Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

BLOONIS OR.DISP.TA 20MG/TAB

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
18
10
3
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί χρήσης

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

BLOONIS OR.DISP.TA 20MG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΣΚΙΑ ΔΙΑΣΠΕΙΡΩΜΕΝΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ZENTIVA K.S., PRAGUE, CZECH REPUBLIC
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - BLOONIS 20MG/TAB

Ενδείξεις

Ενήλικες

Η ολανζαπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.

Η ολανζαπίνη είναι αποτελεσματική στη διατήρηση της κλινικής βελτίωσης κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης θεραπείας σε ασθενείς, οι οποίοι εμφάνισαν αρχικά ανταπόκριση στη θεραπεία.

Η ολανζαπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού μανιακού επεισοδίου.

Σε ασθενείς στους οποίους το μανιακό επεισόδιο ανταποκρίθηκε στη χορήγηση ολανζαπίνης, η ολανζαπίνη ενδείκνυται για την πρόληψη των υποτροπών σε ασθενείς με διπολική διαταραχή (βλ. παράγραφο 5.1)

Δοσολογία

Δοσολογία Ενήλικες Σχιζοφρένεια

Η συνιστώμενη δοσολογία έναρξης της ολανζαπίνης είναι 10 mg/ημέρα.

Μανιακό επεισόδιο

Η δοσολογία έναρξης είναι 15 mg ως άπαξ ημερήσια δόση σε μονοθεραπεία ή 10 mg ημερησίως σε θεραπεία συνδυασμού (βλέπε παράγραφο 5.1).

Πρόληψη υποτροπών στη διπολική διαταραχή

Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 10 mg/ημέρα. Για ασθενείς που λαμβάνουν ολανζαπίνη για τη θεραπεία του μανιακού επεισοδίου, να συνεχίζεται η θεραπεία για την πρόληψη υποτροπών στην ίδια δόση. Εάν ένα νέο μανιακό, μικτό ή καταθλιπτικό επεισόδιο εμφανιστεί, η θεραπεία με ολανζαπίνη θα πρέπει να συνεχιστεί (με αναπροσαρμογή/βελτιστοποίηση της δόσης, εάν κριθεί αναγκαίο), με συμπληρωματική αγωγή για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων μεταβολής της διάθεσης, όπως ενδείκνυται κλινικά.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της σχιζοφρένειας, του μανιακού επεισοδίου και της πρόληψης των υποτροπών της διπολικής διαταραχής, η ημερήσια δοσολογία μπορεί ακολούθως να προσαρμόζεται ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς, στο εύρος των 5-20 mg/ημέρα. Αύξηση της δόσης σε ανώτερη από τη συνιστώμενη αρχική δόση συνιστάται να γίνεται μόνο μετά από κατάλληλη κλινική επανεκτίμηση και γενικά θα πρέπει να πραγματοποιείται σε διαστήματα όχι μικρότερα των 24 ωρών.Σταδιακή μείωση της δόσης θα πρέπει να εξετάζεται κατά τη διακοπή της ολανζαπίνης.

Το Bloonis δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα είναι βιοϊσοδύναμο με τo Bloonis επικαλυμμένo με λεπτό υμένιο δισκίo, με όμοιο ρυθμό και έκταση απορρόφησης. Έχει την ίδια δοσολογία και συχνότητα χορήγησης με τoBloonis επικαλυμμένo με λεπτό υμένιο δισκίo. Τα Bloonis δισκία διασπειρόμενα στο στόμα είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικά στα Bloonis επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι

Μια μικρότερη αρχική δόση (5 mg/ημέρα) συνήθως δεν ενδείκνυται, αλλά πρέπει να εξετάζεται για ηλικιωμένους 65 ετών και άνω, όταν οι κλινικοί παράγοντες το απαιτούν (βλέπε παράγραφο 4.4).

Νεφρική και/ή ηπατική ανεπάρκεια

Μια μικρότερη αρχική δόση (5 mg) πρέπει να εξετάζεται για αυτούς τους ασθενείς. Σε περιπτώσεις μέτριας ηπατικής ανεπάρκειας (κίρρωση, κατηγορίας Α ή Β στην ταξινόμηση κατά Child-Pugh), η αρχική δόση θα πρέπει να είναι 5 mg και να αυξάνεται με προσοχή μόνο.

Καπνιστές

Η αρχική δόση και το εύρος της δοσολoγίας δεν απαιτείται συνήθως να τροποποιούνται σε μη- καπνιστές σε σχέση με καπνιστές. Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης ενδέχεται να ενισχυθεί από το κάπνισμα. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση των ασθενών και μια αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης ενδέχεται να εξεταστεί εάν κριθεί απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.5).

Όταν συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας παράγοντας οι οποίοι πιθανόν να επιβραδύνουν το μεταβολισμό (θήλυ φύλο, ηλικιωμένος ασθενής, μη-καπνιστής), θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της αρχικής δόσης. Η σταδιακή αύξηση της δόσης, όταν ενδείκνυται, πρέπει να είναι συντηρητική στους

ασθενείς αυτούς (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.2).

Σε περιπτώσεις όπου αυξήσεις των δόσεων κατά 2,5 mg κρίνονται απαραίτητες, πρέπει να χρησιμοποιούνται τα Bloonis επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ολανζαπίνη δε συνιστάται για χρήση σε παιδιά και σε εφήβους κάτω των 18 ετών λόγω έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα. Μεγαλύτερες αυξήσεις του σωματικού βάρους, καθώς και μεταβολές των λιπιδίων και της προλακτίνης έχουν αναφερθεί σε βραχυπρόθεσμες μελέτες εφήβων ασθενών από ότι σε μελέτες ενηλίκων ασθενών (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1 και 5.2).

Τρόπος χορήγησης

Η ολανζαπίνη είναι δυνατόν να χορηγηθεί ανεξαρτήτως γευμάτων, καθώς η απορρόφησή της δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.

Το Bloonis δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα πρέπει να εναποτίθεται στο στόμα, όπου θα διαλυθεί ταχύτατα στο σάλιο, ούτως ώστε να καταποθεί εύκολα. Εναλλακτικά, είναι δυνατό να διαλυθεί σε ένα γεμάτο ποτήρι με νερό αμέσως πρίν από τη χορήγηση.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

  • Ασθενείς με γνωστό κίνδυνο εμφάνισης γλαυκώματος κλειστής γωνίας.

Προειδοποιήσεις

Κατά τη διάρκεια της αντιψυχωσικής αγωγής, η βελτίωση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς πιθανόν να χρειαστεί αρκετές ημέρες έως κάποιες εβδομάδες. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά την περίοδο αυτή.

