OXIMEZIN® PD.I.S.INF 500MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - OXIMEZIN 500MG/VIAL
Το OXIMEZIN ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων σοβαρών λοιμώξεων όταν είναι γνωστό ή πιστεύεται ότι είναι πολύ πιθανό να έχουν προκληθεί από βακτήρια ευαίσθητα στην κεφοταξίμη (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.1):
-
Βακτηριακή πνευμονία
-
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού, συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας
-
Σοβαρές λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών ιστών
-
Λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της γονόρροιας
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (όπως η περιτονίτιδα)
-
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα
-
Ενδοκαρδίτιδα
-
Βορρελίωση
Θεραπεία των ασθενών με βακτηριαιμία σχετιζόμενη με, ή υπάρχει υποψία ότι σχετίζεται με, οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που αναφέρονται παραπάνω.
Περιεγχειρητική προφύλαξη. Για χειρουργικές επεμβάσεις με αυξημένο κίνδυνο μολύνσεως από αναερόβια παθογόνα, π.χ. ορθοκολική χειρουργική επέμβαση, συνιστάται συνδυασμός με ένα κατάλληλο φάρμακο με δραστικότητα ενάντια στα αναερόβια.
Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
Το OXIMEZIN μπορεί να χορηγηθεί με εφάπαξ-ταχεία (bolus) ενδοφλέβια ένεση ή ενδοφλέβια
έγχυση ή ενδομυϊκή ένεση μετά την ανασύσταση του διαλύματος.
Η δοσολογία και ο τρόπος χορήγησης θα πρέπει να καθορίζονται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης, την ευαισθησία του υπαίτιου παθογόνου μικροοργανισμού και την κατάσταση του ασθενούς. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει πριν γίνει γνωστό το αποτέλεσμα των μικροβιολογικών εξετάσεων.
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών
Οι ενήλικες και οι έφηβοι λαμβάνουν συνήθως 2 έως 6 g κεφοταξίμης ημερησίως. Η ημερήσια δόση θα πρέπει να διαιρεθεί σε δύο μονοδόσεις κάθε 12 ώρες.
-
Συχνές λοιμώξεις παρουσία (ή υποψία) ευαίσθητων βακτηρίων: 1 g κάθε 12 ώρες.
-
Λοιμώξεις παρουσία (ή υποψία) αρκετών ευαίσθητων ή μέτρια ευαίσθητων βακτηρίων: 1 – 2 g κάθε 12 ώρες.
-
Σοβαρές λοιμώξεις ή για λοιμώξεις που δεν μπορούν να εντοπιστούν: 2 – 3 g ως εφάπαξ δόση κάθε 6 έως 8 ώρες (μέγιστη ημερήσια δόση: 12 g).
Σε σοβαρές λοιμώξεις ενδείκνυται ένας συνδυασμός κεφοταξίμης και άλλων αντιβιοτικών . Νεογνά (0 – 28 ημερών), βρέφη και παιδιά έως 12 ετών
Εξαρτάτια από τη σοβαρότητα της λοίμωξης: 50 – 100 – 150 mg / kg / ημέρα, κάθε 12 – 6 ώρες.
Σε περιπτώσεις απειλητικές για τη ζωή, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί στα 200 mg / kg / ημέρα υπό την προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, ειδικά στα νεογνά 0 – 7 ημερών εξαιτίας της ανώριμης νεφρικής λειτουργίας.
Πρόωρα νεογνά
Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 50 mg / kg / ημέρα διαιρούμενη σε 2 έως 4 δόσεις (κάθε 12 έως 6 ώρες). Αυτή η μέγιστη δόση δεν πρέπει να ξεπεραστεί εξαιτίας των νεφρών που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει πλήρως.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας, με την προϋπόθεση ότι η λειτουργία των νεφρών και του ήπατος είναι φυσιολογική.
Άλλες ειδικές συστάσεις
Γονόρροια
Για τη γονόρροια: μία εφάπαξ ένεση (ενδομυϊκά ή ενδοφλεβίως) 0,5 – 1 g κεφοταξίμης. Στις επιπλεγμένες λοιμώξεις, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαθέσιμες επίσημες κατευθυντήριες. Η σύφιλη πρέπει να αποκλειστεί πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα
Ενήλικες: Ημερήσια δόση 9 – 12 g κεφοταξίμης διαιρούμενη σε ίσες δόσεις κάθε 6 – 8 ώρες (3 g 3 – 4 φορές ημερησίως).
Παιδιά: 150 – 200 mg / kg / ημέρα διαιρούμενα σε ίσες δόσεις κάθε 6 – 8 ώρες.
Νεογέννητα: 0 – 7 ημερών: 50 mg / kg κάθε 12 ώρες, 7 – 28 ημερών: 50 mg / kg κάθε 8 ώρες.
