Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
3

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

Εκδίδεται χωρίς συνταγή

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

DATROWAY PD.C.S.INF 100MG/VIAL

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΠΥΚΝΟ ΣΚΕΥΑΣΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

DAIICHI SANKYO EUROPE GMBH, MUNICH, GERMANY

Τελευταία ενημέρωση SmPC

30/9/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - DATROWAY 100MG/VIAL

Ενδείξεις

Καρκίνος του μαστού

Το Datroway ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπεία πρώτης γραμμής ενήλικων ασθενών με ανεγχείρητο ή μεταστατικό, τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC) που δεν είναι υποψήφιοι για θεραπεία με αναστολέα PD-1/PD-L1 (βλ. παράγραφο 5.1).

Το Datroway ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με ανεγχείρητο ή μεταστατικό, θετικό σε ορμονικούς υποδοχείς (HR), HER2-αρνητικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει ορμονική θεραπεία και τουλάχιστον μία γραμμή χημειοθεραπείας σε προχωρημένο στάδιο (βλ. παράγραφο 5.1).

Δοσολογία

Το Datroway θα πρέπει να συνταγογραφείται από ιατρό και να χορηγείται υπό την επίβλεψη επαγγελματία υγείας έμπειρου στη χρήση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Επιλογή ασθενών

Οι ασθενείς για θεραπεία του ανεγχείρητου ή μεταστατικού HR-θετικού, HER2-αρνητικού καρκίνου του μαστού θα πρέπει να επιλέγονται με βάση τεκμηριωμένο αρνητικό αποτέλεσμα για HER2 κατόπιν αξιολόγησης με IVD που φέρει σήμανση CE, εάν υπάρχει, ή με εναλλακτική επικυρωμένη δοκιμασία.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση του Datroway είναι 6 mg/kg (έως 540 mg το μέγιστο για ασθενείς ≥ 90 kg)

σωματικού βάρους χορηγούμενα με ενδοφλέβια έγχυση μία φορά κάθε 3 εβδομάδες (κύκλος

21 ημερών) μέχρι την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας.

Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή και φαρμακευτικά προϊόντα προφύλαξης

Πριν από κάθε έγχυση του Datroway, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο σχήματος προκαταρκτικής φαρμακευτικής αγωγής για την πρόληψη των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση, το οποίο να αποτελείται από ένα αντιισταμινικό και παρακεταμόλη (με ή χωρίς γλυκοκορτικοειδή) (βλ. παράγραφο 4.8).

Συνιστάται επίσης οι ασθενείς να λαμβάνουν αντιεμετικούς παράγοντες προφύλαξης (δεξαμεθαζόνη με ανταγωνιστές του 5-HT3, καθώς και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, όπως ανταγωνιστές του υποδοχέα NK1) πριν από την έγχυση του Datroway και τις επόμενες ημέρες ανάλογα με την ανάγκη.

Για τη θεραπεία προφύλαξης για την κερατίτιδα και τη στοματίτιδα, βλ. παράγραφο 4.4.

Τροποποιήσεις της δόσης

Τροποποιήσεις της δόσης λόγω αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση

Ο ρυθμός έγχυσης του Datroway θα πρέπει να επιβραδύνεται ή να διακόπτεται προσωρινά εάν ο ασθενής εμφανίσει αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση. Σε περίπτωση απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση, το Datroway θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά.

Τροποποιήσεις της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών ενδέχεται να απαιτεί καθυστέρηση της δόσης, μείωση της δόσης ή οριστική διακοπή της θεραπείας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες που παρέχονται στους πίνακες 1 και 2.

Η δόση του Datroway δεν πρέπει να κλιμακώνεται εκ νέου μετά από μείωση της δόσης.

Πίνακας 1: Μειώσεις της δόσης για ανεπιθύμητες ενέργειες

Συνιστώμενη δόση έναρξης 6 mg/kg (έως 540 mg το μέγιστο για ασθενείς ≥ 90 kg)
Πρώτη μείωση της δόσης 4 mg/kg (έως 360 mg το μέγιστο για ασθενείς ≥ 90 kg)
Δεύτερη μείωση της δόσης 3 mg/kg (έως 270 mg το μέγιστο για ασθενείς ≥ 90 kg)
Τρίτη μείωση της δόσης Διακόψτε οριστικά

Πίνακας 2: Τροποποιήσεις της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών

Ανεπιθύμητη ενέργεια Βαρύτητα* Τροποποίηση δόσης
Διάμεση πνευμονοπάθεια (ΔΠΠ)/πνευμονίτιδα [βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8] Ασυμπτωματική ΔΠΠ/πνευμονίτιδα (βαθμού 1) Καθυστερήστε τη δόση μέχρι να υποχωρήσει σε βαθμού 0# και έπειτα:
  • εάν υποχώρησε σε 28 ημέρες ή λιγότερο από την ημερομηνία εμφάνισης, συνεχίστε την ίδια δόση.

  • εάν υποχώρησε σε περισσότερες από 28 ημέρες

Ανεπιθύμητη ενέργεια Βαρύτητα* Τροποποίηση δόσης
από την ημερομηνία εμφάνισης, μειώστε τη δόση κατά ένα επίπεδο (βλ. πίνακα 1).ΔΠΠ/πνευμονίτιδα.
Συμπτωματική ΔΠΠ/πνευμονίτιδα (βαθμού 2 ή μεγαλύτερου) ΔΠΠ/πνευμονίτιδα.
Κερατίτιδα [βλ.παραγράφους 4.4 και 4.8] Βαθμού 2 δόση.
Βαθμού 3 1 επίπεδο (βλ. πίνακα 1).
Βαθμού 4
Στοματίτιδα [βλ.παραγράφους 4.4 και 4.8] Βαθμού 2 πίνακα 1).
Βαθμού 3 πίνακα 1).
Βαθμού 4
  • εξετάστε το ενδεχόμενο αγωγής με κορτικοστεροειδή αμέσως μόλις πιθανολογηθεί

  • Διακόψτε οριστικά.

  • Ξεκινήστε έγκαιρα αγωγή με κορτικοστεροειδή αμέσως μόλις πιθανολογηθεί

  • Καθυστερήστε τη δόση μέχρι να υποχωρήσει σε βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού και έπειτα συνεχίστε την ίδια

  • Καθυστερήστε τη δόση μέχρι να υποχωρήσει σε βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού και έπειτα μειώστε τη δόση κατά

  • Διακόψτε οριστικά.

  • Καθυστερήστε τη δόση μέχρι να υποχωρήσει σε βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού.

  • Ξεκινήστε εκ νέου τη χορήγηση στην ίδια δόση εάν επρόκειτο για την πρώτη εμφάνιση της ανεπιθύμητης ενέργειας.

  • Εάν επρόκειτο για επανεμφάνιση, εξετάστε το ενδεχόμενο να ξεκινήσετε εκ νέου τη χορήγηση σε μειωμένο επίπεδο δόσης (βλ.

  • Καθυστερήστε τη δόση μέχρι να υποχωρήσει σε βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού.

  • Ξεκινήστε εκ νέου τη χορήγηση σε μειωμένο επίπεδο δόσης (βλ.

  • Διακόψτε οριστικά.

* Σύμφωνα με την έκδοση 5.0 των Κοινών Κριτηρίων Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο των ΗΠΑ (National Cancer Institute Common Terminology Criteria for Adverse Events [NCI CTCAE]).

# Ο βαθμός 0 αναφέρεται στην πλήρη αποδρομή της ΔΠΠ/πνευμονίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της εξαφάνισης των ακτινολογικών ευρημάτων που συσχετίζονται με την ενεργή ΔΠΠ/πνευμονίτιδα. Η υπολειμματική ουλοποίηση ή ίνωση μετά την υποχώρηση της ΔΠΠ/πνευμονίτιδας δεν θεωρείται ενεργή νόσος.

