UNIGESIC® TABLET (35+450)MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - UNIGESIC 50
Το Unigesic ενδείκνυται για:
-
Eπώδυνα μετατραυματικά μυϊκά σύνδρομα.
-
Mυϊκές συσπάσεις που προκαλούνται από απότομες κινήσεις του σώματος.
-
Διαστρέμματα.
-
Eξωαρθρικός ρευματισμός που συνοδεύεται από μυϊκό σπασμό (ινοσίτιδα, μυοσίτιδα, μυαλγία).
-
Oξύ ή χρόνιο άλγος της οσφυϊκής χώρας (λουμπάγκο).
Δοσολογία
Eνήλικες
1-2 δισκία 3 φορές την ημέρα ή όπως καθορίζεται ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
Hλικιωμένοι
Η δόση σε ασθενείς άνω των 65 ετών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 3 δισκία ημερησίως (105 mg κιτρικής ορφεναδρίνης ημερησίως). Η συνήθης δόση είναι ½-1 δισκίο 3 φορές την ημέρα (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Unigesic σε παιδιά ηλικίας 0 έως 12 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
Διάρκεια θεραπείας
Η διάρκεια της θεραπείας γενικά κυμαίνεται με μέγιστη διάρκεια τις 10 ημέρες, ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία μπορούν να διαχωριστούν σε δύο ίσες δόσεις. Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται με ένα ποτήρι νερό. Τα δισκία μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή.
Το Unigesic αντενδείκνυται σε:
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Γλαύκωμα, κατακράτηση ούρων (π.χ. υπερτροφία του προστάτη ή απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης), βαριά μυασθένεια (μυασθένεια Gravis) ή αποφρακτικές καταστάσεις του γαστρεντερικού, π.χ. στένωση πυλωρού και δωδεκαδακτύλου, στενωτικό έλκος στομάχου, μεγαοισοφάγος, λόγω της παρασυμπαθολυτικής δράσης της ορφεναδρίνης.
-
Σοβαρή ηπατική και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία λόγω της παρακεταμόλης.
-
Θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6).
-
Παιδιά κάτω των 12 ετών.
Ορφεναδρίνη
Tο Unigesic πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ταχυκαρδία, στεφανιαία νόσο, αίσθημα παλμών, ξηροστομία, αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, δυσκοιλιότητα, κνίδωση.
Ευφορία έχει αναφερθεί σε υπαγόμενους στη θεραπεία ασθενείς.
Σε μακροχρόνια χρήση ορφεναδρίνης ή σε υψηλές δόσεις, θεωρείται απαραίτητος ο περιοδικός αιματολογικός, νεφρικός και ηπατικός έλεγχος.
Παρακεταμόλη
Το Unigesic δεν πρέπει να συνδυάζεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν παρακεταμόλη για την αποφυγή υπερδοσολογίας. Δεν πρέπει να γίνει υπέρβαση των συνιστώμενων δόσεων. Υψηλότερες δόσεις από αυτές που συνιστώνται ενέχουν κίνδυνο πολύ σοβαρής ηπατικής βλάβης. Τα κλινικά σημεία της ηπατικής βλάβης συνήθως δεν εμφανίζονται πριν το πέρας μερικών ημερών και συνήθως μετά από 4-6 ημέρες. Το αντίδοτο πρέπει να χορηγείται όσο το δυνατόν νωρίτερα (βλ. παράγραφο 4.9). Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση παρακεταμόλης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ηπατική δυσλειτουργία ή ασθενείς με χρόνια κατάχρηση αλκοόλ. Σε χρόνιο υποσιτισμό, το απόθεμα γλουταθειόνης μειώνεται και η δόση του Unigesic πρέπει να μειωθεί.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά μεταβολικής οξέωσης υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA) λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης σε ασθενείς με σοβαρή ασθένεια όπως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σήψη, ή υποσιτισμό και άλλες πηγές έλλειψης γλουταθειόνης (π.χ. χρόνιος αλκοολισμός) που έλαβαν θεραπεία με παρακεταμόλη σε θεραπευτική δόση για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ή
συνδυασμό παρακεταμόλης και φλουκλοξακιλλίνης. Εάν υπάρχει υποψία HAGMA λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, συνιστάται άμεση διακοπή της παρακεταμόλης και στενή παρακολούθηση. Η μέτρηση της ουροποιητικής 5-οξοπρολίνης μπορεί να είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό της πυρογλουταμικής οξέωσης ως υποκείμενης αιτίας της HAGMA σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.
