BELOGERM® CREAM (10+0.5+1)MG/G
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BELOGERM
Το BELOGERM ενδείκνυται για την ανακούφιση των φλεγμονωδών εκδηλώσεων των δερματοπαθειών των ανταποκρινόμενων στα κορτικοστεροειδή όταν επιπλέκονται από δευτεροπαθή λοίμωξη που έχει προκληθεί από μικροοργανισμούς ευαίσθητους στις δραστικές ουσίες αυτού του φαρμάκου ή όταν υπάρχει πιθανότητα μιας τέτοιας λοίμωξης.
Η κλοτριμαζόλη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη θεραπεία παθήσεων όπως
-
tinea pedis (πόδι του αθλητή), tinea cruris και tinea corporis που προκαλούνται από Trichophyton rubrum, Trichophyton mentagrophytes, Epidermophyton floccosum και Microsporum canis.
-
καντιντίαση που προκαλείται από Candida albicans.
-
tinea versicolor που προκαλείται από Malassezia furfur (Pityrosporum obiculare).
Το αντιβακτηριακό φάσμα της γενταμικίνης περιλαμβάνει ευαίσθητα στελέχη Gram-αρνητικών βακτηριδίων όπως Pseudomonas aeruginosa, Aerobacter aerogenes, Escherichia coli, Proteus vulgaris και Klebsiella pneumonia και στελέχη Staphylococcus aureus (θετικά και αρνητικά στη κοαγκουλάση καθώς και μερικά στελέχη που παράγουν πενικιλλινάση).
Δοσολογία Ενήλικες
Λεπτό στρώμα κρέμας BELOGERM πρέπει να εφαρμόζεται, τρίβοντας απαλά, έτσι, ώστε να καλύπτει πλήρως την προσβεβλημένη και τις γύρω περιοχές δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ. Για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, η κρέμα BELOGERM πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια (όπως συνταγογραφείται).
Η διάρκεια της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με την έκταση, την εντόπιση της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενή. Η διάρκεια της θεραπείας σε ενήλικες περιορίζεται σε 7 έως 10 ημέρες, επειδή το φάρμακο περιέχει γενταμικίνη.
Η χρήση της κρέμας Belogerm δεν συνιστάται στη θεραπεία της δερματίτιδας από πάνα ακράτειας. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κάτω από την πάνα.
Έφηβοι
Ένα λεπτό στρώμα κρέμας Belogerm θα πρέπει να εφαρμόζεται στο προσβεβλημένο δέρμα, μία φορά την ημέρα, τρίβοντας απαλά. Η εφαρμογή στο πρόσωπο, το λαιμό, το τριχωτό της κεφαλής, τα γεννητικά όργανα, το ορθό και την παρατριμματική περιοχή πρέπει να πραγματοποιείται υπό ιατρική παρακολούθηση.
Η διάρκεια της θεραπείας περιορίζεται σε 5-7 ημέρες.
Η χρήση σε εφήβους πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή και για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα (βλ. παράγραφο 4.4).
Τρόπος εφαρμογής
Για το δέρμα.
Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κάτω από αποφρακτικό επίδεσμο.
Αμέσως μόλις δικαιολογείται κλινικά (δηλαδή όταν πλέον δεν απαιτείται αντιμετώπιση της δερματοπάθειας με ισχυρό γλυκοκορτικοειδές ή όταν δεν υπάρχει πλέον επιλοίμωξη με μικροοργανισμούς ευαίσθητους στη γενταμικίνη και/ή στην κλοτριμαζόλη), η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται με μια μεμονωμένη δραστική ουσία, ένα γλυκοκορτικοειδές (κατά προτίμηση γλυκοκορτικοειδές με ασθενέστερη δράση) ή αντιβιοτικό ή αντιμυκητιακό.
Η κρέμα Belogerm δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε άτομα με υπερευαισθησία στη διπροπιονική βηταμεθαζόνη, στην κλοτριμαζόλη, στη θειική γενταμυκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, καθώς και σε άλλα κορτικοστεροειδή, ιμιδαζόλες και αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά.
Η κρέμα Belogerm αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.6).
