Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - PEMAZYRE 9MG/TAB
Η μονοθεραπεία με Pemazyre ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό χολαγγειοκαρκίνωμα με σύντηξη ή αναδιάταξη του υποδοχέα του ινοβλαστικού αυξητικού παράγοντα 2 (FGFR2) που έχει εξελιχθεί μετά από τουλάχιστον μία προηγούμενη γραμμή συστηματικής θεραπείας.
Η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη διάγνωση και θεραπεία ασθενών με καρκίνο των χοληφόρων οδών.
Η κατάσταση θετικότητας της σύντηξης του FGFR 2 πρέπει να είναι γνωστή πριν από την έναρξη της θεραπείας με Pemazyre. Η αξιολόγηση για θετικότητα σύντηξης του FGFR 2 σε δείγμα όγκου θα πρέπει να πραγματοποιείται με κατάλληλη διαγνωστική εξέταση.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 13,5 mg πεμιγατινίμπης λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες, με επακόλουθο χρονικό διάστημα 7 ημερών εκτός θεραπείας.
Εάν παραλειφθεί μια δόση της πεμιγατινίμπης κατά 4 ή περισσότερες ώρες ή εάν προκύψει έμετος μετά τη λήψη μιας δόσης, δεν θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσθετη δόση και η δοσολογία θα πρέπει να συνεχιστεί με την επόμενη προγραμματισμένη δόση.
Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο χρονικό διάστημα ο ασθενής δεν παρουσιάζει ένδειξη προόδου της νόσου ή μη αποδεκτή τοξικότητα.
Σε όλους τους ασθενείς θα πρέπει να γίνεται έναρξη δίαιτας με χαμηλή περιεκτικότητα σε φωσφορικά όταν τα επίπεδα φωσφορικών στον ορό είναι > 5,5 mg/dL και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσθήκης μιας θεραπείας μείωσης των φωσφορικών όταν τα επίπεδα είναι > 7 mg/dL. Η δόση της θεραπείας μείωσης των φωσφορικών πρέπει να προσαρμόζεται μέχρι τα επίπεδα φωσφορικών στον ορό να επανέλθουν σε < 7 mg/dL. Η παρατεταμένη υπερφωσφαταιμία μπορεί να προκαλέσει καθίζηση των κρυστάλλων του φωσφορικού ασβεστίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία, επιμετάλλωση των μαλακών μορίων, μυϊκές κράμπες, επιληπτική δραστηριότητα, παράταση του διαστήματος QT και αρρυθμίες (βλ. παράγραφο 4.4).
Η διακοπή της θεραπείας και της δίαιτας μείωσης των φωσφορικών θα πρέπει να εξετάζεται κατά τη διάρκεια των προσωρινών διακοπών της θεραπείας με Pemazyre ή εάν τα φωσφορικά στον ορό μειωθούν σε επίπεδα κάτω των φυσιολογικών ορίων. Σοβαρή υποφωσφαταιμία μπορεί να εμφανιστεί με σύγχυση, επιληπτικές κρίσεις, εστιακά νευρολογικά ευρήματα, καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, μυϊκή αδυναμία, ραβδομυόλυση και αιμολυτική αναιμία (βλ. παράγραφο 4.4).
Προσαρμογή της δόσης λόγω αλληλεπίδρασης του φαρμάκου
Συγχορήγηση της πεμιγατινίμπης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
Η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4, συμπεριλαμβανομένου του χυμού γκρέιπφρουτ, θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεμιγατινίμπη. Εάν είναι απαραίτητη η συγχορήγηση με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, η δόση των ασθενών που λαμβάνουν 13,5 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειώνεται στα 9 mg άπαξ ημερησίως και η δόση των ασθενών που λαμβάνουν 9 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειώνεται στα 4,5 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Διαχείριση τοξικοτήτων
Οι τροποποιήσεις της δόσης ή η προσωρινή διακοπή της δοσολογίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη διαχείριση των τοξικοτήτων.
Τα επίπεδα μείωσης της δόσης της πεμιγατινίμπης συνοψίζονται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1: Συνιστώμενα επίπεδα μείωσης της δόσης της πεμιγατινίμπης
| Δόση | Επίπεδα μείωσης της δόσης | |
| Πρώτο | Δεύτερο | |
| 13,5 mg λαμβανόμενα από του στόματος άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες και επακόλουθοχρονικό διάστημα 7 ημερών εκτός θεραπείας | 9 mg λαμβανόμενα από του στόματος άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες και επακόλουθοχρονικό διάστημα 7 ημερών εκτός θεραπείας | 4,5 mg λαμβανόμενα από του στόματος άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες και επακόλουθοχρονικό διάστημα 7 ημερών εκτός θεραπείας |
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά, εάν ο ασθενής δεν είναι σε θέση να ανεχθεί τη δόση των 4,5 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως.
Οι τροποποιήσεις της δόσης για υπερφωσφαταιμία παρέχονται στον πίνακα 2.
