AMIΒUSIN® INJ.SOL 2.5MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - AMIΒUSIN 2.5MG/ML
Το AMIBUSIN ενδείκνυται για:
-
Χειρουργική αναισθησία σε ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών
-
Διαχείριση του οξέος άλγους σε ενήλικες, βρέφη και παιδιά άνω του 1 έτους
Το AMIBUSIN χρησιμοποιείται για την επίτευξη παρατεταμένης τοπικής αναισθησίας μέσω διαδερμικής διήθησης, ενδοαρθρικού αποκλεισμού, περιφερικού νευρικού αποκλεισμού και κεντρικού νευρικού αποκλεισμού (κοκκυγικός ή επισκληρίδιος). Το AMIBUSIN χρησιμοποιείται επίσης για την ανακούφιση του άλγους κατά την διάρκεια του τοκετού.
Δοσολογία
Η δοσολογία ποικίλλει και εξαρτάται από την περιοχή που πρέπει να αναισθητοποιηθεί, την αγγείωση των ιστών, τον αριθμό των νευρωνικών τμημάτων που πρέπει να αποκλειστούν, την ατομική ανοχή και την τεχνική της αναισθησίας που χρησιμοποιείται.
Η έως τώρα εμπειρία καταδεικνύει μια εφάπαξ δόση έως 150 mg υδροχλωρικής βουπιβακαΐνης. Μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν δόσεις έως 50 mg ανά 2 ώρες. Η μέγιστη δόση των 2 mg / kg δεν πρέπει να ξεπεραστεί σε περίοδο τεσσάρων ωρών.
Ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών
Ο ακόλουθος πίνακας είναι ένας οδηγός δοσολογίας για τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες τεχνικές στον μέσο ενήλικα. Τα στοιχεία αντικατοπτρίζουν την αναμενόμενη μέση δόση που απαιτείται. Θα πρέπει να συμβουλεύεστε εγχειρίδια που περιγράφουν τους παράγοντες εκείνους που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού και τις μεμονωμένες απαιτήσεις ασθενών.
Σημείωση. Όταν χρησιμοποιούνται παρατεταμένοι αποκλεισμοί, είτε με συνεχή έγχυση είτε με επαναλαμβανόμενη bolus χορήγηση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι επίτευξης τοξικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα ή πρόκλησης τραυματισμού των τοπικών νεύρων.
Η εμπειρία του κλινικού ιατρού και η γνώση της φυσικής κατάστασης του ασθενούς είναι πολύ σημαντικοί για τον καθορισμό της δόσης. Πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δόση που απαιτείται για επαρκή αναισθησία. Εμφανίζονται μεμονωμένες διακυμάνσεις όσον αφορά την έναρξη και τη διάρκεια.
Πίνακας 1 Προτεινόμενες δοσολογίες για ενήλικες
| Συγκ. mg /mL | Όγκος mL | Δόση mg | Έναρξη δράσηςλεπτά | Διάρκεια αποτελέσματοςΏρες7) | |
| ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ | |||||
| Επισκληρίδιος Οσφυϊκή Χορήγηση 1) | |||||
| Χειρουργική επέμβαση | 5,0 | 15 - 30 | 75-150 | 15-30 | 2-3 |
| Επισκληρίδιος Oσφυϊκή χορήγηση 1) | |||||
| Καισαρική Τομή | 5,0 | 15-30 | 75-150 | 15-30 | 2-3 |
| Επισκληρίδιος Θωρακική Xορήγηση 1) | |||||
| Χειρουργική επέμβαση | 2,5 | 5-15 | 12,5-37,5 | 10-15 | 1,5-2 |
| 5,0 | 5-10 | 25-50 | 10-15 | 2-3 | |
| Kοκκυγικός Eπισκληρίδιος Aποκλεισμός 1) | |||||
| 2,5 | 20-30 | 50-75 | 20-30 | 1-2 | |
| 5,0 | 20-30 | 100-150 | 15-30 | 2-3 | |
| Μείζον Νευρικός Αποκλεισμός 1) | |||||
| (π.χ. βραχιονίου πλέγματος, μηριαίου και ισχιακού νεύρου) | 5,0 | 10-35 | 50-175 | 15-30 | 4-8 |
| Συγκ. mg /mL | Όγκος mL | Δόση mg | Έναρξη δράσηςλεπτά | Διάρκεια αποτελέσματοςΏρες7) | |
| Τοπικός Αποκλεισμός | |||||
| (π.χ. δευτερεύων νευρικός αποκλεισμός και διήθηση) | 2,5 | <60 | <150 | 1-3 | 3-4 |
| 5,0 | ≤30 | ≤150 | 1-10 | 3-8 | |
| ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΞΕΟΣ ΑΛΓΟΥΣ | |||||
| Επισκληρίδιος Oσφυϊκή Χορήγηση | |||||
| Επαναλαμβανόμενες ενέσεις 3) (π.χ. αντιμετώπιση μετεγχειρητικού άλγους) | 2,5 | 6-15(ελάχιστος ενδιάμεσος χρόνος30 λεπτά) | 15-37,5(ελάχιστος ενδιάμεσος χρόνος30 λεπτά) | 2-5 | 1-2 |
| Επισκληρίδιος Oσφυϊκή Χορήγηση | |||||
| Συνεχής έγχυση 4) | 1,25 | 10-15/h | 12,5-18,8/h | - | - |
| 2,5 | 5-7,5/h | 12,5-18,8/h | - | - | |
| Επισκληρίδιος Oσφυϊκή Χορήγηση | |||||
| Συνεχής έγχυση, αντιμετώπιση του άλγους κατά τον τοκετό | 1,25 | 5-10/h | 6,25-12,5/h | - | - |
| Επισκληρίδιος Θωρακική Χορήγηση | |||||
| Συνεχής έγχυση | 1,25 | 5-10/h | 6,3-12,5/h | - | - |
| 2,5 | 4-7,5/h | 10-18,8/h | - | - | |
| Ενδο-Aρθρικός Aποκλεισμός 67) | |||||
| (π.χ. εφάπαξ ένεση μετά από αρθροσκόπηση γονάτου) | 2,5 | ≤40 | ≤1005) | 5-10 | 2-4 h μετά την πλύση |
| Τοπικός αποκλεισμός | |||||
| (π.χ. δευτερεύων νευρικός αποκλεισμός και διήθηση) | 2,5 | ≤60 | ≤150 | 1-3 | 3-4 |
1. Η δοσολογία περιλαμβάνει και τη δοκιμαστική δόση.