Περιεγχειρητική προφύλαξη
1 – 2 g ως εφάπαξ δόση όσο το δυνατόν πιο κοντά στην έναρξη της χειρουργικής επέμβασης. Σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η διάρκεια του χειρουργίου υπερβαίνει τα 90 λεπτά, θα πρέπει να δοθεί μία επιπλέον προφυλακτική δόση.
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
Οι ενδοκοιλιακές λοιμώξεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με κεφοταξίμη σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά που καλύπτουν και το φάσμα των αναερόβιων βακτηρίων.
Δοσολογία σε διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας
Σε ενήλικες ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 5 mL / min, η αρχική δόση ισούται με τη συνιστώμενη συνήθη δόση, αλλά η δόση συντήρησης πρέπει να μειώνεται κατά το ήμισυ χωρίς
αλλαγή στη συχνότητα χορήγησης. Πιθανόν να διεξαχθούν εξετάσεις αίματος για τον προσδιορισμό της απαιτούμενης δόσης.
Δοσολογία σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και περιτοναϊκή κάθαρση, μία ενδοφλέβια ένεση των 0,5 – 2 g, στο τέλος κάθε συνεδρίας αιμοκάθαρσης, επαναλαμβανόμενη κάθε 24 ώρες, επαρκεί για την αποτελεσματική θεραπεία των περισσότερων λοιμώξεων.
Διάρκεια θεραπείας
Η διάρκεια της θεραπείας με κεφοταξίμη εξαρτάται από την κλινική εικόνα του ασθενούς και ποικίλλει ανάλογα με τη πρόοδο της βακτηριακής νόσου. Η χορήγηση της κεφοταξίμης θα πρέπει να συνεχίζεταιεως ότου υποχωρήσουν τα συμπτώματα ή έχει αποδειχθεί η εκρίζωση των βακτηρίων.
Θεραπεία για τουλάχιστον 10 ημέρες είναι απαραίτητη σε λοιμώξεις που προκαλούνται από Streptococcus pyogenes (η παρεντερική θεραπεία μπορεί να αντικατασταθεί με επαρκή από του στόματος θεραπεία πριν από το τέλος της περιόδου των 10 ημερών).
Τρόπος χορήγησης
Ενδοφλέβια έγχυση
Προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος μόλυνσης, η ανασύσταση του διαλύματος για έγχυση πρέπει να γίνεται σε αυστηρά άσηπτες συνθήκες. Μην αναβάλλετε την έγχυση μετά την ανασύσταση του διαλύματος.
Για βραχεία ενδοφλέβια έγχυση: Μετά την ανασύσταση, το διάλυμα πρέπει να χορηγηθεί για διάστημα 20 λεπτών.
Για μακροχρόνια ενδοφλέβια έγχυση: Μετά την ανασύσταση, το διάλυμα πρέπει να χορηγηθεί διάστημα 50 – 60 λεπτών.
Ενδοφλέβια ένεση
Για περιοδικές ενδοφλέβιες ενέσεις, το διάλυμα πρέπει να εγχυθεί σε διάστημα 3 έως 5 λεπτών. Κατά τη διάρκεια κυκλοφορίας του φαρμάκου έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αρρυθμίας, ενδεχομένως απειλητικής για τη ζωή, σε πολύ λίγους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ενδοφλεβίως κεφοταξίμη με ταχύ ρυθμό μέσω καθετήρα σε κεντρική φλέβα.
Ενδομυϊκή ένεση
Η ενδομυϊκή μέθοδος χορήγησης περιορίζεται σε εξαιρετικές κλινικές περιπτώσεις (π.χ. γονόρροια). Δεν ενδείκνυται σε σοβαρές λοιμώξεις και πρέπει να αξιολογηθεί ο λόγος κινδύνου-όφελους.
Συνιστάται να μην εγχύονται μονομερώς περισσότερα από 4 mL. Η ενδοφλέβια οδός συνιστάται εάν η ημερήσια δόση υπερβαίνει τα 2 g κεφοταξίμης ή εάν η κεφοταξίμη ενύεται συχνότερα από δύο φορές ημερησίως, . Η ενδομυϊκή ένεση δεν συνιστάται στις περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων.
Το διάλυμα πρέπει να χορηγείται με εν τω βάθη ενδομυϊκή ένεση. Τα διαλύματα με λιδοκαΐνη δεν πρέπει να χορηγούνται ενδοφλέβια. Η κεφοταξίμη που ανασυστάθηκε με λιδοκαΐνη δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά κατά το πρώτο έτος της ηλικίας. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες προϊόντος του επιλεγμένου διαλύματος που περιέχει λιδοκαΐνη.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6. Η κεφοταξίμη και οι αμινογλυκοσίδες δεν πρέπει να αναμειγνύονται στην ίδια σύριγγα ή στο ίδιο διάλυμα έγχυσης.
-Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες κεφαλοσπορίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Προηγούμενη, ταχείας έναρξης ή / και σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας στην πενικιλίνη ή σε οποιοδήποτε β-λακταμικό αντιβιοτικό.
Για φαρμακοτεχνικές μορφές που περιέχουν λιδοκαΐνη:
-
γνωστό ιστορικό υπερευαισθησίας στη λιδοκαΐνη ή σε άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίων
-
μη ρυθμιζόμενος καρδιακός αποκλεισμός
-
σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
-
χορήγηση μέσω της ενδοφλέβιας οδού
-
βρέφη ηλικίας κάτω των 30 μηνών
Όπως και με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της κεφοταξίμης, ειδικά εάν παραταθεί, μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη βακτηρίων που είναι ανθεκτικά. Η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή είναι ουσιώδης. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας προκληθεί επιλοίμωξη, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις
Σε ασθενείς που λαμβάνουν κεφοταξίμη, έχουν αναφερθεί σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων και θανατηφόρων (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8).
Εάν εμφανιστεί αντίδραση υπερευαισθησίας, απαιτείται διακοπή της θεραπείας.
Η χρήση της κεφοταξίμης αντενδείκνυται αυστηρά σε άτομα με προηγούμενο ιστορικό άμεσου τύπου υπερευαισθησίας στις κεφαλοσπορίνες.
Δεδομένου ότι υπάρχει διασταυρούμενη αλλεργία μεταξύ πενικιλλίνων και κεφαλοσπορίνων, η χρήση τωνης τελευταίων πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή σε άτομα ευαίσθητα στην πενικιλίνη.
-
Σοβαρές δερματικέςαντιδράσεις
Μετά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας αναφέρθηκαν σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) που συνδέονταν με τη θεραπεία με κεφοταξίμη, μεταξύ άλλων, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP), σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστημικά συμπτώματα (DRESS), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες.
Κατά τον χρόνο της συνταγογράφησης, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα των δερματικών αντιδράσεων.
Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η χρήση της κεφοταξίμης θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Εάν ο ασθενής έχει εμφανίσει σύνδρομο AGEP, SJS, TEN ή DRESS μετά τη χρήση κεφοταξίμης, η θεραπεία με κεφοταξίμη δεν θα πρέπει να ξεκινάει εκ νέου και θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
Στα παιδιά, η εμφάνιση εξανθήματος μπορεί να συγχέεται με την υποκείμενη λοίμωξη ή άλλη λοιμώδη διαδικασία, και οι γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο αντίδρασης στην κεφοταξίμη σε παιδιά που εμφανίζουν συμπτώματα όπως εξάνθημα και πυρετό κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφοταξίμη.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για να επικοινωνήσουν με το γιατρό τους αμέσως πριν από τη συνέχιση της θεραπείας εάν προκληθούν δερματικές ή/και βλεννογονικές αντιδράσεις.
-
Λοίμωξη σχετιζόμενη με το Clostridium difficile (π.χ. ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα)
Η εκένωση, ιδιαίτερα εάν είναι σοβαρή ή / και εμμένουσα, η οποία εμφανίζεται κατά τη διάρκεια ή της θεραπείας ή στις αρχικές εβδομάδες της θεραπείας, μπορεί να είναι συμπτωματική της νόσου που σχετίζεται με το Clostridium difficile (CDAD). Η λοίμωξη από Clostridium difficile μπορεί να διαφέρει σε σοβαρότητα από ελαφριά έως απειλητική για τη ζωή, η σοβαρότερη μορφή της οποίας είναι η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα.
Η διάγνωση αυτής της σπάνιας αλλά πιθανώς θανατηφόρου πάθησης μπορεί να επιβεβαιωθεί με ενδοσκόπηση ή / και ιστολογική εξέταση.
Είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή κατόπιν χορήγησης κεφοταξίμης.
Εάν υπάρχει υποψία διάγνωσης ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, η κεφοταξίμη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινά χωρίς καθυστέρηση κατάλληλη ειδική αντιβιοτική θεραπεία. Η λοίμωξη από Clostridium difficile μπορεί να ευνοηθείαπό στάση κοπράνων στο έντερο.
Τα φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό δεν θα πρέπει να χορηγούνται.
-
Αιματολογικές αντιδράσεις
Λευκοπενία, ουδετεροπενία και, πιο σπάνια, ανεπάρκεια μυελού των οστών, πανκυτταροπενία ή ακοκκιοκυτταραιμία μπορεί να αναπτυχθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφοταξίμη (βλ. παράγραφο 4.8).
Για κύκλους θεραπείας που διαρκούν περισσότερο από 7 – 10 ημέρες, ο αριθμός λευκοκυττάρων πρέπει να παρακολουθείται και η θεραπεία να διακόπτεται σε περίπτωση ουδετεροπενίας.
