CIDOFOVIR/TILLOMED C/S.SOL.IN 75MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CIDOFOVIR/TILLOMED 75MG/ML
Το Cidofovir/Tillomed ενδείκνυται για τη θεραπεία της αμφιβληστροειδοπάθειας από CMV σε ενήλικες με σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS) και χωρίς νεφρική δυσλειτουργία. Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα θεωρούνται ακατάλληλα.
Η θεραπεία πρέπει να συνταγογραφείται από γιατρό με εμπειρία στη διαχείριση της λοίμωξης από HIV.
Πριν από κάθε χορήγηση σιδοφοβίρης, πρέπει να διερευνώνται τα επίπεδα κρεατινίνης ορού και πρωτεΐνης ούρων. Πρέπει να χορηγείται μαζί με από στόματος προβενεσίδη και με ενδοφλέβιο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση, όπως περιγράφεται παρακάτω (βλ. παράγραφο 4.4 για τις κατάλληλες συστάσεις και στην παράγραφο 6.6 για πληροφορίες σχετικά με τη λήψη προβενεσίδης).
Δοσολογία
Ενήλικες:
Θεραπεία επαγωγής:
Η συνιστώμενη δόση σιδοφοβίρης είναι 5 mg/kg σωματικού βάρους (που δίνεται ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό επί 1 ώρα), χορηγούμενη μία φορά την εβδομάδα για δύο συναπτές εβδομάδες.
Θεραπεία συντήρησης:
Ξεκινώντας δύο εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας επαγωγής, η συνιστώμενη δόση συντήρησης της σιδοφοβίρης είναι 5 mg/kg σωματικού βάρους (που δίνεται ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό επί 1 ώρα), χορηγούμενη μία φορά κάθε δύο εβδομάδες. Το ενδεχόμενο αναστολής της θεραπείας συντήρησης με σιδοφοβίρη πρέπει να εξετάζεται σε συμφωνία με τις κατά τόπους συστάσεις για τη διαχείριση ασθενών με λοίμωξη από HIV.
Ηλικιωμένος πληθυσμός:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σιδοφοβίρης δεν έχουν τεκμηριωθεί για τη θεραπεία της νόσου CMV σε ασθενείς ηλικίας άνω των 60 ετών. Καθώς τα ηλικιωμένα άτομα έχουν συχνά μειωμένη σπειραματική λειτουργία, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος.
Νεφρική ανεπάρκεια:
Η νεφρική ανεπάρκεια [κάθαρση κρεατινίνης ≤ 55 ml/min ή ≥ 2+ πρωτεϊνουρία (≥ 100 mg/dl)] αποτελεί αντένδειξη για τη χρήση της σιδοφοβίρης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Ηπατική ανεπάρκεια:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σιδοφοβίρης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με ηπατική νόσο και επομένως πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σιδοφοβίρης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Ενδοφλέβια χρήση
Προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος:
Συνιστάται η λήψη κατάλληλων προφυλάξεων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κατάλληλου εξοπλισμού ασφάλειας, για την προετοιμασία, τη χορήγηση και την απόρριψη της σιδοφοβίρης. Η προετοιμασία του ανασυσταμένου διαλύματος σιδοφοβίρης πρέπει να γίνεται σε θάλαμο βιολογικής ασφάλειας νηματικής ροής. Το προσωπικό που ετοιμάζει το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να φορά χειρουργικά γάντια, γυαλιά ασφάλειας και χειρουργική ρόμπα κλειστού τύπου με πλεκτές μανσέτες. Εάν η σιδοφοβίρη έρθει σε επαφή με το δέρμα, οι μεμβράνες πρέπει να πλένονται και να εκπλένονται σχολαστικά με νερό. (Βλέπε παράγραφο 6.6.)
Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης, της συχνότητας ή του ρυθμού έγχυσης. Πρέπει να αραιώνεται σε 100 χιλιοστόλιτρα διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση πριν από τη χορήγηση. Ολόκληρος ο όγκος πρέπει να εγχέεται ενδοφλεβίως στον ασθενή με σταθερό ρυθμό για διάστημα 1 ώρας με τη χρήση μιας τυπικής αντλίας έγχυσης. Για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα νεφροτοξικότητας, πρέπει να χορηγούνται προβενεσίδη από στόματος και διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση με κάθε Cidofovir/Tillomed (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα ψυγμένα διαλύματα πρέπει να αφήνονται να ζεσταθούν σε θερμοκρασία δωματίου πριν από τη χρήση.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η χορήγηση σιδοφοβίρης αντενδείκνυται σε ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν προβενεσίδη ή
άλλη φαρμακευτική αγωγή που περιέχει θείο (βλ. παράγραφο 4.4 Πρόληψη νεφροτοξικότητας). Η σιδοφοβίρη αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.2).
