LABRYCOR C/S.SOL.IN 0.2MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - LABRYCOR 0.2MG/ML
Βραχυχρόνια θεραπεία της μόνιμης βραδυκαρδίας λόγω κολποκοιλιακού αποκλεισμού εν αναμονή τοποθέτησης βηματοδότη ή όταν αντενδείκνυται ο βηματοδότης.
Βραχυχρόνια θεραπεία του συνδρόμου Adams-Stokes.
Θα πρέπει να τηρούνται οι εθνικές και διεθνείς συστάσεις και κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση της ισοπρεναλίνης.
Το Labrycor πρέπει να χορηγείται μόνο από ιατρούς εκπαιδευμένους στη χορήγηση αναισθησίας, στην καρδιολογία ή στην εντατική θεραπεία, σε περιβάλλον με κατάλληλη παρακολούθηση ή σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Η κυκλοφορική και η αναπνευστική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Η ισοπρεναλίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται τακτικά. Δοσολογία
Η τιτλοποίηση του Labrycor θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτικά υπό στενή παρακολούθηση στη χαμηλότερη δυνατή δόση με την οποία επιτυγχάνεται καρδιακός ρυθμός 50-60 παλμών ανά λεπτό.
Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 0,01 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό.
Η δόση μπορεί να αυξάνεται ανά διαστήματα του 0,01 μικρογραμμαρίου/kg/λεπτό έως τη μέγιστη δόση των 0,15 μικρογραμμαρίων/kg/λεπτό.
Ο ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να προσαρμόζεται με βάση τον καρδιακό ρυθμό του ασθενούς
Ταυτόχρονη χρήση με αδρεναλίνη:
Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χορηγείτε με ένεση το Labrycor ταυτόχρονα με αδρεναλίνη (ανατρέξτε στην παράγραφο 4.3). Ωστόσο, εάν είναι απαραίτητη η χορήγηση και των δύο φαρμακευτικών προϊόντων, αυτά μπορούν να χορηγούνται εναλλάξ κάθε 4 ώρες (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Τρόπος χορήγησης
Ενδοφλέβια χρήση.
Αραιώστε 10 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση (= 2,0 mg) σε 500 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) ή ενέσιμου διαλύματος γλυκόζης 50 mg/ml (5%) (βλ. παράγραφο 6.6). Με αυτόν τον τρόπο λαμβάνεται διάλυμα για έγχυση ισοπρεναλίνης με συγκέντρωση 4 μικρογραμμαρίων/ml.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Το Labrycor αντενδείκνυται στις εξής περιπτώσεις:
-
υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1,
-
Λόγω του κινδύνου αρρυθμιών, το Labrycor δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται με άλλους ισχυρούς β-1 αγωνιστές όπως η αδρεναλίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5)
-
Προϋπάρχουσες κοιλιακές αρρυθμίες
-
Τοξίκωση με καρδιακή γλυκοσίδη
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Ταχυαρρυθμίες
-
Στηθάγχη
-
Η χρήση του Labrycor απαιτεί παρακολούθηση με ΗΚΓ και μείωση της δόσης σε περίπτωση κοιλιακής υπερδιεγερσιμότητας του μυοκαρδίου (πολύμορφες έκτακτες συστολές, βηματοδότηση με επαναλαμβανόμενες ριπές ή κοιλιακή ταχυκαρδία).
-
Το Labrycor θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε υποογκαιμικούς ασθενείς.
-
Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση σε διαβητικούς ασθενείς
-
Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση σε ασθενείς υπό την επίδραση δακτυλίτιδας.
-
Σε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού, συνιστάται προσοχή. Η χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος θα πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις μη ελεγχόμενου υπερθυρεοειδισμού.
-
Απαιτείται προσοχή σε περιπτώσεις καρδιαγγειακών διαταραχών, ιδιαίτερα ανεπάρκειας στεφανιαίας, αρρυθμιών και υπέρτασης.
-
Απαιτείται προσοχή σε περιπτώσεις διαταραχών που χαρακτηρίζονται από ακούσιους μυϊκούς σπασμούς.
-
Απαιτείται προσοχή όταν οι δόσεις επαρκούν για την επίτευξη καρδιακού ρυθμού άνω των 130 παλμών ανά λεπτό.
-
Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση σε ασθενείς που ανταποκρίνονται σε συμπαθητικομιμητικές αμίνες με ασυνήθιστο τρόπο.