Έχουν αναφερθεί μερικές περιπτώσεις ηωσινοφιλίας και θρομβοκυτοπενίας, ταχέως αναστρέψιμες κατά τη διακοπή της θεραπείας. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας. (βλ. παράγραφο 4.8)
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Για ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η δοσολογία θα πρέπει να τροποποιηθεί σύμφωνα με την υπολογιζόμενη κάθαρση κρεατινίνης (βλ. παράγραφο 4.2).
Απαιτείται προσοχή όταν η κεφοταξίμη συγχορηγείται με αμινογλυκοσίδες. προβενεσίδη ή άλλα νεφροτοξικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.5).
Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς, στους ηλικιωμένους και σε εκείνους με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία.
-
Νευροτοξικότητα
Υψηλές δόσεις β-λακταμικών αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένης της κεφοταξίμης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτορυργία, μπορεί να οδηγήσουν σε εγκεφαλοπάθεια (π.χ. διαταρχή συνείδησης, μη φυσιολογικές κινήσεις και σπασμούς) (βλ. παράγραφο 4.8).
Θα πρέπει να προτρύνονται οι ασθενείς ώστε να επικοινωνούν με το γιατρό τους αμέσως, πριν συνεχίσουν τη θεραπεία, αν εμφανιστούν τέτοιες αντιδράσεις.
-
Η χρήση της κεφοταξίμης για τη θεραπεία της ενδοκαρδίτιδας πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν αλλεργία στην πενικιλίνη (όχι τύπου 1). Η κεφοταξίμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες, λαμβάνοντας υπόψη το περιορισμένο της αντιβακτηριακό φάσμα.
-
Προφυλάξεις κατά τη χορήγηση
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, έχει αναφερθεί δυνητικά απειλητική για τη ζωή αρρυθμία σε πολύ λίγους ασθενείς, που έλαβαν ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση κεφοταξίμης μέσω καθετήρα κεντρικής φλέβας. Ο συνιστώμενος χρόνος ένεσης ή έγχυσης θα πρέπει να τηρείται (βλ. παράγραφο 4.2).
Βλέπε παράγραφο 4.3 για αντενδείξεις για σκευάσματα που περιέχουν λιδοκαΐνη.
-
Επιδράσεις στις εργαστηριακές εξετάσεις
Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, η δοκιμασία Coombs έχει βρεθεί θετική σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν κεφοταξίμη. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να επιδράσει στις διασταυρούμενες αντιδράσεις του αίματος.
Η δοκιμασία γλυκόζης ούρων με μη-ειδικά αναγωγικά αντιδραστήρια πιθανώς να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Αυτό το φαινόμενο δεν παρατηρείται όταν χρησιμοποιείται η ειδική μέθοδος οξειδάσης της γλυκόζης.
-
Πρόσληψη νατρίου
Φιαλίδιο 0,5 g: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 24 mg (1,045 mmol) νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 1,2% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥμέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής,για έναν ενήλικα.
Φιαλίδιο 1 g: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 48 mg (2,09 mmol) νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 2,4% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Φιαλίδιο 2 g: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 96 mg (4,18 mmol) νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 4,8% της συνιστώμενης μέγιστης από τον ΠΟΥ ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου
μέσω διατροφής,για έναν ενήλικα.
Ουρικοαπεκκριτικά: Η προβενεσίδη παρεμβαίνει στη μεταφορά της κεφοταξίμης στο νεφρικό σωληνάριο, αυξάνοντας έτσι την έκθεση της κεφοταξίμης περίπου στο διπλάσιο και μειώνοντας τη νεφρική κάθαρση περίπου στο μισό στις θεραπευτικές δόσεις. Λόγω της ευρείας θεραπευτικής δράσης της κεφοταξίμης, δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.2).
Αντιβιοτικά αμινογλυκοσίδης και διουρητικά: Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, η κεφοταξίμη μπορεί να ενισχύσει τη νεφροτοξική δράση των νεφροτοξικών φαρμάκων όπως οι αμινογλυκοσίδες ή τα ισχυρά διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη). Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
Βακτηριοστατικά αντιβιοτικά: Το OXIMEZIN δεν πρέπει να συνδυάζεται με βακτηριοστατικά αντιβιοτικά (π.χ. τετρακυκλίνες, ερυθρομυκίνη και χλωραμφενικόλη) επειδή είναι εφικτό ένα ανταγωνιστικό αποτέλεσμα.
Παρεμβολή στις εργαστηριακές εξετάσεις: Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, θετική δοκιμασία Coombs έχει παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν κεφοταξίμη. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να επιδράσει στις διασταυρούμενες αντιδράσεις του αίματος.