2. Η δοσολογία για μείζονα νευρικό αποκλεισμό πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με το σημείο χορήγησης και την κατάσταση του ασθενούς. Οι διασκαληνικοί και υπερκλείδιοι αποκλεισμοί του βραχιονίου πλέγματος μπορεί να σχετίζονται με υψηλότερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξαρτήτως από το χρησιμοποιηθέν τοπικό αναισθητικό, βλέπε παράγραφο 4.4.
3. Συνολικά ≤ 400 mg / 24 ώρες.
4. Αυτό το διάλυμα χρησιμοποιείται συχνά για επισκληρίδιο χορήγηση σε συνδυασμό με ένα κατάλληλο οπιοειδές για την αντιμετώπιση του άλγους. Συνολικά ≤ 400 mg / 24 ώρες.
5. Εάν στον ίδιο ασθενή χρησιμοποιείται επιπλέον βουπιβακαΐνη με οποιαδήποτε άλλη τεχνική, δεν πρέπει να ξεπεραστεί το συνολικό όριο δόσης των 150 mg.
6. Στην μετά την κυκλοφορία εμπειρία έχουν υπάρξει αναφορές χονδρόλυσης σε ασθενείς που έλαβαν μετεγχειρητική ενδοαρθρική συνεχή έγχυση τοπικών αναισθητικών. Η βουπιβακαΐνη δεν έχει εγκριθεί για αυτή των ένδειξη (βλέπε παράγραφο 4.4).
7. Βουπιβακαΐνη χωρίς αδρεναλίνη.
Γενικά, η χειρουργική αναισθησία (π.χ. επισκληρίδιος χορήγηση) απαιτεί τη χρήση υψηλότερων συγκεντρώσεων και δόσεων. Όταν απαιτείται ένας λιγότερο έντονος αποκλεισμός (π.χ. στην αντιμετώπιση του άλγους κατά τον τοκετό), ενδείκνυται η χρήση χαμηλότερης συγκέντρωσης. Ο όγκος του φαρμάκου που χρησιμοποιείται θα επηρεάσει την έκτασης της αναισθησίας.
Προκειμένου να αποφευχθεί ενδοαγγειακή ένεση, συνιστάται η αναρρόφηση πριν και κατά την διάρκεια χορήγησης της κύριας δόσης, η οποία θα πρέπει να εγχέεται αργά ή σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, με ρυθμό 25–50 mg / min, ενώ παράλληλα θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς και να διατηρείται λεκτική επαφή. Μία ακούσια ενδοαγγειακή ένεση μπορεί να αναγνωριστεί από τη παροδική αύξηση του καρδιακού ρυθμού ενώ η τυχαία ενδορραχιαία ένεση από ενδείξεις νωτιαίου αποκλεισμού. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η ένεση πρέπει να διακόπτεται άμεσα. (βλέπε παράγραφο 4.8).
Η έως τώρα εμπειρία καταδεικνύει ότι 400 mg χορηγούμενα σε διάστημα 24 ωρών είναι καλά ανεκτά στον μέσο ενήλικα.
Παιδιατρικοί ασθενείς από 1 έως 12 ετών
Οι παιδιατρικές διαδικασίες τοπικής αναισθησίας πρέπει να πραγματοποιούνται από ειδικευμένους ιατρούς που είναι εξοικειωμένοι με αυτόν τον πληθυσμό και την τεχνική.
Οι δόσεις του πίνακα θα πρέπει να θεωρηθούν ως κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση στην παιδιατρική. Υπάρχουν μεμονωμένες διαφοροποιήσεις. Σε παιδιά με υψηλό σωματικό βάρος είναι συχνά απαραίτητη η σταδιακή μείωση της δοσολογίας και αυτή θα πρέπει να βασίζεται στο ιδανικό σωματικό βάρος. Θα πρέπει να συμβουλεύεστε εγχειρίδια που περιγράφουν τους παράγοντες εκείνους που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού και τις μεμονωμένες απαιτήσεις των ασθενών.
Πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δόση που απαιτείται για επαρκή αναλγησία.
Πίνακας 2 Συστάσεις δοσολογίας για παιδιά ηλικίας 1 έως 12 ετών
| Συγκ. mg / mL | Όγκος mL/ kg | Δόση mg / kg | Έναρξη min | Διάρκεια αποτελέσ ματοςhours | |
| Διαχείριση Οξέος Άλγους (Διεγχειριτικά ή μετεγχειρητικά) | |||||
| Κοκκυγική Επισκληρίδιος Χορήγηση | 2,5 | 0,6-0,8 | 1,5-2 | 20-30 | 2-6 |
| Επισκληρίδιος Οσφυϊκή Χορήγηση | 2,5 | 0,6-0,8 | 1,5-2 | 20-30 | 2-6 |
| Επισκληρίδιος Θωρακική Χορήγηση α) | 2,5 | 0,6-0,8 | 1,5-2 | 20-30 | 2-6 |
| Τοπικός αποκλεισμός (π.χ. δευτερεύων νευρικός αποκλεισμός και διήθηση) | 2,5 | 0,5- 2,0 | |||
| 5,0 | 0,5- 2,0 | ||||
| 2,5 | 0,5- 2,0 | β) | |||
| Περιφερικός νευρικός αποκλεισμός (π.χ. λαγονοβουβωνικό –λαγονοϋπογάστριο) | 5,0 | 0,5- 2,0 | β) |
α) Η επισκληρίδιος θωρακική χορήγηση πρέπει να πραγματοποιείται με σταδιακή αύξηση της δόσης έως ότου επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο αναισθησίας.
