Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

ABSTRAL SUBL.TAB 400MCG/TAB

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΟΥ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν.1729/87
Λίστα αλληλεπιδράσεων
39
121
42
3
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί χρήσης

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

ABSTRAL SUBL.TAB 400MCG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

GRUNENTHAL GMBH, GERMANY

Τελευταία ενημέρωση SmPC

8/10/2024
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - ABSTRAL 400MCG/TAB

Ενδείξεις

Η ανακούφιση του παροξυσμικού πόνου σε ενήλικες ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με οπιοειδή για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου που προκαλείται από τον καρκίνο. Ο παροξυσμικός πόνος είναι ο αιφνίδιος παροξυσμός του χρόνιου υποστρωματικού πόνου, ο οποίος ελέγχεται με διαφορετικό τρόπο.

Δοσολογία

Το Abstral πρέπει να χορηγείται μόνο σε ασθενείς που θεωρούνται ότι εμφανίζουν ανοχή στη θεραπεία με οπιοειδή, για την ανακούφιση του χρόνιου καρκινικού πόνου. Οι ασθενείς μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν ανοχή στη θεραπεία με οπιοειδή εάν λαμβάνουν τουλάχιστον 60 mg από στόματος μορφίνη ημερησίως, τουλάχιστον 25 μικρογραμμάρια διαδερματικής φαιντανύλης σε ωριαία βάση, τουλάχιστον

30 mg οξυκωδόνης ημερησίως, τουλάχιστον 8 mg από στόματος χορηγούμενης υδρομορφόνης ημερησίως ή ισοδύναμη δοσολογία αναλγητικών κάποιου άλλου οπιοειδούς για διάστημα μίας εβδομάδας ή και περισσότερο.

Τρόπος χορήγησης:

Τα υπογλώσσια δισκία Abstral πρέπει να τοποθετούνται κατευθείαν κάτω από τη γλώσσα στο πιο βαθύ σημείο. Τα υπογλώσσια δισκία Abstral δεν πρέπει να καταπίνονται, αλλά πρέπει να διαλύονται εντελώς στην υπογλώσσια κοιλότητα χωρίς να τα δαγκώνετε ή να τα πιπιλάτε. Συνιστάται στους ασθενείς να μην τρώνε ή πίνουν τίποτα έως ότου το υπογλώσσιο δισκίο διαλυθεί εντελώς.

Οι ασθενείς με ξηρό στόμα μπορούν να πιούν νερό για να υγράνουν το στοματικό βλεννογόνο πριν τη λήψη του Abstral.

Τιτλοποίηση δόσης:

Αντικειμενικός σκοπός της τιτλοποίησης δόσης είναι ο προσδιορισμός της βέλτιστης δόσης συντήρησης για τη συνεχιζόμενη αντιμετώπιση επεισοδίων παροξυσμικού πόνου. Η βέλτιστη αυτή δόση θα πρέπει να παρέχει επαρκή αναλγησία με αποδεκτό επίπεδο ανεπιθύμητων αντιδράσεων.

Η βέλτιστη δόση του Abstral καθορίζεται με ανοδική τιτλοποίηση εξατομικευμένα για κάθε ασθενή. Διατίθενται αρκετές δόσεις για χρήση κατά τη διάρκεια της φάσης τιτλοποίησης δόσης. Η αρχική δόση του Abstral πρέπει να είναι 100 μg, με ανοδική τιτλοποίηση, εάν κρίνεται αναγκαίο, από το εύρος των διαθέσιμων περιεκτικοτήτων.

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως ότου επιτευχθεί η βέλτιστη δόση.

Η μετάβαση από άλλα προϊόντα που περιέχουν φαιντανύλη στο Abstral δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί με αναλογία 1:1, εξαιτίας των διαφορετικών προφίλ απορρόφησης. Εάν οι ασθενείς μεταβούν από κάποιο άλλο προϊόν που περιέχει φαιντανύλη, απαιτείται νέα τιτλοποίηση δόσης με το Abstral.

Το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα συνίσταται για τιτλοποίηση, αν και σε κάθε περίπτωση ο ιατρός πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την κλινική ανάγκη του ασθενή, την ηλικία του και τις συνυπάρχουσες νόσους.

Όλοι οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με ένα υπογλώσσιο δισκίο των 100 μg. Εάν δεν επιτευχθεί επαρκής αναλγησία μέσα σε 15-30 λεπτά μετά τη χορήγηση ενός υπογλώσσιου δισκίου, μπορεί να χορηγηθεί ένα συμπληρωματικό (δεύτερο) υπογλώσσιο δισκίο των 100 μg. Εάν δεν επιτευχθεί επαρκής αναλγησία μέσα σε 15-30 λεπτά μετά την πρώτη δόση, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης στο δισκίο της επόμενης υψηλότερης διαθέσιμης περιεκτικότητας για το επόμενο επεισόδιο παροξυσμικού πόνου (Ανατρέξτε στην παρακάτω εικόνα).

Η κλιμάκωση της δόσης πρέπει να συνεχίσει σταδιακά έως ότου επιτευχθεί επαρκής αναλγησία με ανεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η περιεκτικότητα της δόσης για το συμπληρωματικό (δεύτερο) υπογλώσσιο δισκίο θα πρέπει να αυξάνεται από τα 100 στα 200 μικρογραμμάρια σε δόσεις των 400 μικρογραμμαρίων ή υψηλότερες. Αυτό απεικονίζεται στην παρακάτω εικόνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης τιτλοποίησης, δεν θα πρέπει να χορηγούνται περισσότερες από δύο (2) δόσεις για ένα επεισόδιο παροξυσμικού πόνου.

