DEXATON ORAL.SOL 2MG/5ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DEXATON 2MG/5ML
Η δεξαμεθαζόνη είναι κορτικοστεροειδές. Προορίζεται για χρήση σε μερικές ενδοκρινολογικές και μη ενδοκρινολογικές διαταραχές, σε μερικές περιπτώσεις εγκεφαλικού οιδήματος και για το διαγνωστικό έλεγχο υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων.
Ενδοκρινολογικές διαταραχές:
Εξώφθαλμος ενδοκρινούς προέλευσης.
Μη ενδοκρινολογικές διαταραχές:
Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία μη ενδοκρινολογικών καταστάσεων με απόκριση στα κορτικοστεροειδή μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
Αλλεργία και αναφυλαξία: Αναφυλαξία.
Αρτηρίτιδα, κολλαγόνωση: Ρευματική πολυμυαλγία, οζώδης πολυαρτηρίτιδα.
Αιματολογικές διαταραχές: Αιμολυτική αναιμία (επίσης αυτοάνοση), λευχαιμία, μυέλωμα, ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα σε ενήλικες, δικτυολεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές (βλ. επίσης στην ενότητα ογκολογικές διαταραχές).
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Για θεραπεία κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης στα εξής: ελκώδης κολίτιδα (ορθικού τύπου μόνο), περιοχική εντερίτιδα (νόσος του Crohn), μερικές μορφές ηπατίτιδας.
Μυϊκές διαταραχές: Πολυμυοσίτιδα.
Νευρολογικές διαταραχές: Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση δευτεροπαθής σε εγκεφαλικούς όγκους, οξείες εξάρσεις της σκλήρυνσης κατά πλάκας.
Οφθαλμολογικές διαταραχές: Πρόσθια και οπίσθια ραγοειδίτιδα, οπτική νευρίτιδα, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα, κροταφική αρτηριίτιδα, κογχικός ψευδοόγκος.
Νεφρικές διαταραχές: Νεφρωσικό σύνδρομο.
Πνευμονικές διαταραχές: Χρόνιο βρογχικό άσθμα, πνευμονίτιδα λόγω αναρρόφησης, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), σαρκοείδωση, αλλεργική πνευμονοπάθεια όπως πνεύμονας του γεωργού και του εκτροφέα περιστεριών, σύνδρομο Löffler, κρυπτογενής σκληρυντική κυψελίτιδα.
To DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα ενδείκνυται για τη θεραπεία της νόσου από SARS-CoV-2 (COVID-19) σε ενήλικες και εφήβους ασθενείς (ηλικίας 12 ετών και μεγαλύτερους με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg) που νοσηλεύονται στο νοσοκομείο και χρειάζονται συμπληρωματική θεραπεία με οξυγόνο.
Η χορήγηση του DEXATON δεν ενδείκνυται σε μη νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19, καθώς και σε ασθενείς με διάρκεια συμπτωματικής νόσου μικρότερης των 7 ημερών.
Ρευματικές διαταραχές: Μερικές περιπτώσεις ή ειδικές μορφές (σύνδρομο Felty, σύνδρομο Sjögren) ρευματοειδούς αρθρίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας, οξύς ρευματισμός, διάχυτος ερυθηματώδης λύκος, κροταφική αρτηρίτιδα (ρευματική πολυμυαλγία).
Δερματικές διαταραχές: Κοινή πέμφιγα, πομφολυγώδης πέμφιγα, ερυθροδερμίες, σοβαρές μορφές πολύμορφου ερυθήματος (σύνδρομο Stevens-Johnson), σπογγοειδής μύκωση, πομφολυγώδης ερπητοειδής δερματίτιδα.
Ογκολογικές διαταραχές: Λεμφική λευχαιμία, ιδιαίτερα οξείας μορφής, κακόηθες λέμφωμα (νόσος Hodgkin, Non-Hodgkin λέμφωμα), καρκίνος του μαστού από μετάσταση, υπερασβεστιαιμία ως αποτέλεσμα οστικής μετάστασης ή της νόσου του Kahler.
Διάφορα: Έντονες αλλεργικές αντιδράσεις, ως ανοσοκατασταλτικό σε μεταμόσχευση οργάνων, ως επικουρικό μέσο στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου και στη θεραπεία του καρκίνου με ογκολυτικά που έχουν σοβαρή εμετική δράση.
Δοσολογία
Ενήλικες
Γενικές θεωρήσεις:
Η δοσολογία πρέπει να τιτλοδοτείται βάσει της μεμονωμένης απόκρισης κάθε ατόμου και της φύσης της νόσου. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή αποτελεσματική δοσολογία (βλ. "Ανεπιθύμητες ενέργειες").
Η αρχική δοσολογία κυμαίνεται από 0,5 – 9 mg την ημέρα ανάλογα με την υπό θεραπεία νόσο. Στις πιο σοβαρές νόσους, ενδέχεται να απαιτούνται δόσεις μεγαλύτερες από 9 mg. Η αρχική δοσολογία θα πρέπει να διατηρείται ή να ρυθμίζεται μέχρι να γίνει ικανοποιητική η απόκριση του ασθενούς. Τόσο η δόση το βράδυ, που είναι χρήσιμη για να καταπραΰνεται η πρωινή δυσκαμψία όσο και το σχήμα των διηρημένων δόσεων σχετίζονται με μεγαλύτερη καταστολή του άξονα "υποθάλαμος- υπόφυση-επινεφρίδια". Αν δεν υπάρξει ικανοποιητική κλινική απόκριση μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διακόψτε τη θεραπεία με δεξαμεθαζόνη και χορηγήστε άλλη θεραπεία στον ασθενή.