β) Η έναρξη και η διάρκεια των περιφερικών νευρικών αποκλεισμών εξαρτώνται από τον τύπο του αποκλεισμού και τη χορηγούμενη δόση.
Σε παιδιά η δοσολογία πρέπει να υπολογίζεται βάση του βάρους έως 2 mg / kg.
Προκειμένου να αποφευχθεί ενδοαγγειακή ένεση, συνιστάται αναρρόφηση πριν και κατά τη διάρκεια χορήγησης της κύριας δόσης, η οποία θα πρέπει να εγχέεται αργά ή σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, ιδιαίτερα κατά την οσφυϊκή και θωρακική επισκληρίδιο οδό, παρακολουθώντας συνεχώς και προσεκτικά τις ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς.
Σε παιδιά άνω των 2 ετών πραγματοποιήθηκε διήθηση στην περιαμυγδαλική περιοχή με βουπιβακαΐνη 2,5 mg/mL σε δόση 7,5 - 12,5 mg ανά αμυγδαλή.
Σε παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω πραγματοποιήθηκε αποκλεισμός του λαγονοβουβωνικού- λαγονοϋπογάστριου με βουπιβακαΐνη 2,5 mg / mL σε δόση 0,1 - 0,5 mL / kg ισοδύναμη με 0,25 - 1,25 mg / kg. Παιδιά ηλικίας 5 ετών και άνω έλαβαν βουπιβακαΐνη 5 mg / mL σε δόση 1,25 - 2 mg / kg.
Η βουπιβακαΐνη 5 mg / mL έχει χρησιμοποιηθεί για πεϊκό αποκλεισμό σε συνολικές δόσεις 0,2 - 0,5 mL / kg ισοδύναμες με 1 - 2,5 mg / kg.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του AMIBUSIN με ή χωρίς αδρεναλίνη σε παιδιά <1 έτους δεν έχει τεκμηριωθεί. Mόνο περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της επαναλβανόμενης επισκληρίδιου bolus ένεσης ή της συνεχούς έγχυσης δεν έχουν τεκμηριωθεί. Mόνο περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα.
-
υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή στα αμιδικού τύπου τοπικά αναισθητικά φαρμακευτικά προϊόντα ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
ενδοφλέβια περιοχική αναισθησία (Bier's-block)
-
μαιευτικό παρακερατικό αποκλεισμό
Η επισκληρίδιος αναισθησία, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιείται, έχει αντενδείξεις οι οποίες περιλαμβάνουν:
-
ενεργή νόσο του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως μηνιγγίτιδα, πολιομυελίτιδα, ενδοκρανιακή αιμορραγία, υποξεία συνδυασμένη εκφύλιση του νωτιαίου μυελού λόγω κακοήθους αναιμίας και εγκεφαλικής κακοήθειας, δηλητηρίασης του αίματος (σηψαιμία), πρόσφατο τραύμα στο νωτιαίο μυελό και όγκοι του νωτιαίου μυελού
-
φυματίωση σπονδυλικής στήλης
-
πυογόνος λοίμωξη του δέρματος ή κοντά στη θέση της οσφυϊκής παρακέντησης
-
καρδιογενές ή υποογκαιμική καταπληξία
-
διαταραχές της πήξης ή λαμβάνουσα αντιπηκτική θεραπεία
Τα διαλύματα υδροχλωρικής βουπιβακαΐνης αντενδείκνυνται για ένεση σε φλεγμονώδεις ή μολυσμένες περιοχές.
Υπήρξαν αναφορές καρδιακής ανακοπής κατά τη χρήση της βουπιβακαΐνης για επισκληρίδιο αναισθησία ή περιφερικό νευρικό αποκλεισμό όπου οι προσπάθειες ανάνηψης ήταν δύσκολες και απαιτήθηκε να παραταθούν έως ότου υπάρξει ανταπόκριση από τον ασθενή. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάνηψη έχει αποδειχθεί αδύνατη παρά την προφανή επαρκή προετοιμασία και την κατάλληλη διαχείριση.
Όπως όλα τα τοπικά αναισθητικά φάρμακα, η βουπιβακαΐνη εάν χρησιμοποιηθεί σε τοπικές αναισθητικές διαδικασίες οι οποίες οδηγούν σε υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα, μπορεί να προκαλέσει οξεία τοξικότητα από το κεντρικό νευρικό σύστημα και από το καρδιαγγειακό σύστημα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα μετά από ακούσια ενδοαγγειακή χορήγηση ή ένεση σε περιοχές με υψηλή αγγείωση. Έχουν αναφερθεί κοιλιακές αρρυθμίες, κοιλιακή μαρμαρυγή, αιφνίδια καρδιαγγειακή κατάρρευση και θάνατος που σχετίζονται με υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις βουπιβακαΐνης.
Κάθε φορά που χορηγείται τοπική ή γενική αναισθησία πρέπει να υπάρχει επαρκής εξοπλισμός ανάνηψης. Ο υπεύθυνος κλινικός ιατρός πρέπει να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις για να αποφεύγεται η ενδοαγγειακή ένεση (βλέπε παράγραφο 4.2).
Πριν από οποιαδήποτε προσπάθεια νευρικού αποκλεισμού, πρέπει να εξασφαλιστεί η ενδοφλέβια πρόσβαση για ανάνηψη. Οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να έχουν λάβει επαρκή και κατάλληλη εκπαίδευση στη διαδικασία που πρέπει να εκτελεστεί και θα πρέπει να είναι εξοικειωμένοι με τη διάγνωση, και την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών, τη συστηματική τοξικότητα ή άλλες επιπλοκές (βλέπε παραγράφους 4.9 και 4.8).