Καθυστερημένη δόση ή παράλειψη δόσης

Εάν μια προγραμματισμένη δόση καθυστερήσει ή παραλειφθεί, θα πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατόν χωρίς αναμονή έως τον επόμενο προγραμματισμένο κύκλο. Το πρόγραμμα χορήγησης θα πρέπει να προσαρμόζεται ώστε να τηρούνται μεσοδιαστήματα 3 εβδομάδων μεταξύ των δόσεων.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του Datroway σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω. Τα δεδομένα από τη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη σε ασθενείς ηλικίας 85 ετών και άνω είναι περιορισμένα.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης

[CLcr] ≥ 30 και < 90 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Η συνιστώμενη δοσολογία του Datroway δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (βλ.

παράγραφο 5.2). Οι ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη που έλαβαν δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη 6 mg/kg, παρατηρήθηκε υψηλότερη επίπτωση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με εκείνους που είχαν φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια (ολική χολερυθρίνη ≤ το ανώτατο όριο του φυσιολογικού [ULN] και οποιαδήποτε τιμή ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης [AST] > ULN ή ολική χολερυθρίνη > 1 έως 1,5 φορές το ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για να γίνει σύσταση σχετικά με την προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μέτρια (ολική χολερυθρίνη > 1,5 έως 3 φορές το ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για ασθενείς με βαριά (ολική χολερυθρίνη > 3 φορές το ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας.

Συνεπώς, οι ασθενείς με μέτρια και βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Το Datroway προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση. Πρέπει να ανασυσταθεί και να αραιωθεί από επαγγελματία υγείας και να χορηγηθεί με ενδοφλέβια έγχυση. Το Datroway δεν πρέπει να χορηγείται με ταχεία ενδοφλέβια ένεση (τύπου push ή bolus).

Η πρώτη έγχυση θα πρέπει χορηγείται σε διάστημα 90 λεπτών. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της έγχυσης και για τουλάχιστον 30 λεπτά μετά την αρχική δόση για σημεία ή συμπτώματα αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση.

Οι επόμενες εγχύσεις θα πρέπει να χορηγούνται σε διάστημα 30 λεπτών, εάν οι προηγούμενες εγχύσεις έγιναν ανεκτές. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της έγχυσης και για τουλάχιστον 30 λεπτά μετά την έγχυση.

Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει ένα κυτταροτοξικό συστατικό, το οποίο συνδέεται με ομοιοπολικό δεσμό με το μονοκλωνικό αντίσωμα (βλ. ιδιαίτερες διαδικασίες χειρισμού και απόρριψης στην παράγραφο 6.6).

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Διάμεση πνευμονοπάθεια/πνευμονίτιδα

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας (ΔΠΠ), συμπεριλαμβανομένης πνευμονίτιδας, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Datroway (βλ. παράγραφο 4.8). Έχουν παρατηρηθεί θανατηφόρες εκβάσεις.

Οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να αναφέρουν αμέσως βήχα, δύσπνοια, πυρετό ή/και οποιοδήποτε νέο ή επιδεινούμενο αναπνευστικό σύμπτωμα. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα ΔΠΠ/πνευμονίτιδας. Τεκμήρια ΔΠΠ/πνευμονίτιδας θα πρέπει να διερευνώνται άμεσα. Οι ασθενείς με πιθανολογούμενη ΔΠΠ/πνευμονίτιδα θα πρέπει να αξιολογούνται με ακτινογραφική απεικόνιση. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διαβούλευσης με πνευμονολόγο. Για ασυμπτωματική (βαθμού 1) ΔΠΠ/πνευμονίτιδα, εξετάστε το ενδεχόμενο αγωγής με κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζολόνη ≥ 0,5 mg/kg/ημέρα ή ισοδύναμη αγωγή). Η χορήγηση του Datroway θα πρέπει να καθυστερεί μέχρι την ανάκαμψη σε βαθμό 0 και μπορεί να συνεχιστεί σύμφωνα με τις οδηγίες στον πίνακα 2 (βλ. παράγραφο 4.2). Για συμπτωματική ΔΠΠ/πνευμονίτιδα (βαθμού 2 ή μεγαλύτερου), ξεκινήστε άμεσα συστηματική αγωγή με κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζολόνη ≥ 1 mg/kg/ημέρα ή ισοδύναμη αγωγή) και συνεχίστε για τουλάχιστον 14 ημέρες ακολουθούμενες από σταδιακή μείωση για τουλάχιστον 4 εβδομάδες. Το Datroway θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με συμπτωματική (βαθμού 2 ή μεγαλύτερου) ΔΠΠ/πνευμονίτιδα (βλ. παράγραφο 4.2). Ασθενείς με ιστορικό ΔΠΠ/πνευμονίτιδας μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν ΔΠΠ/πνευμονίτιδα και θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Υπερευαισθησία

Έχουν παρατηρηθεί σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις με τη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τυχόν εμφάνιση υπερευαισθησίας/αλλεργικών αντιδράσεων, οι οποίες μπορεί να έχουν την ίδια κλινική εικόνα με μια αντίδραση που σχετίζεται με την έγχυση. Φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία των εν λόγω αντιδράσεων, καθώς και εξοπλισμός έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να είναι διαθέσιμα για άμεση χρήση. Σε περίπτωση σοβαρής αντίδρασης υπερευαισθησίας, η θεραπεία με δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και οριστικά.

Κερατίτιδα

Το Datroway μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στην οφθαλμική επιφάνεια, συμπεριλαμβανομένης της κερατίτιδας. Τα σημεία και τα συμπτώματα της κερατίτιδας μπορεί να περιλαμβάνουν ξηρό οφθαλμό, αυξημένη δακρύρροια, φωτοφοβία και επιβλαβείς μεταβολές στην όραση (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να χρησιμοποιούν λιπαντικές οφθαλμικές σταγόνες χωρίς συντηρητικό αρκετές φορές την ημέρα για προφύλαξη. Οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να αποφεύγουν τη χρήση φακών επαφής, εκτός εάν λάβουν σχετική οδηγία από οφθαλμίατρο. Οι ασθενείς θα πρέπει να παραπέμπονται άμεσα για κατάλληλες οφθαλμολογικές αξιολογήσεις για τυχόν νέα ή επιδεινούμενα οφθαλμικά σημεία και συμπτώματα που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν κερατίτιδα. Η κερατίτιδα θα πρέπει να παρακολουθείται και, εάν επιβεβαιωθεί η διάγνωση, η δόση του Datroway θα πρέπει να καθυστερεί, να μειώνεται ή να διακόπτεται οριστικά (βλ. παράγραφο 4.2).

Οι ασθενείς με κλινικά σημαντική νόσο του κερατοειδούς αποκλείστηκαν από τη μελέτη (βλ. παράγραφο 5.1). Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα κερατίτιδα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Στοματίτιδα

Έχει αναφερθεί στοματίτιδα, συμπεριλαμβανομένων στοματικών ελκών και στοματικής βλεννογονίτιδας, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με το Datroway (βλ. παράγραφο 4.8).

Εκτός από την τήρηση καλής στοματικής υγιεινής, κατά την έναρξη χορήγησης του Datroway και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται η καθημερινή χρήση στοματικού διαλύματος που περιέχει στεροειδή (π.χ. πόσιμο διάλυμα δεξαμεθαζόνης 0,1 mg/ml 4 φορές ημερησίως ή παρόμοιο σχήμα στοματικού διαλύματος που περιέχει στεροειδή) για προφύλαξη και θεραπεία. Όπου ενδείκνυται κλινικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης αντιμυκητιασικών παραγόντων σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες. Ελλείψει στοματικού διαλύματος προφύλαξης που να περιέχει στεροειδή, συνιστάται η χρήση ήπιων στοματικών διαλυμάτων (π.χ. στοματικό διάλυμα που δεν περιέχει οινόπνευμα ή/και διττανθρακικά) σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες. Μπορεί επίσης να εξεταστεί η δυνατότητα να διατηρούνται στο στόμα παγάκια ή παγωμένο νερό καθ’ όλη τη διάρκεια της έγχυσης. Εάν παρουσιαστεί στοματίτιδα, μπορεί να αυξηθεί η συχνότητα των στοματικών πλύσεων ή/και να χρησιμοποιηθούν άλλες τοπικές θεραπείες. Με βάση τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας, καθυστερήστε τη δόση, μειώστε τη δόση ή διακόψτε οριστικά το Datroway (βλ. παράγραφο 4.2).

