CELESTODERM-V WITH GARAMYCIN CREAM (0,1+0,1)% (W/W)
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CELESTODERM-V
Το Celestoderm-V with Garamycin ενδείκνυται στην τοπική αγωγή των δερματοπαθειών που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή όταν επιπλέκονται από δευτεροπαθή λοίμωξη που προκαλείται από μικροοργανισμούς ευαίσθητους στη γενταμικίνη ή όταν υπάρχει πιθανότητα τέτοιων λοιμώξεων. Στις παθήσεις αυτές περιλαμβάνονται: ψωρίαση, δερματίτιδα εξ επαφής, έκζεμα (ατοπικό, βρεφικό, νομισματοειδές), νευροδερματίτιδα, παράτριμμα, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, ηλιακή δερματίτιδα, δερματίτιδα εκ στάσεως, κνησμός της πρωκτογεννητικής περιοχής και γεροντικός κνησμός.
Ένα λεπτό στρώμα κρέμας Celestoderm-V with Garamycin θα πρέπει να εφαρμόζεται στην προσβεβλημένη περιοχή δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ. Στα παιδιά πρέπει να χορηγείται μόνο μια φορά ημερησίως. Η συχνότητα εφαρμογής θα πρέπει να ρυθμίζεται από τον ιατρό ανάλογα με τη βαρύτητα της κατάστασης. Ενώ οι ελαφριές καταστάσεις μπορεί να ανταποκρίνονται στην εφαρμογή μια φορά την ημέρα, οι πιο βαριές μπορεί να απαιτούν συχνότερη εφαρμογή.
Η διάρκεια της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με την έκταση και τον εντοπισμό της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενή.
Η διάρκεια χρήσης πρέπει να είναι 7-10 ημέρες, λόγω της περιεχόμενης γενταμικίνης, ενώ στα παιδιά δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 7 ημέρες.
Το Celestoderm-V with Garamycin αντενδείκνυται:
-
Σε υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, στα κορτικοστεροειδή, στις αμινογλυκοσίδες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Σε βαριά νεφρική νόσο με εξαίρεση τη νέφρωση.
-
Σε λοιμώδη νοσήματα (π.χ. ανεμοβλογιά, κοινό έρπη, έρπη ζωστήρα, σύφιλη, μυκητιάσεις).
-
Σε ταυτόχρονη χορήγηση με άλλες αμινογλυκοσίδες, λόγω του κινδύνου τοξικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
-
Σε χρήση στον ακουστικό πόρο, στους βλεννογόνους και στα μάτια.
-
Βρέφη κάτω του ενός έτους.
-
Στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
-
Σε αιμορραγική διάθεση.
-
Όταν πρόκειται να γίνουν εμβολιασμοί.
-
Σε περίπτωση αδιάγνωστης δερματοπάθειας.
-
Σε περιπτώσεις ακμής, ροδόχρου ακμής, περιστοματικής δερματίτιδας, σε άτονα έλκη, αλλά και σε εγκαύματα, επειδή παρεμποδίζεται η επούλωση.
Eιδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να παρουσιαστούν με τη συστηματική χορήγηση των κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής των επινεφριδίων, μπορεί επίσης να παρουσιαστούν και με τα τοπικά κορτικοστεροειδή, ιδιαίτερα στα παιδιά. Η συστηματική απορρόφηση των τοπικών κορτικοστεροειδών θα αυξηθεί αν υποβάλλονται σε θεραπεία εκτεταμένες περιοχές της επιφάνειας του σώματος ή αν χρησιμοποιείται στεγανή επίδεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις ή όταν προβλέπεται η μακροχρόνια χρήση, θα πρέπει να παίρνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις, ιδιαίτερα στα παιδιά.
Η συστηματική απορρόφηση των τοπικών κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει αναστρέψιμη καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (ΥΥΕ), με πιθανότητα για γλυκοκορτικοστεροειδική ανεπάρκεια, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συμπτώματα συνδρόμου Cushing, υπεργλυκαιμία, γλυκοζουρία μπορεί να προκύψουν σε ορισμένους ασθενείς, μέσω συστηματικής απορρόφησης των τοπικών κορτικοστεροειδών, ενώ βρίσκονται σε θεραπεία. Οι ασθενείς που εφαρμόζουν τοπικά στεροειδή σε μια μεγάλη επιφάνεια ή σε περιοχές με απόφραξη στεγανή επίδεση πρέπει να αξιολογούνται περιοδικά για συμπτώματα καταστολής του άξονα ΥΥΕ.