Αν η αρχική απόκριση είναι ικανοποιητική, η δοσολογία συντήρησης πρέπει να καθοριστεί μειώνοντας βαθμιαία τη δόση μέχρι την ελάχιστη απαιτούμενη για τη διατήρηση επαρκούς κλινικής απόκρισης. Η χρόνια δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει κατά προτίμηση το 1,5 mg δεξαμεθαζόνης ημερησίως.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν σημεία που απαιτούν ρύθμιση της δοσολογίας. Αυτά μπορεί να είναι αλλαγές στην κλινική κατάσταση ως αποτέλεσμα υποτροπών ή εξάρσεων της νόσου, μεμονωμένη αντίδραση στο φάρμακο και επίδραση του στρες (π.χ. χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη, τραύμα). Κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η προσωρινή αύξηση της δοσολογίας.
Αν το φάρμακο πρέπει να σταματήσει αφού περάσουν περισσότερες από λίγες ημέρες θεραπείας, η διακοπή θα πρέπει να γίνει σταδιακά.
Οι ακόλουθες ισοδυναμίες διευκολύνουν το πέρασμα στη δεξαμεθαζόνη από άλλα γλυκοκορτικοειδή:
Συγκρίνοντας ποσότητες milligram προς milligram, η δεξαμεθαζόνη είναι περίπου ισοδύναμη με τη βηταμεθαζόνη, 4 έως 6 φορές πιο ισχυρή από τη μεθυλπρεδνιζολόνη και την τριαμσινολόνη, 6 έως 8 φορές πιο ισχυρή από την πρεδνιζόνη και την πρεδνιζολόνη, 25 έως 30 φορές πιο ισχυρή από την υδροκορτιζόνη και περίπου 35 φορές πιο ισχυρή από την κορτιζόνη.
Οξείες, αυτοπεριοριζόμενες αλλεργικές διαταραχές ή οξείες εξάρσεις χρόνιων αλλεργικών διαταραχών.
Προτείνεται το ακόλουθο σχήμα δοσολογίας, το οποίο συνδυάζει παρεντερική και από του στόματος θεραπεία:
| Πρώτη ημέρα: | Ενδομυϊκή ένεση νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης 4 mg ή 8 mg (1 ml ή 2 ml). |
| Δεύτερη ημέρα: | 1 mg (2,5 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα δύο φορές την ημέρα. |
| Τρίτη ημέρα: | 1 mg (2,5 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα δύο φορές την ημέρα. |
| Τέταρτη ημέρα: | 500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα δύο φορές την ημέρα. |
| Πέμπτη ημέρα: | 500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα δύο φορές την ημέρα. |
| Έκτη ημέρα: | 500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα. |
| Έβδομη ημέρα: | 500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα. |
| Όγδοη ημέρα: | Επαναξιολόγηση. |
Το πρόγραμμα αυτό έχει σχεδιαστεί για να διασφαλίσει την επαρκή θεραπεία κατά τη διάρκεια οξέων επεισοδίων ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο υπερδοσολογίας σε χρόνιες περιπτώσεις.
Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση: Η αρχική θεραπεία είναι συνήθως με ένεση. Όταν απαιτείται θεραπεία συντήρησης, αυτή πρέπει να μεταβεί σε δεξαμεθαζόνη πόσιμο διάλυμα το συντομότερο δυνατό. Για την παρηγορητική αντιμετώπιση ασθενών με όγκους του εγκεφάλου που επανεμφανίζονται ή δεν επιδέχονται
χειρουργικής επέμβασης, η δοσολογία συντήρησης πρέπει να υπολογίζεται για κάθε άτομο ξεχωριστά. Δόση 2 mg δύο ή τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται πάντα η μικρότερη απαραίτητη δόση για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης:
1. Δοκιμασίες για σύνδρομο Cushing:
2 mg (5 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα πρέπει να χορηγούνται στις 11 μ.μ. Κατόπιν λαμβάνονται δείγματα αίματος στις 8 π.μ. το επόμενο πρωί για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.
Αν απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια, θα πρέπει να χορηγούνται 500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα κάθε 6 ώρες για 48 ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8 π.μ. του τρίτου πρωινού για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.
Για τον προσδιορισμό της έκκρισης του 17-υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων 24 ωρών.
2. Δοκιμασία για τη διάκριση του συνδρόμου Cushing που προκαλείται από περίσσεια ACTH της υπόφυσης από το σύνδρομο που προκαλείται από άλλες αιτίες: 2 mg (5 ml) DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα πρέπει να χορηγούνται κάθε 6 ώρες για 48 ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8 π.μ. του τρίτου πρωινού για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.
Για τον προσδιορισμό της έκκρισης του 17-υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων 24 ωρών.
Παιδιατρικός πληθυσμός:Η δοσολογία θα πρέπει να περιορίζεται σε μία μόνο δόση μέρα παρά μέρα για να μειώνεται η καθυστέρηση στην ανάπτυξη και να ελαχιστοποιείται η καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια".
Ηλικιωμένοι:
Η θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα αν είναι μακροχρόνια, θα πρέπει να προγραμματίζεται έχοντας κατά νου τις πιο σοβαρές συνέπειες των συχνών παρενεργειών των κορτικοστεροειδών στους ηλικιωμένους.
Για τη θεραπεία του Covid-19
Ενήλικες ασθενείς: 6 mg PO (από του στόματος), μία φορά την ημέρα για έως και 10 ημέρες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς (εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω) να λαμβάνουν 6 mg/δόση ΡΟ μία φορά την ημέρα για έως και 10 ημέρες.
Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να καθοδηγείται από την κλινική ανταπόκριση και τις εξατομικευμένες απαιτήσεις του ασθενούς.
Ηλικιωμένοι, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Συστηματική λοίμωξη εκτός και αν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης.
-
Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
-
Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου
-
Λοίμωξη από τροπικούς σκώληκες
H φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια που προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας, να επιμένει για πολλούς μήνες και σε ορισμένες περιπτώσεις για περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα για συγκεκριμένες φυσικές συνθήκες στρες (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετό, κ.λ.π.), μπορεί να απαιτείται μια προσωρινή αύξηση στη δόση. Λόγω του πιθανού κινδύνου σε στρεσογόνες συνθήκες, πρέπει να γίνει μια ταυτότητα κορτικοστεροειδούς για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι απαραίτητη σε φυσικές στρεσογόνες καταστάσεις. Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια λόγω μιας οξείας θεραπείας, μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με αργή μείωση της δόσης μέχρι την προγραμματισμένη διακοπή.
Η θεραπεία με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, εάν χρειάζεται, να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη αντι-λοιμώδης θεραπεία για τις ακόλουθες ασθένειες:
-
Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρας, απλός έρπης, ανεμευλογιά, ερπητική κερατίτιδα)
-
Χρόνια ενεργός Ηπατίτιδα HBsAg-θετική
-
Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια ζώντος ιού
-
Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. Νηματώδεις)
-
Πολιομυελίτιδα
-
Λεμφαδενίτιδα μετά από εμβολιασμό BCG
-
Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις
-Ιστορικό φυματίωσης (ενεργού ή λανθάνουσας) χωρίς πλήρη θεραπεία (κίνδυνος επανεμφάνισης). Χρησιμοποιείται μόνο υπό φυματιοστατική προστασία.
Επιπλέον, η θεραπεία με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν χρειάζεται, να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία για:
-
Έλκη από το γαστρεντερικό
-
Οστεοπόρωση σοβαρής μορφής
-
Δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή πίεση αίματος
-
Δύσκολα ρυθμιζόμενος σακχαρώδης διαβήτης
-
Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού)
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοικτής γωνίας
-
Έλκη κερατοειδούς και τραυματισμοί κερατοειδούς
Εξαιτίας του κινδύνου διάτρησης του εντέρου, το DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε επείγουσα ένδειξη και υπό τον κατάλληλο έλεγχο για:
-
Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση
-
Εκκολπωματίτιδα
-
Αναστόμωση εντέρου (αμέσως μετά από επέμβαση)
Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών. Όταν το DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα χορηγείται σε διαβητικούς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια μεγαλύτερη ανάγκη για ινσουλίνη ή για από του στόματος αντιδιαβητικά. Ο τακτικός έλεγχος της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια χορήγησης υψηλοτέρων δόσεων και σε ασθενείς στους οποίους δύσκολα ρυθμίζεται η υψηλή πίεση του αίματος. Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Η θεραπεία με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα υπάρχουσας ή την ανάπτυξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι τη διάγνωση πιο δύσκολη.
Η παρατεταμένη χρήση ακόμα και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς που διαφορετικά σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (λεγόμενες ευκαιριακές λοιμώξεις). Είναι πάντα δυνατοί οι εμβολιασμοί με αδρανοποιημένο εμβόλιο. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοσολογική αντίδραση και, συνεπώς, η επιτυχία του εμβολιασμού, μπορεί να επηρεαστεί από υψηλότερες δόσεις κορτικοειδών.
Δεν πρέπει να σταματά η χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς που έχουν ήδη λάβει θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενα (από του στόματος) κορτικοστεροειδή για άλλους λόγους (π.χ. ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια) αλλά δεν χρειάζονται συμπληρωματικό οξυγόνο.
Η χορήγηση του DEXATON δεν ενδείκνυται σε μη νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19, καθώς και σε ασθενείς με διάρκεια συμπτωματικής νόσου μικρότερης των 7 ημερών.
Οι τακτικές γενικές ιατρικές εξετάσεις (που περιλαμβάνουν εξετάσεις όρασης ανά τρίμηνα διαστήματα) συνιστώνται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα.
Σε υψηλές δόσεις, πρέπει να ελέγχεται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, καθώς επίσης και τα επίπεδα καλίου στον ορό. Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται μια αρνητική επίδραση επί του μεταβολισμού του ασβεστίου. Για το λόγο αυτό συνιστάται προφύλαξη από την οστεοπόρωση. Αυτό ισχύει, πάνω απ 'όλα, σε συνυπάρχοντες
παράγοντες κινδύνου όπως η οικογενής προδιάθεση, η αυξημένη ηλικία, μετά την εμμηνόπαυση, η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, το βαρύ κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και η ανεπαρκής σωματική άσκηση. Η πρόληψη περιλαμβάνει την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και τη σωματική δραστηριότητα. Πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης.
Οι ακόλουθοι κίνδυνοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μετά από τη διακοπή ή την παύση της μακροχρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών:
-
Επιδείνωση ή υποτροπή της υποκείμενης νόσου, οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο στέρησης από κορτικοστεροειδές.
-
Ορισμένες ιογενείς ασθένειες (ανεμευλογιά, ιλαρά) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.
-
Παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από τον ιό της ανεμευλογιάς ή ιλαράς κινδυνεύουν ιδιαίτερα. Αν αυτοί οι άνθρωποι έρθουν σε επαφή με άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό της ιλαράς ή ανεμευλογιάς ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα, θα πρέπει να λάβουν μια προληπτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο.