Εμβρυοτοξικότητα

Με βάση ευρήματα σε ζώα και τον μηχανισμό δράσης του, το συστατικό αναστολέα της τοποϊσομεράσης Ι που περιέχει το Datroway μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο εάν χορηγηθεί σε έγκυο γυναίκα.

Η κατάσταση της κύησης των γυναικών ασθενών σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να επαληθεύεται πριν από την έναρξη χορήγησης του Datroway. Η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τους δυνητικούς κινδύνους για το έμβρυο. Οι γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να προτρέπονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 7 μήνες μετά την τελευταία δόση του Datroway. Οι άνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να προτρέπονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 4 μήνες μετά την τελευταία δόση του Datroway (βλ. παράγραφο 4.6).

Ασθενείς µε µέτρια ή βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας και βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Καθώς ο μεταβολισμός και η χολική απέκκριση είναι οι

κύριες οδοί αποβολής του αναστολέα της τοποϊσομεράσης I, δηλαδή του DXd, το Datroway θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια και βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Έκδοχο με γνωστή δράση

Αυτό το φάρμακο περιέχει 1,5 mg πολυσορβικού 80 σε κάθε φιαλίδιο. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
3
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες αλληλεπιδράσεων φαρμάκων με τη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη. Ωστόσο, πραγματοποιήθηκαν κλινικές μελέτες αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων με την τραστουζουμάμπη δερουξτεκάνη (T-DXd), η οποία περιέχει το ίδιο φορτίο DXd με το Datroway. Η Cmax του DXd δεν επηρεάστηκε από τη ριτοναβίρη (αναστολέας του CYP3A4 και των OATP1B1 και 1B3) ή την ιτρακοναζόλη (αναστολέας του CYP3A4). Η AUC αυξήθηκε κατά

1,2 φορές και από τους δύο αναστολείς, πράγμα που δεν θεωρήθηκε κλινικά συναφές. Συνεπώς, οι αναστολείς των CYP3A4, OATP1B1 και OATP1B3 κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχουν κλινικά συναφή επίδραση στη ΦΚ της δερουξτεκάνης που αποδεσμεύεται από τη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη.

Κύηση

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε γυναίκες και άνδρες

Η κατάσταση της κύησης των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να επαληθεύεται πριν από την έναρξη χορήγησης του Datroway.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Datroway και για τουλάχιστον 7 μήνες μετά την τελευταία δόση.

Οι άνδρες με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Datroway και για τουλάχιστον 4 μήνες μετά την τελευταία δόση.

Κύηση

Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Datroway σε εγκύους. Ωστόσο, με βάση ευρήματα σε ζώα και τον μηχανισμό δράσης του, το συστατικό αναστολέα της τοποϊσομεράσης Ι, δηλαδή το DXd, μπορεί να αναμένεται ότι θα προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο εάν χορηγηθεί σε εγκύους (βλ. παράγραφο 5.3).

Το Datroway δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τους δυνητικούς κινδύνους για το έμβρυο πριν μείνουν έγκυες και για το ότι πρέπει να επικοινωνούν με τον ιατρό τους αμέσως εάν μείνουν έγκυες.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η ανθρώπινη IgG απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω του ενδεχομένου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα παιδιά, οι γυναίκες θα πρέπει να διακόπτουν τον θηλασμό πριν από την έναρξη της θεραπείας με το Datroway. Οι γυναίκες μπορούν να ξεκινούν τον θηλασμό 1 μήνα μετά τη λήξη της θεραπείας.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με την επίδραση της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης στη γονιμότητα. Με βάση αποτελέσματα από μελέτες τοξικότητας σε ζώα, το Datroway μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την αναπαραγωγική λειτουργία και τη γονιμότητα των αρρένων και των θηλέων (βλ. παράγραφο 5.3).

Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες θα πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές σχετικά με τη διαφύλαξη της γονιμότητας πριν τη θεραπεία. Δεν είναι γνωστό εάν η δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη ή οι μεταβολίτες της ανευρίσκονται στο σπερματικό υγρό. Οι άνδρες ασθενείς δεν πρέπει να καταψύχουν ή να δωρίζουν το σπέρμα τους καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας και για τουλάχιστον

4 μήνες μετά την τελευταία δόση του Datroway. Οι γυναίκες ασθενείς δεν πρέπει να δωρίζουν ωάρια ή να προβαίνουν σε ωοληψία για δική τους χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας και για τουλάχιστον 7 μήνες μετά την τελευταία δόση του Datroway.

Οδήγηση

ν

Το Datroway ενδέχεται να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να δείχνουν προσοχή όταν οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα, σε περίπτωση που παρουσιάσουν κόπωση ή μεταβολές στην όραση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Datroway (βλ. παράγραφο 4.8).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Το συγκεντρωτικό προφίλ ασφάλειας έχει αξιολογηθεί από τέσσερις κλινικές μελέτες όπου συμμετείχαν 841 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν το Datroway 6 mg/kg σωματικού βάρους για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού. Η διάμεση έκθεση στο Datroway σε αυτό το σύνολο δεδομένων ήταν

6,4 μήνες (εύρος 0,7 έως 38 μήνες).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν στοματίτιδα (64,3%), ναυτία (52,7%), κόπωση (40,4%), αλωπεκία (36,9%), δυσκοιλιότητα (34,7%), έμετος (25,0%), ξηρός οφθαλμός (23,9%), αναιμία

(19,3%), μειωμένη όρεξη (17,6%), κερατίτιδα (16,6%), αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση

(AST) (15,7%), εξάνθημα (15,2%), ουδετεροπενία (14,9%), COVID-19 (13,1%), λευκοπενία (12,5%), αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) (11,9%) και διάρροια (10,2%).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3/4 ήταν στοματίτιδα (8,1%), αυξημένη αμυλάση (3,9%), κόπωση (3,8%), αναιμία (3,0%), αυξημένη AST (1,9%), πνευμονία (1,9%), κερατίτιδα

(1,8%), ουδετεροπενία (1,8%), έμετος (1,7%), αυξημένη ALT (1,3%), ναυτία (1,1%) και λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος (1,1%). Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 5 παρουσιάστηκαν στο 0,5% των ασθενών και οφείλονταν στη ΔΠΠ/πνευμονίτιδα, δύσπνοια και σηψαιμία.

Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν πνευμονία (1,9%), COVID-19 (1,5%),

ΔΠΠ/πνευμονίτιδα (1,1%) και έμετος (1,1%).

