FAMCILET F.C.TAB 500MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - FAMCILET 500MG/TAB
Λοιμώξεις από τον ιό ανεμευλογιάς ζωστήρα (VZV) – Έρπης ζωστήρας Το Famcilet ενδείκνυται για:
-
τη θεραπεία του έρπητα ζωστήρα και του οφθαλμικού έρπητα ζωστήρα σε ανοσοεπαρκείς ενήλικους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
-
τη θεραπεία του έρπητα ζωστήρα σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4)
Λοιμώξεις από τον ιό του απλού έρπητα (HSV) – Έρπης των γεννητικών οργάνων Το Famcilet ενδείκνυται για:
-
τη θεραπεία του πρώτου επεισοδίου και των υποτροπών του έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ανοσοεπαρκείς ενήλικουςασθενείς.
-
τη θεραπεία των υποτροπιαζόντων επεισοδίων του έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικους ασθενείς.
-
την καταστολή του υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ανοσοεπαρκείς και ανοσοκατεσταλμένους ενήλικους ασθενείς.
Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες σε ασθενείς προσβεβλημένους από HSV ανοσοκατεσταλμένους από άλλες αιτίες εκτός της HIV λοίμωξης (βλ. παράγραφο 5.1).
Έρπης ζωστήρας και οφθαλμικός ζωστήρας σε ανοσοεπαρκείς ενήλικους ασθενείς
500 mg τρεις φορές ημερησίως για επτά ημέρες.
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά το συντομότερο δυνατό μετά τη διάγνωση του έρπητα ζωστήρα ή του οφθαλμικού ζωστήρα.
Έρπης ζωστήρας σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικους ασθενείς
500 mg τρεις φορές ημερησίως για δέκα ημέρες.
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά το συντομότερο δυνατό μετά τη διάγνωση του έρπητα ζωστήρα. Έρπης των γεννητικών οργάνων σε ανοσοεπαρκείς ενήλικους ασθενείς
Πρώτο επεισόδιο έρπητα των γεννητικών οργάνων: 250 mg τρεις φορές ημερησίως για πέντε ημέρες. Η χορήγηση της αγωγής συνιστάται να ξεκινά το συντομότερο δυνατό μετά τη διάγνωση του πρώτου επεισοδίου του έρπητα των γεννητικών οργάνων.
Επεισοδιακή θεραπεία υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων: 125 mg δις ημερησίως για πέντε ημέρες. Η χορήγηση της αγωγής συνιστάται να ξεκινά το συντομότερο δυνατό μετά την εμφάνιση των πρόδρομων συμπτωμάτων (π.χ. μυρμηκίαση, κνησμός, καύσος, πόνος) ή των βλαβών.
Υποτροπιάζων έρπης των γεννητικών οργάνων σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικους ασθενείς Επεισοδιακή θεραπεία του υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων: 500 mg δις ημερησίως για επτά ημέρες. Η χορήγηση της αγωγής συνιστάται να ξεκινά το συντομότερο δυνατό μετά την εμφάνιση των πρόδρομων συμπτωμάτων (π.χ. μυρμηκίαση, κνησμός, καύσος, πόνος) ή των βλαβών.
Καταστολή του υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ανοσοεπαρκείς ενήλικους ασθενείς
250 mg δις ημερησίως. Η κατασταλτική θεραπεία πρέπει να διακόπτεται μετά από 12 μήνες το πολύ συνεχούς αντιιϊκής θεραπείας για να επανεκτιμηθεί η συχνότητα και η σοβαρότητα των υποτροπών. Η ελάχιστη περίοδος επαναξιολόγησης πρέπει να περιλαμβάνει δύο υποτροπές. Οι ασθενείς οι οποίοι εξακολουθούν να έχουν σημαντική νόσο μπορούν να ξεκινούν και πάλι την κατασταλτική θεραπεία.