Οι μείζονες περιφερικοί νευρικοί αποκλεισμοί μπορεί να απαιτούν τη χορήγηση μεγάλης ποσότητας τοπικού αναισθητικού σε περιοχές με υψηλή αγγείωση, συχνά κοντά σε μεγάλα αγγεία όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ενδοαγγειακής ένεσης ή/και συστηματικής απορρόφησης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Υπερδοσολογία ή τυχαία ενδοφλέβια ένεση μπορεί να προκαλέσουν τοξικές εκδηλώσεις.
Η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων υδροχλωρικής βουπιβακαΐνης μπορεί να προκαλέσει σημαντικές αυξήσεις στο αίμα, μετά από κάθε επαναληπτική δόση, λόγω της αργής συσσώρευσης του φαρμάκου. Η ανοχή ποικίλλει ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
Αν και η εφαρμογή της περιφερειακής αναισθησίας είναι συχνά η βέλτιστη τεχνική αναισθησίας, ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή για να μειωθεί ο κίνδυνος επικίνδυνων ανεπιθύμητων ενεργειών:
-
Οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με κακή γενική κατάσταση πρέπει να λαμβάνουν μειωμένες δόσεις ανάλογες της φυσικής τους κατάστασης.
-
Ασθενείς με μερικό ή πλήρη καρδιακό αποκλεισμό - λόγω του γεγονότος ότι τα τοπικά αναισθητικά μπορεί να μειώσουν την αγωγιμότητα του μυοκαρδίου.
-
Η υδροχλωρική βουπιβακαΐνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επιληψία, ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς σε προχωρημένα στάδια εγκυμοσύνης
-
Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης III (π.χ. αμιοδαρόνη) πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ΗΚΓ τους, καθώς οι καρδιακές επιπτώσεις μπορεί να είναι αθροιστικές.
-
Ασθενείς αλλεργικοί σε εστερικού τύπου τοπικά αναισθητικά φάρμακα (προκαϊνη, τετρακαΐνη, βενζοκαΐνη κ.λπ.) δεν έχουν παρουσιάσει διασταυρούμενη ευαισθησία σε αμιδικού τύπου παράγοντες όπως η βουπιβακαΐνη.
-
Ορισμένες τοπικές αναισθητικές διαδικασίες μπορεί να σχετίζονται με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό φάρμακο που χρησιμοποιείται.
-
Τα τοπικά αναισθητικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε επισκληρίδιο αναισθησία σε ασθενείς με διαταραχή στην καρδιαγγειακή λειτουργία, καθώς οι ασθενείς αυτοί μπορεί να έχουν μικρότερη ικανότητα να αντισταθμίσουν λειτουργικές αλλαγές που σχετίζονται με την παράταση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας που προκαλείται από αυτά τα φάρμακα.
-
Οι φυσιολογικές επιδράσεις που προκαλούνται από τον κεντρικό νευρικό αποκλεισμό είναι πιο έντονες παρουσία υπότασης. Οι ασθενείς με υποογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας μπορεί να εμφανίσουν ξαφνική και σοβαρή υπόταση κατά τη διάρκεια της επισκληριδίου αναισθησίας. Επομένως, η επισκληρίδιος αναισθησία θα πρέπει να αποφεύγεται ή να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με υποογκαιμία που δεν έχουν υποβληθεί σε θεραπεία ή που έχουν σημαντικά μειωμένη επιστροφή φλεβικού αίματος.
-
Οι οπισθοβολβικές ενέσεις μπορεί πολύ σπάνια να καταλήξουν στον κρανιακό υπαραχνοειδή χώρο προκαλώντας προσωρινή τύφλωση, καρδιαγγειακή κατάρρευση, άπνοια, σπασμούς κ.λπ.
-
Οι οπισθοβολβικές και περιβολβικές ενέσεις τοπικών αναισθητικών ενέχουν χαμηλό κίνδυνο επίμονης δυσλειτουργίας των οφθαλμικών μυών. Οι κύριες αιτίες περιλαμβάνουν τραύμα και/ή τοπικές τοξικές επιδράσεις στους μύες και/ή τα νεύρα. Η σοβαρότητα τέτοιων ιστικών αντιδράσεων σχετίζεται με το βαθμό του τραύματος, τη συγκέντρωση του τοπικού αναισθητικού και τη διάρκεια έκθεσης του ιστού στο τοπικό αναισθητικό. Για το λόγο αυτό, όπως συμβαίνει με όλα τα τοπικά αναισθητικά, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική συγκέντρωση και δόση τοπικού αναισθητικού.
-
Οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες μπορεί να επιδεινώσουν τις ιστικές αντιδράσεις και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο εφόσον ενδείκνυνται.
-
Μικρές δόσεις τοπικών αναισθητικών που εγχέονται στην κεφαλή και στον λαιμό, συμπεριλαμβανομένου του αποκλεισμού των οπισθοβολβικών, των οδοντικών και των αστεροειδών γαγγλίων, μπορεί να προκαλέσουν συστηματική τοξικότητα λόγω ακουσίας ενδοαρτηριακής ένεσης.
-
Η ένεση αδρεναλίνης που περιέχει βουπιβακαΐνη σε περιοχές τελικών αρτηριών (π.χ. πεϊκός αποκλεισμός, αποκλεισμού Oberst) μπορεί να προκαλέσει ισχαιμική ιστική νέκρωση.
-
Έχουν υπάρξει αναφορές στην μετά την κυκλοφορία χονδρόλυσης σε ασθενείς που έλαβαν μετεγχειρητική ενδοαρθρική συνεχή έγχυση τοπικών αναισθητικών. Η πλειονότητα αυτών των καταγεγραμμένων περιπτώσεων χονδρόλυσης περιελάμβανε την άρθρωση του ώμου. Λόγω πολλαπλών παραμέτρων και της ανομοιογένειας της επιστημονικής βιβλιογραφίας σχετικά με τον μηχανισμό δράσης, η αιτιότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Η ενδοαρθρική συνεχής έγχυση δεν αποτελεί εγκεκριμένη ένδειξη για το AMIBUSIN.