Η ταυτόχρονη χορήγηση σιδοφοβίρης και άλλων δυνητικά νεφροτοξικών παραγόντων αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.4).
Η απευθείας ενδοφθάλμια ένεση σιδοφοβίρης αντενδείκνυται. Η απευθείας ένεση ενδέχεται να συνδέεται με σημαντική μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και με δυσλειτουργία της όρασης.
Πρέπει να εγχέεται μόνο σε φλέβες με επαρκή ροή αίματος, ώστε να επιτρέπεται η ταχεία αραίωση και κατανομή.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σιδοφοβίρης δεν έχουν αποδειχθεί σε άλλες νόσους πέραν της αμφιβληστροειδοπάθειας από CMV σε ενήλικες με AIDS.
Νεφρική ανεπάρκεια/Αιμοκάθαρση
Η θεραπεία με σιδοφοβίρη δεν πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 55 ml/min ή ≥ 2+ πρωτεϊνουρία (≥ 100 mg/dl), καθώς δεν είναι γνωστές οι βέλτιστες δόσεις επαγωγής και συντήρησης για ασθενείς με μετρίου βαθμού έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της σιδοφοβίρης σε τέτοιες καταστάσεις δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Έχει δειχθεί ότι η αιμοκάθαρση υψηλής ροής μειώνει τα επίπεδα της σιδοφοβίρης στον ορό κατά 75% περίπου. Το κλάσμα της δόσης που αποβάλλεται κατά την αιμοκάθαρση είναι 51,9 ± 11,0%.
Νεφροτοξικότητα
Η δοσοεξαρτώμενη νεφροτοξικότητα είναι η κύρια δοσοπεριοριστική τοξικότητα που σχετίζεται με τη χορήγηση σιδοφοβίρης (βλ. παράγραφο 4.8). Η ασφάλεια της σιδοφοβίρης δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλους γνωστούς δυνητικά νεφροτοξικούς παράγοντες (π.χ. τενοφοβίρη, αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φοσκαρνέτη, ενδοφλέβια πενταμιδίνη, αδεφοβίρη και βανκομυκίνη).
Η σιδοφοβίρη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν τενοφοβίρη δισοπρόξιλη φουμαρική λόγω του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου Fanconi (βλ. παράγραφο 4.5).
Συνιστάται οριστική διακοπή των δυνητικά νεφροτοξικών παραγόντων τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την έναρξη χορήγησης της σιδοφοβίρης.
Ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 3,0 mg/kg, 5,0 mg/kg ή 10 mg/kg χωρίς ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης, παρουσίασαν ενδείξεις βλάβης των εγγύς σωληναριακών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων της γλυκοζουρίας και της μείωσης των φωσφορικών, του ουρικού οξέος και των διττανθρακικών ορού, καθώς και των αυξήσεων της κρεατινίνης ορού. Τα σημεία νεφροτοξικότητας ήταν μερικώς αναστρέψιμα σε ορισμένους ασθενείς. Η ταυτόχρονη χρήση προβενεσίδης είναι απαραίτητη για τη μείωση της έντονης νεφροτοξικότητας της σιδοφοβίρης σε βαθμό που να οδηγεί σε μια αποδεκτή σχέση οφέλους/κινδύνου της θεραπείας με σιδοφοβίρη.
Πρόληψη νεφροτοξικότητας
Η θεραπεία πρέπει να συνοδεύεται από χορήγηση προβενεσίδης από στόματος και από επαρκή ενδοφλέβια προενυδάτωση με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση (βλ. παράγραφο 6.6 για πληροφορίες σχετικά με τη λήψη προβενεσίδης) με κάθε δόση σιδοφοβίρης. Όλες οι κλινικές δοκιμές που σχετίζονται με την αξιολόγηση της κλινικής αποτελεσματικότητας, διεξήχθησαν χρησιμοποιώντας προβενεσίδη ταυτόχρονα με σιδοφοβίρη. Δύο γραμμάρια
προβενεσίδης πρέπει να χορηγούνται 3 ώρες πριν από τη δόση της σιδοφοβίρης και ένα γραμμάριο να χορηγείται στις 2 και ξανά στις 8 ώρες μετά την ολοκλήρωση της 1 ώρας έγχυσης σιδοφοβίρης (για συνολικά 4 γραμμάρια). Προκειμένου να μειωθεί το ενδεχόμενο ναυτίας και/ή εμέτου που συνδέεται με τη χορήγηση προβενεσίδης, οι ασθενείς πρέπει να παροτρύνονται να καταναλώνουν τροφή πριν από κάθε δόση προβενεσίδης. Η χρήση ενός αντιεμετικού μπορεί να είναι απαραίτητη.