Ψυχιατρικές αντιδράσεις
Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι μπορεί να παρατηρηθούν πιθανόν σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις με τα συστηματικά στεροειδή (βλέπε παράγραφο 4.8). Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται εντός λίγων ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι κίνδυνοι μπορεί να είναι μεγαλύτεροι με τις υψηλές δόσεις/συστηματική έκθεση (βλέπε επίσης παράγραφο 4.5 φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών), αν και τα επίπεδα δόσης δεν επιτρέπουν πρόβλεψη της έναρξης, του είδους, της σοβαρότητας ή της διάρκειας των αντιδράσεων. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά από μείωση της δόσης είτε μετά από απόσυρση, αν και μπορεί να απαιτείται ειδική θεραπεία.
Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστούν ανησυχητικά ψυχολογικά συμπτώματα, ειδικότερα εάν υπάρχει υποψία για καταθλιπτική διάθεση ή αυτοκτονικό ιδεασμό. Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει επίσης να είναι σε εγρήγορση για πιθανές ψυχιατρικές διαταραχές οι οποίες μπορεί να παρατηρηθούν είτε κατά τη διάρκεια είτε αμέσως μετά τη βαθμιαία μείωση της δόσης/διακοπή συστηματικών στεροειδών, αν και τέτοιες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σπάνια.
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν εξετάζεται η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με υφιστάμενο ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών συναισθηματικών διαταραχών στους ίδιους ή σε συγγενείς πρώτου βαθμού. Αυτές θα περιλαμβάνουν καταθλιπτική ή μανιοκαταθλιπτική νόσο και προηγούμενη ψύχωση από στεροειδή.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Σύμφωνα με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία το σύνδρομο λύσης όγκου (ΣΛΟ) έχει αναφερθεί σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά τη χρήση μόνο δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες.
Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο ΣΛΟ, όπως ασθενείς με υψηλό ποσοστό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου, και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και θα πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.
Οπτική διαταραχή
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Πρόωρα νεογνά
Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν μακροχρόνιες αναπτυξιακές νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την πρώιμη έναρξη της θεραπείας (<96 ώρες) σε πρόωρα βρέφη με χρόνια πνευμονική νόσο σε δόσεις έναρξης από 0,25 mg/kg δύο φορές την ημέρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσο-εξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης κατά τη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία, που μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα, η ένδειξη πρέπει να παρουσιάζεται πολύ έντονα στα παιδιά και θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά ο ρυθμός ανάπτυξης τους.
Χρήση στους ηλικιωμένους
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, κυρίως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, ευαισθησία σε λοιμώξεις και ατροφία του δέρματος.
Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση για την πρόληψη των απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων.
Επίδραση των διαγνωστικών εξετάσεων
Τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να καταστείλουν τη δερματική αντίδραση σε ελέγχους αλλεργίας. Μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Σημείωση σχετικά με το ντόπινγκ
Ο έλεγχος ντόπινγκ κατά τη λήψη DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα
Το DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα περιέχει αυτά τα είδη σακχάρων:
-
0,14 g σορβιτόλης σε κάθε ml. Όταν λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες δοσολογίας κάθε δόση παρέχει έως και 3,15 g σορβιτόλης.
-
0,275 g μαλτιτόλης σε κάθε ml. Όταν λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες δοσολογίας κάθε δόση παρέχει έως 6,2 g μαλτιτόλης. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,09 g προπυλενογλυκόλης σε κάθε ml. Όταν λαμβάνεται σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας κάθε δόση παρέχει έως 2 g προπυλενογλυκόλης. Η συγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά και σε παιδιά κάτω των 5
ετών. Ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι η προπυλενογλυκόλη προκαλεί τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα ή στην ανάπτυξη σε πειραματόζωα ή σε ανθρώπους, μπορεί να περάσει στο έμβρυο και έχει βρεθεί στο γάλα. Συνεπώς, η χορήγηση προπυλενογλυκόλης στις έγκυες ή σε ασθενείς που θηλάζουν, πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση. Ιατρική παρακολούθηση απαιτείται στους ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία διότι έχουν αναφερθεί διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες, που αποδίδονται στην προπυλενογλυκόλη, όπως νεφρική δυσλειτουργία (οξεία σωληναριακή νέκρωση), οξεία νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική δυσλειτουργία.
Αυτό το φάρμακο περιέχει 1 mg βενζοϊκού οξέος σε κάθε 1 ml πόσιμου διαλύματος (δηλαδή 1 mg/ml βενζοϊκού οξέος). Αύξηση της χολερυθρίνης λόγω της εκτόπισής της από την αλβουμίνη μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο στα νεογνά που μπορεί να εξελιχθεί σε πυρηνικό ίκτερο (απόθεση μη συζευγμένης χολερυθρίνης στον ιστό του εγκεφάλου).
Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε ≪ελεύθερο νατρίου≫.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη:
Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4). Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με επαγωγείς του CYP3A4, όπως η φαινυτοΐνη, τα βαρβιτουρικά, η εφεδρίνη, η ριφαβουτίνη, η καρβαμαζεπίνη και η
ριφαμπικίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε μειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και η δόση ενδέχεται να χρειάζεται να αυξηθεί.
Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων CYP3A4 όπως η κετοκοναζόλη, η ριτοναβίρη και η ερυθρομυκίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP3A, στους οποίους περιλαμβάνονται τα προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή και σε αυτή την περίπτωση οι ασθενείς πρέπει να
παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή.
Αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται επίσης να παρέμβουν στις δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης, που θα πρέπει επομένως να ερμηνεύονται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της χορήγησης ουσιών που επηρεάζουν το μεταβολισμό της δεξαμεθαζόνης.