Ψύχωση και/ή διαταραχές συμπεριφοράς σχετιζόμενες με άνοια

Η ολανζαπίνη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με ψύχωση και/ή διαταραχές συμπεριφοράς σχετιζόμενες με άνοια λόγω αύξησης της θνησιμότητας και του κινδύνου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές (διάρκειας 6-12 εβδομάδων), ηλικιωμένων ασθενών (μέσης ηλικίας 78 ετών) με ψύχωση και/ή διαταραχές συμπεριφοράς σχετιζόμενες με άνοια, παρατηρήθηκε διπλάσια αύξηση στην επίπτωση θανάτου στους ασθενείς υπό ολανζαπίνη συγκριτικά με τους ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο (3,5% έναντι 1,5% αντιστοίχως). Η μεγαλύτερη επίπτωση θανάτου δεν σχετιζόταν με τη δόση της ολανζαπίνης (μέση ημερήσια δόση

4,4 mg) ή τη διάρκεια της αγωγής. Οι παράγοντες κινδύνου που ενδέχεται να προδιαθέτουν αυτόν τον πληθυσμό ασθενών σε αυξημένη θνησιμότητα περιλαμβάνουν: ηλικία > 65 ετών, δυσφαγία, καταστολή, κακή διατροφή και αφυδάτωση, πνευμονικές καταστάσεις (π.χ. πνευμονία, με ή χωρίς εισρόφηση) ή ταυτόχρονη χρήση βενζοδιαζεπινών. Ωστόσο, η επίπτωση θανάτου ήταν μεγαλύτερη στους ασθενείς σε θεραπεία με ολανζαπίνη συγκριτικά με τους ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο, ανεξάρτητα από αυτούς τους παράγοντες κινδύνου.

Στις ίδιες κλινικές δοκιμές, αναφέρθηκαν αγγειο-εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες (CVAE, π.χ. αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο), συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων. Υπήρξε μια τριπλάσια αύξηση των CVAE στους ασθενείς που ήταν σε αγωγή με ολανζαπίνη συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (1,3% έναντι 0,4%, αντίστοιχα). Όλοι οι ασθενείς σε θεραπεία με ολανζαπίνη και εικονικό φάρμακο που εμφάνισαν αγγειο-εγκεφαλικό επεισόδιο είχαν προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Ηλικία > 75 ετών και αγγειακού/μικτού τύπου άνοια διαπιστώθηκαν ως παράγοντες κινδύνου για CVAE που σχετίζονται με την αγωγή με ολανζαπίνη. Η αποτελεσματικότητα της ολανζαπίνης δεν τεκμηριώθηκε στις δοκιμές αυτές.

Νόσος του Parkinson

Η χρήση της ολανζαπίνης στην αγωγή της ψύχωσης που σχετίζεται με αγωνιστές ντοπαμίνης σε ασθενείς με νόσο του Parkinson δε συνιστάται. Σε κλινικές δοκιμές, επιδείνωση της παρκινσονικής συμπτωματολογίας και των ψευδαισθήσεων αναφέρθηκαν πολύ συχνά και σε μεγαλύτερη συχνότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.8) και η ολανζαπίνη δεν ήταν πιο αποτελεσματική από το εικονικό φάρμακο στην αγωγή των ψυχωσικών συμπτωμάτων. Σε αυτές τις δοκιμές, οι ασθενείς έπρεπε αρχικά να είναι σταθεροποιημένοι στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση των αντι- παρκινσονικών φαρμάκων (αγωνιστών ντοπαμίνης) και να παραμένουν στα ίδια αντι-παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα και δοσολογία κατά τη διάρκεια της μελέτης. Η δόση έναρξης της ολανζαπίνης ήταν 2,5 mg/ημέρα και τιτλοποιήθηκε σε ένα μέγιστη δόση 15 mg/ημέρα, με βάση την κρίση του ερευνητή.

Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο

Το Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (Neuroleptic Malignant Syndrome - NMS) είναι μία δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση που σχετίζεται με αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα. Σπάνιες περιπτώσεις που αναφέρθηκαν ως NMS έχουν επίσης σχετισθεί με την ολανζαπίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις του NMS είναι υπερπυρεξία, μυϊκή ακαμψία, μεταβολή στη νοητική κατάσταση και ενδείξεις αστάθειας του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ακανόνιστος σφυγμός ή αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία, εφίδρωση και καρδιακή δυσρυθμία). Επιπρόσθετα σημεία πιθανόν να περιλαμβάνουν αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση, μυοσφαιρινουρία, (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Αν ένας ασθενής εμφανίσει σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του NMS ή παρουσιαστεί με ανεξήγητο υψηλό πυρετό χωρίς πρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις του NMS, όλα τα αντιψυχωσικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης της ολανζαπίνης πρέπει να διακοπούν.

Υπεργλυκαιμία και διαβήτης

Υπεργλυκαιμία και/ή εμφάνιση ή επιδείνωση του διαβήτη, περιστασιακά σχετιζόμενη με κετοξέωση ή κώμα, έχει αναφερθεί όχι συχνά, συμπεριλαμβανομένων κάποιων θανατηφόρων περιπτώσεων (βλ. παράγραφο 4.8). Σε κάποιες περιπτώσεις, προηγούμενη αύξηση στο βάρος του σώματος έχει αναφερθεί, η οποία πιθανόν να είναι ένας προδιαθεσικός παράγοντας. Συνιστάται η κατάλληλη κλινική παρακολούθηση, σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες, π.χ. μέτρηση της γλυκόζης αίματος στην έναρξη, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της αγωγής με ολανζαπίνη και ετησίως στη συνέχεια.

Ασθενείς που αντιμετωπίζονται με αντιψυχωσικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης της ολανζαπίνης, πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το βάρος πρέπει να παρακολουθείται τακτικά, π.χ. στην αρχή, 4, 8 και 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της αγωγής με ολανζαπίνη και ανά τρίμηνο στη συνέχεια.

Μεταβολές των λιπιδίων

Ανεπιθύμητες μεταβολές στα λιπίδια έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με ολανζαπίνη σε κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (βλ. παράγραφο 4.8). Οι μεταβολές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως απαιτείται κλινικά, ειδικά σε δυσλιπιδαιμικούς ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη διαταραχών των λιπιδίων. Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωσικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης της ολανζαπίνης, πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για τα λιπίδια σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπευτική των ψυχώσεων, π.χ. στην έναρξη της θεραπείας,

12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και κάθε 5 χρόνια στη συνέχεια.

Αντιχολινεργική δραστηριότητα

Ενώ η ολανζαπίνη έδειξε αντιχολινεργική δραστηριότητα in vitro, η εμπειρία κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών αποκάλυψε χαμηλή συχνότητα εμφάνισης σχετιζόμενων περιστατικών. Ωστόσο, επειδή η κλινική εμπειρία με την ολανζαπίνη σε ασθενείς με συνυπάρχουσες ασθένειες είναι περιορισμένη, συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε ασθενείς με υπερτροφία του προστάτη ή παραλυτικό ειλεό και σχετιζόμενες καταστάσεις.

Ηπατική λειτουργία

Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών ALT, AST έχουν παρατηρηθεί συχνά, ειδικά στα αρχικά στάδια της αγωγής. Απαιτείται προσοχή και συνεχής παρακολούθηση σε ασθενείς με αυξημένες ALT και/ή AST, σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας, σε ασθενείς με προϋπάρχουσες καταστάσεις σχετιζόμενες με περιορισμένη ηπατική λειτουργική εφεδρεία και σε ασθενείς που είναι σε αγωγή με δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα. Σε περιπτώσεις όπου έχει διαγνωστεί ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένων ηπατοκυτταρικής, χολοστατικής ή μικτής ηπατικής βλάβης), η αγωγή με ολανζαπίνη πρέπει να διακοπεί.

