Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
6
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

NEOVALEN PD.I.S.INF 10 MIU (million IU)

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ/ΔΙΑΛΥΜΑ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

DEMO ABEE
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - NEOVALEN 10 MIU

Ενδείξεις

Το Neovalen ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων σε ενήλικες, εφήβους, παιδιά, νεογέννητα βρέφη και πρόωρα βρέφη (βλ. παράγραφο 5.1):

  • Οξείες βακτηριακές λοιμώξεις του δέρματος και των δερματικών δομών (ABSSSI)

  • διφθερίτιδα (επιπλέον της αντιτοξίνης)

  • πνευμονία της κοινότητας

  • εμπύημα

  • βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα

  • περιτονίτιδα

  • μηνιγγίτιδα

  • αποστήματα εγκεφάλου

  • οστεομυελίτιδα

  • λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος που προκαλούνται από φουσοβακτήρια

  • επιπλεγμένη γονόρροια (γονορροϊκή ενδοκαρδίτιδα ή αρθρίτιδα)

  • σύφιλη (συγγενής σύφιλη)

  • βορρελίωση Lyme (μηνιγγιτιδα-πολυνευρίτιδα Garin-Bujadoux-Bannwarth, χρόνια ατροφική ακροδερματίτιδα, αρθρίτιδα Lyme, καρδίτιδα Lyme).

    Το Neovalen χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία των ακόλουθων ειδικών λοιμώξεων:

  • άνθρακας

  • τέτανος

  • αεριογόνος γάγγραινα

  • λιστερίωση

  • παστερέλλωση

  • πυρετός από δάγκωμα επίμυος

  • ατρακτοσπειροχαιτική γάγγραινα

  • ακτινομυκιτίαση

    Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.

Δοσολογία

Για τις διεθνείς μονάδες (IU) και τις τιμές μάζας, ισχύουν οι ακόλουθες αναλογίες:

1 mg νατριούχου βενζυλοπενικιλλίνης είναι ισοδύναμο με 1670 IU βενζυλοπενικιλλίνης.

1 εκατομμύριο IU βενζυλοπενικιλλίνης είναι ισοδύναμο με 598,9 mg νατριούχου βενζυλοπενικιλλίνης. Γενικά, 600 mg νατριούχου βενζυλοπενικιλλίνης θεωρούνται ισοδύναμα με 1 εκατομμύριο IU βενζυλοπενικιλλίνης.

Η βενζυλοπενικιλλίνη έχει ένα ευρύ δοσολογικό περιθώριο, το οποίο κατευθύνεται από τη μέθοδο χορήγησης, το επίπεδο δόσης και το διάστημα χορήγησης ανάλογα με τον τύπο και την ευαισθησία του παθογόνου, τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κατάσταση του ασθενούς.

Δοσολογία

Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 12 ετών και άνω):

Κανονική δοσολογία (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση): 0,03 εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,018 g/kg/ημέρα, 18 mg/kg/ημέρα, ισοδύναμη με περίπου 1-5 εκατομμύρια IU ανά ημέρα, 0,6-3 g ανά ημέρα, 600-3000 mg ανά ημέρα, διαιρεμένη σε 4-6 δόσεις.

Υψηλή δόση (ενδοφλέβια): 0,3 εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,18 g/kg/ημέρα, 180 mg/kg/ημέρα, ισοδύναμη με περίπου 10-40 εκατομμύρια IU ανά ημέρα, 6-24 g ανά ημέρα, 6000-24000 mg ανά ημέρα, διαιρεμένη σε 4-6 δόσεις.

Βρέφη (ηλικίας ενός μηνός και άνω) και παιδιά(έως 12 ετών):

Κανονική δοσολογία (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση): 0,03-0,1 εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,018-0,06 g/kg/ημέρα, 18- 60 mg/kg/ημέρα, διαιρεμένη σε 4-6 δόσεις.

Υψηλή δόση (ενδοφλέβια): 0,1-0,5 (-1,0) εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,06-0,3 (-0,6) g/kg/ημέρα, 60-300 (-

600) mg/kg/ημέρα, διαιρεμένη σε 4-6 δόσεις.

Προσοχή: Επιληπτικές κρίσεις στο πλαίσιο παθολογίας του εγκεφάλου και διαταραχή ισορροπίας των ηλεκτρολυτών ενδέχεται να εμφανιστούν σε περίπτωση υπερβολικά ταχύρρυθμης έγχυσης. Συνιστάται ρυθμός που δεν υπερβαίνει τις 500,000 IU/λεπτό, 0,3 g/λεπτό, 300 mg/λεπτό συνιστάται για ενδοφλέβιες δόσεις άνω των 2.000.000 IU, 1,2 g, 1200 mg.

Νεογνά (ηλικίας 2-4 εβδομάδων)

Κανονική δοσολογία (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση): 0,03-0,1 εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,018-0,06 g/kg/ημέρα, 18-60 mg/kg/ημέρα, σε 3-4 μονές δόσεις.

Υψηλή δόση (ενδοφλέβια): 0,2-0,5 (-1,0) εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,12-0,3 g (-0,6 g)/kg/ημέρα, 120-300 mg (-600 mg/kg/ημέρα, σε 3-4 μονές δόσεις.

Πρόωρα και νεογνά βρέφη (ηλικίας έως 2 εβδομάδων):

Κανονική δοσολογία (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση): 0,03-0,1 εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,018-0,06

g/kg/ημέρα, 18-60 mg/kg/ημέρα, σε 2 μονές δόσεις.

Υψηλή δόση (ενδοφλέβια): 0,2-0,5 (-1,0) εκατομμύρια IU/kg/ημέρα, 0,12-0,3 g (-0,6 g)/kg/ημέρα, 120-300 mg (-600 mg/kg/ημέρα, σε 2 μονές δόσεις.

Σε πρόωρα βρέφη και νεογνά, το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων δεν πρέπει να είναι μικρότερο των 12 ωρών λόγω της ανωριμότητας και της μειωμένης αποβολής της βενζυλοπενικιλλίνης (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηλικιωμένοι

Οι διεργασίες αποβολής ενδέχεται να καθυστερούν με την πάροδο της ηλικίας. Επομένως, η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη νεφρική λειτουργία σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Εάν η νεφρική λειτουργία έχει μειωθεί σοβαρά, η αποδόμηση και η απέκκριση των πενικιλλινών ενδέχεται να καθυστερήσει. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη δοσολογία. Συνεπώς, συνιστάται η προσαρμογή των μεμονωμένων δόσεων ή/και των διαστημάτων χορήγησης του Neovalen στις τιμές κάθαρσης σε κάθε επιμέρους περίπτωση:

