Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - RUPAFIN 10MG/TAB
Συμπτωματική αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας και της κνίδωσης σε ενήλικες και εφήβους (ηλικίας από 12 ετών και άνω).
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας από 12 ετών και άνω)
Η συνιστώμενη δόση είναι 10 mg (ένα δισκίο) άπαξ ημερησίως, με ή χωρίς τροφή.
Ηλικιωμένοι
Η ρουπαταδίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικοί ασθενείς
Τα δισκία ρουπαταδίνης 10 mg δεν συνιστώνται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών. Σε παιδιά ηλικίας από 2 έως 11 ετών, συνιστάται η χορήγηση πόσιμου διαλύματος ρουπαταδίνης 1 mg/ml.
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια
Καθώς δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, η χρήση των δισκίων ρουπαταδίνης 10 mg δεν συνιστάται προς το παρόν σε αυτούς τους ασθενείς.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η χορήγηση ρουπαταδίνης με χυμό γκρέιπφρουτ δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
Ο συνδυασμός της ρουπαταδίνης με ισχυρούς CYP3A4 αναστολείς πρέπει να αποφεύγεται και με μέτριους CYP3A4 αναστολείς πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλ. παράγραφο 4.5).
Η προσαρμογή της δόσης των ευαίσθητων CYP3A4 υποστρωμάτων (π.χ. σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη) και των CYP3A4 υποστρωμάτων με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους, σιζαπρίδη) ενδέχεται να απαιτηθεί δεδομένου ότι η ρουπαταδίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.5).
Η καρδιακή ασφάλεια της ρουπαταδίνης εκτιμήθηκε σε μια Εκτενή μελέτη του διαστήματος QT/QTc. Η ρουπαταδίνη σε δόσεις μέχρι και 10 φορές μεγαλύτερες της θεραπευτικής δόσης δεν προκάλεσε κάποια επίδραση στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ECG) και ως εκ τούτου δεν προκύπτει θέμα καρδιακής ασφάλειας. Εντούτοις η ρουπαταδίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή επιμήκυνση του διαστήματος QT, σε ασθενείς με υποκαλιαιμία που δεν έχει διορθωθεί, σε ασθενείς με συνεχιζόμενες προαρρυθμικές καταστάσεις, όπως κλινικά σημαντική βραδυκαρδία, οξεία ισχαιμία του μυοκαρδίου.
Τα δισκία ρουπαταδίνης 10 mg πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς (65 ετών και άνω). Αν και σε κλινικές δοκιμές δεν παρατηρήθηκαν γενικά διαφορές στην αποτελεσματικότητα ή στην ασφάλεια, η υψηλότερη ευαισθησία ορισμένων ηλικιωμένων ατόμων δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω του μικρού αριθμού των ηλικιωμένων ασθενών που συμμετείχαν (βλ. παράγραφο 5.2).
Όσον αφορά στη χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών και σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, βλ. παράγραφο 4.2.
Λόγω της παρουσίας της μονοϋδρικής λακτόζης στα δισκία ρουπαταδίνης 10 mg, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες και εφήβους (ηλικίας άνω των 12 ετών) με δισκία ρουπαταδίνης 10 mg.
Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη ρουπαταδίνη
Η συγχορήγηση με ισχυρούς CYP3A4 αναστολείς (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθρομυκίνη, νεφαζοδόνη) πρέπει να αποφεύγεται και η παράλληλη αγωγή με μέτριους CYP3A4 αναστολείς (ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, διλτιαζέμη) πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Η σύγχρονη χορήγηση 20 mg ρουπαταδίνης και κετοκοναζόλης ή ερυθρομυκίνης αυξάνει τη συστηματική έκθεση στη ρουπαταδίνη κατά 10 φορές και 2-3 φορές αντιστοίχως. Αυτές οι μεταβολές δεν συσχετίστηκαν με επίδραση στο διάστημα QT ή με αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη χωριστή χορήγηση των φαρμάκων.
Αλληλεπίδραση με γκρέιπφρουτ: Η σύγχρονη χορήγηση χυμού γκρέιπφρουτ αύξησε κατά 3,5 φορές τη συστηματική έκθεση της ρουπαταδίνης. Ο χυμός γκρέιπφρουτ δεν πρέπει να λαμβάνεται συγχρόνως.
Επιδράσεις της ρουπαταδίνης σε άλλα φάρμακα
Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ρουπαταδίνη συγχορηγείται με άλλα μεταβολιζόμενα φάρμακα που έχουν στενό θεραπευτικό εύρος, δεδομένου ότι είναι περιορισμένη η γνώση της επίδρασης της ρουπαταδίνης σε άλλα φάρμακα.
