Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
63
41
65
14
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡ.ΣΥΝΤ. Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡ. ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΝΟΣ. & ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧ.ΕΚΤΟΣ.ΝΟΣ.,ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘ.ΙΑΤΡ.ΑΙΤΙΟΛΟΓ.ΣΥΝΤ.ΦΥΛ.ΕΠΙ ΔΙΕΤΙΑ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

LEVONIC SOL.INF 5MG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

UNI-PHARMA ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΑΒΕΕ
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - LEVONIC 5MG/ML

Ενδείξεις

Το Levonic διάλυμα για έγχυση ενδείκνυται σε ενήλικες για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1):

  • Πνευμονία της κοινότητας

  • Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων

    Το Levonic θα πρέπει να χρησιμοποιείται στις προαναφερθείσες λοιμώξεις μόνο όταν κρίνεται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συστήνονται συνήθως για την αρχική θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.

  • Οξεία πυελονεφρίτιδα και επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών (βλ. παράγραφο 4.4)

  • Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα

  • Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα: προφύλαξη μετά την έκθεση και θεραπευτική αγωγή (βλ. παράγραφο 4.4).

    Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.

Δοσολογία

Το Levonic διάλυμα για έγχυση χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση μία ή δύο φορές ημερησίως. Η δοσολογία εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την ευαισθησία του πιθανολογούμενου αιτιολογικού παθογόνου. Η θεραπεία με το Levonic μετά την αρχική χρήση του του παρασκευάσματος ενδοφλεβίως μπορεί να ολοκληρωθεί με ένα κατάλληλο παρασκεύασμα από στόματος, σύμφωνα με την ΠΧΠ για το από στόματος παρασκευάσματα και όταν κρίνεται σκόπιμο για τον εκάστοτε ασθενή. Δεδομένης της βιοϊσοδυναμίας των παρεντερικών και των από στόματος μορφών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ίδια δοσολογία.

Δοσολογία

Μπορούν να δοθούν οι ακόλουθες δοσολογικές συστάσεις για το Levonic:

Δοσολογία σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης >50 ml/min)

Ένδειξη Ημερήσιο δοσολογικό σχήμα (ανάλογα με τη σοβαρότητα) Συνολική διάρκεια θεραπείας1(ανάλογα με τη σοβαρότητα)
Πνευμονία της κοινότητας 500 mg μία ή δύο φορές ημερησίως 7 - 14 ημέρες
Οξεία πυελονεφρίτιδα 500 mg ημερησίως μία φορά 7 - 10 ημέρες
Επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών 500 mg ημερησίως μία φορά 7 - 14 ημέρες
Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα 500 mg ημερησίως μία φορά 28 ημέρες
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων 500 mg μία ή δύο φορές ημερησίως 7 - 14 ημέρες
Εισπνοή βακτηριακούάνθρακα 500 mgημερησίως μία φορά 8 εβδομάδες

1

Η διάρκεια της θεραπείας περιλαμβάνει ενδοφλέβια και από στόματος αγωγή. Ο χρόνος

μετάταξης από την ενδοφλέβια στην από στόματος αγωγή εξαρτάται από την κλινική κατάσταση αλλά είναι συνήθως 2 έως 4 ημέρες.

Ειδικοί πληθυσμοί

Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης ≤50 ml/min)

Δοσολογικό σχήμα
250 mg/24ωρο* 500 mg/24ωρο 500 mg/12ωρο
Κάθαρση κρεατινίνης πρώτη δόση:250 mg πρώτη δόση:500 mg πρώτη δόση:500 mg
50 - 20 ml/min μετά:125 mg/ 24 ώρες μετά:250 mg/24 ώρες μετά:250 mg/12 ώρες
19-10 ml/min μετά:125 mg/48 ώρες μετά:125 mg/24 ώρες μετά:125 mg/12 ώρες
<10 ml/min (συμπεριλαμβανό- μενης τηςαιμοκάθαρσης και της CAPD)1 μετά:125 mg/48 ώρες μετά:125 mg/24 ώρες μετά:125 mg/24 ώρες

1

Δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση επιπρόσθετων δόσεων μετά από αιμοκάθαρση ή συνεχής

φορητή περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD).

* Άλλες φαρμακευτικές περιεκτικότητες μπορεί να είναι πιο κατάλληλες για τη χορήγηση ενός δοσολογικού σχήματος των 250 mg/24 ώρες.

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης καθώς η λεβοφλοξασίνη δεν μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό από το ήπαρ και αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς.

Ηλικιωμένος πλυθησμός

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους, εκτός από εκείνη που επιβάλλεται με βάση την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.4 «Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα» και «Παράταση του διαστήματος QT»).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το Levonic αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους στην ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 4.3)

Τρόπος χορήγησης

Το Levonic διάλυμα για έγχυση προορίζεται μόνο με αργή ενδοφλέβια έγχυση μία ή δύο φορές ημερησίως. Ο χρόνος έγχυσης για το Levonic διαλύματος για έγχυση πρέπει να είναι το λιγότερο 60 λεπτά για τα 500 mg (βλ. παράγραφο 4.4).