Το Unigesic πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς. Oι προφυλάξεις και αντενδείξεις έχουν ιδιαίτερη εφαρμογή στους ηλικιωμένους ασθενείς. Η ορφεναδρίνη, όπως και άλλα φάρμακα με αντιχολινεργική δράση, μπορεί να προκαλέσει σύγχυση και παραλήρημα στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.2).
Λόγω της αλληλεπίδρασης των αναισθητικών με την ορφεναδρίνη, θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε χειρουργικές ή οδοντιατρικές επεμβάσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Ορφεναδρίνη
Η ταυτόχρονη χρήση ορφεναδρίνης και άλλων κατασταλτικών του Kεντρικού Nευρικού Συστήματος όπως η αλκοόλη, τα βαρβιτουρικά, τα οπιοειδή και τα αναισθητικά μπορεί να ενισχύσει την καταστολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος έχοντας ως αποτέλεσμα π.χ. την αναπνευστική καταστολή και τη νάρκωση. Πιθανή αθροιστική δράση μπορεί να εμφανιστεί όταν η ορφεναδρίνη συγχορηγείται με άλλα φάρμακα που έχουν αντιχολινεργικές ιδιότητες π.χ. ατροπίνη, φαινοθειαζίνες. Η συγχορήγηση ορφεναδίνης και φαινοθειαζινών μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της συγκέντρωσης των φαινοθειαζινών στο πλάσμα.
Τα αντιισταμινικά, τα αντισπασμωδικά, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, οι φαινοθειαζίνες, τα ντοπαμινεργικά αντιπαρκινσονικά φάρμακα συμπεριλαμβανομένης της αμανταδίνης, της κινιδίνης και οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες όπως η δισοπυραμίδη μπορεί να αυξήσουν την αντιχολινεργική δράση της ορφεναδίνης. Η αντιχολινεργική δράση της ορφεναδίνης στον γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα, η οποία μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση άλλων φαρμάκων που χορηγούνται από το στόμα.
Η αντιπαρκινσονική δράση της L-DOPA μπορεί να ενισχυθεί μέσω της ορφεναδρίνης.
Η ταυτόχρονη χρήση ορφεναδρίνης και χλωροπρομαζίνης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο υποθερμίας.
Παρακεταμόλη
Η χολεστυραμίνη μειώνει την απορρόφηση της παρακεταμόλης, ενώ η μετοκλοπραμίδη και η ντομπεριδόνη την αυξάνουν.
Με την ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων που είναι επαγωγείς των ηπατικών ενζύμων (όπως π.χ. φαινοβαρβιτάλη) ή μπορεί να δράσουν ηπατοτοξικά (π.χ. ΜΣΑΦ, ιντερφερόνες) αυξάνεται ο κίνδυνος ηπατικής βλάβης.
Ασθενείς που παίρνουν βαρβιτουρικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αλκοόλη μπορεί να εμφανίσουν διαταραχές μεταβολισμού υψηλών δόσεων παρακεταμόλης και να αυξήσουν το χρόνο ημίσειας ζωής της στο πλάσμα.
Η προβενεσίδη μπορεί να μειώσει τη νεφρική απέκκριση και να αυξήσει τα επίπεδα της παρακεταμόλης στο πλάσμα.
Σε ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη) φαίνεται ότι αυξάνει ο κίνδυνος αιμορραγίας. Ο συνδυασμός αυτός δικαιολογεί μια πιο εντατική παρακολούθηση του ΗΚΓ στην αρχή και στο τέλος μιας τέτοιας θεραπείας συντήρησης.