Όπως και με όλα τα ισχυρά τοπικά κορτικοστεροειδή, αποφύγετε την απότομη διακοπή της θεραπείας. Όταν διακόπτεται η μακροχρόνια τοπική θεραπεία με ισχυρά γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να εμφανιστεί ένα φαινόμενο εξ αναπηδήσεως (rebound phenomenon) με την μορφή μιας δερματίτιδας με έντονη ερυθρότητα, νυγμώδη άλγη και καύσο. Αυτό μπορεί να προληφθεί με τη αργή μείωση της αγωγής, παραδείγματος χάριν συνεχίζοντας την αγωγή σε διακοπτόμενη βάση πριν από την πλήρη διακοπή της.
Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να μεταβάλουν την εμφάνιση μερικών βλαβών και να δυσχεράνουν την τεκμηρίωση της κατάλληλης διάγνωσης και επίσης μπορεί να καθυστερήσουν την επούλωση.
Έχει εμφανιστεί διασταυρούμενη αλλεργιογονικότητα μεταξύ των αμινογλυκοσίδων.
Η συστηματική απορρόφηση της τοπικά χορηγούμενης γενταμικίνης μπορεί να αυξηθεί εάν εκτεταμένες επιφάνειες του σώματος υποβάλλονται σε θεραπεία, κυρίως για παρατεταμένες χρονικές περιόδους ή παρουσία λύσης της συνέχειας του δέρματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που συμβαίνουν κατόπιν συστηματικής χρήσης της γενταμικίνης μπορούν δυνητικά να συμβούν. Συνιστάται κάτω από αυτές τις συνθήκες προσεκτική χρήση, κυρίως σε παιδιά.
Η παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών τοπικά επιτρέπει ευκαιριακά την υπερβολική ανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των μυκήτων. Αν συμβεί αυτό ή αν αναπτυχθεί ερεθισμός, υπερευαισθησία, ευαισθητοποίηση ή υπερλοίμωξη, η αγωγή με την
κρέμα Celestoderm-V with Garamycin θα πρέπει να διακοπεί και να αρχίσει η κατάλληλη αγωγή.
Το Celestoderm-V with Garamycin δεν προορίζεται για οφθαλμική χρήση. Να αποφεύγεται η μακροχρόνια χρήση στα παιδιά.
Συνιστάται ο καθαρισμός του δέρματος, πριν εφαρμοστεί στεγανή επίδεση, ώστε να προληφθεί ενδεχόμενη επιμόλυνση.
Να μην γίνεται χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών για περισσότερο από τρεις εβδομάδες χωρίς την επανεξέταση του ασθενή από τον ειδικό γιατρό.
Μετά από επανειλημμένη εφαρμογή, τουλάχιστον 10-15 ημερών, μπορεί να παρατηρηθεί προσωρινή μείωση ή απώλεια της δραστικότητας των κορτικοστεροειδών (ιδίως των φθοριωμένων), λόγω ταχυφύλαξης. Το φαινόμενο αυτό αποκαθίσταται μετά από διακοπή της χρήσης ολίγων ημερών ή εβδομάδων.
Στην ψωρίαση να χορηγείται με φειδώ και με επίβλεψη ειδικού, διότι πέραν της προσωρινής ωφέλειας, μακροχρονίως και μετά τη διακοπή της θεραπείας υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης της νόσου.
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπικήχρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Λόγω της δράσης νευρομυϊκού αποκλεισμού των αμινογλυκοσίδων σε συστηματική απορρόφηση, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με myasthenia gravis, νόσο του Parkinson, άλλες νόσους μυϊκής αδυναμίας ή ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων με δράση νευρομυϊκού αποκλεισμού.