Για ασυμβατότητες βλ. παράγραφο 6.2 και συμβατότητα με άλλα διαλύματα έγχυσης βλ. παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Η λεβοφλοξασίνη διάλυμα για έγχυση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται:

  • σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία λεβοφλοξασίνη ή οποιαδήποτε άλλη κινολόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1,

  • σε ασθενείς με επιληψία,

  • σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχών των τενόντων που σχετίζονται με τη χορήγηση φθοριοκινολονών,

  • σε παιδιά ή σε εφήβους στην ανάπτυξη,

  • κατά τη διάρκεια της κύησης,

  • σε θηλάζουσες γυναίκες.

Προειδοποιήσεις

Η χρήση της λεβοφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς, οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με λεβοφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Κίνδυνοι αντίστασης

Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus είναι πολύ πιθανό να διαθέτουν από κοινού ανθεκτικότητα στις φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης. Επομένως η λεβοφλοξασίνη δεν συνιστάται για τη θεραπεία γνωστών ή λοιμώξεων ύποπτων για MRSA, εκτός εάν τα εργαστηριακά αποτελέσματα επιβεβαιώσουν την ευαισθησία του οργανισμού στη λεβοφλοξασίνη (και οι αντιβακτηριακοί παράγοντες που συνήθως συστήνονται για τη θεραπεία λοιμώξεων από MRSA κρίνονται ακατάλληλοι).

Η ανθεκτικότητα του E. coli στις φθοριοκινολόνες- το πιο συχνό παθογόνο το οποίο εμπλέκεται στις λοιμώξεις της ουροποιητικής οδού - ποικίλλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συστήνεται στους επαγγελματίες της υγείας που συνταγογραφούν να λαμβάνουν υπόψη τους την τοπική συχνότητα εμφάνισης της ανθεκτικότητας του E. coli στις φθοριοκινολόνες.

Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα: η χρήση του στους ανθρώπους βασίζεται στα στοιχεία ευαισθησίας του Bacillus anthracis in vitro και σε δεδομένα από μελέτες σε ζώα μαζί με περιορισμένα στοιχεία σε ανθρώπους. Οι γιατροί που συνταγογραφούν θα πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά έγγραφα ή/και στις διεθνείς συμφωνίες ειδικών σχετικά με τη θεραπεία του βακτηριακού άνθρακα.

Παρατεταμένες, που προκαλούν αναπηρία και δυνητικά μη αναστρέψιμες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου

Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), που προκαλούν αναπηρία και δυνητικά μη αναστρέψιμων, σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά, συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικές, νευρικές, ψυχιατρικές και αισθητηριακές) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η λεβοφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και οι ασθενείς θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με πάροχο που συνταγογράφησε το προϊόν για συμβουλές.

Χρόνος έγχυσης

Θα πρέπει να τηρείται ο συνιστώμενος χρόνος έγχυσης, ο οποίος είναι τουλάχιστον 60 λεπτά για το Levonic διαλύμα για έγχυση 500 mg. Είναι γνωστό για την οφλοξασίνη ότι κατά τη διάρκεια της έγχυσης μπορεί να αναπτυχθεί ταχυκαρδία και παροδική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί κυκλοφορική ανεπάρκεια σαν συνέπεια μεγάλης πτώσης της αρτηριακής πίεσης. Η έγχυση πρέπει να διακόπτεται αμέσως αν παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της έγχυσης της λεβοφλοξασίνης (l-ισομερές της οφλοξασίνης) εμφανής πτώση της πίεσης του αίματος.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ιδιαίτερα, αλλά όχι περιοριστικά, στον αχίλλειο τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρες, μπορούν να παρατηρηθούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την αρχή της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι εμφανίζονται και ακόμα έως και μερικούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η επικινδυνότητα για τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα αυξάνεται σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων, ασθενείς που λαμβάνουν ημερήσιες δόσεις 1.000 mg λεβοφλοξασίνης και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται. Με το πρώτο σημάδι τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνη διόγκωση, φλεγμονή) η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται(ονται) στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Τα κορτικοστεροειδή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.

Μυόκλονος

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυόκλονου σε ασθενείς που λαμβάνουν λεβοφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος εμφάνισης μυόκλονου αυξάνεται στους ηλικιωμένους ασθενείς και στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία εάν η δόση της λεβοφλοξασίνης δεν προσαρμοστεί σύμφωνα με την κάθαρση της κρεατινίνης. Η χορήγηση της λεβοφλοξασίνης θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως κατά την πρώτη εμφάνιση μυόκλονου και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία.

Νόσος που σχετίζεται με το Clostridium difficile

Η διάρροια, ιδιαίτερα εάν είναι σοβαρή, επίμονη ή/και αιμορραγική, κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με λεβοφλοξασίνη (συμπεριλαμβανομένων μερικών εβδομάδων μετά τη θεραπεία), μπορεί να είναι σύμπτωμα της νόσου που σχετίζεται με το Clostridium difficile (CDAD). Η σοβαρότητα της CDAD κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή, η σοβαρότερη μορφή της οποίας είναι η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8). Είναι, συνεπώς, σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με λεβοφλοξασίνη. Εάν υπάρχει υποψία CDAD ή εάν επιβεβαιωθεί, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η χορήγηση λεβοφλοξασίνης και να ξεκινάει η κατάλληλη θεραπεία χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτές τις κλινικές καταστάσεις αντενδείκνυνται τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.