Σε ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα αλλεργίας ή υπερευαισθησίας στην προβενεσίδη (π.χ. εξάνθημα, πυρετό, ρίγη και αναφυλαξία), πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προφυλακτικής ή θεραπευτικής χρήσης ενός κατάλληλου αντιισταμινικού και/ή παρακεταμόλης.
Η χορήγηση σιδοφοβίρης αντενδείκνυται σε ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν προβενεσίδη λόγω κλινικά σημαντικής υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία ή στο φαρμακευτικό προϊόν ή σε άλλα φάρμακα που περιέχουν θείο (βλ. παράγραφο 4.3). Η χρήση της σιδοφοβίρης χωρίς ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης δεν έχει διερευνηθεί κλινικά. Δεν συνιστάται η χρήση ενός προγράμματος απευαισθητοποίησης στην προβενεσίδη.
Επιπρόθετα με την προβενεσίδη, οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν συνολικά ένα λίτρο διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση ενδοφλεβίως αμέσως πριν από κάθε έγχυση σιδοφοβίρης. Οι ασθενείς που μπορούν να ανεχθούν το πρόσθετο φορτίο υγρών, μπορούν να λάβουν συνολικά έως και 2 λίτρα διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση ενδοφλεβίως με κάθε δόση σιδοφοβίρης. Το πρώτο λίτρο διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση πρέπει να εγχέεται σε διάστημα 1 ώρας αμέσως πριν από την έγχυση της σιδοφοβίρης και το δεύτερο λίτρο, εάν χορηγηθεί, να εγχέεται σε διάστημα 1-3 ωρών, ξεκινώντας ταυτόχρονα με την έγχυση της σιδοφοβίρης ή ξεκινώντας αμέσως μετά την έγχυση της σιδοφοβίρης.
Η θεραπεία με σιδοφοβίρη πρέπει να διακόπτεται οριστικά και συνιστάται ενδοφλέβια ενυδάτωση εάν η κρεατινίνη ορού αυξηθεί κατά ≥ 44 μmol/l (≥ 0,5 mg/dl) ή εάν εμφανιστεί εμμένουσα πρωτεϊνουρία
≥ 2+. Σε ασθενείς που παρουσιάζουν πρωτεϊνουρία ≥ 2+, πρέπει να διενεργείται ενδοφλέβια ενυδάτωση και να επαναλαμβάνεται η εξέταση. Εάν μετά την ενυδάτωση, εξακολουθεί να παρατηρείται πρωτεϊνουρία ≥ 2+, η θεραπεία με σιδοφοβίρη πρέπει να διακοπεί οριστικά. Η συνεχιζόμενη χορήγηση σιδοφοβίρης σε ασθενείς με εμμένουσα πρωτεϊνουρία ≥ 2+ μετά από ενδοφλέβια ενυδάτωση, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω ενδείξεις εγγύς σωληναριακής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων της γλυκοζουρίας, της μείωσης των φωσφορικών, του ουρικού οξέος και των διττανθρακικών ορού και των αυξήσεων της κρεατινίνης ορού.
Απαιτείται προσωρινή διακοπή, και ενδεχομένως οριστική διακοπή της θεραπείας, για αλλαγές στη νεφρική λειτουργία. Για εκείνους τους ασθενείς που αναρρώνουν πλήρως από νεφρική τοξικότητα που συνδέεται με τη σιδοφοβίρη, η σχέση οφέλους-κινδύνου από την επανεισαγωγή της σιδοφοβίρης δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί.
Παρακολούθηση ασθενών
Η πρωτεϊνουρία φαίνεται να αποτελεί έναν πρώιμο και ευαίσθητο δείκτη της επαγόμενης από τη σιδοφοβίρη νεφροτοξικότητας. Σε ασθενείς που λαμβάνουν σιδοφοβίρη πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα κρεατινίνης ορού και πρωτεΐνης ούρων σε δείγματα που λαμβάνονται εντός 24 ωρών πριν από τη χορήγηση κάθε δόσης σιδοφοβίρης. Πρέπει επίσης να διενεργούνται διαφορικές μετρήσεις του λευκοκυτταρικού τύπου πριν από κάθε δόση σιδοφοβίρης (βλ. παράγραφο 4.8).