To Belogerm αντενδείκνυται:
-
εάν υπάρχει ιογενής λοίμωξη, συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων σε εμβόλια και ανεμοβλογιάς,
-
εάν υπάρχει δερματική φυματίωση και σύφιλη,
-
εάν υπάρχει ιογενής λοίμωξη του δέρματος (απλός έρπης, έρπης ζωστήρας),
-
εάν υπάρχει ροδόχρους ακμή και δερματίτιδα παρόμοιας εικόνας με ροδόχρου ακμή,
-
με ταυτόχρονη συστηματική θεραπεία με αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά, λόγω του κινδύνου τοξικών επιπέδων στον ορό,
-
σε προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια,
-
σε παιδιά
Το Belogerm δεν πρέπει να εφαρμόζεται κάτω από αποφρακτικό επίδεσμο.
Το Belogerm δεν προορίζεται για χρήση στον ακουστικό πόρο, στα μάτια ή στους βλεννογόνους.
Φάρμακα, όπως το Belogerm, που περιέχουν γενταμικίνη, θα πρέπει να επιλέγονται με προσοχή. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο εάν δεν υπάρχει ταχεία απόκριση στα αντισηπτικά μέτρα, εάν αυτή η ανταπόκριση είναι ανεπαρκής ή εάν η αντισηπτική θεραπεία αντενδείκνυται.
Εάν παρουσιαστεί ερεθισμός ή αναπτυχθεί υπερευαισθησία κατά την εφαρμογή της κρέμας Belogerm, η αγωγή πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία.
Μπορεί να εμφανιστεί διασταυρούμενη αλλεργιογονικότητα μεταξύ των αμινογλυκοσίδων.
Οποιαδήποτε από τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις που έχουν αναφερθεί κατά τη συστηματική χρήση των κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένης καταστολής των επινεφριδίων, μπορεί επίσης να εμφανιστεί με τα τοπικά κορτικοστεροειδή.
Η συστηματική απορρόφηση των τοπικών κορτικοστεροειδών ή της γενταμικίνης θα αυξηθεί, εάν υποβληθεί σε θεραπεία μεγάλη περιοχής του σώματος ή εάν χρησιμοποιηθεί αποφρακτικός επίδεσμος, ιδιαίτερα εάν η θεραπεία είναι παρατεταμένη ή είναι ορατές δερματικές βλάβες.
Η χρήση γενταμικίνης σε ανοιχτές πληγές ή κατεστραμμένο δέρμα πρέπει να αποφεύγεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ενδέχεται να αναπτυχθούν ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται μετά τη συστηματική χορήγηση γενταμικίνης (ωτοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα). Συνιστάται προσοχή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Η τοπική εφαρμογή της γενταμικίνης σε δερματικές λοιμώξεις έχει συσχετιστεί με κίνδυνο εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων. Η γενταμικίνη είναι ένα αλλεργιογόνο επαφής και η συχνότητα ευαισθητοποίησης είναι περίπου 1,4% και αυξάνεται. Ο κίνδυνος ευαισθητοποίησης αυξάνεται με τη διάρκεια της θεραπείας. Έχει αποδειχθεί διασταυρούμενη ευαισθησία μεταξύ της γενταμικίνης και άλλων αμινογλυκοσιδών, όπως η νεομυκίνη και η καναμυκίνη. Μια τοπικά επίκτητη
αλλεργία στη γενταμικίνη αποκλείει την επακόλουθη συστηματική χρήση τόσο της γενταμικίνης όσο και των άλλων αμινογλυκοσιδών
Η μακροχρόνια χρήση τοπικών αντιβιοτικών μερικές φορές οδηγεί σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Εάν αυτό συμβεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Belogerm ή εάν εμφανιστεί ερεθισμός, υπερευαισθησία ή υπερλοίμωξη, η χρήση της κρέμας Belogerm θα πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία.
Επειδή οι συστηματικά απορροφούμενες αμινογλυκοσίδες έχουν δράση νευρομυϊκού αποκλεισμού, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis, νόσο Parkinson, άλλες παθήσεις που σχετίζονται με μυϊκή αδυναμία και σε άτομα που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φάρμακα με δράση νευρομυϊκού αποκλεισμού.
Ισχυρά και μέτριας ισχύος κορτικοστεροειδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πρόσωπο και στην περιοχή των γεννητικών οργάνων με προσοχή, για όχι περισσότερο από 5 ημέρες.