Ασθενείς με προδιάθεση για επιληπτικές κρίσεις

Οι κινολόνες μπορεί να μειώσουν τον ουδό των επιληπτικών κρίσεων και μπορεί να προκαλέσουν επιληπτικές κρίσεις. Η λεβοφλοξασίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό επιληψίας (βλ.

παράγραφο 4.3) και, όπως οι άλλες κινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με προδιάθεση για επιληπτικές κρίσεις ή ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται δραστικές ουσίες που μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών κρίσεων, όπως η θεοφυλλίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Σε περίπτωση εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων (βλ. παράγραφο 4.8), η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται.

Ασθενείς με ανεπάρκεια αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης

Οι ασθενείς με λανθάνουσες ή υφιστάμενες ανεπάρκειες της δράσης της αφυδρογονάσης της 6- φωσφορικής γλυκόζης μπορεί να είναι επιρρεπείς σε αιμολυτικές αντιδράσεις όταν λαμβάνουν θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες της ομάδας των κινολονών. Επομένως, εάν η λεβοφλοξασίνη πρέπει να χορηγηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, πιθανό συμβάν αιμόλυσης πρέπει να ελέγχεται.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Δεδομένου ότι η λεβοφλοξασίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, χρειάζεται ρύθμιση της δόσης του Levonic σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Η λεβοφλοξασίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, δυνητικά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. αγγειοοίδημα έως και αναφυλακτική καταπληξία), ορισμένες φορές ακόμη και μετά την πρώτη δόση (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να διακόψουν αμέσως τη θεραπεία και να επικοινωνήσουν με τον γιατρό τους ή έναν γιατρό στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, ο οποίος θα ξεκινήσει τη χορήγηση των κατάλληλων μέτρων επείγουσας αντιμετώπισης.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), συμπεριλαμβανομένων της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN: επίσης γνωστή ως σύνδρομο Lyell), του συνδρόμου Stevens Johnson (SJS) και αντίδρασης σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με τη λεβοφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και να παρακολουθούνται στενά. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες, η λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικής θεραπείας. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει σοβαρή αντίδραση, όπως SJS, TEN ή DRESS, με τη χρήση της λεβοφλοξασίνης, δεν πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε αυτόν τον ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.

Δυσγλυκαιμία

Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας, οι οποίες εμφανίζονται συχνότερα στους ηλικιωμένους, συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν συγχορηγούμενη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Περιστατικά υπογλυκαιμικού κώματος έχουν αναφερθεί. Στους διαβητικούς ασθενείς συστήνεται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν ο ασθενής αναφέρει διαταραχές στη γλυκόζη αίματος, το Levonic θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας, εκτός φθοροκινολόνης.

Πρόληψη φωτοευαισθησίας

Έχει αναφερθεί φωτοευαισθησία με τη λεβοφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Συστήνεται οι ασθενείς να μην εκτίθενται άσκοπα σε έντονο ηλιακό φως ή σε τεχνητές υπεριώδεις ακτίνες (π.χ. λάμπα ηλιακής ακτινοβολίας, σολάριουμ), κατά τη διάρκεια της αγωγής και για 48 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας για

την πρόληψη φωτοευαισθησίας.

Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της Βιταμίνης Κ

Λόγω πιθανής αύξησης των τιμών του ελέγχου για την αξιολόγηση της πήξης του αίματος (PT/INR) και/ή της αιμορραγίας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε συνδυασμό με κάποιον ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη), πρέπει να παρακολουθείται η πηκτικότητα του αίματος όταν υπάρχει συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.5).

Ψυχωσικές αντιδράσεις

Έχουν αναφερθεί ψυχωσικές αντιδράσεις σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με κινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, αυτές εξελίχθηκαν σε αυτοκτονικές σκέψεις και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά - ορισμένες φορές μετά από μία και μονή δόση λεβοφλοξασίνης (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής εμφανίσει τέτοιες αντιδράσεις, πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή εάν πρόκειται να χορηγηθεί λεβοφλοξασίνη σε ψυχωσικούς ασθενείς ή σε ασθενείς με ιστορικό ψυχιατρικής νόσου.

Παράταση του διαστήματος QT

Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, όπως για παράδειγμα:

  • σύνδρομο συγγενούς μακρού QT

  • συγχορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωσικά).

  • μη ρυθμισμένο ισοζύγιο ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)

  • καρδιακή νόσος (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία). Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι σε φάρμακα που παρατείνουν το QTc. Επομένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, σε αυτούς τους πληθυσμούς (βλ. παραγράφους 4.2 Ηλικιωμένοι, 4.5, 4.8, και 4.9).

Περιφερική νευροπάθεια

Περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που οδηγεί σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν κινολόνες και φθοριοκινολόνες. Οι ασθενείς υπό θεραπεία με λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώσουν τον γιατρό τους πριν από τη συνέχιση της θεραπείας σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων νευροπάθειας, όπως άλγος, αίσθημα καύσου, μυρμηκίαση, μούδιασμα ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η ανάπτυξη μίας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).

Ηπατοχολικές διαταραχές

Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης έως και θανατηφόρας ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με τη λεβοφλοξασίνη, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες νόσους, π.χ. σήψη (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να διακόπτουν τη θεραπεία και να επικοινωνούν με τον γιατρό τους εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα ηπατικής νόσου, όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή κοιλιακή ευαισθησία.

