Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

BAVALDA PD.C.S.INF 500MG/VIAL

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
0
1
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

BAVALDA PD.C.S.INF 500MG/VIAL

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΠΥΚΝΟ ΣΚΕΥΑΣΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ELPEN AE ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - BAVALDA 500MG/VIAL

Ενδείξεις

Το BAVALDA ενδείκνυται για τη θεραπεία των οξειών βακτηριακών λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών μορίων (ABSSSI) σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών και πάνω (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).

Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

Δοσολογία

Δοσολογία

Ενήλικες

Η συνιστώμενη δόση της νταλμπαβανσίνης είναι 1.500 mg, χορηγούμενη είτε ως εφάπαξ έγχυση 1.500 mg ή ως έγχυση 1.000 mg ακολουθούμενη από 500 mg μετά από μία εβδομάδα (βλέπε παραγράφους 5.1 και 5.2).

Παιδιά και έφηβοι ηλικίας από 6 ετών έως κάτω των 18 ετών

Η συνιστώμενη δόση νταλμπαβανσίνης είναι μία εφάπαξ δόση 18 mg/kg (μέγιστο 1.500 mg).

Βρέφη και παιδιά ηλικίας από 3 μηνών έως κάτω των 6 ετών

Η συνιστώμενη δόση νταλμπαβανσίνης είναι μία εφάπαξ δόση 22,5 mg/kg (μέγιστο 1.500 mg).

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης για ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 έως 79 ml/min). Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε ενήλικες ασθενείς που βρίσκονται σε τακτικό πρόγραμμα αιμοκάθαρσης (3 φορές/εβδομάδα) και η νταλμπαβανσίνη μπορεί να χορηγηθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το χρονοδιάγραμμα της αιμοκάθαρσης.

Σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία των οποίων η κάθαρση κρεατινίνης είναι < 30 ml/min και οι οποίοι δεν βρίσκονται σε τακτικό πρόγραμμα αιμοκάθαρσης, η συνιστώμενη δόση μειώνεται είτε σε 1.000 mg, χορηγούμενα ως εφάπαξ έγχυση ή σε 750 mg ακολουθούμενα από 375 mg μετά από μία εβδομάδα (βλέπε παράγραφο 5.2).

Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για σύσταση προσαρμογής της δόσης για ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 18 ετών με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min/1,73m2 και για ασθενείς ηλικίας

< 3 μηνών με νεφρική δυσλειτουργία, που ορίζεται ως κρεατινίνη ορού ≥ 2 φορές το ανώτερο όριο του φυσιολογικού ή παραγωγή ούρων < 0,5 ml/kg/h ή απαίτηση για αιμοκάθαρση. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα, περιγράφονται στην παράγραφο 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει καμία σύσταση για τη δοσολογία.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν συνιστάται τροποποίηση της δόσης της νταλμπαβανσίνης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A). Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της νταλμπαβανσίνης σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B & C), καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον προσδιορισμό της κατάλληλης δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της νταλμπαβανσίνης σε παιδιά ηλικίας < 3 μηνών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση σχετικά με τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης

Ενδοφλέβια χρήση

Το BAVALDA πρέπει να ανασυσταθεί και να αραιωθεί περαιτέρω πριν από τη χορήγηση με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Η νταλμπαβανσίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε άλλα γλυκοπεπτίδια, αφού μπορεί να προκύψει διασταυρούμενη υπερευαισθησία. Εάν παρουσιαστεί αλλεργική αντίδραση στη νταλμπαβανσίνη, η χορήγησή της πρέπει να διακοπεί και να αρχίσει η χορήγηση κατάλληλης θεραπείας για την αλλεργική αντίδραση.

Διάρροια από Clostridioides (πρώην Clostridium) difficile

Η αντιβακτηριακή δράση που σχετίζεται με την κολίτιδα και την ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα έχει αναφερθεί με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβιοτικών και η σοβαρότητα των περιστατικών κυμαίνεται από ήπιας μορφής έως απειλητικά για τη ζωή. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με νταλμπαβανσίνη (βλέπε παράγραφο 4.8). Σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της νταλμπαβανσίνης και λήψης μέτρων υποστήριξης μαζί με τη χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridioides (πρώην Clostridium) difficile. Οι ασθενείς αυτοί δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζονται με φάρμακα που καταστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου.

Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση

To BAVALDA προορίζεται για χορήγηση μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης, χρησιμοποιώντας έναν συνολικό χρόνο έγχυσης 30 λεπτών για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση. Η ταχεία ενδοφλέβια έγχυση των αντιβακτηριακών παραγόντων του γλυκοπεπτιδίου μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένης της έξαψης του άνω μέρους του σώματος, της κνίδωσης, του κνησμού και/ή των εξανθημάτων. Η παύση ή επιβράδυνση της έγχυσης μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή αυτών των αντιδράσεων.

Νεφρική δυσλειτουργία

Οι πληροφορίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της νταλμπαβανσίνης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min είναι περιορισμένες. Με βάση τις προσομοιώσεις, απαιτείται ρύθμιση της δόσης για ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία, των οποίων η κάθαρση κρεατινίνης είναι < 30 ml/min και οι οποίοι δεν λαμβάνουν τακτικά αιμοκάθαρση (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για σύσταση προσαρμογής της δόσης για ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως 18 ετών με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min/1,73m2.