Η συστηματική απορρόφηση τοπικών κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει αναστρέψιμη καταστολή του άξονα υποθαλάμου - υπόφυσης - επινεφριδίων (ΥΥΕ) με πιθανή ανεπάρκεια γλυκοκορτικοειδών και μεταβολικές επιδράσεις μετά τη διακοπή της θεραπείας. Μερικοί ασθενείς μπορεί να αναπτύξουν συμπτώματα του συνδρόμου Cushing λόγω συστηματικής απορρόφησης τοπικών κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ισχυρών τοπικών κορτικοστεροειδών σε μεγάλη περιοχή του δέρματος θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά και να αξιολογούνται για πιθανή καταστολή του άξονα ΥΥΕ. Εάν αποδειχθεί η καταστολή του άξονα ΥΥΕ, το φάρμακο θα πρέπει είτε να διακοπεί, είτε να μειωθεί η συχνότητα χορήγησης είτε να αντικατασταθεί με ένα ασθενέστερο κορτικοστεροειδές. Γενικά μετά τη διακοπή της θεραπείας η αποκατάσταση της λειτουργίας του άξονα ΥΥΕ είναι ταχεία και πλήρης. Λιγότερο συχνά, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης που σχετίζονται με τη διακοπή των στεροειδών, που απαιτούν θεραπεία με συστηματικά κορτικοστεροειδή.
Η συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών (συμπεριλαμβανομένων των ενδορινικών, εισπνεόμενων και ενδοφθάλμιων) μπορεί να προκαλέσει διαταραχές της όρασης. Εάν ο ασθενής έχει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραπομπής σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση των πιθανών αιτιών των οπτικών διαταραχών, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνεται καταρράκτης, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR) που καταγράφεται μετά από συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών.
Η χρήση της κρέμας Belogerm δεν συνιστάται στη θεραπεία της δερματίτιδας από πάνες ακράτειας. Η εφαρμογή κάτω από πάνες ακράτειας (ειδικά οι πλαστικές) αυξάνει την απορρόφηση επειδή η πάνα λειτουργεί ως αποφρακτικός επίδεσμος. Επομένως η κρέμα Belogerm δεν πρέπει να εφαρμόζεται κάτω από πάνες.
Έφηβοι
Η διάρκεια της θεραπείας περιορίζεται σε 5-7 ημέρες.
Διαταραχές όρασης
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών (συμπεριλαμβανομένων ρινικών, εισπνεόμενων και οφθαλμικών σκευασμάτων).
Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών των οπτικών διαταραχών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών
Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με ορισμένα από τα άλλα συστατικά του BELOGERM
Το φάρμακο αυτό περιέχει προπυλενογλυκόλη. Το έκδοχο αυτό μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό.
Επίσης περιέχει βενζυλική αλκοόλη. Το έκδοχο αυτό μπορεί να προκαλέσει
αλλεργικές αντιδράσεις ή/και ήπιο τοπικό ερεθισμό.
Επιπλέον περιέχει κετοστεαρυλική αλκοόλη. Το έκδοχο αυτό μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα επαφής).
Λόγω πιθανής αμοιβαίας αδρανοποίησης, το Belogerm δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα τοπικά δερματολογικά φάρμακα.
Η γενταμικίνη δεν είναι συμβατή με την αμφοτερικίνη Β, την ηπαρίνη, τη σουλφαδιαζίνη και τα αντιβιοτικά βήτα-λακτάμης (π.χ. κεφαλοσπορίνες).
Κύηση
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τερατογόνες επιδράσεις μετά από τοπική εφαρμογή ισχυρών κορτικοστεροειδών.
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες τερατογόνου δράσης επί εγκύων γυναικών για τοπικά κορτικοστεροειδή.
Οι αμινογλυκοσίδες διέρχονται από τον πλακούντα και μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο μετά από χρήση της μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Έχουν υπάρξει αναφορές πλήρους, μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης, συγγενούς κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν αμινογλυκοσίδες, συμπεριλαμβανομένης της γενταμικίνης, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση γενταμικίνης τοπικά σε έγκυες γυναίκες.
Για την κλοτριμαζόλη, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της σε έγκυες γυναίκες.
Επομένως, το Belogerm αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3).
Θηλασμός
Μικρές ποσότητες γενταμικίνης απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της διπροπιονικής
βηταμεθαζόνης και της κλοτριμαζόλης στο μητρικό γάλα. Άλλα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.
To Belogerm δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Το βρέφος δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με τις υπό θεραπεία περιοχές του δέρματος.