Έκδοχο:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Η ισοπρεναλίνη δεν θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με την επινεφρίνη, επειδή και τα δύο φάρμακα είναι άμεσοι καρδιακοί διεγέρτες και η συνδυασμένη δράση τους μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αρρυθμίες, αλλά μπορεί να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τη ντοπαμίνη ή τη φαινυλεφρίνη. Εάν είναι απαραίτητη η χορήγηση ισοπρεναλίνης και αδρεναλίνης μαζί, μπορούν να χορηγούνται εναλλάξ κάθε 4 ώρες (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3).
Η ισοπρεναλίνη αντενδείκνυται σε περιπτώσεις τοξίκωσης που προκαλείται από δακτυλίτιδα.
Η ισοπρεναλίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια αναισθησίας με χλωροφόρμιο, κυκλοπροπάνιο, αλοθάνιο ή άλλους αλογονωμένους αναισθητικούς παράγοντες επειδή μπορεί να προκληθεί κοιλιακή αρρυθμία ή να επιδεινωθεί η κοιλιακή αρρυθμία.
Η ισοπρεναλίνη δεν θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI).
Η τοξικότητα από την ισοπρεναλίνη αυξάνεται κατά την ταυτόχρονη χορήγηση με άλλα καρδιοτονωτικά ή με φάρμακα που διεγείρουν το κεντρικό νευρικό σύστημα (όπως τα συμπαθητικομιμητικά, η θεοφυλλίνη ή τα θυρεοειδικά σκευάσματα).
Η ισοπρεναλίνη μπορεί να επιδεινώσει τις καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών όπως η ιμιπραμίνη.
Η ταυτόχρονη χορήγηση ισοπρεναλίνης και φαρμάκων που συνδυάζονται με θειικές ενώσεις, όπως το σαλικυλαμίδιο, μπορεί να οξύνει τη φαρμακευτική δράση της ισοπρεναλίνης.
Η χορήγηση εντακαπόνης μπορεί να ενισχύσει τη δράση της ισοπρεναλίνης.
Η δοξαπράμη και οι MAOI ενδέχεται να προκαλέσουν κίνδυνο σοβαρής υπέρτασης.
Το Labrycor μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εργοτισμού, εάν χορηγηθεί μαζί με εργοταμίνη.
Υπέρταση μπορεί να εμφανιστεί εξαιτίας της υψηλής αγγειοσυσπαστικής δράσης των συμπαθητικομιμητικών αγγειοσυσταλτικών (π.χ. ωκυτοκίνη).
Κύηση
Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ισοπρεναλίνης σε εγκύους. Πάνω από 30 έτη κλινικής εμπειρίας απέτυχαν να αποκαλύψουν δυσπλαστική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα που μπορεί να αποδοθεί στην ισοπρεναλίνη.
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της ισοπρεναλίνης κατά τη διάρκεια της κύησης. Πρέπει να σταθμίζονται τα κλινικά οφέλη και οι πιθανοί κίνδυνοι για τη μητέρα και το παιδί.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η ισοπρεναλίνη/ οι μεταβολίτες απεκκρίνεται/απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με την ισοπρεναλίνη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχει καμία επίδραση στη γονιμότητα από τα διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα.
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από την ισοπρεναλίνη εμφανίζονται σποραδικά. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες υποχωρούν γρήγορα όταν διακόπτεται η ισοπρεναλίνη ή μπορεί να μετριαστούν ενώ εξακολουθεί να χρησιμοποιείται το φάρμακο. Η ισοπρεναλίνη έχει σχεδόν αποκλειστικά ιδιότητες β-αγωνιστών, αλλά επίσης διεγείρει το ΚΝΣ.
| Συχνότητα κατά MedDRAKατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRA | Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
| Καρδιακές διαταραχές | ταχυκαρδία αρρυθμία προκάρδιο άλγος |
| Αγγειακές διαταραχές | υπόταση υπέρταση |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | νευρικότητα τρόμος ζάλη κεφαλαλγία |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | ναυτία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | εξασθένιση |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Συμπτώματα
-
ναυτία,
-
κεφαλαλγία,
-
φλεβοκομβική ταχυκαρδία,
-
πολύμορφες έκτακτες συστολές,
-
κοιλιακή ταχυκαρδία
Θεραπεία
Απλώς, διακόψτε την έγχυση υδροχλωρικής ισοπρεναλίνης. Η θεραπευτική δραστικότητα θα εκλείψει μετά από μερικά λεπτά δεδομένης της ταχύτητας αδρανοποίησης.
