GLUCOSAMINE/COOPER F.C.TAB 750MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - GLUCOSAMINE/COOPER 750MG/TAB
Δοσολογία
Ενήλικες
Δύο επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ημερησίως (το καθένα ισοδύναμο με 750 mg θειικής γλυκοζαμίνης), κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια των γευμάτων.
Διάρκεια θεραπείας: 3 μήνες.
Το θεραπευτικό σχήμα μπορεί να επαναληφθεί ανά διαστήματα 2 μηνών ή όταν υποτροπιάσουν τα συμπτώματα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Η γλυκοζαμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Ηλικιωμένοι
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους, αλλά σύμφωνα με την κλινική εμπειρία δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας, όταν χορηγείται σε υγιείς ηλικιωμένους ασθενείς.
Ασθενείς με βεβαρημένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία.
Σε ασθενείς με βεβαρημένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία δεν μπορούν να δοθούν συστάσεις για τη δοσολογία, δεδομένου ότι δεν έχουν διεξαχθεί σχετικές μελέτες (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Η γλυκοζαμίνη δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία οξέων επώδυνων συμπτωμάτων. Ανακούφιση από τα συμπτώματα (ιδιαίτερα ανακούφιση από τον πόνο), μπορεί να μην επιτευχθεί έως ότου περάσουν μερικές εβδομάδες θεραπείας και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη περισσότερο. Εάν δεν επιτευχθεί ανακούφιση από τα συμπτώματα μετά από 2-3 μήνες, η συνέχιση της θεραπείας με γλυκοζαμίνη θα πρέπει να επαναξιολογηθεί.
Υπερευαισθησία στη γλυκοζαμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Το GLUCOSAMINE/ COOPER δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς, οι οποίοι είναι αλλεργικοί στα οστρακοειδή, καθώς το δραστικό συστατικό του προέρχεται από οστρακοειδή.
Σε ασθματικούς ασθενείς το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, καθώς οι ασθενείς αυτοί είναι πιο ευαίσθητοι στην ανάπτυξη αλλεργικών αντιδράσεων στη γλυκοζαμίνη, με ενδεχόμενη επιδείνωση των συμπτωμάτων τους.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 75,5 mg νατρίου ανά δισκίο, που ισοδυναμεί με
3,8% της συνιστώμενης από τον Π.Ο.Υ. μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια. Το τοξικολογικό και φαρμακοκινητικό προφίλ του προϊόντος δεν καταδεικνύει περιορισμούς για τους ασθενείς αυτούς. Εντούτοις, η χορήγηση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να γίνεται με την παρακολούθηση ιατρού.
Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. Κατά την έναρξη της θεραπείας μπορεί να απαιτηθεί στενότερη παρακολούθηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα στους διαβητικούς.
Η γλυκοζαμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και σε εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών, καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί.
Θα πρέπει να αποκλεισθεί η παρουσία άλλης αρθροπάθειας που θα απαιτούσε διαφορετική αγωγή.
Δεν έχουν διεξαχθεί εξειδικευμένες μελέτες αλληλεπίδρασης.
Εντούτοις, οι φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες της θειικής γλυκοζαμίνης καταδεικνύουν ότι η δυνατότητα αλληλεπίδρασης είναι χαμηλή. Επιπλέον, η θειική γλυκοζαμίνη παρατηρήθηκε ότι δεν αναστέλλει ή επάγει κανένα από τα μείζονα ένζυμα του CYP450, του ανθρώπου. Μάλιστα, η ουσία δεν ανταγωνίζεται για μηχανισμούς απορρόφησης και, μετά την απορρόφηση, δεν συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, ενώ η μεταβολική της πορεία ως ενδογενής ουσία, που ενσωματώνεται στις πρωτεογλυκάνες ή διασπάται ανεξάρτητα από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος, δεν είναι πιθανόν να προκαλέσει φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις.
Εντούτοις, έχει αναφερθεί αυξημένη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με θειική γλυκοζαμίνη. Επομένως, στους ασθενείς αυτούς πρέπει να εξετασθεί η ανάγκη για στενότερη παρακολούθηση των πηκτικών παραμέτρων.