Μικτές λοιμώξεις

Σε μικτές λοιμώξεις στις οποίες τα αρνητικά κατά Gram βακτήρια κρίνονται ύποπτα, θα πρέπει επίσης να χορηγηθεί στους ασθενείς ένας κατάλληλος αντιβακτηριακός παράγοντας έναντι των αρνητικών κατά Gram βακτηρίων (βλέπε παράγραφο 5.1).

Μη ευαίσθητοι οργανισμοί

Η χρήση αντιβιοτικών μπορεί να προωθήσει την υπερβολική ανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Αν εμφανιστεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Περιορισμοί των κλινικών δεδομένων

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της νταλμπαβανσίνης, όταν χορηγείται για περισσότερες από δύο δόσεις (με μία εβδομάδα διαφορά). Στις κύριες δοκιμές στην ABSSSI, τα είδη των λοιμώξεων που υποβλήθηκαν σε αγωγή περιορίζονταν σε κυτταρίτιδα/ερυσίπελας, αποστήματα και μολύνσεις προερχόμενες από πληγές μόνο. Δεν υπάρχει εμπειρία με τη νταλμπαβανσίνη στην αντιμετώπιση βαρέως ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.

Έκδοχα

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
0
1
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Από τα αποτελέσματα μιας in vitro μελέτης ελέγχου υποδοχέων δεν προκύπτει πιθανή αλληλεπίδραση με άλλους θεραπευτικούς στόχους ή κάποιο ενδεχόμενο για κλινικά σχετικές φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις (βλέπε παράγραφο 5.1).

Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης με τη νταλμπαβανσίνη.

Δυνατότητα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων να επηρεάσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νταλμπαβανσίνης.

Η νταλμπαβανσίνη δεν μεταβολίζεται από τα ένζυμα CYP in vitro, ως εκ τούτου οι συγχορηγούμενοι επαγωγείς ή αναστολείς CYP είναι απίθανο να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης.

Δεν είναι γνωστό αν η νταλμπαβανσίνη αποτελεί υπόστρωμα για την ηπατική πρόσληψη και για τους μεταφορείς εκροής. Η συγχορήγηση με αναστολείς αυτών των μεταφορέων εκροής μπορεί να αυξήσει την έκθεση στη νταλμπαβανσίνη. Παραδείγματα τέτοιων αναστολέων των μεταφορέων εκροής είναι οι ενισχυμένοι αναστολείς πρωτεάσης, βεραπαμίλης, κινιδίνης, ιτρακοναζόλης, κλαριθρομυκίνης και κυκλοσπορίνης.

Δυνατότητα της νταλμπαβανσίνης να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.

Η πιθανότητα αλληλεπίδρασης της νταλμπαβανσίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από τα ένζυμα CYP αναμένεται να είναι χαμηλή, δεδομένου ότι δεν είναι ούτε αναστολέας ούτε επαγωγέας των ενζύμων CYP in vitro. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη νταλμπαβανσίνη ως αναστολέα των ενζύμων CYP2C8.

Δεν είναι γνωστό αν η νταλμπαβανσίνη είναι ένας αναστολέας των μεταφορέων. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυξημένης έκθεσης σε υποστρώματα μεταφορέων που εμφανίζουν ευαισθησία στην ανασταλτική δραστηριότητα των μεταφορέων, όπως οι στατίνες και η διγοξίνη, αν χορηγηθούν σε συνδυασμό με τη νταλμπαβανσίνη.

Κύηση

Κύηση

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομέναν σχετικά με τη χρήση της νταλμπαβανσίνης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Το BAVALDA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν το πιθανό αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν τη νταλμπαβανσίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, η νταλμπαβανσίνη απεκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων που θηλάζουν και μπορεί να απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Η νταλμπαβανσίνη δεν απορροφάται καλά από το στόμα· ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση στη γαστρεντερική ή στοματική χλωρίδα του βρέφους που θηλάζει. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με BAVALDA, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν μειωμένη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.

Οδήγηση

ν

Το BAVALDA μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, καθώς για έναν μικρό αριθμό ασθενών έχει αναφερθεί ζάλη (βλέπε παράγραφο 4.8).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Σε κλινικές μελέτες Φάσης ΙI/IΙΙ, 2.473 ενήλικες ασθενείς έλαβαν νταλμπαβανσίνη χορηγούμενο είτε ως εφάπαξ έγχυση 1.500 mg ή ως έγχυση 1.000 mg ακολουθούμενη από 500 mg μετά από μία εβδομάδα. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν σε ποσοστό ≥ 1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με νταλμπαβανσίνη ήταν ναυτία (2,4%), διάρροια (1,9%) και κεφαλαλγία (1,3%) και ήταν γενικά ήπιας ή μέτριας σοβαρότητας.

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών (Πίνακας 1)

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν εντοπιστεί σε κλινικές δοκιμές Φάσης II/III με νταλμπαβανσίνη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με την Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα και τη συχνότητα. Οι κατηγορίες της συχνότητας προκύπτουν από τις ακόλουθες παραδοχές: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες

(≥ 1/10.000 έως < 1/1.000).

Πίνακας 1.

Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνές Όχι Συχνές Σπάνιες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις αιδοιοκολπική μυκητίαση, ουρολοίμωξη, μυκητίαση, κολίτιδα από Clostridioides(πρώην Clostridium) difficile, καντιντίαση του στόματος
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος αναιμία, θρομβοκυττάρωση, ηωσινοφιλία, λευκοπενία, ουδετεροπενία
Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος αναφυλακτοειδής αντίδραση
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος κεφαλαλγία δυσγευσία, ζάλη
Αγγειακές διαταραχές έξαψη, φλεβίτιδα
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχέςκαι διαταραχές μεσοθωρακίου βήχας βρογχόσπασμος
Γαστρεντερικές διαταραχές ναυτία, διάρροια δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, κοιλιακή δυσφορία, έμετος
Διαταραχές τουδέρματος και υποδόριου ιστού Κνησμός, κνίδωση, εξάνθημα
Διαταραχές του αναπαραγωγικούσυστήματος και του μαστού αιδοιοκολπικός κνησμός
Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις στη θέση χορήγησης αντιδράσεις σχετικές με την έγχυση
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνές Όχι Συχνές Σπάνιες
Διερευνήσεις γαλακτική αφυδρογονάση αίματος αυξημένη, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, ουρικό οξύ αίματος αυξημένο, δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές, τρανσαμινάσες αυξημένες, αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη, αριθμός αιμοπεταλίων αυξημένος, θερμοκρασία του σώματος αυξημένη, ηπατικά ένζυμα αυξημένα, γ-γλουταμυλοτρανσφεράση αυξημένη

Περιγραφή

επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Κατηγορία ανεπιθύμητων ενεργειών

Η ωτοτοξικότητα έχει συσχετιστεί με τη χρήση γλυκοπεπτιδίων (βανκομυκίνη και τεϊκοπλανίνη)· ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ωτοτοξικό φαρμακευτικό προϊόν, όπως η αμινογλυκοσίδη, μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια της νταλμπαβανσίνης αξιολογήθηκε σε μία κλινική δοκιμή Φάσης III, η οποία περιλάμβανε 168 παιδιατρικούς ασθενείς από τη γέννηση έως ηλικίας κάτω των 18 ετών με ABSSSI (ή υποψία ή επιβεβαιωμένη σηψαιμία εάν είναι ηλικίας κάτω των 3 μηνών) που έλαβαν νταλμπαβανσίνη (90 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με μία εφάπαξ δόση νταλμπαβανσίνη και 78 ασθενείς, όλοι ηλικίας 3 μηνών και άνω, υποβλήθηκαν σε θεραπεία με σχήμα δύο δόσεων με νταλμπαβανσίνη). Συνολικά, τα ευρήματα σχετικά με την ασφάλεια της νταλμπαβανσίνης σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοια με αυτά που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

Υπερβολική δόση

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με νταλμπαβανσίνη, επειδή η περιορισμένη δόση τοξικότητας δεν έχει εξετασθεί σε κλινικές μελέτες. Στις μελέτες Φάσης Ι, χορηγήθηκαν σε υγιείς εθελοντές εφάπαξ δόσεις μέχρι και 1.500 mg και αθροιστικές δόσεις μέχρι και 4.500 mg σε διάστημα έως 8 εβδομάδων, χωρίς σημάδια τοξικότητας ή κλινικά ανησυχητικά εργαστηριακά αποτελέσματα. Στις μελέτες Φάσης III, χορηγήθηκαν στους ασθενείς εφάπαξ δόσεις μέχρι και 1.500 mg.

Η θεραπεία της υπερδοσολογίας με νταλμπαβανσίνη πρέπει να περιλαμβάνει την παρατήρηση συμπτωμάτων και τη λήψη γενικών υποστηρικτικών μέτρων. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες συγκεκριμένα όσον αφορά την εφαρμογή της αιμοκάθαρσης στην αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε μια μελέτη Φάσης Ι με ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, μετά από 3 ώρες αιμοκάθαρσης απομακρύνθηκε λιγότερο από το 6% της συνιστώμενης δόσης νταλμπαβανσίνης.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - BAVALDA 500MG/VIAL

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, γλυκοπεπτιδικά αντιβακτηριακά, κωδικός ATC: J01XA04.

Μηχανισμός δράσης

Η νταλμπαβανσίνη είναι ένα βακτηριοκτόνο λιπογλυκοπεπτίδιο.

Ο μηχανισμός δράσης του στα ευαίσθητα θετικά κατά Gram βακτήρια περιλαμβάνει διακοπή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος με σύνδεση στο αμινοτελικό άκρο D-αλανυλ-D-αλανίνη του πεπτιδίου σε εκκολαπτόμενο κυτταρικό τοίχωμα πεπτιδογλυκάνης, αποτρέποντας τη διασύνδεση (τρανσπεπτιδίωση και τρανσγλυκοζυλίωση) των υπομονάδων δισακχαρίτη, με αποτέλεσμα τον κυτταρικό θάνατο των βακτηρίων.

Μηχανισμός αντοχής

Όλα τα αρνητικά κατά Gram βακτήρια είναι εγγενώς ανθεκτικά στη νταλμπαβανσίνη.