-
Η επισκληρίδιος αναισθησία με οποιοδήποτε τοπικό αναισθητικό μπορεί να προκαλέσει υπόταση και βραδυκαρδία οι οποίες πρέπει να είναι αναμενόμενες και να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις. Εάν εμφανιστεί υπόταση θα πρέπει αυτή να αντιμετωπιστεί αμέσως με συμπαθομιμητικό ενδοφλεβίως, επαναλαμβανόμενο όπως απαιτείται. Σοβαρή υπόταση μπορεί να προκύψει από υποογκαιμία, λόγω αιμορραγίας ή αφυδάτωσης ή απόφραξης της αορτής και της κοίλης φλέβας (aorto-caval) σε ασθενείς με μαζικό ασκίτη, μεγάλους ενδοκοιλιακούς όγκους ή καθυστερημένη εγκυμοσύνη. Η έντονη υπόταση πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με ανεπαρκή καρδιακή αντιστάθμιση.
-
Οι ασθενείς με υποογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας μπορούν να εμφανίσουν ξαφνική και σοβαρή υπόταση κατά τη διάρκεια της επισκληριδίου αναισθησίας.
-
Η επισκληρίδιος αναισθησία μπορεί να προκαλέσει μεσοπλεύρια παράλυση και οι ασθενείς με υπεζωκοτική συλλογή μπορεί να πάσχουν από αναπνευστική καταστολή. Η σηψαιμία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σχηματισμού ενδοκολπικού αποστήματος κατά τη μετεγχειρητική περίοδο.
-
Όταν η βουπιβακαΐνη χορηγείται ως ενδοαρθρική ένεση, συνιστάται προσοχή σε υποψία πρόσφατου μείζονος ενδοαρθρικού τραύματος ή όταν έχουν δημιουργηθεί εκτεταμένες ακατέργαστες επιφάνειες στην άρθρωση από τη χειρουργική επέμβαση, καθώς αυτό μπορεί να επιταχύνει την απορρόφηση και να οδηγήσει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του AMIBUSIN σε παιδιά <1 έτους δεν έχουν τεκμηριωθεί. Διατίθενται μόνο περιορισμένα δεδομένα.
Η χρήση της βουπιβακαΐνης για ενδοαρθρικό αποκλεισμό σε παιδιά ηλικίας 1 έως 12 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η χρήση της βουπιβακαΐνης για μείζον νευρικό αποκλεισμό σε παιδιά ηλικίας 1 έως 12 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Για την επισκληρίδιο αναισθησία σε παιδιά πρέπει να χορηγούνται σταδιακά αυξανόμενες δόσεις ανάλογες με την ηλικία και το βάρος τους, καθώς η επισκληρίδιος αναισθησία σε θωρακικό επίπεδο μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπόταση και αναπνευστική ανεπάρκεια.
5 mL φύσιγγες:
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε
«ελεύθερο νατρίου»
10 mL and 20 mL φύσιγγες:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,31 mg νατρίου ανά 1 mL, που ισοδυναμεί με 0,17% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Το AMIBUSIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα τοπικά αναισθητικά ή παράγοντες με παρόμοια δομή με τα αμιδικού τύπου τοπικά αναισθητικά π.χ. ορισμένα αντιαρρυθμικά, όπως η λιδοκαΐνη και η μεξιλετίνη, καθώς οι συστημικές τοξικές δράσεις είναι αθροιστικές.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης βουπιβακαΐνης και αντιαρρυθμικών φαρμάκων τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη), αλλά συνίσταται προσοχή. (βλέπε παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Δεν υπάρχουν γνωστές αλληλεπιδράσεις στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Κύηση
Δεν υπάρχουν δεδομένα ή υπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων (λιγότερα από 300 περιστατικά κύησης) ως προς τη χρήση της βουπιβακαΐνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλέπε Παράγραφο 5.3). Η ένεση βουπιβακαΐνης πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στο έμβρυο από τοπικά αναισθητικά, όπως η εμβρυική βραδυκαρδία, η οξέωση και η απόσβεση του κεντρικού νευρικού συστήματος φαίνεται να είναι πιο εμφανείς κατά την παρακερατική αναισθησία. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να οφείλονται στις υψηλές συγκεντρώσεις αναισθητικού που φθάνουν στο έμβρυο. (βλέπε παράγραφο 4.4).
Θηλασμός
Η βουπιβακαΐνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρή ποσότητα και απορροφάται ελάχιστα από στόματος,
επομένως δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες στα βρέφη που θηλάζουν. Επομένως, επιτρέπεται ο θηλασμός μετά από αναισθησία με βουπιβακαΐνη. Με βάση τα πιο πρόσφατα βιβλιογραφικά δεδομένα, οι μητέρες με φυσιολογικά ή μεγαλύτερα βρέφη μπορούν γενικά να ξαναρχίσουν το θηλασμό μόλις ξυπνήσουν, σταθεροποιηθούν και είναι σε εγρήγορση. Ωστόσο, πρέπει να δίνεται προσοχή σε πρόωρα βρέφη και βρέφη που κινδυνεύουν από άπνοια, υποτονία και υπόταση, τα οποία θα μπορούσαν να είναι πιο ευαίσθητα σε μικρές ποσότητες βουπιβακαΐνης και επομένως θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ιδιαίτερα τις πρώτες 24 ώρες μετά την χορήγηση της βουπιβακαΐνης στη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της υδροχλωρικής βουπιβακαΐνης ως προς την ανθρώπινη γονιμότητα.
ν
Το AMIBUSIN έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Εκτός από την άμεση αναισθητική τους δράση, τα τοπικά αναισθητικά μπορεί να έχουν μια πολύ ήπια επίδραση στη πνευματική λειτουργία και τον συντονισμό, και μπορεί προσωρινά να διαταράξουν την κινητικότητα και την εγρήγορση, ακόμη και επί απουσίας εμφανούς τοξικότητας στο ΚΝΣ.