Η από του στόματος χορήγηση της θειικής γλυκοζαμίνης μπορεί να ενισχύσει την απορρόφηση των τετρακυκλινών από το γαστρεντερικό σύστημα, αν και η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι πιθανώς περιορισμένη.
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με πιθανές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με τη γλυκοζαμίνη, αλλά έχουν αναφερθεί αυξήσεις στην παράμετρο INR με από του στόματος ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη λήξη της θεραπείας με γλυκοζαμίνη.
Ταυτόχρονα με τη θειική γλυκοζαμίνη μπορούν να χορηγηθούν στεροειδή και μη στεροειδείς αναλγητικοί ή αντιφλεγμονώδεις παράγοντες (ΜΣΑΦ) είτε για να επιταχύνουν το αναλγητικό αποτέλεσμα κατά την ενδεχόμενη επιδείνωση της νόσου ή σε πρωιμότερο στάδιο της θεραπείας, όταν οι δράσεις της γλυκοζαμίνης στη συμπτωματολογία μπορεί να μην εμφανισθούν παρά μετά από 1-2 εβδομάδες.
Στην πραγματικότητα η θεραπεία με θειική γλυκοζαμίνη μπορεί να μειώσει την συνολική πρόσληψη των αναλγητικών και των ΜΣΑΦ κατά την έξαρση της νόσου.
Τα προγράμματα φυσικοθεραπείας και κινησιοθεραπείας μπορούν να συνδυασθούν με τη χορήγηση του προϊόντος κατά την ολιστική αντιμετώπιση της οστεοαρθρίτιδας.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της γλυκοζαμίνης σε εγκύους. Μόνο ανεπαρκή δεδομένα είναι διαθέσιμα από μελέτες σε ζώα. Η γλυκοζαμίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την απέκκριση της γλυκοζαμίνης στο μητρικό γάλα του ανθρώπου. Δεν συνιστάται η χρήση της γλυκοζαμίνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία για την ασφάλεια του νεογνού.
ν
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές επιδράσεις στο ΚΝΣ και στο κινητικό σύστημα με τη δυνατότητα να επιβαρύνουν την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή αν παρατηρηθούν κεφαλαλγία, υπνηλία, κόπωση, ζάλη ή διαταραχές της όρασης.
Η ταξινόµηση των ανεπιθύµητων ενεργειών ανά κατηγορία οργανικού συστήματος, γίνεται με βάση τη συχνότητα (αριθμός ασθενών που αναμένεται να εμφανίσει την ανεπιθύμητη ενέργεια), χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες:
Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως ≤1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως ≤1/1.000) Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία)
Οι συχνότερα παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την από του στόματος χορήγηση είναι ναυτία, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, διάρροια, κεφαλαλγία, υπνηλία και κόπωση. Οι αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές.
Στον παρακάτω πίνακα, όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ομαδοποιηθεί βάσει της «Διεθνώς αποδεκτής Σειράς Σπουδαιότητας» κατηγοριοποίησης της MedDRA ανά Κατηγορία Οργανικού Συστήματος (SOC). Εντός των Κατηγοριών Οργανικού Συστήματος οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται βάσει συχνότητας. Εντός της κάθε συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναγράφονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνές από ≥ 1/100 έως ≤ 1/10 | Μη συχνές από ≥1/1.000 έως ≤ 1/100 | Σπάνιες από≥1/10.000έως ≤ 1/1.000 | Πολύ σπάνιες ≤ 1/10.000 | Μη γνωστής συχνότητας(Η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση ταδιαθέσιμα στοιχεία) |
| Διαταραχές του | Αλλεργική |
| ανοσοποιητικού συστήματος | αντίδραση (υπερευαισθησία) | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μη ικανοποιητικός έλεγχος του σακχαρώδουςδιαβήτη | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία | ||||
| Διαταραχές του νευρικούσυστήματος | Κεφαλαλγία Υπνηλία | Ζάλη | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτικές διαταραχές | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακέςαρρυθμίες, π.χ. ταχυκαρδία | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, τουθώρακα και του μεσοθωράκιου | Βρογχικό άσθμα / Βρογχικό άσθμα επιδεινωθέν | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Διάρροια Δυσκοιλιότητα Ναυτία Μετεωρισμός Κοιλιακό άλγοςΔυσπεψία | Έμετος | |||