Καταστολή του υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικους ασθενείς
500 mg δις ημερησίως.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Επειδή η μειωμένη κάθαρση της πενκυκλοβίρης σχετίζεται με μειωμένη νεφρική λειτουργία, μετρούμενη μέσω της κάθαρσης της κρεατινίνης, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη δοσολογία που χορηγείται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Οι συνιστώμενες δόσεις για ενήλικους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία παρέχονται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1 Συνιστώμενες δόσεις για ενήλικους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
| Ένδειξη και ονομαστικό δοσολογικό σχήμα | Κάθαρση Κρεατινίνης [ml/min] | Προσαρμοσμένο δοσολογικό σχήμα |
| Έρπης ζωστήρας σε | ||
| ανοσοεπαρκείς ασθενείς | ||
| 500 mg τρεις φορές ημερησίως για7 ημέρες | ≥ 60 | 500 mg τρεις φορές ημερησίως για7 ημέρες |
| 40 έως 59 | 500 mg δις ημερησίως για 7 ημέρες | |
| 20 έως 39 | 500 mg άπαξ ημερησίως για 7 ημέρες | |
| < 20 | 250 mg άπαξ ημερησίως για 7 ημέρες | |
| Ασθενείς σε | 250 mg μετά από κάθε αιμοδιύλιση | |
| αιμοδιύλιση | για 7 ημέρες | |
| Έρπης ζωστήρας σε | ||
| ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς | ||
| 500 mg τρεις φορές ημερησίως για10 ημέρες | ≥ 60 | 500 mg τρεις φορές ημερησίως για10 ημέρες |
| 40 έως 59 | 500 mg δις ημερησίως για 10 ημέρες | |
| 20 έως 39 | 500 mg άπαξ ημερησίως για | |
| 10 ημέρες | ||
| < 20 | 250 mg άπαξ ημερησίως για | |
| 10 ημέρες | ||
| Ασθενείς σε | 250 mg μετά από κάθε αιμοδιύλιση | |
| αιμοδιύλιση | για 10 ημέρες | |
| Έρπης των γεννητικών οργάνων | ||
| σε ανοσοεπαρκείς ενήλικους | ||
| ασθενείς – πρώτο επεισόδιο | ||
| έρπητα των γεννητικών οργάνων | ||
| 250 mg τρεις φορές ημερησίως για5 ημέρες | ≥ 40 | 250 mg τρεις φορές ημερησίως για5 ημέρες |
| 20 έως 39 | 250 mg δις ημερησίως για 5 ημέρες | |
| < 20 | 250 mg άπαξ ημερησίως για 5 ημέρες | |
| Ασθενείς σε | 250 mg μετά από κάθε αιμοδιύλιση | |
| αιμοδιύλιση | για 5 ημέρες | |
| Έρπης των γεννητικών οργάνων | ||
| σε ανοσοεπαρκείς ενήλικους | ||
| ασθενείς – επεισοδιακή θεραπεία | ||
| του υποτροπιάζοντος έρπητα των | ||
| γεννητικών οργάνων | ||
| 125 mg δις ημερησίως για 5 ημέρες | ≥ 20 | 125 mg δις ημερησίως για 5 ημέρες |
| < 20 | 125 mg άπαξ ημερησίως για 5 ημέρες | |
| Ασθενείς σε | 125 mg μετά από κάθε αιμοδιύλιση | |
| αιμοδιύλιση | για 5 ημέρες | |
| Έρπης των γεννητικών οργάνων | ||
| σε ανοσοκατεσταλμένους | ||
| ενήλικους ασθενείς – | ||
| επεισοδιακή θεραπεία του | ||
| υποτροπιάζοντος έρπητα των | ||
| γεννητικών οργάνων | ||
| 500 mg δις ημερησίως για 7 ημέρες | ≥ 40 | 500 mg δις ημερησίως για 7 ημέρες |
| 20 έως 39 | 500 mg άπαξ ημερησίως για 7 ημέρες | |
| < 20 | 250 mg άπαξ ημερησίως για 7 ημέρες |
Καταστολή του υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ανοσοεπαρκείς ενήλικους ασθενείς
Ασθενείς σε αιμοδιύλιση
250 mg μετά από κάθε αιμοδιύλιση για 7 ημέρες
250 mg δις ημερησίως ≥ 40 250 mg δις ημερησίως
20 έως 39 125 mg δις ημερησίως
< 20 125 mg άπαξ ημερησίως
Καταστολή του υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικους ασθενείς
Ασθενείς σε αιμοδιύλιση
125 mg μετά από κάθε αιμοδιύλιση
500 mg δις ημερησίως ≥ 40 500 mg δις ημερησίως
20 έως 39 500 mg άπαξ ημερησίως
< 20 250 mg άπαξ ημερησίως
Ασθενείς σε αιμοδιύλιση
250 mg μετά από κάθε αιμοδιύλιση
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
Δεδομένου ότι 4 ωρών αιμοκάθαρση οδηγεί σε μέχρι και 75% μείωση των συγκεντρώσεων πενκυκλοβίρης στο πλάσμα, η φαμκυκλοβίρη θα πρέπει να χορηγείται αμέσως μετά την αιμοκάθαρση. Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα για ασθενείς πού υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση περιλαμβάνονται στον Πίνακα 1.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης για ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.2).