Χρόνια λήψη από του στόματος αντιεπιληπτικών (π.χ. φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη) ή στεροειδικών αντισυλληπτικών επηρεάζουν τα ηπατικά ένζυμα και μπορεί να εμποδίσουν την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στο πλάσμα αυξάνοντας το μεταβολισμό της πρώτης διόδου ή την αποβολή.
Η ταυτόχρονη χρήση παρακεταμόλης και ζιδοβουδίνης ενισχύει την τάση εμφάνισης ουδετεροπενίας. Αυτό το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ζιδοβουδίνη μόνο μετά από ιατρική συμβουλή.
Το σαλικυλαμίδιο προκαλεί επιμήκυνση του χρόνου ημιζωής της αποβολής της παρακεταμόλης, συσσώρευση και σχηματισμό ηπατοτοξικών μεταβολιτών.
Η ταυτόχρονη λήψη χλωραμφαινικόλης οδηγεί σε επιμήκυνση του χρόνου ημιζωής της αποβολής της χλωραμφαινικόλης κατά 5 φορές.
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η παρακεταμόλη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τη φλουκλοξακιλλίνη, καθώς η ταυτόχρονη πρόσληψη έχει συσχετιστεί με μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
Εργαστηριακές εξετάσεις: Η παρακεταμόλη μπορεί να δώσει ψευδή αποτελέσματα ουρικού οξέος στο αίμα με τη μέθοδο του φωσφοροβολφραμικού οξέος και της γλυκόζης με τη μέθοδο οξειδάσης- υπεροξειδάσης.
Κύηση
Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Το Unigesic δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με το φαρμακευτικό προϊόν.
Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων από εγκύους δεν υποδεικνύει ούτε δυσμορφική ούτε εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Από επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τη νευροανάπτυξη των παιδιών που έχουν εκτεθεί σε παρακεταμόλη εντός της μήτρας δεν προκύπτουν αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Αν η χρήση της παρακεταμόλης κριθεί κλινικά απαραίτητη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Ωστόσο, πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα και με τη μικρότερη δυνατή συχνότητα.
Θηλασμός
H ορφεναδρίνη και η παρακεταμόλη εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Το Unigesic αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
ν
Η ορφεναδρίνη μπορεί να προκαλέσει ζάλη και θολή όραση και επομένως, μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων εάν συμβεί αυτό.
Εκτιμάται ότι περίπου το 15% των ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνδέονται κυρίως με την παρασυμπαθολυτική επίδραση της ορφεναδρίνης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται παρακάτω με βάση την κατηγορία του οργανικού συστήματος κατά MedDRA και τη συχνότητα.
Η κατηγοριοποίηση συχνοτήτων ακολουθεί τη σύμβαση:
Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10),
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες(<1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία του οργανικούσυστήματος | Συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές |
| Ψυχιατρικέςδιαταραχές | Ψευδαισθήσεις,σύγχυση | Ανησυχία | ||
| Διαταραχές τουνευρικού συστήματος | Τρόμος | Κεφαλαλγία | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Θολή όραση | Διαταραχές προσαρμογής | Αύξηση ενδοφθάλμιαςπίεσης, μυδρίαση | |
| Καρδιακέςδιαταραχές | Αίσθημαπαλμών | Ταχυκαρδία,συγκοπή | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικούσυστήματος | Ναυτία, ξηροστομία | Δυσκοιλιότητα | Έμετος | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματοςανιόντων |
| Διαταραχές του ήπατος και τωνχοληφόρων | Ηπατική βλάβη | |||
| Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών | Αυξημένη κρεατινίνη | Κατακράτηση ούρων | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα | Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. σύνδρομο Steven-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση και οξεία γενικευμένη εξανθηματικήφλυκταίνωση) | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικούσυστήματος | Απλαστική αναιμία | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | Κόπωση, ζάλη | Αλλεργική αντίδραση | Αδυναμία, καρηβαρία |
Ηπατική βλάβη κατά τη χρήση παρακεταμόλης έχει εμφανιστεί σε σχέση με την κατάχρηση οινοπνεύματος (αλκοόλης). Σε μακροχρόνια χρήση δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος νεφρικής βλάβης.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων
Έχουν διαπιστωθεί περιστατικά μεταβολικής οξέωσης υψηλού χάσματος ανιόντων λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιούν παρακεταμόλη (βλ. παράγραφο 4.4). Η πυρογλουταμική οξέωση ενδέχεται να εμφανιστεί ως συνέπεια των χαμηλών επιπέδων γλουταθειόνης στους εν λόγω ασθενείς.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr και http://www.kitrinikarta.gr.
