρασηΔερματική αγγειίτιδα (περιλαμβανομένων ορισμένων αναφορών πορφύρας Henοch-Schönlein)** | |
| Πολύ σπάνιες | Σύνδρομο Stevens-Johnson Αγγειοοίδημα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | Αρθραλγία/δυσκαμψία αρθρώσεων ΑρθρίτιδαΟστεοπόρωση |
| Συχνές | Οστικός πόνος Μυαλγία | |
| Όχι συχνές | Εκτινασσόμενος δάκτυλος | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Συχνές | Ξηρότητα του κόλπου Κολπική αιμορραγία*** |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Πολύ συχνές | Αδυναμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Πολύ συχνές | Κατάθλιψη |
* Συμβάματα Συνδρόμου Καρπιαίου Σωλήνα έχουν αναφερθεί σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών που ελάμβαναν θεραπεία με αναστροζόλη σε σύγκριση με τους ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με ταμοξιφαίνη, σε κλινικές δοκιμές. Εντούτοις, η πλειονότητα των συμβαμάτων αυτών εμφανίσθηκαν σε ασθενείς με αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για την εξέλιξη της κατάστασης.
** Καθώς η δερματική αγγειίτιδα και η πορφύρα Henοch- Schönlein δεν παρατηρήθηκαν στη μελέτη ATAC, η κατηγορία συχνότητας αυτών των συμβαμάτων μπορεί να θεωρηθεί ως «Σπάνιες» (≥ 0,01% και < 0,1%), σύμφωνα με τη χειρότερη τιμή της σημειακής εκτίμησης.
*** Έχει αναφερθεί συχνά κολπική αιμορραγία, κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά την αλλαγή από την τρέχουσα ορμονική θεραπεία στη θεραπεία με αναστροζόλη. Εάν η αιμορραγία επιμένει, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο περαιτέρω ελέγχου.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τη συχνότητα των προκαθορισμένων ανεπιθύμητων συμβαμάτων στη μελέτη ΑTAC μετά από μία διάμεση περίοδο παρακολούθησης 68 μηνών, ανεξάρτητα από την αιτιότητα, που αναφέρθηκαν σε ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν τη θεραπεία της μελέτης και έως 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας της μελέτης.
Πίνακας 2 Προκαθορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες της μελέτης ATAC
| Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Αναστροζόλη (N=3.092) | Ταμοξιφαίνη (N=3.094) |
| Εξάψεις | 1.104 (35,7%) | 1.264 (40,9%) |
| Αρθραλγίες/Δυσκαμψία αρθρώσεων | 1.100 (35,6%) | 911 (29,4%) |
| Διαταραχές της διάθεσης | 597 (19,3%) | 554 (17,9%) |
| Κόπωση/καταβολή | 575 (18,6%) | 544 (17,6%) |
| Ναυτία και έμετος | 393 (12,7%) | 384 (12,4%) |
| Κατάγματα | 315(10,2%) | 209 (6,8%) |
| Κατάγματα της σπονδυλικής στήλης, ισχίου ή καρπού/κατάγματα Colles | 133 (4,3%) | 91 (2,9%) |
| Κατάγματα καρπού/κατάγματα Colles | 67 (2,2%) | 50 (1,6%) |
| Κατάγματα σπονδυλικής στήλης | 43 (1,4%) | 22 (0,7%) |
| Κατάγματα ισχίου | 28 (0,9%) | 26 (0,8%) |
| Καταρράκτης | 182 (5,9%) | 213 (6,9%) |
| Κολπική αιμορραγία | 167 (5,4%) | 317 (10,2%) |
| Ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσος | 127 (4,1%) | 104 (3,4%) |
| Στηθάγχη | 71 (2,3%) | 51 (1,6%) |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 37 (1,2%) | 34 (1,1%) |
| Στεφανιαία διαταραχή | 25 (0,8%) | 23 (0,7%) |
| Ισχαιμία του μυοκαρδίου | 22 (0,7%) | 14 (0,5%) |
| Κολπικές εκκρίσεις | 109 (3,5%) | 408 (13,2%) |
| Οποιοδήποτε φλεβικό θρομβοεμβολικό επεισόδιο | 87 (2,8%) | 140 (4,5%) |
| Εν τω βάθει φλεβικό θρομβοεμβολικόεπεισόδιο, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής | 48 (1,6%) | 74 (2,4%) |
| Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 62 (2,0%) | 88 (2,8%) |
| Καρκίνος ενδομητρίου | 4 (0,2%) | 13 (0,6%) |
Παρατηρήθηκαν συχνότητες καταγμάτων 22 ανά 1.000 έτη ασθενών και 15 ανά 1.000 έτη ασθενών για τις ομάδες της αναστροζόλης και της ταμοξιφαίνης, αντίστοιχα, μετά από μία διάμεση περίοδο παρακολούθησης 68 μηνών. Η συχνότητα καταγμάτων που παρατηρήθηκε για την αναστροζόλη είναι παρόμοια με το εύρος που αναφέρεται σε αντιστοιχισμένους ηλικιακά πληθυσμούς μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Η συχνότητα εμφάνισης της οστεοπόρωσης ήταν 10,5% σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αναστροζόλη και 7,3% σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ταμοξιφαίνη.