Δόση έναρξης 100µg

Επιτυγχάνεται επαρκής ανακούφιση από τον πόνο εντός 15-30 λεπτών;

Ναι

Όχι

Λάβετε ένα δεύτερο δισκίο

(Βλ. πίνακα για τον καθορισμό της περιεκτικότητας του δεύτερου δισκίου)

Χρησιμοποιήστε αυτήν τη δόση για τα επόμενα επεισόδια παρoξυσμικού πόνου Αυξήστε το πρώτο δισκίο στην επόμενη υψηλότερη περιεκτικότητα για το επόμενο επεισόδιο παροξυσμικού πόνου

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ABSTRAL

Περιεκτικότητα (μg) του πρώτου υπογλώσσιου δισκίου ανά επεισόδιο παροξυσμικού πόνου Περιεκτικότητα (μg) συμπληρωματικού (δεύτερου) υπογλώσσιου δισκίου, το οποίο λαμβάνεται 15-30 λεπτά μετά το πρώτο δισκίο, εφόσον κριθεί αναγκαίο
100 100
200 100
300 100
400 200
600 200
800 -

Εάν επιτευχθεί επαρκής αναλγησία στην υψηλότερη δόση, αλλά οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις κρίνονται μη αποδεκτές, ενδέχεται να χορηγηθεί μία ενδιάμεση δόση (με υπογλώσσιο δισκίο των 100 μg, εφόσον κριθεί αναγκαίο).

Κατά την τιτλοποίηση, οι ασθενείς μπορούν να λάβουν οδηγίες να χρησιμοποιήσουν πολλαπλά δισκία των 100 μικρογραμμαρίων ή/και δισκία των 200 μικρογραμμαρίων για οποιαδήποτε απλή δόση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν περισσότερα από τέσσερα (4) δισκία κάθε φορά.

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δόσεων υψηλότερων των 800 μg δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς σε κλινικές μελέτες.

Προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με οπιοειδή και να προσδιοριστεί η κατάλληλη δόση, είναι αναγκαίο οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά από επαγγελματίες της υγείας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τιτλοποίησης.

Κατά την τιτλοποίηση οι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 2 ώρες πριν αποπειραθούν να αντιμετωπίσουν κάποιο άλλο επεισόδιο παροξυσμικού πόνου με το Abstral.

Θεραπεία συντήρησης:

Μόλις καθοριστεί η κατάλληλη δόση, η οποία ενδέχεται να είναι περισσότερα από ένα δισκία, οι ασθενείς πρέπει να διατηρήσουν αυτήν τη δόση και να περιορίσουν την κατανάλωση το ανώτερο σε τέσσερις δόσεις Abstral ημερησίως.

Κατά το διάστημα συντήρησης οι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 2 ώρες πριν αποπειραθούν να αντιμετωπίσουν κάποιο άλλο επεισόδιο παροξυσμικού πόνου με το Abstral.

Επαναπροσαρμογή δόσης:

Εάν η ανταπόκριση (αναλγησία ή ανεπιθύμητες αντιδράσεις) στην τιτλοποιημένη δόση του Abstral μεταβληθεί σημαντικά, ενδέχεται να είναι αναγκαία μία προσαρμογή της δόσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση της βέλτιστης δόσης.

Εάν σημειωθούν περισσότερα από τέσσερα επεισόδια παροξυσμικού πόνου ημερησίως σε διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερις διαδοχικές ημέρες, τότε η δόση οπιοειδών μακράς δράσης για την ανακούφιση του επιμένοντος πόνου πρέπει να επανεξετάζεται. Εάν τα οπιοειδή μακράς δράσης ή η δόση των οπιοειδών μακράς διαρκείας μεταβληθούν, η δόση του Abstral πρέπει να επανεξεταστεί και να τιτλοποιηθεί εκ νέου, όπως απαιτείται, προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση της βέλτιστης δόσης για τον ασθενή.

Είναι αναγκαίο οποιαδήποτε εκ νέου τιτλοποίηση δόσης οποιουδήποτε αναλγητικού να παρακολουθείται από έναν επαγγελματία υγείας.

Σε περίπτωση απουσίας επαρκούς ελέγχου του πόνου, θα πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα υπεραλγησίας, ανοχής και εξέλιξης της υποκείμενης νόσου (βλ. παράγραφο 4.4).

Διάρκεια και στόχοι της θεραπείας

Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Abstral, πρέπει να συμφωνείται, σε συνεργασία με τον ασθενή, στρατηγική θεραπείας που περιλαμβάνει τη διάρκεια της θεραπείας και τους στόχους της θεραπείας, καθώς και σχέδιο για την ολοκλήρωση της θεραπείας, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση του πόνου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να υπάρχει συχνή επαφή μεταξύ του ιατρού και του ασθενούς για να αξιολογείται η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας, να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας και να προσαρμόζονται οι δόσεις εφόσον απαιτείται. Ελλείψει επαρκούς ελέγχου του πόνου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα υπεραλγησίας, ανοχής και εξέλιξης της υποκείμενης νόσου (βλ. παράγραφο 4.4). Το Abstral δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο είναι απαραίτητο.

Διακοπή θεραπείας:

Εάν ο ασθενής δεν εμφανίζει πλέον επεισόδια παροξυσμικού πόνου, η θεραπεία με Abstral πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Η θεραπεία για τον επίμονο υποστρωματικό πόνο πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τη συνταγογράφηση.

Σε περίπτωση που απαιτηθεί διακοπή της θεραπείας με οπιοειδή, απαιτείται στενή παρακολούθηση του ασθενούς από τον ιατρό με σκοπό την αποφυγή της πιθανότητας εμφάνισης αιφνίδιου συνδρόμου στέρησης.

