EMEDAL GEL.EXT.US 0,75% W/W
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - EMEDAL 0,75%
Εφαρμόζεται λεπτό στρώμα γέλης στις προσβεβλημένες περιοχές του δέρματος δύο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ. Οι πάσχουσες περιοχές πρέπει να καθαρίζονται πριν από την εφαρμογή. Η διάρκεια της αγωγής να μην υπερβαίνει τις 9 εβδομάδες. Η συνέχιση της αγωγής πέραν αυτού του χρονικού διαστήματος θα αποφασισθεί από τον ιατρό ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Υπερευαισθησία στη μετρονιδαζόλη και γενικότερα στις ιμιδαζόλες ή στα έκδοχα του προϊόντος.
Τα σκευάσματα για δερματική χρήση δεν πρέπει να εφαρμόζονται πλησίον της περιοχής των οφθαλμών.
Αλληλεπιδράσεις με τοπικώς εφαρμοζόμενη μετρονιδαζόλη δεν αναμένονται.
Τα επίπεδα της μετρονιδαζόλης στο αίμα μετά από τοπική εξωτερική εφαρμογή είναι σαφώς χαμηλότερα εκείνων που επιτυγχάνονται μετά την παρεντερική ή την από του στόματος χορήγηση. Η τοπική χρήση της μετρονιδαζόλης κατά την κύηση θα πρέπει να γίνεται αφού σταθμισθούν
τα αναμενόμενα οφέλη για τη μητέρα σε σχέση με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο και το νεογνό.
ΓαλουχίαΗ τοπική χρήση της μετρονιδαζόλης κατά τη γαλουχία θα πρέπει να γίνεται αφού σταθμισθούν τα αναμενόμενα οφέλη για τη μητέρα σε σχέση με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο και το νεογνό.
Κατά τη δερματική χρήση η μετρονιδαζόλη απορροφάται ελάχιστα και η συγκέντρωσή της στο πλάσμα είναι αμελητέα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με την τοπική χορήγηση ήταν δακρύρροια, όταν εφαρμόζεται πλησίον των οφθαλμών, παροδική ερυθρότητα και ελαφρά ξηρότητα, έγκαυμα και ερεθισμός του δέρματος.
Υπερδοσολογία από τοπική εξωτερική εφαρμογή είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί.
Αντιμετώπιση
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας από τοπική εξωτερική εφαρμογή το φάρμακο πρέπει να απομακρύνεται με έκπλυση με χλιαρό νερό.
Κωδικός ATC: D06BX01 Χημειοθεραπευτικό για τοπική χρήση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - EMEDAL 0,75%
Αντιμικροβιακό της ομάδας των νίτρο-5-ιμιδαζολίων.
Αντιμικροβιακό φάσμα
-
Συνήθως ευαίσθητα είδη (ποσοστό πάνω από 90%) Peptostreptococcus, Clostridium perfrigens, Clostridium difficile, Clostridium sp., Bacteroides sp., Prevotella, Fusobacterium, Veillonella.
-
Aνθεκτικά είδη (περίπου κατά 50%)
Propionibacterium, Actinomyces, Mobiluncus.
-
Είδη που δεν είναι πάντα ευαίσθητα (το ποσοστό τους ποικίλλει. Η ευαισθησία δεν μπορεί να προσδιοριστεί χωρίς αντιβιόγραμμα).
Bifidobacterium, Eubacterium.
Αντιπαρασιτική δράση
Entamoeba histolytica, Trichomonas vaginalis, Giardia intestinalis.
Η μετρονιδαζόλη χρησιμοποιείται από πολλά χρόνια για τη θεραπεία των τριχομοναδικών λοιμώξεων του ουροποιογεννητικού συστήματος, την αμοιβάδωση και τη λαμβλίαση. Είναι πλέον γνωστό ότι η μετρονιδαζόλη δρα αποτελεσματικώς και επί των υποχρεωτικώς αναεροβίων μικροβίων, των οποίων η ελαχίστη ανασταλτική πυκνότης και η ελαχίστη βακτηριοκτόνος συμπίπτουν με αποτέλεσμα την ταχύτατη θεραπευτική
ανταπόκριση.