Οφθαλμικά συμβάντα
Σε ασθενείς που λαμβάνουν σιδοφοβίρη πρέπει να γίνεται σύσταση να κάνουν τακτικά οφθαλμολογικές εξετάσεις παρακολούθησης για πιθανή εμφάνιση ραγοειδίτιδας/ιρίτιδας και οφθαλμικής υποτονίας. Σε περίπτωση ραγοειδίτιδας/ιρίτιδας, η σιδοφοβίρη πρέπει να διακοπεί οριστικά εάν δεν υπάρχει ανταπόκριση στη θεραπεία με ένα τοπικό κορτικοστεροειδές ή εάν η κατάσταση επιδεινωθεί ή εάν η ιρίτιδα/ραγοειδίτιδα επανεμφανιστεί μετά από επιτυχή θεραπεία.
Άλλες
Η σιδοφοβίρη πρέπει να θεωρείται δυνητικά καρκινογόνος στον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3).
Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με σιδοφοβίρη ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη λόγω του δυνητικά αυξημένου κινδύνου εμφάνισης οφθαλμικής υποτονίας.
Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να είναι ενήμεροι για το ότι η σιδοφοβίρη προκάλεσε μειωμένο βάρος όρχεων και υποσπερμία σε ζώα. Παρότι δεν παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες με τη σιδοφοβίρη, τέτοιες αλλαγές ενδέχεται να εμφανιστούν στον άνθρωπο και να προκαλέσουν υπογονιμότητα. Πρέπει να γίνεται σύσταση στους άνδρες να εφαρμόζουν μεθόδους αντισύλληψης με φραγμό κατά τη διάρκεια και για 3 μήνες μετά τη θεραπεία με σιδοφοβίρη (βλ. παραγράφους 4.6 και 5.3).
Πρέπει να συνεχίζουν να εφαρμόζονται κατάλληλες προφυλάξεις για την αποτροπή της μετάδοσης του HIV.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 11,4 mg νατρίου ανά ml, που ισοδυναμεί με το 0,57% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Υπάρχει κίνδυνος η ταυτόχρονη θεραπεία με σιδοφοβίρη και προϊόντα που περιέχουν τενοφοβίρη δισοπρόξιλη φουμαρική να προκαλέσει φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση και να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου Fanconi (βλ. παράγραφο 4.4).
Η προβενεσίδη αυξάνει την AUC της ζιδοβουδίνης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για αιματολογική τοξικότητα επαγόμενη από τη ζιδοβουδίνη.
Για άλλους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) που χορηγούνται ταυτόχρονα με την προβενεσίδη, πρέπει να γίνεται αναφορά στις αντίστοιχες πληροφορίες συνταγογράφησης για τυχόν κατάλληλες συστάσεις.
Οι αλληλεπιδράσεις σιδοφοβίρης/προβενεσίδης και φαρμακευτικών προϊόντων κατά του HIV ή φαρμακευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των κοινών χρόνιων ιογενών λοιμώξεων σε αυτόν τον πληθυσμό, όπως η ηπατίτιδα που σχετίζεται με τον HCV και τον HBV, δεν έχουν διερευνηθεί σε κλινικές δοκιμές.
Η προβενεσίδη είναι γνωστό ότι αυξάνει την έκθεση σε πολλές ουσίες (π.χ. παρακεταμόλη, ακυκλοβίρη, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, αμινοσαλικυλικό οξύ, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, βουμετανίδη, κλοφιβράτη, μεθοτρεξάτη, φαμοτιδίνη, φουροσεμίδη, μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες, θεοφυλλίνη και ζιδοβουδίνη).
Συνεπώς, όταν συνταγογραφείται ταυτόχρονα σιδοφοβίρη/προβενεσίδη με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, είναι σημαντικό οι συνταγογράφοι ιατροί να συμβουλεύονται την ισχύουσα ΠΧΠ της προβενεσίδης (ή μια κατάλληλη πηγή αναφοράς του φαρμακευτικού προϊόντος) και τις αντίστοιχες πληροφορίες συνταγογράφησης των άλλων συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων, για πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων και άλλα χαρακτηριστικά.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες:
Λόγω της ενδεχόμενης γονοτοξικότητας της σιδοφοβίρης (βλ. παράγραφο 5.3), οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης ενόσω υποβάλλονται σε θεραπεία με σιδοφοβίρη και για έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Συνιστάται στους άνδρες να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης και να μην τεκνοποιούν ενόσω λαμβάνουν σιδοφοβίρη και για τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Κύηση:
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σιδοφοβίρης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Η σιδοφοβίρη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
Θηλασμός:
Δεν είναι γνωστό εάν η σιδοφοβίρη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται οριστικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιδοφοβίρη.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν μελέτες με τη σιδοφοβίρη στη γονιμότητα ανδρών ή γυναικών. Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να είναι ενήμεροι για το ότι η σιδοφοβίρη προκάλεσε μείωση του βάρους των όρχεων και υποσπερμία σε ζώα. Παρότι δεν έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες με τη σιδοφοβίρη, τέτοιες αλλαγές μπορεί να συμβούν στον άνθρωπο και να προκαλέσουν υπογονιμότητα.
