NIDYMO® ORAL.SOL 1MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - NIDYMO 1MG/ML
Το NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα ενδείκνυται για:
-
Βραχυπρόθεσμη θεραπεία του jet lag (χρονική υστέρηση βιολογικού ρολογιού) σε ενήλικες
-
Αϋπνία σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6-17 ετών με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), σε περίπτωση που τα μέτρα υγιεινής του ύπνου είναι ανεπαρκή
Δοσολογία
Ενήλικες
Βραχυπρόθεσμη θεραπεία του jet lag στους ενήλικεςΗ συνιστώμενη δόση είναι 3 mg (3 ml) καθημερινά για έως 5 ημέρες. Η δόση μπορεί να αυξηθεί έως 5 mg (5 ml) για έως 5 ημέρες, εφόσον η αρχική συνιστώμενη δόση δεν ανακουφίζει επαρκώς τα συμπτώματα.
Η δόση που ανακουφίζει επαρκώς τα συμπτώματα πρέπει να λαμβάνεται για το συντομότερο χρονικό διάστημα που προτείνεται.
Η πρώτη δόση θα πρέπει να λαμβάνεται κατά την άφιξη στον προορισμό τη συνήθη ώρα ύπνου (τοπική ώρα).
Λόγω της πιθανότητας εσφαλμένης χρονικής πρόσληψης μελατονίνης με συνέπεια η μελατονίνη να μην έχει δράση ή να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, ή επανασυγχρονισμό ύστερα από jet lag, η μελατονίνη δεν πρέπει να λαμβάνεται πριν από τις 20:00 ή μετά τις 04:00 στον προορισμό.
Μπορεί να προκύψουν έως 16 κύκλοι θεραπείας ανά έτος.
Καθώς το αλκοόλ μπορεί να επηρεάσει τον ύπνο και ενδεχομένως να επιδεινώσει ορισμένα συμπτώματα του jet lag (π.χ. πονοκέφαλος, πρωινή κόπωση, συγκέντρωση) συνιστάται να μην καταναλώνεται αλκοόλ κατά τη λήψη του NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα (βλ. παράγραφο 4.5).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της μελατονίνης για την αντιμετώπιση του jet-lag δεν έχει τεκμηριωθεί σε παιδιά κάτω των 18 ετών.
Παιδιατρικός πληθυσμός με ΔΕΠΥΗ συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 1-2 mg (1-2 ml) 30 έως 60 λεπτά πριν τον ύπνο. Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα με μέγιστο 5 mg ( 5 ml ) ημερησίως ανεξάρτητα από την ηλικία. Η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση πρέπει να προσδιοριστεί.
Περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για έως και 3 χρόνια θεραπείας με μελατονίνη. Μετά από τουλάχιστον 3 μήνες θεραπείας, ο γιατρός θα πρέπει να αξιολογήσει το αποτέλεσμα της θεραπείας και να εξετάσει το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας εάν δεν παρατηρηθεί σχετική κλινικά θεραπευτική δράση. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα (τουλάχιστον κάθε 6 μήνες) προκειμένου να ελέγχεται εάν το από του στόματος NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα εξακολουθεί να είναι η καταλληλότερη θεραπεία. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ειδικά εάν το αποτέλεσμα της θεραπείας είναι αβέβαιο, οι προσπάθειες διακοπής της θεραπεία θα πρέπει να γίνονται τακτικά, π.χ. τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.
Εάν η διαταραχή του ύπνου έχει ξεκινήσει κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φαρμακευτικά προϊόντα για ΔΕΠΥ, θα πρέπει να εξεταστεί η προσαρμογή της δόσης ή η χρήση άλλου προϊόντος.
Παιδιατρικός πληθυσμός με ΔΕΠΥ (< 6 ετών)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας 0 – 6 ετών.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Γενικά η φαρμακοκινητική της μελατονίνης (άμεσης απελευθέρωσης) είναι συγκρίσιμη σε νέους ενήλικες και ηλικιωμένους και επομένως δεν παρέχονται συγκεκριμένες συστάσεις ως προς τη δοσολογία για ηλικιωμένα άτομα (βλ. Παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν γνωστές μελέτες για τη χρήση της μελατονίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Πρέπει επομένως να δίνεται προσοχή κατά τη χορήγηση μελατονίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Παράγραφο 5.2)
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν γνωστές μελέτες για τη χρήση της μελατονίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Τα δημοσιευμένα δεδομένα δείχνουν σημαντικά αυξημένα επίπεδα ενδογενούς μελατονίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Επομένως, το NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα δεν συνίσταται για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Παράγραφο 5.2).
Μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη
Η πρόσληψη μελατονίνης με γεύματα πλούσια σε υδατάνθρακες μπορεί να βλάψει τον έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα για αρκετές ώρες.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
Το NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα πρέπει να λαμβάνεται με ένα ποτήρι νερό.
Η τροφή μπορεί να ενισχύσει την αύξηση της συγκέντρωσης μελατονίνης στο πλάσμα. Συνίσταται η χορήγηση του NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα χορηγείται με άδειο στομάχι και η κατανάλωση τροφής να γίνεται 1 ώρα πριν και 1 ώρα μετά τη λήψη του προϊόντος (βλ. Ενότητα 5.2).
Μία συσκευή μέτρησης, μία σύριγγα για χορήγηση από το στόμα και ένας προσαρμογέας φιάλης συσκευάζονται μαζί με το πόσιμο διάλυμα. Η χωρητικότητα της σύριγγας είναι 10 ml με βαθμονόμηση 0.5 ml.
Οδηγίες χρήσης
-
Αφαιρέστε το πώμα της φιάλης. Σπρώξτε τον προσαρμογέα στο άνοιγμα της φιάλης.
-
Εισαγάγετε τη σύριγγα στην οπή του προσαρμογέα και γυρίστε τη φιάλη ανάποδα. Μετρήστε τη δόση τραβώντας αργά το έμβολο έως τον σωστό όγκο. Διαβάστε τη δόση στο πάνω μέρος του εμβόλου. Στρέψτε τη φιάλη δεξιά και αφαιρέστε τη σύριγγα.
-
Το παιδί πρέπει να κάθεται σε όρθια θέση. Στοχεύστε την άκρη της σύριγγας στο εσωτερικό του μάγουλου. Σπρώξτε αργά το έμβολο και αφήστε το παιδί να καταπιεί φυσιολογικά. Η υπερβολικά γρήγορη χορήγηση του φαρμάκου στο λαιμό μπορεί να προκαλέσει δυσφορία.
-
Καθαρίστε το εσωτερικό της σύριγγας μετά από κάθε χρήση.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Οι πιθανές μακροπρόθεσμες επιδράσεις της μελατονίνης δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Υπάρχουν θεωρητικοί κίνδυνοι με βάση τις βιολογικές δράσεις της μελατονίνης, π.χ. ανοσολογική ρύθμιση, δράση στο κατώφλι επιληπτικών κρίσεων και ενδοκρινολογικές δράσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανάπτυξη της εφηβείας και τη γονιμότητα, αντίστοιχα.
Για τη θεραπεία της αϋπνίας σε παιδιά και εφήβους, η μελατονίνη θα πρέπει να χορηγείται μόνο εφόσον έχουν αποκλειστεί άλλες θεραπεύσιμες αιτίες αϋπνίας, ύστερα από κατάλληλη έρευνα από ειδικό και εφόσον τα μη-φαρμακολογικά μέτρα αντιμετώπισης έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή.
Η μελατονίνη μπορεί να προκαλέσει υπνηλία. Το NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή εάν η υπνηλία μπορεί να σχετιστεί με κίνδυνο για την ασφάλεια του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.7).
Επιληψία
Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται σε άτομα με επιληψία, καθώς η μελατονίνη έχει αναφερθεί ότι αυξάνει και μειώνει τη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων. Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε ασθενείς με επιληψία ή/και με πολλαπλές νευρολογικές ασθένειες ή/και με ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που θα μπορούσαν να αυξήσουν τη συχνότητας των κρίσεων.
Αυτοάνοσες νόσοι
Περιστασιακές αναφορές περιπτώσεων έχουν περιγράψει την επιδείνωση μιας αυτοάνοσης νόσου σε ασθενείς που λαμβάνουν μελατονίνη. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μελατονίνης σε ασθενείς με αυτοάνοσες ασθένειες.
Η μελατονίνη δεν συνιστάται σε ασθενείς με αυτοάνοσες νόσους.
Διαβήτης
Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η μελατονίνη που λαμβάνεται σε κοντινή ώρα από την λήψη γευμάτων πλούσιων σε υδατάνθρακες μπορεί να επηρεάσει τον έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα για αρκετές ώρες. Η μελατονίνη πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 2 ώρες πριν και τουλάχιστον 2 ώρες μετά το γεύμα, ιδανικά τουλάχιστον 3 ώρες μετά το γεύμα από άτομα με σημαντικά μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη ή διαβήτη.