Δεν έχει προσδιοριστεί εάν τα ποσοστά καταγμάτων και οστεοπόρωσης που παρατηρήθηκαν στην ATAC σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με αναστροζόλη αντικατοπτρίζουν μία προστατευτική επίδραση της ταμοξιφαίνης, μία ειδική επίδραση της αναστροζόλης ή και τα δύο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-155 62, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: +30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.eof.gr
Υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία από τυχαία υπερδοσολογία. Σε μελέτες σε ζώα, η αναστροζόλη εμφάνισε χαμηλή οξεία τοξικότητα. Έχουν διεξαχθεί κλινικές δοκιμές με διάφορες δοσολογίες αναστροζόλης, έως 60 mg σε μία εφάπαξ δόση σε υγιείς άρρενες εθελοντές και έως 10 mg ημερησίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού. Αυτές οι δοσολογίες ήταν καλά ανεκτές. Δεν έχει τεκμηριωθεί η εφάπαξ δόση αναστροζόλης που οδηγεί σε συμπτώματα απειλητικά για τη ζωή. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο σε περίπτωση υπερδοσολογίας και η αντιμετώπιση πρέπει να είναι συμπτωματική.
Κατά την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας πρέπει να ληφθεί υπόψη η πιθανότητα να έχουν ληφθεί πολλαπλά σκευάσματα. Εάν η ασθενής βρίσκεται σε εγρήγορση, μπορεί να προκληθεί έμετος. Η αιμοδιύλιση μπορεί να βοηθήσει, επειδή η αναστροζόλη δε συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες. Ενδείκνυται γενική υποστηρικτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένου του συχνού ελέγχου των ζωτικών σημείων και στενή παρακολούθηση της ασθενούς.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ZOLITRAT 1MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς ενζύμων, κωδικός ATC: L02BG03 Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αναστροζόλη είναι ένας ισχυρός και σε μεγάλο βαθμό εκλεκτικός μη-στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η οιστραδιόλη προέρχεται κυρίως από τη μετατροπή της ανδροστενεδιόνης σε οιστρόνη μέσω του συμπλέγματος του ενζύμου αρωματάση, σε περιφερικούς ιστούς. Η οιστρόνη, στη συνέχεια, μετατρέπεται σε οιστραδιόλη. Η ελάττωση των επιπέδων της κυκλοφορούσας οιστραδιόλης εμφανίζει ευεργετική επίδραση σε γυναίκες με καρκίνο μαστού. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η αναστροζόλη σε ημερήσια δόση 1 mg προκάλεσε καταστολή της οιστραδιόλης σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, όπως προέκυψε από έλεγχο με μέθοδο υψηλής ευαισθησίας.
Η αναστροζόλη δεν εμφανίζει προγεστογονική, ανδρογονική ή οιστρογονική δράση.