Εάν είναι απαραίτητο, θα χορηγηθεί στη συνέχεια πλάσμα ή ολικό αίμα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - LABRYCOR 0.2MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για την θεραπεία των καρδιακών παθήσεων, αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01CA02
Το Labrycor είναι ένα β-συμπαθητικομιμητικό φάρμακο που επηρεάζει την ενδοκαρδιακή ροή, χωρίς να επηρεάζει την αρτηριακή πίεση σε χαμηλή δόση.
Καρδιά
Η υδροχλωρική ισοπρεναλίνη έχει έντονη ινοτρόπο και χρονοτρόπο δράση (δράση των β1 υποδοχέων) η οποία οδηγεί σε σημαντική αύξηση της καρδιακής παροχής.
Η υδροχλωρική ισοπρεναλίνη δρα αμέσως στο επίπεδο του κομβικού ιστού, χαμηλώνοντας το όριο διεγερσιμότητας του μυοκαρδίου και αυξάνοντας την καρδιακή συστολή και τη συστολική ροή.
Αιμοφόρα αγγεία
Η υδροχλωρική ισοπρεναλίνη προκαλεί περιφερική αγγειοδιαστολή (δράση των β 2 υποδοχέων) που σχετίζεται με μειωμένη αντίσταση, αυξημένο όγκο αίματος και ρύθμιση της κεντρικής φλεβικής πίεσης.
Απορρόφηση
Μετά από ενδοφλέβια ένεση, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ισοπρεναλίνης στο πλάσμα κυμαίνεται από περίπου ένα έως αρκετά λεπτά ανάλογα με το αν ο ρυθμός της ένεσης είναι γρήγορος ή αργός.
Κατανομή
Η ισοπρεναλίνη αδρανοποιείται γρήγορα στο ήπαρ και στους άλλους ιστούς μέσω του μεταβολισμού. Δεν διαπερνά σχεδόν καθόλου τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Δεν είναι γνωστό εάν η ισοπρεναλίνη μεταφέρεται στο ανθρώπινο γάλα.
Βιομετασχηματισμός
Η ισοπρεναλίνη μεταβολίζεται από την κατεχολ-Ο-μεθυλοτρανσφεράση στο ήπαρ, τους πνεύμονες και άλλους ιστούς. Ο κύριος μεταβολίτης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι η 3-O-μεθυλο- ισοπροτερενόλη (η οποία έχει αναφερθεί ότι έχει ασθενή β-αδρενεργική δράση αποκλεισμού) και τα συζεύγματά της.
Αποβολή
Περίπου το 40-50% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο και το υπόλοιπο ως 3-O-μεθυλο- ισοπροτερενόλη εντός 24 ωρών.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - LABRYCOR 0.2MG/ML
Δινάτριο άλας του αιθυλενοδιαμινοτετραοξικού οξέος Κιτρικό νάτριο διυδρικό
Κιτρικό οξύ Χλωριούχο νάτριο
Υδροχλωρικό οξύ (για τη ρύθμιση του pH) Υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Πριν από το άνοιγμα: 2 χρόνια
Μετά το άνοιγμα: Το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως.
Μετά την αραίωση:
Η χημική και η φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση του διαλύματος που έχει αραιωθεί σε γλυκόζη 5% ή χλωριούχο νάτριο 0,9% έχει καταδειχθεί για 24 ώρες στους 25 °C.
Από μικροβιολογικής απόψεως, εκτός εάν η μέθοδος του ανοίγματος αποκλείει τον κίνδυνο της μικροβιακής επιμόλυνσης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Πριν από το άνοιγμα: Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως. Μην ψύχετε.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
1 ml σε γυάλινο φιαλίδιο με ελαστικό πώμα εισχώρησης από βρωμοβουτύλιο και σφράγιση αλουμινίου με πλαστικό αποσπώμενο πώμα. Κάθε συσκευασία περιέχει 1 ή 5 φιαλίδια.
5 ml σε γυάλινο φιαλίδιο με ελαστικό πώμα εισχώρησης από βρωμοβουτύλιο και σφράγιση αλουμινίου με πλαστικό αποσπώμενο πώμα. Κάθε συσκευασία περιέχει 1 ή 5 φιαλίδια.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να αραιωθεί σε 500 ml από τα ακόλουθα διαλύματα: ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) ή ενέσιμο διάλυμα γλυκόζης 50 mg/ml (5%).
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.