Ψευδώς θετική αντίδραση μπορεί να συμβεί κατά την εξέταση της γλυκόζη με μη ειδικές αναγωγικές ουσίες (π.χ. διάλυμα Fehling's) αλλά όχι όταν χρησιμοποιηθεί η ειδική μέθοδος οξειδάσης της γλυκόζης.
Κύηση:
Η ασφάλεια της κεφοταξίμης δεν έχει εδραιωθεί στην ανθρώπινη εγκυμοσύνη.
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
Η κεφοταξίμη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα. Επομένως, η κεφοταξίμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος αντισταθμίζει τους πιθανούς κινδύνους.
Θηλασμός:
Η κεφοταξίμη περνά στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
Δεν μπορούν να αποκλειστούν οι επιδράσεις στην φυσιολογική εντερική χλωρίδα του βρέφους που θηλάζει οι οποίες οδηγούν σε διάρροια, ανάπτυξη μυκήτων και ευαισθητοποίηση του βρέφους δεν μπορούν να αποκλειστούν.
Συνεπώς, πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
ν
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η κεφοταξίμη επηρεάζει άμεσα την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Υψηλές δόσεις κεφοταξίμης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να προκαλέσουν εγκεφαλοπάθεια (π.χ. έκπτωση συνείδησης, μη φυσιολογικές κινήσεις και σπασμοί) (βλ. παράγραφο
4.8).
Στην περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών όπως είναι η ζάλη, μπορεί να μειωθεί η ικανότητα του ασθενούς να συγκεντρωθεί και να αντιδράσει σωστά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση αυτοκινήτων και τη χρήση μηχανημάτων.
| Οργανικό σύστημα | Πο λύ συχ νές (≥1/10) | Συχνές (≥1/100έως<1/10) | Όχι συχνές (≥1/1,000έως<1/100) | Σπάνιες (≥1/10.000έως<1/1.000) | Πολύ σπάνιες (<1/10.000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)* |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Επιλοίμωξη (βλ. παρ. 4.4) | |||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενί α Ηωσινοφιλί α Θρομβοπεν ία | Ανεπάρκεια μυελού των οστών Πανκυτταρο πενία Ουδετεροπεν ία Ακκοκιοκυττ αραιμία(βλ. παρ. 4.4)Αιμολυτική αναιμία | ||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντίδραση Jarisch Herxheimer | Αναφυλακτικ ές αντιδράσεις Αγγειοοίδημ α Βρογχόσπασ μος Αναφυλακτικό shock | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Σπασμοί (βλ.παρ. 4.4) | Κεφαλαλγία Ζάλη Εγκεφαλοπά θεια(π.χ. έκπτωση συνείδησης, παραισθήσει ς, σύγχυση, μη φυσιολογικές κινήσεις)(βλ.παρ. 4.4) | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία μετά από ταχείαενδοφλέβια έγχυση μέσω |
| καθετήρα κεντρικής φλέβαςΑίσθημα παλμών | ||||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | Ναυτία Έμετος Κοιλιακό άλγος Ψευδομεμβρ ανώδης κολίτιδα (βλ.παρ. 4.4)Καντιντίαση | ||||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (ALAT, ASAT, LDH, γ-GTκαι/ή αλκαλική φωσφατάσ η)και/ή χολερυθρίν η | Ηπατίτιδα* (ορισμένες φορές με ίκτερο) | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση | Πολύμορφο ερύθημα Σύνδρομο Stevens- Johnson Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (βλ.παρ. 4.4) Οξεία γενικευμένη εξανθηματικ ή φλυκταίνωση (AGEP)Αντίδραση στο φάρμακο με συμπτώματα ηωσινοφιλία ς και συστημικού συνδρόμου (DRESS)(βλ. παράγραφο4.4) |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Μείωση της νεφρικής λειτουργίας/ αύξηση της κρεατινίνης (ιδιαίτερα όταν συγχορηγεί ται με αμινογλυκοσίδες) | Διάμεση νεφρίτιδα Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παρ. 4.4) | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Ενδ ομυ ϊκές μορ φές:Πό νος στο ση μεί ο τηςένε σης | Πυρετός Φλεγμονώδ εις αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, συμπεριλαμ βανομένης φλεβίτιδας/ θρομβοφλε βίτιδας αίσθημακακουχία, κόπωση | Για Ε.Μ.σκευάσματα (όταν ο διαλύτης περιέχει λιδοκαΐνη): Συστηματικέ ς αντιδράσεις στη λιδοκαΐνη |
* εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου Αντίδραση Jarisch-Herxheimer
Στη θεραπεία της βορρελίωσης (νόσος του Lyme), μπορεί να εμφανιστεί μία αντίδραση Jarisch- Herxheimer κατά τις πρώτες ημέρες της θεραπείας.