Χορήγηση σε παιδιά και εφήβους:

Το Abstral δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών, εξαιτίας της έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.

Χορήγηση σε ηλικιωμένους:

Η τιτλοποίηση δόσης πρέπει να πραγματοποιείται με εξαιρετική προσοχή και οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα τοξικότητας στη φαιντανύλη (βλ. παράγραφο 4.4).

Χορήγηση σε ασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια

Οι ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα τοξικότητας στη φαιντανύλη κατά τη διάρκεια της φάσης τιτλοποίησης του Abstral (βλ. παράγραφο 4.4).

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ασθενείς που δεν λαμβάνουν θεραπεία συντήρησης με οπιοειδή καθώς βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής.

Αναπνευστική καταστολή βαριάς μορφής ή αποφρακτική πνευμονοπάθεια βαριάς μορφής. Θεραπεία οξέος πόνου εκτός του παροξυσμικού πόνου.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν οξυβικό νάτριο.

Προειδοποιήσεις

Λόγω των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας έκβασης, που συνδέονται με την τυχαία έκθεση, την εσφαλμένη χρήση και την κατάχρηση, πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς και στους φροντιστές τους να διατηρούν το Abstral σε ασφαλή και προστατευμένο χώρο, στον οποίο δεν έχουν πρόσβαση άλλοι.

Οι ασθενείς και εκείνοι που τους φροντίζουν πρέπει να ενημερώνονται ότι το Abstral περιέχει μία δραστική ουσία σε ποσότητα που μπορεί να αποβεί μοιραία για ένα παιδί και ότι, συνεπώς, πρέπει να φυλάσσουν όλα τα δισκία σε μέρος που δεν βλέπουν και δεν φθάνουν τα παιδιά.

Εξαιτίας των πιθανών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που ενδέχεται να παρουσιαστούν κατά τη λήψη οπιοειδούς θεραπείας, όπως το Abstral, οι ασθενείς και αυτοί που τους φροντίζουν πρέπει να κατανοήσουν πλήρως τη σπουδαιότητα της σωστής λήψης του Abstral, καθώς επίσης και τι πρέπει να κάνουν στην περίπτωση που παρουσιαστούν συμπτώματα υπερδοσολογίας.

Πριν την έναρξη της θεραπείας με το Abstral, είναι σημαντικό να έχει σταθεροποιηθεί η θεραπεία του ασθενή με οπιοειδή μακράς δράσης που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο του συνεχούς πόνου.

Ανοχή και διαταραχή χρήσης οπιοειδών (κατάχρηση και εξάρτηση)

Με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση οπιοειδών, όπως η φαιντανύλη, μπορεί να αναπτυχθεί ανοχή και φυσική ή/και ψυχολογική εξάρτηση.

Η επαναλαμβανόμενη χρήση του Abstral ενδέχεται να οδηγήσει σε Διαταραχή της Χρήσης Οπιοειδών (OUD). Η υψηλότερη δόση και η μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας με οπιοειδή μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης OUD. Η κατάχρηση ή εκούσια κακή χρήση του Abstral ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερδοσολογία ή/και στον θάνατο. Ο κίνδυνος εκδήλωσης OUD είναι αυξημένος για ασθενείς με προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό (γονείς ή αδέρφια) διαταραχής κατάχρησης ουσιών (περιλαμβανομένης της διαταραχής κατάχρησης οινοπνεύματος), τρέχοντες χρήστες προϊόντων καπνού ή ασθενείς με προσωπικό ιστορικό άλλων διαταραχών ψυχικής υγείας (π.χ. μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, άγχος και διαταραχές της προσωπικότητας).

Πριν από την έναρξη της θεραπείας με το Abstral και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι στόχοι της θεραπείας και το σχέδιο διακοπής πρέπει να συμφωνούνται με τον ασθενή (βλ. παράγραφο 4.2). Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ο ασθενής πρέπει επίσης να ενημερώνεται σχετικά με τους

κινδύνους και τις ενδείξεις OUD. Σε περίπτωση εμφάνισης αυτών των ενδείξεων θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον ιατρό τους.

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημάδια συμπεριφοράς αναζήτησης ναρκωτικών (π.χ. υπερβολικά πρόωρα αιτήματα συνταγογράφησης). Αυτό περιλαμβάνει τον έλεγχο για ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών και ψυχοδραστικών φαρμάκων (όπως βενζοδιαζεπίνες). Για ασθενείς με σημεία και συμπτώματα OUD, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση συμβουλευτικής με ειδικό σε θέματα εξαρτήσεων.

Αναπνευστική καταστολή

Όπως με όλα τα οπιοειδή, υπάρχει ο κίνδυνος εμφάνισης κλινικά σημαντικής αναπνευστικής καταστολής που σχετίζεται με τη χρήση του Abstral. Πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή κατά την τιτλοποίηση δόσης του Abstral σε ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή άλλη ιατρική πάθηση που προκαλεί προδιάθεση για αναπνευστική καταστολή (π.χ. βαρεία μυασθένεια), εξαιτίας του κινδύνου εμφάνισης περαιτέρω αναπνευστικής καταστολής, η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αναπνευστική ανεπάρκεια.

Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση

Το Abstral πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς που ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε ενδοκρανιακές επιπτώσεις υπερκαπνίας, όπως αυτούς που έχουν ενδείξεις αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης, μειωμένης συνείδησης, κώματος ή εγκεφαλικών όγκων. Για τους ασθενείς που έχουν υποστεί κρανιακούς τραυματισμούς, η κλινική πορεία ενδέχεται να καλυφθεί με τη χρήση οπιοειδών. Σε αυτήν την περίπτωση, τα οπιοειδή πρέπει να χορηγούνται μόνο εάν είναι απολύτως αναγκαίο.