Ημερήσιες δόσεις αναστροζόλης έως 10 mg δεν έχουν καμία επίδραση στην απέκκριση της κορτιζόλης ή της αλδοστερόνης, οι οποίες μετρήθηκαν πριν ή μετά από τη συνηθισμένη δοκιμασία διέγερσης της αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης (ACTH). Επομένως, δεν απαιτείται η χορήγηση υποκατάστασης κορτικοειδών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Προχωρημένος καρκίνος του μαστού
Θεραπεία πρώτης γραμμής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού
Δύο διπλά τυφλές, ελεγχόμενες κλινικές μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού (Μελέτη 1033IL/0030 και Μελέτη 1033IL/0027) πραγματοποιήθηκαν προκειμένου να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα της αναστροζόλης συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη ως θεραπεία πρώτης γραμμής σε θετικό ή άγνωστης κατάστασης ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Συνολικά 1.021 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν 1 mg αναστροζόλης μία φορά την ημέρα ή 20 mg ταμοξιφαίνη μία φορά την ημέρα. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία και για τις δύο δοκιμές ήταν ο χρόνος έως την πρόοδο του όγκου, το αντικειμενικό ποσοστό απόκρισης του όγκου και η ασφάλεια.
Για τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία, η Μελέτη 1033IL/0030 έδειξε ότι η αναστροζόλη είχε στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της ταμοξιφαίνης για τον χρόνο έως την πρόοδο του όγκου (Λόγος κινδύνου (Hazard Ratio) 1,42, 95% Διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ) [1,11, 1,82], Διάμεσος χρόνος μέχρι την πρόοδο του όγκου 11,1 και 5,6 μήνες για την αναστροζόλη και την ταμοξιφαίνη αντίστοιχα, p=0,006). Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης του όγκου ήταν παρόμοιο για την αναστροζόλη και την ταμοξιφαίνη. Η Μελέτη 1033IL/0027 έδειξε ότι η αναστροζόλη και η ταμοξιφαίνη είχαν παρόμοια ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης του όγκου και χρόνο έως την πρόοδο του όγκου. Τα αποτελέσματα από τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία υποστήριζαν τα αποτελέσματα των πρωτευόντων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας. Υπήρξαν πολλοί λίγοι θάνατοι στις ομάδες θεραπείας των δύο δοκιμών για να μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για τις διαφορές συνολικής επιβίωσης.
Θεραπεία δεύτερης γραμμής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού
Η αναστροζόλη μελετήθηκε σε δύο ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές (Μελέτη 0004 και Μελέτη 0005) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού οι οποίες παρουσίασαν πρόοδο της ασθένειας ύστερα από θεραπεία με ταμοξιφαίνη είτε για προχωρημένο είτε για πρώιμο καρκίνο του μαστού. Συνολικά 764 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε μία ημερήσια δόση 1 mg ή 10 mg αναστροζόλης ή οξική μεγεστρόλη 40 mg τέσσερις φορές την ημέρα. Ο χρόνος μέχρι την πρόοδο του όγκου και το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν οι κύριες μεταβλητές αποτελεσματικότητας. Επίσης, υπολογίστηκαν το ποσοστό της παρατεταμένης (περισσότερο από 24 εβδομάδες) σταθεροποίησης της νόσου, το ποσοστό προόδου της νόσου και η επιβίωση. Και στις δύο μελέτες δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο σκέλη της θεραπείας ως προς κάθε μία από τις παραμέτρους αποτελεσματικότητας.
Επικουρική θεραπεία για ασθενείς με πρώιμο, θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού
Σε μια μεγάλη μελέτη φάσης ΙΙΙ που διεξήχθη σε 9.366 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εγχειρήσιμο καρκίνο του μαστού και οι οποίες έλαβαν θεραπεία επί 5 χρόνια (βλέπε παρακάτω), η αναστροζόλη αποδείχθηκε στατιστικά ανώτερο της ταμοξιφαίνης ως προς την ελεύθερη νόσου επιβίωση. Μεγαλύτερο
όφελος παρατηρήθηκε στην ελεύθερη νόσου επιβίωση υπέρ της αναστροζόλης σε σύγκριση με την ταμοξιφαίνη, για τον θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πληθυσμό, ο οποίος προσδιορίστηκε προοπτικά.