Αλληλεπίδραση με οινοπνευματώδη: Μετά τη χορήγηση οινοπνευματωδών, μία δόση 10 mg ρουπαταδίνης προκάλεσε οριακή επίδραση σε μερικές δοκιμασίες ψυχοκινητικής απόδοσης, αν και δεν ήταν σημαντικά διαφορετική απ’ αυτή που προκλήθηκε με τη λήψη μόνο οινοπνευματωδών. Μία δόση 20 mg αύξησε την επιβλαβή επίδραση που προκλήθηκε από τη λήψη οινοπνευματωδών.
Αλληλεπίδραση με κατασταλτικά του ΚΝΣ: Όπως και με άλλα αντιισταμινικά, δεν μπορούν να αποκλεισθούν οι αλληλεπιδράσεις με κατασταλτικά του ΚΝΣ.
Αλληλεπίδραση με στατίνες: Σε κλινικές δοκιμές με ρουπαταδίνη έχουν αναφερθεί, όχι συχνά, ασυμπτωματικές αυξήσεις της CPK. Ο κίνδυνος αλληλεπιδράσεων με στατίνες, μερικές από τις οποίες μεταβολίζονται επίσης από το ισοένζυμο CYP3Α4 του κυτοχρώματος Ρ450, είναι άγνωστος. Γι’ αυτούς τους λόγους, η ρουπαταδίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με στατίνες.
Αλληλεπίδραση με μιδαζολάμη: Μετά τη χορήγηση 10 mg ρουπαταδίνης σε συνδυασμό με 7,5 mg μιδαζολάμης, παρατηρήθηκε ελαφρώς υψηλότερη αύξηση της έκθεσης (Cmax και AUC) της μιδαζολάμης. Για το λόγο αυτό, η ρουπαταδίνη δρα ως ήπιος αναστολέας του CYP3A4.
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της ρουπαταδίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη, στον τοκετό ή στην μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της ρουπαταδίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Η ρουπαταδίνη απεκκρίνεται στο γάλα των ζώων. Είναι άγνωστο εάν η ρουπαταδίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να ληφθεί απόφαση αν θα σταματήσει ο θηλασμός, ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με ρουπαταδίνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει μια σημαντική μείωση της γονιμότητας σε επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από εκείνα που παρατηρήθηκαν σε ανθρώπους στη μέγιστη θεραπευτική δόση (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Η ρουπαταδίνη 10 mg δεν είχε καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, πρέπει να δίδεται προσοχή πριν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων μέχρι να διαπιστωθεί η εξατομικευμένη αντίδραση του ασθενή στη ρουπαταδίνη.
Σε κλινικές μελέτες χορηγήθηκαν δισκία ρουπαταδίνης 10 mg σε περισσότερους από 2.043 ενήλικες και έφηβους ασθενείς, εκ των οποίων 120 έλαβαν ρουπαταδίνη για τουλάχιστον 1 χρόνο.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ήταν υπνηλία (9,4%), κεφαλαλγία (6,9%), κόπωση (3,1%), εξασθένιση (1,5%), ξηροστομία (1,2%) και ζάλη (1,03%).
Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε κλινικές δοκιμές ήταν ήπιες έως μέτριες σε σοβαρότητα και συνήθως δεν απαίτησαν διακοπή της θεραπείας.
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών προσδιορίζονται ως ακολούθως:
-
Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
-
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
-
Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν δισκία ρουπαταδίνης 10 mg κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών και σε αυθόρμητες αναφορές ήταν ως ακολούθως:
Κατηγορία Οργανικού Συστήματος (Σωματικό σύστημα) Συχνές(≥ 1/100 έως < 1/10) Όχι συχνές(≥ 1/1.000 έως < 1/100) Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Φαρυγγίτιδα Ρινίτιδα Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Όρεξη αυξημένη Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη Κεφαλαλγία Υπνηλία Διαταραγμένη προσοχή Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου ΒήχαςΞηρότητα του φάρυγγα ΕπίσταξηΞηρότητα ρινικού βλεννογόνου Άλγος στοματοφάρυγγα Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Ξηροστομία Κοιλιακό άλγοςΆλγος άνω κοιλιακής χώρας ΔιάρροιαΔυσπεψία Ναυτία Έμετος Δυσκοιλιότητα Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία Οσφυαλγία Μυαλγία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Εξασθένιση Κόπωση Αίσθημα κακουχίας ΠυρεξίαΔίψα Ευερεθιστότητα Παρακλινικές εξετάσεις Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικέςΣωματικό βάρος αυξημένο Επιπλέον, τρεις σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν την περίοδο μετά την άδεια κυκλοφορίας του φαρμάκου:
Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών και αντιδράσεις υπερευαισθησίας (που περιλαμβάνουν αναφυλακτικές αντιδράσεις, αγγειοοίδημα και κνίδωση) έχουν αναφερθεί από την εμπειρία μετά την άδεια κυκλοφορίας των δισκίων ρουπαταδίνης 10 mg.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 357 22608607
Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Δεν έχει αναφερθεί περίπτωση υπερδοσολογίας. Σε μια κλινική μελέτη ασφάλειας η ρουπαταδίνη σε ημερήσια δόση 100 mg για 6 ημέρες ήταν καλά ανεκτή. Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η υπνηλία. Σε περίπτωση ακούσιας κατάποσης πολύ υψηλών δόσεων πρέπει να χορηγηθεί συμπτωματική θεραπεία μαζί με τα απαραίτητα υποστηρικτικά μέτρα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - RUPAFIN 10MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα αντιισταμινικά για συστηματική χορήγηση, κωδικός ATC: R06A X28.