Χρήση του φαρμάκου στη γεννητική και περιπρωκτική περιοχή μπορεί να οδηγήσει, λόγω των περιεχόμενων εκδόχων (λευκή παραφίνη, υγρή παραφίνη), σε μείωση της αντοχής των προφυλακτικών από λάτεξ και συνεπώς σε μείωση της ασφάλειας χρήσης τους.
Η κητοστεατυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα επαφής) και η χλωροκρεσόλη μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Το φάρμακο αυτό δεν πρέπει να εφαρμόζεται ταυτόχρονα με άλλα τοπικά φάρμακα.
Η γενταμικίνη είναι ασύμβατη με αμφοτερικίνη Β, ηπαρίνη, σουλφαδιαζίνη και β-λακτάμες (π.χ. κεφαλοσπορίνες).
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια των τοπικών κορτικοστεροειδών κατά τη χρήση τους σε εγκύους γυναίκες.
Τοπική εφαρμογή ισχυρών κορτικοστεροειδών σε εγκυμονούντα ζώα έχει προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου.
Για τον λόγο αυτό, τα προϊόντα αυτής της κατηγορίας μπορούν να χορηγούνται κατά την εγκυμοσύνη μόνο αν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Σε
τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να χορηγούνται σε μεγάλες ποσότητες ή για μακρύ χρονικό διάστημα. Δεν πρέπει να χορηγείται στο πρώτο τρίμηνο της κύησης.
Όταν η χρήση κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια του θηλασμού κρίνεται απαραίτητη, η ποσότητα του φαρμάκου και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο.
Γαλουχία
Δεν υπάρχουν δεδομένα για απέκκριση της βηταμεθαζόνης στο μητρικό γάλα. Άλλα κορτικοστεροειδή και η γενταμικίνη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Για τον λόγο αυτό η χρήση του φαρμάκου κατά τη γαλουχία θα πρέπει να αποφασιστεί με βάση τα οφέλη και τους κινδύνους. Ειδικότερα, θα πρέπει να αποφεύγεται η εφαρμογή σε μεγάλες επιφάνειες δέρματος, η μακροχρόνια εφαρμογή και η επαφή του βρέφους με το τμήμα του δέρματος όπου εφαρμόζεται το φάρμακο.
Ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια με το Celestoderm-V with Garamycin και περιλαμβάνουν υπερευαισθησία, εξάνθημα και αποχρωματισμό του δέρματος.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών και ιδιαίτερα με τη χρήση στεγανής επίδεσης είναι: αίσθημα καύσου, κνησμός, ερεθισμός, ξηρότητα, θυλακίτιδα, υπερτρίχωση, ακμοειδή εξανθήματα, υπομελάγχρωση, περιστοματική δερματίτιδα, αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής, λέπτυνση του δέρματος, δευτεροπαθής λοίμωξη, ατροφία του δέρματος, ραβδώσεις και ιδρώα.
Η αγωγή με γενταμικίνη έχει προκαλέσει παροδικό ερεθισμό (ερύθημα και κνησμό), αλλά συνήθως δεν χρειάστηκε διακοπή της θεραπείας.
Όραση θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) έχει αναφερθεί με τη χρήση κορτικοστεροειδών (συχνότητα μη γνωστή).
Παρακάτω περιγράφονται οι συστηματικές και τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες των τοπικών κορτικοστεροειδών που μπορεί να παρουσιαστούν μετά τη μακροχρόνια χρήση τους.
Συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από μακροχρόνια τοπική χρήση: Καταστολή της λειτουργίας του φλοιοεπινεφριδιακού άξονα - πτώση του επιπέδου της υδροκορτιζόνης στο πλάσμα - σύνδρομο Cushing.
Τοπικές μετά τη μακροχρόνια τοπική χρήση: Τροποποίηση της κλινικής εικόνας σε άκαιρη ή τοπική χρήση όπως π.χ. στις μυκητιάσεις και την ψώρα. Μικροβιακές λοιμώξεις, τοπικές (ανάπτυξη λανθανούσης ή επιδείνωση προϋπάρχουσας λοίμωξης). Μυκητιασικές λοιμώξεις.