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας εκτός εάν υφίστανται διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαμκυκλοβίρης σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 5.1 και 5.2.
Τρόπος χορήγησης
Το Famcilet μπορεί να λαμβάνεται ανεξάρτητα από τα γεύματα (βλ. παράγραφο 5.2).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο
6.1.
Υπερευαισθησία στην πενκυκλοβίρη.
Χρήση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δόσης (βλ. παραγράφους
4.2 και 4.9).
Χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η φαμκυκλοβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η μετατροπή της φαμκυκλοβίρης στον δραστικό μεταβολίτη της την πενκυκλοβίρη, μπορεί να είναι μειωμένη σε αυτούς τους ασθενείς, με αποτέλεσμα χαμηλότερες συγκεντρώσεις πενκυκλοβίρης στο πλάσμα και συνεπώς μπορεί να συμβεί μείωση της αποτελεσματικότητας της φαμκυκλοβίρης.
Χρήση στη θεραπεία του έρπητα ζωστήρα
Η κλινική ανταπόκριση πρέπει να παρακολουθείται στενά, ειδικά στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Όταν η ανταπόκριση στην από του στόματος θεραπεία θεωρείται ανεπαρκής, πρέπει να εξετάζεται η ενδοφλέβια αντιιική θεραπεία.
Ασθενείς με επιπεπλεγμένο έρπητα ζωστήρα, π.χ. ασθενείς με σπλαχνική συμμετοχή, γενικευμένο ζωστήρα, κινητικές νευροπάθειες, εγκεφαλίτιδα και αγγειακές εγκεφαλικές επιπλοκές, πρέπει να αντιμετωπίζονται με ενδοφλέβια αντιιική θεραπεία.
Επιπλέον, ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς με οφθαλμικό έρπητα ζωστήρα ή ασθενείς υψηλού κινδύνου για γενικευμένη νόσο και σπλαχνική συμμετοχή πρέπει να αντιμετωπίζονται με ενδοφλέβια αντιιική θεραπεία.
Μετάδοση του έρπητα των γεννητικών οργάνων
Στους ασθενείς θα πρέπει να παρέχονται οδηγίες αποφυγής της σεξουαλικής επαφής όταν υπάρχουν συμπτώματα, ακόμα κι αν έχει ξεκινήσει η θεραπεία με αντιιικό σκεύασμα. Κατά τη διάρκεια κατασταλτικής θεραπείας με αντιιικούς παράγοντες, η συχνότητα αναπαραγωγής του ιού είναι σημαντικά μειωμένη. Ωστόσο, η μετάδοση είναι ακόμη πιθανή. Επομένως, επιπροσθέτως της θεραπείας με φαμκυκλοβίρη, συνιστάται οι ασθενείς να εφαρμόζουν ασφαλέστερες σεξουαλικές πρακτικές.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαμκυκλοβίρη Δεν έχουν αναγνωριστεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις..
Η ταυτόχρονη χρήση προβενεσίδης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις πενκυκλοβίρης στο πλάσμα, του δραστικού μεταβολίτη της φαμκυκλοβίρης, λόγω ανταγωνιστικής αποβολής.
Επομένως, ασθενείς που λαμβάνουν φαμκυκλοβίρη σε δόση 500 mg τρεις φορές ημερησίως ταυτόχρονα με προβενεσίδη, θα πρέπει να παρακολουθούνται για τοξικότητα. Εάν οι ασθενείς αισθανθούν σοβαρή ζάλη, υπνηλία, σύγχυση ή άλλες διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος, μπορεί να εξετάζεται μείωση της δόσης σε 250 mg τρεις φορές ημερησίως.
Η φαμκυκλοβίρη χρειάζεται την οξειδάση της αλδεΰδης για να μετατραπεί σε πενκυκλοβίρη, το δραστικό μεταβολίτη της. Η ραλοξιφαίνη έχει αποδειχθεί ισχυρός αναστολέας του ενζύμου αυτού in vitro. Η συγχορήγηση με ραλοξιφαίνη μπορεί να επηρεάσει το σχηματισμό της πενκυκλοβίρης και έτσι μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της φαμκυκλοβίρης. Όταν η ραλοξιφαίνη συγχορηγείται με τη φαμκυκλοβίρη η κλινική αποτελεσματικότητα της αντιιικής θεραπείας θα πρέπει να παρακολουθείται.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Δεν υπάρχουν δεδομένα που υποστηρίζουν ειδικές συστάσεις σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία. Οι ασθενείς με έρπητα των γεννητικών οργάνων θα πρέπει να συμβουλεύονται ώστε να αποφεύγουν την σεξουαλική επαφή όταν υπάρχουν συμπτώματα, ακόμη και αν θεραπεία έχει ξεκινήσει.