Ορφεναδρίνη
Τοξικότητα
Σε ενήλικες και σε παιδιά ηλικίας 2 ετών, μία δόση ορφεναδρίνης 1,0 έως 4,5 g και 0,7 έως 1,0 g, αντίστοιχα, έχει αναφερθεί ως θανατηφόρα. Ένα παιδί ηλικίας 3,5 ετών έλαβε 25-50 mg, δόση η οποία προκάλεσε μέτρια έως έντονα συμπτώματα δηλητηρίασης.
Συμπτώματα
Η τοξικότητα στην καρδιά και το ΚΝΣ αποτελούν σημαντικούς κινδύνους. Τα κεντρικά και περιφερικά αντιχολινεργικά συμπτώματα μπορεί να επιμείνουν για αρκετές ημέρες. Tα συμπτώματα της λήψης υπερβολικής δόσης κιτρικής ορφεναδρίνης περιλαμβάνουν διέγερση, σύγχυση, υπεραντανακλαστικότητα, παραισθήσεις και παραλήρημα που οδηγεί σε κώμα. Ξηροί βλεννογόνοι, διασταλμένες κόρες οφθαλμών, σπασμοί, εγκεφαλικό οίδημα, αναπνευστική καταστολή, άπνοια μπορεί να εμφανιστούν. Επίσης, μπορεί να υπάρξουν ταχυκαρδία, βραδυκαρδία και κολποκοιλιακός αποκλεισμός, κοιλιακές αρρυθμίες, πτώση στην αρτηριακή πίεση, καρδιακό σοκ ή πνευμονικό οίδημα. Υπογλυκαιμία, υποκαλιαιμία, ανουρία, ολιγουρία, ηπατική δυσλειτουργία και κατακράτηση ούρων μπορεί να εμφανιστούν.
Θεραπεία
Να πραγματοποιείται αμέσως πλύση του στομάχου, ανεξάρτητα από τη δόση που υπολογίζεται ότι χορηγήθηκε. Εφαρμόστε ενεργό άνθρακα, καθαρτικά και εντατική παρακολούθηση. Παρέχετε θεραπεία με αναπνευστήρα, εάν είναι απαραίτητο. Διορθώστε την υπογλυκαιμία, την υποκαλιαιμία και την οξέωση. Οι σπασμοί και το παραλήρημα αντιμετωπίζονται με σχετικά υψηλές δόσεις διαζεπάμης, κατά προτίμηση από το στόμα. Αποφύγετε τα βαρβιτουρικά. Σε περίπτωση αποτυχίας της καρδιακής λειτουργίας και πτώσης της αρτηριακής πίεσης, κάντε έγχυση με δοβουταμίνη, ντοπαμίνη ή πρεναλτερόλη (αποφύγετε τη χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων υγρού λόγω του κινδύνου εγκεφαλικού οιδήματος). Η λιδοκαΐνη (50-100 mg) ως ένεση bolus, ακολουθούμενη από έγχυση 1- 3 mg ανά λεπτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κοιλιακές αρρυθμίες και έγχυση ισοπρεναλίνης ή βηματοδότης σε κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsade de pointes). Η φυσικοστιγμίνη (δόση 1-2 mg αργά ενδοφλεβίως, παιδιά 0,02-0,04 mg/kg) μπορεί να χορηγηθεί σε κεντρικά αντιχολινεργικά συμπτώματα, αλλά όχι μέχρι να περάσουν 16 ώρες και μόνο εάν συμβεί ταυτόχρονα ταχυκαρδία.