Παρόξυνση μυασθένειας gravis

Οι φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, μπορούν να προκαλέσουν νευρομυικό αποκλεισμό και μπορεί να επιδεινώσουν τη μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις μετά την κυκλοφορία στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων θανάτων και της ανάγκης για αναπνευστική υποστήριξη, έχουν συσχετιστεί με τη χρήση φθοριοκινολονών σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Η λεβοφλοξασίνη δεν συνιστάται σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό μυασθένειας gravis.

Διαταραχές του οφθαλμού

Εάν η όραση επηρεαστεί ή παρατηρηθούν κάποιες επιδράσεις στους οφθαλμούς, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ενός οφθαλμίατρου αμέσως (βλ. παραγράφους 4.7 και 4.8).

Επαναλοίμωξη

Η χρήση της λεβοφλοξασίνης, ειδικά εάν είναι παρατεταμένη, μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη ανάπτυξη μη-ευαίσθητων μικροοργανισμών. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας εμφανισθεί νέα λοίμωξη, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Παρεμβολή σε εργαστηριακή εξέταση

Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβοφλοξασίνη, ο προσδιορισμός οπιούχων στα ούρα μπορεί να δώσει ψευδώς-θετικά αποτελέσματα. Μπορεί να είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση των θετικών αποτελεσμάτων σε ελέγχους ανίχνευσης οπιούχων μέσω μίας περισσότερο ειδικής μεθόδου.

Η λεβοφλοξασίνη μπορεί να αναστείλει την ανάπτυξη του Mycobacterium tuberculosis και επομένως, μπορεί να δώσει ψευδώς-αρνητικά αποτελέσματα στη βακτηριολογική διάγνωση της φυματίωσης.

Οξεία παγκρεατίτιδα

Οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λεβοφλοξασίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν ναυτία, αίσθημα κακουχίας, δυσφορία κοιλιακής χώρας, οξύ κοιλιακό άλγος ή έμετο θα πρέπει να υποβάλλονται σε άμεση ιατρική αξιολόγηση. Εάν υπάρχει υποψία οξείας παγκρεατίτιδας, η λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί. Εάν επιβεβαιωθεί, η λεβοφλοξασίνη δεν θα πρέπει να χορηγηθεί εκ νέου. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8).

Αιματολογικές διαταραχές

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λεβοφλοξασίνη μπορεί να εμφανισθεί ανεπάρκεια του μυελού των οστών, που περιλαμβάνει λευκοπενία, ουδετεροπενία, πανκυτταροπενία, αιμολυτική αναιμία, θρομβοπενία, απλαστική αναιμία ή ακοκκιοκυτταραιμία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία για οποιαδήποτε από αυτές τις αιματολογικές διαταραχές, θα πρέπει να παρακολουθούνται οι τιμές των κυττάρων του αίματος. Σε περίπτωση μη φυσιολογικών αποτελεσμάτων, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με λεβοφλοξασίνη.

Ανεύρυσμα και διαχωρισμός αορτής και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού της αορτής ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο ανεπάρκειας αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).

Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια ή που παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης:

  • τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό της αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού, όπως σύνδρομο Marfan ή σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσος Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως

  • για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως η αρτηρίτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση ή σύνδρομο Sjogren) ή επιπροσθέτως

  • για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).

Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.

Σε περίπτωση αιφνίδιου άλγους στην κοιλιά, στο στήθος ή στον θώρακα, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.

Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.

Περιεκτικότητα σε νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 354 mg (15 mmol) νατρίου ανά 100 ml, που ισοδυναμεί με 17,7 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
63
41
65
14
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο Levonic

Θεοφυλλίνη, φαινβουφαίνη ή παρόμοια μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα

Σε μια κλινική μελέτη, δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις της λεβοφλοξασίνης με τη θεοφυλλίνη. Ωστόσο, ενδέχεται να παρατηρηθεί έντονη μείωση του ουδού για εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων, όταν κινολόνες χορηγούνται ταυτόχρονα με θεοφυλλίνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή άλλες ουσίες που μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών κρίσεων.

Οι συγκεντρώσεις λεβοφλοξασίνης ήταν περίπου 13% υψηλότερες παρουσία φαινβουφαίνης σε σύγκριση με όταν χορηγήθηκε μόνη της.

Προβενεσίδη και σιμετιδίνη

Η προβενεσίδη και η σιμετιδίνη είχαν στατιστικά σημαντική επίδραση στην απέκκριση της λεβοφλοξασίνης. Η νεφρική κάθαρση της λεβοφλοξασίνης μειώθηκε από τη σιμετιδίνη (24%) και την προβενεσίδη (34%). Αυτό συμβαίνει γιατί και τα δύο φάρμακα μπορούν να εμποδίσουν τη σωληναριακή έκκριση της λεβοφλοξασίνης. Ωστόσο, στις δόσεις που δοκιμάστηκαν στη μελέτη, οι στατιστικά σημαντικές κινητικές διαφορές είναι απίθανο να έχουν κλινική σημασία. Θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν η λεβοφλοξασίνη συγχορηγείται με φάρμακα που επιδρούν στη σωληναριακή έκκριση, όπως η προβενεσίδη και η σιμετιδίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.

