INSUMAN INFUSAT INJ.SUSP 100IU/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - INSUMAN 100IU/ML
Δοσολογία
To Ιnsuman Infusat παρασκευάσθηκε για να χρησιμοποιείται ειδικά με εξωτερικές φορητές αντλίες ινσουλίνης. ΄Εχει σταθεροποιηθεί ειδικά για να ελαχιστοποιείται η απώλεια δραστικότητας από την καταπόνηση από τις μηχανικές και θερμικές συνθήκες που προκαλούνται από αυτές τις αντλίες. Γι’ αυτό το Insuman Infusat είναι επίσης κατάλληλο για συνεχή έγχυση ινσουλίνης με τις άλλες συμβατικές σύριγγες για ένεση.
Τα επιθυμητά επίπεδα σακχάρου στο αίμα και το δοσολογικό σχήμα της ινσουλίνης θα πρέπει να εξατομικεύονται ώστε να προσαρμόζονται με τη δίαιτα του ασθενούς, τη φυσική δραστηριότητα και τον τρόπο ζωής του.
Ημερήσιες δόσεις και χρόνος χορήγησης
Όταν χρησιμοποιούνται με εξωτερικές φορητές αντλίες ινσουλίνης, μέρος της ημερήσιας δόσης ινσουλίνης εγχύεται συνεχώς ("βασικός ρυθμός") και το υπόλοιπο χορηγείται υπό τη μορφή ένεσης bolus πριν από τα γεύματα. Σχετικά με λεπτομερείς πληροφορίες για τις αντλίες έγχυσης, τη λειτουργία τους και τις αναγκαίες προφυλάξεις ως προς την ασφάλεια, ανατρέξατε στις οδηγίες χειρισμού.
Δεν υπάρχουν σταθεροί κανόνες για το δοσολογικό σχήμα της ινσουλίνης. Παρ' όλα αυτά, συχνά η μέση απαίτηση σε ινσουλίνη είναι 0,5 - 1,0 IU ανά kg σωματικού βάρους ημερησίως. Η βασική μεταβολική απαίτηση κυμαίνεται μεταξύ 40% και 60% της συνολικής ημερήσιας ανάγκης. Συνεπώς, περίπου 40 - 60% της ημερήσιας δόσης χορηγείται με το βασικό ρυθμό και η υπολειπόμενη ποσότητα κατανέμεται υπό μορφή ένεσης bolus πριν από τα γεύματα.
Δευτεροπαθής προσαρμογή δόσης
Ο βελτιωμένος μεταβολικός έλεγχος έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη ευαισθησία ινσουλίνης, η οποία καταλήγει σε ελαττωμένη ανάγκη ινσουλίνης. Πιθανόν επίσης να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης, αν για παράδειγμα
-
αλλάζει το σωματικό βάρος του ασθενούς,
-
διαφοροποιείται ο τρόπος ζωής του ασθενούς,
-
παρουσιάζονται άλλες καταστάσεις οι οποίες δυνατόν να υποδηλώνουν αυξημένη ευαισθησία για υπο- ή υπεργλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένος πληθυσμός (≥65 ετών)
Στους ηλικιωμένους, προοδευτική επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να οδηγήσει σε σταθερή μείωση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να ελαττωθούν εξαιτίας του ελαττωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να ελαττωθούν εξαιτίας της μειωμένης ικανότητας για γλυκονεογένεση και του ελαττωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης.
Τρόπος χορήγησης
Το Ιnsuman Infusat δεν πρέπει να χορηγείται με περισταλτικές αντλίες με σωληνώσεις από σιλικόνη. Ανατρέξτε στο τεχνικό εγχειρίδιο για αντενδείξεις οι οποίες σχετίζονται με τη χρήση των αντλιών ινσουλίνης.
Το Insuman Infusat μπορεί να εγχυθεί υποδορίως.