Ουδετεροπενία

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με χαμηλό αριθμό λευκοκυττάρων και/ή ουδετερόφιλων για οποιοδήποτε λόγο, σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ουδετεροπενία, σε ασθενείς με ιστορικό φαρμακο-επαγώμενης καταστολής/τοξικότητας του μυελού των οστών, σε ασθενείς με καταστολή του μυελού των οστών λόγω συνυπάρχουσας ασθένειας, θεραπείας με ακτινοβολίες ή χημειοθεραπείας και σε ασθενείς με υπερηωσινοφιλικές καταστάσεις ή με μυελοϋπερπλαστική νόσο. Ουδετεροπενία έχει συχνά αναφερθεί όταν η ολανζαπίνη και το βαλπροϊκό χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα (βλ. παράγραφο 4.8).

Διακοπή της θεραπευτικής αγωγής

Οξεία συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία ή έμετος έχουν αναφερθεί σπάνια (≥ 0,01% και < 0,1%) όταν η ολανζαπίνη διακόπτεται απότομα.

Διάστημα QT

Σε κλινικές δοκιμές, κλινικά σημαντικές παρατάσεις του διαστήματος QTc [διόρθωση του διαστήματος QT κατά Fridericia (QTcF) ≥ 500 χιλιοστοδευτερόλεπτα (msec) οποτεδήποτε μετά την αρχική εκτίμηση σε ασθενείς με αρχική τιμή QTcF < 500 msec] δεν ήταν συχνές (0,1% έως 1%) σε ασθενείς υπό αγωγή με ολανζαπίνη, χωρίς σημαντικές διαφορές στα σχετιζόμενα καρδιακά συμβάματα συγκρινόμενα με το εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή όταν η ολανζαπίνη συνταγογραφείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc, ειδικά στους ηλικιωμένους, στους ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία.

Θρομβοεμβολή

Χρονική συσχέτιση της αγωγής με ολανζαπίνη και φλεβικής θρομβοεμβολής έχει αναφερθεί όχι συχνά (≥ 0,1% και < 1%). Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ της εμφάνισης φλεβικών θρομβοεμβολών και της αγωγής με ολανζαπίνη. Ωστόσο, αφού οι ασθενείς με σχιζοφρένεια συχνά παρουσιάζονται με επίκτητους παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή, π.χ. ακινητοποίηση των ασθενών, θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα.

Γενική δράση στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα

Με δεδομένες τις κύριες επιδράσεις της ολανζαπίνης στο ΚΝΣ, συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που δρουν κεντρικά και με τα οινοπνευματώδη. Επειδή εμφανίζει ντοπαμινικό ανταγωνισμό in vitro, η ολανζαπίνη πιθανόν να ανταγωνιστεί τις επιδράσεις των άμεσων ή έμμεσων αγωνιστών ντοπαμίνης.

Επιληπτικές κρίσεις

Η ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή σε ασθενείς με παράγοντες οι οποίοι μπορεί να μειώσουν τον επιληπτικό ουδό. Σπασμοί έχουν αναφερθεί να εμφανίζονται όχι συχνά σε ασθενείς όταν είναι σε αγωγή με ολανζαπίνη. Στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτών, έχει αναφερθεί ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις.

Όψιμη δυσκινησία

Σε συγκριτικές μελέτες ετήσιας ή μικρότερης διάρκειας, η ολανζαπίνη σχετίστηκε με μία στατιστικά

σημαντική χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης φαρμακο-επαγώμενης δυσκινησίας. Ωστόσο, ο κίνδυνος της όψιμης δυσκινησίας αυξάνεται με τη μακροχρόνια έκθεση και για αυτό εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας σε ασθενή υπό ολανζαπίνη, θα πρέπει να εξεταστεί μείωση της δόσης ή διακοπή της. Αυτά τα συμπτώματα πιθανόν προσωρινά να επιδεινωθούν ή ακόμη και να εμφανιστούν μετά από διακοπή της αγωγής.

Ορθοστατική υπόταση

Ορθοστατική υπόταση δεν παρατηρήθηκε συχνά στους ηλικιωμένους σε κλινικές δοκιμές με ολανζαπίνη. Συνιστάται η αρτηριακή πίεση να μετράται περιοδικά σε ασθενείς άνω των 65 ετών.

Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος

Σε αναφορές για την ολανζαπίνη μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, περιπτώσεις αιφνίδιου καρδιακού θανάτου έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν ολανζαπίνη. Σε μια αναδρομική μελέτη κοορτής-παρατήρησης, ο κίνδυνος των θεωρούμενων αιφνίδιων καρδιακών θανάτων σε ασθενείς σε αγωγή με ολανζαπίνη ήταν κατά προσέγγιση διπλάσιος του κινδύνου σε ασθενείς που δεν λάμβαναν αντιψυχωσικά. Στη μελέτη, ο κίνδυνος με την ολανζαπίνη ήταν συγκρίσιμος με τον κίνδυνο με τα άτυπα αντιψυχωσικά που περιλαμβάνονταν σε συγκεντρωτική ανάλυση.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ολανζαπίνη δεν ενδείκνυται για χρήση στην αγωγή παιδιών και εφήβων. Μελέτες σε ασθενείς 13- 17 ετών έδειξαν διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων της αύξησης του βάρους, αλλαγών στις μεταβολικές παραμέτρους και αυξήσεων στα επίπεδα προλακτίνης (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).

Λακτόζη

Τα δισκία Bloonis περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, όλικη έλλειψη λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Νάτριο

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι δηλαδή ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
18
10
3
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Δυνητικές αλληλεπιδράσεις που επηρεάζουν την ολανζαπίνη

Επειδή η ολανζαπίνη μεταβολίζεται μέσω του CYP1A2, οι ουσίες που μπορούν ειδικά να επάγουν ή

να αναστείλουν το ισοένζυμο αυτό πιθανόν να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της ολανζαπίνης.

Επαγωγή του CYP1A2

Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης πιθανόν να ενισχυθεί από το κάπνισμα και την καρβαμαζεπίνη, τα οποία πιθανόν να οδηγήσουν σε μειωμένη συγκέντρωση ολανζαπίνης. Έχει παρατηρηθεί μόνο μικρή έως μέτρια, αύξηση της κάθαρσης ολανζαπίνης. Οι κλινικές επιπτώσεις είναι πιθανό να είναι περιορισμένες, αλλά συνιστάται κλινική παρακολούθηση και μπορεί να εξεταστεί μια αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης, εάν είναι αναγκαίο (βλ. παράγραφο 4.2).

Αναστολή του CYP1A2

Η φλουβοξαμίνη, ένας ειδικός αναστολέας του CYP1A2, έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει σημαντικά το μεταβολισμό της ολανζαπίνης. Η μέση αύξηση της Cmax της ολανζαπίνης μετά από χορήγηση φλουβοξαμίνης ήταν 54% σε γυναίκες μη-καπνίστριες και 77% σε άνδρες καπνιστές. Η μέση αύξηση της AUC της ολανζαπίνης ήταν 52% και 108%, αντίστοιχα. Μια χαμηλότερη αρχική δόση ολανζαπίνης θα πρέπει να εξεταστεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν φλουβοξαμίνη ή άλλους αναστολείς του CYP1A2, όπως η σιπροφλοξασίνη. Μια μείωση στη δόση της ολανζαπίνης θα πρέπει να εξεταστεί σε περίπτωση έναρξης αγωγής με έναν αναστολέα του CYP1A2.

Μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα

Ο ενεργός άνθρακας μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος ολανζαπίνης από 50 έως 60% και θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή μετά την ολανζαπίνη.

Η φλουοξετίνη (ένας αναστολέας του CYP2D6), εφάπαξ δόσεις αντιόξινων (αργίλιο, μαγνήσιο) ή σιμετιδίνης δεν έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν σημαντικά τη φαρμακοκινητική της ολανζαπίνης.

Δυνητικές επιδράσεις της ολανζαπίνης στο μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων

Η ολανζαπίνη πιθανόν να ανταγωνιστεί τις ενέργειες των άμεσων ή έμμεσων αγωνιστών ντοπαμίνης.

Η ολανζαπίνη δεν αναστέλλει τα κύρια CYP450 ισοένζυμα in vitro (π.χ. 1Α2, 2D6, 2C9, 2C19, 3A4). Επομένως, δεν αναμένεται κάποια ιδιαίτερη αλληλεπίδραση, όπως επιβεβαιώθηκε μέσω μελετών in vivo, όπου δεν παρατηρήθηκε καμία αναστολή του μεταβολισμού των ακόλουθων δραστικών ουσιών: των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (αντιπροσωπεύοντας κυρίως την οδό του CYP2D6), της βαρφαρίνης (CYP2C9), της θεοφυλλίνης (CYP1A2) ή της διαζεπάμης (CYP3A4 και CYP2C19).

Η ολανζαπίνη δεν έδειξε κάποια αλληλεπίδραση όταν συγχορηγήθηκε με λίθιο ή βιπεριδένη.

Η θεραπευτική παρακολούθηση των επιπέδων του βαλπροϊκού στο πλάσμα δεν έδειξε ότι απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας του βαλπροϊκού μετά την έναρξη της συγχορήγησης της ολανζαπίνης.

Γενική Δράση στο ΚΝΣ

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν οινοπνευματώδη ή λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η ταυτόχρονη χρήση της ολανζαπίνης με αντι-παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ασθενείς με νόσο του Parkinson και άνοια δε συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).

Διάστημα QTc

Συνιστάται προσοχή εάν η ολανζαπίνη χορηγείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc (βλ. παράγραφο 4.4).

Κύηση

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Συνιστάται οι ασθενείς να ενημερώνουν τον ιατρό τους σε περίπτωση που μείνουν ή προτίθενται να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολανζαπίνη. Παρ’ όλα αυτά, επειδή η εμπειρία σε ανθρώπους είναι περιορισμένη, η ολανζαπίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Νεογέννητα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένης της ολανζαπίνης), κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης είναι σε κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών που περιλαμβάνουν εξωπυραμιδικά και/ή συμπτώματα λόγω απόσυρσης που πιθανώς να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Συνεπώς, τα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Θηλασμός

Σε μια μελέτη με θηλάζουσες, υγιείς γυναίκες, παρατηρήθηκε ότι η ολανζαπίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η μέση έκθεση του νεογνού (mg/kg), σε σταθερή κατάσταση, υπολογίσθηκε ότι αντιστοιχεί στο 1,8% της αντίστοιχης δόσης της ολανζαπίνης στη μητέρα (mg/kg). Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι δε συνιστάται να θηλάζουν εάν λαμβάνουν ολανζαπίνη.

Γονιμότητα

Οι επιδράσεις στη γονιμότητα είναι άγνωστες (βλ. παράγραφο 5.3 για προκλινικές πληροφορίες).

Οδήγηση

ν

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Επειδή η ολανζαπίνη ενδέχεται να προκαλέσει υπνηλία και ζάλη, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το χειρισμό μηχανημάτων, συμπεριλαμβανομένων των οχημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Ενήλικες

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (εμφανιζόμενες σε ≥ 1% των ασθενών) που σχετίζονται με τη χρήση της ολανζαπίνης σε κλινικές δοκιμές ήταν υπνηλία, αύξηση του βάρους, ηωσινοφιλία, αυξημένα επίπεδα προλακτίνης, χοληστερόλης, γλυκόζης και τριγλυκεριδίων (βλ. παράγραφο 4.4), γλυκοζουρία, αυξημένη όρεξη, ζάλη, ακαθησία, παρκινσονισμός, λευκοπενία, ουδετεροπενία (βλ. παράγραφο 4.4), δυσκινησία, ορθοστατική υπόταση, αντιχολινεργικές επιδράσεις, παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (βλ. παράγραφο 4.4), εξάνθημα, εξασθένιση, κόπωση, πυρεξία, αρθραλγία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, υψηλή

γ-γλουταμυλτρανσφεράση, υψηλό ουρικό οξύ, υψηλή κρεατινοφωσφοκινάση και οίδημα.

Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο ακόλουθος πίνακας αναφέρει τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τις εργαστηριακές έρευνες που παρατηρήθηκαν από αυθόρμητες αναφορές και σε κλινικές δοκιμές. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι όροι της συχνότητας που αναφέρονται ορίζονται ως ακολούθως:

Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες

(≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Μη γνωστές
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Ηωσινοφιλία Λευκοπενία10 Ουδετεροπενία10 Θρομβοπενία11
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Υπερευαισθησία11
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Αύξηση βάρους1 Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης2,3 Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης4 Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων2,5 Γλυκοζουρία Αυξημένη όρεξη Ανάπτυξη ή έξαρση του διαβήτη που περιστασιακά σχετίζεται με κετοξέωση ή κώμα, περιλαμβανομένων κάποιων θανατηφόρων περιστατικών (βλ. παράγραφο 4.4)11 Υποθερμία12
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Μη γνωστές
Υπνηλία Ζάλη Ακαθησία6Παρκινσονισμός6 Δυσκινησία6 Επιληπτικές κρίσεις, όπου στα περισσότερα περιστατικά έχουν αναφερθεί ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις11Δυστονία (περιλαμβανομένης της βολβοστροφής)11 Όψιμη δυσκινησία11 Αμνησία9Δυσαρθρία Τραύλισμα11 Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών11 Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (βλ. παράγραφο 4.4) Συμπτώματα λόγω διακο- πής7, 12
Καρδιακές διαταραχές
Βραδυκαρδία Επιμήκυνση του QTc (βλ. παράγραφο 4.4) Κοιλιακή ταχυκαρδία/ μαρμαρυγή, αιφνίδιος θάνατος (βλ. παράγραφο 4.4)11
Αγγειακές διαταραχές
Ορθοστατική υπόταση10 Θρομβοεμβολή (συμπεριλαμβανομένης της πνευμονικής εμβολής και της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης) (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές τους αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Επίσταξη9
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Ήπιες, παροδικές αντιχολινεργικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της δυσκοιλιότητας και της ξηροστομίας Διάταση της κοιλίας9 Υπερέκκριση σιέλου11 Παγκρεατίτιδα11
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT, AST), ειδικά στην έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4) Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβα- νομένης της ηπατοκυτταρι- κής, χολοστατικής ή μικτής ηπατικής βλάβης)11
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Μη γνωστές
Εξάνθημα Αντίδραση φωτοευαισθησίας Αλωπεκία Αντίδραση στο φάρμακο με συμπτώματα Ηωσινοφιλίας και Συστημικού Συνδρόμου (DRESS)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Αρθραλγία9 Ραβδομυόλυ-ση11
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Ακράτεια ούρων, κατακράτηση ούρων Δυσκολία στην ούρηση11
Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου
Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. παράγραφο 4.6)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Στυτική δυσλειτουργία στους άντρες Μειωμένη γενετήσια ορμή (libido) στους άντρες και στις γυναίκες Αμηνόρροια Διόγκωση μαστού Γαλακτόρροια στις γυναίκες Γυναικομαστία/ διόγκωση μαστού στους άντρες Πριαπισμός12
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Εξασθένιση Κόπωση Οίδημα Πυρεξία10
Παρακλινικές εξετάσεις
Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης πλάσματος8 Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση10 Υψηλά επίπεδα κρεατινοφωσφοκινά- σης11Υψηλά επίπεδα γ- Γλουταμυλτρανσφερά- σης10Υψηλά επίπεδα Ουρικού Οξέος Αυξημένη ολική χολερυθρίνη