Η κετοκοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του CYP3A4, αλλά ενδέχεται επίσης να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών στα επινεφρίδια και επομένως να προκαλέσει επινεφριδική ανεπάρκεια κατά τη διακοπή της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Η εφεδρίνη ενδέχεται να αυξήσει τη μεταβολική αποβολή των κορτικοστεροειδών, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα στο πλάσμα. Μια αύξηση της δόσης του κορτικοστεροειδούς θα μπορούσε να είναι απαραίτητη.
Έχουν αναφερθεί ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα στη δοκιμασία καταστολής δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ινδομεθακίνης.
Αντιβιοτικά: Έχει αναφερθεί ότι τα μακρολιδικά αντιβιοτικά προκαλούν σημαντική μείωση στην αποβολή των κορτικοστεροειδών.
Αντιχολινεστεράσες: Ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεστερινασικών παραγόντων και κορτικοστεροειδών ενδέχεται να προκαλέσει αδυναμία σε ασθενείς με σοβαρή μυασθένεια. Αν είναι δυνατόν, θα πρέπει να σταματά η χορήγηση αντιχολινεστερινασικών παραγόντων τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Χολεστυραμίνη: Η χολεστυραμίνη ενδέχεται να μειώσει την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.
Οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται από το στόμα: Τα οιστρογόνα ενδέχεται να μειώσουν τον ηπατικό μεταβολισμό κάποιων κορτικοστεροειδών, αυξάνοντας έτσι την επίδρασή τους.
Αμινογλουτεθιμίδη: Μείωση της αποτελεσματικότητας της δεξαμεθαζόνης λόγω αύξησης του μεταβολισμού της. Ενδέχεται να απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας της δεξαμεθαζόνης.
Γαστρεντερικά τοπικά, αντιόξινα, ενεργός άνθρακας: Έχει αναφερθεί μείωση στην πεπτική απορρόφηση των γλυκοκορτικοειδών με την πρεδνιζολόνη και τη δεξαμεθαζόνη. Επομένως, τα γλυκοκορτικοειδή θα πρέπει να λαμβάνονται ξεχωριστά από τα γαστρεντερικά τοπικά, τα αντιόξινα ή τον ενεργό άνθρακα και να παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών ανάμεσα στις θεραπείες.
Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η δεξαμεθαζόνη είναι μέτριας έντασης επαγωγέας του CYP3A4. Ταυτόχρονη
χορήγηση δεξαμεθαζόνης με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξημένη αποβολή και μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ουσιών αυτών.
Η νεφρική αποβολή των σαλικυλικών αυξάνεται με τα κορτικοστεροειδή και επομένως, η δοσολογία των σαλικυλικών πρέπει να μειώνεται με τη διακοπή των στεροειδών.
Τα κορτικοστεροειδή ανταγωνίζονται τις επιθυμητές δράσεις των υπογλυκαιμικών παραγόντων (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης), των αντι- υπερτασικών και των διουρητικών.
Ενισχύονται οι υποκαλιαιμικές δράσεις της ακεταζολαμίδης, των διουρητικών της αγκύλης, των θειαζιδικών διουρητικών, της ενέσιμης αμφοτερικίνης B, των μη καλιοσυντηρητικών παραγόντων, των κορτικοστεροειδών (γλυκο-άλατο), της τετρακοζακτίδης και της καρβενοξολόνης. Η υποκαλιαιμία δημιουργεί
προδιάθεση σε καρδιακή αρρυθμία ιδιαίτερα κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου “torsade de pointes” και αύξηση της τοξικότητας των καρδιακών γλυκοσιδών. Η υποκαλιαιμία θα πρέπει να αποκαθίσταται πριν από την έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Επιπλέον, αναφέρθηκαν και περιπτώσεις όπου την ταυτόχρονη χρήση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης ακολούθησε μεγέθυνση της καρδιάς και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Η σουλτοπρίδη έχει συνδεθεί με κοιλιακές αρρυθμίες, ιδιαίτερα κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου ‘’torsade de Pointes’’. Ο συνδυασμός αυτός δεν συνιστάται.
Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ πρέπει να παρακολουθούνται επειδή η
επίπτωση ή/και σοβαρότητα γαστρικού έλκους μπορεί να αυξηθεί. Σε περιπτώσεις υποπροθρομβιναιμίας, η ασπιρίνη θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με τα κορτικοστεροειδή.
Αντιφυματικά φάρμακα: Ενδέχεται να μειωθούν οι συγκεντρώσεις στον ορό της ισονιαζίδης.
Κυκλοσπορίνη: Ενδέχεται να εμφανιστεί αυξημένη δράση τόσο της κυκλοσπορίνης όσο και των κορτικοστεροειδών όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα. Μ' αυτήν την ταυτόχρονη χρήση έχουν αναφερθεί σπασμοί.
Θαλιδομίδη: Η συγχορήγηση με θαλιδομίδη πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς έχει αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση με την ταυτόχρονη χρήση.
Τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να επηρεάσουν τη δοκιμασία ΝΒΤ
(δοκιμή νιτροκυανού τετραζολίου) για βακτηριακή λοίμωξη και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς Κίνδυνος θανατηφόρου συστηματικής νόσου
Πραζικουαντέλη: Μείωση των συγκεντρώσεων της πραζικουαντέλης στο πλάσμα, με κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας, λόγω του ότι ο ηπατικός μεταβολισμός της αυξάνεται από τη δεξαμεθαζόνη.