Η αντοχή του Staphylococcus spp. και του Enterococcus spp. στη νταλμπαβανσίνη προκαλείται από το VanA, έναν γονότυπο που οδηγεί σε τροποποίηση του στοχευόμενου πεπτιδίου σε εκκολαπτόμενο κυτταρικό τοίχωμα. Με βάση in vitro μελέτες η δράση της νταλμπαβανσίνης δεν επηρεάζεται από άλλες κατηγορίες γονιδίων με αντοχή στη βανκομυκίνη.

Οι τιμές ΜΙC της νταλμπαβανσίνης είναι υψηλότερες για τη βανκομυκίνη-διάμεσος σταφυλόκοκκος (VISA) από ό,τι για τα πλήρως ευαίσθητα στη βανκομυκίνη στελέχη. Εάν οι απομονωμένοι οργανισμοί με υψηλότερες τιμές MIC της νταλμπαβανσίνη αντιπροσωπεύουν σταθερούς φαινοτύπους και συσχετίζονται με αντοχή στα άλλα γλυκοπεπτίδια, τότε ο πιθανός μηχανισμός θα είναι η αύξηση του αριθμού των στοχευόμενων γλυκοπεπτιδίων σε εκκολαπτόμενη πεπτιδογλυκάνη.

Σε μελέτες in vitro δεν παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της νταλμπαβανσίνης και άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών. Η αντοχή στη μεθικιλλίνη δεν έχει καμία επίδραση στη δράση της νταλμπαβανσίνης.

Αλληλεπιδράσεις με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες

Σε μελέτες in vitro, δεν έχει παρατηρηθεί ανταγωνισμός μεταξύ της νταλμπαβανσίνης και άλλων κοινώς χρησιμοποιούμενων αντιβιοτικών (π.χ. κεφεπίμη, κεφταζιδίμη, κεφτριαξόνη, ιμιπενέμη,

μεροπενέμη, αμικασίνη, αζτρεονάμη, σιπροφλοξασίνη, πιπερακιλλίνη/ταζομπακτάμη και τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη), όταν δοκιμάστηκαν έναντι 12 ειδών αρνητικών κατά Gram παθογόνων (βλέπε παράγραφο 4.5).

Σημεία διακοπής ελέγχου ευαισθησίας

Τα ερμηνευτικά κριτήρια ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) για τον έλεγχο ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Έλεγχο Ευαισθησίας στα Αντιμικροβιακά (EUCAST) για τη νταλμπαβανσίνη και παρατίθενται στην ακόλουθη διεύθυνση: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en. xlsx

Σχέση ΦΚ/ΦΔ

Η βακτηριοκτόνος δράση έναντι σταφυλόκοκκων in vitro είναι χρονοεξαρτώμενη σε συγκεντρώσεις ορού νταλμπαβανσίνης, παρόμοιες με εκείνες που λαμβάνονται στη συνιστώμενη δόση σε ανθρώπους.

Διερευνήθηκε η σχέση ΦΚ/ΦΔ της νταλμπαβανσίνης σε in vivo περιβάλλον για τον χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο με χρήση ενός ουδετεροπενικού μοντέλου λοίμωξης των ζώων. Αυτό έδειξε ότι η αντιβακτηριακή δράση της νταλμπαβανσίνης φαίνεται να συσχετίζεται καλύτερα με την αναλογία της περιοχής κάτω από την αδέσμευτη καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου προς την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (fAUC/MIC).

Κλινική αποτελεσματικότητα έναντι συγκεκριμένων παθογόνων

Σε κλινικές μελέτες έχει αποδειχθεί αποτελεσματικότητα έναντι των παθογόνων που παρατίθενται για την ABSSSI και τα οποία ήταν ευαίσθητα στη νταλμπαβανσίνη σε in vitro περιβάλλον:

  • Staphylococcus aureus,

  • Streptococcus pyegenes,

  • Streptococcus agalactiae,

  • Streptococcus dysgalactiae,

  • Streptococcus ομάδας anginosus (συμπεριλαμβανομένων των S. anginosus, S. intermedius, και S. constellatus).

    Αντιβακτηριακή δράση έναντι άλλων σχετικών παθογόνων

    Δεν έχει τεκμηριωθεί η κλινική αποτελεσματικότητα έναντι των ακόλουθων παθογόνων, μολονότι in vitro μελέτες δείχνουν ότι θα είναι ευαίσθητοι στη νταλμπαβανσίνη, λόγω απουσίας επίκτητων μηχανισμών αντοχής:

  • Στρεπτόκοκκοι ομάδας G,

  • Clostridium perfringens,

  • Peptostreptococcus spp.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το BAVALDA έχει αξιολογηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από τη γέννηση έως < 18 ετών με ABSSSI ή πιθανολογούμενη ή επιβεβαιωμένη σηψαιμία εάν είναι ηλικίας κάτω των 3 μηνών σε μία ανοιχτή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με παράγοντα σύγκρισης κλινική δοκιμή Φάσης III. Η μελέτη περιλάμβανε 168 ασθενείς που έλαβαν νταλμπαβανσίνη (90 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με μία εφάπαξ δόση νταλμπαβανσίνης και 78 ασθενείς, όλοι ηλικίας 3 μηνών και άνω, που έλαβαν θεραπεία με σχήμα δύο δόσεων νταλμπαβανσίνης) και 30 ασθενείς που έλαβαν τον παράγοντα σύγκρισης. Επτά από τους 10 ασθενείς ηλικίας κάτω των 3 μηνών εγγράφηκαν με πιθανολογούμενη ή επιβεβαιωμένη σηψαιμία. Πρωτεύων στόχος ήταν η αξιολόγηση της ασφάλειας και της ανεκτικότητας του BAVALDA και οι δευτερεύοντες στόχοι περιλάμβαναν την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της φαρμακοκινητικής. Η αποτελεσματικότητα ήταν περιγραφικό καταληκτικό σημείο. Το ποσοστό