Πίνακας 3 ATAC περίληψη καταληκτικών σημείων: τελική ανάλυση 5-ετούς θεραπείας
| Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας | Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | |||
| Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία | Θετικός ως προς τηνκατάσταση ορμονικών υποδοχέων πληθυσμός | |||
| Αναστροζόλη(N=3.125) | Ταμοξιφαίνη (N=3.116) | Αναστραζόλη(N=2.618) | Ταμοξιφαίνη (N=2.598) | |
| Ελεύθερη νόσου επιβίωσηα | 575 (18,4) | 651 (20,9) | 424 (16,2) | 497 (19,1) |
| Λόγος κινδύνου | 0,87 | 0,83 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,78 έως 0,97 | 0,73 έως 0,94 | ||
| Τιμή p | 0,0127 | 0,0049 | ||
| Ελεύθερη απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωσηβ | 500 (16,0) | 530 (17,0) | 370 (14,1) | 394 (15,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,94 | 0,93 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,83 έως 1,06 | 0,80 έως 1,07 | ||
| Τιμή p | 0,2850 | 0,2838 | ||
| Χρόνος μέχρι την υποτροπήγ | 402 (12,9) | 498 (16,0) | 282 (10,8) | 370 (14,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,79 | 0,74 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,70 έως 0,90 | 0,64 έως 0,87 | ||
| Τιμή p | 0,0005 | 0,0002 | ||
| Χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπήδ | 324 (10,4) | 375 (12,0) | 226 (8,6) | 265 (10,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,86 | 0,84 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,74 έως 0,99 | 0,70 έως 1,00 | ||
| Τιμή p | 0,0427 | 0,0559 | ||
| Πρωτοπαθής καρκίνος ετερόπλευρου μαστού | 35 (1,1) | 59 (1,9) | 26 (1,0) | 54 (2,1) |
| Λόγος πιθανοτήτων | 0,59 | 0,47 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,39 έως 0,89 | 0,30 έως 0,76 | ||
| Τιμή p | 0,0131 | 0,0018 | ||
| Συνολική επιβίωσηε | 411 (13,2) | 420 (13,5) | 296 (11,3) | 301 (11,6) |
| Λόγος κινδύνου | 0,97 | 0,97 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,85 έως 1,12 | 0,83 έως 1,14 | ||
| Τιμή p | 0,7142 | 0,7339 | ||
α Η ελεύθερη νόσου επιβίωση περιλαμβάνει όλα τα επεισόδια υποτροπής και ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό τοπικο-περιοχικής υποτροπής, ετερόπλευρου νέου καρκίνου του μαστού, απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου (οποιασδήποτε αιτιολογίας).
β Η ελεύθερη απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωση ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου (οποιασδήποτε αιτιολογίας).
γ Ο χρόνος μέχρι την υποτροπή ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό τοπικο-περιοχικής υποτροπής, νέου καρκίνου του ετερόπλευρου μαστού, απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου λόγω του καρκίνου του μαστού.
δ Ο χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπή ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου λόγω του καρκίνου του μαστού.
ε Αριθμός (%) των ασθενών που έχουν πεθάνει.
Όταν η αναστροζόλη συγχορηγήθηκε με ταμοξιφαίνη, δεν παρουσιάστηκαν πλεονεκτήματα στην αποτελεσματικότητα συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη σε όλους τους ασθενείς, καθώς και στον θετικό ως προς
τους ορμονικούς υποδοχείς πληθυσμό. Αυτό το σκέλος θεραπείας δε συνέχισε να συμμετέχει στη μελέτη.
Με μία επικαιροποιημένη ανάλυση με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 10 ετών, η μακροπρόθεσμη σύγκριση των αποτελεσμάτων της θεραπείας με αναστροζόλη συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη έδειξε παρόμοια αποτελέσματα με τις προηγούμενες αναλύσεις.