Άλλες σχετικές πληροφορίες

Κλινικές φαρμακολογικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι η φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης δεν επηρεάστηκε σε κλινικά σημαντικό βαθμό όταν η λεβοφλοξασίνη συγχορηγήθηκε με τα ακόλουθα φάρμακα: ανθρακικό ασβέστιο, διγοξίνη, γλιβενκλαμίδη, ρανιτιδίνη.

Επίδραση του Levonic σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Κυκλοσπορίνη

Ο χρόνος ημίσειας-ζωής της κυκλοσπορίνης αυξήθηκε κατά 33% όταν συγχορηγήθηκε με λεβοφλοξασίνη.

Ανταγωνιστές της Βιταμίνης Κ

Αυξημένες τιμές των ελέγχων για την αξιολόγηση της πήξης του αίματος (PT/INR) και/ή της αιμορραγίας, η οποία μπορεί να είναι σοβαρή, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε συνδυασμό με κάποιον ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη). Θα πρέπει, συνεπώς, να παρακολουθείται η πήξη του αίματος σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (βλ. παράγραφο 4.4).

Φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT

Η λεβοφλοξασίνη, όπως και άλλες φθοριοκινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας IA και III, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωσικά) (βλ. παράγραφο 4.4 Παράταση του διαστήματος QT).

Άλλες σχετικές πληροφορίες

Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη αλληλεπίδρασης, η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της θεοφυλλίνης (η οποία είναι ένα αντιπροσωπευτικό υπόστρωμα του CYP1A2), υποδεικνύοντας ότι η λεβοφλοξασίνη δεν είναι αναστολέας του CYP1A2.

Κύηση

Κύηση

Υπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της λεβοφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Ωστόσο, λόγω της απουσίας στοιχείων σε ανθρώπους και λόγω των πειραματικών στοιχείων που υποδηλώνουν κίνδυνο βλάβης του συζευκτικού χόνδρου του αναπτυσσόμενου οργανισμού από τις φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε έγκυες γυναίκες (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3).

Θηλασμός

Το Levonic αντενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της λεβοφλοξασίνης στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο άλλες φθοριοκινολόνες απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Λόγω της απουσίας στοιχείων σε ανθρώπους και λόγω των πειραματικών στοιχείων που υποδηλώνουν κίνδυνο βλάβης του συζευκτικού χόνδρου του αναπτυσσόμενου οργανισμού από τις φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε θηλάζουσες γυναίκες (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3).

Γονιμότητα

Η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα στους αρουραίους.

Οδήγηση

ν

Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη/ίλιγγος, υπνηλία, διαταραχές των οφθαλμών) μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης του ασθενή και, συνεπώς μπορεί να είναι επικίνδυνες σε καταστάσεις όπου οι ικανότητες αυτές είναι ιδιαίτερης σημασίας (π.χ. οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμός μηχανημάτων).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι πληροφορίες που ακολουθούν βασίζονται σε στοιχεία από κλινικές μελέτες σε περισσότερους από 8.300 ασθενείς και σε εκτεταμένη εμπειρία από την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω σύμφωνα με την κατάταξη ανά οργανικό σύστημα του MedDRA.

Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής:

Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία Οργάνου Συστήματος Συχνές (≥1/100 έως<1/10 ) Όχι συχνές (≥1/1.000 έως<1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως<1/1.000) Μη γνωστής συχνότητας (δενμπορούν να εκτιμηθούν με βάσητα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Μυκητίαση συμπεριλαμ- βανομένης της λοίμωξης από Candida Αντίσταση τωνπαθογόνων
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Λευκοπενία Ηωσινοφιλία Θρομβοπενία Ουδετεροπενία Ανεπάρκεια του μυελού των οστών, συμπεριλαμβανομέ- νης απλαστικής αναιμίας, πανκυτταροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία,αιμολυτική αναιμία
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος Αγγειοοίδημα Υπερευαισθησία (βλ. παράγραφο 4.4) Αναφυλακτική καταπληξίαα Αναφυλακτοειδής καταπληξίαα (βλ.παράγραφο 4.4)
Ενδοκρινικές διαταραχές Σύνδρομο της απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης(SIADH)
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Ανορεξία Υπογλυκαιμία ιδιαίτερα σε διαβητικούςασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4) Υπεργλυκαιμία Υπογλυκαιμικό κώμα (βλ. παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Άγχος Συγχυτική κατάσταση Νευρικότητα Ψυχωσικές αντιδράσεις (π.χ. με ψευδαισθήσεις, παράνοια) Κατάθλιψη ΔιέγερσηΜη φυσιολογικά όνειραΕφιάλτες Ψυχωσική διαταραχή με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά συμπεριλαμβανομέ- νου τουαυτοκτονικού ιδεασμού ή της απόπειρας αυτοκτονίας (βλ.παράγραφο 4.4) Μανία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος * Κεφαλαλγία Ζάλη Υπνηλία Τρόμος Δυσγευσία Ακούσιοι μυικοί σπασμοί (βλ. παραγράφους4.3 και 4.4) Παραισθησία Περιφερική αισθητική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4) Περιφερική αισθητικοκινητική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4) Παροσμία συμπεριλαμβανομέ- νης της ανοσμίας Δυσκινησία Εξωπυραμιδική διαταραχήΑγευσία Συγκοπή Καλοήθης ενδοκράνια υπέρτασηΜυόκλονος
Διαταραχές του οφθαλμού* Οπτικές διαταραχές, όπως όρασηθαμπή (βλ. παράγραφο 4.4) Παροδική απώλεια όρασης (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου * Ίλιγγος Εμβοές Απώλεια ακοής Επιβαρυμένη ακοή
Καρδιακές διαταραχές ** Ταχυκαρδία Αίσθημα παλμών Κοιλιακή ταχυκαρδία που μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανακοπήΚοιλιακή αρρυθμία και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT) παράταση QT στο ηλεκτροκαρδιογρά- φημα (βλ.παραγράφους 4.4 και4.9)
Αγγειακές διαταραχές** Ισχύει μόνο για την ενέσιμη μορφή:Φλεβίτιδα Υπόταση
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές καιδιαταραχές μεσοθωρακίου Δύσπνοια Βρογχόσπασμος Αλλεργική πνευμονίτιδα
Γαστρεντερικές διαταραχές Διάρροια Έμετος Ναυτία Κοιλιακό άλγος Δυσπεψία Μετεωρισμός Δυσκοιλιότητα Αιμορραγική διάρροια, η οποία σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να είναι ενδεικτική εντεροκολίτιδας, συμπεριλαμβανόμε- νης τηςψευδομεμβρανώ- δους κολίτιδας (βλ. παράγραφο 4.4) Παγκρεατίτιδα
Ηπατοχολικές διαταραχές Αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων (ALT / AST,αλκαλική φωσφατάση, γGT) Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος Ίκτερος και σοβαρή ηπατική κάκωση, συμπεριλαμβανομέ- νων θανατηφόρων περιστατικών με οξεία ηπατική ανεπάρκεια, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες νόσους (βλ. παράγραφο 4.4),Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούβ Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση Υπερίδρωση Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)(βλ. παράγραφο 4.4),Σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα Τοξική επιδερμική νεκρόλυση Σύνδρομο Stevens- JohnsonΠολύμορφο ερύθημα Αντίδραση φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4) Λευκοκυτταροκλα- στική αγγειίτιδα ΣτοματίτιδαΥπέρχρωση δέρματος
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού* Αρθραλγία Μυαλγία Διαταραχές των τενόντων (βλ. παραγράφους4.3 και 4.4) συμπεριλαμβα- νομένης της τενοντίτιδας (π.χ. τουΑχίλλειου τένοντα)Μυϊκή αδυναμία, η οποία μπορεί να είναι ιδιαίτερηςσημασίας σε ΡαβδομυόλυσηΡήξη τένοντα (π.χ. του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παραγράφους 4.3 και4.4)Ρήξη συνδέσμου Ρήξη μυός Αρθρίτιδα
ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές των νεφρών και ουροποιητικού συστήματος Αύξηση κρεατινίνης αίματος Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (π.χ. οφειλόμενη σεδιάμεση νεφρίτιδα)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης* Ισχύει μόνο για την ενέσιμη μορφή: Αντίδραση της θέσης έγχυσης (άλγος,ερυθρότητα) Εξασθένιση Πυρεξία Άλγος (συμπεριλαμβανομέ- νου του άλγος στον θώρακα και τα άκρα)

α Αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μπορεί ορισμένες φορές να εμφανιστούν ακόμη και μετά την πρώτη δόση.

β Βλεννογονοδερματικές αντιδράσεις μπορεί ορισμένες φορές να εμφανιστούν ακόμη και μετά την πρώτη δόση.

* Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (διάρκειας μηνών ή ετών), που προκαλούν αναπηρία και δυνητικά μη αναστρέψιμων σοβαρών ενεργειών, οι οποίες

προσβάλλουν αρκετές και ενίοτε πολλαπλές κατηγορίες οργανικών συστημάτων και αισθήσεις (συμπεριλαμβάνουν αντιδράσεις όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, άλγος στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες που σχετίζονται με παραισθησία, κατάθλιψη, κόπωση, εξασθένιση της μνήμης, υπνηκές διαταραχές και επιβάρυνση της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4. 4).

** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων βλ. παράγραφο 4.4).

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες έχουν συσχετιστεί με τη χορήγηση φθοριοκινολόνης περιλαμβάνουν:

  • επεισόδια πορφυρίας σε ασθενείς με πορφυρία

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr και http://www.kitrinikarta.gr.

Υπερβολική δόση

Σύμφωνα με μελέτες τοξικότητας σε πειραματόζωα ή μελέτες κλινικής φαρμακολογίας που διεξήχθησαν με δόσεις μεγαλύτερες των θεραπευτικών δόσεων, τα πλέον σημαντικά σημεία που αναμένονται να εκδηλωθούν μετά από οξεία υπερδοσολογία με Levonic διάλυμα για έγχυση είναι συμπτώματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα, όπως σύγχυση, ζάλη, διαταραχή της συνείδησης και επιληπτική κρίση με ακούσιους μυικούς σπασμούς, παράταση του διαστήματος QT.

Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στο ΚΝΣ, όπως συγχυτική κατάσταση, επιληπτικές κρίσεις, μυόκλονος, ψευδαισθήσεις και τρόμος.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να χορηγείται θεραπεία για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Λόγω της πιθανότητας παράτασης του διαστήματος QT, πρέπει να πραγματοποιείται ηλεκτροκαρδιογραφική (ΗΚΓ) παρακολούθηση. Η αιμοκάθαρση, συμπεριλαμβανομένης της περιτοναϊκής κάθαρσης και της CAPD, δεν είναι αποτελεσματική στην απομάκρυνση της λεβοφλοξασίνης από τον οργανισμό. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - LEVONIC 5MG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Αντιβακτηριακές κινολόνες, Φθοριοκινολόνες, κωδικός ATC: J01MA12

Η λεβοφλοξασίνη είναι ένας συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας της κατηγορίας των φθοριοκινολονών και είναι το S(-) εναντιομερές της ρακεμικής δραστικής ουσίας οφλοξασίνη.

Μηχανισμός δράσης

Ως αντιβακτηριακός παράγοντας της κατηγορίας των φθοριοκινολονών, η λεβοφλοξασίνη δρα στο σύμπλεγμα DNA-DNA-γυράση και στην τοποϊσομεράση IV.

ΦΚ/ΦΔ σχέση

Ο βαθμός της βακτηριδιακής δραστηριότητας της λεβοφλοξασίνης εξαρτάται από την αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) ή την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) και την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC).

Μηχανισμός ανάπτυξης αντοχής

Η ανάπτυξη αντοχής οφείλεται σε μία σταδιακή διαδικασία μεταλλάξεων των περιοχών-στόχων των τοποϊσομερασών τύπου ΙΙ, της DNA γυράσης και της τοποϊσομεράσης IV. Άλλοι μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής όπως το φράγμα διαπερατότητας (συχνό στο Pseudomonas aeruginosa) και οι μηχανισμοί εκροής, μπορεί επίσης να επηρεάσουν την ευαισθησία στη λεβοφλοξασίνη.

Έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ λεβοφλοξασίνης και άλλων φθοριοκινολονών. Λόγω του μηχανισμού δράσης, δεν υπάρχει γενικά διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ λεβοφλοξασίνης και άλλων κατηγοριών αντιβακτηριακών παραγόντων.

Όρια δοκιμής της ευαισθησίας

Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την MIC (ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ελέγχου Ευαισθησίας των Μικροοργανισμών στα Αντιμικροβιακά (EUCAST) για την λεβοφλοξασίνη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory concentration-mic- breakpoints_en.xlsx.

Ο επιπολασμός της αντοχής μπορεί να διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά για συγκεκριμένα είδη, ενώ είναι επιθυμητές τοπικές πληροφορίες για την αντοχή, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητο, πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς, ιδιαίτερα αν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος, ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω η χρησιμότητα του παράγοντα, σε ορισμένες λοιμώξεις.

Συνήθως ευαίσθητα είδη

Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια

Bacillus anthracis

Staphylococcus aureus methicillin-susceptible Staphylococcus saprophyticus

Streptococci, group C and G Streptococcus agalactiae Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes

Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια

Eikenella corrodens Haemophilus influenzae Haemophilus para-influenzae Klebsiella oxytoca

Moraxella catarrhalis Pasteurella multocida Proteus vulgaris Providencia rettgeri

Αναερόβια βακτήρια

Peptostreptococcus

Άλλα

Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Chlamydia trachomatis

Legionella pneumophila

Mycoplasma pneumoniae Mycoplasma hominis Ureaplasma urealyticum

Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να αποτελεί πρόβλημα

Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια

Enterococcus faecalis

#

Staphylococcus aureus methicillin-resistant

Coagulase negative Staphylococcus spp

Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια Acinetobacter baumannii Citrobacter freundii

Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Proteus mirabilis Providencia stuartii Pseudomonas aeruginosa Serratia marcescens

Αναερόβια βακτήρια

Bacteroides fragilis

Ενδογενώς ανθεκτικά στελέχη

Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια

Enterococcus faecium

#

Ο ανθεκτικός στη μεθικιλίνη S. Aureus (MRSA) είναι πολύ πιθανό να διαθέτει από κοινού

ανθεκτικότητα στις φθοριοκινολόνες συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η χορηγούμενη από στόματος λεβοφλοξασίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται μέσα σε 1 έως 2 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 99 - 100%.

Η τροφή έχει μικρή επίδραση στην απορρόφηση της λεβοφλοξασίνης.

Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 48 ωρών, με ένα δοσολογικό σχήμα 500 mg μία ή δύο φορές ημερησίως.

Κατανομή

Περίπου το 30-40% της λεβοφλοξασίνης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες ορού.

Ο μέσος όγκος κατανομής της λεβοφλοξασίνης είναι περίπου 100 l μετά από μια μονή εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες δόσεις των 500 mg, υποδηλώνοντας ευρεία κατανομή στους ιστούς του σώματος.