Νεφρική/Ηπατική δυσλειτουργία
Τα διαθέσιμα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της μελατονίνης σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα. Δε συνίσταται η χρήση του NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Το NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα περιέχει προπυλενογλυκόλη και σορβιτόλη.Αυτό το φάρμακο περιέχει 140 mg σορβιτόλης σε κάθε ml. Ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI) δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Η αθροιστική επίδραση της ταυτόχρονης χορήγησης προϊόντων που περιέχουν σορβιτόλη (ή φρουκτόζη) και διαιτητικής πρόσληψης σορβιτόλης (ή φρουκτόζης) πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν.
Η περιεκτικότητα σε σορβιτόλη σε φαρμακευτικά προϊόντα που χορηγούνται από το στόμα μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγούνται ταυτόχρονα.
Αυτό το φάρμακο περιέχει 150 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε ml.
Οι μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Η μελατονίνη μεταβολίζεται κυρίως από το ισοένζυμο CYP1A2. Επομένως, είναι πιθανές οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ μελατονίνης και άλλων δραστικών ουσιών ως συνέπεια της επίδρασής τους στα ισοένζυμα CYP1A.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Παράγοντες που αυξάνουν τα επίπεδα μελατονίνης στο πλάσμα
Αναστολείς του CYP1A2
Η ταυτόχρονη χορήγηση της μελατονίνης με αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη, οι κινολόνες, η σιμετιδίνη και το 5- ή 8- μεθοξυψωραλένιο (5 και 8- MOP), μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση σε μελατονίνη μέσω αναστολής του μεταβολισμού της.
Φλουβοξαμίνη
Η φλουβοξαμίνη είναι ισχυρός αναστολέας του ισοενζύμου CYP1A2 και σε μικρότερο βαθμό του CYP2C. Η φλουβοξαμίνη αυξάνει τη συγκέντρωση της από του στόματος χορηγούμενης μελατονίνης στο πλάσμα (17 φορές υψηλότερη για το AUC και 12 φορές υψηλότερη για το Cmax). Ο συνδυασμός θα πρέπει αν αποφεύγεται.
Σιμετιδίνη
Η σιμετιδίνη είναι ασθενής αναστολέας του CYP1A2. Έχει αναφερθεί να αυξάνει τη συγκέντρωση της μελατονίνης στο πλάσμα. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται σιμετιδίνη.
Οιστρογόνα
Τα οιστρογόνα, έχουν αναφερθεί να αυξάνουν τα επίπεδα μελατονίνης στο πλάσμα αναστέλλοντας τα CYP1A1 και CYP1A2 (4-5 φορές αύξηση των επιπέδων μελατονίνης στο πλάσμα όταν χορηγείται συνδυαστικά με αντισυλληπτικά). Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς στις οποίες χορηγούνται οιστρογόνα (π.χ. αντισυλληπτικά ή θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης).
Καφεΐνη
Η καφεΐνη αποτελεί υπόστρωμα για το CYP1A2. Η καφεΐνη έχει αναφερθεί να αυξάνει τη συγκέντρωση της από του στόματος χορηγούμενης μελατονίνης στο πλάσμα (2.2 φορές υψηλότερο AUC και 2.4 φορές υψηλότερο Cmax).
Παράγοντες που μειώνουν τα επίπεδα μελατονίνης στο πλάσμα
Επαγωγείς του CYP1A
Η ταυτόχρονη χορήγηση μελατονίνης με επαγωγείς του CYP1A2, όπως η καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη και φαινυτοΐνη, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη έκθεση στη μελατονίνη μέσω αύξησης του μεταβολισμού της. Συνεπώς μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης.
Κάπνισμα
Το κάπνισμα τσιγάρων μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της μελατονίνης λόγω επαγωγής του CYP1A2. Οι τιμή AUC για τη μελατονίνη ήταν σημαντικά χαμηλότερη κατά τη διάρκεια καπνίσματος σε σύγκριση με την τιμή μετά την αποχή από το κάπνισμα (2.9 φορές χαμηλότερο AUC μετά την αποχή από το κάπνισμα).
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Οι αδρενεργικοί αγωνιστές / ανταγωνιστές, αγωνιστές / ανταγωνιστές οπιούχων, αντικαταθλιπτικά, αναστολείς προσταγλανδίνης, τρυπτοφάνη και αλκοόλ επηρεάζουν την ενδογενή έκκριση της μελατονίνης στην επίφυση. Δεν είναι γνωστό εάν αυτές οι αλληλεπιδράσεις έχουν κλινική σημασία.
Αλκοόλ
Το αλκοόλ δεν πρέπει να λαμβάνεται ταυτόχρονα με μελατονίνη επειδή μειώνει την αποτελεσματικότητα της μελατονίνης στον ύπνο.