ν
Η σιδοφοβίρη έχει αμελητέα επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιδοφοβίρη ενδέχεται να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως εξασθένιση. Συνιστάται στον γιατρό να συζητά το θέμα αυτό με τον ασθενή και, με βάση την κατάσταση της νόσου και την ανοχή στη φαρμακευτική αγωγή, να δίνει τη σύστασή του για κάθε μεμονωμένη περίπτωση.
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν μέσω κλινικών δοκιμών ή μέσω παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και ανά συχνότητα. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) ή μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν εντοπιστεί από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά περιλαμβάνονται με πλάγια γραφή.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι δυνατόν ή πιθανόν να σχετίζονται με τη σιδοφοβίρη, βάσει της εμπειρίας από κλινικές δοκιμές και της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά
| Kατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές | Ουδετεροπενία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Διαταραχές του οφθαλμού | |
| Συχνές | Ιρίτιδα, ραγοειδίτιδα, υποτονία του οφθαλμού(βλ. παράγραφο 4.4) |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Μη γνωστής συχνότητας | Επιβαρυμένη ακοή |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | |
| Συχνές | Δύσπνοια |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές ΣυχνέςΜη γνωστής συχνότητας | Ναυτία, έμετος ΔιάρροιαΠαγκρεατίτιδα |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Πολύ συχνές | Αλωπεκία, εξάνθημα |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Πολύ συχνέςΣυχνές Όχι συχνές | Πρωτεϊνουρία, αυξημένη κρεατινίνη αίματος (βλ. παράγραφο 4.4) Νεφρική ανεπάρκειαΣύνδρομο Fanconi επίκτητο |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | |
| Πολύ συχνές Συχνές | Εξασθένιση, πυρετός Ρίγη |
Οι αναφορές για νεφρική ανεπάρκεια (καθώς και για συμβάντα που πιθανώς να προκλήθηκαν από νεφρική ανεπάρκεια, π.χ. αυξημένη κρεατινίνη αίματος, πρωτεϊνουρία, γλυκοζουρία) που ελήφθησαν κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία στην αγορά, περιλαμβάνουν κάποιες που είχαν θανατηφόρα έκβαση. Έχουν αναφερθεί περιστατικά οξείας νεφρικής ανεπάρκειας μετά από μόνο μία ή δύο δόσεις σιδοφοβίρης.
Η ανίχνευση τυχόν γλυκοζουρίας, πρωτεϊνουρίας/αμινοξυουρίας, υποουριχαιμίας, υποφωσφαταιμίας και/ή υποκαλιαιμίας πρέπει να οδηγεί σε άμεση εξέταση για το σύνδρομο Fanconi που σχετίζεται με τη σιδοφοβίρη.
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι δυνατόν ή πιθανόν να σχετίζονται με την προβενεσίδη, βάσει της εμπειρίας από κλινικές δοκιμές:
| Kατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Συχνές | Κεφαλαλγία |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές | Ναυτία, έμετος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Πολύ συχνές | Εξάνθημα |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | |
| Πολύ συχνές Συχνές | Πυρετός Εξασθένιση, ρίγη |
Επιπρόσθετα, η προβενεσίδη μπορεί επίσης να προκαλέσει άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ανορεξία, άλγος των ούλων, ερυθρίαση, αλωπεκία, ζάλη, αναιμία και πολλακιουρία. Έχουν εμφανιστεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, με δερματίτιδα, κνησμό, κνίδωση και, σπανίως, αναφυλαξία και σύνδρομο Stevens-Johnson. Έχουν υπάρξει αναφορές λευκοπενίας, ηπατικής νέκρωσης, νεφρωσικού συνδρόμου και απλαστικής αναιμίας. Έχει επίσης παρατηρηθεί αιμολυτική αναιμία, η οποία μπορεί να συνδέεται με ανεπάρκεια G6DP. Συνεπώς, όταν συνταγογραφείται προβενεσίδη ταυτόχρονα με σιδοφοβίρη, είναι σημαντικό οι συνταγογράφοι ιατροί να συμβουλεύονται την ισχύουσα ΠΧΠ της προβενεσίδης (ή μια κατάλληλη πηγή αναφοράς του φαρμάκου) για πλήρεις πληροφορίες σχετικά με το προφίλ ασφάλειας και τα άλλα χαρακτηριστικά αυτού του προϊόντος.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον
Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Έχουν αναφερθεί δύο περιστατικά υπερδοσολογίας με τη σιδοφοβίρη. Και στα δύο περιστατικά, η υπερδοσολογία συνέβη κατά τη διάρκεια της πρώτης δόσης επαγωγής και δεν χορηγήθηκε επιπλέον θεραπεία με σιδοφοβίρη. Ο ένας ασθενής έλαβε μία μονή δόση των 16,4 mg/kg και ο άλλος ασθενής έλαβε μία μονή δόση των 17,3 mg/kg.