Η εμφάνιση ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα συμπτώματα έχει αναφερθεί μετά από αρκετές εβδομάδες θεραπείας της βορρελίωσης: δερματικό εξάνθημα, κνησμός, πυρετός, λευκοπενία, αύξηση των ηπατικών ενζύμων, δυσκολία στην αναπνοή, ενοχλήσεις στις αρθρώσεις.
Ηπατικές διαταραχές
Έχει παρατηρηθεί αύξηση των ηπατικών ενζύμων (ALAT, ASAT, LDH, γ-γλουταμυλτρανσφεράση και / ή αλκαλική φωσφατάση) ή / και χολερυθρίνης. Αυτές οι μη φυσιολογικές εργαστηριακές αποκλίσεις ενδέχεται σπάνια να υπερβαίνουν το διπλάσιο του ανώτερου φυσιολογικού ορίου και να υποδεικνύουν ένα πρότυπο ηπατικής βλάβης, συνήθως χολοστατικής και συχνότερα ασυμπτωματικής.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της αναλογίας οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Για την Ελλάδα: στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr , http://www.kitrinikarta.gr.
Για την Κύπρο: στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ: +357 22608607, Φαξ: + 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs .
Τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας προσομοιάζουν κυρίως στο προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Υπάρχει κίνδυνος αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας σε περιπτώσεις χορήγησης υψηλών δόσεων β- λακταμικών αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένης της κεφοταξίμης.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, η κεφοταξίμη πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά υποστηρικτική αγωγή, η οποία περιλαμβάνει μέτρα για την επιτάχυνση της απέκκρισης και την συμπτωματική θεραπεία των ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. σπασμοί).
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Τα επίπεδα της κεφοταξίμης στον ορό μπορούν να μειωθούν με αιμοδιύλιση ή περιτοναϊκή κάθαρση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - OXIMEZIN 500MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς, κωδικός ATC: J01DD01 Μηχανισμός δράσης
Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφοταξίμης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του
βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος (κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης) που προκαλείται από την αναστολή των πρωτεϊνών που δεσμεύουν την πενικιλλίνη (PBPs) όπως οι τρανσπεπτιδάσες.
Μηχανισμός ανάπτυξης ανθεκτικότητας
Ανθεκτικότητα στην κεφοταξίμη μπορεί να προκληθεί από τους ακόλουθους μηχανισμούς:
-
Απενεργοποίηση από β-λακταμάσες. Η κεφοταξίμη μπορεί να υδρολυθεί από συγκεκριμένες β- λακταμάσες, ειδικά από β-λακταμάσες ευρέως φάσματος (ESBLs) που μπορούν να ανιχνευθούν σε στελέχη των Escherichia coli ή Klebsiella pneumoniae ή από χρωμοσωμικά κωδικοποιημένες ή εκτεταμένου φάσματος β-λακταμάσες τύπου AmpC που μπορεί να ανιχνευθούν στο Enterobacter cloacae. Επομένως, οι λοιμώξεις που προκαλούνται από παθογόνα με χρωμοσωμικά κωδικοποιημένες AmpC-β-λακταμάσες δεν πρέπει να υπόκεινται σε θεραπεία με κεφοταξίμη ακόμη και στην περίπτωση της αποδεδειγμένης in-vitro ευαισθησίας, εξαιτίας του ρίσκου επιλογής μεταλλαγμένων στελεχών με αποκατάσταση της έκφρασης των χρωμοσωμικά κωδικοποιημένων AmpC-β-λακταμασών.
-
Μειωμένη συγγένεια των PBPs με την κεφοταξίμη. Η επίκτητη ανθεκτικότητα των πνευμονιόκοκκων και άλλων στρεπτόκοκκων προκαλείται από τροποποιήσεις των PBPs λόγω μεταλλάξεων. Η ανθεκτικότητα των ανθεκτικών στη μεθικιλίνη (οξακιλίνη) σταφυλόκοκκων οφείλεται στο σχηματισμό μιας επιπρόσθετης PBP με χαμηλότερη συγγένεια με την κεφοταξίμη..
-
Ανεπαρκής διείσδυση της κεφοταξίμης μέσω του εξωτερικού κυτταρικού τοιχώματος των αρνητικών κατά Gram βακτηρίωνέτσι ώστε η αναστολή των PBPs να είναι ανεπαρκής.
-
Η παρουσία μηχανισμού ενεργής μεταφοράς (αντλίες εκροής) της κεφοταξίμης εκτός του κυττάρου. Ολική διασταυρούμενη ανθεκτικότητα λαμβάνει χώρα μεταξύ της κεφοταξίμης και της κεφτριαξόνης και εν μέρει μεταξύ άλλων πενικιλλίνων και κεφαλοσπορινών.
