FARESTON TABLET 60MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - FARESTON 60MG/TAB
Ορμονοθεραπεία πρώτης γραμμής για ορμονοεξαρτώμενο μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε ασθενείς μετά την εμμηνόπαυση.
Το Fareston δεν συνιστάται σε ασθενείς με όγκους αρνητικούς για υποδοχείς οιστρογόνων.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 60 mg ημερησίως.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η τορεμιφένη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Fareston στον παιδιατρικό πληθυσμό. Τρόπος χορήγησης
Η τορεμιφένη χορηγείται από στόματος. Η τορεμιφένη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
-
αντενδείκνυται η μακροχρόνια χορήγηση της τορεμιφένης όταν προϋπάρχει υπερπλασία του ενδομητρίου και σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
τόσο σε προκλινικές έρευνες όσο και στους ανθρώπους, παρατηρήθηκαν αλλαγές στην ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς μετά από έκθεση στην τορεμιφένη, με τη μορφή παράτασης του διαστήματος QT. Συνεπώς, για λόγους ασφάλειας του φαρμάκου, η τορεμιφένη
αντενδείκνυται σε ασθενείς με:
-
συγγενή ή τεκμηριωμένη επίκτητη παράταση του διαστήματος QT
-
ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ιδιαίτερα σε μη ελεγχόμενη υποκαλιαιμία
-
κλινικά σημαντική βραδυκαρδία
-
κλινικά σημαντική καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
-
προηγούμενο ιστορικό συμπτωματικών αρρυθμιών.
Η τορεμιφένη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).
-
Πριν από τη χορήγηση της θεραπείας θα πρέπει να διενεργηθεί γυναικολογική εξέταση, ελέγχοντας προσεκτικά για προϋπάρχουσα ανωμαλία του ενδομητρίου. Στη συνέχεια η γυναικολογική εξέταση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Ασθενείς με επιπρόσθετο κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου, π.χ. ασθενείς που πάσχουν από υπέρταση ή διαβήτη, έχουν υψηλό ΔΜΣ (> 30) ή ιστορικό θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Έχουν αναφερθεί περιστατικά αναιμίας, λευκοπενίας, και θρομβοπενίας. Κατά τη διάρκεια χρήσης του Fareston πρέπει να παρακολουθούνται οι μετρήσεις ερυθροκυττάρων, λευκοκυττάρων ή αιμοπεταλίων.
Έχουν αναφερθεί με την τορεμιφένη περιστατικά ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων της αύξησης των ηπατικών ενζύμων (> 10πλάσια του ανώτατου φυσιολογικού ορίου), της ηπατίτιδας και του ίκτερου. Η πλειονότητα αυτών εμφανίσθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας. Ο τύπος της ηπατικής βλάβης ήταν κυρίως ηπατοκυτταρικός.
Δεν πρέπει γενικά να χορηγείται θεραπεία με τορεμιφένη σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρής θρομβοεμβολικής νόσου (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Έχει δειχθεί ότι το Fareston παρατείνει το διάστημα QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα σε ορισμένους ασθενείς με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Οι παρακάτω πληροφορίες σχετικά με την παράταση του διαστήματος QT είναι ιδιαίτερης σημασίας (για αντενδείξεις βλ. παράγραφο 4.3).
Μία κλινική μελέτη QT με ένα σχήμα 5 παράλληλων σκελών (εικονικό φάρμακο, μοξιφλοξασίνη
400 mg, τορεμιφένη 20 mg, 80 mg και 300 mg) έχει πραγματοποιηθεί σε 250 άρρενες ασθενείς για να χαρακτηρίσει τις επιδράσεις της τορεμιφένης στη διάρκεια του διαστήματος QTc. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν μία καθαρά θετική επίδραση της τορεμιφένης στην ομάδα των 80 mg με μέσες παρατάσεις του διαστήματος των 21–26 ms. Αναφορικά με την ομάδα των 20 mg, αυτή η επίδραση είναι επίσης σημαντική, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες ICH, με άνω διάστημα εμπιστοσύνης των 10–12 ms. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν σαφώς μία σημαντική δοσοεξαρτώμενη επίδραση. Καθώς οι γυναίκες τείνουν να έχουν ένα μακρύτερο διάστημα QTc στην αρχική κατάσταση συγκριτικά με τους άνδρες, μπορεί να είναι πιο ευαίσθητες σε φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTc. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι επίσης πιο επιρρεπείς σε επιδράσεις σχετιζόμενες με το φάρμακο στο διάστημα QT.