Συμπτώματα
Ένας από αυτούς τους ασθενείς παρουσίασε μια μικρή παροδική μεταβολή στη νεφρική λειτουργία, ενώ ο άλλος ασθενής δεν παρουσίασε καμία μεταβολή στη νεφρική λειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιμετώπιση
Και οι δύο ασθενείς εισήχθησαν σε νοσοκομείο και έλαβαν προφυλακτικά προβενεσίδη από στόματος και εντατική ενυδάτωση για 3 έως 7 ημέρες.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CIDOFOVIR/TILLOMED 75MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιιικά συστηματικής χoρήγησης, νουκλεοσίδια και νουκλεοτίδια εκτός των αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AB12
Γενικά
Η σιδοφοβίρη είναι ένα ανάλογο της κυτιδίνης με δραστηριότητα in vitro και in vivo κατά του ανθρώπινου κυτταρομεγαλοϊού (HCMV). Τα στελέχη HCMV που είναι ανθεκτικά στη γκανσικλοβίρη ενδέχεται να εξακολουθούν να είναι ευαίσθητα στη σιδοφοβίρη.
Μηχανισμός δράσης
Η σιδοφοβίρη καταστέλλει την αντιγραφή του HCMV μέσω εκλεκτικής αναστολής της σύνθεσης του ιικού DNA. Τα βιοχημικά δεδομένα υποστηρίζουν την εκλεκτική αναστολή των DNA πολυμερασών των HSV-1, HSV-2 και HCMV από τη διφωσφορική σιδοφοβίρη, τον δραστικό ενδοκυττάριο μεταβολίτη της σιδοφοβίρης.
Η διφωσφορική σιδοφοβίρη αναστέλλει αυτές τις ιικές πολυμεράσες σε συγκεντρώσεις που είναι 8 έως 600 φορές χαμηλότερες από εκείνες που απαιτούνται για την αναστολή των DNA πολυμερασών άλφα, βήτα και γάμμα των ανθρώπινων κυττάρων. Η ενσωμάτωση της σιδοφοβίρης στο ιικό DNA έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού σύνθεσης του ιικού DNA.
Η σιδοφοβίρη εισέρχεται στα κύτταρα μέσω ενδοκύττωσης υγρής φάσης και φωσφορυλιώνεται σε μονοφωσφορική σιδοφοβίρη και στη συνέχεια σε διφωσφορική σιδοφοβίρη. Οι παρατεταμένες αντιιικές επιδράσεις της σιδοφοβίρης σχετίζονται με τους χρόνους ημίσειας ζωής των μεταβολιτών της. Η διφωσφορική σιδοφοβίρη παραμένει μέσα στα κύτταρα με χρόνο ημίσειας ζωής 17-65 ώρες και το προϊόν προσθήκης, φωσφορική σιδοφοβίρη-χολίνη, έχει χρόνο ημίσειας ζωής 87 ώρες.
Αντιική δρστηριότητα
Η σιδοφοβίρη είναι δραστική in vitro κατά του HCMV, ενός μέλους της οικογένειας των ερπητοϊών (herpesviridae). Η αντιική δραστηριότητα παρατηρείται σε συγκεντρώσεις σημαντικά χαμηλότερες από εκείνες που προκαλούν κυτταρικό θάνατο.