Δοσολογία του Neovalen για ενήλικες και εφήβους με βάση την κάθαρση της κρεατινίνης.CAVE: σχετίζεται με μια κανονικοποιημένη δοσολογία 40 εκατομμυρίων IU ημερησίως 6000-24000 mg ημερησίως σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ρυθμός κάθαρσης της 100-60 50-40 30-10 <10 κρεατινίνης σεmL/min
Κρεατινίνη ορού σε 0,8-1,5. 1,5-2,0. 2-8 15mg %
Neovalen (ημερήσια Κάτω των 60 ετών: 10-20 εκατομμύρια 5-10 εκατομμύρια IU, 2-5 εκατομμύρια IU, δόση) 40 (-60) εκατομμύρια IU; 6-12 g, 3-6 g, 3000-6000 mg 1,2-3 gIU; 24 g (-36 g), 6000-12000 mg 1200-3000 mg24000 mg (-36000mg),Άνω των 60 ετών: 10-40 εκατομμύρια IU,6-24 g,6000-24000 mg
Μεσοδιάστημα σε 3-6 μεμονωμένες σε 3 μεμονωμένες σε 2-3 μεμονωμένες σε 1-2 μεμονωμένες ανάμεσα στις δόσεις δόσεις δόσεις δόσεις δόσεις
Δοσολογία του Neovalen για βρέφη (ηλικίας 1 μηνός και άνω) και παιδιά (ηλικίας έως 12 ετών) με βάση την κάθαρση της κρεατινίνης
Ρυθμός κάθαρσης τηςκρεατινίνης σε mL/min 100-60 50-10 <10
Κρεατινίνη ορού σε mg % 0,8-1,5. 1,5-8,0. 15
Neovalen (ημερήσια δόση) 0,03-0.1 εκατομμύρια 0,02-0,06 εκατομμύρια 0,01-0,04 εκατομμύρια
IU/kg IU/kg IU/kg
0,018-0,06 mg/kg 0.012-0.036 mg/kg 0,006-0,024 mg/kg
18-60 mg/kg 12-36 mg/kg 6-24 mg/kg
Μεσοδιάστημα ανάμεσα στις δόσεις σε 4-6 μεμονωμένες δόσεις σε 2-3 μεμονωμένες δόσεις σε 2 μεμονωμένες δόσεις

Βρέφη (ηλικίας 1 μηνός και άνω) και παιδιά (έως 12 ετών): Εάν η νεφρική λειτουργία είναι μέτρια έως σοβαρή (ρυθμός σπειραματικής διήθησης = 10–50 mL/λεπτό/1,73 m2), η φυσιολογική δόση χορηγείται κάθε 8 – 12 ώρες. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας ή νεφρικής ανεπάρκειας

(ρυθμός σπειραματικής διήθησης <10 mL/λεπτό/1,73 m2), η φυσιολογική δόση χορηγείται κάθε 12 ώρες.

Πρόωρα βρέφη και νεογνά (έως ηλικία 4 εβδομάδων): Το Neovalen δεν είναι κατάλληλο για τη θεραπεία πρόωρων βρεφών και νεογνών με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας.

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας:

Δεν απαιτείται μείωση της δόσης εφόσον δεν υπάρχει έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας.

Ειδικές δοσολογίες

Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα: Οι ενήλικες λαμβάνουν 10-80 εκατομμύρια IU/day 6-48 g/ημέρα, 6000-48000 mg/ημέρα ενδοφλέβια σε συνδυασμό με αμινογλυκοσίδες.

Μηνιγγίτιδα: Λόγω της αυξημένης ευαισθησίας σε επιληπτικές κρίσεις και των αντιδράσεων Jarisch-Herxheimer, δεν πρέπει να χορηγούνται περισσότερες από 20-30 εκατομμύρια IU/ημέρα, 12-18 g/ημέρα, 12000-18000 mg/ημέρα σε ενήλικες και όχι περισσότερες από 12 εκατομμύρια IU/ημέρα, 7,2 g/ημέρα, 7200 mg/ημέρα σε παιδιά.

Βορρελίωση Lyme: Σε ενήλικες, 20-30 εκατομμύρια IU/ημέρα, 12-18 g/ημέρα, 12000-18000 mg/ημέρα ενδοφλέβια σε 2-3 δόσεις σε διάστημα14 ημερών και σε παιδιά, 0,5 εκατομμύριο IU/kg/ημέρα, 0,3 g/kg/ημέρα, 300 mg/kg/ημέρα ενδοφλέβια σε 2-3 δόσεις σε διάστημα14 ημερών.

Τρόπος χορήγησης

Το Neovalen μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια (ένεση ή σύντομη έγχυση με 10 εκατομμύρια IU/100 mL, 6 g/100 mL, 6000 mg/100 mL) ή, επίσης, ενδομυϊκά.

Σημειώσεις για IM ένεση:

Έως μέγιστη δόση 10 εκατομμύρια IU (= περίπου 6 g), 6 g, 6000 mg το Neovalen διαλυμένο σε 6 - 10 mL ύδωρ για ενέσιμα, εφαρμόζεται έως και δύο φορές την ημέρα ως εν τω βάθει ενδομυϊκή ένωση στο άνω, εξωτερικό τεταρτημόριο του μείζονος γλουτιαίου μυός ή στο κοιλιακό γλουτιαίο πεδίο του Hochstetter.

Τα 5 mL ανά θέση ένεσης πρέπει να θεωρούνται ως το ανώτερο όριο ανοχής. Οι επαναλαμβανόμενες ενέσεις πρέπει να χορηγούνται σε εναλλασσόμενα σημεία. Υψηλότερες δόσεις μπορούν να χορηγηθούν ως IV έγχυση.

Ενδέχεται να εμφανιστούν σοβαρές τοπικές αντιδράσεις με ενδομυϊκή χορήγηση, ιδιαίτερα σε βρέφη. Εάν είναι δυνατόν, πρέπει να χορηγηθεί ενδοφλέβια θεραπεία.

Προσοχή: Επιληπτικές κρίσεις στο πλαίσιο παθολογίας του εγκεφάλου και διαταραχή ισορροπίας των ηλεκτρολυτών ενδέχεται να εμφανιστούν σε περίπτωση υπερβολικά ταχύρρυθμης έγχυσης. Συνιστάται ρυθμός που δεν υπερβαίνει τις 500,000 IU/λεπτό, 0,3 g/λεπτό, 300 mg/λεπτό συνιστάται για ενδοφλέβιες δόσεις άνω των 2.000.000 IU, 1,2 g ,1200 mg.

Το ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές, άχρωμο έως ωχροκίτρινο διάλυμα και πρακτικά απαλλαγμένο από ορατά σωματίδια.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την προετοιμασία, βλ. παράγραφο 6.6. Διάρκεια χρήσης

Η διάρκεια της θεραπείας με Neovalen μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη συγκεκριμένη ένδειξη και θα πρέπει να ακολουθεί τις συστάσεις των τελευταίων επικαιροποιημένων κατευθυντήριων οδηγιών των εθνικών αρχών.

Σύμφωνα με τις συστάσεις του ΠΟΥ, για τις στρεπτοκοκκικές νόσους πρέπει να τηρείται περίοδος θεραπείας τουλάχιστον 10 ημερών.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία

  • Ιστορικό υπερευαισθησίας στην πενικιλλίνη

  • Ιστορικό σοβαρής άμεσης αντίδρασης υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλαξία) σε άλλο αντιβιοτικό β-λακτάμης (π.χ. κεφαλοσπορίνη, καρβαπενέμη ή μονοβακτάμη)

Προειδοποιήσεις

Σε περιπτώσεις υπερευαισθησίας στις κεφαλοσπορίνες, είναι δυνατή η διασταυρούμενη αλλεργία (συχνότητα σύμφωνα με τη βιβλιογραφία: 5-10%).

Πριν από τη θεραπεία, θα πρέπει να διενεργείται δοκιμή υπερευαισθησίας. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανή εμφάνιση αντίδρασης υπερευαισθησίας. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με αλλεργική διάθεση ή βρογχικό άσθμα.

Μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για 30 λεπτά και ένα διάλυμα αδρεναλίνης θα πρέπει να είναι έτοιμο για έγχυση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Εάν εμφανιστεί αλλεργική αντίδραση, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγηθεί συμπτωματική θεραπεία.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCAR), συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), της αντίδρασης σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) και έχει αναφερθεί οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) σε σχέση με τη θεραπεία με αντιβιοτικά β-λακτάμης (βλ. παράγραφο 4.8).

Η βενζυλοπενικιλλίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στις πενικιλλίνες. Ασθενείς που έχουν ιστορικό υπερευαισθησίας σε κεφαλοσπορίνες, πενικιλλίνες ή άλλα αντιβακτηριακά β-λακτάμης μπορεί επίσης να έχουν υπερευαισθησία στη βενζυλοπενικιλλίνη (βλ. παράγραφο 4.3).

Η βενζυλοπενικιλλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μη σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε οποιοδήποτε άλλο αντιβιοτικό β-λακτάμης (π.χ. κεφαλοσπορίνες ή καρβαπενέμες) και καθόλου σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Εάν εμφανιστεί σοβαρή αλλεργική αντίδραση ή SCAR κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βενζυλοπενικιλλίνη, η θεραπεία με το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με τις ακόλουθες παθήσεις:

  • αλλεργική διάθεση (κνίδωση ή πυρετός εκ χόρτου) ή άσθμα (αυξημένος κίνδυνος αντιδράσεων υπερευαισθησίας) σοβαρές καρδιακές παθήσεις ή σοβαρές διαταραχές ηλεκτρολυτών οποιασδήποτε άλλης προέλευσης (θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην πρόσληψη ηλεκτρολυτών σε αυτή την ομάδα ασθενών, ιδίως στην πρόσληψη καλίου)

  • νεφρική ανεπάρκεια (για προσαρμογή της δόσης, βλ. παράγραφο 4.2)

  • ηπατική βλάβη (για προσαρμογή της δόσης, βλ. παράγραφο 4.2)

  • επιληψία, εγκεφαλικό οίδημα ή μηνιγγίτιδα (αυξημένος κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων, ιδίως με τη χορήγηση υψηλών δόσεων (>20 εκατομμύρια IU, 12 g, 12000 mg) του Neovalen, βλ. παράγραφο 4.8)

  • υφιστάμενη μονοπυρήνωση (αυξημένος κίνδυνος δερματικού εξανθήματος)

  • κατά τη θεραπεία συν-μολύνσεων σε ασθενείς με οξεία λεμφική λευχαιμία (αυξημένος κίνδυνος δερματικών αντιδράσεων)

  • δερματομυκητιάσεις (είναι πιθανές παραλλεργικές αντιδράσεις, καθώς ενδέχεται να υπάρχει κοινή αντιγονικότητα μεταξύ των πενικιλλινών και των μεταβολικών προϊόντων των δερματόφυτων, βλ. παράγραφο 4.8).

Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί παράταση του χρόνου προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν πενικιλλίνες. Θα πρέπει να πραγματοποιείται κατάλληλη παρακολούθηση όταν συγχορηγούνται αντιπηκτικά. Η προσαρμογή της δόσης του από στόματος χορηγούμενου αντιπηκτικού ενδέχεται να είναι απαραίτητη για να επιτευχθεί ο επιθυμητός βαθμός αντιπηκτικότητας (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8).

Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η απορρόφηση του Neovalen καθυστερεί μετά την ενδομυϊκή χορήγηση

σε ασθενείς με διαβήτη (βλ. παράγραφο 5.2).

Στα αφροδίσια νοσήματα, οι εξετάσεις σκοτεινού πεδίου πρέπει να διενεργούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας, εάν υπάρχει υποψία συνυπάρχουσας σύφιλης. Οι ορολογικές εξετάσεις για σκοπούς παρακολούθησης θα πρέπει επίσης να διενεργούνται για τουλάχιστον 4 μήνες.

Σε μακροχρόνια θεραπεία, απαιτείται επαγρύπνηση για την πιθανή εμφάνιση υπερανάπτυξης ανθεκτικών οργανισμών. Εάν εμφανιστούν δευτερογενείς λοιμώξεις, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Εάν εμφανιστεί σοβαρή, επίμονη διάρροια, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας που σχετίζεται με αντιβιοτικά (βλεννοαιμορραγική, υδαρής διάρροια, αμβλύς, διάχυτος έως κολικός κοιλιακός πόνος, πυρετός, περιστασιακά τεινεσμός), η οποία μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Neovalen πρέπει επομένως να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινά θεραπεία με βάση την ταυτοποίηση του παθογόνου παράγοντα. Τα σκευάσματα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό αντενδείκνυνται.

Στη θεραπεία της βορρελίωσης Lyme ή της σύφιλης, μπορεί να εμφανιστεί αντίδραση Jarisch-Herxheimer ως αποτέλεσμα της βακτηριοκτόνου δράσης της πενικιλλίνης στα παθογόνα, η οποία χαρακτηρίζεται από πυρετό, ρίγη, γενικά συμπτώματα και εστιακά συμπτώματα (κυρίως 2 έως 12 ώρες μετά την αρχική δόση). Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι αυτό είναι ένα συνηθισμένο παροδικό σύμβαμα της αντιβιοτικής αγωγής. Για την καταστολή ή την ανακούφιση μιας αντίδρασης Jarisch-Herxheimer (βλ. παράγραφο 4.8), θα πρέπει να χορηγείται κατάλληλη θεραπεία.

Για καταστάσεις όπως η σοβαρή πνευμονία, το εμπύημα, η σηψαιμία, η μηνιγγίτιδα ή η περιτονίτιδα, που απαιτούν υψηλότερα επίπεδα πενικιλλίνης στον ορό, θα πρέπει να χορηγείται θεραπεία με το υδατοδιαλυτό αλκαλικό άλας της βενζυλοπενικιλλίνης.

Εάν η νευρολογική συμμετοχή δεν μπορεί να αποκλειστεί σε ασθενείς με συγγενή σύφιλη, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μορφές πενικιλλίνης που φθάνουν σε υψηλότερα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Ενδέχεται να εμφανιστούν σοβαρές τοπικές αντιδράσεις με ενδομυϊκή χορήγηση σε βρέφη. Εάν είναι δυνατόν, πρέπει να χορηγηθεί ενδοφλέβια θεραπεία.

Κατά την ενδοφλέβια χορήγηση πολύ υψηλών δόσεων (πάνω από 10 εκατομμύρια IU/ημέρα 6 g/ημέρα 6000 mg/ημέρα), η θέση χορήγησης πρέπει να εναλλάσσεται κάθε δεύτερη ημέρα για την αποφυγή επιλοιμώξεων και θρομβοφλεβίτιδας.

Λόγω πιθανών διαταραχών ηλεκτρολυτών, το Neovalen θα πρέπει να χορηγείται αργά με εγχύσεις άνω των 10 εκατομμυρίων IU, 6 g, 6000 mg και, λόγω της πιθανότητας αντιδράσεων με σπασμούς, κατά τη χορήγηση άνω των 20 εκατομμυρίων IU, 12 g, 12000 mg (βλ. παράγραφο 4.8).

Σε παρατεταμένη θεραπεία (άνω των 5 ημερών) με υψηλές δόσεις πενικιλλίνης συνιστάται η παρακολούθηση της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας, η παρακολούθηση των αιματολογικών ελέγχων και εξετάσεις νεφρικής λειτουργίας.