Αντιπηκτικά που λαμβάνονται από το στόμα: Ενδεχόμενη επίδραση της θεραπείας με κορτικοστεροειδή στο μεταβολισμό αντιπηκτικών που λαμβάνονται από το στόμα και σε παράγοντες πήξης. Σε υψηλές δόσεις ή με θεραπεία που διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας ειδικά με τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή (γαστρεντερικός βλεννογόνος, εύθραυστα αγγεία). Οι ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με αντιπηκτικά από το στόμα θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βιολογικές εξετάσεις την 8η ημέρα, κατόπιν κάθε 2 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη διακοπή της θεραπείας).
Ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες, μετφορμίνη: Αύξηση της γλυκόζης του αίματος, μερικές φορές με διαβητική κέτωση, καθώς τα κορτικοστεροειδή επιδρούν αρνητικά στην ανοχή στους υδατάνθρακες. Επομένως, η αυτο-παρακολούθηση του αίματος και των ούρων θα πρέπει να ενισχύεται στον ασθενή, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Ισονιαζίδη: Με την πρεδνιζολόνη έχει αναφερθεί μείωση στα επίπεδα της ισονιαζίδης στο πλάσμα. Ο προτεινόμενος μηχανισμός είναι μια αύξηση στον ηπατικό μεταβολισμό της ισονιαζίδης και μια μείωση στον ηπατικό μεταβολισμό των γλυκοκορτικοειδών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Κύηση
Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, όπως λυκόστομα, ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης και επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως λαγώχειλος και λυκόστομα στον άνθρωπο (βλ. Παράγραφο 5.3). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Στα νεογέννητα που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή στην προγεννητική περίοδο, υπάρχει ένας αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, που υπό κανονικές συνθήκες υφίσταται αυθόρμητη μεταγεννητική παλινδρόμηση, και είναι σπάνια κλινικής σημασίας. Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της κύησης και ιδιαίτερα στο πρώτο τρίμηνο της κύησης μόνο εάν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.
Θηλασμός
Τα κορτικοστεροειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστοί οι κίνδυνοι στα βρέφη. Ωστόσο, χρειάζεται επιπλέον προσοχή όταν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης για ενδείξεις που αφορούν τη μητέρα. Εάν οι συγκεκριμένες συνθήκες απαιτούν υψηλότερες δόσεις, πρέπει να διακόπτεται η αγωγή.
ν
Το DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει ένδειξη ότι το DEXATON® 2mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα επιδρά στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Η συχνότητα εμφάνισης των αναμενόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια" σχετίζεται με τη σχετική αποτελεσματικότητα της δραστικής ουσίας, τη δοσολογία, την ώρα χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιας θεραπείας που ακολουθείται σύμφωνα με τις δοσολογικές συστάσεις και με τακτικό έλεγχο των ασθενών, ο κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών είναι μικρός. Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με την ακόλουθη συχνότητα:
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Μη γνωστές | Αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις ή έξαρση λοιμώξεων (λανθανουσών) με καταστολή των κλινικών συμπτωμάτων, ευκαιριακές λοιμώξεις, επανενεργοποίηση λανθάνουσας φυματίωσης, έξαρση οφθαλμικών λοιμώξεων, καντιντίαση. |
| Διαταραχές τουαιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Μη γνωστές | Λευκοκυττάρωση, λεμφοπενία, ηωσινοπενία, πολυκυτταραιμία. |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστές | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας που συμπεριλαμβάνουν αναφυλαξία, ανοσοκαταστολή (βλ. επίσης «Λοιμώξεις και παρασιτώσεις»). |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Μη γνωστές | Καταστολή του άξονα "υποθάλαμος- υπόφυση-επινεφρίδια" και πρόκληση του συνδρόμου Cushing (τυπικά συμπτώματα: σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού), δευτερογενής ανεπάρκεια του φλοιού των επινεφριδίων και της υπόφυσης (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες, όπως σε περίπτωση τραύματος ή χειρουργικής επέμβασης). |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μη γνωστές | Αύξηση βάρους, αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου, αυξημένη όρεξη, κατακράτηση νατρίου και υγρών, απώλεια καλίου (προσοχή: διαταραχές του ρυθμού), υποκαλιαιμική αλκάλωση, εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη, |
| μειωμένη ανοχή στους υδατάνθρακες με αυξημένη απαίτηση για αντιδιαβητική θεραπεία, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιµία. | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Μη γνωστές | Ψυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, αϋπνία, επιδείνωση σχιζοφρένειας, ψυχικές διαταραχές που κυμαίνονται από ευφορία μέχρι την εκδήλωση ψύχωσης. |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Μη γνωστές | Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος - Pseudotumour cerebri) συνήθως μετά από διακοπή της θεραπείας, εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας, αυξημένοι σπασμοί σε επιληψία. |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μη γνωστές | Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής, καταρράκτης κυρίως με οπίσθια υποκάψια θολότητα, ατροφία του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα, αυξημένες οφθαλμικές ιογενείς, μυκητιασικές και βακτηριακές λοιμώξεις, επιδείνωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με έλκη του κερατοειδούς, Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια,Όραση, θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) |