Θα πρέπει να αποφασιστεί αν θα διακοπεί ο θηλασμός ή αν θα διακοπεί η θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος της θεραπείας για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα για κρέμα συνδυασμού κλοτριμαζόλης, βηταμεθαζόνης γενταμικίνης σχετικά με τη γονιμότητα.
ν
Το BELOGERM δεν έχει καμία ή έχει αμελητέα επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται σε πίνακες ανά κατηγορία συστήματος οργάνων και συχνότητα εμφάνισης (πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές(≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση τοπικής κρέμας συνδυασμού κλοτριμαζόλης, βηταμεθαζόνης και γενταμικίνης παρατίθενται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1
| Κατηγορία οργάνου/ συστήµατος (σύμφωνα με το MedDRA) | Κρέμα συνδυασμού κλοτριμαζόλης, βηταμεθαζόνης και θεικήςγενταμικίνης |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΠολύ σπάνια | αποχρωματισμός του δέρματος,αίσθημα καύσου, ερύθημα, εξίδρωμα, κνησμός |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΠολύ σπάνια | υποχρωμία |
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση μόνο κλοτριμαζόλης στο δέρμα παρατίθενται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2
| Κατηγορία οργάνου συστήµατος(σύμφωνα με το MedDRA) | Κλοτριμαζόλη (εφαρμοζόμενη στοδέρμα) σε μονοθεραπεία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΗ συχνότητα δεν είναι γνωστή | Αίσθημα καύσου, πομφόλιγες στο δέρμα, απολέπιση του δέρματος, κνίδωση και γενικός ερεθισμός τουδέρματος |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΗ συχνότητα δεν είναι γνωστή | οίδημα |
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση μόνο γενταμικίνης στο δέρμα παρατίθενται στον Πίνακα 3.
Πίνακας 3
| Κατηγορία οργάνου/ συστήµατος(σύμφωνα με το MedDRA) | Κλοτριμαζόλη (εφαρμοζόμενη στοδέρμα) σε μονοθεραπεία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΗ συχνότητα δεν είναι γνωστή | παροδικός ερεθισμός του δέρματος, φωτοευαισθητοποίηση |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΗ συχνότητα δεν είναι γνωστή | ωτοτοξικότητα* |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΗ συχνότητα δεν είναι γνωστή | νεφροτοξικότητα* |
*μπορεί να εμφανιστούν ύστερα από μακροχρόνια χρήση, εφαρμογή σε μεγάλη επιφάνεια του δέρματος ή σε κατεστραμμένο δέρμα, λόγω της συστηματικής τοξικότητας της γενταμικίνης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση κορτικοστεροειδών στο δέρμα, ειδικά κατά τη χρήση αποφρακτικών επιδέσμων, παρατίθενται στον Πίνακα 4.
Πίνακας 4.
| Κατηγορία οργάνου/ συστήµατος(σύμφωνα με το MedDRA) | Κορτικοστεροειδή (εφαρμοζόμεναστο δέρμα) σε μονοθεραπεία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΗ συχνότητα δεν είναι γνωστή* | Αίσθημα καύσου, κνησμός, ερεθισμός, ξηροδερμία, υπερτρίχωση,ακμοειδή εξανθήματα, υπομελάγχρωση, περιστοματικήδερματίτιδα, αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής, διαβροχή δέρματος, ατροφίαδέρματος, ραγάδες, ιδρώα |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Ησυχνότητα δεν είναι γνωστή | θυλακίτιδα, δευτεροπαθείς λοιμώξεις |
| Οφθαλμικές διαταραχές Η συχνότηταδεν είναι γνωστή | Θολή όραση (βλ. επίσης παράγραφο4.4.) |
* η συχνότητα αυξάνεται ύστερα από μακροχρόνια χρήση, εφαρμογή σε μεγάλη επιφάνεια του δέρματος και όταν χρησιμοποιούνται αποφρακτικοί επίδεσμοι
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω.
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
Συμπτώματα:
Η υπερβολική ή παρατεταμένη χρήση τοπικών γλυκοκορτικοειδών μπορεί να καταστείλει τη φλοιοεπινεφριδιακή λειτουργία με αποτέλεσμα δευτεροπαθή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια και εκδηλώσεις υπερκορτικισμού, συμπεριλαμβανομένης της νόσου του Cushing.