Επιδράσεις στις διαγνωστικές εργαστηριακές διαδικασίες:

  • Αναπτύσσεται συχνά θετική άμεση αντίδραση Coombs ≥ 1% έως < 10%) σε ασθενείς που λαμβάνουν 10 εκατομμύρια IU (ισοδύναμα με 6 g) 6 g 6000 mg βενζυλοπενικιλλίνης ή μεγαλύτερη δόση ημερησίως. Μετά τη διακοπή της πενικιλλίνης, η άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης μπορεί να παραμείνει θετική για 6 έως 8 εβδομάδες (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8).

  • Ο προσδιορισμός της πρωτεΐνης των ούρων με τη χρήση τεχνικών καταβύθισης (σουλφοσαλικυλικό οξύ, τριχλωροξικό οξύ), της μεθόδου Folin-Ciocalteu-Lowry ή της μεθόδου Biuret μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Συνεπώς, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων αυτών των εξετάσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν Neovalen.

    Δεν επηρεάζεται ο προσδιορισμός της πρωτεΐνης με ταινίες δοκιμής.

  • Ομοίως, ο προσδιορισμός των αμινοξέων στα ούρα με τη μέθοδο της νινυδρίνης μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

  • Οι πενικιλλίνες δεσμεύονται από τη λευκωματίνη. Στις μεθόδους ηλεκτροφόρησης για τον προσδιορισμό της λευκωματίνης, μπορεί έτσι να προσομοιωθεί η ψευδοδυσπρωτεϊναιμία.

  • Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Neovalen, η μη ενζυμική ανίχνευση γλυκόζης στα ούρα και η ανίχνευση ουρoxoλινογόνου μπορεί να αποδειχθούν ψευδώς θετικές. Οι ενζυμικές εξετάσεις γλυκόζης ούρων θα πρέπει να διενεργούνται σε ασθενείς υπό θεραπεία με το Neovalen, καθώς αυτές δεν επηρεάζονται από αυτή την αλληλεπίδραση.

  • Κατά τον προσδιορισμό των 17-κετοστεροειδών (με χρήση της αντίδρασης Zimmermann) στα ούρα, αυξημένες τιμές ενδέχεται να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Neovalen.

Το Neovalen περιέχει νάτριο

[1 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση]

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 38,7 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 1,9 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

[2 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση]

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 77,4 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 3.9 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

[5 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση]

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 193,5 mg νατρίου ανά φιαλίδιο που ισοδυναμεί με 9,7 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

[10 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση]

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 387 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 19,3 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
1
0
6
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση του Neovalen με τα ακόλουθα:

Με βάση τη γενική αρχή να μην συνδυάζονται βακτηριοκτόνα και βακτηριοστατικά αντιβιοτικά, το Neovalen δεν πρέπει να συνδυάζεται με βακτηριοστατικά αντιβιοτικά.

Μείγμα ενέσεων ή εγχύσεων: Για την αποφυγή ανεπιθύμητων χημικών αντιδράσεων, η χορήγηση μείγματος ενέσεων ή εγχύσεων ή εγχύσεων ή προσμίξεων με διαλύματα που περιέχουν υδατάνθρακες, όπως γλυκόζη, θα πρέπει να αποφεύγονται (βλ. παράγραφο 6.2).

Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση με:

Προβενεσίδη: Η χορήγηση προβενεσίδης οδηγεί σε αναστολή της σωληναριακής αποβολής της βενζυλοπενικιλλίνης, με αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης στον ορό και την παράταση του χρόνου ημιζωής της αποβολής. Επιπλέον, η προβενεσίδη αναστέλλει τη μεταφορά πενικιλλίνης από το εγκεφαλονωτιαίο υγρό, έτσι ώστε η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης να μειώνει ακόμη περισσότερο τη διείσδυση της βενζυλοπενικιλλίνης στον εγκεφαλικό ιστό.

Αντιφλεγμονώδη, αντιρρευματικά και αντιπυρετικά φάρμακα: Κατά τη συγχορήγηση του Neovalen με αντιφλεγμονώδη, αντιρρευματικά ή αντιπυρετικά (ιδίως ινδομεθακίνη, φαινυλοβουταζόνη, σαλικυλικά σε υψηλές δόσεις), θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αποβολή τους αναστέλλεται ανταγωνιστικά, με αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης στον ορό και την παράταση του χρόνου ημιζωής της αποβολής.

Διγοξίνη: Σε ασθενείς υπό θεραπεία με διγοξίνη, το Neovalen θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή, καθώς υπάρχει κίνδυνος βραδυκαρδίας ως αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων.

Μεθοτρεξάτη: Όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα με το Neovalen, η αποβολή της μεθοτρεξάτης μειώνεται. Αυτό

μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα της μεθοτρεξάτης.

Η ταυτόχρονη χρήση μεθοτρεξάτης και πενικιλλίνης θα πρέπει να αποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν η ταυτόχρονη χρήση είναι αναπόφευκτη, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της μεθοτρεξάτης ενώ πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στον ορό. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για πιθανές επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες της μεθοτρεξάτης, συμπεριλαμβανομένης της λευκοπενίας, της θρομβοπενίας και της δερματικής πυόρροιας.

Αντιπηκτικά από στόματος: Τα από στόματος αντιπηκτικά και τα αντιβιοτικά πενικιλίνης έχουν χρησιμοποιηθεί εκτενώς στην κλινική πρακτική χωρίς αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο, στη βιβλιογραφία υπάρχουν αναφορές για αυξημένο αριθμό ασθενών που εμφάνισαν αιμορραγικό συμβάν όταν τους χορηγήθηκε ακενοκουμαρόλη ή βαρφαρίνη ταυτόχρονα με πενικιλλίνη. Εάν απαιτείται ταυτόχρονη χρήση, ο χρόνος προθρομβίνης ή άλλες κατάλληλες παράμετροι πήξης θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη συγχορήγηση ή τη διακοπή της πενικιλίνης. Επιπλέον, μπορεί να είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης του αντιπηκτικού από στόματος (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).

Συνεργιστική δράση αντιβιοτικών

Το Neovalen θα πρέπει να χορηγείται μόνο σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά εάν αναμένεται συνεργική ή τουλάχιστον προσθετική δράση. Γενικά, τα επιμέρους συστατικά ενός συνδυασμού πρέπει να χορηγούνται στην πλήρη αποτελεσματική δόση (εξαίρεση: εάν αποδειχθεί συνεργιστική δράση, η δόση του πιο τοξικού εταίρου του συνδυασμού μπορεί να μειωθεί).

Εάν ενδείκνυται εύλογα, θα πρέπει, ιδίως, να λαμβάνεται υπόψη ότι το Neovalen μπορεί να συνδυαστεί με τα ακόλουθα βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά:

  • ισοξαζολικές πενικιλλίνες (π.χ. φλουκλοξακιλλίνη και άλλες β-λακτάμες στενού φάσματος)

  • αμινοπενικιλλίνες

  • αμινογλυκοσίδες

Οι προαναφερθείσες πενικιλλίνες χορηγούνται με αργή ενδοφλέβια έγχυση πριν από την έγχυση του Neovalen. Όπου είναι δυνατόν, οι αμινογλυκοσίδες πρέπει να χορηγούνται χωριστά μέσω της ενδομυϊκής οδού.

Κύηση

Κύηση

Η βενζυλοπενικιλλίνη διασχίζει τον πλακούντα. 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση, επιτυγχάνονται στον εμβρυϊκό ορό συγκεντρώσεις που αντιστοιχούν σε εκείνες του μητρικού ορού. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Το Neovalen δύναται να χρησιμοποιηθεί στην κύηση εάν υπάρχει εύλογη ένδειξη και αφού εξεταστούν τα οφέλη και οι κίνδυνοι.