Υπεραλγησία

Όπως και με άλλα οπιοειδή, σε περίπτωση ανεπαρκούς ελέγχου του πόνου που δεν ανταποκρίνεται σε αυξημένη δοσολογία της φαιντανύλης, πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα υπεραλγησίας επαγόμενης από οπιοειδή. Μπορεί να ενδείκνυται μείωση της δόσης φαιντανύλης ή διακοπή της θεραπείας με φαιντανύλη ή επανεξέταση της αγωγής.

Καρδιακές παθήσεις

H φαιντανύλη μπορεί να προκαλέσει βραδυκαρδία. H φαιντανύλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προηγούμενες ή προϋπάρχουσες βραδυαρρυθμίες.

Ηλικιωμένος, καχεκτικός ή εξασθενημένος πληθυσμός

Στοιχεία από μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης της φαιντανύλης υποδεικνύουν ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να παρουσιάσουν μειωμένη κάθαρση, παρατεταμένο χρόνο ημίσειας ζωής και μεγαλύτερη ευαισθησία στη δραστική ουσία σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς. Οι ηλικιωμένοι, καχεκτικοί ή εξασθενημένοι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για συμπτώματα τοξικότητας στη φαιντανύλη και, εάν κριθεί απαραίτητο, να μειωθεί η δόση.

Διαταραχές της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας

Το Abstral πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, κυρίως κατά τη διάρκεια της φάσης της τιτλοποίησης. Η χρήση του Abstral σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της φαιντανύλης και να μειώσει τη συστηματική κάθαρση, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συσσώρευση και αυξημένη, παρατεταμένη δράση οπιοειδών.

Υποογκαιμία και υπόταση

Πρέπει να δοθεί προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με υποογκαιμία και υπόταση.

Χρήση σε ασθενείς με πληγές στο στόμα ή βλεννογονίτιδα

Το Abstral δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με πληγές στο στόμα ή βλεννογονίτιδα. Ενδέχεται να υπάρχει κίνδυνος αυξημένης συστηματικής έκθεσης στο φάρμακο σε αυτούς τους ασθενείς και, συνεπώς, συνιστάται εξαιρετική προσοχή κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης δόσης.

Διακοπή λήψης του Abstral

Δεν πρέπει να υπάρχουν αξιοσημείωτα συμπτώματα κατά τη διακοπή της θεραπείας με Abstral. Ωστόσο πιθανά συμπτώματα διακοπής λήψης του φαρμάκου αποτελούν τα: άγχος, τρόμος, εφίδρωση, ωχρότητα, ναυτία και έμετος.

Σύνδρομο σεροτονίνης

Συνιστάται προσοχή όταν το Abstral συγχορηγείται με φάρμακα που επηρεάζουν τα σεροτονινεργικά νευροδιαβιβαστικά συστήματα.

Η ανάπτυξη ενός δυνητικά απειλητικού για τη ζωή συνδρόμου σεροτονίνης μπορεί να συμβεί με την ταυτόχρονη χρήση σεροτονινεργικών φαρμάκων όπως Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης (SSRIs) και Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης-Νορεπινεφρίνης (SNRIs), και με φάρμακα που επηρεάζουν το μεταβολισμό της σεροτονίνης (συμπεριλαμβανομένων των Αναστολέων της Μονοαμινοξειδάσης [αναστολείς ΜΑΟ]). Αυτό μπορεί να συμβεί στα πλαίσια της συνιστώμενης δόσης.

Το σύνδρομο σεροτονίνης μπορεί να περιλαμβάνει μεταβολές στη διανοητική κατάσταση (π.χ. διέγερση, ψευδαισθήσεις, κώμα), αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (π.χ. ταχυκαρδία, ασταθής αρτηριακή πίεση, υπερθερμία), νευρομυϊκές διαταραχές (π.χ. υπεραντανακλαστικότητα, έλλειψη συντονισμού, ακαμψία), ή/και γαστρεντερικά συμπτώματα (π.χ. ναυτία, έμετος, διάρροια).

Σε περίπτωση υποψίας συνδρόμου σεροτονίνης, η θεραπεία με το Abstral θα πρέπει να διακόπτεται. Σχετιζόμενες με τον ύπνο διαταραχές της αναπνοής

Τα οπιοειδή μπορούν να προκαλέσουν σχετιζόμενες με τον ύπνο διαταραχές της αναπνοής,

συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής υπνικής άπνοιας (ΚΥΑ) και της σχετιζόμενης με τον ύπνο υποξαιμίας. Η χρήση οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο για ΚΥΑ με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε ασθενείς που παρουσιάζονται με ΚΥΑ, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της ολικής δόσης οπιοειδών.

Κίνδυνος από την ταυτόχρονη χρήση κατασταλτικών φαρμάκων όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφείς ουσίες

Η ταυτόχρονη χρήση του Abstral και κατασταλτικών φαρμάκων, όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφείς ουσίες μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Λόγω αυτών των κινδύνων, η συνταγογράφηση ταυτόχρονα με αυτά τα κατασταλτικά φάρμακα θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς για τους οποίους δεν είναι εφικτές εναλλακτικές επιλογές θεραπείας. Εάν ληφθεί απόφαση να συνταγογραφηθεί το Abstral ταυτόχρονα με κατασταλτικά φάρμακα, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρή.

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και καταστολής. Συνεπώς, συνιστάται ιδιαίτερα η ενημέρωση των ασθενών και των φροντιστών τους ώστε να επαγρυπνούν για αυτά τα συμπτώματα (βλ. παράγραφο 4.5).