Η in vitro ευαισθησία στη σιδοφοβίρη παρουσιάζεται στον ακόλουθο πίνακα:
Αναστολή του πολλαπλασιασμού του ιού από τη σιδοφοβίρη σε κυτταρική καλλιέργεια
Ιός IC50 (μM)
απομονωμένα στελέχη CMV φυσικού τύπου 0,7 (± 0,6)
απομονωμένα στελέχη CMV ανθεκτικά στη γκανσικλοβίρη
απομονωμένα στελέχη CMV ανθεκτικά στη φοσκαρνέτη
7,5 (± 4,3)
0,59 (± 0,07)
Η in vivo δραστηριότητα κατά του HCMV επιβεβαιώθηκε με ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της σιδοφοβίρης για τη θεραπεία της αμφιβληστροειδοπάθειας από CMV σε ασθενείς με AIDS, οι οποίες κατέδειξαν στατιστικά σημαντικές χρονικές καθυστερήσεις ως προς την εξέλιξη της αμφιβληστροειδοπάθειας από CMV σε ασθενείς που έλαβαν σιδοφοβίρη σε σύγκριση με τους ασθενείς της ομάδας ελέγχου. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εξέλιξη της αμφιβληστροειδοπάθειας στις δύο μελέτες αποτελεσματικότητας (GS-93-106 και GS-93-105) ήταν 120 ημέρες και δεν επιτεύχθηκε για τα σκέλη θεραπείας έναντι 22 ημερών και 21 ημερών για τα σκέλη που δεν έλαβαν θεραπεία (αναβαλλόμενη θεραπεία), αντίστοιχα.
Στη μελέτη GS-93-107 που διεξήχθη σε ασθενείς που είχαν υποτροπιάσει μετά από θεραπεία με άλλους παράγοντες, ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εξέλιξη της αμφιβληστροειδοπάθειας ήταν 115 ημέρες.
Ιική αντοχή
Μετά από in vitro επιλογή απομονωμένων στελεχών HCMV ανθεκτικών στη γκανσικλοβίρη, παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της γκανσικλοβίρης και της σιδοφοβίρης με μεταλλάξεις υπό εκλεκτική πίεση από τη γκανσικλοβίρη στο γονίδιο της DNA πολυμεράσης του HCMV, αλλά όχι με μεταλλάξεις στο γονίδιο UL97. Δεν παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της φοσκαρνέτης και της σιδοφοβίρης με μεταλλάγματα υπό εκλεκτική πίεση από τη φοσκαρνέτη. Τα μεταλλάγματα υπό εκλεκτική πίεση από τη σιδοφοβίρη παρουσίασαν μετάλλαξη στο γονίδιο της DNA πολυμεράσης και διασταυρούμενη αντοχή στη γκανσικλοβίρη, αλλά ευαισθησία στη φοσκαρνέτη.
Η κύρια οδός αποβολής της σιδοφοβίρης ήταν μέσω νεφρικής απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου, με συνδυασμό σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, το 80 έως 100% της ενδοφλέβιας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα σε διάστημα 24 ωρών ως αμετάβλητη σιδοφοβίρη. Δεν έχουν ανιχνευθεί μεταβολίτες της σιδοφοβίρης στον ορό ή στα ούρα των ασθενών.
Στο τέλος μιας ωριαίας έγχυσης σιδοφοβίρης 5 mg/kg που χορηγήθηκε με ταυτόχρονη από στόματος χορήγηση προβενεσίδης, η μέση (± SD) συγκέντρωση της σιδοφοβίρης στον ορό ήταν 19,6 (±
7,18) μg/ml. Οι μέσες τιμές της συνολικής κάθαρσης στον ορό, του όγκου κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση και του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής της αποβολής ήταν 138 (± 36) ml/h/kg, 388 (± 125) ml/kg και 2,2 (± 0,5) h, αντίστοιχα. Μη δοσοεξαρτώμενη κινητική
καταδείχθηκε με μονές δόσεις σιδοφοβίρης που χορηγήθηκαν στο εύρος δόσης από 3 έως 7,5 mg/kg.
Δέσμευση πρωτεϊνών in vitro
Η in vitro δέσμευση της σιδοφοβίρης με πρωτεΐνες πλάσματος ή ορού ήταν 10% ή λιγότερο στο εύρος συγκέντρωσης σιδοφοβίρης από 0,25 έως 25 μg/ml.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CIDOFOVIR/TILLOMED 75MG/ML
Nατρίου υδροξείδιο (για ρύθμιση του pH) Yδροχλωρικό οξύ (πυκνό) (για ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
2 χρόνια.
Διάρκεια ζωής του αραιωμένου φαρμακευτικού προϊόντος:
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση του ανασυσταμένου διαλύματος που ετοιμάστηκε σύμφωνα με τις συστάσεις, έχει αποδειχθεί για 24 ώρες στους 2 έως 8°C. Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση πριν από τη χορήγηση, αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2 έως 8 °C, εκτός εάν η αραίωση έχει διενεργηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C. Μην ψύχετε ή καταψύχετε.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Γυάλινο φιαλίδιο με ελαστικά πώματα εισχώρησης από βρωμοβουτύλιο και σφράγιση από αλουμίνιο με πλαστικό αποσπώμενο επίπωμα. Κάθε συσκευασία περιέχει ένα φιαλίδιο των 5 ml.