Υπνωτικά που δεν περιέχουν Βενζοδιαζεπίνες
Η μελατονίνη μπορεί να ενισχύσει τις κατασταλτικές ιδιότητες των βενζοδιαζεπινών και των υπνωτικών που δεν περιέχουν βενζοδιαζεπίνες, όπως είναι ζαλεπλόνη, η ζολπιδέμη και η ζοπικλόνη.
Από μια κλινική δοκιμή προέκυψαν σαφείς ενδείξεις παροδικής φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ του δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης μελατονίνης και της ζολπιδέμης, μια ώρα μετά την ταυτόχρονη χορήγηση δόσεων. Η ταυτόχρονη χορήγηση είχε ως αποτέλεσμα αυξημένη διαταραχή της προσοχής, της μνήμης και του συντονισμού σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο της ζολπιδέμης. Δεν συνιστάται η χορήγηση της μελατονίνης σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα φάρμακα.
Νιφεδιπίνη
Η μελατονίνη μειώνει τις υποτασικές ιδιότητες της νιφεδιπίνης, συνεπώς η ταυτόχρονη λήψη τους χρειάζεται προσοχή και μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Βαρφαρίνη
Υπάρχουν αναφορές περιπτώσεων στις οποίες ασθενείς που έλαβαν μελατονίνη και βαρφαρίνη είχαν ταυτόχρονες μεταβολές του ΙΝR και του χρόνου προθρομβίνης.
Ο συνδυασμός βαρφαρίνης ή άλλων ανταγωνιστών της βιταμίνης Κ με μελατονίνη μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης των αντιπηκτικών φαρμάκων και πρέπει να αποφεύγεται.
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ)
Ορισμένα ΜΣΑΦ, π.χ. η ασπιρίνη, η ιβουπροφαίνη, μπορεί να μειώσουν την ενδογενή έκκριση μελατονίνης, αλλά η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης είναι άγνωστη όταν χορηγείται εξωγενώς μελατονίνη.
Θειοριδαζίνη/Ιμιπραμίνη
Η μελατονίνη μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα υπνηλίας και αδυναμίας εκτέλεσης εργασιών όταν χορηγείται ταυτόχρονα με θειοριδαζίνη ή ιμιπραμίνη.
Β-Αναστολείς
Μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα ενδογενούς μελατονίνης. Δεν είναι γνωστή η δράση τους με τη χορήγηση εξωγενούς μελατονίνης.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή είναι ελάχιστα τα δεδομένα από τη χρήση της μελατονίνης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σχετικά με την τοξικότητα στην αναπαραγωγή σε πειραματόζωα είναι ανεπαρκείς (βλ. παράγραφο 5.3). Η εξωγενής μελατονίνη διαπερνά τον ανθρώπινο πλακούντα.
Το NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα δε συνιστάται για έγκυες γυναίκες και για γυναίκες που έχουν πιθανότητα να μείνουν έγκυες και δεν χρησιμοποιούν μεθόδους αντισύλληψης.
Θηλασμός
Η ενδογενής μελατονίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει ότι η εξωγενης μελατονίνη / μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα.
Ο κίνδυνος για το θηλάζον παιδί δε μπορεί να αποκλειστεί. Το NIDYMO 1 mg/ml πόσιμο διάλυμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια θηλασμού.
Γονιμότητα
Οι υψηλές δόσεις μελατονίνης επηρεάζουν τη γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών ζώων. Η συσχέτιση αυτών των δεδομένων με την ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη.
Η μελατονίνη έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Η μελατονίνη μπορεί να προκαλέσει καρηβαρία και επομένως το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή αν οι επιδράσεις της καρηβαρίας είναι πιθανόν να συσχετίζονται με κίνδυνο για την ασφάλεια.