Το Ιnsuman Infusat σε φιαλίδιο μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και με άλλες αντλίες ινσουλίνης όπου αποδείχθηκε ότι είναι κατάλληλο (βλ. οδηγίες χρήσης για τις αντλίες).
Μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθετήρες μόνο από τετραφλουοροαιθυλένιο ή πολυαιθυλένιο.
Η ινσουλίνη πρέπει πάντοτε να εγχύεται υπό άσηπτες συνθήκες. Αυτό γίνεται εφικτό με την ειδική συσκευή που διατίθεται για τις αντλίες ινσουλίνης (π.χ. καθετήρες, σωληνίσκοι).
Η απορρόφηση ινσουλίνης και κατά συνέπεια η επίδραση της δόσης για να μειωθεί το σάκχαρο του αίματος δυνατόν να ποικίλλει από τη μια περιοχή της ένεσης στην άλλη (π.χ. κοιλιακό τοίχωμα σε σύγκριση με το μηρό). Το σημείο παρακέντησης στην περιοχή του σώματος θα πρέπει να εναλλάσσεται συνεχώς (γενικά κάθε 1 - 3 ημέρες) για τον περιορισμό του κινδύνου λιποδυστροφίας και δερματικής αμυλοείδωσης (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.8).
Για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το χειρισμό, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Ασθενείς υπερευαίσθητοι στο Insuman Infusat για τους οποίους δεν υπάρχει διαθέσιμο κάποιο καλύτερα ανεκτό προϊόν θα πρέπει να συνεχίσουν την αγωγή μόνο κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση και -αν είναι αναγκαίο- με ταυτόχρονη χορήγηση αντιαλλεργικής αγωγής.
Σε ασθενείς με αλλεργία στη ζωική ινσουλίνη συνιστάται η διενέργεια δοκιμασίας ενδοδερμικά πριν από τη μετάβαση στο Insuman Infusat, επειδή μπορεί να εμφανίσουν ανοσολογικές διασταυρούμενες αντιδράσεις.
Σε περίπτωση υπογλυκαιμίας, η αντλία ινσουλίνης πρέπει να διακόπτεται προσωρινά, τουλάχιστον μέχρις ότου ο ασθενής ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις του.
Στην περίπτωση που η ρύθμιση του σακχάρου είναι ανεπαρκής ή υπάρχει τάση για επεισόδια υπερ- ή υπογλυκαιμίας, πριν γίνει αναπροσαρμογή της δόσης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη η εμμονή του ασθενούς στο καθορισμένο θεραπευτικό σχήμα, οι θέσεις των ενέσεων και η σωστή τεχνική τους καθώς και όλοι οι άλλοι σχετικοί παράγοντες.
Μετάβαση στο Insuman Infusat
Η μετάβαση του ασθενή σε έναν άλλο τύπο ή εμπορικό σκεύασμα ινσουλίνης πρέπει να γίνεται κάτω από αυστηρή ιατρική παρακολούθηση. Αλλαγές στην περιεκτικότητα, το εμπορικό σκεύασμα (παραγωγός), τον τύπο (κανονική, ισοφανική [ΝΡΗ], βραδείας δράσης [lente], μακράς δράσης κ.λπ.), την προέλευση (ζωική, ανθρώπινη, ανάλογο ανθρώπινης ινσουλίνης) ή/και τη μέθοδο παραγωγής μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα κάποια μεταβολή στη δόση.
Η ανάγκη για αναπροσαρμογή (π.χ. μείωση) της δόσης ενδεχομένως γίνεται προφανής αμέσως μετά από τη μετάβαση. Εναλλακτικά, μπορεί να απαιτηθεί σταδιακά μετά από χρονικό διάστημα αρκετών εβδομάδων.