Διείσδυση στους ιστούς και στα υγρά του σώματος:

Η λεβοφλοξασίνη έχει αποδειχθεί ότι διεισδύει στον βρογχικό βλεννογόνο, στο υγρό επένδυσης του βλεννογόνου των βρόγχων, στα κυψελιδικά μακροφάγα, στον πνευμονικό ιστό, στο δέρμα (υγρό φυσαλίδων), στον προστατικό ιστό και στα ούρα. Ωστόσο, η λεβοφλοξασίνη παρουσιάζει μικρή διείσδυση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Βιομετασχηματισμός

Η λεβοφλοξασίνη μεταβολίζεται σε πολύ μικρό βαθμό, με τους μεταβολίτες να είναι η δισμεθυλ- λεβοφλοξασίνη και το Ν-οξείδιο λεβοφλοξασίνης. Αυτοί οι μεταβολίτες αναλογούν στο <5% της δόσης και απεκκρίνονται στα ούρα. Η λεβοφλοξασίνη είναι στερεοχημικά σταθερή και δεν υπόκειται σε αναστροφή των χειρόμορφων μορίων.

Αποβολή

Μετά την από στόματος και την ενδοφλέβια χορήγηση λεβοφλοξασίνης, απεκκρίνεται σχετικά βραδέως από το πλάσμα (t½: 6 - 8 ώρες). Η απέκκριση πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο μέσω της νεφρικής οδού (>85% της χορηγούμενης δόσης).

Η μέση ολική σωματική απέκκριση της λεβοφλοξασίνης μετά από μία δόση των 500 mg ήταν 175 +/-29,2 ml/min.

Δεν υπάρχουν μείζονες διαφορές ως προς τη φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης μετά από ενδοφλέβια και από στόματος χορήγηση, υποδηλώνοντας ότι η από στόματος και η ενδοφλέβια οδός είναι εναλλάξιμες.

Γραμμικότητα

Η λεβοφλοξασίνη υπακούει στη γραμμική φαρμακοκινητική σε ένα εύρος από 50 έως 1000 mg. Ειδικοί πληθυσμοί

Άτομα με νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης επηρεάζεται από τη νεφρική βλάβη. Με ελαττούμενη νεφρική λειτουργία, η νεφρική απέκκριση και κάθαρση μειώνονται και ο χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης αυξάνεται όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί:

Φαρμακοκινητική επι νεφρικής ανεπάρκειας μετά από μία από στόματος δόση των 500 mg

Clcr [ml/min] <20 20 - 49 50 – 80
Clcr [ml/min] 13 26 57
t [h]1/2 35 27 9

Ηλικιωμένα άτομα

Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τη φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης μεταξύ των νέων και των ηλικιωμένων ατόμων, εκτός από εκείνες που σχετίζονται με διαφορές στην κάθαρση κρεατινίνης.

Διαφορές ως προς το φύλο

Μία ξεχωριστή ανάλυση των ανδρών και των γυναικών ασθενών έδειξε μικρές έως οριακές διαφορές ως προς το φύλο στη φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτές οι διαφορές ως προς το φύλο έχουν κλινική σημασία.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - LEVONIC 5MG/ML

Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο

Υδροξείδιο του νατρίου (E524) (για ρύθμιση του pH) Υδροχλωρικό οξύ (E507) (για ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με ηπαρίνη ή αλκαλικά διαλύματα (π.χ. διττανθρακικό νάτριο).

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

30 μήνες.

Από μικροβιολογικής πλευράς, το διάλυμα έγχυσης πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες διατήρησης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για τη φύλαξή του.

Μετά το πρώτο άνοιγμα του φακελίσκου: Οι σάκκοι θα πρέπει να φυλάσσονται μέσα στον φακελίσκο για να προστατεύονται από το φως.

Ελέγξτε οπτικά πριν από τη χρήση. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο τα διαυγή διαλύματα, χωρίς σωματίδια.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Σάκκος 100 ml από πολυολεφίνη/στυρένιο με στόμιο και πώμα από πολυπροπυλένιο και ελαστικό δίσκο πολυϊσοπρενίου. Οι σάκκοι διατίθενται σε φακελίσκους αλουμινίου. Κάθε σάκκος περιέχει 100 ml διαλύματος για έγχυση. Μεγέθη συσκευασίας 1, 10, 12, 20 ή 50 σάκκοι.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν είναι για μία μόνο χρήση.

Το Levonic διάλυμα για έγχυση πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως (εντός 3 ωρών) μετά τη διάτρηση του ελαστικού πώματος προς αποφυγή οποιασδήποτε βακτηριακής επιμόλυνσης.

Κατά τη διάρκεια της έγχυσης δεν είναι απαραίτητο να προστατεύεται από το φως.

Το διάλυμα θα πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χρήση. Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το διάλυμα είναι διαυγές, άχρωμο έως πρασινοκίτρινο διάλυμα, πρακτικά ελέυθερο σωματιδίων.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Ανάμειξη με άλλα διαλύματα για έγχυση:

Tο Levonic διάλυμα για έγχυση είναι συμβατό με τα ακόλουθα διαλύματα για έγχυση:

  • 0,9% διάλυμα χλωριούχου νατρίου

  • 5% ενέσιμη γλυκόζη

  • 2,5% γλυκόζη σε διάλυμα Ringer

  • Συνδυασμός διαλυμάτων για παρεντερική διατροφή (αμινοξέα, γλυκόζη, ηλεκτρολύτες). Βλ. παράγραφο 6.2 για ασυμβατότητες.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 1 BAG X 100ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 10 BAGS X 100ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 12 BAGS X 100ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 20 BAGS X 100ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 50 BAGS X 100ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.