Όρια ευαισθησίας
Τα παρακάτω κλινικά MIC όρια ευαισθησίας διαμορφώθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST) (2019-01-01):
| Ευαισθησία | Ανθεκτικότητα | |
| Enterobacteriaceae | ≤ 1 mg / L | > 2 mg / L |
| Staphylococcus spp. HE | Σημείωση1 | Σημείωση 1 |
| Streptococcus (group A, B, C, G) | Σημείωση 2 | Σημείωση 2 |
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 0.5 mg / L | > 2 mg / L |
| Viridans group streptococci | ≤ 0.5 mg / L | > 0.5 mg / L |
| Haemophilus influenzae | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| Moraxella catarrhalis | ≤ 1 mg / L | > 2 mg / L |
| Neisseria gonorrhoea | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| Neisseria meningitidis3 | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| Pasteurella multocida | ≤ 0.03 mg / L | > 0.03 mg / L |
| Kingella kingae | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| PK-PD (Non-species related) breakpoints | ≤ 1 mg / L | > 2 mg / L |
HE = υψηλή έκθεση / υψηλή δόση μόνο για S. aureus (υψηλή δόση τουλάχιστον 3 x 2 g ενδοφλεβίως)
1 Η ευαισθησία του σταφυλόκοκκου στις κεφαλοσπορίνες τεκμηριώνεται από την ευαισθησία στην κεφοξιτίνη εξαιρουμένης της κεφιξίμη, της κεφταζιδίμη, της κεφταζιδίμης-αβιβακτάμης, της κεφτιμπουτένης και της κεφτολοζάνης-ταζομπακτάμης, τα οποία δεν έχουν όρια ευαισθησίας και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στις σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις.
2 Η ευαισθησία των Α, Β, C και G στρεπτόκοκκων στις κεφαλοσπορίνες τεκμηριώνεται από την ευαισθησία στην βενζυλπενικιλίνη.
3 Μη ευαίσθητα στελέχη είναι σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Η ταυτοποίηση και η δοκιμασία ευαισθησίας σε οποιοδήποτε από τα απομονωμένα στελέχη πρέπει να επιβεβαιωθεί και το στέλεχος να αποσταλεί σε εργαστήριο αναφοράς.
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά για συγκεκριμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση σχετικά με την ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητο, πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς, ιδιαίτερα αν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος, ώστε να αμφισβητείται η χρησιμότητα της κεφοταξίμης. Ειδικά στις περίπτωσεις σοβαρών λοιμώξεων ή σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, πρέπει να διεξάγεται μικροβιολογική διάγνωση, συμπεριλαμβανομένης της ταυτοποίησης του μικροοργανισμού και της ευαισθησίας του στην κεφοταξίμη.
| ΚΟΙΝΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ |
| Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοίStaphylococcus aureus (ευαίσθητο σε μεθικιλλίνη)Streptococcus agalactiaeStreptococcus pneumoniae (συμπερ. στελέχη ανθεκτικά σε πενικιλίνη)Streptococcus pyogenes |
| Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοίBorrelia burgdorferi Haemophilus influenzaeMoraxella catarrhalis Neisseria gonorrhoea |
| Neisseria meningitides Proteus mirabilis % |
| ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ |
| Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοίStaphylococcus aureus Staphylococcus epidermidis + Staphylococcus haemolyticus +Staphylococcus hominis + |
| Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοίCitrobacter freundii Enterobacter aerogenesEnterobacter cloacae Escherichia coli % Klebsiella oxytoca%Klebsiella pneumoniae#% Morganella morganii Proteus vulgarisSerratia marcescens |
| Αναερόβιοι μικροοργανισμοίBacteroides fragilis |
| ΕΓΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΕΙΔΗ |
| Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοίEnterococcus spp.Listeria monocytogenesStaphylococcus aureus (ανθεκτικό σε μεθικιλίνη) |
| Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοίAcinetobacter spp. |
| Pseudomonas aeruginosaStenotrophomonas maltophilia |
| Αναερόβιοι μικροοργανισμοίClostridium difficile |
| ΆλλαChlamydia spp. |
| Chlamydophila spp. Legionella pneumophila Mycoplasma spp.Treponema pallidum |
+ Σε τουλάχιστον μία περιοχή το ποσοστό ανθεκτικότητας είναι > 50 %.
# Σε μονάδες εντατικής θεραπείας το ποσοστό ανθεκτικότητας είναι < 10 %.
% Τα στελέχη παραγωγής ευρέως φάσματος β-λακταμάσης (ESBL) είναι πάντα ανθεκτικά.
Απορρόφηση
Το OXIMEZIN προορίζεται για παρεντερική χρήση. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 1 g και 2 g κεφοταξίμης., οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις μετά από 5 λεπτά είναι περίπου 81 – 102 mg / L και περίπου 167 – 214 mg / L 8 λεπτά αντίστοιχαΗ ενδομυϊκή ένεση επάγει μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό 20 mg / L εντός 30 λεπτών μετά από δόση 1 g.