Συνιστάται οι ασθενείς να χρησιμοποιούν πρακτικές ασφαλέστερης σεξουαλικής επαφής (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία (λιγότερες από 300 εκβάσεις εγκυμοσύνης) από τη χρήση της φαμκυκλοβίρης σε έγκυες γυναίκες. Με βάση αυτές τις περιορισμένες πληροφορίες, τόσο η αναδρομική όσο και η προοπτική ανάλυση όλων των περιπτώσεων εγκυμοσύνης δεν απέδειξαν ότι το προϊόν προκαλεί κάποιες συγκεκριμένες δυσλειτουργίες στο έμβρυο ή κάποιες συγγενείς ανωμαλίες. Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει εμβρυοτοξικές ή τερατογόνες επιδράσεις με τη φαμκυκλοβίρη ή την πενκυκλοβίρη (το δραστικό μεταβολίτη της φαμκυκλοβίρης). Η φαμκυκλοβίρη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο όταν τα πιθανά οφέλη της θεραπείας υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η φαμκυκλοβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η πενκυκλοβίρη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εάν ή κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με φαμκυκλοβίρη, θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του θηλασμού.
Γονιμότητα
Κλινικά δεδομένα δεν υποδεικνύουν κάποια επίδραση της φαμκυκλοβίρης στη γονιμότητα των ανδρών μετά από θεραπεία μακράς διάρκειας με χορήγηση από του στόματος 250 mg δις ημερησίως (βλ. παράγραφο 5.3)
ν
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, ασθενείς που εμφανίζουν ζάλη, υπνηλία, σύγχυση ή άλλες διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος ενώ λαμβάνουν Famcilet δεν θα πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
Η κεφαλαλγία και η ναυτία έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες. Αυτές ήταν γενικά ήπιας ή μέτριας φύσης και εμφανίστηκαν με παρόμοια επίπτωση σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με εικονικό φάρμακο. Όλες οι άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες προστέθηκαν έπειτα από τη διάθεση στην αγορά.
Τα συγκεντρωτικά στοιχεία των ελεγχόμενων με εικονικό ή δραστικό φάρμακο διεθνών κλινικών μελετών (n=2.326 για το σκέλος της φαμκυκλοβίρης) αναλύθηκαν αναδρομικά για να καθοριστεί η κατηγορία συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρονται παρακάτω. Ο ακόλουθος πίνακας προσδιορίζει την εκτιμώμενη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών με βάση όλες τις αυθόρμητες αναφορές και τις περιπτώσεις που περιγράφονται στη βιβλιογραφία για τη φαμκυκλοβίρη από την κυκλοφορία του στην αγορά.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες (Πίνακας 2) έχουν ταξινομηθεί σε κατηγορίες ανάλογα με τη συχνότητά τους χρησιμοποιώντας την παρακάτω συνθήκη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και αυθόρμητες αναφορές μετά την κυκλοφορία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Σπάνιες: Θρομβοκυτταροπενία.
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνές: Συγχυτική κατάσταση (κυρίως σε ηλικιωμένους). Σπάνιες: Ψευδαισθήσεις.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία.
Συχνές:
Όχι συχνές: Μη γνωστές:
Καρδιακές διαταραχές
Ζάλη
Υπνηλία (κυρίως σε ηλικιωμένους). Σπασμοί*.
Σπάνιες: Αίσθημα παλμών.
Γαστρεντερικές διαταραχές
Συχνές: Ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Συχνές: Μη φυσιολογικές τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες.
Σπάνιες: Χολοστατικός ίκτερος.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Μη γνωστές: Αναφυλακτική καταπληξία*, αναφυλακτική αντίδραση*.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές: Εξάνθημα, κνησμός.
Όχι συχνές: Μη γνωστές:
Αγγειοοίδημα (π.χ. οίδημα προσώπου, οίδημα βλεφάρων, περικογχικό οίδημα, οίδημα του φάρυγγα), κνίδωση.
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις* (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση), αγγειίτιδα από υπερευαισθησία.
*Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη φαμκυκλοβίρη σε αυθόρμητες αναφορές και σε βιβλιογραφικές περιπτώσεις μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου και οι οποίες δεν έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες. Επειδή αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί εθελοντικά από έναν πληθυσμό ασαφούς μεγέθους, δεν είναι δυνατή η αξιόπιστη εκτίμηση της συχνότητάς τους. Ως εκ τούτου, η συχνότητα χαρακτηρίζεται ως «μη γνωστή».