1Κλινικά σημαντική αύξηση βάρους παρατηρήθηκε σε όλες τις κατηγορίες με αρχική εκτίμηση Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Μετά από βραχυχρόνια αγωγή (μέσης διάρκειας 47 ημερών), αύξηση βάρους ≥ 7% του αρχικού βάρους σώματος ήταν πολύ συχνή (22,2%), ≥ 15% ήταν συχνή (4,2%) και

≥ 25% ήταν όχι συχνή (0,8%). Πολύ συχνή ήταν η αύξηση κατά ≥ 7%, ≥ 15% και ≥25% του αρχικού βάρους σώματος σε ασθενείς με μακροχρόνια έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδες) (64,4%, 31,7% και

12,3%, αντίστοιχα).

2Μέσες αυξήσεις στις τιμές των λιπιδίων νηστείας (ολική χοληστερόλη, LDL χοληστερόλη και τριγλυκερίδια) ήταν μεγαλύτερες σε ασθενείς χωρίς ένδειξη λιπιδαιμικής απορρύθμισης κατά την αρχική εκτίμηση.

3Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 5,17 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 6,2 mmol/l). Οι μεταβολές στα ολικά επίπεδα χοληστερόλης νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίμηση (≥ 5,17 mmol/l - < 6,2 mmol/l) σε υψηλά (≥ 6,2 mmol/l) ήταν πολύ συχνές.

4Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 5,56 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 7 mmol/l). Οι μεταβολές στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίμηση (≥ 5,56 mmol/l - < 7 mmol/l) σε υψηλά (≥ 7 mmol/l) ήταν πολύ συχνές.

5Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 1,69 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l). Οι μεταβολές στα επίπεδα τριγλυκεριδίων νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίμηση (≥ 1,69 mmol/l - < 2,26 mmol/l) σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l) ήταν πολύ συχνές.

6Σε κλινικές δοκιμές, η συχνότητα εμφάνισης παρκινσονισμού και δυστονίας σε ασθενείς υπό ολανζαπίνη ήταν αριθμητικά μεγαλύτερη, αλλά όχι στατιστικά σημαντικά διαφορετική από την αντίστοιχη του εικονικού φαρμάκου. Οι λαμβάνοντες ολανζαπίνη ασθενείς είχαν μια χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης παρκινσονισμού, ακαθησίας και δυστονίας συγκριτικά με αυτούς που ελάμβαναν τιτλοποιούμενες δόσεις αλοπεριδόλης. Λόγω έλλειψης λεπτομερούς πληροφόρησης για το προϋπάρχον ατομικό ιστορικό οξέων και όψιμων εξωπυραμιδικών κινητικών διαταραχών, δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθεί επί του παρόντος ότι η ολανζαπίνη προκαλεί λιγότερη όψιμη δυσκινησία και/ή άλλα όψιμα εξωπυραμιδικά σύνδρομα.

7Οξέα συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία και έμετος έχουν αναφερθεί όταν η ολανζαπίνη διακόπτεται απότομα.

8 Σε κλινικές δοκιμές μέχρι τις 12 εβδομάδες, η συγκέντρωση της προλακτίνης πλάσματος υπερέβει το ανώτερο φυσιολογικό όριο σε περίπου 30% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με ολανζαπίνη με φυσιολογική αρχική τιμή προλακτίνης. Στην πλειοψηφία των ασθενών αυτών, οι αυξήσεις ήταν γενικά ήπιες και παρέμειναν κάτω από το διπλάσιο του ανώτερου φυσιολογικού ορίου.

9 Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε σε κλινικές δοκιμές, στην Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

10 Όπως αξιολογήθηκε από μετρήσιμες τιμές σε κλινικές δοκιμές, στην Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

11Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, με συχνότητα που προσδιορίστηκε χρησιμοποιώντας την Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

12Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, με συχνότητα που προσδιορίστηκε στο ανώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 95%, χρησιμοποιώντας την Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

Μακροχρόνια έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδες)

Το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν ανεπιθύμητες, κλινικά σημαντικές μεταβολές στο βάρος του σώματος, στη γλυκόζη, στην ολική/LDL/HDL χοληστερόλη ή στα τριγλυκερίδια αυξανόταν με την πάροδο του χρόνου. Σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι ολοκλήρωσαν 9-12 μήνες θεραπείας, ο ρυθμός της αύξησης στη μέση γλυκόζη αίματος επιβραδύνθηκε κατά προσέγγιση μετά από 6 μήνες.

Πρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς

Σε κλινικές δοκιμές σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, η αγωγή με ολανζαπίνη συσχετίστηκε με υψηλότερη επίπτωση θανάτου και αγγειο-εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (βλ. παράγραφο 4.4). Πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη χρήση της ολανζαπίνης σε αυτήν την ομάδα ασθενών ήταν το μη φυσιολογικό βάδισμα και οι πτώσεις. Συχνά παρατηρήθηκαν πνευμονία, αυξημένη θερμοκρασία σώματος, λήθαργος, ερύθημα, οπτικές ψευδαισθήσεις και ακράτεια ούρων.

Σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με φαρμακο-επαγώμενη (αγωνιστή ντοπαμίνης) ψύχωση σχετιζόμενη με νόσο του Parkinson, επιδείνωση της παρκινσονικής συμπτωματολογίας και ψευδαισθήσεις αναφέρθηκαν πολύ συχνά και συχνότερα από ότι με το εικονικό φάρμακο.