Θηλασμός

Μικρές ποσότητες πενικιλλινών εμφανίζονται στο μητρικό γάλα.

Αν και δεν έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες σε θηλάζοντα βρέφη μέχρι σήμερα, πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη η πιθανότητα ευαισθητοποίησης ή δυσμενούς επίδρασης στην εντερική χλωρίδα.

Στα βρέφη που τρέφονται επίσης με παιδικές τροφές, οι μητέρες θα πρέπει να αντλούν και να απορρίπτουν το μητρικό γάλα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Neovalen. Ο θηλασμός μπορεί να επαναληφθεί μετά την πάροδο 24 ωρών από το πέρας της θεραπείας.

Γονιμότητα

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη διερεύνηση της επίδρασης του Neovalen στη γονιμότητα.

Οδήγηση

ν

Γενικά, το Neovalen δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης. Λόγω της εμφάνισης πιθανών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. αναφυλακτική καταπληξία [shock] με κατάρρευση και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, βλ. επίσης παράγραφο 4.8), το Neovalen μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χρήσης μηχανημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται ανάλογα με το οργανικό σύστημα και τη συχνότητα σύμφωνα με την ακόλουθη ταξινόμηση:

Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές ( ≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Κατηγορία οργανικού συστήματος(MedDRA) Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του Ηωσινοφιλία, Παράταση του
αίματος και του λευκοπενία, χρόνου
λεμφικού ουδετεροπενία, αιμορραγίας και
συστήματος κοκκιοκυτταροπε του χρόνου
νία, προθρομβίνης
ακοκκιοκυτταραι (βλ. παράγραφο
μία, 4.4), θρομβοπενία
πανκυτταροπενία,
αιμολυτική
αναιμία,
διαταραχές
πηκτικότητας
Διαταραχές του Αλλεργικές Ορονοσία,
ανοσοποιητικού αντιδράσεις: αντίδραση
συστήματος κνίδωση, Jarisch-
πολύμορφο Herxheimer σε
ερύθημα, συνδυασμό με
αποφολιδωτική λοιμώξεις από
δερματίτιδα, σπειροχαίτες
πυρετός, (σύφιλη και
αρθραλγία, βορρελίωση
αναφυλαξία ή Lyme),
αναφυλακτοειδείς αγγειοοίδημα
αντιδράσεις
(άσθμα, πορφύρα,
γαστρεντερικά
συμπτώματα).
Ενδέχεται να
εμφανιστούν
παραλλεργικές
αντιδράσεις,
καθώς ενδέχεται
να υπάρχει κοινή
αντιγονικότητα
μεταξύ των
πενικιλλινών και
των μεταβολικώνπροϊόντων των δερματοφύτων.
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Διαταραχές ηλεκτρολυτών μπορεί να εμφανιστούν κατά την ταχεία έγχυση περισσότερων από 10εκατομμύρια IU, 6 g, 6000 mg.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Νευροπάθεια. Κατά την έγχυση υψηλών δόσεων (σε ενήλικες, άνω των 20 εκατομμυρίων IU, 12 g, 12000mg) μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις με σπασμούς - αυτό πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε ασθενείς με σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία, επιληψία, μηνιγγίτιδα, εγκεφαλικό οίδημα ή κατά τη διάρκεια καρδιοπνευμονικής παράκαμψης. Μεταβολική εγκεφαλοπάθεια
Γαστρεντερικές διαταραχές Στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, lingua villosa nigra, ναυτία, έμετος.Εάν προκληθεί διάρροια κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ψευδομεμβρανώδ ους κολίτιδας (βλ.παράγραφο 4.4). Διάρροια προκαλούμενη από Clostridium difficile
Ηπατοχολικές διαταραχές Ηπατίτιδα, χολόσταση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πεμφιγοειδές. Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητεςενέργειες,
συμπεριλαμβανο μένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), της αντίδρασης σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) και έχει αναφερθεί οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP),κνησμός, κηλιδοβλατιδώδε ς εξάνθημα, ιλαροειδές εξάνθημα,ερύθημα.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Νεφροπάθεια (μετά από ενδοφλέβια χορήγηση άνω των 10 εκατομμυρίων IU, 6 g, 6000 mgNeovalen), λευκωματουρία, κυλινδρουρία και αιματουρία ολιγουρία ή ανουρία, η οποία μπορεί σπάνια να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υψηλές δόσεις πενικιλλίνης, εξαφανίζεται γενικά εντός 48 ωρών μετά τη διακοπή της θεραπείας.Η διούρηση μπορεί επίσης να ενισχυθεί με διάλυμαμαννιτόλης 10%.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Σοβαρές τοπικές αντιδράσεις κατά την ενδομυϊκή χορήγηση σεβρέφη.
Διερευνήσεις
  • Θετική

άμεση αντίδραση Coombs) (βλ. παράγραφο4.5)
  • ψευδώς θετικός προσδιορισμ ός πρωτεϊνών ούρων με τεχνικές καταβύθισης (μέθοδος Folin-Ciocalteu-Lowry, μέθοδος Biuret)

  • ψευδώς θετικός προσδιορισμ ός αμινοξέων στα ούρα (μέθοδος νινυδρίνης)

  • παραποίηση της ψευδοδυσπρ ωτεϊναιμίας κατά τη χρήση μεθόδων ηλεκτροφόρη σης για τον προσδιορισμ ό της λευκωματίνη ς.

  • Ψευδώς θετική μη ενζυμική ανίχνευση γλυκόζης στα ούρα και ανίχνευση ουροxoλινογ όνου

  • αυξημένες τιμές κατά τον προσδιορισμ ό των 17-κετοστεροειδ ών στα ούρα (με την αντίδραση Zimmermann

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες SCAR, (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση) σε σχέση με τη θεραπεία με αντιβιοτικά β-λακτάμης (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Κύπρος

Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας

CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607

Φαξ: + 357 22608669

Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284,

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

http://www.kitrinikarta.gr.

Υπερβολική δόση

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας δύναται να αναμένεται αυξημένη νευρομυϊκή υπερδιέγερση, επιρρέπεια σε επιληπτικές κρίσεις. Μέτρα αντιμετώπισης: διακοπή, κλινική παρακολούθηση και συμπτωματική θεραπεία, εάν απαιτείται. Το Neovalen μπορεί να υποβληθεί σε αιμοκάθαρση.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - NEOVALEN 10 MIU

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Η βενζυλοπενικιλλίνη (πενικιλλίνη G) είναι ένα ημισυνθετικό, ευαίσθητο στις β-λακταμάσες, αντιβιοτικό β-λακτάμης.

Κωδικός ATC: J01CE01

Μηχανισμός δράσης

Για τη βενζυλπενικιλλίνη, ο μηχανισμός δράσης βασίζεται στην αναστολή της σύνθεσης του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος (κατά τη φάση της ανάπτυξης) μέσω του αποκλεισμού των πρωτεϊνών που δεσμεύουν την πενικιλλίνη (PBP), όπως οι τρανσπεπτιδάσες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα βακτηριοκτόνο δράση.

Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική σχέση

Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το επίπεδο της δραστικής ουσίας παραμένει πάνω από το MIC του παθογόνου.