To Abstral περιέχει vάτριο

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
39
121
42
3
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν οξυβικό νάτριο και φαιντανύλη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). Η θεραπεία με οξυβικό νάτριο θα πρέπει να διακόπτεται πριν την έναρξη της θεραπείας με Abstral.

Η φαιντανύλη μεταβολίζεται από το CYP3A4. Τα φάρμακα που αναστέλλουν τη δραστηριότητα του CYP3A4, όπως τα αντιβιοτικά μακρολίδης (π χ. ερυθρομυκίνη), οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες αζόλης (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη) ή συγκεκριμένοι αναστολείς της πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη) ενδέχεται να αυξήσουν τη βιοδιαθεσιμότητα της φαιντανύλης, μειώνοντας τη συστηματική της κάθαρση, ενδεχομένως ενισχύοντας ή παρατείνοντας τη δράση των οπιοειδών. Ο χυμός γκρέιπφρουτ είναι επίσης γνωστό ότι αναστέλλει το CYP3A4.

Η συγχορήγηση με παράγοντες που επάγουν τη δραστηριότητα του CYP3A4, όπως αντιμυκοβακτηριακά (π.χ. ριφαμπίνη, ριφαμπουτίνη), αντιεπιληπτικά (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη και φαινοβαρβιτάλη), φυτικά προϊόντα (π.χ. υπερικό [St John's Wort ή βαλσαμόχορτο], (Hypericum perforatum), μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της φαιντανύλης. Οι επαγωγείς του CYP3A4 ασκούν χρονοεξαρτώμενη επίδραση και μπορεί να χρειαστούν τουλάχιστον 2 εβδομάδες για να επιτευχθεί η μέγιστη επίδραση μετά την έναρξη της χορήγησης. Αντίθετα, σε διακοπή της χορήγησης, η επαγωγή του CYP3A4 μπορεί να χρειαστεί τουλάχιστον 2 εβδομάδες για να εξασθενίσει. Οι ασθενείς που λαμβάνουν φαιντανύλη και διακόπτουν τη θεραπεία με επαγωγείς του CYP3A4 ή μειώνουν τη δόση τους μπορεί να διατρέξουν κίνδυνο αυξημένης δραστικότητας της φαιντανύλης ή τοξικότητας. Συνεπώς, η φαιντανύλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς, εάν χορηγείται σε συνδυασμό με αναστολείς ή/και επαγωγείς του CYP3A4.

Η συγχορήγηση με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (κεντρικού νευρικού συστήματος), όπως άλλα παράγωγα μορφίνης (αναλγητικά και αντιβηχικά), γενικά αναισθητικά, γκαμπαπεντινοειδή (γκαμπαπεντίνη και πρεγκαμπαλίνη), μυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών, κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικά Η1 αντιισταμινικά, βαρβιτουρικά, αγχολυτικά (δηλαδή βενζοδιαζεπίνες), υπνωτικά, αντιψυχωτικά, κλονιδίνη και σχετικές ουσίες ενδέχεται να προκαλέσουν αύξηση των κατασταλτικών δράσεων στο ΚΝΣ, αυξημένο κίνδυνο καταστολής, αναπνευστική καταστολή, υπόταση, κώμα και θάνατο, λόγω της αθροιστικής κατασταλτικής δράσης στο ΚΝΣ. Η δόση και η διάρκεια της συγχορήγησης θα πρέπει να είναι περιορισμένες (βλ. παράγραφο 4.4).

Το αλκοόλ εντείνει τα κατασταλτικά αποτελέσματα των αναλγητικών με βάση τη μορφίνη και, συνεπώς, δε συνίσταται η συγχορήγηση αλκοολούχων ποτών ή φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν αλκοόλ με το Abstral.

Δε συνίσταται η χορήγηση του Abstral σε ασθενείς που έχουν λάβει αναστολείς της μονοαμινοοξειδάσης (MAO) εντός 14 ημερών, καθώς έχει αναφερθεί σοβαρή και απρόβλεπτη ενίσχυση από τους αναστολείς της ΜΑΟ με οπιοειδή αναλγητικά.

Δε συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση μερικών αγωνιστών/ανταγωνιστών οπιοειδών (π.χ. βουπρενορφίνη, ναλβουφίνη, πενταζοσίνη), καθώς παρουσιάζουν υψηλή συγγένεια με τους σχετικά χαμηλής ενδογενούς δραστηριότητας υποδοχείς οπιοειδών και, επομένως, ανταγωνίζονται μερικώς την αναλγητική δράση της φαιντανύλης, κάτι το οποίο μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης σε ασθενείς εξαρτημένους από τα οπιοειδή.

Σεροτονινεργικά φάρμακα

Η συγχορήγηση της φαιντανύλης με ένα σεροτονινεργικό παράγοντα, όπως ένας Εκλεκτικός Αναστολέας Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης (SSRI) ή ένας Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης-Νορεπινεφρίνης (SNRI) ή ένας Αναστολέας της Μονοαμινοξειδάσης (αναστολέας ΜΑΟ), μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο συνδρόμου σεροτονίνης, μια κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή.

Κύηση

Κύηση

Η ασφάλεια της φαιντανύλης κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει προσδιοριστεί. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα με διαταραγμένη γονιμότητα σε αρουραίους (βλ. παράγραφο 5.3). Οι πιθανοί κίνδυνοι στους ανθρώπους είναι άγνωστοι. Η φαιντανύλη πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο όταν κριθεί απολύτως απαραίτητο.

Η μακροπρόθεσμη θεραπεία κατά τη διάρκεια της κύησης ενδέχεται να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης του φαρμάκου στο νεογνό.