Σε μία κλινική δοκιμή σε ασθενείς με διπολική μανία, η θεραπεία συνδυασμού του βαλπροϊκού με την ολανζαπίνη οδήγησε σε μια συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας 4,1%. Ένας δυνητικά συνεισφέρων παράγοντας ενδέχεται να είναι τα υψηλά επίπεδα βαλπροϊκού. Η ολανζαπίνη χορηγούμενη με λίθιο ή βαλπροϊκό οδήγησε σε αυξημένα επίπεδα (≥ 10%) τρόμου, ξηροστομίας, αυξημένης όρεξης και αύξησης του βάρους. Συχνά αναφέρθηκε διαταραχή της ομιλίας. Κατά τη διάρκεια της αγωγής με ολανζαπίνη σε συνδυασμό με λίθιο ή βαλπροϊκό νάτριο (divalproex), μια αύξηση ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος εμφανίστηκε σε 17,4% των ασθενών κατά τη διάρκεια της αγωγής της οξείας φάσης (μέχρι 6 εβδομάδες). Η μακροχρόνια αγωγή με ολανζαπίνη (μέχρι 12 μήνες) για την πρόληψη υποτροπής σε ασθενείς με διπολική διαταραχή συσχετίστηκε με μια αύξηση ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος στο 39,9% των ασθενών.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ολανζαπίνη δεν ενδείκνυται για την αγωγή των παιδιών και των εφήβων ασθενών κάτω των

18 ετών. Αν και δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες σχεδιασμένες να συγκρίνουν έφηβους και ενήλικες, δεδομένα από δοκιμές με έφηβους συγκρίθηκαν με εκείνα από τις δοκιμές σε ενήλικες. Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα στους έφηβους ασθενείς (ηλικίας 13-17 ετών) από ότι στους ενήλικες ασθενείς ή ανεπιθύμητες ενέργειες που διαπιστώθηκαν μόνο κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιων κλινικών δοκιμών σε έφηβους ασθενείς. Κλινικά σημαντική αύξηση του βάρους (≥ 7%) προκύπτει ότι εμφανίζεται πιο συχνά στον εφηβικό πληθυσμό σε σχέση με τους ενήλικες με συγκρίσιμη έκθεση στο φάρμακο. Το μέγεθος της αύξησης του βάρους και η αναλογία των εφήβων ασθενών, οι οποίοι είχαν κλινικά σημαντική αύξηση του βάρους ήταν μεγαλύτερα με τη μακροχρόνια έκθεση (τουλάχιστον

24 εβδομάδες) από ότι με τη βραχυχρόνια έκθεση. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι όροι της συχνότητας που αναφέρονται ορίζονται ως ακολούθως: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10).

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΠολύ συχνές: Αύξηση βάρους13, αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων14, αυξημένη όρεξη.Συχνές: Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης15
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΠολύ συχνές: Καταστολή (συμπεριλαμβανομένων: υπερυπνία, λήθαργος, υπνηλία).
Διαταραχές του γαστρεντερικούΣυχνές: Ξηροστομία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΠολύ συχνές: Αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT/AST, βλ. παράγραφο 4.4).
Παρακλινικές εξετάσειςΠολύ συχνές: Μειωμένη ολική χολερυθρίνη, αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση (γ-GT), αυξημένα επίπεδα προλακτίνης πλάσματος16

13 Μετά από βραχυχρόνια αγωγή (μέσης διάρκειας 22 ημερών), αύξηση βάρους ≥ 7% του αρχικού βάρους σώματος (kg) ήταν πολύ συχνή (40,6%), ≥ 15% του αρχικού βάρους σώματος (kg) ήταν συχνή (7,1%) και ≥ 25% ήταν συχνή (2,5%). Με μακροχρόνια έκθεση (τουλάχιστον 24 εβδομάδες), 89,4% παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥ 7%, 55,3% παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥ 15% και 29,1%

παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥ 25% από το αρχικό βάρος του σώματός τους.

14 Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 1,016 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 1,467 mmol/l) και μεταβολές στα επίπεδα τριγλυκεριδίων νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίμηση (≥ 1,016 mmol/l - < 1,467 mmol/l) σε υψηλά (≥ 1,467 mmol/l).

15Μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης νηστείας από κανονικά στην αρχική εκτίμηση (< 4,39 mmol/l) σε υψηλά (≥ 5,17 mmol/l) παρατηρήθηκαν συχνά. Οι μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίμηση (≥ 4,39 mmol/l -

< 5,17 mmol/l) σε υψηλά (≥ 5,17 mmol/l) ήταν πολύ συχνές.

16Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης πλάσματος αναφέρθηκαν στο 47,4% των εφήβων ασθενών. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

Κύπρος

Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας

CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649

Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.

Υπερβολική δόση

Σημεία και συμπτώματα

Πολύ συχνά συμπτώματα κατά την υπερδοσολογία (συχνότητα > 10%) περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, διέγερση/επιθετικότητα, δυσαρθρία, διάφορα εξωπυραμιδικά συμπτώματα και μειωμένο επίπεδο συνείδησης που ποικίλει από καταστολή μέχρι κώμα.

Άλλες ιατρικά σημαντικές συνέπειες της υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν παραλήρημα, επιληπτική κρίση, κώμα, πιθανό κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, αναπνευστική καταστολή, εισρόφηση, υπέρταση ή υπόταση, καρδιακή αρρυθμία (< 2% των περιπτώσεων υπερδοσολογίας) και καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Θανατηφόρες εκβάσεις έχουν αναφερθεί σε οξείες υπερδοσολογίες με τουλάχιστον 450 mg, αλλά επιβίωση έχει επίσης αναφερθεί μετά από οξεία υπερδοσολογία περίπου

2 g από του στόματος ολανζαπίνης.

Αντιμετώπιση

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο για την ολανζαπίνη. Πρόκληση εμέτου δε συνιστάται. Καθιερωμένες διαδικασίες για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας πιθανόν να ενδείκνυνται (δηλ. γαστρική πλύση, χορήγηση ενεργού άνθρακα). Η ταυτόχρονη χορήγηση ενεργού άνθρακα έδειξε ότι μειώνει την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ολανζαπίνης κατά 50 έως 60%.

Συμπτωματική αγωγή και παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών των οργάνων πρέπει να αρχίσει σύμφωνα με την κλινική εικόνα, συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης της υπότασης και της

κυκλοφορικής κατέρρειψης και υποστήριξης της αναπνευστικής λειτουργίας. Να μην χρησιμοποιείται επινεφρίνη, ντοπαμίνη ή άλλοι συμπαθητικομιμητικοί παράγοντες με β-αγωνιστική δράση, επειδή η διέγερση των βήτα-υποδοχέων ενδέχεται να επιδεινώσει την υπόταση. Καρδιαγγειακή παρακολούθηση είναι αναγκαία για τον εντοπισμό πιθανών αρρυθμιών. Η στενή κλινική επίβλεψη και παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται μέχρις ότου ο ασθενής ανακάμψει πλήρως.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - BLOONIS 20MG/TAB

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, διαζεπίνες, οξαζεπίνες, θειαζεπίνες και οξεπίνες· Κωδικός ATC: Ν05Α Η03.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η ολανζαπίνη είναι ένας αντιψυχωσικός, αντιμανιακός και σταθεροποιητικός της διάθεσης παράγοντας που εκδηλώνει ένα ευρύ φαρμακολογικό προφίλ σε έναν αριθμό συστημάτων υποδοχέων.