Η τυχαία υπαραχνοειδής ένεση μπορεί να οδηγήσει σε πολύ υψηλά επίπεδα αναισθησίας της σπονδυλικής στήλης που πιθανώς να συνοδεύεται απο άπνοια και σοβαρή υπόταση.
Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών της βουπιβακαΐνης είναι παρόμοιο με εκείνο άλλων τοπικών αναισθητικών μακράς διάρκειας δράσης. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούνται από το ίδιο το φάρμακο είναι δύσκολο να διακριθούν από τις φυσιολογικές επιδράσεις του νευρικού αποκλεισμού (π.χ. μείωση της αρτηριακής πίεσης, βραδυκαρδία), συμβάντα που προκαλούνται άμεσα (π.χ. τραυματισμός νεύρου) ή έμμεσα (π.χ. επισκληρίδιο απόστημα) από διάτρηση με βελόνα.
Η νευρολογική βλάβη είναι μια σπάνια αλλά καλά αναγνωρισμένη συνέπεια της περιφερειακής και ιδιαίτερα της επισκληριδιόυ και της νωτιαίας αναισθησίας. Μπορεί να οφείλεται σε πολλές αιτίες, π.χ. απευθείας τραυματισμός του νωτιαίου μυελού ή των νωτιαίων νεύρων, σύνδρομο πρόσθιας νωτιαίας αρτηρίας, ένεση με κάποια ερεθιστική ουσία ή ένεση ενός μη στείρου διαλύματος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει, σε εντοπισμένες περιοχές παραισθησίας ή αναισθησίας, αδυναμία κίνησης, απώλεια ελέγχου των σφιγκτήρων και παραπληγία. Περιστασιακά αυτά είναι μόνιμα.
Λίστα ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρούνται τουλάχιστον πιθανώς σχετιζόμενες με τη θεραπεία με βουπιβακαΐνη και αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες με σχετικά προϊόντα και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, ταξινομούνται παρακάτω, ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και ανά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1,000) έως <1/100), σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), ή μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 3
Πίνακας Ανεπιθύμητων ενεργειών (ΑΕ)
| Κατηγορία ανά Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Αλλεργικές αντιδράσεις, αναφυλακτκήαντίδραση/καταπληξία (βλέπε παράγραφο 4.4) |
| Διαταραχές του νευρικού | Συχνές | Παραισθησία, Ζάλη |
| συστήματος | Όχι συχνές | Συμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (σπασμοί, περιστοματική παραισθησία, αιμωδίες της γλώσσας, υπερακοΐα, οφθαλμικές διαταραχές, απώλεια συνείδησης, τρόμος, ευαισθησία στο φώς, εμβοές, δυσαρθρία, μυϊκές συστροφές) |
| Σπάνιες | Νευροπάθεια, τραυματισμός περιφερικού νεύρου, αραχνοειδίτιδα, πάρεση και παραπληγία | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες | Διπλωπία |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Βραδυκαρδία, (βλέπε παράγραφο 4.4) |
| Σπάνιες | Καρδιακή ανακοπή, (βλέπε παράγραφο 4.4), καρδιακές αρρυθμίες | |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές | Υπόταση (βλέπε παράγραφο 4.4) |
| Συχνές | Υπέρταση (βλέπε παράγραφο 4.4) | |
| ∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Σπάνιες | Αναπνευστική καταστολή |
| ∆ιαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Ναυτία |
| Συχνές | Έμετος | |
| ∆ιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές | Κατακράτηση ούρων |
Μετά από επαναλαμβανόμενες ενέσεις ή μακροχρόνιες εγχύσεις βουπιβακαΐνης έχει παρατηρηθεί ηπατική δυσλειτουργία, με αναστρέψιμες αυξήσεις των SGOT, SGPT, της αλκαλικής φωσφατάσης και της χολερυθρίνης,. Εάν παρατηρηθούν σημάδια ηπατικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βουπιβακαΐνη, η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στα παιδιά είναι παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων, ωστόσο στα παιδιά, σε περιπτώσεις όπου ο αποκλεισμός πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της γενικής αναισθησίας μπορεί να είναι δύσκολο να ανιχνευθούν τα πρώτα σημεία τοξικότητας από το τοπικό αναισθητικό.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Για την Ελλάδα: στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Για την Κύπρο: στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ: +357 22608607, Φαξ: + 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.
Οι τυχαίες χορηγούμενες ενδοαγγειακές ενέσεις τοπικών αναισθητικών μπορεί να προκαλέσουν άμεσες (από λίγα δευτερόλεπτα έως λίγα λεπτά) συστηματικές τοξικές αντιδράσεις. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, η συστηματική τοξικότητα εμφανίζεται αργότερα (15-60 λεπτά μετά την ένεση) λόγω της βραδύτερης αύξησης της συγκέντρωσης του τοπικού αναισθητικού στο αίμα.
Οξεία συστηματική τοξικότητα
Οι συστηματικές τοξικές αντιδράσεις αφορούν πρωταρχικά το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και το καρδιαγγειακό σύστημα. Τέτοιες αντιδράσεις προκαλούνται από υψηλές συγκεντρώσεις τοπικού αναισθητικού στο αίμα, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν λόγω (της τυχαίας) ενδοαγγειακής ένεσης, υπερδοσολογίας ή ταχύτατης απορρόφησης σε περιοχή υψηλής αγγείωσης (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι αντιδράσεις από το ΚΝΣ είναι παρόμοιες για όλα τα τοπικά αναισθητικά αμιδικού τύπου, παρόλο που οι αντιδράσεις από το καρδιακού σύστημα τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά εξαρτώνται περισσότερο από το φάρμακο.