| Καρδιακές διαταραχές | Μη γνωστές | Ρήξη του καρδιακού μυ μετά από πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με προδιάθεση. |
| Αγγειακές διαταραχές | Μη γνωστές | Υπέρταση, αγγειίτιδα, αυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/ θρομβοεμβολής. |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Μη γνωστές | Λόξυγκας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Μη γνωστές | Δυσπεψία, γαστρικό έλκος με διάτρηση και αιμορραγία, οξεία παγκρεατίτιδα, ελκώδης οισοφαγίτιδα, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος. |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Μη γνωστές | Δασυτριχισμός, υπερτρίχωση, δερματική ατροφία, τελαγγειεκτασία, ραβδώσεις, ερύθημα, ακμή από στεροειδή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, λέπτυνση των τριχών της κεφαλής, διαταραχές χρώσης, αυξημένη ευθραυστότητα των τριχοειδών, περιστοματική δερματίτιδα. |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μη γνωστές | Αναστολή της ανάπτυξης σε βρέφη, παιδιά και εφήβους, πρόωρη σύγκλειση της επίφυσης, οστεοπόρωση, κατάγματα |
| σπονδύλων και μακρών οστών, άσηπτη νέκρωση μηριαίων και βραχιόνιων οστών, ρήξη τενόντων, μυοπάθεια των εγγύς μυών, μυϊκή αδυναμία, απώλεια μυϊκής μάζας. | ||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Μη γνωστές | Ανωμαλίες στην εμμηνορρυσία, αμηνόρροια, ανικανότητα. |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Μη γνωστές | Καθυστερημένη επούλωση των πληγών, δυσφορία, σύνδρομο στέρησης από στεροειδή: μια πολύ ταχεία μείωση της δοσολογίας των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, υπόταση και θάνατο. Μπορεί να εμφανιστεί "σύνδρομο στέρησης" με πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα οζίδια στο δέρμα με κνησμό και απώλεια βάρους. |
| Κακώσεις,δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Μη γνωστές | Μειωμένη απόκριση στον εμβολιασμό και στα δερματικά τεστ, τάση προς μώλωπες. |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: + 357 22608649
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Συμπτώματα και Αντιμετώπιση
Αναφορές οξείας τοξικότητας ή/και θανάτων μετά από υπερδοσολογία με γλυκοκορτικοειδή είναι σπάνιες. Δεν υπάρχει διαθέσιμο αντίδοτο. Πιθανώς να μην ενδείκνυται θεραπεία για αντιδράσεις που οφείλονται σε χρόνια δηλητηρίαση εκτός και αν ο ασθενής έχει μια κατάσταση που θα τον έκανε ασυνήθιστα ευαίσθητο σε
παρενέργειες από τα κορτικοστεροειδή. Στην περίπτωση αυτή, το στομάχι θα πρέπει να αδειάζει και να χορηγείται συμπτωματική θεραπεία, όπως ενδείκνυται.
Αναφυλακτικές αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να αντιμετωπισθούν με επινεφρίνη (αδρεναλίνη), τεχνητή αναπνοή θετικής πίεσης και αμινοφυλλίνη. Ο ασθενής θα πρέπει να διατηρείται ζεστός και ήσυχος. Η βιολογική ημιζωή της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα είναι περίπου 190 λεπτά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DEXATON 2MG/5ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: κορτικοστεροειδή για συστημική χρήση, γλυκοκορτικοειδή, κωδικός ATC: H02A B02.
Μηχανισμός δράσης
Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό και μακράς διάρκειας δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης νατρίου και είναι επομένως ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Η αντιφλεγμονώδης δράση του είναι 7 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης και όπως και άλλα γλυκοκορτικοειδή, η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
Η δοκιμή RECOVERY (Randomised Evaluation of CoVid-19 thERapY)1 είναι μια εξατομικευμένα τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, ανοιχτής επισήμανσης και προσαρμόσιμου σχεδιασμού κλινική μελέτη που ξεκίνησε από ερευνητές, με στόχο την αξιολόγηση των επιπτώσεων των πιθανών θεραπειών σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με COVID-19.
Η μελέτη διεξήχθη σε 176 νοσοκομειακούς οργανισμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Υπήρχαν 6.425 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε δεξαμεθαζόνη (2.104 ασθενείς) είτε την συνήθη περίθαλψη (4.321 ασθενείς) μόνο. Το 89% των ασθενών είχαν εργαστηριακά επιβεβαιωμένη λοίμωξη από τον SARS-CoV-2.
Κατά την τυχαιοποίηση, το 16% των ασθενών λάμβαναν επεμβατικό μηχανικό αερισμό ή οξυγόνωση μέσω εξωσωματικής μεμβράνης, το 60% λάμβαναν μόνο οξυγόνο (με ή χωρίς μη επεμβατικό αερισμό) και το 24% δεν έλαβε τίποτα από τα προηγούμενα.
Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 66,1+/-15,7 έτη. Το 36% των ασθενών ήταν γυναίκες. Το 24% των ασθενών είχαν ιστορικό διαβήτη, το 27% έπασχε από καρδιακά νοσήματα και το 21% από χρόνια νόσο του αναπνευστικού.
Πρωτεύον καταληκτικό σημείο
Η θνησιμότητα στις 28 ημέρες ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα της δεξαμεθαζόνης από ότι στην ομάδα που έλαβε την συνήθη περίθαλψη, με αναφορά θανάτων σε 482 από τους 2.104 ασθενείς (22,9%) και σε 1.110 από τους 4.321
ασθενείς (25,7%), αντίστοιχα (rate ratio 0,83, διάστημα εμπιστοσύνης 95% [CI], 0,75
έως 0,93, P<0,001).
Στην ομάδα της δεξαμεθαζόνης, η συχνότητα εμφάνισης θανάτου ήταν χαμηλότερη από εκείνη της ομάδας που έλαβε την συνήθη περίθαλψη, μεταξύ των ασθενών που έλαβαν επεμβατικό μηχανικό αερισμό (29,3% έναντι 41,4%, rate ratio 0,64, 95% CI, 0,51 έως 0,81) και σε αυτούς που έλαβαν συμπληρωματικά οξυγόνο χωρίς επεμβατικό μηχανικό αερισμό (23,3% έναντι 26,2%, rate ratio 0,82, 95% CI, 0,72 έως
0,94).