Το Fareston θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προαρρυθμικές καταστάσεις σε εξέλιξη (ιδιαίτερα ηλικιωμένοι ασθενείς) όπως οξεία ισχαιμία του μυοκαρδίου ή παράταση του διαστήματος QT καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για κοιλιακές αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου) και καρδιακή ανακοπή (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Εάν σημεία ή συμπτώματα που μπορεί να σχετίζονται με καρδιακή αρρυθμία εμφανισθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Fareston, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και θα πρέπει να πραγματοποιείται ΗΚΓ.
Εάν το διάστημα QTc είναι > 500 ms, το Fareston δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
Οι ασθενείς με μη-αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια ή βαριά στηθάγχη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Μπορεί να προκύψει υπερασβεστιαιμία στην έναρξη της θεραπείας με τορεμιφένη σε ασθενείς με μετάσταση στα οστά και επομένως αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα συστηματικά δεδομένα σε ασθενείς με ασταθή διαβήτη, σε ασθενείς με σοβαρή αλλαγή στην κατάσταση απόδοσης ή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Έκδοχα
Τα δισκία Fareston περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά μονάδα δόσης, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Aλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Μία επιπρόσθετη επίδραση στην παράταση του διαστήματος QT μεταξύ του Fareston και των ακόλουθων φαρμάκων και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να παρατείνουν το διάστημα QTc δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών, συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Συνεπώς η συγχορήγηση του Fareston με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα αντενδείκνυται (βλ. επίσης παράγραφο 4.3):
-
αντιαρρυθμικά τάξης IA (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη)
-
αντιαρρυθμικά τάξης III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιμπουτιλίδη)
-
νευροληπτικά (π.χ. φαινοθειαζίνες, πιμοζίδη, σερτινδόλη, αλοπεριδόλη, σουλτοπρίδη)
-
ορισμένοι αντιμικροβιακοί παράγοντες (μοξιφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη IV, πενταμιδίνη, ανθελονοσιακά ειδικότερα η αλοφαντρίνη)
-
ορισμένα αντιισταμινικά (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη)
-
άλλα (σισαπρίδη, βινκαμίνη IV, βεπριδίλη, διφαιμανίλη).
Φάρμακα τα οποία μειώνουν τη νεφρική απέκκριση του ασβεστίου, όπως π.χ. τα θειαζιδικά διουρητικά, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης υπερασβεστιαιμίας.
Οι επαγωγείς ενζύμων όπως η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυτοΐνη και η καρβαμαζεπίνη, μπορεί να αυξήσουν τον ρυθμό μεταβολισμού της τορεμιφένης με αποτέλεσμα να χαμηλώσουν τις συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στον ορό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης.
Υπάρχει μια γνωστή αλληλεπίδραση μεταξύ των αντιοιστρογόνων και των αντιπηκτικών τύπου βαρφαρίνης η οποία οδηγεί σε μεγάλη παράταση του χρόνου ροής. Συνεπώς, πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση τορεμιφένης και τέτοιων φαρμάκων.