Πίνακας 2: Τροποποιήσεις της δόσης για υπερφωσφαταιμία
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Τροποποίηση δόσης της πεμιγατινίμπης |
| > 5,5 mg/dL - ≤ 7 mg/dL | |
| > 7 mg/dL - ≤ 10 mg/dL | > 7 mg/dL με θεραπεία μείωσης φωσφορικών, η πεμιγατινίμπη θα πρέπει να μειωθεί κατά 1 επίπεδο δόσης. |
| > 10 mg/dL | > 10 mg/dL μετά από 2 μειώσεις δόσης, η πεμιγατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί οριστικά. |
-
Η πεμιγατινίμπη θα πρέπει να συνεχιστεί στην τρέχουσα δόση.
-
Η πεμιγατινίμπη θα πρέπει να συνεχιστεί στην τρέχουσα δόση, θα πρέπει να ξεκινήσει θεραπεία μείωσης φωσφορικών, τα φωσφορικά στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται εβδομαδιαίως, η δόση της θεραπείας μείωσης φωσφορικών θα πρέπει να προσαρμοστεί όπως απαιτείται μέχρι τα επίπεδα να επανέλθουν σε < 7 mg/dL.
-
Η χορήγηση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να ανασταλεί, εάν τα επίπεδα δεν επανέλθουν σε < 7 mg/dL εντός 2 εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας μείωσης των φωσφορικών. Η εκ νέου έναρξη της πεμιγατινίμπης και της θεραπείας μείωσης των φωσφορικών θα πρέπει να πραγματοποιηθεί στην ίδια δόση όταν τα επίπεδα επανέλθουν σε < 7 mg/dL.
-
Με την επαναφορά των φωσφορικών στον ορό σε επίπεδα
-
Η πεμιγατινίμπη θα πρέπει να συνεχιστεί στην τρέχουσα δόση, θα πρέπει να ξεκινήσει θεραπεία μείωσης φωσφορικών, τα φωσφορικά στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται εβδομαδιαίως και η δόση της θεραπείας μείωσης φωσφορικών θα πρέπει να προσαρμοστεί όπως απαιτείται μέχρι τα επίπεδα να επανέλθουν σε < 7 mg/dL.
-
Η χορήγηση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να ανασταλεί, εάν τα επίπεδα συνεχίσουν να είναι > 10 mg/dL για 1 εβδομάδα. Η εκ νέου έναρξη της πεμιγατινίμπης και η θεραπεία μείωσης φωσφορικών θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε δόση χαμηλότερη κατά 1 επίπεδο, όταν τα φωσφορικά στον ορό είναι < 7 mg/dL.
-
Εάν παρατηρηθεί επαναφορά των φωσφορικών στον ορό
Οι τροποποιήσεις δόσης για την ορώδη αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς παρέχονται στον πίνακα 3.
Πίνακας 3: Τροποποιήσεις δόσης για την ορώδη αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Τροποποίηση δόσης της πεμιγατινίμπης |
| Ασυμπτωματική | |
| Μέτρια μείωση της οπτικής οξύτητας (βέλτιστη διορθωμένη οπτική οξύτητα 20/40 ή καλύτερη ή≤ 3 γραμμές μειωμένης όρασης από την έναρξη), περιορισμός των προχωρημένων δραστηριoτήτων της καθημερινής ζωής | |
| Σημαντική μείωση της οπτικής οξύτητας (βέλτιστη διορθωμένη οπτική οξύτητα χειρότερη από 20/40 ή> 3 γραμμές μειωμένης όρασης από την έναρξη έως 20/200), περιορισμός τωνδραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής | |
| Οπτική οξύτητα χειρότερη από 20/200 στον προσβεβλημένο οφθαλμό, περιορισμός των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής |
-
Η πεμιγατινίμπη θα πρέπει να συνεχιστεί στην τρέχουσα δόση. Η παρακολούθηση θα πρέπει να πραγματοποιείται όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.4.
-
Η χορήγηση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την αποδρομή. Σε περίπτωση βελτίωσης σε επακόλουθη εξέταση, η πεμιγατινίμπη θα πρέπει να συνεχιστεί στο επόμενο χαμηλότερο επίπεδο δόσης.
-
Σε περίπτωση επανεμφάνισης, επιμονής των συμπτωμάτων ή μη βελτίωσης κατά την εξέταση, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο οριστικής διακοπής της πεμιγατινίμπης με βάση την κλινική κατάσταση.
-
Η χορήγηση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την αποδρομή. Σε περίπτωση βελτίωσης σε επακόλουθη εξέταση, η πεμιγατινίμπη μπορεί να συνεχιστεί σε δόση μειωμένη κατά 2 επίπεδα.
-
Σε περίπτωση επανεμφάνισης, επιμονής των συμπτωμάτων ή μη βελτίωσης κατά την εξέταση, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο οριστικής διακοπής της πεμιγατινίμπης με βάση την κλινική κατάσταση.
-
Η χορήγηση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την αποδρομή. Σε περίπτωση βελτίωσης σε επακόλουθη εξέταση, η πεμιγατινίμπη μπορεί να συνεχιστεί σε δόση μειωμένη κατά 2 επίπεδα.