Επικουρική θεραπεία του πρώιμου διηθητικού καρκίνου του μαστού σε θετικές ως προς τους ορμονικούςυποδοχείς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επικουρική θεραπεία με ταμοξιφαίνη
Σε μία δοκιμή φάσης III της ερευνητικής ομάδας (Austrian Breast and Colorectal Cancer Study Group [ABCSG] 8) που διεξήχθη σε 2.579 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο καρκίνο του μαστού που είχαν υποβληθεί σε επέμβαση με ή χωρίς ακτινοθεραπεία και χωρίς να λάβουν χημειοθεραπεία (βλέπε παρακάτω), η αλλαγή σε αναστροζόλη μετά από 2 χρόνια επικουρικής θεραπείας με ταμοξιφαίνη ήταν στατιστικά ανώτερη όσον αφορά στην ελεύθερη νόσου επιβίωση συγκριτικά με τη συνέχιση της θεραπείας με ταμοξιφαίνη, μετά από διάμεση περίοδο παρακολούθησης 24 μηνών.
Πίνακας 4 Περίληψη καταληκτικών σημείων και αποτελεσμάτων της δοκιμής ABCSG 8
| Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας | Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | |
| Αναστροζόλη (N=1.297) | Ταμοξιφαίνη (N=1.282) | |
| Ελεύθερη νόσου επιβίωση | 65 (5,0) | 93 (7,3) |
| Λόγος κινδύνου | 0,67 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,49 έως 0,92 | |
| Τιμή p | 0,014 | |
| Χρόνος μέχρι την υποτροπή | 36 (2,8) | 66 (5,1) |
| Λόγος κινδύνου | 0,53 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,35 έως 0,79 | |
| Τιμή p | 0,002 | |
| Χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπή | 22 (1,7) | 41 (3,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,52 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,31 έως 0,88 | |
| Τιμή p | 0,015 | |
| Νέος καρκίνος του ετερόπλευρου μαστού | 7 (0,5) | 15 (1,2) |
| Λόγος πιθανοτήτων | 0,46 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,19 έως 1,13 | |
| Τιμή p | 0,090 | |
| Συνολική επιβίωση | 43 (3,3) | 45 (3,5) |
| Λόγος κινδύνου | 0,96 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,63 έως 1,46 | |
| Τιμή p | 0,840 | |
Δύο επιπλέον παρόμοιες δοκιμές (GABG/ARNO 95 και ITA), σε μία από τις οποίες οι ασθενείς είχαν υποβληθεί σε επέμβαση και χημειοθεραπεία, καθώς επίσης και μία συνδυασμένη ανάλυση των μελετών ABCSG 8 και GABG/ARNO 95, ενίσχυσαν τα αποτελέσματα αυτά.
Τα χαρακτηριστικά ασφάλειας της αναστροζόλης σε αυτές τις 3 μελέτες ήταν σύμφωνα με τα γνωστά χαρακτηριστικά ασφάλειας που έχουν τεκμηριωθεί σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο και θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού.
Οστική πυκνότητα σε μεταλλικά άλατα
Στη μελέτη φάσης III/IV (Μελέτη της Αναστροζόλης με το Διφωσφονικό Άλας Ρισεδρονάτη [SABRE]), 234 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο και θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού, οι οποίες προγραμματίστηκαν να λάβουν θεραπεία με αναστροζόλη 1 mg/ημέρα, στρωματοποιήθηκαν σε ομάδες χαμηλού, μετρίου και υψηλού κινδύνου σύμφωνα με τον υπάρχοντα κίνδυνο κατάγματος ευθραυστότητας. H κύρια παράμετρος αποτελεσματικότητας ήταν η ανάλυση της οστικής πυκνότητας της οσφυϊκής μοίρας, χρησιμοποιώντας μέθοδο διπλής απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ (DEXA scanning). Όλες οι ασθενείς ελάμβαναν θεραπεία με βιταμίνη D και ασβέστιο. Οι ασθενείς της ομάδας χαμηλού κινδύνου έλαβαν αναστροζόλη ως μονοθεραπεία (N=42), οι ασθενείς της ομάδας μετρίου κινδύνου τυχαιοποιήθηκαν με αναστραζόλη και ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα (N=77) ή αναστροζόλη και εικονικό φάρμακο (N=77) και οι ασθενείς της ομάδας υψηλού κινδύνου έλαβαν αναστροζόλη και ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα (N=38). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η διαφορά από την αρχική τιμή στην οστική πυκνότητα της οσφυϊκής μοίρας σε 12 μήνες.