Θεωρητικά, ο μεταβολισμός της τορεμιφένης αναστέλλεται από φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν το ενζυμικό σύστημα CYP3A, το οποίο αναφέρεται σαν υπεύθυνο για τις κύριες μεταβολικές οδούς της. Παραδείγματα τέτοιων φαρμάκων είναι τα αντιμυκητιασικά ιμιδαζόλες (κετοκοναζόλη), άλλοι αντιμυκητιασικοί παράγοντες (ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη), οι αναστολείς πρωτεάσης (ριτοναβίρη, νελφιναβίρη), τα μακρολίδια (κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη). Η ταυτόχρονη χρήση αυτών των φαρμάκων με την τορεμιφένη θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του Fareston σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
Το Fareston δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Θηλασμός
Σε αρουραίους παρατηρήθηκε μειωμένη πρόσληψη βάρους των απογόνων κατά τη γαλουχία. Το Fareston δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Η τορεμιφένη συνιστάται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι εξάψεις, εφίδρωση, αιμορραγία της μήτρας, λευκόρροια, κόπωση, ναυτία, εξάνθημα, φαγούρα, ζάλη και κατάθλιψη. Οι αντιδράσεις είναι συνήθως ήπιες και κυρίως οφειλόμενες στην ορμονική δράση της τορεμιφένης.
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων αντιδράσεων κατηγοριοποιούνται ως ακολούθως: Πολύ συχνές (≥ 1/10)
Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
Πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορίαοργανικού συστήματος | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (συμπ. κύστεωνκαι πολύποδων) | Καρκίνος ενδομητρίου | |||||
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικούσυστήματος | Θρομβοπενία, αναιμία και λευκοπενία | |||||
| Μεταβολικές και διατροφικέςδιαταραχές | Απώλεια όρεξης | Υπερτριγλυ- κεριδαιμία | ||||
| Ψυχιατρικέςδιαταραχές | Κατάθλιψη | Αϋπνία | ||||
| Διαταραχές τουνευρικού συστήματος | Ζάλη | Κεφαλαλγία | ||||
| Διαταραχές του οφθαλμού | Παροδική θόλωσηκερατοειδούς |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | |||||
| Αγγειακέςδιαταραχές | Εξάψεις | Θρομβοεμβο-λικά επεισόδια | ||||
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχέςμεσοθωρακίου | Δύσπνοια | |||||
| Γαστρεντερικέςδιαταραχές | Ναυτία,έμετος | Δυσκοιλιότητα | ||||
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Αύξηση των τρανσαμινα- σών | Ίκτερος | Ηπατίτιδα, ηπατική στεάτωση | |||
| Διαταραχές του δέρματος και τουυποδόριου ιστού | Εφίδρωση | Εξάνθημα, φαγούρα | Αλωπεκία | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος καιτου μαστού | Αιμορραγία μήτρας, λευκόρροια | Υπερτροφία ενδομητρίου | Πολύποδες ενδομητρίου | Υπερπλασία ενδομητρίου | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στηθέση χορήγησης | Κόπωση, οίδημα | Αύξηση σωματικού βάρους |
Τα θρομβοεμβολικά επεισόδια περιλαμβάνουν εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, θρομβοφλεβίτιδα και πνευμονική εμβολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Η θεραπεία με τορεμιφένη έχει συσχετισθεί με αλλαγές στα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (αυξήσεις των τρανσαμινασών) και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις με περισσότερο σοβαρές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (ίκτερος).
Αναφέρθηκαν λίγα περιστατικά υπερασβεστιαιμίας σε ασθενείς με οστικές μεταστάσεις στην αρχή της θεραπείας με τορεμιφένη.