Μετά τη μετάβαση από ζωική ινσουλίνη σε ανθρώπινη, πιθανόν να απαιτηθεί μείωση του δοσολογικού σχήματος, ιδιαίτερα σε ασθενείς οι οποίοι
-
είχαν ήδη ελεγχθεί προηγουμένως και διαπιστώθηκαν μάλλον χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα,
-
είχαν την τάση για υπογλυκαιμία,
-
προηγουμένως είχαν ανάγκη μεγαλύτερων δόσεων ινσουλίνης λόγω της παρουσίας αντισωμάτων ινσουλίνης.
Κατά τη διάρκεια της μετάβασης και κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά από αυτή συνιστάται στενή παρακολούθηση του μεταβολισμού. Σε ασθενείς όπου απαιτούνται μεγαλύτερες δόσεις ινσουλίνης λόγω παρουσίας αντισωμάτων ινσουλίνης, πρέπει να εξεταστεί η μετάβαση να γίνει υπό ιατρική παρακολούθηση σε νοσοκομείο ή σε παρόμοιο χώρο.
Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες σχετικά με τη διαρκή εναλλαγή των σημείων χορήγησης της ένεσης για τον περιορισμό του κινδύνου λιποδυστροφίας και δερματικής αμυλοείδωσης. Σε περίπτωση χορήγησης της ινσουλίνης σε σημεία που εμφανίζουν τις εν λόγω αντιδράσεις υπάρχει κίνδυνος καθυστερημένης απορρόφησης ινσουλίνης και επιδείνωσης του γλυκαιμικού ελέγχου. Σύμφωνα με αναφορές, η αιφνίδια αλλαγή του σημείου χορήγησης της ένεσης και η χορήγηση σε σημείο που δεν έχει επηρεαστεί είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση υπογλυκαιμίας. Μετά την αλλαγή του σημείου χορήγησης της ένεσης, συνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ενώ μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης της δόσης της αντιδιαβητικής αγωγής.
Υπογλυκαιμία
Υπογλυκαιμία είναι δυνατόν να εμφανισθεί αν η δόση ινσουλίνης είναι πολύ μεγάλη σε σχέση με τις απαιτήσεις σε ινσουλίνη.
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και συνιστάται εντατικότερη παρακολούθηση του σακχάρου του αίματος σε ασθενείς στους οποίους τα υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να σχετίζονται με ιδιαίτερες κλινικές καταστάσεις όπως σε ασθενείς με σημαντική στένωση των στεφανιαίων αρτηριών ή των αιμοφόρων αγγείων που τροφοδοτούν τον εγκέφαλο (κίνδυνος καρδιακών ή εγκεφαλικών επιπλοκών από την υπογλυκαιμία) καθώς επίσης και σε ασθενείς με παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια, ιδιαίτερα αν δεν έχει αντιμετωπισθεί με φωτοπηξία (κίνδυνος αιφνίδιας αμαύρωσης μετά από υπογλυκαιμία).
Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τις καταστάσεις εκείνες στις οποίες τα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας είναι ελαττωμένα. Τα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας πιθανόν να διαφοροποιούνται, να είναι λιγότερο έκδηλα ή να εκλείπουν σε ορισμένες ομάδες κινδύνου. Αυτές περιλαμβάνουν ασθενείς:
-
στους οποίους ο γλυκαιμικός έλεγχος έχει βελτιωθεί σημαντικά,
-
στους οποίους η υπογλυκαιμία εκδηλώνεται βαθμιαία,
-
που είναι ηλικιωμένοι,
-
οι οποίοι μεταβαίνουν από ζωική ινσουλίνη σε ανθρώπινη,
-
οι οποίοι εμφανίζουν αυτόνομη νευροπάθεια,
-
με μακρόχρονο ιστορικό διαβήτη,
-
που πάσχουν από ψυχιατρικό νόσημα,
-
που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5). Τέτοιες καταστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή υπογλυκαιμία (και πιθανόν απώλεια της συνείδησης) πριν προλάβει ο ασθενής να αντιληφθεί την υπογλυκαιμία.