Η μελατονίνη προκαλεί λίγες και καθόλου σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στην έως και τρεις μήνες βραχυπρόθεσμη χρήση. Η τεκμηρίωση της μακροχρόνιας θεραπείας με μελατονίνη είναι περιορισμένη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν είναι κυρίως κόπωση, ζάλη και κεφαλαλγία. Ωστόσο, αυτές οι παρενέργειες είναι επίσης συχνές σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Στον παρακάτω πίνακα οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται με βάση τη συστημική κατηγορία οργάνου και τη συχνότητα εμφάνισης: Πολύ συχνές (>1/10), Συχνές (>1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (>1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Συστημική κατηγορία οργάνου | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Σπάνιες | Έρπης ζωστήρας |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Σπάνιες | Λευκοπενία, θρομβοπενία |
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστές | Υπερευαισθησία |
| Διαταραχές μεταβολισμού και θρέψης | Σπάνιες | Υπερτριγλυκεριδαιμία, Υπασβεστιαιμία, Υπονατριαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Ευερεθιστότητα, νευρικότητα, ανησυχία, αϋπνία, μη φυσιολογικά όνειρα, εφιάλτες, άγχος |
| Σπάνιες | Μεταβολή διάθεσης, επιθετικότητα, διέγερση, κλάμα, συμπτώματα άγχους, αποπροσανατολισμός, πολύ πρωινή αφύπνιση, αυξημένη γενετήσια ορμή, καταθλιπτικήδιάθεση, κατάθλιψη | |
| Διαταραχές του Νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία, υπνηλία |
| Όχι συχνές | Ημικρανία, λήθαργος, ψυχοκινητική υπερκινητικότητα, ζάλη | |
| Σπάνιες | Λιποθυμία, επηρεασμένη μνήμη, διαταραχή στην προσοχή, ονειρώδης κατάσταση, σύνδρομοανήσυχων ποδιών, κακή ποιότητα ύπνου, παραισθησία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες | Μειωμένη οπτική οξύτητα, θαμπή όραση, αυξημένη δακρύρροια |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Σπάνιες | Ίλιγγος θέσης, ίλιγγος |
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες | Στηθάγχη, Ταχυπαλμία |
| Αγγειακές διαταραχές | Όχι συχνές | Υπέρταση |
| Σπάνιες | Εξάψεις | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Όχι συχνές | Κοιλιακό άλγος, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, δυσπεψία, στοματικό έλκος, ξηροστομία, ναυτία |
| Σπάνιες | Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, γαστρεντερική διαταραχή, σχηματισμός φλυκταινών στο στοματικό βλεννογόνο, έλκος γλώσσας, γαστρεντερική ενόχληση,, έμετος, μη φυσιολογικοί εντερικοί ήχοι, υπερέκκριση σιέλου, δυσοσμία του στόματος, ενοχλήσεις στην κοιλιά, γαστρικές διαταραχές,γαστρίτιδα | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Όχι συχνές | Υπερχολερυθριναιμία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές | Δερματίτιδα, νυχτερινή εφίδρωση, κνησμός, εξάνθημα, γενικευμένος κνησμός,ξηροδερμία |
| Σπάνιες | Έκζεμα, ερύθημα, δερματίτιδα χεριών, ψωρίαση, γενικευμένο εξάνθημα, κνησμώδες εξάνθημα, διαταραχή ονύχων | |
| Μη γνωστές | Αγγειοοίδημα, οίδημα στόματος, οίδημα γλώσσας | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Όχι συχνές | Πόνος στα άκρα |
| Σπάνιες | Αρθρίτιδα, μυϊκοί σπασμοί, άλγος στον αυχένα, νυχτερινές κράμπες | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές | γλυκοζουρία, πρωτεϊνουρία |
| Σπάνιες | Πολυουρία, αιματουρία, νυκτουρία | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Όχι συχνές | Εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα |
| Σπάνιες | Πριαπισμός, προστατίτιδα | |
| Μη γνωστές | γαλακτόρροια | |
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις της οδού χορήγησης | Όχι συχνές | Ασθένεια, θωρακικό άλγος |
| Σπάνιες | Κόπωση, πόνος, δίψα | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Όχι συχνές | Ανώμαλες τιμές ηπατικής λειτουργίας, αυξημένο σωματικό βάρος |
| Σπάνιες | Αύξηση ηπατικών ενζύμων, μη φυσιολογικές τιμές ηλεκτρολυτών αίματος, μη φυσιολογικές εργαστηριακέςτιμές |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στον παιδιατρικό πληθυσμό έχουν αναφερθεί γενικά ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες σε χαμηλή συχνότητα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες δεν ήταν σημαντικά διαφορετικές σε παιδιά που έλαβαν εικονικό φάρμακο σε σύγκριση με τα παιδιά που έλαβαν μελατονίνη.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία, υπερδραστηριότητα, ίλιγγος και κοιλιακός πόνος. Δεν έχουν παρατηρηθεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Η υπνηλία, ο πονοκέφαλος, η ζάλη και η ναυτία είναι τα πιο συχνά αναφερόμενα συμπτώματα υπερδοσολογίας μετά από χορήγηση από του στόματος μελατονίνη.
Η χρήση ημερήσιων δόσεων έως και 300 mg μελατονίνης δεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Εξάψεις, κοιλιακές κράμπες, διάρροια, πονοκέφαλος και θαμπή όραση έχουν αναφερθεί μετά χορήγηση εξαιρετικά υψηλών δόσεων μελατονίνης (3000 – 6600 mg) για αρκετές εβδομάδες.