και άλλος χειρισμός
Για μία χρήση
Τρόπος προετοιμασίας και χορήγησης
Τα φιαλίδια Cidofovir/Tillomed πρέπει να ελέγχονται οπτικά για σωματίδια και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση.
Με μια σύριγγα, μεταφέρεται υπό άσηπτες συνθήκες η κατάλληλη δόση σιδοφοβίρης από το φιαλίδιο σε σάκο έγχυσης που περιέχει 100 ml διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση και αναμειγνύεται καλά. Ολόκληρος ο όγκος πρέπει να εγχέεται ενδοφλεβίως στον ασθενή με σταθερό ρυθμό για διάστημα 1 ώρας με τη χρήση μιας τυπικής αντλίας έγχυσης. Πρέπει να χορηγείται από
επαγγελματίες υγείας με επαρκή εμπειρία στη φροντίδα ασθενών με AIDS. Τα ψυγμένα διαλύματα πρέπει να αφήνονται να ζεσταθούν σε θερμοκρασία δωματίου πριν από τη χρήση.
Τα διαλύματα πρέπει να είναι διαυγή και πρακτικά ελεύθερα σωματιδίων.
Η χημική και φυσική σταθερότητα του Cidofovir/Tillomed αναμεμειγμένου με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση έχει καταδειχθεί σε γυάλινες φιάλες, σε σάκους έγχυσης κατασκευασμένους είτε από πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) είτε από συμπολυμερές αιθυλενίου/προπυλενίου, και σε συστήματα ενδοφλέβιας χορήγησης με εξαερισμό με βάση το PVC. Δεν έχουν μελετηθεί άλλοι τύποι σωληνώσεων ενδοφλέβιας χορήγησης και σάκων έγχυσης.
Η συμβατότητα με Διάλυμα Ringer, Γαλακτικό Διάλυμα Ringer ή με βακτηριοστατικά υγρά έγχυσης δεν έχει αξιολογηθεί.
Προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος:
Συνιστάται η λήψη κατάλληλων προφυλάξεων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κατάλληλου εξοπλισμού ασφάλειας, για την προετοιμασία, τη χορήγηση και την απόρριψη της σιδοφοβίρης. Η προετοιμασία του ανασυσταμένου διαλύματος σιδοφοβίρης πρέπει να γίνεται σε θάλαμο βιολογικής ασφάλειας νηματικής ροής. Το προσωπικό που ετοιμάζει το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να φορά χειρουργικά γάντια, γυαλιά ασφάλειας και χειρουργική ρόμπα κλειστού τύπου με πλεκτές μανσέτες. Εάν η σιδοφοβίρη έρθει σε επαφή με το δέρμα, οι μεμβράνες πρέπει να πλένονται και να εκπλένονται σχολαστικά με νερό. (Βλ. παράγραφο 6.6.)
Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης, της συχνότητας ή του ρυθμού έγχυσης. Πρέπει να αραιώνεται σε 100 χιλιοστόλιτρα διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση πριν από τη χορήγηση. Ολόκληρος ο όγκος πρέπει να εγχέεται ενδοφλεβίως στον ασθενή με σταθερό ρυθμό για διάστημα 1 ώρας με τη χρήση μιας τυπικής αντλίας έγχυσης. Για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα νεφροτοξικότητας, πρέπει να χορηγούνται προβενεσίδη από στόματος και διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για έγχυση με κάθε Cidofovir/Tillomed (βλ. παράγραφο 4.4).
Χειρισμός και απόρριψη
Συνιστάται η λήψη κατάλληλων προφυλάξεων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κατάλληλου εξοπλισμού ασφάλειας, για την προετοιμασία, τη χορήγηση και την απόρριψη της σιδοφοβίρης. Η προετοιμασία του ανασυσταμένου διαλύματος σιδοφοβίρης πρέπει να γίνεται σε θάλαμο βιολογικής ασφάλειας νηματικής ροής. Το προσωπικό που ετοιμάζει το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να φορά χειρουργικά γάντια, γυαλιά ασφάλειας και χειρουργική ρόμπα κλειστού τύπου με πλεκτές μανσέτες. Η περίσσεια σιδοφοβίρη και όλα τα άλλα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν κατά την προετοιμασία και χορήγηση του μείγματος πρέπει να τοποθετούνται σε στεγανό, ανθεκτικό στη διάτρηση δοχείο για απόρριψη. Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις. Τα μερικώς χρησιμοποιημένα φιαλίδια πρέπει να απορρίπτονται.