Εφόσον παρατηρηθούν φυσιολογικά ή ακόμη και μειωμένα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η πιθανότητα υποτροπιαζόντων, μη αναγνωρισθέντων, ιδιαίτερα κατά τη νύχτα, επεισοδίων υπογλυκαιμίας.
Η εμμονή των ασθενών στο δοσολογικό σχήμα και το διαιτητικό σχήμα, η σωστή χορήγηση ινσουλίνης και η αναγνώριση των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας είναι ουσιώδη για τη μείωση των κινδύνων της υπογλυκαιμίας. Οι παράγοντες που αυξάνουν την ευαισθησία για υπογλυκαιμία απαιτούν ιδιαίτερα στενή παρακολούθηση και μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης. Αυτοί περιλαμβάνουν:
-
αλλαγή της θέσης της ένεσης,
-
βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη (π.χ. με απομάκρυνση των παραγόντων που προκαλούν stress),
-
ασυνήθιστη, αυξημένη ή παρατεταμένη σωματική άσκηση,
-
συνοδά νοσήματα (π.χ. έμετος, διάρροια),
-
ανεπαρκή πρόσληψη τροφής,
-
παράλειψη γευμάτων,
-
κατανάλωση οινοπνεύματος,
-
διάφορες μη αντιρροπιστικές ενδοκρινικές διαταραχές (π.χ. σε υποθυρεοειδισμό και σε ανεπάρκεια του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης ή του φλοιού των επινεφριδίων),
-
συγχορήγηση με κάποια άλλα συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5).
Τεχνικά προβλήματα της αντλίας ινσουλίνης
Υπεργλυκαιμία, κετοξέωση και κώμα δυνατόν να εμφανισθούν μέσα σε ώρες, εάν ο καθετήρας της αντλίας είναι πλήρως αποφραγμένος. Οποτεδήποτε ο ασθενής αντιληφθεί ταχεία αύξηση του σακχάρου στο αίμα που δεν ανταποκρίνεται σε μια δόση bolus, θα πρέπει να αποσαφηνισθεί η πιθανότητα απόφραξης του καθετήρα.
Σε περίπτωση μη σωστής λειτουργίας της αντλίας, οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν πάντοτε συσκευές ένεσης (σύριγγα για ένεση ή συσκευή τύπου πένας) και ινσουλίνες που διατίθενται για υποδόρια χορήγηση.
Σχετικά με λεπτομέρειες ως προς τις προφυλάξεις για ασφάλεια από τη χρήση αντλιών ινσουλίνης, ανατρέξατε στο εγχειρίδιο με τις οδηγίες χρήσης.
Συνοδά νοσήματα
Η συνοδός νόσος απαιτεί εντατική παρακολούθηση του μεταβολισμού. Σε πολλές περιπτώσεις συνιστάται η διενέργεια δοκιμασίας κετόνης στα ούρα και συχνά είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης. Συχνά η ανάγκη σε ινσουλίνη είναι αυξημένη. Ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 θα πρέπει να συνεχίζουν να καταναλώνουν τουλάχιστον μια μικρή ποσότητα υδατανθράκων σε σταθερή βάση, ακόμη και αν μπορούν να φάνε λίγο ή καθόλου τροφή ή να κάνουν εμετό κ.λπ. και δεν πρέπει ποτέ να παραλείπουν εξ ολοκλήρου την ινσουλίνη.
Λάθη κατά τη φαρμακευτική αγωγή
Έχουν αναφερθεί λάθη κατά τη φαρμακευτική αγωγή όπου έχουν χορηγηθεί λανθασμένα άλλες μορφές του Insuman ή άλλες ινσουλίνες. Η ετικέτα της ινσουλίνης πρέπει να ελέγχεται πάντοτε πριν από κάθε ένεση προς αποφυγή λαθών κατά τη φαρμακευτική αγωγή μεταξύ της ανθρώπινης ινσουλίνης και των άλλων ινσουλινών.