Η συχνότητα της οριστικής διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 3,6%. Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που οδήγησε σε οριστική διακοπή της θεραπείας ήταν η ΔΠΠ/πνευμονίτιδα (1,7%). Η συχνότητα της μείωσης της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 22,1%. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε μείωση της δόσης ήταν στοματίτιδα (11,5%), κόπωση (3,4%), κερατίτιδα (1,8%), ναυτία (1,4%) και αυξημένη αμυλάση (1,3%). Η συχνότητα της προσωρινής διακοπής της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 22,7%. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε προσωρινή διακοπή της δόσης ήταν στοματίτιδα (5,0%), COVID-19 (3,8%), πνευμονία (2,0%), κερατίτιδα (1,7%), κόπωση (1,8%), αυξημένη αμυλάση

(1,8%), ΔΠΠ/πνευμονίτιδα (1,5%), ξηρός οφθαλμός (1,2%), ουδετεροπενία (1,2%) και αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση (1,2%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο πίνακας 3 παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με το Datroway. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και κατηγορία συχνότητας. Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζονται στις συχνότητες των ανεπιθύμητων συμβάντων από οποιοδήποτε αίτιο, όπου ένα ποσοστό των συμβάντων για μια ανεπιθύμητη ενέργεια μπορεί να οφείλεται σε άλλα αίτια πέραν της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης, όπως στη νόσο, σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή σε μη σχετιζόμενα αίτια. Η βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκου αξιολογήθηκε με βάση τα Κοινά Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες (CTCAE), όπου ορίζεται βαθμός 1 = ήπια, βαθμός 2 = μέτρια, βαθμός 3 = βαριά,

βαθμός 4 = απειλητική για τη ζωή και βαθμός 5 = θάνατος.

Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) ή μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη

6 mg/kg

Κατηγορία/οργανικό σύστημα Κατηγορία συχνότηταςιζ Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Πολύ συχνές COVID-19α
Συχνές λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος, πνευμονίαβ
Όχι συχνές σηψαιμία
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Πολύ συχνές αναιμία, ουδετεροπενίαγ, λευκοπενίαδ
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Όχι συχνές αναφυλακτική αντίδραση
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
Πολύ συχνές μειωμένη όρεξη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές δυσγευσία
Διαταραχές του οφθαλμού
Πολύ συχνές ξηρός οφθαλμός, κερατίτιδαε
Συχνές επιπεφυκίτιδαστ, δακρύρροια αυξημένη, κερατοειδοπάθειαζ, βλεφαρίτιδα, δυσλειτουργία των μεϊοβομιανών αδένων, θάμβος οράσεως, φωτοφοβία, ελάττωση τηςόρασηςη
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου
Συχνές ΔΠΠ/πνευμονίτιδαθ, δύσπνοια, ρινόρροια
Γαστρεντερικές διαταραχές
Πολύ συχνές στοματίτιδαι, ναυτία, δυσκοιλιότητα, έμετος, διάρροια
Συχνές ξηρό στόμα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ συχνές αλωπεκία, εξάνθημαια
Συχνές υπέρχρωση του δέρματοςιβ, ξηρό δέρμαιγ, κνησμός, μαδάρωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
Πολύ συχνές κόπωσηιδ
Κατηγορία/οργανικό σύστημα Κατηγορία συχνότηταςιζ Ανεπιθύμητες ενέργειες
Διερευνήσεις
Πολύ συχνές αυξημένη ασπαρτικήαμινοτρανσφεράση, αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
Συχνές αυξημένη αμυλάσηιε
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
Συχνές αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυσηιστ

α Περιλαμβάνονται η COVID-19, η πνευμονία COVID-19 και η θετική δοκιμασία για SARS-CoV-2.

β Περιλαμβάνονται η πνευμονία, η λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού και η μυκητίαση του κατώτερου αναπνευστικού.

γ Περιλαμβάνονται η ουδετεροπενία και ο μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων.

δ Περιλαμβάνονται η λευκοπενία και ο μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων.

ε Περιλαμβάνονται η κερατίτιδα, η διάστικτη κερατίτιδα και η ελκώδης κερατίτιδα.

στ Περιλαμβάνονται η επιπεφυκίτιδα, η διαταραχή του επιπεφυκότα, η υπεραιμία του επιπεφυκότα και ο ερεθισμός επιπεφυκότα.

ζ Περιλαμβάνονται η κερατοειδοπάθεια, το έλλειμμα του επιθηλίου του κερατοειδούς, η αλλοίωση κερατοειδούς και η κάκωση του κερατοειδούς.

η Περιλαμβάνονται η ελάττωση της όρασης και η μειωμένη οπτική οξύτητα.

θ Περιλαμβάνονται η διάμεση πνευμονοπάθεια και πνευμονίτιδα.

ι Περιλαμβάνονται η στοματίτιδα, το αφθώδες έλκος, η γλωσσίτιδα, η εξέλκωση του στόματος, η οδυνοφαγία, το άλγος στόματος, το στοματοφαρυγγικό άλγος και η φλεγμονή του φάρυγγα.

ια Περιλαμβάνονται το εξάνθημα, το ερυθηματώδες εξάνθημα, το κηλιδοβλατιδώδες δερματικό εξάνθημα και το κνησμώδες εξάνθημα.

ιβ Περιλαμβάνονται η υπέρχρωση του δέρματος και το δέρμα αποχρωματισμένο.

ιγ Περιλαμβάνονται το ξηρό δέρμα και η ξήρωση.

ιδ Περιλαμβάνονται η κόπωση και η εξασθένιση.

ιε Περιλαμβάνονται η αυξημένη αμυλάση και η υπεραμυλασαιμία.

ιστΗ σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση περιλαμβάνει κάθε αντίδραση (αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση, βρογχόσπασμος, ρίγη, ερυθρίαση, υπερευαισθησία, υπόταση, κνησμός, πυρεξία, εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες δερματικό εξάνθημα, κνίδωση, συρίττουσα αναπνοή) που παρουσιάζεται εντός της ίδιας ημέρας με την έγχυση του Datroway.

ιζ Δεν έχουν εντοπιστεί ανεπιθύμητες ενέργειες με συχνότητα «Σπάνιες» ή «Πολύ σπάνιες», με βάση τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα ασφάλειας.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Διάμεση πνευμονοπάθεια/πνευμονίτιδα

ΔΠΠ/πνευμονίτιδα αναφέρθηκε από τον ερευνητή στο 4,4% της δεξαμενής των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Datroway 6 mg/kg, εκ των οποίων το 3,4% επιβεβαιώθηκε με επικύρωση. Από το συνολικό 3,4% που επιβεβαιώθηκε με επικύρωση, το 1,0% ήταν βαθμού 1, το 1,7% ήταν βαθμού 2, το 0,6% ήταν βαθμού 3 και το 0,2% ήταν βαθμού 5. Ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση ήταν 5,3 μήνες (εύρος: 1,1 έως 19,3). Η ΔΠΠ/πνευμονίτιδα υποχώρησε σε 41% των ασθενών, με διάμεση διάρκεια 0,9 μηνών (εύρος: 0,3 έως 5,2).

Ανεπιθύμητες ενέργειες οφθαλμικής επιφάνειας

Ανεπιθύμητες ενέργειες οφθαλμικής επιφάνειας παρουσιάστηκαν στο 46,3% της δεξαμενής των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Datroway, εκ των οποίων το 29,1% ήταν βαθμού 1, το 13,2% ήταν βαθμού 2, το 3,6% ήταν βαθμού 3 και 0,36% ήταν βαθμού 4. Κερατίτιδα παρουσιάστηκε στο 16,6% της δεξαμενής των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Datroway, εκ των οποίων στο 10,7% ήταν βαθμού 1, στο 4,2% ήταν βαθμού 2, στο 1,7% ήταν βαθμού 3 και στο 0,1% ήταν βαθμού 4. Ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση ήταν 4,4 μήνες (εύρος: 0,3 έως 24). Η κερατίτιδα υποχώρησε σε 50% των ασθενών, με διάμεση διάρκεια 2,3 μηνών (εύρος: 0,2 έως 15,9). Οριστική διακοπή λόγω κερατίτιδας σημειώθηκε στο 0,5% των ασθενών.

Στοματίτιδα

Στοματίτιδα παρουσιάστηκε στο 64,3% της δεξαμενής των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Datroway, εκ των οποίων στο 29,1% ήταν βαθμού 1, στο 27,1% ήταν βαθμού 2 και στο 8,1% ήταν βαθμού 3. Ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση ήταν 0,7 μήνες (εύρος: 0,03 έως 19,8) και με διάμεση διάρκεια 1,1 μηνών (εύρος: 0,03 έως 25,5). Οριστική διακοπή λόγω στοματίτιδας σημειώθηκε στο 0,2% των ασθενών.