Μπορεί να αναπτυχθεί υπερτροφία του ενδομητρίου κατά τη διάρκεια της αγωγής λόγω της μερικής οιστρογονικής δράσης της τορεμιφένης. Υπάρχει κίνδυνος αυξημένων ενδομήτριων αλλαγών που περιλαμβάνουν υπερπλασία, πολύποδες και καρκίνο. Αυτό μπορεί να οφείλεται στον υποκείμενο μηχανισμό/οιστρογονική διέγερση (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Το Fareston αυξάνει το διάστημα QT με δοσοεξαρτώμενο τρόπο (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Ίλιγγος, κεφαλαλγία και ζάλη παρατηρήθηκαν σε μελέτες με υγιείς εθελοντές σε ημερήσιες δόσεις των 680 mg. Το ενδεχόμενο δοσοεξαρτώμενης παράτασης του διαστήματος QTc από το Fareston θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας. Δεν υπάρχει κάποιο ειδικό αντίδοτο και η θεραπεία είναι συμπτωματική.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - FARESTON 60MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ενδοκρινική θεραπεία, Αντιοιστρογόνα, κωδικός ATC: L02BA02
Η τορεμιφένη είναι ένα μη στεροειδές παράγωγο του τριφαινυλαιθυλενίου. Όπως και οι άλλες ουσίες αυτής της ομάδας, π.χ. η ταμοξιφαίνη, και η κλομιφαίνη, έτσι και η τορεμιφένη συνδέεται με τους οιστρογονικούς υποδοχείς και μπορεί να προκαλέσει οιστρογονικές, αντιοιστρογονικές δράσεις ή και τις δύο, ανάλογα με τη διάρκεια της αγωγής, το είδος του ζώου, το φύλο, το όργανο στόχος και την επιλεγμένη παράμετρο. Γενικά όμως, τα μη στεροειδή παράγωγα του τριφαινυλαιθυλενίου είναι κυρίως αντιοιστρογονικά στους αρουραίους και στους ανθρώπους και οιστρογονικά στους ποντικούς.
Σε μετεμμηνοπαυσιακές ασθενείς με καρκίνο του μαστού, η θεραπεία με τορεμιφένη σχετίζεται με μέτριες μειώσεις τόσο της ολικής χοληστερόλης του ορού όσο και των χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL).
Η τορεμιφένη συνδέεται ειδικά με τους οιστρογονικούς υποδοχείς, ανταγωνιστικά με την οιστραδιόλη, και εμποδίζει την οιστρογονοεξαρτώμενη διέγερση της σύνθεσης του DNA και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Σε μερικούς πειραματικούς καρκίνους και/ή με τη χρήση υψηλών δόσεων, η τορεμιφένη παρουσιάζει αντινεοπλασματική δράση μη εξαρτώμενη από τα οιστρογόνα.
Η αντινεοπλασματική δράση της τορεμιφένης σε περιπτώσεις καρκίνου του μαστού οφείλεται κυρίως στην αντιοιστρογονική δράση παρόλο που και άλλοι μηχανισμοί (αλλαγές στην έκφραση των ογκογονιδίων, έκκριση αυξητικού παράγοντα, έναρξη της απόπτωσης και επίδραση στην κινητική του κυτταρικού κύκλου) μπορεί επίσης να εμπλέκονται στην αντινεοπλασματική δράση.
Απορρόφηση
Η τορεμιφένη απορροφάται αμέσως όταν χορηγείται από στόματος. Μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται μέσα σε 3 (διακύμανση 2–5) ώρες. Η λήψη τροφής δεν επηρεάζει το ποσοστό απορρόφησης αλλά μπορεί να καθυστερήσει τις μέγιστες συγκεντρώσεις κατά 1,5–2 ώρες. Οι αλλαγές εξαιτίας της λήψης τροφής δεν είναι κλινικά σημαντικές.
Κατανομή
Η καμπύλη της συγκέντρωσης στον ορό μπορεί να περιγραφεί με διεκθετική εξίσωση. Ο χρόνος ημιζωής της πρώτης φάσης (κατανομή) είναι 4 (διακύμανση 2–12) ώρες και της δεύτερης φάσης (αποβολή) είναι 5 (διακύμανση 2–10) ημέρες. Οι βασικές παράμετροι διαθεσιμότητας (CL και V) δεν μπόρεσαν να εκτιμηθούν εξαιτίας έλλειψης μελέτης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η τορεμιφένη συνδέεται εκτεταμένα (> 99,5%) με τις πρωτεΐνες ορού, κυρίως με τη λευκωματίνη. Η τορεμιφένη υπακούει στις γραμμικές κινητικές του ορού σε από στόματος χορηγούμενες ημερήσιες δόσεις μεταξύ 11 και 680 mg. Η μέση συγκέντρωση της τορεμιφένης στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι
0,9 (διακύμανση 0,6–1,3) μg/ml στη συνιστώμενη δόση των 60 mg ημερησίως.