Συνδυασμός Insuman με πιογλιταζόνη
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας όταν συγχορηγήθηκε η πιογλιταζόνη με ινσουλίνη, ειδικότερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρδιακής ανεπάρκειας. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση συνδυασμένης θεραπείας πιογλιταζόνης με Insuman. Εφόσον χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αύξηση βάρους και οίδημα. Η πιογλιταζόνη πρέπει να διακοπεί στην περίπτωση που παρουσιαστεί επιδείνωση των καρδιακών συμπτωμάτων.
Νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Ένας αριθμός ουσιών επηρεάζουν το μεταβολισμό της γλυκόζης και μπορεί να απαιτήσουν αναπροσαρμογή της δόσης της ανθρώπινης ινσουλίνης.
Ουσίες οι οποίες μπορεί να ενισχύσουν την υπογλυκαιμική δράση και να αυξήσουν την ευαισθησία σε υπογλυκαιμία περιλαμβάνουν από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ), δισοπυραμίδη, φιβράτες, φλουοξετίνη, αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO), πεντοξυφυλλίνη, προποξιφένη, σαλικυλικά και αντιβιοτικά τύπου σουλφοναμίδης.
Ουσίες οι οποίες μπορεί να μειώσουν την υπογλυκαιμική δράση περιλαμβάνουν κορτικοστεροειδή, δαναζόλη, διαζοξείδη, διουρητικά, γλυκαγόνη, ισονιαζίδη, οιστρογόνα και προγεσταγόνα (π.χ. στο αντισυλληπτικό χάπι), παράγωγα της φαινοθειαζίνης, σωματοτροπίνη, συμπαθητικομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. επινεφρίνη [αδρεναλίνη], σαλβουταμόλη, τερβουταλίνη), θυρεοειδικές ορμόνες, αναστολείς πρωτεάσης και άτυπα αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. ολανζαπίνη και κλοζαπίνη).
Οι β-αποκλειστές, η κλονιδίνη, τα άλατα λιθίου ή το οινόπνευμα δυνατόν να ενισχύσουν ή να μειώσουν την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης. Η πενταμιδίνη πιθανόν να προκαλέσει υπογλυκαιμία, η οποία ορισμένες φορές συνοδεύεται από υπεργλυκαιμία.
Επιπρόσθετα, υπό την επήρεια συμπαθητικολυτικών φαρμακευτικών προϊόντων όπως είναι οι
β-αποκλειστές, η κλονιδίνη, γουανεθιδίνη και η ρεζερπίνη, οι ενδείξεις της αδρενεργικής απορρύθμισης είναι δυνατόν να μειωθούν ή να είναι απούσες.
Κύηση
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την κύηση στην ανθρώπινη ινσουλίνη. Η ινσουλίνη δεν διαπερνά τον πλακούντιο φραγμό. Η χορήγηση σε έγκυες γυναίκες πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή.
Είναι ουσιώδους σημασίας για ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη ή διαβήτη κύησης να διατηρούν καλό μεταβολικό έλεγχο κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να ελαττωθούν κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και γενικά αυξάνουν κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Αμέσως μετά τον τοκετό οι απαιτήσεις ινσουλίνης ελαττώνονται ταχέως (αυξημένος κίνδυνος υπογλυκαιμίας). Είναι απαραίτητη η προσεκτική παρακολούθηση της ρύθμισης του σακχάρου.
Θηλασμός
Δεν αναμένονται επιδράσεις στο θηλάζον βρέφος. Το Insuman Infusat μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη γαλουχία. Σε γυναίκες που θηλάζουν μπορεί να απαιτηθεί ρύθμιση της δόσης ινσουλίνης και της δίαιτας.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα ή δεδομένα σε ζώα με την ανθρώπινη ινσουλίνη όσον αφορά στη γονιμότητα των ανδρών ή των γυναικών.