Σε ανθρώπους εφαρμόστηκε, κλοτριμαζόλη επισημασμένη με 14C σε άθικτο ή τραυματισμένο δέρμα, με χρήση αποφρακτικού επιδέσμου για 6 ώρες, και δεν βρέθηκαν μετρήσιμες ποσότητες ραδιενεργού υλικού (κατώτερο όριο ανίχνευσης 0,001 mcg/ml). Επομένως η υπερδοσολογία με τοπικώς χορηγούμενη κλοτριμαζόλη θεωρείται απίθανη.
Μια εφάπαξ υπέρβαση της δόσης της γενταμικίνης δεν αναμένεται να προκαλέσει συμπτώματα. Η υπερβολική ή παρατεταμένη χρήση γενταμικίνης μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση των αλλοιώσεων λόγω ανάπτυξης μη ευαίσθητων μικροβίων.
Αντιμετώπιση:
Ενδείκνυται η κατάλληλη συμπτωματική αγωγή. Τα οξέα συμπτώματα και σημεία υπερκορτιζολαιμίας είναι συνήθως αναστρέψιμα. Αντιμετωπίστε τη διαταραχή ισορροπίας των ηλεκτρολυτών αν χρειαστεί.
Σε περίπτωση χρόνιας τοξικότητας συνιστάται η σταδιακή διακοπή των γλυκοκορτικοειδών. Εάν εμφανισθεί υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, σταματήστε τη θεραπεία με BELOGERM και εφαρμόστε κατάλληλη αγωγή.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BELOGERM
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Δερματολογικά φάρμακα, Κορτικοστεροειδή, ισχυρά, συνδυασμοί με αντιβιοτικά, Βηταμεθαζόνη και αντιβιοτικά
Κωδικός ATC: D07CC01
Το BELOGERM συνδυάζει τις αντιφλεγμονώδεις, αντικνησμώδεις και αγγειοσυσπαστικές δράσεις της διπροπιονικής βηταμεθαζόνης με την ευρέος φάσματος αντιμυκητιακή δράση της κλοτριμαζόλης, και την ευρέος φάσματος βακτηριοκτόνο αντιβιοτική δράση της θειικής γενταμικίνης.
Δεδομένα για τη βηταμεθαζόνη
Η διπροπιονική βηταμεθαζόνη είναι ένα συνθετικό γλυκοκορτικοειδές για τοπική χρήση.
Η βηταμεθαζόνη, είναι ένα παράγωγο της πρεδνιζολόνης, έχει ισχυρή δράση γλυκοκορτικοειδούς και ελάχιστες μόνο δρασεις αλατοκορτικοειδούς. Λόγω των αντιφλεγμονωδών, αντικνησμωδών και αγγειοσυσπαστικών επιδράσεών τους, τα τοπικά γλυκοκορτικοειδή, όπως η διπροπιονική βηταμεθαζόνη, ενδείκνυνται κυρίως για τη θεραπεία δερματώσεων που είναι ευαίσθητες στα γλυκοκορτικοειδή.
Δεδομένα για τη γενταμικίνη
Η γενταμικίνη είναι ένα αμινογλυκοσιδικό αντιβιοτικό.
Η γενταμικίνη εφαρμοζόμενη τοπικά είναι αποτελεσματική σε πρωτογενείς και δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις του δέρματος.
Ο μηχανισμός δράσης της γενταμικίνης βασίζεται στη διακοπή της βιοσύνθεσης πρωτεϊνών, μέσω αλληλεπίδρασης με το ριβοσωμικό RNA και επακόλουθης ενσωμάτωσης εσφαλμένων αμινοξέων κατά τη μετάφραση, μηχανισμός που έχει βακτηριοκτόνο δράση.
Η γενταμικίνη μπορεί να εμφανίζει διασταυρούμενη ανθεκτικότητα με άλλα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά. Λόγω του σημαντικού ενζυματικού μηχανισμού ανθεκτικότητας στις αμινογλυκοσίδες, υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα ατελούς, μονόπλευρης και πλήρους συγκριτικής ανθεκτικότητας μικροοργανισμών σε διάφορα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά.
Στα βακτήρια ευαίσθητα στη γενταμικίνη περιλαμβάνονται ευαίσθητα στελέχη του Staphylococcus aureus(θετικά στην κοαγουλάση, αρνητικά στην κοαγουλάση και ορισμένα στελέχη που παράγουν πενικιλινάση) και αρνητικά κατά Gram βακτήρια όπως: Pseudomonas aeruginosa, Aerobacter aerogenes, Escherichia coli, Proteus vulgaris και Klebsiella pneumoniae.