κλινικής ίασης κατά την επίσκεψη επαλήθευσης ίασης (TOC, Test of Cure) (mITT, μικροβιολογικά τροποποιημένος πληθυσμός με πρόθεση θεραπείας) ήταν 95,1% (79/82) στο σκέλος μιας εφάπαξ δόσης νταλμπαβανσίνης, 97,3% (72/74) στο σκέλος δύο δόσεων νταλμπαβανσίνη και 100% (30/30) στο σκέλος παράγοντα σύγκρισης.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει αναβάλει την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων μελετών με την νταλμπαβανσίνη σε ένα ή περισσότερα υποσύνολα του παιδιατρικού πληθυσμού στην ABSSSI (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης έχει προσδιοριστεί σε υγιή άτομα, ασθενείς και ειδικούς πληθυσμούς. Η συστηματική έκθεση στη νταλμπαβανσίνη είναι ανάλογη της δόσης, μετά από εφάπαξ δόσεις με εύρος από 140 έως 1.120 mg, υποδεικνύοντας τη γραμμική φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση της νταλμπαβανσίνης μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις που χορηγούνταν μία φορά την εβδομάδα για διάστημα έως 8 εβδομάδων (1.000 mg την 1η Ημέρα, ακολουθούμενη από 7 εβδομαδιαίες δόσεις 500 mg το ανώτερο) σε υγιείς ενήλικες.

Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) της τελικής αποβολής ήταν 372 (εύρος 333 έως 405) ώρες. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νταλμπαβανσίνης περιγράφονται καλύτερα με τη χρήση ενός μοντέλου τριών τμημάτων (α και β φάσεις κατανομής που ακολουθούνται από μια φάση τελικής αποβολής). Συνεπώς, ο χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2β) της κατανομής, που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του κλινικώς σχετικού προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου, κυμαινόταν από 5 έως 7 ημέρες και είναι συνεπής με δόση μία φορά την εβδομάδα.

Οι εκτιμώμενες φαρμακοκινητικές παράμετροι της νταλμπαβανσίνης μετά από τη χορήγηση του σχήματος δύο δόσεων και του σχήματος εφάπαξ δόσης, αντίστοιχα, παρατίθενται στον Πίνακα 2 παρακάτω.

Πίνακας 2.

Μέσες (SD) φαρμακοκινητικές παράμετροι της νταλμπαβανσίνης για ενήλικες με χρήση της ΦΚ ανάλυσης πληθυσμού1

Παράμετρος Σχήμα δύο δόσεων2 Σχήμα εφάπαξ δόσης3
Cmax (mg/l) Ημέρα 1: 281 (52) Ημέρα 1: 411 (86)
Ημέρα 8: 141 (26)
AUCΗμέρα0-14 (mg•h/l) 18.100 (4.600) 20.300 (5.300)
CL (l/h) 0,048 (0,0086) 0,049 (0,0096)

1 Πηγή: DAL-MS-01.

2 1.000 mg την Ημέρα 1 + 500 mg την Ημέρα 8, Μελέτη DUR001-303 συμμετέχοντες με αξιολογήσιμο δείγμα ΦΚ.

3 1.500 mg, Μελέτη DUR001-303 συμμετέχοντες με αξιολογήσιμο δείγμα ΦΚ.

Η καμπύλη συγκέντρωσης νταλμπαβανσίνης στο πλάσμα και χρόνου μετά από τη χορήγηση του σχήματος δύο δόσεων και του σχήματος εφάπαξ δόσης, αντίστοιχα, φαίνεται στην Εικόνα 1.

10

400

Σχήμα

1.500 mg Ημέρα 1

1.000 mg Ημέρα 1 + 500 mg Ημέρα 8

300

ταμπαβαλσίνη

Εικόνα 1. Συγκεντρώσεις νταλμπαβανσίνης στο πλάσμα συναρτήσει του χρόνου σε έναν τυπικό ενήλικα ασθενή με ABSSSI (προσομοίωση με χρήση φαρμακοκινητικού μοντέλου πληθυσμού) για αμφότερα τα σχήματα εφάπαξ και δύο δόσεων.

Κατανομή

Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι συγκρίσιμα μεταξύ υγιών ατόμων και ασθενών με λοιμώξεις. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ήταν παρόμοιος με τον όγκο του εξωκυτταρικού υγρού. Η νταλμπαβανσίνη δεσμεύεται αντιστρεπτά σε πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως στη λευκωματίνη. Η δέσμευση σε πρωτεΐνες πλάσματος της νταλμπαβανσίνης είναι 93% και δεν αλλάζει σε συνάρτηση με τη συγκέντρωση φαρμάκου, νεφρική ανεπάρκεια ή ηπατική ανεπάρκεια. Μετά από μια εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 1.000 mg σε υγιείς εθελοντές, η AUC στο υγρό των φυσαλίδων του δέρματος ανήλθε (δεσμευμένη και ελεύθερη νταλμπαβανσίνη) σε περίπου 60% της AUC του πλάσματος, την 7η ημέρα από τη λήψη της δόσης.