Σε προκλινικές μελέτες, η ολανζαπίνη έδειξε χημική συγγένεια (Ki <100 nM) για ευρύ φάσμα υποδοχέων όπως τους υποδοχείς σεροτονίνης 5ΗΤ2Α/2C, 5HT3, 5HT6, τους υποδοχείς ντοπαμίνης D1, D2, D3, D4, D5, τους χολινεργικούς μουσκαρινικούς υποδοχείς Μ15,τους α1 αδρενεργικούς και τους Η1 υποδοχείς της ισταμίνης. Μελέτες συμπεριφοράς σε ζώα, με ολανζαπίνη έδειξαν 5ΗΤ, ντοπαμινικό και χολινεργικό ανταγωνισμό, συμβατό με το προφίλ σύνδεσης υποδοχέων του φαρμάκου. Η ολανζαπίνη εμφάνισε μια μεγαλύτερη συγγένεια in vitro για τους υποδοχείς της σεροτονίνης 5ΗΤ2 από ότι για τους ντοπαμινικούς D2 υποδοχείς και μεγαλύτερη 5ΗΤ2 από ότι D2 δράση σε in vivo μοντέλα. Ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η ολανζαπίνη μειώνει επιλεκτικά την εκφόρτιση των μεσο-μεταιχμιακών (Α10) ντοπαμινεργικών νευρώνων, ενώ έχει μικρή επίδραση στην οδό του ραβδωτού σώματος (Α9) που εμπλέκεται στην κινητική λειτουργία. Η ολανζαπίνη μείωσε μια εξαρτημένη αντίδραση αποφυγής, μια δοκιμασία ενδεικτική της αντιψυχωσικής δραστηριότητας, σε δόσεις μικρότερες από εκείνες που προκαλούν καταληψία, μια δράση ενδεικτική των κινητικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Αντίθετα από κάποιους άλλους αντιψυχωσικούς παράγοντες, η ολανζαπίνη αυξάνει την ανταπόκριση σε μια «αγχολυτική» δοκιμασία.

Σε μελέτη Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων (PET) μιας εφάπαξ δόσης (10 mg) σε υγιείς εθελοντές, η ολανζαπίνη εμφάνισε μεγαλύτερο βαθμό σύνδεσης με τους 5ΗΤ από ότι με τους D2 υποδοχείς ντοπαμίνης. Επιπλέον, μελέτη σχιζοφρενικών ασθενών με χρήση Τομογραφίας Απλού Φωτονίου (SPECT) αποκάλυψε ότι οι ανταποκρινόμενοι στην ολανζαπίνη ασθενείς είχαν μικρότερη D2 σύνδεση σε νευρώνες του ραβδωτού σώματος παρά οι ανταποκρινόμενοι σε τυπικά αντιψυχωσικά – και ρισπεριδόνη – ασθενείς και συγκρίσιμη με αυτή των ανταποκρινόμενων σε κλοζαπίνη ασθενών.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Σε δύο από τις δύο με εικονικό φάρμακο και σε δύο από τις τρεις συγκριτικές ελεγχόμενες δοκιμές με περισσότερους από 2.900 ασθενείς με σχιζοφρένεια οι οποίοι εμφάνιζαν θετικά και αρνητικά συμπτώματα, η ολανζαπίνη συνοδεύτηκε από στατιστικά σημαντικές μεγαλύτερες βελτιώσεις στα αρνητικά όπως επίσης και στα θετικά συμπτώματα.

Σε μια πολυεθνική, διπλή-τυφλή, συγκριτική μελέτη σχιζοφρένειας, σχιζοσυναισθηματικών και συναφών διαταραχών, η οποία περιελάμβανε 1.481 ασθενείς με ποικίλου βαθμού συνοδά καταθλιπτικά συμπτώματα (μέση βαθμολογία κατά την εισαγωγή στη μελέτη 16,6 στην Κλίμακα Montgomery-Asberg Depression Rating Scale), μια προοπτική δευτερογενής ανάλυση της μεταβολής της συναισθηματικής βαθμολογίας από την εισαγωγή μέχρι το τέλος της μελέτης έδειξε στατιστικά σημαντική υπεροχή (p = 0,001) στους ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη (-6,0) συγκριτικά με αυτούς που έλαβαν αλοπεριδόλη (-3,1).

Σε ασθενείς με μανιακά ή μικτά επεισόδια διπολικής διαταραχής, η ολανζαπίνη αποδείχθηκε ότι έχει

μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου και του βαλπροϊκού νατρίου (divalproex) στην ελάττωση των μανιακών συμπτωμάτων εντός 3 εβδομάδων. Επίσης, η ολανζαπίνη εμφάνισε παρόμοια αποτελεσματικότητα με την αλοπεριδόλη όσον αφορά το ποσοστό των ασθενών στους οποίους επιτεύχθηκε πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων της μανίας και της κατάθλιψης, σε 6 και 12 εβδομάδες. Σε μία μελέτη συγχορήγησης όπου οι ασθενείς έλαβαν λίθιο ή βαλπροϊκό για τουλάχιστον 2 εβδομάδες, η προσθήκη 10 mg ολανζαπίνης (συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό) είχε σαν αποτέλεσμα μία μεγαλύτερη μείωση των μανιακών συμπτωμάτων, στο διάστημα των

6 εβδομάδων, συγκριτικά με την μονοθεραπεία με βαλπροϊκό ή λίθιο.

Σε μια μελέτη 12-μηνης διάρκειας πρόληψης των υποτροπών, σε ασθενείς με μανιακό επεισόδιο, οι οποίοι πέτυχαν ύφεση με ολανζαπίνη και κατόπιν τυχαιοποιήθηκαν σε ολανζαπίνη ή εικονικό φάρμακο, η ολανζαπίνη έδειξε στατιστικά σημαντική υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου, στο κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης, που αφορούσε την υποτροπή της διπολικής διαταραχής. Η ολανζαπίνη επίσης εμφάνισε στατιστικά σημαντική υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου στην πρόληψη υποτροπής είτε προς μανία είτε προς κατάθλιψη.

Σε δεύτερη μελέτη 12-μηνης διάρκειας πρόληψης των υποτροπών, σε ασθενείς με μανιακό επεισόδιο, οι οποίοι πέτυχαν ύφεση με συνδυασμό ολανζαπίνης και λιθίου και στη συνέχεια τυχαιοποιήθηκαν σε ολανζαπίνη ή λίθιο μόνο, η ολανζαπίνη ήταν στατιστικά μη κατώτερη από το λίθιο στο κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης, όσον αφορά την υποτροπή της διπολικής διαταραχής

(ολανζαπίνη 30,0%, λίθιο 38,3%, p = 0,055).

Σε μια 18-μηνη μελέτη συγχορήγησης, σε ασθενείς με μανιακό ή μικτό επεισόδιο, οι οποίοι σταθεροποιήθηκαν με ολανζαπίνη και ένα σταθεροποιητή της διάθεσης (λίθιο ή βαλπροϊκό), η μακροχρόνια συγχορήγηση ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό δεν ήταν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό ανώτερη της μονοθεραπείας με λίθιο ή βαλπροϊκό, όσον αφορά την καθυστέρηση της εμφάνισης υποτροπής της διπολικής διαταραχής, σύμφωνα με τα κριτήρια (διαγνωστικά) του συνδρόμου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ελεγχόμενα δεδομένα ασφάλειας σε εφήβους (ηλικίας 13 – 17 ετών) είναι περιορισμένα σε μελέτες μικρής διάρκειας για τη σχιζοφρένεια (6 εβδομάδες) και για τη μανία που σχετίζεται με διπολική διαταραχή τύπου Ι (3 εβδομάδες), περιλαμβάνοντας λιγότερους από 200 έφηβους. Η ολανζαπίνη χορηγήθηκε με ευέλικτο δοσολογικό σχήμα με δόση έναρξης 2,5 που κυμάνθηκε έως και