Αιματολογικά συμβάντα

Ουδετεροπενία παρουσιάστηκε στο 14,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Datroway (1,8% ήταν βαθμού ≥ 3). Λευκοπενία παρουσιάστηκε στο 12,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Datroway (0,7% ήταν βαθμού ≥ 3). Παράγοντας διέγερσης αποικιών χρησιμοποιήθηκε από το 4,0% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Datroway.

Ηλικιωμένοι

Εκ των 841 ασθενών με καρκίνο του μαστού που έλαβαν θεραπεία με Datroway 6 mg/kg, το 22,6% ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω και το 4,5% ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω. Τα δεδομένα είναι περιορισμένα για να τεκμηριωθεί η ασφάλεια σε ασθενείς ηλικίας 85 ετών και άνω.

Παρατηρήθηκε ένα αριθμητικά υψηλότερο ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμού 3/4 (33,7% έναντι 29,0%), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (11,1% έναντι 8,4%) και ανεπιθύμητων ενεργειών που οδήγησαν σε οριστική διακοπή (4,2% έναντι 3,4%) σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω σε σύγκριση με ασθενείς κάτω των 65 ετών.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Προς το παρόν δεν υπάρχει ειδική θεραπεία σε περίπτωση υπερδοσολογίας. Δοσολογία υψηλότερη από την ενδεικνυόμενη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι ιατροί θα πρέπει να εφαρμόζουν γενικά υποστηρικτικά μέτρα και να παρέχουν την κατάλληλη θεραπεία.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - DATROWAY 100MG/VIAL

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα και συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου, κωδικός ATC: L01FX35

Μηχανισμός δράσης

Η δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη είναι ένα σύζευγμα αντισώματος-φαρμάκου που στρέφεται κατά της TROP2. Το αντίσωμα είναι μια εξανθρωποποιημένη IgG1 έναντι της TROP2, συνδεδεμένη στη δερουξτεκάνη, έναν αναστολέα της τοποϊσομεράσης Ι (DXd) δεσμευμένο από έναν διασπάσιμο συνδέτη βασισμένο σε τετραπεπτίδιο. Το σύζευγμα αντισώματος-φαρμάκου είναι σταθερό στο πλάσμα. Το αντίσωμα προσδένεται στην TROP2 που εκφράζεται στην επιφάνεια ορισμένων καρκινικών κυττάρων. Μετά την πρόσδεση, η δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη υφίσταται εσωτερικοποίηση μέσα στα καρκινικά κύτταρα. Κατά συνέπεια, η αποδέσμευση του DXd οδηγεί σε

καταστροφή του DNA και αποπτωτικό κυτταρικό θάνατο μέσω της αναστολής της τοποϊσομεράσης Ι. Η δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη μπορεί επίσης να επιδείξει έμμεση κυτταροτοξικότητα, όπως καταδείχθηκε in vitro, μέσω μηχανισμών αντισωματο-εξαρτώμενης κυτταρικής κυτταροτοξικότητας (ADCC), αντισωματο-εξαρτώμενης κυτταρικής φαγοκυττάρωσης (ADCP) και παράπλευρης κυτταροτοξικότητας του DXd έναντι των καρκινικών κυττάρων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Ανοσογονικότητα

Όπως συμβαίνει με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει ενδεχόμενο ανοσογονικότητας. Κατά τη διάρκεια της διάμεσης περιόδου θεραπείας των 5,8 μηνών σε όλες τις κλινικές μελέτες σε ασθενείς με ΜΜΚΠ και καρκίνο του μαστού που έλαβαν θεραπεία με Datroway στα 6 mg/kg, η

επίπτωση των αντισωμάτων έναντι της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης ήταν 16% (222 από 1.350) και η επίπτωση των εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης ήταν 2,7% (37 από 1.350). Δεν υπήρξε εμφανής επίδραση αντισωμάτων έναντι του φαρμάκου στη φαρμακοκινητική ή την αποτελεσματικότητα της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντικός αντίκτυπος στην ασφάλεια της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού

TROPION-Breast02 (NCT 05374512)

Η αποτελεσματικότητα του Datroway αξιολογήθηκε στη μελέτη TROPION-Breast02, μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη μελέτη σε 644 ασθενείς με ανεγχείρητο ή μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC) οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγούμενη χημειοθεραπεία ή άλλη συστηματική αντικαρκινική θεραπεία για ανεγχείρητο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού.

Εντάχθηκαν ασθενείς είτε με de novo μεταστατική είτε με υποτροπιάζουσα νόσο. Ασθενείς με οποιοδήποτε χρονικό διάστημα μεταξύ της προηγούμενης θεραπείας για καρκίνο του μαστού πρώιμου σταδίου και της υποτροπής ήταν επιλέξιμοι για τη μελέτη.

Οι ασθενείς δεν πρέπει να ήταν υποψήφιοι για θεραπεία με αναστολέα PD-1/PD-L1, που εξ ορισμού σημαίνει είτε ότι ο όγκος ήταν PD-L1 αρνητικός είτε ότι ήταν PD-L1 θετικός και ο ασθενής είχε είτε:

  • υποτροπή του καρκίνου του μαστού μετά από προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα PD-1/PD-L1 για νόσο πρώιμου σταδίου, ή

  • συννοσηρότητες που αποκλείουν τη θεραπεία με αναστολέα PD-1/PD-L1, ή

  • απουσία ρυθμιστικής πρόσβασης σε θεραπεία με αναστολέα PD-1/PD-L1.

Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με σταθερές εγκεφαλικές μεταστάσεις. Οι ασθενείς εξαιρούνταν εάν κατά τη διαλογή είχαν ιστορικό ΔΠΠ/πνευμονίτιδας που απαιτούσε θεραπεία με στεροειδή, συνεχιζόμενης ΔΠΠ/πνευμονίτιδας ή κλινικά σημαντικής νόσου του κερατοειδούς. Οι ασθενείς με κατάσταση λειτουργικότητας κατά ECOG > 1 εξαιρέθηκαν επίσης.

Συνολικά 644 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν είτε το Datroway 6 mg/kg (N = 323) με ενδοφλέβια έγχυση κάθε 3 εβδομάδες είτε χημειοθεραπεία της επιλογής του ιατρού (N = 321, πακλιταξέλη 27,7%, nab-πακλιταξέλη 54,2%, καπεσιταβίνη 2,2%, εριβουλίνη 11,2% ή

καρβοπλατίνη 4,7%) μέχρι την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας ή εξέλιξης της νόσου. Η επιλογή χημειοθεραπείας δεν περιλάμβανε ανθρακυκλίνες και βασιζόταν στο ιστορικό προηγούμενης χρήσης ταξανών από τον ασθενή και στο DFI (διάστημα χωρίς εκδήλωση της νόσου). Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση τη γεωγραφική περιοχή (Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδάς και Ευρώπη ή Υπόλοιπος κόσμος), την κατάσταση PD-L1 (θετική ή αρνητική) και το ιστορικό DFI (de novo ή

≤ 12 μήνες ή > 12 μήνες). Ως DFI ορίστηκε ο χρόνος μεταξύ της ολοκλήρωσης της θεραπείας με πρόθεση ίασης (είτε η ημερομηνία της πρωτεύουσας χειρουργικής επέμβασης για τον όγκο στον μαστό είτε η ημερομηνία της τελευταίας δόσης συστηματικής αντικαρκινικής θεραπείας [μη

συμπεριλαμβανομένης της ορμονικής θεραπείας], όποιο συνέβη τελευταίο) και της πρώτης τεκμηριωμένης, τοπικής ή απομακρυσμένης, υποτροπής της νόσου (είτε με βιοψία είτε με απεικόνιση). Η επικουρική ακτινοθεραπεία δεν θεωρήθηκε θεραπεία με πρόθεση ίασης για τον σκοπό του προσδιορισμού του DFI.