Λαμβάνονται υποστηρικτικά μέτρα όπως η πλύση στομάχου και η χορήγηση ενεργού άνθρακα. Η κάθαρση της δραστικής ουσίας αναμένεται εντός 12 ωρών μετά τη λήψη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - NIDYMO 1MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχότροπα, Αγωνιστές Υποδοχέων Μελατονίνης Κωδικός ATC: N05CH01
Η μελατονίνη (N-ακετυλο-5-μεθοξυτρυπταμίνη) είναι μία ενδογενής ορμόνη που παράγεται από την επίφυση και δομικά έχει σχέση με τη σεροτονίνη. Η μελατονίνη συσχετίζεται με τον έλεγχο του κιρκαδιανού ρυθμού και την προσαρμογή του κύκλου
φωτός και σκότους. Συσχετίζεται επίσης με υπνωτική ενέργεια και αυξημένη τάση προς τον ύπνο.
Οι συγκεντρώσεις της ενδογενούς μελατονίνης στον ορό ποικίλλουν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τα επίπεδα μελατονίνης αυξάνονται κατά τις σκοτεινές ώρες της ημέρας με μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό μεταξύ 2 και 4 π.μ.. Στη συνέχεια, τα επίπεδα μελατονίνης στον ορό μειώνονται σταδιακά. Μόνο μια μικρή ποσότητα μελατονίνης απεκκρίνεται κατά τις ώρες φωτός της ημέρας.
Μηχανισμός δράσης
Η δράση της μελατονίνης στους υποδοχείς ΜΤ1, ΜΤ2 και ΜΤ3 θεωρείται ότι συμβάλλει στις ιδιότητές της να προάγει τον ύπνο, καθώς αυτοί οι υποδοχείς (κυρίως οι ΜΤ1 και ΜΤ2) εμπλέκονται στη ρύθμιση του κιρκαδιανού ρυθμού και στη ρύθμιση του ύπνου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η μελατονίνη έχει υπνωτική / ηρεμιστική δράση και αυξάνει την τάση για ύπνο. Η μελατονίνη που χορηγείται νωρίτερα ή αργότερα από την νυκτερινή κορυφή κατά την έκκριση μελατονίνης και μπορεί, αντίστοιχα, να προωθήσει ή να καθυστερήσει την κιρκαδιανή ρυθμικότητα της έκκρισης μελατονίνης. Η χορήγηση μελατονίνης κατά την ώρα ύπνου (μεταξύ 22:00 και 24:00) στον τελικό προορισμό μετά από ταξίδι με αεροσκάφος επιταχύνει τον επανασυγχρονισμό της κιρκαδιανής ρυθμικότητας από την «ώρα αναχώρησης» έως «ώρα προορισμού» και βελτιώνει τα συμπτώματα του jet lag που είναι συνέπεια του αποσυγχρονισμού.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τα τυπικά συμπτώματα του jet lag είναι οι διαταραχές του ύπνου και η κούραση και κόπωση κατά τη διάρκεια της ημέρας, ωστόσο μπορεί επίσης να εμφανιστούν ήπιες γνωστικές διαταραχές, ευερεθιστότητα και γαστρεντερικές διαταραχές.
Το jet lag επιδεινώνεται όσο περισσότερες ζώνες ώρας διασχίζονται και συνήθως είναι χειρότερο μετά από ανατολική διαδρομή. Σε οκτώ από τις δέκα κλινικές μελέτες διαπιστώθηκε ότι η μελατονίνη που λαμβάνεται στον προορισμό, κοντά στην επιθυμητή ώρα ύπνου (10 μ.μ. έως τα μεσάνυχτα), μείωσε το jet lag από πτήσεις που διασχίζουν πέντε ή περισσότερες ζώνες ώρας. Το όφελος είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερο όσο περισσότερες ζώνες ώρας διασχίζονται και λιγότερο για πτήσεις προς τη δύση. Οι ημερήσιες δόσεις μελατονίνης μεταξύ 0.5 και 5 mg είναι εξίσου αποτελεσματικές εκτός από το ότι οι άνθρωποι κοιμούνται ταχύτερα και καλύτερα με τη λήψη 5 mg σε σύγκριση με τα 0.5 mg.