Εμφάνιση μολυσματικής τερμίνθου και οξυτενών κονδυλωμάτων. Αναστολή της επούλωσης τραυμάτων. Ακμοειδή εξανθήματα ή φλυκταίνωση, θερινή ιδρώα. Περιστοματική δερματίτιδα. Εξάνθημα υπό μορφή ροδόχρου ακμής. Επιδείνωση γλαυκώματος. Υποτροπή φλυκταινώδους ψωριάσεως μετά τη διακοπή της θεραπείας (rebound phenomenon).
Διάχυτες ατροφίες του δέρματος υπό μορφή ουλής. Γραμμοειδείς ραβδώσεις. Ευρυαγγείες. Διάχυτο ερύθημα. Πορφυρικά εξανθήματα. Βλατιδοφυσαλιδώδη άτυπα εξανθήματα. Αλλεργική υπερευαισθησία. Τοπική υπερτρίχωση.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
Συμπτώματα: Μια απλή υπέρβαση της δόσης της γενταμικίνης δεν αναμένεται να προκαλέσει συμπτώματα.
Η υπερβολική ή μακροχρόνια χρήση της γενταμικίνης τοπικά μπορεί να οδηγήσει στην υπερανάπτυξη μυκήτων ή μη ευαίσθητων μικροβίων στις αλλοιώσεις.
Η υπερβολική ή παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα υπερκορτιζολαιμίας (όπως οίδημα και ερυθρότητα προσώπου, αύξηση βάρους, μυϊκή αδυναμία) τα οποία είναι αναστρέψιμα. Επιπλέον μπορεί να καταστείλει τη φλοιοεπινεφριδιακή λειτουργία με αποτέλεσμα δευτεροπαθή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια μετά τη διακοπή της χρήσης.
Αντιμετώπιση: Ενδείκνυται η κατάλληλη συμπτωματική αγωγή. Τα οξέα συμπτώματα και σημεία υπερκορτιζολαιμίας είναι ουσιαστικά αναστρέψιμα. Αντιμετωπίστε τη διαταραχή ισορροπίας των ηλεκτρολυτών αν χρειαστεί. Σε περίπτωση χρόνιας τοξικότητας συνιστάται η αργή διακοπή των στεροειδών.
Εάν εμφανισθεί υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, σταματήστε τη θεραπεία και εφαρμόστε κατάλληλη αγωγή.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CELESTODERM-V
Το Celestoderm-V with Garamycin συνδυάζει τις παρατεταμένες αντιφλεγμονώδεις, αντικνησμώδεις και αγγειοσυσπαστικές δράσεις της βαλεριανικής βηταμεθαζόνης με την ευρέος φάσματος βακτηριοκτόνο αντιβιοτική δράση της θειικής γενταμικίνης.
Στα ευαίσθητα στη γενταμικίνη μικρόβια περιλαμβάνονται ευαίσθητα στελέχη Staphylococcus aureus (κοαγκουλάση θετικοί, κοαγκουλάση αρνητικοί και μερικά στελέχη που παράγουν πενικιλλινάση) και τα Gram-αρνητικά μικρόβια: Pseudomonas aeruginosa, Aerobacter aerogenes, Escherichia coli, Proteus vulgaris και Klebsiella pneumoniae.
Έχει αποδειχθεί ότι η γενταμικίνη είναι αποτελεσματική στην τοπική θεραπεία των πρωτοπαθών και δευτεροπαθών μικροβιακών λοιμώξεων του δέρματος.
Σε 100 ασθενείς τα αποτελέσματα του patch test του Draize έδειξαν ότι η θειική γενταμικίνη δεν είναι πρωτογενώς ερεθιστική και επιπλέον η γενταμικίνη έχει χαμηλό δείκτη ευαισθητοποίησης του δέρματος.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ των τοπικών γλυκοκορτικοειδών μετά τη διείσδυση μέσω του δέρματος είναι παρόμοιο με αυτό των συστηματικών γλυκοκορτικοειδών.
Τα γλυκοκορτικοειδή είναι δεσμευμένα στις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποικίλους βαθμούς, μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ και κατά κανόνα απεκκρίνονται μέσω των νεφρών.
Η συστηματική απορρόφηση των τοπικών γλυκοκορτικοειδών αναμένεται μόνο υπό δυσμενείς συνθήκες (μακροχρόνια θεραπεία, στεγανή επίδεση).