Παρακεταμόλη
Τοξικότητα
H υπερδοσολογία παρακεταμόλης μπορεί να προκαλέσει οξεία ηπατική βλάβη, της οποίας τα συμπτώματα μπορεί να μην εμφανισθούν για αρκετές ημέρες μετά τη λήψη. Κατάποση μίας μονής δόσης από 10 έως 15 g παρακεταμόλης από ενήλικες μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ηπατοκυτταρική νέκρωση.
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας από παρακεταμόλη εμφανίζονται εντός 24 ωρών και εξελίσσονται σε βαρύτητα. Αυτά περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, υπεριδρωσία, λήθαργο, κοιλιακό άλγος. Μετά από 2-3 ημέρες εμφανίζονται ενδείξεις ηπατικής βλάβης: αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών, μειωμένες τιμές προθρομβίνης, κολλαγονοπάθεια, ίκτερος, γενική αίσθηση αδιαθεσίας, υπογλυκαιμία, υπασβεστιαιμία, υποφωσφαταιμία, μεταβολική οξέωση, γενικευμένη ενδοαγγειακή
πήξη, εγκεφαλοπάθεια, ηπατικό κώμα και θανατηφόρος έκβαση. Η ηπατική βλάβη συνήθως κορυφώνεται σε 4-6 ημέρες.
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να εμφανισθεί από οξεία σωληναριακή νέκρωση ακόμα και χωρίς την ύπαρξη σοβαρής ηπατικής βλάβης. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί βλάβη του μυοκαρδίου και παγκρεατίτιδα.
Θεραπεία
Συνιστάται ο ασθενής να μεταφερθεί σε νοσοκομείο, ώστε να γίνει έγκαιρα έλεγχος των επιπέδων της παρακεταμόλης στο πλάσμα. Εάν ξεκινήσει έγκαιρα θεραπεία μέσα σε 8-10 ώρες με N- ακετυλκυστεΐνη, L-μεθειονίνη ή L-κυσταμίνη, η ηπατική βλάβη ελαχιστοποιείται. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητη μεταμόσχευση ήπατος.
Η αιμοκάθαρση και η αιμοδιήθηση μπορούν να μειώσουν τη συγκέντρωση παρακεταμόλης στο πλάσμα. Συνιστάται αναγκαστική διούρηση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - UNIGESIC 50
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορφεναδρίνη, συνδυασμοί, κωδικός ATC: M03BC51
H ορφεναδρίνη δρα κεντρικά, αναστέλλοντας τους ευοδωτικούς μηχανισμούς του δικτυωτού σχηματισμού, δηλαδή αναστέλλει επιλεκτικά εκείνες τις οδούς των οποίων η υπερδιεγερσιμότητα οδηγεί σε επαύξηση κινητικών λειτουργιών, όπως σπαστικότητα, δυσκαμψία ή μυϊκός σπασμός. H ορφεναδρίνη χαλαρώνει μόνο το μυϊκό σπασμό, χωρίς να επιδρά δυσμενώς στο φυσιολογικό μυϊκό τόνο ή τις εκούσιες κινήσεις. H δράση της ορφεναδρίνης στον σπασμό των σκελετικών μυών έχει αποδειχθεί με ηλεκτρομυογραφήματα.
H παρακεταμόλη είναι ένα καλά ανεκτό αναλγητικό και αντιπυρετικό. Έχει βρεθεί ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην ανακούφιση του πόνου των μυών και των αρθρώσεων. Στην παρακεταμόλη, ο μηχανισμός της αναλγητικής δράσης δεν έχει προσδιοριστεί πλήρως. Η παρακεταμόλη μπορεί να δράσει κυρίως με αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών στο κεντρικό νευρικό σύστημα και σε μικρότερο βαθμό μέσω μιας περιφερικής δράσης, παρεμποδίζοντας την παραγωγή παλμού πόνου. H παρακεταμόλη δεν προκαλεί γαστρικό ερεθισμό ή αιμορραγία. Hπατική και νεφρική νέκρωση έχουν συσχετισθεί με τη λήψη παρακεταμόλης από το στόμα σε ποσότητες πολύ μεγαλύτερες από τη συνήθη θεραπευτική δοσολογία.