Βιομετασχηματισμός

Μεταβολίτες δεν έχουν παρατηρηθεί σε σημαντικές ποσότητες στο ανθρώπινο πλάσμα. Οι μεταβολίτες υδροξυ-νταλμπαβανσίνη και μαννοζυλο-αγλυκόνη έχουν ανιχνευθεί στα ούρα (< 25% της χορηγηθείσας δόσης). Οι μεταβολικές οδοί που είναι υπεύθυνες για την παραγωγή αυτών των μεταβολιτών δεν έχουν προσδιοριστεί. Ωστόσο, λόγω της σχετικά μικρής συμβολής του μεταβολισμού στη συνολική αποβολή της νταλμπαβανσίνης, δεν αναμένονται φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις μέσω αναστολής ή επαγωγής του μεταβολισμού της νταλμπαβανσίνης. Το υδροξυ- νταλμπαβανσίνη και η μαννοζυλο-αγλυκόνη δείχνουν σημαντικά μικρότερη αντιβακτηριακή δράση σε σύγκριση με τη νταλμπαβανσίνη.

Αποβολή

Μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 1.000 mg σε υγιή άτομα, κατά μέσο όρο 19% έως 33% της χορηγούμενης δόσης νταλμπαβανσίνη απεκκρίθηκε στα ούρα ως νταλμπαβανσίνη και 8% έως 12% ως μεταβολίτης υδροξυ-νταλμπαβανσίνη. Περίπου το 20% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης αξιολογήθηκε σε 28 ενήλικα άτομα με διαφορετικό βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας και σε 15 άτομα ομάδας ελέγχου με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Μετά από μια εφάπαξ δόση 500 mg ή 1.000 mg νταλμπαβανσίνη, η μέση κάθαρση στο πλάσμα (CLT) μειώθηκε κατά 11%, 35% και 47% στα άτομα με ήπια (CLCR 50-79 ml/min), μέτρια (CLCR 30-49 ml/min) και σοβαρή (CLCR < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα άτομα

με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μέση AUC για τα άτομα με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min ήταν περίπου 2 φορές υψηλότερη. Η κλινική σημασία της μείωσης της μέσης τιμής CLT του πλάσματος και της επακόλουθης αύξησης της AUC0-∞ που σημειώθηκαν σε αυτές τις φαρμακοκινητικές μελέτες της νταλμπαβανσίνης σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει τεκμηριωθεί. Η φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης σε ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική νόσο που βρίσκονται σε τακτικό πρόγραμμα αιμοκάθαρσης (3 φορές/εβδομάδα), ήταν παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και λιγότερο από το 6% της χορηγούμενης δόσης απομακρύνεται μετά από 3 ώρες αιμοκάθαρσης. Για οδηγίες δοσολογίας σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ανατρέξτε στην παράγραφο 4.2.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ΦΚ δεδομένα που παρατηρήθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η προβλεπόμενη μέση AUC της νταλμπαβανσίνης για παιδιατρικά άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLCR ≤ 30 ml/min/1,73m2) ήταν περίπου 13-30% υψηλότερη σε σύγκριση με παιδιατρικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που έλαβαν την ίδια δόση, βάσει φαρμακοκινητικών μοντέλων πληθυσμού.

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Η φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης αξιολογήθηκε σε 17 άτομα με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και συγκρίθηκε με 9 υγιή άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η μέση τιμή της AUC ήταν αμετάβλητη στους ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Ωστόσο, η μέση AUC μειώθηκε κατά 28% και 31%, αντίστοιχα, στα άτομα με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η αιτία και η κλινική σημασία της μειωμένης έκθεσης σε άτομα με μέτρια και σοβαρή ηπατική λειτουργία είναι άγνωστες. Για οδηγίες δοσολογίας σε ασθενείς με ΄έκπτωση ηπατικής λειτουργίας ανατρέξτε στην παράγραφο 4.2.

Φύλο

Σε υγιή άτομα ή σε ασθενείς με λοιμώξεις δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές σχετιζόμενες με το φύλο στη φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης. Δεν συνιστάται τροποποίηση της δόσης με βάση το φύλο.

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Η φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά με την ηλικία. Ως εκ τούτου, δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δόσης με βάση την ηλικία (βλέπε παράγραφο 4.2). Η εμπειρία με νταλμπαβανσίνη σε ηλικιωμένους είναι περιορισμένη: 276 ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών συμπεριλήφθηκαν σε κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙ/ΙΙΙ, εκ των οποίων οι 173 έλαβαν νταλμπαβανσίνη. Σε κλινικές μελέτες έχουν συμπεριληφθεί ασθενείς ηλικίας μέχρι 93 ετών.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική της νταλμπαβανσίνης έχει αξιολογηθεί σε 218 παιδιατρικούς ασθενείς [ηλικίας 4 ημερών έως 17 ετών, συμπεριλαμβανομένων πρόωρων νεογνών (ηλικίας κύησης 36 εβδομάδων, n=1) και τελειόμηνων νεογνών (ηλικίας κύησης 37 έως 40 εβδομάδων, n=6)] με κάθαρση κρεατινίνης 30 ml/min/1.73 m2 και άνω. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για την αξιολόγηση της έκθεσης στη νταλμπαβανσίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min/1,73 m2. Το μοντέλο που προέβλεψε την AUC0-120h της νταλμπαβανσίνης στο πλάσμα σε πρόωρα νεογνά κατά τη γέννηση (ηλικία κύησης 26 εβδομάδες έως <37 εβδομάδες) ήταν περίπου 60% αυτής σε ενήλικες ασθενείς.