Δεδομένα για τη κλοτριμαζόλη
Η κλοτριμαζόλη θεωρείται ότι δρα στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα, προκαλώντας διαρροή του κυτταρικού περιεχομένου. Η κλοτριμαζόλη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στις ακόλουθες δερματικές λοιμώξεις:
-
tinea pedis (πόδι του αθλητή),, tinea cruris και tinea corporis που προκαλούνται από Trichophyton rubrum, Trichophyton mentagrophytes, Epidermophyton floccosum και Microsporum canis
-
καντιντίαση που προκαλείται από Candida albicans
-
tinea versicolor που προκαλείται από Malassezia furfur (Pityrosporum obiculare).
Απορρόφηση
Η διαδερμική απορρόφηση των κορτικοστεροειδών ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και μπορεί να αυξηθεί με τη χρήση αποφρακτικών επιδέσμων.
Μετά από την τοπική εφαρμογή ενός κορτικοστεροειδούς σε άθικτο δέρμα, μόνο μικρή ποσότητα του φαρμάκου φτάνει στην κυκλοφορία του αίματος. Ωστόσο, η απορρόφηση αυξάνεται σημαντικά όταν η κεράτινη στιβάδα δεν είναι παρούσα και μπορεί να αυξηθεί λόγω φλεγμονής ή/και μειωμένης λειτουργίας του δερματικού φραγμού. Επίσης ο ρυθμός απορρόφησης εξαρτάται από την υπο θεραπεία περιοχή του δέρματος και τη διάρκεια της θεραπείας.
Η διείσδυση στο δέρμα των τοπικά εφαρμοζόμενων κορτικοστεροειδών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δράση τους, ωστόσο αυτό προκαλεί και τις συστηματικές δράσεις τους.
Κατά τη θεραπεία διαφόρων δερματοπαθειών, παρακολουθήθηκε η απορρόφηση της βηταμεθαζόνης και παρατηρήθηκε ότι απορροφάται έως και 14% της χορηγούμενης δόσης. Σε πειραματόζωα (επίμυες, μύες) αποδείχθηκε ότι περίπου το 10% της διπροπιονικής βηταμεθαζόνης απορροφάται μετά την εφαρμογή της σε άθικτο δέρμα και μετά την αφαίρεση της κεράτινης στιβάδας η απορρόφησή της ανέρχεται σε περίπου 90%.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ των τοπικών γλυκοκορτικοειδών μετά τη διείσδυση μέσω του δέρματος είναι παρόμοιο με αυτό των συστηματικών γλυκοκορτικοειδών.
Η θεική γενταμικίνη γενικά δεν απορροφάται από άθικτο δέρμα. Ωστόσο, το φάρμακο απορροφάται γρήγορα όταν η κεράτινη στιβάδα του δέρματος δεν είναι παρούσα, όπως σε περιπτώσεις πληγών, εγκαυμάτων και ελκών.
Η δραστική ουσία γενταμικίνη μπορεί να χορηγηθεί παρεντερικά ή τοπικά, αλλά δεν είναι κατάλληλη για από του στόματος χορήγηση καθώς η εντερική απορρόφηση του φαρμάκου είναι ελάχιστη. Τα τοπικά αντιβιοτικά, μετά την από του δέρματος διείσδυση, μεταβολίζονται, ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο που παρατηρείται ύστερα από παρεντερική χορήγηση. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση της γενταμικίνης 3,5 έως 6,4 mg/l μπορεί να μετρηθεί 30-60 λεπτά μετά την ενδομυϊκή χορήγηση 1mg γενταμικίνης /kg σωματικού βάρους.
Το ποσοστό απορρόφησης της γενταμικίνης μέσω του δέρματος, μετά από τοπική εφαρμογή του σκευάσματος με τη μορφή κρέμας 0,1% σε ανέπαφο δέρμα είναι περίπου 2% του εφαρμοζόμενου όγκου. Μια κατάλληλη τιμή για μια σύνθεση λιπαρών 0,1% είναι περίπου 0,5%. Από τη φαρμακοτεχνική μορφή της κρέμας απορροφούνται κατά μέσο όρο 6,9 μg γενταμικίνης ανά cm2 επιφάνειας τραύματος και από τη φαρμακοτεχνική μορφή της αλοιφής περίπου 1,5 μg γενταμικίνης. Αυτές οι δόσεις της δραστικής ουσίας μπορεί να οδηγήσουν σε συγκεντρώσεις στον ορό έως και 1 μg/ml, που αντιστοιχεί περίπου σε 10% χαμηλότερη συγκέντρωση από τη συγκέντρωση με τοξική δράση. Μετά από την τοπική εφαρμογή γενταμικίνης σε εγκαύματα, μετρήθηκαν στον ορό συγκεντρώσεις από 3
έως 4,3 μg/ml.