Απορρόφηση
Ορφεναδρίνη
Η από στόματος χορηγούμενη ορφεναδρίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως (> 70%). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 2-4 ώρες. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι οι συγκεντρώσεις μετά από πολλαπλές δόσεις είναι υψηλότερες από αυτές που προβλέπονται από μία μονή δόση. Δεν υπάρχουν ενδείξεις συσσώρευσης ή κορεσμού.
Παρακεταμόλη
Η από στόματος χορηγούμενη παρακεταμόλη έχει υψηλή βιοδιαθεσιμότητα περίπου 90%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 30-60 λεπτών.
Κατανομή
Ορφεναδρίνη
Χαμηλή συγκέντρωση στο πλάσμα λόγω της ταχείας κατανομής σε διαμερίσματα ιστών.
Παρακεταμόλη
Η παρακεταμόλη είναι σχετικά ομοιόμορφα κατανεμημένη στα περισσότερα σωματικά υγρά. Η σύνδεση του φαρμάκου με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι μεταβλητή αλλά μικρότερη από ότι με άλλα ΜΣΑΦ (10%-25%) σε συνήθη θεραπευτική συγκέντρωση, αλλά αυξάνεται με υψηλότερες συγκεντρώσεις.
Βιομετασχηματισμός
Ορφεναδρίνη
Η ορφεναδρίνη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως, όπως υποδεικνύεται από την ανάκτηση μόνο 8% της χορηγούμενης δόσης ως αμετάβλητου φαρμάκου στα ούρα. Το ήπαρ φαίνεται να είναι ο κύριος τόπος μεταβολισμού των ορφεναδρινών.
Παρακεταμόλη
Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ κυρίως με σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ (περίπου 60%), θειικό οξύ (περίπου 35%) ή κυστεΐνη (περίπου 3%). Μικρές ποσότητες υδροξυλιωμένων και αποακετυλιωμένων μεταβολιτών έχουν επίσης ανιχνευθεί. Ο υδροξυλιωμένος μεταβολίτης, ο οποίος παράγεται συνήθως σε πολύ μικρές ποσότητες από οξειδάσες μικτής λειτουργίας στο ήπαρ και ο οποίος συνήθως αποτοξινώνεται με σύζευξη με γλουταθειόνη του ήπατος, μπορεί να συσσωρευτεί μετά από υπερδοσολογία με παρακεταμόλη και να προκαλέσει ηπατική βλάβη.
Αποβολή
Ορφεναδρίνη
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ορφεναδρίνης κυμάνθηκε από 13-20 ώρες (μέση τιμή 15.5 ώρες) μετά από χορήγηση μονής δόσης σε υγιείς εθελοντές. Μετά από μακροχρόνια θεραπεία σε ασθενείς, ο χρόνο ημίσειας ζωής αυξήθηκε σε 30-40 ώρες. Η μικρή ποσότητα της αμετάβλητης ορφεναδρίνης καθώς και των μεταβολιτών εκκρίνεται κυρίως (> 60%) μέσω των ούρων.
Παρακεταμόλη
Περίπου το 90-100% του φαρμάκου μπορεί να ανακτηθεί στα ούρα εντός της πρώτης ημέρας σε θεραπευτική δόση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμαίνεται από 1-4 ώρες. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/λεπτό) η αποβολή της παρακεταμόλης καθυστερεί ελαφρώς και ενδέχεται να συσσωρευτούν μεταβολίτες.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - UNIGESIC 50
Άμυλο αραβοσίτου Σορβικό κάλιο (E202)
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Τύπου 101 (E460) Προζελατινοποιημένο άμυλο (E1442)
Στεατικό μαγνήσιο (E572)
Άνυδρο κολλοειδές πυρίτιο (E551) Ενυδατωμένο κολλοειδές πυρίτιο (E551)
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του.
Κάθε χάρτινο κουτί περιέχει 20 ή 30 δισκία σε διαφανείς κυψέλες από PVC/αλουμίνιο μαζί με ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.