ν
Η ικανότητα του ασθενή να συγκεντρωθεί και να αντιδρά είναι δυνατόν να επηρεάζεται από την υπογλυκαιμία ή την υπεργλυκαιμία ή για παράδειγμα, ως επακόλουθο της οπτικής διαταραχής. Αυτό μπορεί να αποτελεί κίνδυνο στις καταστάσεις εκείνες όπου οι ικανότητες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία (π.χ. οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμός μηχανημάτων).
Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε να παίρνουν τις ανάλογες προφυλάξεις για να αποφεύγεται η υπογλυκαιμία κατά την οδήγηση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε εκείνους τους ασθενείς οι οποίοι έχουν μειωμένη ή καθόλου αντίληψη για τα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας ή έχουν συχνά επεισόδια υπογλυκαιμίας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζεται, εάν θα επιτραπεί στον ασθενή η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων.
Περίληψη των χαρακτηριστικών ασφάλειας
Γενικά, η υπογλυκαιμία είναι η πλέον συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση της ινσουλινοθεραπείας και μπορεί να συμβεί εφόσον η δόση της ινσουλίνης είναι πολύ υψηλή σε σχέση με τις απαιτήσεις σε ινσουλίνη. Σε κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια χρήσης μετά από την κυκλοφορία, η συχνότητα ποικίλλει ως προς τον πληθυσμό των ασθενών και τα δοσολογικά σχήματα. Συνεπώς δεν μπορεί να παρουσιαστεί ειδική συχνότητα.
Καταγραφή σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες σχετιζόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις από κλινικές έρευνες παρατίθενται πιο κάτω σύμφωνα με την κατάταξη ανά οργανικό σύστημα και με σειρά φθίνουσας συχνότητας: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως
<1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία/ οργανικό σύστημα σύμφωνα με το MedDRA | Συχνές | Όχι συχνές | Μη γνωστής συχνότητας |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Καταπληξία | Άμεσου τύπου αλλεργικές αντιδράσεις (υπόταση, αγγειονευρωτικό οίδημα, βρογχόσπασμος, γενικευμένες δερματικές αντιδράσεις), αντισώματα έναντι τηςινσουλίνης | |
| Μεταβολικές και διατροφικέςδιαταραχές | Οίδημα | Υπογλυκαιμία· Κατακράτηση νατρίου | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Παραγωγική αμφιβληστροειδο-πάθεια· Διαβητική αμφιβληστροειδο-πάθεια·Οπτική διαταραχή | ||
| Διαταραχές τουδέρματος και του υποδόριου ιστού | ΛιποδυστροφίαΔερματική αμυλοείδωση | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Αντιδράσεις στη θέση της ένεσης | Κνίδωση στη θέση της ένεσης | Φλεγμονή στη θέση της ένεσης,άλγος στη θέση της ένεσης,κνησμός στη θέση της ένεσης,ερύθημα στη θέση της ένεσηςοίδημα στη θέση της ένεσης |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Άμεσου τύπου αλλεργικές αντιδράσεις στην ινσουλίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή.
Η χορήγηση ινσουλίνης μπορεί να προκαλέσει το σχηματισμό αντισωμάτων έναντι της ινσουλίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις η παρουσία τέτοιων αντισωμάτων έναντι της ινσουλίνης ενδέχεται να απαιτήσει την προσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης προκειμένου να διορθωθεί η τάση για υπεργλυκαιμία ή υπογλυκαιμία.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια, ιδιαίτερα αν υποτροπιάζουν, μπορεί να οδηγήσουν σε νευρολογικές βλάβες. Παρατεταμένα ή σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να είναι επικίνδυνα για τη ζωή.
Σε πολλούς ασθενείς, τα σημεία και τα συμπτώματα της νευρογλυκοπενίας προηγούνται των σημείων μιας αδρενεργικής αντιρροπιστικής δράσης. Κατά κανόνα, όσο πιο μεγάλη και ταχύτερη είναι η μείωση του σακχάρου στο αίμα, τόσο πιο έντονο είναι το φαινόμενο που αφορά στην αντιρρόπηση και τα συμπτώματά του.