Η κύρια ανάλυση κατά το διάστημα των 12 μηνών έδειξε ότι οι ασθενείς που ήταν ήδη σε μέτριο έως υψηλό κίνδυνο κατάγματος ευθραυστότητας, δεν εμφάνισαν μείωση στην οστική τους πυκνότητα (εκτιμώμενης με την οστική πυκνότητα της οσφυϊκής μοίρας χρησιμοποιώντας DEXA scanning) όταν έλαβαν θεραπεία με αναστροζόλη 1 mg/ημέρα σε συνδυασμό με ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα. Επιπλέον, μία μείωση στην οστική πυκνότητα μεταλλικών αλάτων, η οποία δεν ήταν στατιστικά σημαντική, παρατηρήθηκε στην ομάδα χαμηλού κινδύνου που έλαβε αναστροζόλη 1 mg/ημέρα ως μονοθεραπεία. Αυτά τα ευρήματα αντικατοπτρίζονταν στη δευτερεύουσα μεταβλητή αποτελεσματικότητας, η οποία ήταν η αλλαγή από την αρχική τιμή της συνολικής οστικής πυκνότητας μεταλλικών αλάτων του ισχίου σε 12 μήνες.
Αυτή η μελέτη παρέχει στοιχεία ότι η χρήση των διφωσφονικών μπορεί να εξετασθεί στην αντιμετώπιση πιθανής ελάττωσης οστικού περιεχομένου σε μεταλλικά άλατα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, με πρώιμο καρκίνο του μαστού, οι οποίες έχουν προγραμματισθεί να λάβουν θεραπεία με αναστροζόλη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αναστροζόλη δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά και εφήβους. Η αποτελεσματικότητα δεν έχει αποδειχθεί σε παιδιατρικούς πληθυσμούς που μελετήθηκαν (βλέπε παρακάτω). Ο αριθμός των παιδιών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ήταν πολύ περιορισμένος ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για την ασφάλεια. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις πιθανές μακροχρόνιες επιδράσεις της θεραπείας με αναστροζόλη σε παιδιά και εφήβους (βλ. παράγραφο 5.3).
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με αναστροζόλη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με βραχύ ανάστημα λόγω ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης (GHD), τεστοτοξίκωσης, γυναικομαστίας και συνδρόμου McCune-Alblight (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Βραχύ ανάστημα λόγω Ανεπάρκειας Αυξητικής Ορμόνης
Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη αξιολόγησε 52 αγόρια στην εφηβεία (ηλικίας 11 έως 16 ετών συμπεριλαμβανομένων) με GHD που υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 12 έως 36 μήνες με αναστροζόλη 1 mg/ημέρα ή με εικονικό φάρμακο, σε συνδυασμό με αυξητική ορμόνη. Μόνο 14 ασθενείς σε αναστροζόλη συμπλήρωσαν 36 μήνες.
Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές με το εικονικό φάρμακο ως προς τις σχετικές με την ανάπτυξη παραμέτρους του προβλεπόμενου ύψους στην ενηλικίωση, του ύψους, της τιμής τυπικής απόκλισης ύψους και της ταχύτητας ύψους. Δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα τελικού ύψους. Ενώ ο αριθμός των παιδιών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ήταν πολύ περιορισμένος ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για την ασφάλεια, υπήρχε ένα αυξημένο ποσοστό καταγμάτων και μια τάση για μειωμένη οστική πυκνότητα μεταλλικών αλάτων στην ομάδα της αναστροζόλης σε σύγκριση με του εικονικού φαρμάκου.