Πίνακας 3.

Προσομοιωμένες μέσες (SD) φαρμακοκινητικές παράμετροι της νταλμπαβανσίνης για παιδιατρικούς ασθενείς και ενήλικες με χρήση της ΦΚ ανάλυσης πληθυσμού1 Παράμετρος Πρόωρο νεογνό Τελειόμην ο νεογνό Νεαρο βρέφο ς Βρέφος Νήπιο Παιδί Έφηβος Ενήλικας
Εύρος Ηλικία-1 1μήνα- < 3 3 2 ετών - 6 ετώνμηνών < 6 - < 12 12 ετών - > = 18- <2 ετών ετών < 18 ετών ετών
26--<37 μήνας μηνών ετών
εβδομάδες
Δόση 22.5 22.5 22.5 22.5 22.5 18 18 1500
mg/kg mg/kg mg/kg mg/kg mg/kg mg/kg mg/kg mg
ηλικίας

κύησης

Γέννησ

Cmax 231 (89)(mg/L) 306 (130) 306(130) 307(130) 304(130) 259(130) 251(130) 425(130)
AUC0- 6620 9000 9080 9490 10200 8870 9060 10800
Day120 (2000) (2900) (3000) (3100) (3200) (2900) (3100) (3200)

(mg•h/L)

1Π η γ ή : DAL-MS-02

Σε όλες τις παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες, το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν τους φαρμακοκινητικούς/φαρμακοδυναμικούς στόχους που σχετίζονται με τη δραστικότητα του φαρμάκου in vivo ήταν 90% ή υψηλότερο για τις ελάχιστες συγκεντρώσεις ανεκτή συγκέντρωσης (MIC) έως 0,125 mg/l.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - BAVALDA 500MG/VIAL

Κατάλογος εκδόχων

Μαννιτόλη (E421) Μονοϋδρική λακτόζη

Υδροχλωρικό οξύ 0,1 M (για ρύθμιση του pH) Υδροξείδιο του νατρίου 0,1 M (για ρύθμιση του pH)

Ασυμβατότητες

Τα διαλύματα χλωριούχου νατρίου μπορεί να προκαλέσουν καθίζηση και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για ανασύσταση ή αραίωση (βλέπε παράγραφο 6.6).

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή ενδοφλέβια διαλύματα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

Ξηρά κόνις: 2 χρόνια

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση του BAVALDA έχει αποδειχθεί τόσο για το ανασυσταθέν πυκνό διάλυμα όσο και για το αραιωμένο διάλυμα για 48 ώρες σε θερμοκρασία 25 °C και κάτω. Η συνολική σταθερότητα κατά τη χρήση από την ώρα ανασύστασης έως τη χορήγηση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 48 ώρες.

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2°C έως 8°C, εκτός εάν η ανασύσταση/αραίωση έχει πραγματοποιηθεί κάτω από ελεγχόμενες και τεκμηριωμένα άσηπτες συνθήκες. Να μην καταψύχεται.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Διαφανές γυάλινο φιαλίδιο 50 ml, τύπου Ι για φαρμακευτική χρήση, κλεισμένο με πώμα βρωμοβουτυλίου και σφραγισμένο με πράσινο αποσπώμενο καπάκι.

Κάθε συσκευασία περιέχει 1 φιαλίδιο.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισµός

Το BAVALDA πρέπει να ανασυσταθεί με αποστειρωμένο νερό για ενέσιμα και, στη συνέχεια, να αραιωθεί με 50 mg/ml (5%) διάλυμα γλυκόζης για έγχυση.

Τα φιαλίδια BAVALDA προορίζονται για μία μόνο χρήση. Οδηγίες για ανασύσταση και αραίωση

Για την ανασύσταση και την αραίωση του BAVALDA πρέπει να χρησιμοποιηθεί άσηπτη τεχνική.

  1. Το περιεχόμενο κάθε φιαλιδίου πρέπει να ανασυσταθεί προσθέτοντας σιγά-σιγά 25 ml νερού για ενέσιμα.

  2. Μην ανακινείτε. Για αποφυγή σχηματισμού αφρού, εναλλάσσετε ανάμεσα σε ήπια περιστροφή και αναστροφή του φιαλιδίου, έως ότου το περιεχόμενό του διαλυθεί πλήρως. Ο χρόνος ανασύστασης μπορεί να είναι μέχρι 5 λεπτά.

  3. Το ανασυσταθέν πυκνό διάλυμα στο φιαλίδιο περιέχει 20 mg/ml νταλμπαβανσίνη.

  4. Το ανασυσταθέν πυκνό διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές, άχρωμο έως κίτρινο, χωρίς ορατά

    σωματίδια.