1 www.recoverytrial.net
Δεν υπήρξε σαφής επίδραση της δεξαμεθαζόνης μεταξύ των ασθενών που δεν έλαβαν αναπνευστική υποστήριξη κατά την τυχαιοποίηση (17,8% έναντι 14,0%, rate ratio 1,19, 95% CI, 0,91 έως 1,55).
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
Οι ασθενείς στην ομάδα της δεξαμεθαζόνης είχαν συντομότερη διάρκεια νοσηλείας από εκείνους της ομάδας συνήθους περίθαλψης (διάμεση τιμή, 12 ημέρες έναντι 13 ημερών) και μεγαλύτερη πιθανότητα εξιτηρίου εν ζωή εντός 28 ημερών (rate ratio 1,10, 95% CI, 1,03 προς 1,17).
Σε συμφωνία με το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, η μεγαλύτερη επίδραση όσον αφορά στο εξιτήριο εντός 28 ημερών παρατηρήθηκε μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν επεμβατικό μηχανικό αερισμό κατά την τυχαιοποίηση (rate ratio 1,48, 95% CI 1,16, 1,90), ακολουθούμενη από τους ασθενείς που λάμβαναν μόνο οξυγόνο (rate ratio 1,15, 95 % CI 1,06-1,24) και τέλος χωρίς ευεργετική επίδραση σε ασθενείς που δεν λάμβαναν οξυγόνο (rate ratio 0,96, 95% CI 0,85-1,08).
| Αποτέλεσμα | Δεξαμεθαζόνη (N=2104) | Συνήθης Περίθαλψη (N=4321) | Λόγος Συχνότητας ή Κινδύνου (95% CI)* |
| αριθμός/συνολικός αριθμός ασθενών (%) | |||
| Πρωτεύον καταληκτικό σημείο | |||
| Θνησιμότητα στις 28 ημέρες | 482/2104 (22,9) | 1110/4321 (25,7) | 0,83 (0,75–0,93) |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | |||
| Εξιτήριο από το | 1413/2104 (67,2) | 2745/4321 (63,5) | 1,10 (1,03–1,17) |
| Αποτέλεσμα | Δεξαμεθαζόνη (N=2104) | Συνήθης Περίθαλψη (N=4321) | Λόγος Συχνότητας ή Κινδύνου (95% CI)* |
| αριθμός/συνολικός αριθμός ασθενών (%) | |||
| νοσοκομείο εντός 28 ημερών | |||
| Επεμβατικός μηχανικός αερισμός ή θάνατος† | 456/1780 (25,6) | 994/3638 (27,3) | 0,92 (0,84–1,01) |
| Επεμβατικός μηχανικός αερισμός | 102/1780 (5,7) | 285/3638 (7,8) | 0,77 (0,62–0,95) |
| Θάνατος | 387/1780 (21,7) | 827/3638 (22,7) | 0,93 (0,84–1,03) |
* Οι τιμές rate ratio έχουν προσαρμοστεί με την ηλικία σε σχέση με τις εκβάσεις θνησιμότητας και εξιτηρίου από το νοσοκομείο εντός 28 ημερών. Οι λόγοι κινδύνου έχουν προσαρμοστεί με την ηλικία σε σχέση με τις εκβάσεις λήψης επεμβατικού μηχανικού αερισμού ή του θανάτου και των υπο-συνιστωσών τους.
† Από αυτήν την κατηγορία εξαιρούνται οι ασθενείς που λάμβαναν επεμβατικό μηχανικό αερισμό κατά την τυχαιοποίηση.
Ασφάλεια
Υπήρξαν τέσσερις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (ΣΑΕ) που σχετίζονται με τη θεραπεία της μελέτης: δύο ΣΑΕ υπεργλυκαιμίας, μία ΣΑΕ ψύχωσης προκαλούμενης από στεροειδή και μία ΣΑΕ αιμορραγίας της ανώτερης γαστρεντερικής οδού. Όλα τα συμβάντα υποχώρησαν.
Αναλύσεις υποομάδων
Αποτελέσματα της κατανομής στη ΔΕΞΑΜΕΘΑΖΟΝΗ στην 28 ημερών θνησιμότητα, ανά ηλικία και λαμβανόμενο τύπο αναπνευστικής υποστήριξης κατά την τυχαιοποίηση2
Αποτελέσματα της κατανομής στη ΔΕΞΑΜΕΘΑΖΟΝΗ στην 28 ημερών θνησιμότητα, ανά λαμβανόμενο τύπο αναπνευστικής υποστήριξης κατά την τυχαιοποίηση και ιστορικό οποιασδήποτε χρόνιας νόσου.3
2, 3 (source: Horby P. et al., 2020; https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2020.06.22.20137273v1; doi: https://doi.org/10.1101/2020.06.22.20137273)
Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2 ωρών μετά την πρόσληψη και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Σε υγιή άτομα ο χρόνος ημι- ζωής στο πλάσμα παρατηρήθηκε ότι είναι 3-6 ώρες, ωστόσο σε μελέτες με ασθενείς αυτό μπορεί να μειωθεί έως και κάτω των 2 ωρών. Η δεξαμεθαζόνη δεσμεύεται (περίπου έως 77%) από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες.
Η ποσοστιαία δέσμευση της δεξαμεθαζόνης από τις πρωτεΐνες, αντίθετα με εκείνη της κορτιζόνης, παραμένει πρακτικά αμετάβλητη με αυξημένες συγκεντρώσεις στεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του σώματος. Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ αλλά και στους νεφρούς. Η δεξαμεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.