Η δερματική απορρόφηση της βηταμεθαζόνης από ένα γαλάκτωμα νερού-σε-έλαιο (w/o) αξιολογήθηκε σε υγιή αρσενικά άτομα με πειραματικά κατεστραμμένο δέρμα. Μετά από 24 ώρες, 68,1 ± 6,9% μίας επισημασμένης με [3H] δόσης 200 mg ανιχνεύθηκε στο δέρμα. Στα ούρα και τα κόπρανα, 7,34 ± 2,74% και 4,80 ± 0,76%, αντίστοιχα, της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε εντός 72 ωρών.
Μερικά από τα γλυκοκορτικοειδή που εφαρμόζονται τοπικά και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται επίσης μέσω της χολής.
Η δραστική ουσία γενταμικίνη μπορεί να χορηγηθεί παρεντερικά ή τοπικά. Είναι ακατάλληλη για από του στόματος χρήση, επειδή η εντερική απορρόφηση του φαρμάκου είναι ελάχιστη. Τα τοπικά χορηγούμενα αντιβιοτικά μεταβολίζονται μετά από διείσδυση μέσω του δέρματος σύμφωνα με τον ίδιο βασικό τρόπο όπως συμβαίνει με την παρεντερική χρήση.
Σε 30-60 λεπτά μετά την ενδομυϊκή χορήγηση 1 mg γενταμικίνης/kg σωματικού βάρους μετρώνται μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις γενταμικίνης των 3,5-6,4 mg/l. Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 2 ώρες κατά τη διάρκεια των πρώτων 8-12 ωρών, ενώ στη συνέχεια η γενταμικίνη απελευθερώνεται σταδιακά από βαθιά διαμερίσματα με χρόνο ημίσειας ζωής 100- 150 ώρες. Η απέκκριση είναι αποκλειστικά νεφρική μέσω σπειραματικής διήθησης της αμετάβλητης ουσίας και της βιολογικά δραστικής μορφής.
Ο ρυθμός απορρόφησης της γενταμικίνης σε άθικτο δέρμα μετά από τοπική εφαρμογή κρέμας 0,1% είναι περίπου 2% της χορηγούμενης ποσότητας. Το αντίστοιχο ποσοστό μετά από τοπική εφαρμογή αλοιφής 0,1% είναι περίπου 0,5%. Ένας μέσος όρος 6,9 μg γενταμικίνης ανά cm2 επιφάνειας τραύματος απορροφάται από ένα σκεύασμα κρέμας και περίπου 1,5 μg γενταμικίνης από ένα σκεύασμα αλοιφής. Αυτές οι δόσεις δραστικής ουσίας μπορεί να οδηγήσουν σε συγκεντρώσεις ορού έως 1 μg/ml, που αντιστοιχούν σε περίπου 10% των ελάχιστων επιπέδων τοξικής επίδρασης.
Δεν αναμένεται συστηματική επίδραση με βάση την απορρόφηση. Η απορρόφηση της ουσίας μετά την εφαρμογή σκευασμάτων γενταμικίνης σε άθικτο και τραυματισμένο δέρμα ήταν 0,5%. Εάν χρησιμοποιηθεί εκτενώς σε κατεστραμμένο από κάψιμο δέρμα, όπου η κεράτινη στιβάδα δεν είναι πλέον παρούσα ή είναι πολύ κατεστραμμένη, πρέπει να αναμένεται σημαντικά υψηλότερη απορρόφηση, η οποία εξαρτάται από την περιεκτικότητα σε νερό του σκευάσματος ή των πληγών. Επίπεδα ορού των 3-4,3 μg/ml μετρήθηκαν μετά από τοπική χορήγηση της γενταμικίνης σε εγκαύματα.
Λόγω του σημαντικού μηχανισμού ενζυμικής αντίστασης για τις αμινογλυκοσίδες, υπάρχουν πολυάριθμες περιπτώσεις ελλιπών, μονόπλευρων και πλήρων παράλληλων αντοχών μεταξύ των μικροοργανισμών και των διαφόρων αμινογλυκοσίδων.