Η φαιντανύλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια του τοκετού (συμπεριλαμβανομένης της καισαρικής τομής), καθώς η φαιντανύλη διαπερνά τον πλακούντα και ενδέχεται να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή στο έμβρυο ή στο νεογνό.

Θηλασμός

Η φαιντανύλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα και ενδέχεται να προκαλέσει καταστολή και αναπνευστική καταστολή στο θηλάζον βρέφος. Η φαιντανύλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από θηλάζουσες γυναίκες και ο θηλασμός δεν πρέπει να ξαναρχίζει έως ότου παρέλθουν 5 τουλάχιστον ημέρες από την τελευταία χορήγηση φαιντανύλης.

Οδήγηση

ν

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση του Abstral στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Ωστόσο, τα οπιοειδή αναλγητικά είναι γνωστό ότι ενδέχεται να εξασθενήσουν την πνευματική ή σωματική ικανότητα εκτέλεσης πιθανώς επικίνδυνων εργασιών, όπως η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων. Πρέπει να συνίσταται στους ασθενείς να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα, εάν νιώθουν ζάλη, υπνηλία ή παρουσιάσουν θαμπή όραση ή διπλωπία κατά τη λήψη του Abstral.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι τυπικές ανεπιθύμητες ενέργειες των οπιοειδών αναμένονται με το Abstral. Τείνουν να μειώνονται σε ένταση με τη συνεχή χρήση. Οι πιο σοβαρές πιθανές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με τη χρήση οπιοειδών είναι η αναπνευστική καταστολή (η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναπνευστική ανακοπή), η υπόταση και η καταπληξία.

Οι κλινικές δοκιμές του Abstral σχεδιάστηκαν για να αξιολογήσουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση ασθενών με παροξυσμικό καρκινικό πόνο. Όλοι οι ασθενείς λάμβαναν συγχρόνως οπιοειδή, όπως μορφίνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης, οξυκωδόνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης, ή διαδερμική φαιντανύλη, για τον επιμένοντα πόνο τους. Επομένως δεν είναι δυνατό να διαχωριστούν οριστικά οι επιδράσεις μόνο του Abstral.

Οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το Abstral περιλαμβάνουν τυπικές οπιοειδείς ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ναυτία, δυσκοιλιότητα, υπνηλία και κεφαλαλγία.

Συνοπτικός πίνακας Ανεπιθύμητων Ενεργειών με το Abstral και/ή άλλες ενώσεις που περιέχουν φαιντανύλη:

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με το Abstral και/ή άλλες ενώσεις που περιέχουν φαιντανύλη κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Αναγράφονται ακολούθως βάσει κατηγορίας οργανικού συστήματος και συχνότητας εμφάνισης (Πολύ συχνές ≥1/10, Συχνές ≥1/100 έως <1/10, Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100, Μη

γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)). Σε κάθε ομάδα συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητη ενέργεια κατά συχνότητα
Πολύ συχνές≥ 1/10 Συχνές≥ 1/100 έως< 1/10 Όχι συχνές≥ 1/1.000 έως < 1/100 Μη γνωστές (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Ανορεξία Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές Κατάθλιψη ΠαράνοιαΣυγχυτική κατάσταση Αποπροσανατολισµός Μεταβολές της νοητικής κατάστασηςΆγχος Ευφορία ΔυσφορίαΣυναισθηματική αστάθειαΔιαταραχή στην προσοχή Αϋπνία Ψευδαίσθηση Εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες Κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών Παραλήρημα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη Κεφαλαλγία Υπνηλία Αμνησία Παροσμία Δυσγευσία Τρόμος Λήθαργος Υπαισθησία Διαταραχή ύπνου Σπασμοί, απώλεια συνείδησης, χαμηλό επίπεδο συνείδησης
Διαταραχές του οφθαλμού Όραση θαμπή
Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία Βραδυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές Υπόταση
Αναπνευστικές και θωρακικές διαταραχές, διαταραχές μεσοθωρακίου Δύσπνοια Στοματοφάρυγγικό άλγος Συσφιγκτικό αίσθημα λαιμού Αναπνευστική καταστολή
Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητη ενέργεια κατά συχνότητα
Πολύ συχνές≥ 1/10 Συχνές≥ 1/100 έως< 1/10 Όχι συχνές≥ 1/1.000 έως < 1/100 Μη γνωστές (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Γαστρεντερικές διαταραχές Ναυτία Στοματίτιδα Έμετος Δυσκοιλιότητα Ξηρό στόμα Εξέλκωση στόματος Εξέλκωση των ούλων Εξέλκωση χειλέων Διαταραγμένη γαστρική κένωσηΚοιλιακό άλγος ΔυσπεψίαΔυσφορία στο στομάχι Διαταραχή της γλώσσας Αφθώδης στοματίτιδα Πρησμένη γλώσσα Διάρροια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπεριδρωσία Δερματική βλάβη Εξάνθημα Αλλεργικός κνησμός ΚνησμόςΝυκτερινές εφιδρώσεις Αυξημένη τάση για μωλωπισμό Κνίδωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία Μυοσκελετική δυσκαμψία Δυσκαμψία άρθρωσης
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Κόπωση *Σύνδρομο στέρησης φαρμάκου Εξασθένιση Κακουχία Ερύθημα και Έξαψη Περιφερικό οίδημα Πυρεξία Σύνδρομο στέρησης των νεογνών ανοχή στο φάρμακο
Κάκωση, δηλητηρίαση και επιπλοκές κατά την επέμβαση Τυχαία υπερδοσολογία Πτώση

* με τη διαβλεννογονική φαιντανύλη παρατηρήθηκαν συμπτώματα στέρησης από τη διακοπή λήψης οπιοειδών όπως ναυτία, έμετος, διάρροια, άγχος, ρίγη, τρόμος και εφίδρωση.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Ανοχή

Σε περίπτωση επαναλαμβανόμενης χρήσης μπορεί να αναπτυχθεί ανοχή.