Η τοξικότητα από το κεντρικό νευρικό σύστημα συνιστάται σε μια βαθμιαία απόκριση με συμπτώματα και σημάδια κλιμακούμενης σοβαρότητας. Τα πρώτα συμπτώματα είναι συνήθως ελαφριά κεφαλαλγία, περιστοματική παραισθησία, αιμωδίες της γλώσσας, υπερακουσία, εμβοές και διαταραχές της όρασης. Η δυσαρθρία, οι μυϊκές συστροφές ή οι τρόμοι είναι πιο σοβαροί και μπορεί να προηγούνται της έναρξης γενικευμένων σπασμών. Αυτά τα σημεία δεν πρέπει να εκληφθούν ως νευρωτική συμπεριφορά. Ενδέχεται να ακολουθήσουν μη συνειδητοί και γενικευμένης επιληψίας (grand mal) σπασμοί, οι οποίοι μπορεί να διαρκέσουν από λίγα δευτερόλεπτα έως αρκετά λεπτά.. Υποξία και υπερκαπνία παρουσιάζονται ταχύτατα μετά από σπασμούς, λόγω της αυξημένης μυϊκής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση της αναπνοής και την πιθανή απώλεια λειτουργικών αεραγωγών. Η οξέωση, η υπερκαλιαιμία και η υποξία αυξάνουν και παρατείνουν τις τοξικές δράσεις των τοπικών αναισθητικών.
Η αποκατάσταση επέρχεται μετά την επανακατανομή του τοπικού αναισθητικού φαρμάκου στο κεντρικό νευρικό σύστημα, και το μετέπειτα μεταβολισμό και απέκκριση του. Η αποκατάσταση μπορεί να είναι ταχεία εκτός εάν έχουν χορηγηθεί πολύ μεγάλες ποσότητες φαρμάκου.
Η τοξικότητα στο καρδιαγγειακό σύστημα μπορεί να παρατηρηθεί σε σοβαρές περιπτώσεις και συνήθως προηγείται των σημείων τοξικότητας από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Τα πρόδρομα συμπτώματα από το ΚΝΣ μπορεί να μην εμφανιστούν σε ασθενείς που βρίσκονται υπό έντονη καταστολή ή υπό γενική αναισθησία. Υπόταση, βραδυκαρδία, αρρυθμία, ακόμη και καρδιακή ανακοπή, μπορεί να συμβούν ως αποτέλεσμα των υψηλών συστημικών συγκεντρώσεων των τοπικών αναισθητικών, αλλά σε σπάνιες περιπτώσεις η καρδιακή ανακοπή έχει συμβεί χωρίς πρόδρομα συμπτώματα από το KΝΣ.
Στα παιδιά, μπορεί να είναι δύσκολο να εντοπιστούν πρώιμα σημεία τοξικότητας από το τοπικό αναισθητικό σε περιπτώσεις που ο αποκλεισμός πραγματοποιείται κατά την διάρκεια γενικής αναισθησίας.
Θεραπεία της οξείας τοξικότητας
Εάν εμφανιστούν σημεία οξείας συστημικής τοξικότητας, η ένεση του τοπικού αναισθητικού πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Η θεραπεία ενός ασθενούς με συστημική τοξικότητα συνίσταται στην διακοπή των σπασμών και στην εξασφάλιση επαρκούς αερισμού με οξυγόνο, εάν είναι απαραίτητο με υποβοηθούμενο ή ελεγχόμενο αερισμό (αναπνοή). Εάν εμφανιστούν σπασμοί, πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα με ενδοφλέβια ένεση ενός αντισπασμωδικού. Οι παρατεταμένοι σπασμοί ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τον αερισμό και την οξυγόνωση του ασθενούς. Εάν αυτό συμβεί, η ένεση ενός μυοχαλαρωτικού θα διευκολύνει τον εξαερισμό και μπορεί να ελεγχθεί η οξυγόνωση. Η πρώιμη ενδοτραχειακή διασωλήνωση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις.
Μόλις ελεγχθούν οι σπασμοί και εξασφαλιστεί επαρκής αερισμός των πνευμόνων, δεν απαιτείται γενικά άλλη θεραπεία. Ωστόσο, εάν υπάρχει υπόταση, ένας αγγειοδιασταλτικός παράγοντας, κατά προτίμηση με ινότροπο δράση, π.χ. εφεδρίνη, πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως.
Σε περίπτωση διακοπής της κυκλοφορίας, θα πρέπει να πραγματοποιείται άμεσα καρδιοαναπνευστική ανάνηψη. Η βέλτιστη οξυγόνωση, ο αερισμός, η υποστήριξη της κυκλοφορίας καθώς και η αντιμετώπιση της οξέωσης είναι ζωτικής σημασίας.
Εάν παρουσιαστεί καρδιαγγειακή καταστολή (υπόταση, βραδυκαρδία), θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατάλληλη θεραπεία με ενδοφλέβια υγρά, αγγειοδιασταλτικά, ινοτροπικοί παράγοντες και/ή λιπιδικά γαλακτώματα. Τα παιδιά πρέπει να λαμβάνουν δόσεις ανάλογες με την ηλικία και το βάρος τους.
Η καρδιακή ανακοπή εξαιτίας της βουπιβακαΐνης μπορεί να είναι ανθεκτική στην ηλεκτρική απινίδωση και η ανάνηψη πρέπει να συνεχίζεται ενεργητικά για παρατεταμένη περίοδο.
Ο υψηλός ή ολικός αποκλεισμός της σπονδυλικής στήλης που προκαλεί αναπνευστική παράλυση και υπόταση κατά την επισκληρίδιο αναισθησία, θα πρέπει να διασφαλίζεται και να αντιμετωπίζεται διατηρώντας έναν τεχνητό αεραγωγό και χορηγώντας οξυγόνο με υποβοηθούμενο ή ελεγχόμενο αερισμό.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - AMIΒUSIN 2.5MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναισθητικά, τοπικά, αμίδια κωδικός ΑΤC: N01BB01 Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Η υδροχλωρική βουπιβακαΐνη είναι ένα μακράς δράσης, αμιδικού τύπου τοπικό αναισθητικό, με αναισθητική και αναλγητική δράση. Σε υψηλές δόσεις προκαλεί χειρουργική αναισθησία, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις προκαλεί αισθητικό αποκλεισμό (αναλγησία) με λιγότερο έντονο κινητικό αποκλεισμό.