-
Σε περίπτωση επανεμφάνισης, επιμονής των συμπτωμάτων ή μη βελτίωσης κατά την εξέταση, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο οριστικής διακοπής της πεμιγατινίμπης με βάση την κλινική κατάσταση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η δόση της πεμιγατινίμπης είναι η ίδια σε ηλικιωμένους ασθενείς με αυτή σε νεότερους ενήλικες ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.1).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) υπό αιμοκάθαρση. Για τους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η δόση των ασθενών που λαμβάνουν 13,5 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειώνεται στα 9 mg άπαξ ημερησίως και η δόση των ασθενών που λαμβάνουν 9 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειώνεται στα 4,5 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Για τους ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η δόση των ασθενών που λαμβάνουν 13,5 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειώνεται στα 9 mg άπαξ ημερησίως και η δόση των ασθενών που λαμβάνουν 9 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειώνεται στα 4,5 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Pemazyre σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Pemazyre προορίζεται για από στόματος χρήση. Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται περίπου την ίδια ώρα καθημερινά. Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να θρυμματίζουν, να μασούν, να κόβουν στη μέση ή να διαλύουν τα δισκία. Η πεμιγατινίμπη μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς φαγητό.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Συγχορήγηση με βαλσαμόχορτο (βλ. παράγραφο 4.5).
Υπερφωσφαταιμία
Η υπερφωσφαταιμία είναι μια φαρμακοδυναμική επίδραση που αναμένεται με τη χορήγηση πεμιγατινίμπης (βλ. παράγραφο 5.1). Η παρατεταμένη υπερφωσφαταιμία μπορεί να προκαλέσει καθίζηση των κρυστάλλων φωσφορικού ασβεστίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία, επιμετάλλωση των μαλακών μορίων, αναιμία, δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, μυϊκές κράμπες, επιληπτική δραστηριότητα, παράταση του διαστήματος QT και αρρυθμίες (βλ. παράγραφο 4.2). Με τη θεραπεία με πεμιγατινίμπη έχει παρατηρηθεί επιμετάλλωση των μαλακών μορίων, συμπεριλαμβανομένης της δερματικής αποτιτάνωσης, της ασβέστωσης και της μη ουραιμικής καλσιφύλαξης.
Οι συστάσεις για τη διαχείριση της υπερφωσφαταιμίας περιλαμβάνουν περιορισμό των διατροφικών φωσφορικών, χορήγηση αγωγής μείωσης των φωσφορικών και τροποποίηση της δόσης όταν απαιτείται (βλ. παράγραφο 4.2).
Χρησιμοποιήθηκε θεραπεία μείωσης των φωσφορικών από το 19% των ασθενών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεμιγατινίμπη (βλ. παράγραφο 4.8).
Υποφωσφαταιμία
Η διακοπή της θεραπείας και της δίαιτας μείωσης των φωσφορικών θα πρέπει να εξετάζεται κατά τη διάρκεια των προσωρινών διακοπών της θεραπείας με πεμιγατινίμπη ή εάν τα φωσφορικά στον ορό μειωθούν σε επίπεδα κάτω των φυσιολογικών ορίων. Σοβαρή υποφωσφαταιμία μπορεί να εμφανιστεί με σύγχυση, επιληπτικές κρίσεις, εστιακά νευρολογικά ευρήματα, καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, μυϊκή αδυναμία, ραβδομυόλυση και αιμολυτική αναιμία (βλ. παράγραφο 4.2). Οι αντιδράσεις υποφωσφαταιμίας ήταν ≥ Βαθμού 3 σε ποσοστό 14,3% των συμμετεχόντων.
Κανένα από τα συμβάντα δεν ήταν σοβαρό, ούτε οδήγησε σε οριστική διακοπή ή σε μείωση της δόσης. Η δόση διακόπηκε προσωρινά στο 1,4% των συμμετεχόντων.
Για ασθενείς που παρουσιάζουν υπερφωσφαταιμία ή υποφωσφαταιμία, συνιστάται πρόσθετη στενή παρακολούθηση και επανέλεγχος όσον αφορά τη δυσρύθμιση της οστικής επιμετάλλωσης.
Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
Η πεμιγατινίμπη μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις ορώδους αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν με συμπτώματα όπως θαμπή όραση, μυοψίες ή φωτοψία (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτό μπορεί να έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.7).
Οφθαλμολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της οπτικής τομογραφίας συνοχής (OCT) θα πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την έναρξη της θεραπείας και κάθε 2 μήνες για τους πρώτους 6 μήνες της θεραπείας, στη συνέχεια κάθε 3 μήνες και επειγόντως, ανά πάσα στιγμή, για οφθαλμολογικά συμπτώματα. Για αντιδράσεις ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς, θα πρέπει να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες οδηγίες τροποποίησης της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της κλινικής μελέτης, δεν υπήρξε τακτική παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης της OCT, για την ανίχνευση ασυμπτωματικής ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς. Συνεπώς, η επίπτωση της ασυμπτωματικής ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς με την πεμιγατινίμπη είναι άγνωστη.
Πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά το ενδεχόμενο ασθενών που έχουν κλινικά σημαντικές ιατρικές οφθαλμικές διαταραχές, όπως διαταραχές του αμφιβληστροειδούς, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, της κεντρικής ορώδους αμφιβληστροειδοπάθειας, της εκφύλισης ωχράς κηλίδας/αμφιβληστροειδούς, της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας και της προηγούμενης αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς.
Ξηροφθαλμία
Η πεμιγατινίμπη μπορεί να προκαλέσει ξηροφθαλμία (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν οφθαλμικά καταπραϋντικά, προκειμένου να αποτρέψουν ή να θεραπεύσουν την ξηροφθαλμία, εφόσον χρειάζεται.
Εμβρυοτοξικότητα
Με βάση τον μηχανισμό δράσης και τα ευρήματα σε μια μελέτη αναπαραγωγής σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3), η πεμιγατινίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα. Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται για τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συνιστάται η χρήση αποτελεσματικής μεθόδου αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεμιγατινίμπη και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση.
Στους άνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συνιστάται η χρήση αποτελεσματικής μεθόδου αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεμιγατινίμπη και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά την τελευταία δόση (βλ. παράγραφο 4.6).
Αύξηση κρεατινίνης στο αίμα
Η πεμιγατινίμπη μπορεί να αυξήσει την κρεατινίνη ορού μειώνοντας τη νεφρική σωληναριακή απέκκριση της κρεατινίνης. Αυτό μπορεί να συμβεί λόγω της αναστολής των νεφρικών μεταφορέων OCT2 και MATE1 και μπορεί να μην επηρεάσει τη σπειραματική λειτουργία. Εντός του πρώτου κύκλου, η κρεατινίνη ορού αυξήθηκε (μέση αύξηση 0,2 mg/dL) και επιτεύχθηκε σταθερή κατάσταση μέχρι την Ημέρα 8 ενώ στη συνέχεια μειώθηκε κατά τη διάρκεια των 7 ημερών εκτός θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8). Εναλλακτικοί δείκτες της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν, εάν παρατηρούνται εμμένουσες αυξήσεις των επιπέδων κρεατινίνης ορού.
Συνδυασμός με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων
Η συγχορήγηση της πεμιγατινίμπης με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Συνδυασμός με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
Η συγχορήγηση της πεμιγατινίμπης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 απαιτεί προσαρμογή της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5). Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την κατανάλωση γκρέιπφρουτ ή χυμού γκρέιπφρουτ κατά τη λήψη της πεμιγατινίμπης.
Συνδυασμός με ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση της πεμιγατινίμπης με ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5).
Μετάσταση στο ΚΝΣ
Εφόσον στη μελέτη δεν επιτράπηκε η χωρίς θεραπεία ή η σε εξέλιξη μετάσταση στον εγκέφαλο/ΚΝΣ, η αποτελεσματικότητα σε αυτόν τον πληθυσμό δεν έχει αξιολογηθεί και δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις δοσολογίας. Ωστόσο, η διείσδυση της πεμιγατινίμπης στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό αναμένεται να είναι χαμηλή (βλ. παράγραφο 5.3).
Αντισύλληψη
Με βάση τα ευρήματα σε μια μελέτη σε ζώα και τον μηχανισμό δράσης του, το Pemazyre μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που υποβάλλονται σε θεραπεία με Pemazyre θα πρέπει να συμβουλεύονται να μην μείνουν έγκυες και οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με Pemazyre θα πρέπει να συμβουλεύονται να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μια αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και σε άνδρες με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pemazyre και για 1 εβδομάδα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.6).
Τεστ εγκυμοσύνης
Ένα τεστ εγκυμοσύνηςθα πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την έναρξη της θεραπείας για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην πεμιγατινίμπη
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4
Ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 (ιτρακοναζόλη 200 mg άπαξ ημερησίως) αύξησε τον γεωμετρικό μέσο της AUC της πεμιγατινίμπης κατά 88% (90% CI των 75%, 103%), γεγονός που μπορεί να αυξήσει την επίπτωση και τη βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών με την πεμιγατινίμπη. Στους ασθενείς που λαμβάνουν 13,5 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειωθεί η δόση τους στα 9 mg άπαξ ημερησίως και στους ασθενείς που λαμβάνουν 9 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως θα πρέπει να μειωθεί η δόση τους στα 4,5 mg άπαξ ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.2).
Επαγωγείς του CYP3A4
Ένας ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4 (ριφαμπίνη 600 mg άπαξ ημερησίως) μείωσε τον γεωμετρικό μέσο της AUC της πεμιγατινίμπης κατά 85% (90% CI των 84%, 86%), γεγονός που μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της πεμιγατινίμπης. Η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, ριφαμπικίνη) θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεμιγατινίμπη (βλ. παράγραφο 4.4). Η συγχορήγηση της πεμιγατινίμπης με βαλσαμόχορτο αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). Αν χρειαστεί, άλλοι ενζυμικοί επαγωγείς (π.χ. εφαβιρένζη) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται υπό στενή επιτήρηση.
Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων
Ο γεωμετρικός μέσος των λόγων πεμιγατινίμπης (90% CI) για την Cmax και την AUC ήταν 65,3% (54,7, 78,0) και 92,1% (88,6, 95,8), αντίστοιχα, όταν συγχορηγήθηκε σε υγιή άτομα με εσομεπραζόλη (έναν αναστολέα της αντλίας πρωτονίων) σε σχέση με τη μονοθεραπεία με πεμιγατινίμπη. Η συγχορήγηση ενός αναστολέα της αντλίας πρωτονίων (εσομεπραζόλη) δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική μεταβολή στην έκθεση σε πεμιγατινίμπη.
Ωστόσο, σε περισσότερους από το ένα τρίτο των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκαν PPI, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της έκθεσης στην πεμιγατινίμπη. Οι PPI θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς που λαμβάνουν πεμιγατινίμπη (βλ. παράγραφο 4.4).
Ανταγωνιστές των υποδοχέων H2
Η συγχορήγηση ρανιτιδίνης δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική μεταβολή στην έκθεση στην πεμιγατινίμπη.
Επιδράσεις της πεμιγατινίμπης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Επίδραση της πεμιγατινίμπης στα υποστρώματα του CYP2B6
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η πεμιγατινίμπη επάγει το CYP2B6. Η συγχορήγηση της πεμιγατινίμπης με υποστρώματα του CYP2B6 (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, ιφοσφαμίδη, μεθαδόνη, εφαβιρένζη) μπορεί να μειώσει την έκθεσή τους. Συνιστάται στενή κλινική επιτήρηση όταν η πεμιγατινίμπη χορηγείται με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα ή οποιοδήποτε υπόστρωμα του CYP2B6 που έχει στενό θεραπευτικό δείκτη.
Επίδραση της πεμιγατινίμπης στα υποστρώματα της P-gp
In vitro, η πεμιγατινίμπη είναι ένας αναστολέας της P-gp. Η συγχορήγηση της πεμιγατινίμπης με υποστρώματα της P-gp (π.χ. διγοξίνη, δαμπιγκατράνη, κολχικίνη) μπορεί να αυξήσει την έκθεσή τους και συνεπώς την τοξικότητά τους. Η χορήγηση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να απέχει τουλάχιστον 6 ώρες πριν ή μετά τη χορήγηση των υποστρωμάτων της P-gp με στενό θεραπευτικό δείκτη.
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες/γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Με βάση τα ευρήματα σε μια μελέτη σε ζώα και τον μηχανισμό δράσης της, η πεμιγατινίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που υποβάλλονται σε θεραπεία με πεμιγατινίμπη θα πρέπει να συμβουλεύονται να μην μείνουν έγκυες και οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με πεμιγατινίμπη θα πρέπει να συμβουλεύονται να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μια αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και σε άνδρες με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεμιγατινίμπη και για 1 εβδομάδα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Εφόσον η επίδραση της πεμιγατινίμπης στον μεταβολισμό και την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών δεν έχει ερευνηθεί, θα πρέπει να εφαρμόζονται μέθοδοι φραγμού ως δεύτερη μορφή αντισύλληψης, για την αποφυγή εγκυμοσύνης.
Κύηση
Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση πεμιγατινίμπης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Με βάση τα δεδομένα σε ζώα και τη φαρμακολογία της πεμιγατινίμπης, το Pemazyre δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση των γυναικών απαιτεί θεραπεία με πεμιγατινίμπη. Ένα τεστ εγκυμοσύνηςθα πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την έναρξη της θεραπείας για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η πεμιγατινίμπη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στο θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pemazyre και για 1 εβδομάδα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της πεμιγατινίμπης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας σε ζώα με την πεμιγατινίμπη (βλ. παράγραφο 5.3). Με βάση τη φαρμακολογία της πεμιγατινίμπης, δεν μπορεί να αποκλειστεί η υπογονιμότητα των ανδρών και των γυναικών.
ν
Η πεμιγατινίμπη έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Aνεπιθύμητες ενέργειες, όπως κόπωση και οπτικές διαταραχές, έχουν συσχετιστεί με την πεμιγατινίμπη. Επομένως, θα πρέπει να συνιστάται προσοχή κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.4).
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν υπερφωσφαταιμία (60,5%), αλωπεκία (49,7%), διάρροια (47,6%), τοξικότητα ονύχων (44,9%), κόπωση (43,5%), ναυτία (41,5%), στοματίτιδα (38,1%),
δυσκοιλιότητα (36,7%), δυσγευσία (36,1%), ξηροστομία (34,0%), αρθραλγία (29,9%), ξηροφθαλμία
(27,9%), υποφωσφαταιμία (23,8%), ξηροδερμία (21,8%) και σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας
ερυθροδυσαισθησίας (16,3%).
Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η υπονατριαιμία (2,0%) και η αύξηση της κρεατινίνης στο αίμα (1,4%). Καμία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια δεν οδήγησε σε μείωση της δόσης της πεμιγατινίμπης. Μία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια υπονατριαιμίας (0,7%) οδήγησε σε προσωρινή διακοπή της δόσης. Μία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια αύξησης της κρεατινίνης αίματος (0,7%) οδήγησε σε οριστική διακοπή της δόσης.
Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες οφθαλμικών διαταραχών ήταν η αποκόλληση αμφιβληστροειδούς (0,7%), η μη αρτηριτιδική ισχαιμική οπτική νευροπάθεια (0,7%) και η απόφραξη της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας (0,7%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται στον πίνακα 4. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100). Σε κάθε κατηγορία συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 4: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Πολύ συχνές | Υπονατριαιμία, υπερφωσφαταιμίαα, υποφωσφαταιμίαβ |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Δυσγευσία |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Πολύ συχνές | Ξηροφθαλμία |
| Συχνές | Ορώδης αποκόλληση του αμφιβληστροειδούςγ, στικτή κερατίτιδα, όραση θαμή, τριχίαση | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Πολύ συχνές | Ναυτία, στοματίτιδα, διάρροια,δυσκοιλιότητα, ξηροστομία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας, τοξικότητα ονύχωνδ, αλωπεκία, ξηροδερμία |
| Συχνές | Μη φυσιολογική ανάπτυξη τριχώματος | |
| Όχι συχνές | Δερματική αποτιτάνωση | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | Αρθραλγία |
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις στη θέση χορήγησης | Πολύ συχνές | Κόπωση |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Πολύ συχνές | Επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα αυξημένα |
α Περιλαμβάνει υπερφωσφαταιμία και αυξημένο φώσφορο αίματος. Βλ. παρακάτω «Υπερφωσφαταιμία».
β Περιλαμβάνει υποφωσφαταιμία και μειωμένο φώσφορο αίματος
γ Περιλαμβάνει ορώδη αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, αποκόλληση του μελαγχρόου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς, πάχυνση του αμφιβληστροειδούς, υποαμφιβληστροειδικό υγρό, χοριοαμφιβληστροειδικές πτυχές, χοριοαμφιβληστροειδική ουλή και ωχροπάθεια. Βλ. παρακάτω «Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς».
δ Περιλαμβάνει τοξικότητα των ονύχων, διαταραχή των ονύχων, αποχρωματισμό των ονύχων, δυστροφία των ονύχων, υπερτροφία των ονύχων, ραβδώσεις των ονύχων, λοίμωξη των ονύχων, ονυχαλγία, ονυχοκλασία, ονυχόλυση, ονυχομάδηση, ονυχομυκητίαση και παρωνυχία
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Υπερφωσφαταιμία
Αναφέρθηκε υπερφωσφαταιμία στο 60,5% όλων των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με πεμιγατινίμπη. Το 27,2% και το 0,7% των ασθενών παρουσίασε υπερφωσφαταιμία άνω των 7 mg/dL και των 10 mg/dL αντίστοιχα. Η υπερφωσφαταιμία εμφανίζεται συνήθως μέσα στις πρώτες 15 ημέρες.
Καμία από τις ενέργειες δεν ήταν ≥ Βαθμού 3 σε βαρύτητα, σοβαρή ούτε οδήγησε σε οριστική διακοπή της πεμιγατινίμπης. Η δόση διακόπηκε προσωρινά στο 1,4% των ασθενών και μειώθηκε στο
0,7% των ασθενών. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι ο διαιτητικός περιορισμός φωσφορικών ή/και η χορήγηση θεραπείας μείωσης των φωσφορικών μαζί με χρονικό διάστημα διακοπής 1 εβδομάδας ήταν αποτελεσματικές στρατηγικές για τη διαχείριση της με βάση τον στόχο επίδρασης της πεμιγατινίμπης.
Συστάσεις για τη διαχείριση της υπερφωσφαταιμίας παρέχονται στις παραγράφους 4.2 και 4.4.
Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
Ορώδης αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς εμφανίστηκε στο 4,8% όλων των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με πεμιγατινίμπη. Οι αντιδράσεις ήταν γενικά Βαθμού 1 ή 2 (4,1%) σε βαρύτητα. Οι αντιδράσεις ≥ Βαθμού 3 και οι σοβαρές αντιδράσεις περιλάμβαναν αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς σε 1 ασθενή (0,7%). Δύο ανεπιθύμητες ενέργειες αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς (0,7%) και αποκόλλησης του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (0,7%) οδήγησαν σε προσωρινή διακοπή της δόσης. Καμία από τις αντιδράσεις δεν οδήγησε σε μείωση ή οριστική διακοπή της δόσης.
Συστάσεις για τη διαχείριση της ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς παρέχονται στις παραγράφους 4.2 και 4.4.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - PEMAZYRE 9MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EN02
Η πεμιγατινίμπη είναι ένας αναστολέας κινάσης των FGFR1, 2 και 3, ο οποίος αναστέλλει τη φωσφορυλίωση και τη σηματοδότηση του FGFR και μειώνει την κυτταρική βιωσιμότητα στα κύτταρα που εκφράζουν γενετικές αλλοιώσεις του FGFR, συμπεριλαμβανομένων σημειακών μεταλλάξεων, ενισχύσεων και συντήξεων ή αναδιατάξεων. Οι συντήξεις/αναδιατάξεις του FGFR2 έχουν ισχυρή ογκογόνο δράση και είναι η πιο συχνή μεταβολή στον FGFR που εμφανίζεται, σχεδόν αποκλειστικά, στο 10-16% του ενδοηπατικού χολαγγειοκαρκινώματος (CCA).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Φωσφορικά ορού
Η πεμιγατινίμπη αύξησε το επίπεδο φωσφορικών στον ορό ως συνέπεια της αναστολής του FGFR. Στις κλινικές μελέτες της πεμιγατινίμπης, επιτράπηκαν η θεραπεία μείωσης των φωσφορικών και οι τροποποιήσεις της δόσης για τη διαχείριση της υπερφωσφαταιμίας (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 4.8).