Σε κλινικές μελέτες διαπιστώθηκε ότι η μελατονίνη μειώνει τα συνολικά συμπτώματα του jet lag κατά 44 % καθώς και τη διάρκεια του jet lag. Σε 2 μελέτες πτήσεων πάνω από 12 ζώνες ώρας, η μελατονίνη μείωσε αποτελεσματικά τη διάρκεια του jet lag κατά ~ 33 %. Λόγω της πιθανότητας εσφαλμένης χρονικής πρόσληψης μελατονίνης με συνέπεια η μελατονίνη να μην έχει δράση ή να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, ή επανασυγχρονισμό της κιρκαδιανή ρυθμικότητας / jet lag, η μελατονίνη δεν πρέπει να λαμβάνεται πριν από τις 20:00 ή μετά τις 04:00 στον προορισμό.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε μελέτες για το jet lag όπου χορηγήθηκαν δόσεις μελατονίνης από 0.5 έως 8 mg, ήταν συνήθως ήπιες και συχνά δύσκολο να διακριθούν από τα συμπτώματα του jet lag. Αναφέρθηκαν παροδική
υπνηλία / καταστολή, κεφαλαλγία και ζάλη / αποπροσανατολισμός. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες, επιπρόσθετα με τη ναυτία, είναι αυτές που συνήθως συνδέονται με τη βραχυπρόθεσμη χρήση μελατονίνης σε μελέτες σχετικές με την ασφάλειά της σε ανθρώπους.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η θεραπεία με μελατονίνη μελετήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 4 εβδομάδων σε 105 παιδιά ηλικίας 6-12 ετών, με ΔΕΠΥ και χρόνια αϋπνία κατά την έναρξη ύπνου (van der Heijden KB et al. 2007). Οι συμμετέχοντες έλαβαν δισκία ταχείας αποδέσμευσης μελατονίνης (3 mg όταν σωματικό βάρος ήταν <40 kg [n = 44] ή 6 mg όταν σωματικό βάρος ήταν > 40 kg [n = 9]) ή εικονικό φάρμακο.
Η εκτίμηση μέσω ακτιγραφίας της μέσης έναρξης ύπνου αυξήθηκε κατά 26.9 ± 47.8 λεπτά με μελατονίνη, ενώ υπήρχε καθυστέρηση 10.5 ± 37.4 λεπτών με το εικονικό φάρμακο (p <0.0001). Το 48.8 % των παιδιών που έλαβαν μελατονίνη παρουσίασαν πρόοδο στην έναρξη του ύπνου > 30 λεπτά σε σύγκριση με το 12.8% των παιδιών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (p = 0.001). Υπήρξε αύξηση του μέσου συνολικού χρόνου ύπνου κατά 19.8 ± 61.9 λεπτά με τη λήψη μελατονίνης και μείωση κατά 13.6
± 50.6 λεπτά με τη λήψη εικονικού φαρμάκου (p = 0.01). Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η ομάδα της μελατονίνης έδειξε μείωση της καθυστέρησης ύπνου (p = 0.001) και αύξηση της αποτελεσματικότητας ύπνου (p = 0.01). Η μέση βαθμολογία της δυσκολίας ύπνου βάσει των ημερολογίων καταγραφής ύπνου μειώθηκε κατά 1.2
± 1.3 βαθμούς (35.3 % της βάσης) με μελατονίνη και κατά 0.1 ± 0.8 βαθμούς (4.3 % της βάσης) με εικονικό φάρμακο (p <0.0001).
Δεν υπήρχε σημαντική επίδραση στη συμπεριφορά, τη γνωστική λειτουργία και την ποιότητα ζωής. Δεν υπήρξαν διακοπές της θεραπείας ή αναστολή της λήψης μελατονίνης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών.
Οι παρακάτω φαρμακοκινητικές ιδιότητες βασίζονται σε δεδομένα ενηλίκων. Απορρόφηση
Η απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης μελατονίνης είναι πλήρης στους ενήλικες. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι της τάξης του 10-35 % λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου της μελατονίνης. Η μέγιστη συγκέντρωση από του στόματος χορηγούμενης μελατονίνης εντοπίζεται ύστερα από 20 λεπτά.
Μια δόση 3 mg μελατονίνης άμεσης αποδέσμευσης μπορεί να αυξήσει τη μέγιστη συγκέντρωση μελατονίνης στο πλάσμα στα ~ 8700 pg/mL, που είναι ~ 60 φορές η νυχτερινή (ενδογενής) μέγιστη συγκέντρωση μελατονίνης πλάσματος σε νεαρούς ενήλικες και ~170 φορές σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, Ωστόσο, η μέγιστη συγκέντρωση ενδογενούς και εξωγενούς μελατονίνης παρουσιάζει σημαντική διακύμανση μεταξύ των ατόμων.
Τα διαθέσιμα βιβλιογραφικά δεδομένα σχετικά με την πρόσληψη τροφής την ώρα λήψης της μελατονίνης αναφέρουν ότι η πρόσληψη τροφής μπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα μελατονίνης έως και δύο φορές.