Εξάρτηση από το φάρμακο

Η επαναλαμβανόμενη χρήση Abstral μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση από το φάρμακο, ακόμη και σε θεραπευτικές δόσεις. Ο κίνδυνος εξάρτησης από το φάρμακο μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τους παράγοντες κινδύνου, τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας με οπιοειδή του εκάστοτε ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337

Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

Κύπρος

Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας

CY-1475

Λευκωσία

Τηλ: + 35722608607

Φαξ: + 35722608669

Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

Υπερβολική δόση

Συμπτώματα και σημεία

Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας φαιντανύλης αποτελούν επέκταση της φαρμακολογικής της δράσης, με πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια την αναπνευστική καταστολή, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει αναπνευστική ανακοπή. Είναι επίσης γνωστό ότι μπορεί να επέλθει κώμα.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας φαιντανύλης έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις αναπνοής Cheyne- Stokes, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας.

Με υπερδοσολογία φαιντανύλης έχει επίσης παρατηρηθεί τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια. Αντιμετώπιση

Η άμεση αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με οπιοειδή περιλαμβάνει αφαίρεση κάθε υπολείμματος υπογλώσσιου δισκίου Abstral από το στόμα, σωματική και λεκτική διέγερση του ασθενή και αξιολόγηση του επιπέδου συνείδησης. Πρέπει να δημιουργήσετε και να διατηρήσετε έναν ανοικτό αεραγωγό. Εάν κριθεί αναγκαίο, πρέπει να εισαχθεί ένας στοματοφαρυγγικός αεραγωγός ή ενδοτραχειακός καθετήρας διασωλήνωσης, να χορηγηθεί οξυγόνο και να ξεκινήσει μηχανικός αερισμός, όπως είναι κατάλληλο σε κάθε περίπτωση. Πρέπει να διατηρηθεί η σωστή θερμοκρασία σώματος και η παρεντερική πρόσληψη υγρών.

Για τη θεραπεία της τυχαίας υπερδοσολογίας σε ασθενείς που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει οπιοειδή, πρέπει να χορηγείται ναλοξόνη ή κάποιος άλλος ανταγωνιστής των οπιοειδών, όπως ενδείκνυται κλινικά και σύμφωνα με την Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος. Ενδέχεται να είναι αναγκαία η επαναλαμβανόμενη χορήγηση ανταγωνιστών των οπιοειδών, εάν παραταθεί η διάρκεια της αναπνευστικής καταστολής.

Πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή κατά τη χορήγηση ναλοξόνης ή άλλων ανταγωνιστών των οπιοειδών για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με οπιοειδή, εξαιτίας του κινδύνου εμφάνισης οξέος συνδρόμου απόσυρσης.

Εάν παρουσιαστεί σοβαρή ή εμμένουσα υπόταση, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο υπογκαιμίας και η κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη θεραπεία παρεντερικής πρόσληψης υγρών.

Έχει αναφερθεί μυϊκή ακαμψία που παρεμποδίζει την αναπνοή κατά τη λήψη φαιντανύλης και άλλων οπιοειδών. Σε αυτήν την περίπτωση, ενδέχεται να χρειαστεί ενδοτραχειακή διασωλήνωση, υποβοηθούμενος αερισμός και χορήγηση ανταγωνιστών των οπιοειδών, καθώς επίσης και μυοχαλαρωτικών.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - ABSTRAL 400MCG/TAB

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναλγητικά, Οπιοειδή, Παράγωγα φαινυλοπιπεριδίνης. Κωδικός ATC: N02AB03

Η φαιντανύλη είναι ένα ισχυρό μ-οπιοειδές αναλγητικό με ταχεία έναρξη αναλγητικής δράσης και μικρή διάρκεια δράσης. Η φαιντανύλη είναι περίπου 100 φορές ισχυρότερη από τη μορφίνη ως αναλγητικό. Οι δευτερεύουσες ανεπιθύμητες ενέργειες της φαιντανύλης στο ΚΝΣ, στην αναπνευστική και γαστρεντερική λειτουργία είναι τυπικές των αναλγητικών οπιοειδών και θεωρούνται τυπικές για την κατηγορία. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν αναπνευστική καταστολή, βραδυκαρδία, υποθερμία, δυσκοιλιότητα, μύση (συστολή της κόρης του οφθαλμού), σωματική εξάρτηση και ευφορία.

Τα οπιοειδή ενδέχεται να επηρεάσουν τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων ή τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-γονάδων. Ορισμένες μεταβολές που μπορούν να παρατηρηθούν περιλαμβάνουν αύξηση της προλακτίνης στον ορό και μειώσεις της κορτιζόλης και της τεστοστερόνης στο πλάσμα. Από αυτές τις ορμονικές μεταβολές μπορεί να εκδηλωθούν κλινικά σημεία και συμπτώματα.

Τα αναλγητικά αποτελέσματα της φαιντανύλης σχετίζονται με το επίπεδο της δραστικής ουσίας στο αίμα. Σε ασθενείς που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει οπιοειδή, οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στον ορό της φαιντανύλης για αποτελεσματική αναλγησία κυμαίνονται από 0,3-1,2 ng/ml, ενώ επίπεδα της τάξης των 10-20 ng/ml στο αίμα δημιουργούν χειρουργική αναισθησία και βαθιά αναπνευστική καταστολή.