Τα διπλά πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η PFS, όπως αξιολογούταν με BICR σύμφωνα με την έκδοση 1.1 των κριτηρίων RECIST και η OS. Στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλαμβάνονταν το ORR και η DOR.

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά της νόσου κατά την έναρξη ήταν παρόμοια μεταξύ των σκελών θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν τα 56 έτη (εύρος: 23-85). Το 24,8% ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών και το 99,7% ήταν γυναίκες. Το 44,1% ήταν λευκές, το 4,2% ήταν μαύρες ή Αφροαμερικανές, το 43,8% ήταν Ασιάτισσες και το 15,1% ήταν ισπανικής/λατινοαμερικανικής καταγωγής. Το 58,5% είχαν κατάσταση λειτουργικότητας (PS) κατά ECOG 0 και το 41,5% είχαν PS κατά ECOG 1. Το 75,5% είχαν σπλαγχνική νόσο, το 29,7% είχαν ηπατικές μεταστάσεις και το 9,9% είχαν σταθερές εγκεφαλικές μεταστάσεις κατά τη χρονική στιγμή της τυχαιοποίησης. Το

3,0% (19 ασθενείς) είχαν αναφέρει μεταλλάξεις BRCA. Η κατάσταση BRCA ήταν διαθέσιμη για

185 ασθενείς (28,7%).

Το 89,8% των ασθενών είχαν PD-L1 αρνητική νόσο και το 9,8% των ασθενών είχαν PD-L1 θετική νόσο. Το 34,0% των ασθενών είχαν de novo μεταστατική νόσο. Το DFI ήταν ≤ 12 μήνες στο 20,7% των ασθενών και > 12 μήνες στο 45,3% των ασθενών. Το DFI ήταν ≤ 6 μήνες στο 15,2% των ασθενών.

Τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα παρατίθενται στον Πίνακα 4 και στα Σχήματα 1 και 2.

Πίνακας 4: Στοιχεία αποτελεσματικότητας στη μελέτη TROPION-Breast02

Παράμετρος αποτελεσματικότητας Datroway (n = 323) Χημειοθεραπεία (n = 321)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την BICR
Αριθμός συμβάντων (%) 199 (61,6) 209 (65,1)
Διάμεση τιμή, μήνες (ΔΕ 95%) 10,8 (8,6, 13,0) 5,6 (5,0, 7,0)
Λόγος κινδύνων (ΔΕ 95%) 0,57 (0,47, 0,69)
Τιμή pα < 0,0001
Συνολική επιβίωση
Αριθμός συμβάντων (%) 168 (52,0) 181 (56,4)
Διάμεση τιμή, μήνες (ΔΕ 95%) 23,7 (19,8, 25,6) 18,7 (16,0, 21,8)
Λόγος κινδύνων (ΔΕ 95%) 0,79 (0,64, 0,98)
Τιμή pβ 0,0291
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης σύμφωνα με την BICR
n (%) 202 (62,5) 94 (29,3)
ΔΕ 95% 57,3, 68,0 23,7, 33,7

α Το προκαθορισμένο όριο της τιμής p ήταν 0,01.

β Το προκαθορισμένο όριο της τιμής p ήταν 0,0499.

Σχήμα 1: Γραφική παράσταση της εκτιμήτριας Kaplan-Meier για την PFS σύμφωνα με την BICR στη μελέτη TROPION-Breast02

Σχήμα 2: Γραφική παράσταση της εκτιμήτριας Kaplan-Meier για την OS στη μελέτη

TROPION-Breast02

HR+/HER2- καρκίνος του μαστού

TROPION-Breast01 (NCT05104866)

Η αποτελεσματικότητα του Datroway αξιολογήθηκε στη μελέτη TROPION-Breast01, μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη μελέτη σε 732 ασθενείς με ανεγχείρητο ή μεταστατικό HR-θετικό, HER2-αρνητικό (IHC 0, IHC1+ ή IHC2+/ISH-) καρκίνο του μαστού. Οι ασθενείς έπρεπε να είχαν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου και να ήταν ακατάλληλες για ορμονική θεραπεία. Οι ασθενείς έπρεπε να είχαν λάβει 1 έως 2 σειρές προηγούμενης χημειοθεραπείας σε κατάσταση ανεγχείρητης ή μεταστατικής νόσου. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με κλινικά ανενεργές εγκεφαλικές μεταστάσεις. Οι ασθενείς εξαιρούνταν εάν κατά τη διαλογή είχαν ιστορικό ΔΠΠ/πνευμονίτιδας που απαιτούσε θεραπεία με στεροειδή, συνεχιζόμενης ΔΠΠ/πνευμονίτιδας ή κλινικά σημαντικής καρδιοπάθειας, πνευμονοπάθειας ή νόσου του κερατοειδούς. Εξαιρέθηκαν επίσης ασθενείς για κατάσταση λειτουργικότητας κατά τη Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα των Ανατολικών Πολιτειών (ECOG) των ΗΠΑ > 1.

Συνολικά 732 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν είτε το Datroway 6 mg/kg (N = 365) με ενδοφλέβια έγχυση κάθε 3 εβδομάδες είτε χημειοθεραπεία της επιλογής του ιατρού (N = 367, εριβουλίνη 59,9%, καπεσιταβίνη 20,7%, βινορελμπίνη 10,4% ή γεμσιταβίνη 9,0%) μέχρι την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας ή εξέλιξης της νόσου. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση τις προηγούμενες γραμμές χημειοθεραπείας (μία ή δύο), την προηγούμενη θεραπεία με

αναστολέα CDK4/6 (ναι ή όχι) και την περιοχή (Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδάς, Ευρώπη ή υπόλοιπος κόσμος). Η απεικόνιση του όγκου πραγματοποιούνταν κάθε 6 εβδομάδες μέχρι την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου.

Τα διπλά πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), όπως αξιολογούνταν με τυφλοποιημένη ανεξάρτητη κεντρική αξιολόγηση (BICR) σύμφωνα με την έκδοση 1.1 των Κριτηρίων Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους (Response Evaluation Criteria in Solid Tumors [RECIST]), και η συνολική επιβίωση (OS). Το επιβεβαιωμένο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) και η διάρκεια της ανταπόκρισης (DOR) ήταν δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία.

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά της νόσου κατά την έναρξη ήταν παρόμοια μεταξύ των σκελών θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν τα 55 έτη (εύρος 28 έως 86). Το 22,3% ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών και το 98,8% ήταν γυναίκες. Το 47,8% ήταν λευκές, το 1,5% ήταν μαύρες ή Αφροαμερικανές και το 40,7% ήταν Ασιάτισσες, ενώ το 11,3% ήταν ισπανικής/λατινοαμερικανικής καταγωγής. Το 57% είχαν κατάσταση λειτουργικότητας (PS) κατά ECOG 0 και το 42,3% είχαν PS

κατά ECOG 1. Το 97,3% είχαν σπλαγχνική νόσο, το 71,9% είχαν ηπατικές μεταστάσεις και το 7,9% είχαν σταθερές εγκεφαλικές μεταστάσεις κατά την έναρξη τη χρονική στιγμή της τυχαιοποίησης.