H ρουπαταδίνη είναι ένα αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς, μακράς δράσης ανταγωνιστής της ισταμίνης, με εκλεκτική περιφερική δράση ανταγωνιστού των ισταμινικών Η1 υποδοχέων. Μερικοί από τους μεταβολίτες (η δεσλοραταδίνη και οι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες της) διατηρούν κάποια αντιισταμινική δράση και μπορεί να συνεισφέρουν μερικώς στην συνολική αποτελεσματικότητα του φαρμάκου.
In vitro μελέτες με ρουπαταδίνη σε υψηλές συγκεντρώσεις έδειξαν αναστολή της αποκοκκίωσης των μαστοκυττάρων που προκαλείται από ανοσολογική και μη ανοσολογική διέγερση καθώς επίσης και της απελευθέρωσης των κυτοκινών, ιδιαίτερα των TNFα στα ανθρώπινα μαστοκύτταρα και μονοκύτταρα. Η κλινική σημασία των παρατηρηθέντων πειραματικών δεδομένων απομένει να επιβεβαιωθεί.
Οι κλινικές δοκιμές σε εθελοντές (n=393) και ασθενείς (n=2.650) με αλλεργική ρινίτιδα και χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση δεν έδειξαν σημαντική επίδραση στο ηλεκτροκαρδιογράφημα όταν η ρουπαταδίνη χορηγήθηκε σε δόσεις που κυμαίνονταν από 2 mg μέχρι 100 mg.
Η χρόνια ιδιοπαθής κνίδωση μελετήθηκε ως κλινικό πρότυπο για κνιδωτικές καταστάσεις, καθώς η υποκείμενη παθοφυσιολογία είναι παρόμοια, ανεξάρτητα από την αιτιολογία, και επειδή οι χρόνιοι ασθενείς μπορούν πιο εύκολα να ενταχθούν προοπτικά. Καθώς η απελευθέρωση ισταμίνης είναι ένας αιτιώδης παράγοντας σε όλες τις κνιδωτικές νόσους, η ρουπαταδίνη αναμένεται να είναι αποτελεσματική στο να παρέχει συμπτωματική ανακούφιση σε άλλες κνιδωτικές καταστάσεις, επιπλέον της χρόνιας ιδιοπαθούς κνίδωσης, όπως συνιστάται στις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με Χρόνια Ιδιοπαθή Κνίδωση, η ρουπαταδίνη ήταν αποτελεσματική μειώνοντας τη μέση τιμή του κνησμού σε σχέση με την τιμή κατά την έναρξη της θεραπείας κατά τη διάρκεια 4 εβδομάδων θεραπείας (αλλαγή έναντι της τιμής κατά την έναρξη της θεραπείας: ρουπαταδίνη 57,5%, εικονικό φάρμακο 44,9%) και ελαττώνοντας τον μέσο αριθμό των πομφών (54,3% έναντι 39,7%).
Απορρόφηση και βιοδιαθεσιμότητα
Μετά την από στόματος χορήγηση η ρουπαταδίνη απορροφάται ταχέως, με tmax περίπου 0,75 ώρες από τη λήψη. Η μέση Cmax ήταν 2,6 ng/ml μετά από εφάπαξ από στόματος δόση 10 mg και 4,6 ng/ml μετά από εφάπαξ από στόματος δόση 20 mg. Η φαρμακοκινητική της ρουπαταδίνης ήταν γραμμική για δόση μεταξύ 10 και 20 mg μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες δόσεις. Μετά από δόση 10 mg άπαξ ημερησίως για 7 ημέρες, η μέση Cmax ήταν 3,8 ng/ml. Η συγκέντρωση στο πλάσμα ακολούθησε μια δις-εκθετική πτώση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 5,9 ώρες. Ο ρυθμός σύνδεσης της ρουπαταδίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 98,5-99%.