| Διαταραχές του ήπατος και τωνχοληφόρων | Ίκτερος | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ερύθημα Κνησμός Εξάνθημα | Απώλεια τριχωτού Αγγειοοίδημα Κνίδωση | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | Κόπωση | Οίδημα / Περιφερικό οίδημα | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση ηπατικών ενζύμων Αυξημένη γλυκόζη του αίματοςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΔιακύμανση Διεθνούς ΚανονικοποιημένουΛόγου (INR) |
Έχουν αναφερθεί περιστατικά υπερχοληστερολαιμίας αλλά δεν έχει καταδειχθεί η αιτιώδης σχέση. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης
οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: +30 213 2040380/337. Φαξ: +30 210
6549585. Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Δεν έχουν αναφερθεί περιπτώσεις τυχαίας ή εσκεμμένης λήψης υπερβολικής δόσης. Με βάση μελέτες οξείας και χρόνιας τοξικότητας σε πειραματόζωα, δεν είναι πιθανόν να παρατηρηθούν συμπτώματα τοξικότητας μετά τη χορήγηση δόσεων μέχρι 200 φορές μεγαλύτερων από τη θεραπευτική δόση. Ωστόσο, αν παρατηρηθεί υπερδοσολογία, η θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική, π.χ. ενέργειες για την αποκατάσταση του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - GLUCOSAMINE/COOPER 750MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλοι αντιφλεγμονώδεις και αντιρρευματικοί παράγοντες, μη στεροειδείς.
Κωδικός ATC: Μ01ΑΧ05
Μηχανισμός δράσης
Η θειική γλυκοζαμίνη είναι το θειικό άλας του ενδογενούς αμινο-μονοσακχαρίτη γλυκοζαμίνη, ενός φυσιολογικού συστατικού και προτιμώμενου υποστρώματος για τη σύνθεση των γλυκοζαμινογλυκανών και πρωτεογλυκανών στη θεμέλια ουσία του χόνδρου και στο αρθρικό υγρό.
Πρώιμες in vitro μελέτες έχουν δείξει ότι η θειική γλυκοζαμίνη διεγείρει τη σύνθεση γλυκοζαμινογλυκανών και επομένως των πρωτεογλυκανών του αρθρικού χόνδρου. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί πιο πρόσφατα ότι η θειική γλυκοζαμίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική οδό σηματοδότησης της ιντερλευκίνης-1β (IL-lβ), μέσω παρεμπόδισης της ενδοκυτταρικής ενεργοποίησης και της πυρηνικής μετατόπισης του πυρηνικού παράγοντα «κ-Β» (NF-κB) στα χονδροκύτταρα του αρθρικού χόνδρου και σε άλλα συναφή κύτταρα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Πρώιμες in vitro μελέτες έχουν δείξει ότι η θειική γλυκοζαμίνη έχει αναβολικές και αντι-καταβολικές επιδράσεις στο μεταβολισμό του χόνδρου. Τα θειικά ιόντα μπορεί να συμβάλουν στις φαρμακολογικές επιδράσεις που ασκούνται από τη γλυκοζαμίνη ελέγχοντας το ρυθμό σύνθεσης των γλυκοζαμινογλυκανών και πρωτεογλυκανών και αναστέλλοντας ένζυμα αποικοδόμησης του χόνδρου.
Πιο πρόσφατες μελέτες έχουν υποστηρίξει ότι η θειική γλυκοζαμίνη μειώνει τα αποτελέσματα που προκαλεί η IL-lβ, αναστέλλοντας έτσι μια αλληλουχία γεγονότων που οδηγούν σε φλεγμονή της άρθρωσης και σε βλάβη του χόνδρου, όπως η σύνθεση μεταλλοπρωτεασών, κυκλοοξυγενάσης-2 και πρωτεϊνών της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας που απουσιάζουν στο φυσιολογικό χόνδρο, η απελευθέρωση οξειδίου του αζώτου και προσταγλανδίνης Ε2, η αναστολή του πολλαπλασιασμού των χονδροκυττάρων και η επαγωγή του κυτταρικού θανάτου. Διαφοροποιούμενη από τα ΜΣΑΦ, η γλυκοζαμίνη δεν αναστέλλει άμεσα τις δράσεις της κυκλοοξυγενάσης. Κυτταρικά μοντέλα ανθρώπινων χονδροκυττάρων έχουν δείξει ότι η κρυσταλλική θειική γλυκοζαμίνη αναστέλλει την διεγειρόμενη από την IL-l γονιδιακή έκφραση σε συγκεντρώσεις γλυκοζαμίνης παρόμοιες ή χαμηλότερες από εκείνες που βρίσκονται στο πλάσμα και στο αρθρικό υγρό ασθενών με οστεαρθρίτιδα γόνατος που λαμβάνουν το φάρμακο στη θεραπευτική δόση των 1500 mg άπαξ ημερησίως. Ζωικά μοντέλα επιβεβαίωσαν το δυναμικό ισοδύναμων δόσεων θειικής γλυκοζαμίνης για τον άνθρωπο στην καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου και την ανακούφιση των συμπτωμάτων της.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της θειικής γλυκοζαμίνης έχουν επιβεβαιωθεί σε κλινικές δοκιμές για θεραπεία έως και τρία έτη.
Βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η αποτελεσματικότητα της θειικής γλυκοζαμίνης στα συμπτώματα οστεαρθρίτιδας είναι εμφανής ήδη μετά από 2-3 εβδομάδες από την έναρξη της χορήγησης. Ωστόσο, διαφοροποιούμενη από τα ΜΣΑΦ, η θειική γλυκοζαμίνη έχει επιδείξει διάρκεια επίδρασης που κυμαίνεται από 6 μήνες έως 3 έτη.
Κλινικές μελέτες καθημερινής συνεχούς αγωγής με κρυσταλλική θειική γλυκοζαμίνη έως και για 3 έτη έχουν δείξει μια προοδευτική βελτίωση των συμπτωμάτων και καθυστέρηση των δομικών μεταβολών στις αρθρώσεις, όπως προσδιορίζονται με απλή ακτινοσκόπηση.
Η θειική γλυκοζαμίνη έχει επιδείξει καλή ανοχή τόσο σε βραχυπρόθεσμα όσο και σε μακροπρόθεσμα θεραπευτικά σχήματα.
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση γλυκοζαμίνης ραδιοσημασμένης με 14C, η ραδιενέργεια απορροφάται συστηματικά γρήγορα και σχεδόν πλήρως (περίπου 90%) σε υγιείς εθελοντές. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της γλυκοζαμίνης στον άνθρωπο μετά από χορήγηση από του στόματος θειικής γλυκοζαμίνης ήταν 44%, λόγω του φαινομένου της πρώτης διόδου από το ήπαρ. Μετά την από του στόματος χορήγηση καθημερινών επαναλαμβανόμενων δόσεων των 1500 mg θειικής γλυκοζαμίνης σε υγιείς εθελοντές σε κατάσταση νηστείας, οι μέγιστες συγκεντρώσεις σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα (Cmax,ss) είχαν μέση τιμή 1602 ± 426 ng/ml μεταξύ των ωρών 1,5-4 (διάμεση τιμή: 3 ώρες. tmax). Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η AUC της καμπύλης των συγκεντρώσεων στο πλάσμα έναντι του χρόνου ήταν 14564 ± 4138 ng.h/ml. Είναι άγνωστο αν τα γεύματα επηρεάζουν σημαντικά τη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου που λαμβάνεται από του στόματος. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της γλυκοζαμίνης είναι γραμμικές μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις μία φορά ημερησίως στο δοσολογικό εύρος των 750-1500 mg και αποκλίνουν από τη γραμμικότητα στη δόση των 3000 mg λόγω χαμηλότερης βιοδιαθεσιμότητας. Στον άνθρωπο, δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των φύλων σε σχέση με την απορρόφηση και τη βιοδιαθεσιμότητα της γλυκοζαμίνης. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της γλυκοζαμίνης ήταν παρόμοιες μεταξύ υγιών εθελοντών και ασθενών με οστεοαρθρίτιδα του γόνατος.