Η μετρονιδαζόλη δεν έχει άμεση δράση έναντι των αεροβίων μικροοργανισμών. Τα αερόβια μικρόβια παραμένουν ανεπηρέαστα από τις συγκεντρώσεις της μετρονιδαζόλης στους ιστούς. Εμπειρία από ασθενείς οι οποίοι θεραπεύτηκαν με μετρονιδαζόλη έδειξε ότι είναι καλώς ανεκτή και ότι τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα και στους ιστούς είναι κατά πολύ υψηλότερα από εκείνα τα οποία θεωρητικώς απαιτούνται για μία επιτυχή αντιμικροβιακή θεραπεία.
Επιπλέον η μετρονιδαζόλη είναι ικανή να περάσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις στα περισσότερα υγρά του σώματος (π.χ. σίελο, χολή, ούρα, αμνιακό υγρό, γάλα και πύον αποστηματικών κοιλοτήτων) είναι ιδιαίτερα υψηλές.
Ο μηχανισμός δράσης της μετρονιδαζόλης στη ροδόχρου ακμή παραμένει άγνωστος, αλλά τα διαθέσιμα φαρμακολογικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η δραστικότητά της βασίζεται στην αντιβακτηριακή και/ή αντιφλεγμονώδη δράση.
Μετά την τοπική χρήση 1 μόνο γραμμαρίου δερματικού γαλακτώματος μετρονιδαζόλης στο πρόσωπο δώδεκα φυσιολογικών ανθρώπων, αναφέρθηκαν μέσα ανώτατα επίπεδα μετρονιδαζόλης στον ορό της τάξεως των 34,4 ng.ml-1 (διακύμανση: 19,7 έως 63,8 ng.ml-1). Η τιμή αυτή είναι μικρότερη του 0,5% των μέσων ανώτατων επιπέδων μετρονιδαζόλης στον ορό στα ίδια άτομα μετά τη χορήγηση ενός μόνο από του στόματος δισκίου μετρονιδαζόλης 250 mg (μέση τιμή Cmax = 7248 ng.ml-1, διακύμανση: 4270 έως 13970 ng.ml-1). Oι χρόνοι Τlag και Τmax για τη μετρονιδαζόλη μετά την τοπική χρήση γαλακτώματος είχαν παραταθεί σημαντικά (p < 0,05) σε σύγκριση με την από του στόματος χρήση.
Μετά την τοπική χρήση δερματικού γαλακτώματος, τα επίπεδα του υδροξυμεταβολίτη στον ορό ήταν κάτω του ποσοτικά προσδιορίσιμου ορίου της ανάλυσης του φαρμάκου (< 9,6 ng.ml-1) για την πλειοψηφία των χρονικών σημείων. Ο υδροξυμεταβολίτης Cmax μετά την τοπική εφαρμογή του γαλακτώματος κυμαινόταν κάτω του ποσοτικά προσδιορίσιμου ορίου έως 17,3 ng.ml-1.
Η AUC μετά από την τοπική χρήση 1 γραμμαρίου μετρονιδαζόλης ήταν 1,4% της AUC μίας εφάπαξ από του στόματος δόσης μετρονιδαζόλης των 250 mg (μέσος όρος = 971,1 ng.hr.ml-1 και κατά προσέγγιση 67207 ng.hr.ml-1, αντίστοιχα).
Μετά την εφαρμογή γέλης 0,75%, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 66 ng/ml, περίπου 100 φορές μικρότερη αυτής που επιτυγχάνεται μετά από μία εφάπαξ δόση από το στόμα 250 mg.
Μετά από εφαρμογή 1 g κρέμας στο πρόσωπο, η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 32,9 ng/ml, περίπου 100 φορές μικρότερη αυτής που επιτυγχάνεται μετά από μία εφάπαξ δόση από το στόμα 250 mg. Oι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται σε χρόνο μεταξύ 6 και 24 ωρών, ενώ, μετά από του στόματος χορήγηση επιτυγχάνονται σε χρόνο μεταξύ 0,25 και 4 ωρών.