Το 60,2% των ασθενών είχε λάβει προηγούμενη ορμονική θεραπεία στο πλαίσιο (νεο)επικουρικής θεραπείας. Το 88,5% είχε λάβει προηγούμενη ορμονική θεραπεία σε κατάσταση ανεγχείρητης ή μεταστατικής νόσου και όλες οι ασθενείς είχαν λάβει προηγούμενα χημειοθεραπευτικά σχήματα σε κατάσταση ανεγχείρητης ή μεταστατικής νόσου. Συνολικά, το 80,7% των ασθενών είχαν λάβει προηγουμένως ταξάνες και το 63,8% είχαν λάβει προηγουμένως ανθρακυκλίνες. Το 62% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε 1 προηγούμενο χημειοθεραπευτικό σχήμα και το 37,7% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε 2 προηγούμενα χημειοθεραπευτικά σχήματα για τη θεραπεία ανεγχείρητης ή μεταστατικής νόσου. Το 82,5% των ασθενών είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα CDK4/6.

Τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα παρατίθενται στον πίνακα 5 και στα Σχήματα 3 και 4.

Πίνακας 5: Στοιχεία αποτελεσματικότητας στη μελέτη TROPION-Breast01

Παράμετρος αποτελεσματικότητας Datroway (N = 365) Χημειοθεραπεία(N = 367)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την BICRα
Αριθμός συμβάντων (%) 212 (58,1) 235 (64,0)
Διάμεση τιμή, μήνες (ΔΕ 95%) 6,9 (5,7, 7,4) 4,9 (4,2, 5,5)
Λόγος κινδύνων (ΔΕ 95%) 0,63 (0,52, 0,76)
Τιμή pβ < 0,0001
Συνολική επιβίωσηγ, δ
Αριθμός συμβάντων (%) 223 (61,1) 213 (58,0)
Διάμεση τιμή, μήνες (ΔΕ 95%) 18,6 (17,3, 20,1) 18,3 (17,3, 20,5)
Λόγος κινδύνων (ΔΕ 95%) 1,01 (0,83, 1,22)
Τιμή pε 0,9445
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης σύμφωνα με την BICRα, στ
n (%) 133 (36,4) 84 (22,9)
ΔΕ 95% 31,4, 41,3 18,6, 27,2
Διάρκεια ανταπόκρισης σύμφωνα με την BICRα, στ
Διάμεση τιμή, μήνες (ΔΕ 95%) 6,7 (5,6, 9,8) 5,7 (4,9, 6,8)

α Ημερομηνία αποκοπής δεδομένων 17 Ιουλίου 2023.

β Το προκαθορισμένο όριο της τιμής p ήταν 0,01.

γ Ημερομηνία αποκοπής δεδομένων 24 Ιουλίου 2024.

δ Το 12,3% και το 24,0% των ασθενών στα σκέλη δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης και ICC, αντίστοιχα, έλαβαν επόμενη θεραπεία με τραστουζουμάμπη δερουξτεκάνη ή/και σακιτουζουμάμπη γκοβιτεκάνη μετά την οριστική διακοπή.

ε Το προκαθορισμένο όριο της τιμής p ήταν 0,0403.

στ Τα καταληκτικά σημεία αναλύθηκαν περιγραφικά.

Σχήμα 3: Γραφική παράσταση της εκτιμήτριας Kaplan-Meier για την PFS σύμφωνα με την BICR στη μελέτη TROPION-Breast01 (ημερομηνία αποκοπής δεδομένων 17 Ιουλίου 2023)

Η βελτίωση της PFS σύμφωνα με την BICR ήταν συνεπής μεταξύ των προκαθορισμένων υποομάδων ασθενών, συμπεριλαμβανομένων των υποομάδων γεωγραφικής περιοχής, προηγούμενης χρήσης αναστολέα CDK4/6 και προηγούμενης γραμμής θεραπείας.

Σχήμα 4: Γραφική παράσταση της εκτιμήτριας Kaplan-Meier για την τελική OS στη μελέτη

TROPION-Breast01 (ημερομηνία αποκοπής δεδομένων 24 Ιουλίου 2024)

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Datroway σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον καρκίνο του μαστού (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Στη συνιστώμενη δοσολογία του Datroway, η γεωμετρική μέση (συντελεστής μεταβλητότητας [CV]%) Cmax της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης και του DXd ήταν 154 µg/ml (20,3%) και 2,82 ng/ml (58,1%), αντίστοιχα, και η AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο

πλάσμα έναντι χρόνου) της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης και του DXd ήταν 671 µg*ημέρα/ml

(31,4%) και 18,5 ng*ημέρα/ml (42,6%) μετά την πρώτη δόση στον κύκλο 1, αντίστοιχα.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση για τη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη είναι 3,52 l. In vitro, στο εύρος συγκέντρωσης 10 ng/ml έως 100 ng/ml, η μέση πρόσδεση του DXd στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν 96,8% έως 98,0%, και ο λόγος της συγκέντρωσης στο αίμα προς τη συγκέντρωση στο πλάσμα για το DXd ήταν 0,59-0,62.

Βιομετασχηματισμός

Η δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη υφίσταται ενδοκυτταρική διάσπαση από λυσοσωμικά ένζυμα για την αποδέσμευση του DXd. Το εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα IgG1 έναντι της TROP2 αναμένεται να αποικοδομηθεί σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα μέσω καταβολικών οδών, με τον ίδιο τρόπο όπως η ενδογενής IgG. Μελέτες μεταβολισμού in vitro σε μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος δείχνουν ότι το DXd μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από το CYP3A4 μέσω οδών οξείδωσης και δεν υπόκειται σε σημαντικό μεταβολισμό από το UGT ή άλλα ένζυμα CYP.

Αποβολή

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης σε ασθενείς, η κάθαρση της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης εκτιμήθηκε σε 0,57 l/ημέρα. Ο διάμεσος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής (t1/2) για τη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη ήταν 4,82 ημέρες και ο φαινόμενος διάμεσος t1/2 για το αποδεσμευμένο DXd ήταν περίπου 5,50 ημέρες. In vitro, το DXd ήταν υπόστρωμα των P-gp, OATP1B1, OATP1B3, MATE2-K, MRP1 και BCRP. Η απέκκριση του DXd δεν έχει μελετηθεί στον άνθρωπο.

Αλληλεπιδράσεις in vitro

Επιδράσεις του Datroway στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων

Μελέτες in vitro δείχνουν ότι το DXd δεν αναστέλλει και δεν επάγει τα κύρια ένζυμα CYP450 συμπεριλαμβανομένων των CYP1A2, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A. Μελέτες in vitro δείχνουν ότι το DXd δεν αναστέλλει τους μεταφορείς OAT1, OAT3, OCT1, OCT2, OATP1B1, OATP1B3, MATE1, MATE2-K, P-gp, BCRP και BSEP.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική του Datroway

In vitro, το DXd ήταν υπόστρωμα των P-gp, OATP1B1, OATP1B3, MATE2-K, MRP1 και BCRP. Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι αναστολείς των μεταφορέων MATE2-K, MRP1, P-gp, OATP1B1 και BCRP (βλ. παράγραφο 4.5).

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η έκθεση στη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη και το αποδεσμευμένο DXd κατά την ενδοφλέβια χορήγηση αυξήθηκε αναλογικά με τη δόση στο εύρος δόσης 4 mg/kg έως 10 mg/kg (περίπου 0,7 έως 1,7 φορές τη συνιστώμενη δόση). Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης στη δόση των 6 mg/kg μεταξύ του κύκλου 1 και του κύκλου 3.

Ειδικοί πληθυσμοί

Με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η ηλικία (26 έως 86 ετών), η φυλή, η περιοχή και το φύλο δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στη δατοποταμάμπη δερουξτεκάνη ή στο DXd. Ο μέσος όγκος κατανομής και κάθαρσης της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης και του DXd αυξάνεται παράλληλα με την αύξηση του σωματικού βάρους (35,6 kg έως 156 kg). Αυτό θεωρείται κλινικά συναφές. Βλ. παράγραφο 4.2 για συστάσεις σχετικά με τη δόση.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν πραγματοποιήθηκε καμία μελέτη ειδικά για τη νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού που περιλάμβανε ασθενείς με ήπια έως μέτρια (CLcr ≥ 30 και

< 90 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη κατά Cockcroft-Gault), η φαρμακοκινητική της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης ή του DXd δεν επηρεάστηκε από την ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τη φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CLcr ≥ 90 ml/min). Η επίδραση της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (CLcr < 30 ml/min) στη φαρμακοκινητική της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης ή του DXd δεν είναι γνωστή (βλ. παράγραφο 4.2).