Τεστοτοξίκωση
Μία ανοιχτή, μη-συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη αξιολόγησε 14 άνδρες ασθενείς (ηλικίας 2 έως 9 ετών) με οικογενή πρώιμη ήβη που αφορά αποκλειστικά άρρενες, επίσης γνωστή ως τεστοτοξίκωση, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με συνδυασμό αναστροζόλης και βικαλουταμίδης. Ο αρχικός στόχος ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας αυτής της συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής για 12 μήνες. Δεκατρείς από τους 14 ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη συμπλήρωσαν τους 12 μήνες της συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής (ένας ασθενής απωλέσθηκε κατά τη μετέπειτα παρακολούθηση). Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στον ρυθμό ανάπτυξης μετά από 12 μήνες θεραπείας, σε σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης κατά τη διάρκεια των 6 μηνών πριν από την εισαγωγή στη μελέτη.
Μελέτες γυναικομαστίας
Η Μελέτη 0006 ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη από 82 αγόρια στην εφηβεία (ηλικίας 11-18 ετών συμπεριλαμβανομένων) που είχαν γυναικομαστία με διάρκεια μεγαλύτερη των 12 μηνών, που έλαβαν αναστροζόλη 1 mg/ημέρα ή εικονικό φάρμακο ημερησίως, για διάστημα έως 6 μηνών. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ της ομάδας που ελάμβανε 1 mg αναστροζόλη και της ομάδας που ελάμβανε εικονικό φάρμακο σε ότι αφορά στον αριθμό των ασθενών που είχαν 50% ή μεγαλύτερη μείωση στον συνολικό όγκο του μαστού μετά από θεραπεία 6 μηνών.
Η δοκιμή 0001 ήταν μία ανοικτή, πολλαπλής δόσης, φαρμακοκινητική μελέτη της αναστροζόλης 1 mg/ημέρα σε 36 αγόρια στην εφηβεία που είχαν γυναικομαστία διάρκειας μικρότερη των 12 μηνών. Οι δευτερεύοντες στόχοι ήταν να εκτιμηθεί η αναλογία των ασθενών με μειώσεις από την αρχική τιμή στον υπολογισμένο όγκο της γυναικομαστίας και των δύο μαστών σε συνδυασμό, τουλάχιστον 50% μεταξύ της 1ης ημέρας και μετά από 6 μήνες θεραπείας, καθώς και η ανεκτικότητα και η ασφάλεια του ασθενούς. Μια μείωση κατά 50% ή περισσότερο στον συνολικό όγκο του μαστού παρατηρήθηκε στο 56% (20/36) των αγοριών ύστερα από 6 μήνες.
Μελέτη συνδρόμου McCune-Albright
Η δοκιμή 0046 ήταν μία διεθνής, πολυκεντρική, ανοικτή διερευνητική δοκιμή της αναστροζόλης σε 28 κορίτσια (ηλικίας 2 έως ≤10 ετών) με σύνδρομο McCune-Albright (MAS). Ο πρωταρχικός στόχος ήταν να εκτιμηθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της αναστροζόλης 1 mg/ημέρα σε ασθενείς με σύνδρομο McCune-Albright. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας βασίσθηκε στην αναλογία των ασθενών που πληρούσαν τα καθορισμένα κριτήρια που αναφέρονται στην κολπική αιμορραγία, οστική ηλικία και ταχύτητα ανάπτυξης. Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά σημαντική αλλαγή στη συχνότητα των ημερών της κολπικής αιμορραγίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές αλλαγές στο στάδιο κατά Tanner, τον μέσο όγκο της ωοθήκης ή το μέσο όγκο της μήτρας. Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά σημαντική αλλαγή στον ρυθμό αύξησης της οστικής ηλικίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, σε σύγκριση με τον ρυθμό κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας. Ο ρυθμός ανάπτυξης (σε εκατοστά/έτος) μειωνόταν σημαντικά (p<0,05) σε σχέση με τον ρυθμό προ της θεραπείας όλο το διάστημα από τον μήνα 0 έως τον μήνα 12 και από τον ρυθμό προ της θεραπείας στο διάστημα του δεύτερου 6-μήνου (από τον μήνα 7 έως τον μήνα 12).