Κλινικές μελέτες
Η FIGHT-202 ήταν μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης, ενός σκέλους μελέτη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Pemazyre σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο/μεταστατικό ή χειρουργικά μη εξαιρέσιμο χολαγγειοκαρκίνωμα που είχαν υποβληθεί σε
προηγούμενη θεραπεία. Ο πληθυσμός αποτελεσματικότητας αποτελείται από 108 ασθενείς (107 ασθενείς με ενδοηπατική νόσο) που είχαν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου μετά από τουλάχιστον 1 προηγούμενη θεραπεία και είχαν σύντηξη ή αναδιάταξη του FGFR2, όπως προσδιορίζεται από την εξέταση που πραγματοποιήθηκε σε κεντρικό εργαστήριο.
Οι ασθενείς έλαβαν Pemazyre σε κύκλους 21 ημερών, που περιελάμβαναν από στόματος δόση
13,5 mg άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες, με επακόλουθο χρονικό διάστημα 7 ημερών εκτός θεραπείας. Το Pemazyre χορηγήθηκε μέχρι την εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας. Τα κύρια μέτρα έκβασης αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) και η διάρκεια ανταπόκρισης (DoR), όπως προσδιορίζονται από την ανεξάρτητη επιτροπή ελέγχου (ΑΕΕ), σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST v1.1.
Η διάμεση ηλικία ήταν 55,5 έτη (εύρος: 26 έως 77 έτη), το 23,1% ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών, το 61,1% ήταν γυναίκες και το 73,1% ήταν Καυκάσιας φυλής. Οι περισσότεροι (95,4%) ασθενείς είχαν κατάσταση απόδοσης 0 (42,6%) ή 1 (52,8%) κατά την έναρξη, σύμφωνα με τη Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα των Ανατολικών Πολιτειών των Η.Π.Α. (ECOG). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 προηγούμενη γραμμή συστηματικής θεραπείας, 27,8% είχαν 2 προηγούμενες γραμμές θεραπείας και 12,0% είχαν 3 ή περισσότερες προηγούμενες γραμμές θεραπείας. Ενενήντα έξι τοις εκατό των ασθενών είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με βάση την πλατίνα συμπεριλαμβανομένου ποσοστού 78% με προηγούμενη θεραπεία με γεμσιταβίνη/σισπλατίνη.
Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον πίνακα 5.
Ο διάμεσος χρόνος έως την ανταπόκριση ήταν 2,69 μήνες (εύρος 0,7 – 16,6 μήνες).
Πίνακας 5: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας
| Κοόρτη A (σύντηξη ή αναδιάταξη του FGFR2) Πληθυσμός αξιολογήσιμος ως προς την αποτελεσματικότητα(N = 108) | ||
| ORR (95% CI) | 37,0% (27,94, 46,86) | |
| Πλήρης ανταπόκριση (N) | 2,8% (3) | |
| Μερική ανταπόκριση (N) | 34,3% (37) | |
| Διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης (μήνες) | 9,13 (6,01, 14,49) | |
| (95% CI) α | ||
| Εκτιμήσεις διάρκειας ανταπόκρισης κατάKaplan-Meier (95% CI) | ||
| 3 μήνες | 100,0 (100,0, 100,0) | |
| 6 μήνες | 67,8 (50,4, 80,3) | |
| 9 μήνες | 50,5 (33,3, 65,4) | |
| 12 μήνες | 41,2 (24,8, 56,8) | |
ORR- CR+PR
CI = διάστημα εμπιστοσύνης
Σημείωση: Τα δεδομένα προέρχονται από την ΑΕΕ σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST v1.1 και επιβεβαιώνονται οι πλήρεις και μερικές ανταποκρίσεις.
α Το 95% CI υπολογίστηκε με τη μέθοδο κατά Brookmeyer και Crowley
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Στην κλινική μελέτη της πεμιγατινίμπης, το 23,1% των ασθενών ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω και το 4,6% των ασθενών ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω. Δεν ανιχνεύθηκε διαφορά στην ανταπόκριση αποτελεσματικότητας μεταξύ αυτών των ασθενών και των ασθενών ηλικίας < 65 ετών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Pemazyre σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού
στη θεραπεία του χολαγγειοκαρκινώματος. Βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.