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Δεν πραγματοποιήθηκε καμία μελέτη ειδικά για την έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με ήπια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (ολική χολερυθρίνη ≤ ULN και οποιαδήποτε τιμή AST > ULN ή ολική χολερυθρίνη > 1 έως 1,5 φορές το ULN και οποιαδήποτε τιμή AST), η φαρμακοκινητική της δατοποταμάμπης δερουξτεκάνης ή του DXd δεν επηρεάστηκε από την ήπια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας σε σύγκριση με τη φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Ο μέσος όρος της AUC του DXd σε σταθερή κατάσταση ήταν 2,5 φορές υψηλότερος σε ασθενείς με μέτρια (ολική χολερυθρίνη > 1,5 έως 3 φορές το ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για ασθενείς με βαριά (ολική χολερυθρίνη > 3 φορές το ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Συνεπώς, οι ασθενείς με μέτρια και βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4).

Φαρμακευτικές πληροφορίες - DATROWAY 100MG/VIAL

Κατάλογος εκδόχων

L-ιστιδίνη

L-ιστιδίνη υδροχλωρική μονοϋδρική Σακχαρόζη

Πολυσορβικό 80 (E 433)

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται διάλυμα για έγχυση χλωριούχου νατρίου για την ανασύσταση ή αραίωση, καθώς μπορεί να προκαλέσει σχηματισμό σωματιδίων.

Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένο φιαλίδιο

4 χρόνια.

Ανασυσταμένο διάλυμα

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για έως και 48 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C. Από μικροβιολογική άποψη, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι εν χρήσει χρόνοι και συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κατά κανόνα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C, εκτός εάν η ανασύσταση έχει πραγματοποιηθεί υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.

Αραιωµένο διάλυµα

Το αραιωμένο διάλυμα συνιστάται να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, το αραιωμένο διάλυμα μπορεί να φυλαχθεί σε θερμοκρασία δωματίου (≤ 25 °C) για έως και 4 ώρες ή σε ψυγείο σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C για έως και 24 ώρες, συμπεριλαμβανομένων της προετοιμασίας και της έγχυσης, προστατευμένο από το φως.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C-8 °C).

Μην καταψύχετε.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση και αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το Datroway διατίθεται σε καστανοκίτρινο γυάλινο φιαλίδιο των 10 ml, τύπου 1, από βοριοπυρίτιο, σφραγισμένο με πώμα εισχώρησης από βουτυλικό καουτσούκ επιστρωμένο με φθοριωμένη ρητίνη, και με μπλε αποσπώμενο πώμα σύσφιξης από πολυπροπυλένιο/αλουμίνιο.

Κάθε κουτί περιέχει 1 φιαλίδιο.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Το Datroway περιέχει ένα κυτταροτοξικό συστατικό και θα πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη ιατρού έμπειρου στη χρήση κυτταροτοξικών παραγόντων. Θα πρέπει να εφαρμόζονται διαδικασίες για την κατάλληλη προετοιμασία, χειρισμό και απόρριψη των αντινεοπλασματικών και κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Για τις ακόλουθες διαδικασίες ανασύστασης και αραίωσης θα πρέπει να χρησιμοποιείται η κατάλληλη άσηπτη τεχνική.

Ανασύσταση

  • Ανασυστήστε ακριβώς πριν την αραίωση.

  • Για μια πλήρη δόση μπορεί να χρειαστούν περισσότερα από ένα φιαλίδια. Υπολογίστε τη δόση (mg), τον συνολικό όγκο του ανασυσταμένου διαλύματος Datroway που απαιτείται και τον αριθμό των φιαλιδίων Datroway που χρειάζονται (βλ. παράγραφο 4.2).

  • Ανασυστήστε κάθε φιαλίδιο των 100 mg χρησιμοποιώντας μια αποστειρωμένη σύριγγα για να εγχύσετε αργά 5 ml ύδατος για ενέσιμα σε κάθε φιαλίδιο ώστε να επιτύχετε τελική συγκέντρωση 20 mg/ml.

  • Στροβιλίστε απαλά το φιαλίδιο μέχρι το περιεχόμενο να διαλυθεί εντελώς. Μην ανακινείτε.

  • Από μικροβιολογική άποψη, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για έως και 48 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C. Φυλάξτε τα ανασυσταμένα φιαλίδια του Datroway σε ψυγείο σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C, προστατευμένα από το φως. Μην καταψύχετε.

  • Το ανασυσταμένο προϊόν δεν περιέχει συντηρητικό και προορίζεται για μία μόνο χρήση.

    Αραίωση

  • Αναρροφήστε την υπολογισμένη ποσότητα από το (τα) φιαλίδιο(α) χρησιμοποιώντας μια αποστειρωμένη σύριγγα. Επιθεωρήστε το ανασυσταμένο διάλυμα για σωματίδια και χρωματική αλλοίωση. Το διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές και άχρωμο έως ελαφρώς κίτρινο. Μην το χρησιμοποιείτε εάν παρατηρούνται ορατά σωματίδια ή εάν το διάλυμα είναι θολό ή χρωματικά αλλοιωμένο.

  • Αραιώστε τον υπολογισμένο όγκο του ανασυσταμένου Datroway σε έναν σάκο έγχυσης που περιέχει 100 ml διαλύματος γλυκόζης 5%. Μη χρησιμοποιείτε διάλυμα χλωριούχου νατρίου (βλ. παράγραφο 6.2). Συνιστάται σάκος έγχυσης κατασκευασμένος από πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) ή πολυοελεφίνη (πολυπροπυλένιο [PP] ή συμπολυμερές του αιθυλενίου και του προπυλενίου).

  • Αναποδογυρίστε απαλά τον σάκο έγχυσης για να αναμειχθεί καλά το διάλυμα. Μην ανακινείτε.

  • Καλύψτε τον σάκο έγχυσης για να προστατεύεται από το φως.

  • Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, φυλάξτε τον, προστατευμένο από το φως, σε θερμοκρασία δωματίου (≤ 25 °C) για έως και 4 ώρες, συμπεριλαμβανομένων της προετοιμασίας και της έγχυσης, ή σε ψυγείο σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C για έως και 24 ώρες. Μην καταψύχετε.

  • Απορρίψτε τυχόν αχρησιμοποίητη ποσότητα που απομένει στο φιαλίδιο.

    Χορήγηση

  • Εάν το προετοιμασμένο διάλυμα έγχυσης φυλάχθηκε σε ψυγείο (σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C), συνιστάται να αφήσετε το διάλυμα να έρθει σε θερμοκρασία δωματίου πριν από τη χορήγηση, προστατευμένο από το φως.

  • Χορηγήστε το Datroway ως ενδοφλέβια έγχυση μόνο με σετ γραμμής έγχυσης και σωλήνωσης από PVC, πολυβουταδιένιο (PBD) ή πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας (LDPE).

  • Χορηγήστε το Datroway με ένα εν σειρά φίλτρο των 0,2 μικρών από πολυτετραφθοροαιθυλένιο (PTFE), πολυαιθεροσουλφόνη (PES) ή νάιλον 66.

  • Μη χορηγείτε με ταχεία ενδοφλέβια ένεση (τύπου push ή bolus) (βλ. παράγραφο 4.2).

  • Καλύψτε τον σάκο έγχυσης για να προστατεύεται από το φως.

  • Μην αναμειγνύετε το Datroway με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και μη χορηγείτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσω της ίδιας ενδοφλέβιας γραμμής.

    Απόρριψη

    Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT x 1VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.