Η κλοτριμαζόλη απορροφάται ελάχιστα από το δέρμα. Στον άνθρωπο, η απορρόφηση, μετά την εφαρμογή κρέμας κλοτριμαζόλης 1% σε άθικτο δέρμα κάτω από αποφρακτικό επίδεσμο, είναι αμελητέα. Το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου παραμένει στην επιδερμίδα (κεράτινη στοιβάδα), ένα μικρότερο ποσοστό διεισδύει στο χόριο και πολύ λίγο διεισδύει βαθύτερα στο δέρμα. Οι συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται στην κεράτινη στοιβάδα είναι παρόμοια με την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση για τα περισσότερα δερματόφυτα.
Κατανομή
Τα γλυκοκορτικοειδή συνδέονται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε διάφορους βαθμούς. Περίπου το 65% της βηταμεθαζόνης συνδέεται αναστρέψιμα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Κατανέμεται καλά σε όλα τα όργανα (ο όγκος κατανομής είναι 1,4 l/kg).
Βιομετασχηματισμός
Τα γλυκοκορτικοειδή μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ. Βρέθηκε ότι οι κύριοι μεταβολίτες είναι η 17-προπιονική-βηταμεθαζόνη και η 6β-υδρόξυ-17-προπιονική βηταμεθαζόνη.
Η κλοτριμαζόλη μεταβολίζεται στο σώμα και στα ούρα μπορούν να ανιχνευθούν αρκετοί ανενεργοί μεταβολίτες. Η κλοτριμαζόλη είναι επαγωγέας μικροσωμικών ενζύμων στο ήπαρ (κυτόχρωμα P450, οξειδάσες μικτής λειτουργίας) επομένως επιταχύνει τον δικό της μεταβολισμό καθώς και τον μεταβολισμό άλλων φαρμάκων.
Αποβολή
Η μεγαλύτερη ποσότητα της γενταμικίνης απεκκρίνεται με σπειραματική διήθηση σε αμετάβλητη και βιολογικά ενεργή μορφή. Περίπου το 70% της απορροφούμενης δόσης αποβάλλεται με τα ούρα εντός 24 ωρών. Μια μικρή ποσότητα απεκκρίνεται μέσω του χοληφόρου συστήματος. Στους ενήλικες, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 2-3 ώρες και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη νεφρική λειτουργία. Επομένως σε ασθενείς με νεφρική βλάβη, ο χρόνος
ημίσειας ζωής αποβολής μπορεί να είναι πάνω από 24 ώρες. Η γενταμικίνη, όπως και άλλες αμινογλυκοσίδες, μπορεί να συσσωρευτεί στο σώμα, ειδικά στoυς νεφρούς.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της βηταμεθαζόνης είναι 5,6 ώρες. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες της είναι οι 17-διπροπιονική βηταμεθαζόνη και 6β-υδρόξυ-17- προπιονική βηταμεθαζόνη.
Δύο ημέρες μετά την εφαρμογή στο δέρμα, περίπου το 90% της απορροφούμενης διπροπιονικής βηταμεθαζόνης αποβάλλεται από το σώμα (το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης ποσότητας παραμένει στο πεπτικό σύστημα και στους νεφρούς). Δεδομένου ότι υπάρχουν υψηλές συγκεντρώσεις στα κόπρανα, αυτό δείχνει ότι η διπροπιονική βηταμεθαζόνης μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και απεκκρίνεται μέσω της χολής. Μόνο περίπου το 5% απεκκρίνεται στα ούρα.
Λιγότερο από το 0,5% της κλοτριμαζόλης που εφαρμόζεται σε άθικτο δέρμα κάτω από έναν αποφρακτικό επίδεσμο, εμφανίζεται στα ούρα. Το μεγαλύτερο μέρος της κλοτριμαζόλης αποβάλλεται από το σώμα με τα κόπρανα μετά την απέκκριση μέσω της χολής.