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της αναστροζόλης είναι ταχεία και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως μέσα σε δύο ώρες από τη χορήγηση (σε συνθήκες νηστείας). Η τροφή ελαττώνει λίγο τον ρυθμό, αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης. Η μικρή αλλαγή στον ρυθμό απορρόφησης δεν αναμένεται να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μια δόση αναστροζόλης ημερησίως. Περίπου το 90 έως 95% της συγκέντρωσης της αναστροζόλης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 ημερήσιες δόσεις και η συσσώρευση είναι 3πλάσια έως 4πλάσια. Δεν υπάρχουν στοιχεία για εξάρτηση των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της αναστροζόλης από τον χρόνο ή τη δόση.
Η φαρμακοκινητική της αναστροζόλης είναι ανεξάρτητη από την ηλικία στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Κατανομή
Η αναστροζόλη συνδέεται μόνο σε ποσοστό 40% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Αποβολή
Η αναστροζόλη αποβάλλεται αργά με χρόνο ημίσειας ζωής κάθαρσης από το πλάσμα 40 έως 50 ώρες. Η αναστροζόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και λιγότερο από 10% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα αναλλοίωτη μέσα σε 72 ώρες από τη χορήγηση. Ο μεταβολισμός της αναστροζόλης γίνεται με Ν-απαλκυλίωση, υδροξυλίωση και γλυκουρονιδίωση. Οι μεταβολίτες αποβάλλονται πρωταρχικώς από τα ούρα. Η τριαζόλη, ο κύριος μεταβολίτης στο πλάσμα, δεν αναστέλλει την αρωματάση.
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) της αναστροζόλης μετά από του στόματος χορήγηση ήταν περίπου 30% χαμηλότερη σε εθελοντές με σταθερή κίρρωση του ήπατος σε σύγκριση με αντιστοιχισμένα άτομα της ομάδας ελέγχου (Μελέτη 1033IL/0014). Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα σε εθελοντές με κίρρωση του ήπατος ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων που παρατηρούνται σε φυσιολογικά άτομα σε άλλες δοκιμές. Οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων δοκιμών αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρούνται σε ασθενείς χωρίς ηπατική δυσλειτουργία.
Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) της αναστροζόλης μετά από του στόματος χορήγηση δεν μεταβλήθηκε σε εθελοντές με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30ml/λεπτό) στη Μελέτη 1033IL/0018, κάτι που συμφωνεί με το γεγονός ότι η αναστροζόλη αποβάλλεται πρωταρχικά μέσω μεταβολισμού. Οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων δοκιμών αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρούνται σε ασθενείς χωρίς νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η χορήγηση της αναστροζόλης πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε αγόρια με εφηβική γυναικομαστία (10-17 ετών), η απορρόφηση της αναστροζόλης ήταν ταχεία, η κατανομή ήταν ευρεία και η αποβολή ήταν αργή με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ημέρες. Η κάθαρση της αναστροζόλης ήταν χαμηλότερη σε κορίτσια (3-10 ετών) από ότι στα μεγαλύτερα σε ηλικία αγόρια και η έκθεση υψηλότερη. Στα κορίτσια η κατανομή της αναστροζόλης ήταν ευρεία και η αποβολή ήταν αργή.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ZOLITRAT 1MG/TAB
Πυρήνας δισκίου Λακτόζη μονοϋδρική Άμυλο αραβοσίτου Ποβιδόνη
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική
Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο Κολλοειδές άνυδρο οξείδιο του πυριτίου Μαγνήσιο στεατικό
Τάλκης (talc) Αιθανόλη (96%)
Σύνθεση επικάλυψης Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη Τιτανίου διοξείδιο Τάλκης (talc)
Νερό απεσταγμένο
Κυψέλες αλουμινίου/PVC
Μέγεθος συσκευασίας: Κουτί που περιέχει 20, 28, 30, 50, 84, 98, 100 & 300 δισκία. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.