Η πεμιγατινίμπη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική στο εύρος δόσεων από 1 έως 20 mg. Μετά την από του στόματος χορήγηση 13,5 mg του Pemazyre άπαξ ημερησίως, σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε σε 4 ημέρες με γεωμετρικό μέσο λόγο συγκέντρωσης 1,6. Η γεωμετρική μέση AUC0-24h σταθερής κατάστασης ήταν 2620 nM·h (54% CV) και η Cmax ήταν 236 nM (56% CV) για 13,5 mg άπαξ ημερησίως.
Απορρόφηση
Ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (tmax) ήταν 1 έως 2 ώρες. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της πεμιγατινίμπης μετά από τη χορήγηση γεύματος με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και υψηλή θερμιδική αξία (800 θερμίδες έως 1.000 θερμίδες με περίπου το 50% της συνολικής θερμιδικής περιεκτικότητας του γεύματος να προέρχεται από λιπαρά) σε ασθενείς με καρκίνο.
Κατανομή
Η πεμιγατινίμπη δεσμεύεται κατά 90,6% στις πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως στη λευκωματίνη. Σε ασθενείς με καρκίνο, ο φαινόμενος όγκος κατανομής εκτιμήθηκε στα 235 L (60,8%).
Βιομετασχηματισμός
Η πεμιγατινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 in vitro. Μετά την από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 13,5 mg ραδιοσημασμένης πεμιγατινίμπης, η αμετάβλητη πεμιγατινίμπη ήταν το κύριο, σχετιζόμενο με το φάρμακο, τμήμα του μορίου στο πλάσμα και δεν παρατηρήθηκαν μεταβολίτες > 10% της συνολικής κυκλοφορούσας ραδιενέργειας.
Αποβολή
Μετά την από του στόματος χορήγηση 13,5 mg πεμιγατινίμπης άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με καρκίνο, ο γεωμετρικός μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2) ήταν 15,4 (51,6% CV) ώρες και η γεωμετρική μέση φαινόμενη κάθαρση (CL/F) ήταν 10,6 L/h (54% CV).
Απέκκριση
Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση ραδιοσημασμένης πεμιγατινίμπης, το 82,4% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (1,4% ως αμετάβλητη) και το 12,6% στα ούρα (1% ως αμετάβλητη).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της πεμιγατινίμπης αξιολογήθηκε σε μια μελέτη νεφρικής δυσλειτουργίας σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR
≥ 90 mL/min), σοβαρή νεφρική λειτουργία (GFR < 30 mL/min και όχι υπό αιμοκάθαρση) και νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) (GFR < 30 mL/min και υπό αιμοκάθαρση). Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ο γεωμετρικός μέσος των λόγων (90% CI) σε σύγκριση με τους φυσιολογικούς μάρτυρες ήταν 64,6% (44,1%, 94,4%) για την Cmax και 159% (95,4%, 264%) για την AUC0-∞. Στα άτομα με ESRD πριν από την αιμοκάθαρση, ο γεωμετρικός μέσος των λόγων (90% CI) ήταν 77,5% (51,2%, 118%) για την Cmax και 76,8% (54,0%, 109%) για την AUC0-∞. Εξάλλου, στους συμμετέχοντες με ESRD μετά από αιμοκάθαρση, ο γεωμετρικός μέσος των λόγων (90% CI) ήταν 90,0% (59,3%, 137%) για την Cmax και 91,3% (64,1%, 130%) για την AUC0-∞. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, η δόση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να μειωθεί για τους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της πεμιγατινίμπης αξιολογήθηκε σε μια μελέτη ηπατικής δυσλειτουργίας σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, μέτρια (κατηγορία Β κατά Child-Pugh) και σοβαρή (κατηγορία C κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία. Σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, ο γεωμετρικός μέσος των λόγων (90% CI) σε σύγκριση με τους φυσιολογικούς μάρτυρες, ήταν 96,7% (59,4%, 157%) για την Cmax και 146% (100%, 212%) για την AUC0-∞. Σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ο ΓΜ των λόγων (90% CI) ήταν 94,2% (68,9%, 129%) για την Cmax και 174% (116%, 261%) για την AUC0-∞. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η δόση της πεμιγατινίμπης θα πρέπει να μειωθεί για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Αλληλεπιδράσεις
Υποστρώματα της CYP
Η πεμιγατινίμπη σε κλινικά συναφείς συγκεντρώσεις δεν είναι αναστολέας των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 και CYP3A4 ή επαγωγέας των CYP1A2 και CYP3A4.
Μεταφορείς
Η πεμιγατινίμπη είναι υπόστρωμα τόσο της P-gp όσο και της BCRP. Οι αναστολείς της P-gp ή της BCRP δεν αναμένεται να επηρεάσουν την έκθεση στην πεμιγατινίμπη σε κλινικά συναφείς συγκεντρώσεις.
In vitro, η πεμιγατινίμπη είναι ένας αναστολέας των OATP1B3, OCT2, και MATE1. Η αναστολή του OCT2 μπορεί να αυξήσει την κρεατινίνη ορού.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - PEMAZYRE 9MG/TAB
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E-460)
Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο (Τύπος Α) Μαγνήσιο στεατικό (E-572)
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Συσκευασία κυψέλης (blister) PVC/Al που περιέχει 14 δισκία. Χάρτινο κουτί που περιέχει 14 ή 28 δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.