Κατανομή
Μετά από του στόματος απορρόφηση, η κατανομή της γλυκοζαμίνης σε εξω-αγγειακά διαμερίσματα είναι σημαντική, συμπεριλαμβανομένου του αρθρικού υγρού, με φαινόμενο όγκο κατανομής 37 φορές υψηλότερο από το συνολικό σωματικό ύδωρ στον άνθρωπο. Η γλυκοζαμίνη δεν δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά απίθανο η γλυκοζαμίνη να μπορεί να προκαλέσει φαρμακευτική αλληλεπίδραση εκτόπισης όταν συγχορηγείται με άλλα φάρμακα που δεσμεύονται ισχυρά στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Το μεταβολικό προφίλ της γλυκοζαμίνης δεν έχει μελετηθεί διότι είναι μία ενδογενής ουσία που χρησιμοποιείται ως δομικό στοιχείο για τη βιοσύνθεση των συστατικών του χόνδρου των αρθρώσεων. Η γλυκοζαμίνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω της μεταβολικής οδού της εξοζαμίνης και ανεξάρτητα από το σύστημα ενζύμων του κυτοχρώματος.
Η κρυσταλλική θειική γλυκοζαμίνη δεν δρα ούτε ως αναστολέας ούτε ως επαγωγέας των ανθρώπινων ισοενζύμων του CYP450, συμπεριλαμβανομένων των CYP 3Α4, 1Α2, 2Ε1, 2C9 και 2D6, ακόμα και όταν ελέγχονται σε συγκεντρώσεις γλυκοζαμίνης 300 φορές υψηλότερες από τις μέγιστες συγκεντρώσεις του πλάσματος που παρατηρούνται στον άνθρωπο μετά από θεραπευτικές δόσεις κρυσταλλικής θειικής γλυκοζαμίνης. Δεν αναμένονται κλινικά συναφείς μεταβολικές αλληλεπιδράσεις αναστολής και/ή επαγωγής μεταξύ της κρυσταλλικής θειικής γλυκοζαμίνης και συγχορηγούμενων φαρμάκων που είναι υποστρώματα των ισομορφών του ανθρώπινου CYP450.
Αποβολή
Στον άνθρωπο, ο τελικός χρόνος ημι-ζωής της αποβολής της γλυκοζαμίνης από το πλάσμα υπολογίζεται σε 15 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση γλυκοζαμίνης ραδιοσημασμένης με
14C στον άνθρωπο, η απέκκριση της ραδιενέργειας με τα ούρα ήταν 10 ± 9% της χορηγούμενης δόσης ενώ αυτή με τα κόπρανα ήταν 11,3 ± 0,1%. Στον άνθρωπο, μετά την από του στόματος χορήγηση, η μέση απέκκριση αμετάβλητης γλυκοζαμίνης στα ούρα ήταν περίπου 1% της χορηγούμενης δόσης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι νεφροί και το ήπαρ δεν συνεισφέρουν σημαντικά στην αποβολή της γλυκοζαμίνης και/ή των μεταβολιτών της και/ή των προϊόντων αποικοδόμησής της.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της γλυκοζαμίνης δεν διερευνήθηκαν σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θεωρήθηκαν άνευ σημασίας λόγω της περιορισμένης συμβολής των νεφρών στην αποβολή της γλυκοζαμίνης. Παρομοίως, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεδομένης της μεταβολικής πορείας της γλυκοζαμίνης ως ενδογενούς ουσίας. Ως εκ τούτου, για ό,τι περιγράφεται ανωτέρω και υπό το πρίσμα του προφίλ ασφαλείας και ανοχής της γλυκοζαμίνης, δεν θεωρείται απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της γλυκοζαμίνης δεν διερευνήθηκαν σε παιδιά και εφήβους.
Ηλικιωμένοι
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές φαρμακοκινητικές μελέτες σε ηλικιωμένους, ωστόσο στις κλινικές μελέτες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είχαν συμπεριληφθεί κυρίως ηλικιωμένοι ασθενείς. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - GLUCOSAMINE/COOPER 750MG/TAB
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, πολυβιδόνη K25, διασυνδεδεμένη νατριούχος καρμελλόζη, πολυαιθυλενογλυκόλη 6000, στεατικό μαγνήσιο, τάλκης, συμπολυμερές μεθακρυλικού οξέος τύπου Α, μικρομετροποιημένο διοξείδιο του τιτανίου (E 171), συμπολυμερές μεθακρυλικό αμμώνιο τύπου Α, τριοξική γλυκερόλη .
Πρωτογενής συσκευασία: Φιάλες ΡΕ
Δευτερογενής συσκευασία: Χάρτινο κουτί που περιέχει μια φιάλη των 60 ή 180 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.