  5. Το ανασυσταθέν πυκνό διάλυμα πρέπει να αραιωθεί περαιτέρω με 50 mg/ml (5%) διάλυμα γλυκόζης για έγχυση.

  6. Για την αραίωση του ανασυσταθέντος πυκνού διαλύματος, ο κατάλληλος όγκος του πυκνού διαλύματος 20 mg/ml πρέπει να μεταφερθεί από το φιαλίδιο σε έναν σάκο ενδοφλέβιας έγχυσης ή φιάλη που περιέχει 50 mg/ml (5%) διάλυμα γλυκόζης για έγχυση. Για παράδειγμα: 25 ml πυκνού διαλύματος περιέχουν 500 mg νταλμπαβανσίνη.

  7. Μετά την αραίωση, το διάλυμα για έγχυση πρέπει να έχει τελική συγκέντρωση νταλμπαβανσίνη από 1 έως 5 mg/ml.

  8. Το διάλυμα για έγχυση πρέπει να είναι διαυγές, άχρωμο έως κίτρινο, χωρίς ορατά σωματίδια.

  9. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί σωματιδιακή ύλη ή αποχρωματισμός, το διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.

Το BAVALDA δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή ενδοφλέβια διαλύματα. Διαλύματα που περιέχουν χλωριούχο νάτριο μπορεί να προκαλέσουν καθίζηση και ΔΕΝ πρέπει να χρησιμοποιούνται για ανασύσταση ή αραίωση. Η συμβατότητα του ανασυσταθέντος πυκνού διαλύματος BAVALDA έχει τεκμηριωθεί μόνο για το διάλυμα γλυκόζης για έγχυση 50 mg/ml (5%).

Αν χρησιμοποιείται κοινή ενδοφλέβια γραμμή για τη χορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων επιπρόσθετα του BAVALDA, η γραμμή θα πρέπει να εκπλένεται με διάλυμα γλυκόζης για έγχυση 5% πριν και μετά από κάθε έγχυση του BAVALDA.

Χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό

Για παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση του BAVALDA θα ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του παιδιού έως 1.500 mg κατ’ ανώτατο όριο. Μεταφέρετε την απαιτούμενη δόση του ανασυσταθέντος διαλύματος νταλμπαβανσίνης, σύμφωνα με τις παραπάνω οδηγίες, με βάση το βάρος του παιδιού, από το φιαλίδιο σε έναν σάκο ενδοφλέβιας έγχυσης ή φιάλη που περιέχει 50 mg/ml (5%) διάλυμα γλυκόζης για έγχυση. Το αραιωμένο διάλυμα θα πρέπει να έχει τελική συγκέντρωση από 1 έως 5 mg/ml νταλμπαβανσίνη.

Ο Πίνακας 4 παρακάτω παρέχει πληροφορίες για την παρασκευή ενός διαλύματος προς έγχυση με τελική συγκέντρωση 2 mg/ml ή 5 mg/ml (επαρκή για την πλειοψηφία των περιπτώσεων), που θα χορηγηθεί με αντλία σύριγγας, για την επίτευξη δόσης 22,5 mg/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς από τη γέννηση έως 12 μηνών με βάρος από 1 έως 12 kg. Μπορούν να παρασκευαστούν διαλύματα εναλλακτικών συγκεντρώσεων, αλλά πρέπει να έχουν ένα εύρος τελικής συγκέντρωσης από

1 έως 5 mg/ml νταλμπαβανσίνη. Ανατρέξτε στον Πίνακα 4 για επιβεβαίωση των υπολογισμών. Οι τιμές που εμφανίζονται είναι κατά προσέγγιση. Σημειώστε ότι ο πίνακας ΔΕΝ περιλαμβάνει όλες τις πιθανές υπολογιζόμενες δόσεις για κάθε ηλικιακή ομάδα, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του κατά προσέγγιση όγκου για την επαλήθευση του υπολογισμού.

Πίνακας 4. Παρασκευή BAVALDA (τελικής συγκέντρωσης έγχυσης 2 mg/ml ή 5 mg/ml, χορηγούμενο με αντλία σύριγγας) σε παιδιατρικούς ασθενείς από τη γέννηση έως 12 μηνών (δόση 22,5 mg/kg)

Βάρος ασθενούς (kg) Δόση (mg) για επίτευξη 22,5 mg/kg Όγκος ανασυσταθέντος διαλύματος νταλμπαβανσίν η(20 mg/ml) που πρέπει νααφαιρεθεί από το φιαλίδιο (ml) Όγκος αραιωτικού διαλύματος γλυκόζης50 mg/ml (5%) για προσθήκη για ανάμιξη(ml) Τελική συγκέντρωση διαλύματος έγχυσης νταλμπαβανσ ίνη Συνολικός Όγκος χορηγούμενος μέσω αντλίας σύριγγας (ml)
3 67,5 33,8
4 90,0 45,0
5 112,5 56,3
6 135,0 67,5
7 157,5 78,8
8 180,0 90,0
9 202,5 20 ml 60 ml 5 mg/ml 40,5
10 225,0 45,0
11 247,5 49,5
12 270,0 54,0

Απόρριψη

Απορρίψτε κάθε μέρος του ανασυσταθέντος διαλύματος, το οποίο παραμένει αχρησιμοποίητο.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 1 VIAL (GLASS-TYPE I)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.