Η έναρξη και η διάρκεια της τοπικής αναισθητικής δράσης της βουπιβακαΐνης εξαρτάται από τη δόση και τη περιοχή χορήγησης.
Η βουπιβακαΐνη όπως και άλλα τοπικά αναισθητικά προκαλούν αναστρέψιμο αποκλεισμό διάδοσης του ερεθίσματος κατά μήκος των νευρικών ινών εμποδίζοντας την κίνηση προς το εσωτερικό των ιόντων νατρίου διαμέσου της κυτταρικής μεμβράνης των νευρικών ινών. Οι δίαυλοι νατρίου των νευρικών ινών της μεμβράνης θεωρούνται υποδοχείς των τοπικών αναισθητικών μορίων.
Τα τοπικά αναισθητικά μπορεί να έχουν παρόμοια αποτελέσματα σε άλλες διεγέρσιμες μεμβράνες π.χ. στον εγκέφαλο και στο μυοκάρδιο. Εάν φτάσει υπερβολική ποσότητα φαρμάκου στη συστηματική κυκλοφορία, ενδέχεται να εμφανιστούν συμπτώματα και σημεία τοξικότητας, που προέρχονται από το κεντρικό νευρικό και από το καρδιαγγειακό σύστημα.
Η τοξικότητα από το κεντρικό νευρικό σύστημα (βλέπε παράγραφο 4.8.1) προηγείται συνήθως των καρδιαγγειακών επιδράσεων καθώς η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος εμφανίζεται σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Οι άμεσες επιδράσεις των τοπικών αναισθητικών στην καρδιά περιλαμβάνουν αργή αγωγιμότητα, αρνητική ινότροπη δράση και πιθανώς καρδιακή ανακοπή.
Έμμεσες καρδιαγγειακές επιδράσεις (υπόταση, βραδυκαρδία) μπορεί να εμφανιστούν μετά από επισκληρίδιο χορήγηση ανάλογα με την έκταση του συνακόλουθου συμπαθητικού αποκλεισμού.
Απορρόφηση
Ο ρυθμός απορρόφησης της βουπιβακαΐνης εξαρτάται από τη δόση, την οδό χορήγησης και την αγγείωση του σημείου της ένεσης. Ο μεσοπλεύριος αποκλεισμός επιτυγχάνει την υψηλότερη συγκέντρωση στο πλάσμα (4 mg/l μετά από δόση 400 mg) ανάλογη της ταχείας απορρόφησης, ενώ η υποδόρια ένεση στην κοιλιακή χώρα επιτυγχάνει τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Σε παιδιά παρατηρείται ταχεία απορρόφηση που οδηγεί σε υψηλές συγκεντρώσεις πλάσματος κατά τον κοκκυγικό αποκλεισμό(1-1,5 mg/l μετά από δόση 3 mg/kg).
Η βουπιβακαΐνη επιδεικνύει πλήρη και διφασική απορρόφηση από τον επισκληρίδιο χώρο με χρόνους ημιζωής της τάξης των 7 λεπτών και 6 ωρών αντίστοιχα. Η αργή απορρόφηση περιορίζει τον ρυθμό απομάκρυνσης της βουπιβακαΐνης, γεγονός που εξηγεί γιατί ο φαινόμενος χρόνος ημιζωής μετά την επισκληρίδιο χορήγηση είναι μεγαλύτερος από εκείνον μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
Κατανομή και Αποβολή
Η βουπιβακαΐνη έχει συνολική κάθαρση πλάσματος 0,58 L / λεπτό, όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση 73 L, τελικό χρόνο ημιζωής 2,7 ώρες και ενδιάμεσο λόγο ηπατικής απέκκρισης 0,40. Ο χρόνος ημιζωής κατά την αποβολή στα νεογέννητα είναι έως και 8 ώρες μεγαλύτερος σε σχέση με τους ενήλικες. Ο χρόνος ημιζωής σε παιδιά άνω των 3 μηνών αντιστοιχεί στον χρόνο ημιζωής των ενηλίκων.
Συνδέεται κυρίως με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος με ποσοστό δέσμευσης πλάσματος 96%. Η κάθαρση της βουπιβακαΐνης οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στον ηπατικό μεταβολισμό και εξαρτάται από τις μεταβολές στην ενδογενή λειτουργία των ηπατικών ενζύμων, παρά στην αιμάτωση του ήπατος.
Η φαρμακοκινητική στα παιδιά είναι παρόμοια με εκείνη των ενηλίκων.
Έχει παρατηρηθεί αύξηση της συνολικής συγκέντρωσης στο πλάσμα μετά από μείζονα χειρουργική επέμβαση. Αυτό σχετίζεται με τη μετεγχειρητική αύξηση της α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης. Η μη δεσμευμένη, δηλαδή φαρμακολογικά ενεργή, συγκέντρωση είναι παρόμοια πριν και μετά τη χειρουργική επέμβαση. Αυτό εξηγεί γιατί οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα πάνω από τα τοξικά επίπεδα μπορεί να είναι καλά ανεκτές.
Η βουπιβακαΐνη διαπερνά με ευκολία τον πλακούντα και αποκαθίσταται ταχέως η ισορροπία των συγκεντρώσεων του ελεύθερου κλάσματος του φαρμάκου. Ο βαθμός της δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο έμβρυο είναι μικρότερος απ' ότι στη μητέρα, με αποτέλεσμα η ολική συγκέντρωση στο πλάσμα να είναι μικρότερη στο έμβρυο.
Η βουπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ, κυρίως μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης. σε 4- υδροξυ- βουπιβακαΐνη και μέσω Ν-αποαλκυλίωσης σε PPX, αμφότερες μέσω του κυτοχρωματος P4503A4.