Μηχανισμοί ανθεκτικότητας

Η ανθεκτικότητα στη βενζυλοπενικιλλίνη μπορεί να οφείλεται στους ακόλουθους μηχανισμούς:

  • Αδρανοποίηση από β-λακταμάσες: Η βενζυλοπενικιλλίνη είναι ευαίσθητη στη β-λακταμάση και

    επομένως είναι ανενεργή έναντι βακτηρίων που παράγουν β-λακταμάση (π.χ. σταφυλόκοκκοι ή γονοκόκκοι).

  • Μειωμένη συγγένεια των PBP προς τη βενζυλοπενικιλλίνη: Η επίκτητη αντοχή των πνευμονιόκοκκων και μερικών άλλων στρεπτόκοκκων στη βενζυλοπενικιλλίνη οφείλεται σε τροποποιήσεις των υφιστάμενων PBP ως αποτέλεσμα μιας μετάλλαξης. Ωστόσο, ο σχηματισμός ενός πρόσθετου PBP με μειωμένη συγγένεια για τη βενζυλοπενικιλλίνη ευθύνεται για την ανθεκτικότητα των ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη (οξακιλλίνη) σταφυλόκοκκων.

  • Στα αρνητικά κατά Gram βακτήρια, η ανεπαρκής διείσδυση της βενζυλοπενικιλλίνης μέσω του εξωτερικού κυτταρικού τοιχώματος μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκή αναστολή των PBP.

  • Η βενζυλοπενικιλλίνη μπορεί να μεταφερθεί ενεργά από το κύτταρο με αντλίες εκροής.

  • Η βενζυλοπενικιλλίνη είναι μερικώς ή πλήρως διασταυρούμενη ανθεκτική σε άλλες πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες.

Όρια ευαισθησίας

Η δοκιμή της βενζυλοπενικιλλίνης πραγματοποιείται με τη χρήση της τυποποιημένης σειράς αραίωσης. Τα αποτελέσματα αξιολογούνται με βάση τα σημεία διάσπασης για τη βενζυλοπενικιλλίνη.

Όρια της δοκιμής ευαισθησίας

Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) τις δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για την βενζυλοπενικιλλίνη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx

Επιπολασμός επίκτητης ανθεκτικότητας

Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας σε μεμονωμένα είδη μπορεί να διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά. Συνεπώς, απαιτούνται τοπικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ανθεκτικότητας, ιδίως για την κατάλληλη θεραπεία των σοβαρών λοιμώξεων. Εάν, με βάση την τοπική κατάσταση ανθεκτικότητας, η αποτελεσματικότητα της βενζυλοπενικιλλίνης είναι αμφισβητήσιμη, θα πρέπει να ζητείται θεραπευτική συμβουλή ειδικού. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σοβαρής λοίμωξης ή ανεπιτυχούς θεραπείας, θα πρέπει να πραγματοποιείται μικροβιολογική διάγνωση, με ανίχνευση του παθογόνου παράγοντα και της ευαισθησίας του στη βενζυλοπενικιλλίνη.

Επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας με βάση δεδομένα των τελευταίων 5 ετών από εθνικά προγράμματα και μελέτες παρακολούθησης της ανθεκτικότητας (έκδοση: Απρίλιος 2019):

Είδη συνήθως ευαίσθητα
Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
Actinomyces israelii °
Corynebacterium diphtheriae °
Erysipelothrix rhusiopathiae °
Gardnerella vaginalis °
Streptococcus agalactiae
Streptococcus pneumoniae
Streptococcus pyogenes
Streptococcus dysgalactiae subsp. equisimilis(Ομάδα C & G streptococci)
Στρεπτόκοκκοι της ομάδας «Viridans» ° ^
Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
Borrelia burgdorferi °
Eikenella corrodens ° $
Haemophilus influenzae ° $
Neisseria meningitidis °
Αναερόβιοι μικροοργανισμοί
Clostridium perfringens °
Clostridium tetani °
Fusobacterium spp. °
Peptoniphilus spp. °
Streptococcus spp.
Veillonella parvula °
Άλλοι μικροοργανισμοί
Treponema pallidum °
Είδη στα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα ενδέχεται να αποτελέσει πρόβλημα κατά τη χρήση
Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
Enterococcus faecalis $
Staphylococcus aureus +
Staphylococcus epidermidis +
Staphylococcus haemolyticus +
Staphylococcus hominis +
Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
Neisseria gonorrhoeae $
Φυσικά ανθεκτικά είδη
Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
Enterococcus faecium
Nocardia asteroides
Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
Όλα τα είδη Enterobacterales
Legionella pneumophila
Moraxella catarrhalis
Pseudomonas aeruginosa
Αναερόβιοι μικροοργανισμοί
Bacteroides spp.
Άλλοι μικροοργανισμοί
Chlamydia spp.
Chlamydophila spp.
Mycoplasma spp.

°Κατά τον χρόνο δημοσίευσης του πίνακα, δεν υπήρχαν διαθέσιμα τρέχοντα στοιχεία. Η ευαισθησία λαμβάνεται ως υπόθεση στη βασική βιβλιογραφία, τις τυπικές εργασίες και τις συστάσεις θεραπείας.

$ Η φυσική ευαισθησία των περισσότερων απομονωμένων στελεχών βρίσκεται στο ενδιάμεσο εύρος.

+ Σε μία τουλάχιστον περιοχή, το ποσοστό ανθεκτικότητας υπερβαίνει το 50%.

^ Συλλογικό όνομα για μια ετερογενή ομάδα ειδών στρεπτόκοκκων. Το ποσοστό αντοχής μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το είδος του στρεπτόκοκκου που υφίσταται.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση:

Η βενζυλοπενικιλλίνη δεν είναι σταθερό οξύ και επομένως μπορεί να χορηγηθεί μόνο παρεντερικά.

Τα αλκαλικά άλατα της βενζυλοπενικιλλίνης απορροφώνται ταχέως και πλήρως μετά από IM ένεση. Τα μέγιστα επίπεδα πλάσματος 150-200 IU/ml, 0,00009-0,00012 g/ml, 0,09-0,12 mg/ml επιτυγχάνονται 15 - 30 λεπτά μετά από IM ένεση 10 εκατομμυρίων IU, 6 g, 6000 mg νατριούχου βενζυλοπενικιλλίνης. Μετά από σύντομη έγχυση (30 λεπτά), μπορεί να επιτευχθούν μέγιστα επίπεδα έως και 500 IU/mL, 0,0003 g/mL, 0,3 mg/mL. Περίπου το 55% της χορηγούμενης δόσης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Κατανομή:

Κατά τη χορήγηση θεραπείας με πενικιλλίνη σε υψηλές δόσεις, επιτυγχάνονται θεραπευτικά αποτελεσματικές συγκεντρώσεις ακόμη και σε ιστούς που είναι δύσκολα προσβάσιμοι, όπως καρδιακές βαλβίδες, οστά, εγκεφαλονωτιαίο υγρό ή εμπύημα κ.λπ.

Η βενζυλοπενικιλλίνη διασχίζει τον πλακούντα. Το 10-30% των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της μητέρας βρίσκεται στην εμβρυϊκή κυκλοφορία. Υψηλές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται επίσης στο αμνιακό υγρό.

Από την άλλη πλευρά, η απέκκριση στο μητρικό γάλα είναι χαμηλή. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,3-0,4 l/kg- στα παιδιά, περίπου 0,75 l/kg. Η δέσμευση των πρωτεϊνών του πλάσματος είναι περίπου 55%.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Η αποβολή γίνεται σε μεγάλο βαθμό (50-80%) ως αμετάβλητη ουσία μέσω των νεφρών (85-95%) και, σε μικρότερο βαθμό, σε ενεργό μορφή μαζί με τη χολή (περίπου 5%).

Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι περίπου 30 λεπτά σε ενήλικες με υγιείς νεφρούς.

Κινητική ειδικών ομάδων ασθενών

  • Διαβητικοί: Η απορρόφηση από την ενδομυϊκή αποθήκη είναι πιθανό να καθυστερήσει στους διαβητικούς.

  • Πρόωρα βρέφη και νεογνά: Λόγω της ανωριμότητας των νεφρών και του ήπατος σε αυτή την ηλικία, ο χρόνος ημιζωής στον ορό μπορεί να ανέρχεται σε έως και τρεις ώρες (ή και περισσότερο). Συνεπώς, το διάστημα χορήγησης της δόσης δεν πρέπει να είναι μικρότερο από 8-12 ώρες (ανάλογα με την ωριμότητα).

  • Ηλικιωμένοι: Ομοίως, οι διαδικασίες αποβολής μπορεί να καθυστερούν με την πάροδο της ηλικίας. Η δοσολογία θα πρέπει επομένως να προσαρμόζεται στη νεφρική λειτουργία σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - NEOVALEN 10 MIU

Κατάλογος εκδόχων

Ουδέν

Ασυμβατότητες

Το περιεχόμενο του φιαλιδίου πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε διάλυμα με ύδωρ για ενέσιμα, διάλυμα γλυκόζης 5% (50 mg/ml) ή χλωριούχο νάτριο 0,9% (9 mg/ml), προκειμένου να αποφεύγονται ασυμβατότητες.

Προκειμένου να αποφευχθούν ανεπιθύμητες χημικές αντιδράσεις ή ανεπιθύμητες ενέργειες, τα φιαλίδια που

έχουν ήδη υποστεί αραίωση δεν πρέπει να αναμειγνύονται με άλλα μείγματα ενέσεων ή εγχύσεων (π.χ. γαλακτικό διάλυμα Ringer κ.λπ.).

Οι οξειδωτικές και αναγωγικές ουσίες, η αλκοόλη, η γλυκερόλη, οι πολυαιθυλενογλυκόλες και άλλες ενώσεις με υδροξέα μπορούν να αδρανοποιήσουν τη βενζυλοπενικιλλίνη.

Τα διαλύματα βενζυλοπενικιλλίνης είναι πιο σταθερά στο εύρος pH 6 - 7 (βέλτιστο pH 6,8). Η βενζυλοπενικιλλίνη είναι ασυμβίβαστη ως διάλυμα με τα ακόλουθα:

  • σιμετιδίνη

  • κυταραβίνη

  • υδροχλωρική χλωροπρομαζίνη

  • υδροχλωρική ντοπαμίνη

  • ηπαρίνη

  • υδροχλωρική υδροξιδίνη

  • γαλακτική

  • υδροχλωρική λινκομυκίνη

  • μεταραμινόλη

  • όξινο ανθρακικό νάτριο

  • οξυτετρακυκλίνη

  • πεντοβαρβιτάλη

  • υδροχλωρική τετρακυκλίνη

  • θειοπεντάλη νατριούχος

  • βανκομυκίνη

Η βενζυλοπενικιλλίνη δεν είναι συμβατή με το σύμπλεγμα βιταμινών Β και το ασκορβικό οξύ σε μικτά διαλύματα.

Διάρκεια ζωής

Κλειστό φιαλίδιο 36 μήνες

Ενδομυϊκή χρήση

Μετά την ανασύσταση με ύδωρ για ενέσιμα σε τελική συγκέντρωση 400-545 mg/mL

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για:

Τελική συγκέντρωση 400mg/ml ή 545 mg/ml:

4 ώρες στους 25°C με τεχνητό φωτισμό

24 ώρες στους 2-8°C προστατευμένο από το φως

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες αποθήκευσης κατά τη χρήση και πριν από τη χρήση του προϊόντος αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2 έως 8°C, εκτός εάν η ανασύσταση/αραίωση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και έγκυρα άσηπτες συνθήκες.

Ενδοφλέβια ένεση/έγχυση

Μετά από την ανασύσταση και την αραίωση με ύδωρ για ενέσιμα, χλωριούχο νάτριο 9 mg/mL (0.9%) ή γλυκόζη

5 % σε τελική συγκέντρωση 60 mg/mL

2 ώρες στους 25°C με τεχνητό φωτισμό

12 ώρες στους 2-8°C προστατευμένο από το φως

Από μικροβιολογικής άποψης, εκτός εάν η μέθοδος ανοίγματος/ανασύστασης/αραίωσης αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής επιμόλυνσης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί

αμέσως, οι χρόνοι αποθήκευσης και οι συνθήκες κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη. Τυχόν αχρησιμοποίητο διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Για μία χρήση μόνο. Τυχόν μη χρησιμοποιημένο διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση/αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Neovalen 1 000 000 IU, 2 000 000 IU, 5 000 000 IU κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα προς έγχυση: Διαφανές άχρωμο γυάλινο φιαλίδιο τύπου III των 20 ml σφραγισμένο με πώμα από καουτσούκ χλωροβουτυλίου και πώμα αλουμινίου, με αποσπώμενα πώματα από πολυπροπυλένιο.

Neovalen 10 000 000 IU κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα προς έγχυση:

Διαφανές άχρωμο γυάλινο φιαλίδιο τύπου III των 50 ml σφραγισμένο με πώμα από καουτσούκ χλωροβουτυλίου και πώμα αλουμινίου, με αποσπώμενα πώματα από πολυπροπυλένιο.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται σε χάρτινα κουτιά των 1 ή 10 φιαλιδίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Για να αποφευχθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας που προκαλούνται από προϊόντα αποδόμησης, συνιστάται η χρήση του ενέσιμου ή του διαλύματος έγχυσης αμέσως μετά την παρασκευή. η χορήγηση θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον εντός της μέγιστης συνιστώμενης διάρκειας ζωής κατά τη χρήση (βλέπε παράγραφο 6.3).

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν, ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Το ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές, άχρωμο έως ωχροκίτρινο διάλυμα και πρακτικά απαλλαγμένο από ορατά σωματίδια.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται για μια μόνο χρήση.

Προετοιμασία διαλύματος για IV ένεση ή έγχυση

Ένα διάλυμα για ενδοφλέβια χρήση μπορεί να παρασκευαστεί με τους ακόλουθους διαλύτες:

  • ύδωρ για ενέσιμα (WFI)

  • 5% (50 mg/mL) διάλυμα γλυκόζης

  • Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% (9 mg/ml)

Η συνιστώμενη συγκέντρωση για ενδοφλέβια χρήση είναι 100.000 IU/mL, 0,06 g/mL, 60 mg/mL.

Λαμβάνεται ισοτονικό διάλυμα όταν χρησιμοποιείται WFI ως διαλύτης (η ωσμωγραμμομοριακότητα 100.000 IU/mL 0,06 g/mL 60 mg/mL σε WFI είναι 337 mOsm/L). Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα πιο συμπυκνωμένα διαλύματα και τα διαλύματα σε γλυκόζη 5% (50 mg/ml) ή χλωριούχο νάτριο 0,9% (9 mg/ml) είναι υπερτονικά και ότι η χρήση χλωριούχου νατρίου 0,9% οδηγεί σε πρόσθετη παροχή ηλεκτρολυτών.