20 mg/ημέρα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολανζαπίνη, οι έφηβοι παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση βάρους σε σύγκριση με τους ενήλικες. Το μέγεθος των αλλαγών στις τιμές νηστείας της ολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και της προλακτίνης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8) ήταν μεγαλύτερο στους έφηβους συγκριτικά με τους ενήλικες. Δεν υπάρχουν ελεγχόμενα δεδομένα για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας ή για τη μακροχρόνια ασφάλεια (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Οι πληροφορίες για τη μακροχρόνια ασφάλεια είναι κυρίως περιορισμένες σε μη ελεγχόμενα δεδομένα μελετών ανοιχτού σχεδιασμού.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η ολανζαπίνη ως δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα είναι βιοϊσοδύναμο με την ολανζαπίνη επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, με όμοιο ρυθμό και έκταση απορρόφησης. Η ολανζαπίνη δισκία διασπειρόμενα στο στόμα είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικά της ολανζαπίνης επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Απορρόφηση

Η ολανζαπίνη απορροφάται καλά μετά την από του στόματος χορήγηση και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 5-8 ωρών. H απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορήγησης σχετικά με αυτή της ενδοφλέβιας δεν έχει προσδιορισθεί.

Κατανομή

Το ποσοστό σύνδεσης της ολανζαπίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 93% με εύρος συγκέντρωσης 7 έως 1.000 ng/ml περίπου. H ολανζαπίνη συνδέεται κυρίως με την λευκωματίνη και την α1- όξινη- γλυκοπρωτεΐνη.

Βιομετασχηματισμός

H ολανζαπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οδών σύζευξης και οξείδωσης. O κύριος μεταβολίτης στο αίμα είναι το 10-N-γλυκουρονίδιο, το οποίο δε διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Τα κυτοχρώματα P450-CYP1A2 και P450-CYP2D6 συντελούν στον σχηματισμό των N-δεσμεθυλ και 2- υδροξυμεθυλ- μεταβολιτών, οι οποίοι εμφάνισαν σημαντικά μικρότερη in vivo φαρμακολογική δραστικότητα από την ολανζαπίνη σε μελέτες ζώων. H κύρια φαρμακολογική δράση οφείλεται στη μητρική ολανζαπίνη.

Αποβολή

Mετά την από του στόματος χορήγηση της ολανζαπίνης, η μέση τελική ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης σε υγιή άτομα ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και το φύλο.

Σε υγιείς ηλικιωμένους (65 ετών ή περισσότερο) σε σύγκριση με μη-ηλικιωμένα άτομα, η μέση ημιπερίοδος αποβολής ήταν παρατεταμένη (51,8 έναντι 33,8 ώρες) και η κάθαρση ήταν ελαττωμένη (17,5 έναντι 18,2 l/hr). Οι φαρμακοκινητικές διαφορές που παρατηρήθηκαν στους ηλικιωμένους είναι εντός του εύρους που παρατηρείται στους μη-ηλικιωμένους. Σε 44 ασθενείς με σχιζοφρένια ηλικίας

> 65 ετών, οι οποίοι έλαβαν δόσεις ολανζαπίνης μεταξύ 5 και 20 mg/ημέρα, δεν παρατηρήθηκε κάποιο ιδιαίτερο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών.

Στις γυναίκες έναντι των ανδρών, η μέση ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης ήταν κάπως παρατεταμένη (36,7 έναντι 32,3 ωρών) και η κάθαρση ήταν μικρότερη (18,9 έναντι 27,3 l/hr). Ωστόσο, η ολανζαπίνη (5-20 mg) έδειξε ένα συγκρίσιμο προφίλ ασφάλειας στις γυναίκες (n = 467) με αυτό των ανδρών (n = 869) ασθενών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min) έναντι υγιών ατόμων, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στη μέση ημιπερίοδο αποβολής (37,7 έναντι 32,4 ωρών) ή στην κάθαρση (21,2 έναντι 25,0 l/hr). Μια μελέτη ισοζυγίου μάζας (mass balance) έδειξε ότι περίπου 57% της ραδιοσημασμένης ολανζαπίνης ανιχνεύθηκε στα ούρα, κυρίως ως μεταβολίτες.

Ηπατική δυσλειτουργία

Μία μικρή μελέτη για την επίδραση της διαταραγμένης ηπατικής λειτουργίας σε 6 άτομα με κλινικά σημαντική κίρρωση (Κατηγορία A (n = 5) και B (n = 1) κατά Childs Pugh) έδειξε μικρή

επίδραση στη φαρμακοκινητική της από του στόματος χορηγούμενης ολανζαπίνης (2,5 - 7,5 mg εφάπαξ δόση). Άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είχαν ελαφρώς αυξημένη συστηματική κάθαρση και ταχύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (n = 3). Υπήρχαν περισσότεροι καπνιστές μεταξύ των ατόμων με κίρρωση (4/6, 67%) από ό,τι μεταξύ των ατόμων χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (0/3, 0%).

Κάπνισμα

Στους μη-καπνιστές έναντι των καπνιστών (άνδρες και γυναίκες), η μέση ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης παρατάθηκε (38,6 έναντι 30,4 ωρών) και η κάθαρση ελαττώθηκε (18,6 έναντι 27,7 l/hr).

H κάθαρση της ολανζαπίνης από το πλάσμα είναι μικρότερη στους ηλικιωμένους σε σύγκριση με νεαρά άτομα, στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες, και στους μη καπνιστές σε σύγκριση με τους καπνιστές. Εντούτοις, το μέγεθος της επίδρασης της ηλικίας, του φύλου ή του καπνίσματος στην κάθαρση και την περίοδο ημιζωής της ολανζαπίνης είναι μικρό σε σύγκριση με τη συνολική διακύμανση μεταξύ των ατόμων.

Σε μια μελέτη με Καυκάσιους, Ιάπωνες και Κινέζους, δεν προέκυψαν διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα στους τρεις αυτούς πληθυσμούς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Έφηβοι (ηλικίας 13 έως 17 ετών): Η φαρμακοκινητική της ολανζαπίνης είναι παρόμοια μεταξύ των εφήβων και των ενηλίκων. Στις κλινικές μελέτες, ο μέσος όρος έκθεσης στην ολανζαπίνη ήταν περίπου 27% υψηλότερος στους έφηβους. Οι δημογραφικές διαφορές μεταξύ των εφήβων και των ενηλίκων περιλαμβάνουν το μειωμένο κατά μέσο όρο βάρος σώματος και λιγότεροι έφηβοι ήταν καπνιστές. Οι παράγοντες αυτοί πιθανά συμβάλουν στη μεγαλύτερη κατά μέσο όρο έκθεση που παρατηρήθηκε στους εφήβους.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - BLOONIS 20MG/TAB

Κατάλογος εκδόχων

Μονοϋδρική λακτόζη Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη

Νατριούχο άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο, τύπου Α Νατριούχος σακχαρίνη

Στεατικό μαγνήσιο

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx28 σε BLISTERS
Τιμή
66,24 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx14 σε BLISTERS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx35 σε BLISTERS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx56 σε BLISTERS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx70 σε BLISTERS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx98 σε BLISTERS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.