Η πρόσληψη τροφής φαίνεται να έχει περιορισμένη επίδραση στο χρόνο που χρειάζεται για να επιτευχθεί η μέγιστη συγκέντρωση μελατονίνης στο πλάσμα. Αυτό
δεν αναμένεται να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια της μελατονίνης, ωστόσο, συνίσταται να μην καταναλώνεται τροφή περίπου 1 ώρα πριν και 1 ώρα μετά τη λήψη μελατονίνης.
Κατανομή
Η in vitro σύνδεση της μελατονίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 50-60 %. Η μελατονίνη συνδέεται κυρίως με τη λευκωματίνη, αν και δεσμεύει επίσης την άλφα-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Η δέσμευση με άλλες πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περιορισμένη. Η μελατονίνη κατανέμεται ταχέως από το πλάσμα στους περισσότερους ιστούς και όργανα και διαπερνά τον αιματεγκεφαλικό φραγμό. Η μελατονίνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα. Το επίπεδα μελατονίνης στο ομφάλιου των εμβρύων συσχετίζεται στενά με αυτό της μητέρας τους μετά από λήψη 3 mg μελατονίνης.
Βιομετασχηματισμός
Η μελατονίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω της υδροξυλίωσης σε 6-υδροξυμελατονίνη στο ήπαρ, που προκαλείται κυρίως από το CYP1A2 (σε μικρότερο βαθμό από το CYP1A1). Ποσοτικά λιγότερο σημαντική είναι η Ο-απομεθυλίωση σε Ν-ακετυλο-5- υδροξυτρυπταμίνη με τη μεσολάβηση του CYP2C19. Οι μεταβολίτες της μελατονίνης αποβάλλονται κυρίως από τα ούρα, το ~90 % ως θειική και συζευγμένα γλυκορουνίδια της 6-υδροξυμελατονίνης. Ο μεταβολισμός της μελατονίνης γίνεται γρήγορα και τα επίπεδα της 6-υδροξυμελατονίνης αυξάνονται στο πλάσμα ύστερα από λίγα λεπτά. Πριν την απομάκρυνση η 6- υδροξυμελατονίνη υφίσταται θειικού σύζευξη (~70%) και σύζευξη γλυκουρονιδίου (~ 30%).
Απομάκρυνση
Η μελατονίνη έχει σύντομο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής, μεταξύ 30 και 60 λεπτά. Ο χρόνος ημίσειας ζωής, κατά μέσο όρο, είναι συγκρίσιμος ή ελαφρώς μικρότερος στα παιδιά σε σύγκριση με τους ενήλικες. Οι μεταβολίτες απομακρύνονται κυρίως από τα ούρα, το~ 90% ως θειικά και γλυκουρονικά συζεύγματα της 6- υδροξυμελατονίνη.
Λιγότερο από 1 % της δόσης μελατονίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Γραμμικότητα
Η μέγιστη συγκέντρωση και έκθεση της από του στόματος χορηγούμενης μελατονίνης αυξάνεται αναλογικά με τη δόση από 1 έως 10 mg.
Φύλο
Υψηλότερη έκθεση και μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα έχουν αναφερθεί σε γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες που έλαβαν μελατονίνη από το στόμα. Παρατηρείται μεγάλη μεταβλητότητα στις Cmax μεταξύ διαφορετικών ατόμων του ίδιου φύλου. Ωστόσο, δεν έχουν παρατηρηθεί διαφορές στις φαρμακοδυναμικές παραμέτρους μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της μελατονίνης στο πλάσμα δεν φαίνεται να διαφέρει σημαντικά σε άνδρες και γυναίκες. Η προσαρμογή της δόσης για τις γυναίκες δεν είναι απαραίτητη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Η συγκέντρωση της ενδογενούς μελατονίνης στο πλάσμα τη νύχτα είναι χαμηλότερη στους ηλικιωμένους σε σύγκριση με τους νέους ενήλικες. Περιορισμένα δεδομένα για τις παραμέτρους του πλάσματος- Tmax, Cmax, T½ απομάκρυνσης και AUC μετά τη λήψη μελατονίνης αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των νεότερων ενήλικων και ηλικιωμένων. Εν τούτοις, το εύρος τιμών τείνει να είναι μεγαλύτερο στους ηλικιωμένους.
Ηπατική δυσλειτουργία
Τα δημοσιευμένα δεδομένα δείχνουν αυξημένα επίπεδα ενδογενούς μελατονίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεδομένου ότι η μελατονίνη αποβάλλεται σε μεγάλο βαθμό μέσω του ηπατικού μεταβολισμού, η έκθεση σε μελατονίνη είναι πιθανό να είναι υψηλότερη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Παράγραφο 4.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Τα δημοσιευμένα δεδομένα δείχνουν αυξημένα επίπεδα ενδογενούς μελατονίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Παράγραφο 4.2).