Περιεκτικότητ α Διάλυμα που δημιουργείται για ενδοφλέβια ένεση/ έγχυση Διάλυμα που ανασυστάθηκε και αραιώθηκε με WFI Διάλυμα που ανασυστάθηκε και αραιώθηκε με NaCl 0,9% Διάλυμα που ανασυστάθηκε και αραιώθηκε με δεξτρόζη 5%
Ωσμωγραμμομοριακότητα (mOsm/kg)
1 000 000 IU 100.000 IU/ml 328 602 629
2 000 000 IU 100.000 IU/ml 337 614 643
5 000 000 IU 100.000 IU/ml 334 600 634
10 000 000 IU 100.000 IU/ml 333 599 634

Για το Neovalen 5 000 000 IU, 10 000 000 IU κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα προς έγχυση απαιτείται παρασκευή σε δύο στάδια, δηλαδή ανασύσταση στο αρχικό φιαλίδιο ακολουθούμενη από αραίωση του συμπυκνωμένου διαλύματος σε άλλο δοχείο.

Οι οδηγίες ανασύστασης και αραίωσης στον παρακάτω πίνακα έχουν ως αποτέλεσμα IV ένεση/έγχυση100,000 IU/mL 0.06 g/mL 60 mg/mL.

Οδηγίες ανασύστασης και αραίωσης για IV ένεση / έγχυση
Βήμα ανασύστασης Βήμα αραίωσης
1 φιαλίδιο Συνιστώμενος όγκος διαλύτη που πρέπει να προστεθεί για ανασύσταση (Συμπύκνωμα) που δημιουργείται για διάλυμα για IV ένεση/ έγχυση Αραίωση έως 10 εκατομμύρια IU/100 mL6 g/100 mL 6000mg/100 mL (ή 100,000 IU/mL 6g/100 mL 6000mg/100 mL) Διάλυμα που δημιουργείται για IV ένεση/ έγχυση
Neovalen 1 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση (περιέχει ± 0,6 g κόνεως) 9,6 ml έτοιμο προς χρήση10 mL = 1εκατομμύρια IU (100,000 IU/mL)10 mL = 0.6 g(0,06 g/mL)10 ml = 600 mg(60 mg/mL)
Neovalen 2 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση (περιέχει ± 1,2 g κόνεως) 19,2 ml έτοιμο προς χρήση20 mL = 2εκατομμύρια IU (100,000 IU/mL)20 mL = 1.2 g(0,06 g/mL)20 mL = 1200 mg(60 mg/mL)
Neovalen 5 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση (περιέχει ± 3 g κόνεως) 7,9 ml συμπύκνωμα που πρέπει να αραιωθεί πριν από τη χρήση10 mL = 5εκατομμύρια IU (500,000 IU/mL)10 mL = 3 g(0,3 g/mL)10 mL = 3000 mg(300 mg/mL) 1 όγκος συμπυκνώματος+4 όγκους διαλύτηπαράδειγμα προσθέστε 10 mL συμπυκνώματος σε 40 mL διαλύτη έτοιμο προς χρήση50 mL = 5εκατομμύρια IU (100,000 IU/mL)50 mg = 3 g(0,06 g/mL)50 mL = 3000 mg(60 mg/mL)
Neovalen 10 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση (περιέχει ± 6 g κόνεως) 15,8 ml συμπύκνωμα που πρέπει να αραιωθεί πριν από τη χρήση20 mL = 10εκατομμύρια IU (500,000 IU/mL)20 mL = 6 g(0,3 g/mL)20 mL = 6000 mg(300 mg/mL) 1 όγκος συμπυκνώματος+4 όγκους διαλύτηπαράδειγμα προσθέστε 20 mL συμπυκνώματος σε 80 mL διαλύτη έτοιμο προς χρήση100 mL = 10εκατομμύρια IU (100,000 IU/mL)100 mL = 6 g(0,06 g/mL)100 mL = 6000 mg(60 mg/mL)

Προετοιμασία διαλύματος για IM ένεση:

Ένα διάλυμα για ενδομυϊκή χρήση μπορεί να παρασκευαστεί με τους ακόλουθους διαλύτες:

– ύδωρ για ενέσιμα (WFI)

Λόγω της συμπυκνωμένης φύσης ενός διαλύματος για ενδομυϊκή έγχυση, ο συνιστώμενος διαλύτης είναι το WFI προκειμένου να διατηρηθεί η τονικότητα όσο το δυνατόν χαμηλότερη (κάθε διάλυμα που υπερβαίνει τις 100.000 IU/ml 0,06 g/mL 60 mg/mL είναι υπερτονικό).

Ο μέγιστος όγκος για ενδομυϊκή χορήγηση είναι 5 ml ανά σημείο έγχυσης και η μέγιστη ενδομυϊκή δόση είναι 10.000.000 IU 6 g 6000 mg. Υψηλότερες δόσεις μπορούν να χορηγηθούν ως ενδοφλέβια έγχυση (βλ. παράγραφο 4.2).

Οδηγίες για την ανασύσταση ενός βήματος στο αρχικό φιαλίδιο με τις ελάχιστες ποσότητες διαλύτη περιγράφονται στον παρακάτω πίνακα. Περαιτέρω αραίωση είναι δυνατή, αλλά εξαρτάται από το συνδυασμό της προβλεπόμενης δόσης και του μέγιστου όγκου έγχυσης των 5 ml ανά σημείο έγχυσης.

Οδηγίες ανασύστασης για ενδοφλέβια ένεση
1 φιαλίδιο Συνιστώμενος όγκος διαλύτη που πρέπει να προστεθεί για ανασύσταση Διάλυμα που δημιουργείται για ΙΜ ένεση(μέγιστη ποσότητα 5 mL ανά σημείο ένεσης)
Neovalen 1 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση (περιέχει ± 0,6 g κόνεως) 0,6 - 1 mL
π.χ. 0,6 mL 1,1 mL = 1 εκατομμύρια IU 0,6 g600 mg(909.090 IU/mL 0,545 g/mL, 545mg/mL)
π.χ. 1 mL 1,5 mL = 1 εκατομμύριο IU 0,6 g600 mg(666,667 IU/mL 0.400 g/mL400 mg/mL)
Neovalen 2 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση(περιέχει ± 1,2 g κόνεως) 1,2 - 2 mL
π.χ. 1,2 mL 2,2 mL = 2 εκατομμύρια IU 1,2 g1200 mg
(909.090 IU/mL 1.2 g/mL545 mg/mL)
π.χ. 2 mL 3 mL = 2 εκατομμύρια IU 1,2 g1200 mg(666.667 IU/mL 0.400 g/mL400 mg/mL)
Neovalen 5 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση (περιέχει ± 3 g κόνεως) 3 - 5 mL
π.χ. 3 mL 5,5 mL = 5 εκατομμύρια IU 3 g3000 mg(909.090 IU/mL 0.545 g/mL545 mg/mL)
π.χ. 5 mg 7,5 mL = 5 εκατομμύρια IU 3 g3000 mg(666,667 IU/mL 0.400 g/mL400 mg/mL)
Neovalen 10 000 000 IU κόνις για διάλυμα προς ένεση/έγχυση (περιέχει ± 6 g κόνεως) 6 - 10 mL
π.χ.6 mL 11 mL = 10 εκατομμύρια IU 6 g6000 mg(909.090 IU/mL 0.545 g/mL545 mg/mL)
π.χ.10 mL 15 mL = 10 εκατομμύρια IU 6 g6000 mg(666,667 IU/mL 0.400 g/mL400 mg/mL)

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 1 VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 10 VIALS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.