Κατανομή
Η κεφοταξίμη έχει καλή διείσδυση σε διαφορετικά διαμερίσματα. Τα θεραπευτικά επίπεδα φαρμάκων που υπερβαίνουν τα ελάχιστα ανασταλτικά επίπεδα για τα κοινά παθογόνα μπορούν γρήγορα να επιτευχθούν. Οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι χαμηλές όταν οι μηνίγγες δεν έχουν φλεγμονή, αλλά η κεφοταξίμη συνήθως περνάει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμόσε επίπεδα πάνω από τα MIC όρια ευαισθησίας των παθογόνων φλεγμονή των μηνίγγων (3 – 30 μg / mL). Συγκεντρώσεις (0,2 – 5,4 μg / mL), ανασταλτικές για τα περισσότερα βακτήρια, επιτυγχάνονται σε πυώδη πτύελα, βρογχικές εκκρίσεις και πλευρικό υγρό μετά από χορήγηση 1 ή 2 g κεφοταξίμης.
Οι συγκεντρώσεις που είναι πιθανόν να είναι αποτελεσματικές κατά των πιο ευαίσθητων οργανισμών επιτυγχάνονται ομοίως στα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα, στις εκροές μέσου ωττός, στον προστατικό ιστό, στο διάμεσο υγρό, στο περιτοναϊκό υγρό και στο τοίχωμα της χοληδόχου κύστης, μετά από θεραπευτικές δόσεις. Υψηλές συγκεντρώσεις της κεφοταξίμης και της Ο-δεσακετυλ- κεφοταξίμης επιτυγχάνονται στη χολή. Η κεφοταξίμη διέρχεται από τον πλακούντα και επιτυγχάνει υψηλές συγκεντρώσεις στο εμβρυϊκό υγρό και τους ιστούς (μέχρι 6 mg / kg). Μικρές ποσότητες κεφοταξίμης διαχέονται στο μητρικό γάλα.
Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος για την κεφοταξίμη είναι περίπου 25 – 40 %.
Ο όγκος κατανομής της κεφοταξίμης είναι 21 – 37 λίτρα μετά από 1 γρ. ενδοφλέβιας έγχυσης για 30 λεπτά.
Βιομετασχηματισμός
Η κεφοταξίμη μεταβολίζεται μερικά στους ανθρώπους. Περίπου 15 – 25 % μίας παρεντερικής δόσης μεταβολίζεται στον μεταβολίτη της Ο-δεσακετυλ-κεφοταξίμης, ο οποίος έχει επίσης αντιβιοτικές ιδιότητες.
Αποβολή
Η κύρια οδός έκκρισης της κεφοταξίμης και της Ο-δεσακετυλ-κεφοταξίμης είναι μέσω των νεφρών. Μόνο μία μικρή ποσότητα (2 %) κεφοταξίμης απεκκρίνεται μέσω της χολής. Στα ούρα που συλλέγονται εντός 6 ωρών, το 40 – 60 % της χορηγούμενης δόσης κεφοταξίμης ανακτάται ως αμετάβλητη κεφοταξίμη και το 20 % βρίσκεται ως Ο-δισακετυλ-κεφοταξίμη. Μετά από χορήγηση ραδιενεργά επισημασμένης κεφοταξίμης μπορεί να ανακτηθεί περισσότερο από 80 % στα ούρα. Το 50 – 60 % αυτού του κλάσματος είναι αμετάβλητη κεφοταξίμη και το υπόλοιπο περιέχει μεταβολίτες.
Η συνολική κάθαρση της κεφοταξίμης είναι 240 – 390 mL / min και η νεφρική κάθαρση είναι 130 – 150 mL / min.
Οι χρόνοι ημιζωής της κεφοταξίμης στον ορό και της Ο-δεσακετυλ-κεφοταξίμης είναι κανονικά περίπου 50 – 80 και 90 λεπτά, αντίστοιχα. Σε ηλικιωμένους, ο χρόνος ημιζωής της κεφοταξίμης είναι
120 – 150 λεπτά.
Σε ασθενείς με σοβαρή διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης 3 – 10 mL / min), ο χρόνος ημιζωής της κεφοταξίμης στον ορό μπορεί να αυξηθεί σε 2,5 – 3,6 ώρες.
Δεν υπάρχει συσσώρευση μετά τη ενδοφλέβια χορήγηση 1000 mg ή ενδομυϊκή χορήγηση 0,5 g για 10 ή 14 ημέρες.
Στα νεογνά, η φαρμακοκινητική επηρεάζεται από την κύηση και την ηλικία, ο χρόνος ημιζωής παρατείνεται σε πρόωρα νεογνά και νεογνά χαμηλού βάρους της ίδιας ηλικίας.