Λόγω του ότι η ρουπαταδίνη δεν έχει ποτέ χορηγηθεί σε ανθρώπους ενδοφλεβίως, δεν υπάρχουν στοιχεία διαθέσιμα για την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητά της.
Επίδραση από την λήψη τροφής
Η λήψη τροφής αύξησε τη συστηματική έκθεση (AUC) στη ρουπαταδίνη κατά 23% περίπου. Η έκθεση στον έναν από τους δραστικούς μεταβολίτες της και στον κυρίως αδρανή μεταβολίτη της ήταν πρακτικά η ίδια (μείωση κατά 5% περίπου και 3% αντίστοιχα). Ο χρόνος έως την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (tmax) της ρουπαταδίνης καθυστέρησε κατά 1 ώρα. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) δεν επηρεάστηκε από την λήψη τροφής. Αυτές οι διαφορές δεν είχαν κλινική σημασία.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Σε μία μελέτη απέκκρισης στους ανθρώπους (40 mg 14C-ρουπαταδίνης), το 34,6% της ραδιενέργειας που χορηγήθηκε ανακτήθηκε στα ούρα και το 60,9% στα κόπρανα που συλλέχθηκαν για 7 ημέρες. Η ρουπαταδίνη όταν χορηγείται από στόματος υφίσταται σημαντικό προ-συστηματικό μεταβολισμό. Τα ποσά του αμετάβλητου δραστικού συστατικού που βρέθηκαν στα ούρα και στα κόπρανα ήταν ασήμαντα. Αυτό σημαίνει ότι η ρουπαταδίνη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως. Οι ενεργοί μεταβολίτες, δεσλοραταδίνη και άλλα υδροξυλιωμένα παράγωγα, αντιπροσωπεύουν περίπου το 27% και το 48%, αντίστοιχα, της συνολικής συστημικής έκθεσης των δραστικών ουσιών. In vitro μελέτες μεταβολισμού σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα δείχνουν ότι η ρουπαταδίνη μεταβολίζεται κυρίως από το κυτόχρωμα P450 (CYP 3A4).
Με βάση μελέτες in vitro, η ενδεχόμενη ανασταλτική επίδραση της ρουπαταδίνης στα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C19, UGT1A1 και UGT2B7, είναι απίθανη. Η ρουπαταδίνη δεν αναμένεται να αναστέλλει τους ακόλουθους μεταφορείς ουσιών στη συστηματική κυκλοφορία OATP1B1, OATP1B3 και BCRP (πρωτεΐνη αντοχής στον καρκίνο του μαστού) ηπατικούς και εντερικούς. Επιπλέον, ανιχνεύτηκε μια ήπια αναστολή του εντερικού μεταφορέα P-gp (P-γλυκοπρωτεΐνη).
Σε μια μελέτη in vitro επαγωγής του CYP, ο κίνδυνος επαγωγής in vivo των CYP1A2, CYP2B6 και CYP3A4 στο ήπαρ από τη ρουπαταδίνη θεωρείται απίθανος. Με βάση μια μελέτη in vivo, η ρουπαταδίνη δρα ως ήπιος αναστολέας του CYP3A4.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Σε μελέτη που έγινε σε υγιείς εθελοντές για να συγκριθούν τα αποτελέσματα σε νέους ενήλικες και ηλικιωμένους ασθενείς, οι τιμές των AUC και Cmax για τη ρουπαταδίνη ήταν υψηλότερες στους ηλικιωμένους απ’ ότι στους νεότερους ενήλικες. Αυτό πιθανόν οφείλεται σε μείωση του ηπατικού μεταβολισμού πρώτης διόδου στους ηλικιωμένους. Αυτές οι διαφορές δεν ήταν εμφανείς στους μεταβολίτες που αναλύθηκαν. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης της ρουπαταδίνης στους ηλικιωμένους και νέους εθελοντές ήταν 8,7 ώρες και 5,9 ώρες αντίστοιχα. Καθώς αυτά τα αποτελέσματα για τη ρουπαταδίνη και για τους μεταβολίτες της δεν ήταν κλινικά σημαντικά, θεωρείται ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνει κάποια προσαρμογή όταν χορηγείται δόση 10 mg στους ηλικιωμένους.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - RUPAFIN 10MG/TAB
Άμυλο αραβοσίτου προζελατινοποιημένο Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E-172) Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E-172) Λακτόζη μονοϋδρική Mαγνήσιο στεατικό
Φυλάσσετε την κυψέλη στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Συσκευασία κυψέλης από PVC/PVDC/αλουμίνιο.
Συσκευασίες των 3, 7, 10, 15, 20, 30, 50 και 100 δισκίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.