Σε ασθενείς με χρόνιο καρκινικό πόνο, οι οποίοι λαμβάνουν σταθερές δόσεις συντήρησης οπιοειδών, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στη βελτίωση της έντασης του πόνου με το Abstral σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο 10 λεπτά μετά τη χορήγηση (βλεπε σχήμα 1 παρακάτω), με σημαντικά μικρότερη αναγκαιότητα θεραπείας διάσωσης με αναλγητικά.

Σχήμα 1 Μέση διαφορά έντασης πόνου από το φυσιολογικό επίπεδο (±SE) του Abstral συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (μετρούμενη με την κλίμακα Likert 0-10)

4

Μέση διαφορά έντασης πόνου

3

2

1

Mean Pain Intensity Difference

0

P=0.0004

P=0.0011

P=0.0055

Placebo Abstral

P=0.0002

Χρόνος (min)

0 10 20 30 40 50 60

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Abstral έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο κατά την έναρξη ενός επεισοδίου παροξυσμικού πόνου. Δεν έχει διερευνηθεί σε κλινικές μελέτες η προληπτική χρήση του Abstral για αναμενόμενα επεισόδια πόνου.

Η φαιντανύλη, όπως και όλοι οι αγωνιστές των υποδοχέων των μ-οπιοειδών, προκαλεί δοσοεξαρτώμενη αναπνευστική καταστολή. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει οπιοειδή από ότι στους ασθενείς που εμφανίζουν εξαιρετικά έντονους πόνους ή που υποβάλλονται σε χρόνια θεραπεία με οπιοειδή. Η μακροπρόθεσμη θεραπεία με οπιοειδή συνήθως προκαλεί την ανάπτυξη ανοχής στις δευτερεύουσες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ενώ γενικά τα οπιοειδή αυξάνουν τον τόνο του λείου μυός της ουροφόρου οδού, το άμεσο αποτέλεσμα τείνει να μεταβάλλεται: σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλεί επιτακτική ανάγκη για ούρηση, ενώ σε άλλες δυσκολία στην ούρηση.

Τα οπιοειδή αυξάνουν τον τόνο και μειώνουν την προωθητική συσταλτικότητα των λείων μυών του γαστρεντερικού συστήματος, με αποτέλεσμα τον παρατεταμένο χρόνο γαστρεντερικής μεταφοράς, η οποία ενδέχεται να είναι υπεύθυνη για τη δυσκοιλιότητα που προκαλείται από τη φαιντανύλη.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η φαιντανύλη είναι ένα εξαιρετικά λιπόφιλο φάρμακο ταχείας απορρόφησης μέσω του στοματικού βλεννογόνου και πιο αργής μέσω της γαστρεντερικής οδού. Η από στόματος χορηγούμενη φαιντανύλη υπόκειται σε εκτεταμένες ηπατικές και εντερικές επιδράσεις πρώτης διόδου.

Το Abstral διατίθεται σε φαρματοτεχνική μορφή υπογλώσσιου δισκίου ταχείας διάλυσης. Ταχεία απορρόφηση της φαιντανύλης λαμβάνει χώρα στη διάρκεια των περίπου 30 λεπτών μετά τη χορήγηση του Abstral. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του Abstral έχει υπολογιστεί ότι είναι 54 %. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της φαιντανύλης στο πλάσμα κυμαίνονται από 0,2-1,3 ng/ml (μετά τη χορήγηση 100-800 μg Abstral) και επιτυγχάνεται εντός 22,5 -240 λεπτών.

Περίπου το 80-85% της φαιντανύλης συνδέεται με τις πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως την α1- γλυκοπρωτεΐνη και σε μικρότερο βαθμό τη λευκωματίνη και τη λιποπρωτεΐνη. Ο όγκος κατανομής της φαιντανύλης σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι περίπου 3-6 l/kg.

Η φαιντανύλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του CYP3A4 σε έναν αριθμό φαρμακολογικά ανενεργών μεταβολιτών, συμπεριλαμβανομένης της νορφαιντανύλης. Μέσα σε 72 ώρες από την ενδοφλέβια χορήγηση φαιντανύλης, περίπου το 75% της δόσης εκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως μεταβολίτες, με λιγότερο από το 10% ως αναλλοίωτο φάρμακο. Περίπου το 9% της δόσης αποβάλλεται με τα κόπρανα, κυρίως ως μεταβολίτες. Η συνολική κάθαρση πλάσματος της φαιντανύλης είναι περίπου 0,5 l/h/kg.

Μετά τη χορήγηση του Abstral, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης της φαιντανύλης είναι περίπου 7 ώρες (κυμαίνεται από 3-12,5 ώρες) και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 20 ώρες (κυμαίνεται από 11,5-25 ώρες).

Η φαρμακοκινητική του Abstral έχει αποδειχτεί ότι είναι δοσοαναλογική στο δοσολογικό εύρος των 100-800 μg. Φαρμακοκινητικές μελέτες κατέδειξαν ότι πολλαπλά δισκία είναι βιοϊσοδύναμα με μεμονωμένα δισκία της ισοδύναμης δόσης.

Νεφρική / ηπατική δυσλειτουργία

Οι διαταραχές της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας θα μπορούσαν να προκαλέσουν αύξηση στις συγκεντρώσεις ορού. Οι ηλικιωμένοι, οι καχεκτικοί ή οι γενικά εξουθενωμένοι ασθενείς ενδέχεται να σημειώσουν χαμηλότερη κάθαρση φαιντανύλης, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής για την ουσία (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx 30 (BLIST 3x10)
Τιμή
132,73 €
Συμμετοχή
29,54 €

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης
BTx 10 (BLIST 1x10)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.