Η ινσουλίνη μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση νατρίου και οίδημα, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο πτωχός έλεγχος του μεταβολισμού βελτιώθηκε με εντατική θεραπεία ινσουλίνης.
Οφθαλμικές διαταραχές
Μια έντονη αλλαγή του γλυκαιμικού ελέγχου μπορεί να προκαλέσει προσωρινή οπτική δυσλειτουργία λόγω προσωρινής μεταβολής της θολερότητας και του διαθλαστικού δείκτη των φακών.
Η μακροχρόνια βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου ελαττώνει τον κίνδυνο εξέλιξης της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Ωστόσο, η εντατικοποίηση της ινσουλινοθεραπείας με απότομη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μπορεί να σχετίζεται με προσωρινή επιδείνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Η λιποδυστροφία και η δερματική αμυλοείδωση μπορεί να παρουσιαστούν στη θέση της ένεσης και να καθυστερήσουν την απορρόφηση της ινσουλίνης τοπικά. Η διαρκής εναλλαγή των σημείων χορήγησης της ένεσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή ενδέχεται να συμβάλλει στη μείωση ή πρόληψη των εν λόγω αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.4).
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Οι πλέον ήπιες αντιδράσεις από την ινσουλίνη στη θέση της ένεσης συνήθως υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες μέχρι και λίγες εβδομάδες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Συμπτώματα
Η υπερδοσολογία ινσουλίνης μπορεί να οδηγήσει σε βαριάς μορφής και μερικές φορές παρατεταμένη και επικίνδυνη για τη ζωή υπογλυκαιμία.
Μέτρα αντιμετώπισης
Τα ήπια επεισόδια υπογλυκαιμίας συνήθως μπορούν να θεραπευθούν με από του στόματος λήψη υδατανθράκων. Μπορεί επίσης να χρειαστεί αναπροσαρμογή του δοσολογικού σχήματος του φαρμακευτικού προϊόντος, του τρόπου των γευμάτων ή της σωματικής άσκησης.
Περισσότερο σοβαρά επεισόδια με κώμα, σπασμούς ή νευρολογικές διαταραχές μπορεί να αντιμετωπισθούν με χορήγηση γλυκαγόνης ή συμπυκνωμένης γλυκόζης ενδοφλεβίως. Η διαρκής χορήγηση υδατανθράκων και η παρακολούθηση μπορεί να είναι απαραίτητες επειδή η υπογλυκαιμία μπορεί να επανεμφανιστεί μετά την κλινικά φαινομενική ανάνηψη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - INSUMAN 100IU/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, ινσουλίνες και ανάλογα για ένεση, ταχείας δράσης, κωδικός ΑΤC: Α10ΑB01.
Μηχανισμός δράσης Η ινσουλίνη
-
μειώνει το σάκχαρο του αίματος και προάγει την αναβολική δράση καθώς επίσης ελαττώνει την καταβολική δράση,
-
αυξάνει τη μεταφορά γλυκόζης στα κύτταρα καθώς επίσης το σχηματισμό γλυκαγόνου στους μυς και στο ήπαρ και βελτιώνει την αξιοποίηση του πυροσταφυλικού οξέος. Αναστέλλει τη γλυκογονόλυση και τη γλυκονογένεση,
-
αυξάνει τη λιπογένεση στο ήπαρ και στο λιπώδη ιστό και αναστέλλει τη λιπόλυση,
-
προάγει την πρόσληψη των αμινοξέων στα κύτταρα και ενισχύει τη σύνθεση πρωτεϊνών,
-
επαυξάνει την πρόσληψη καλίου στα κύτταρα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Insuman Infusat είναι μια ινσουλίνη με ταχεία έναρξη και βραχεία διάρκεια δράσης.