Βιομετασχηματισμός
Η τορεμιφένη μεταβολίζεται εκτεταμένα. Στον ανθρώπινο ορό ο κύριος μεταβολίτης είναι η Ν- διμεθυλτορεμιφένη με μέσο χρόνο ημιζωής 11 (διακύμανση 4–20) ημέρες. Οι συγκεντρώσεις σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι περίπου διπλάσιες εν συγκρίσει με αυτές της μητρικής ουσίας. Έχει παρόμοια αντιοιστρογονική δράση παρόλο που η αντινεοπλασματική της δράση είναι ασθενέστερη από αυτή της μητρικής ουσίας.
Συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ακόμη πιο εκτεταμένα από την τορεμιφένη, καθώς το κλάσμα που είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες είναι > 99,9%. Στον ανθρώπινο ορό έχουν ανιχνευθεί τρεις δευτερεύοντες μεταβολίτες: η (δεαμινοϋδροξυ)τορεμιφένη, η 4-υδροξυτορεμιφένη και η Ν,Ν-
διδεμεθυλτορεμιφένη. Παρόλο που έχουν θεωρητικά ενδιαφέρουσα ορμονική δράση, οι συγκεντρώσεις τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τορεμιφένη είναι τόσο χαμηλές, ώστε δεν έχουν μεγάλη βιολογική σημασία.
Αποβολή
Η τορεμιφένη αποβάλλεται κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών στα κόπρανα. Αναμένεται κάποιος βαθμός εντεροηπατικής κυκλοφορίας. Περίπου 10% από τη χορηγηθείσα δόση αποβάλλεται με τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα. Λόγω της βραδείας αποβολής, οι συγκεντρώσεις σε σταθεροποιημένη κατάσταση στον ορό επιτυγχάνονται σε 4 έως 6 εβδομάδες.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Η κλινική αντινεοπλασματική αποτελεσματικότητα και οι συγκεντρώσεις στον ορό δεν έχουν θετική συσχέτιση στη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 60 mg.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες όσον αφορά τον πολυμορφικό μεταβολισμό. Το ενζυμικό σύμπλεγμα, το οποίο είναι γνωστό ότι ευθύνεται για τον μεταβολισμό της τορεμιφένης στον άνθρωπο, είναι η ηπατική οξειδάση μεικτής λειτουργίας που εξαρτάται από το κυτόχρωμα P450. Η κύρια μεταβολική οδός, η Ν-απομεθυλίωση, διαμεσολαβείται κυρίως από το CYP3A.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της τορεμιφένης διερευνήθηκαν σε μία ανοιχτή μελέτη με τέσσερις παράλληλες ομάδες των δέκα ατόμων: φυσιολογικά άτομα, ασθενείς με ηπατική βλάβη (μέση τιμή AST 57 U/l - μέση τιμή ALT 76 U/l - μέση τιμή γGT 329 U/l) ή ενεργό ηπατική λειτουργία (μέση τιμή AST 25 U/l - μέση τιμή ALT 30 U/l - μέση τιμή γGT 91 U/l - ασθενείς που έλαβαν αγωγή με αντιεπιληπτικά) και ασθενείς με νεφρική βλάβη (κρεατινίνη: 176 μmol/l). Σε αυτή τη μελέτη η κινητική της τορεμιφένης σε ασθενείς με νεφρική βλάβη δεν άλλαξε σημαντικά σε σύγκριση με τα φυσιολογικά άτομα. Η αποβολή της τορεμιφένης και των μεταβολιτών της ήταν σημαντικά αυξημένη στους ασθενείς με ενεργό ηπατική λειτουργία και μειωμένη στους ασθενείς με ηπατική βλάβη.