Γενικά, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από κλινικές μελέτες με ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς ήταν παρόμοιες με εκείνες που αναφέρθηκαν στον πληθυσμό ανοσοεπαρκών ασθενών.
Ναυτία, έμετος και μη φυσιολογικές τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες αναφέρθηκαν πιο συχνά, ειδικά στις υψηλότερες δόσεις.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Η εμπειρία σχετικά με την υπερδοσολογία για τη φαμκυκλοβίρη είναι περιορισμένη. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, υποστηρικτική και συμπτωματική θεραπεία θα πρέπει να χορηγούνται, όπως κρίνεται κατάλληλο. Οξεία νεφρική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς με υποκείμενη νεφρική νόσο, στους οποίους η δοσολογία της φαμκυκλοβίρης δεν μειώθηκε κατάλληλα για το επίπεδο της νεφρικής λειτουργίας. Η πενκυκλοβίρη είναι διυλίσιμη. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται κατά περίπου 75% έπειτα από αιμοκάθαρση 4 ωρών.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - FAMCILET 500MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Νουκλεοσίδια και νουκλεοτίδια εξαιρουμένων αναστολέων αντίστροφης μεταγραφάσης, ATC: J05AB09
Μηχανισμός Δράσης
Η φαμκυκλοβίρη είναι το λαμβανόμενο από το στόμα προφάρμακο της πενκυκλοβίρης. Η φαμκυκλοβίρη μετατρέπεται ταχέως in vivo σε πενκυκλοβίρη, η οποία διαθέτει in vitro δραστηριότητα κατά των ιών του απλού έρπητα (HSV τύποι 1 και 2), του ιού έρπητα ζωστήρα- ανεμοβλογιάς (VZV), του ιού Epstein-Barr και του κυτταρομεγαλοϊού.
Η αντιιική δράση της χορηγούμενης από το στόμα φαμκυκλοβίρης έχει αποδειχτεί σε αρκετά ζωικά μοντέλα: αυτή η δράση οφείλεται στην in vivo μετατροπή σε πενκυκλοβίρη. Σε μολυσμένα από ιό κύτταρα η ιική κινάση της θυμιδίνης (ΤΚ) φωσφορυλιώνει την πενκυκλοβίρη σε μία μονοφωσφορική μορφή η οποία, στη συνέχεια, μετατρέπεται από κυτταρικές κινάσες σε τριφωσφορική πενκυκλοβίρη. Αυτό το τριφωσφορικό αναστέλλει την επιμήκυνση της αλυσίδας του ιικού DNΑ λόγω ανταγωνιστικής αναστολής με την τριφωσφορική δεοξυγουανοσίνη που ενσωματώνεται στο ιϊκό DNΑ κατά την αντιγραφή, και έτσι αναστέλλεται η αντιγραφή του ιικού DNΑ. Η τριφωσφορική πενκυκλοβίρη έχει ενδοκυττάριο χρόνο ημίσειας ζωής 10 ώρες σε HSV-1-, 20 ώρες σε HSV-2- και 7 ώρες σε VZV-μολυσμένα κύτταρα που αναπτύσσονται σε καλλιέργεια. Σε μη προσβληθέντα κύτταρα κατά τη θεραπεία με πενκυκλοβίρη, οι συγκεντρώσεις τριφωσφορικής πενκυκλοβίρης είναι ελάχιστα ανιχνεύσιμες. Επομένως, η πιθανότητα τοξικότητας σε κύτταρα-ξενιστές θηλαστικών είναι χαμηλή και τα μη προσβληθέντα κύτταρα δεν είναι πιθανό να προσβληθούν από θεραπευτικές συγκεντρώσεις της πενκυκλοβίρης.
Ανθεκτικότητα
Όπως με την ακυκλοβίρη, η ανθεκτικότητα της πενκυκλοβίρης σχετίζεται με μεταλλάξεις κυρίως του γονιδίου της κινάσης της θυμιδίνης (TK) έχοντας ως αποτέλεσμα ανεπάρκεια ή αλλαγμένη εκλεκτικότητα αυτού του ενζύμου και σε μικρότερο βαθμό στο γονίδιο της DNS πολυμεράσης. Τα περισσότερα ανθεκτικά στην ακυκλοβίρη κλινικά προϊόντα απομόνωσης HSV και VZV είναι επίσης ανθεκτικά στην πενκυκλοβίρη, αλλά η διασταυρούμενη ανθεκτικότητα δεν είναι καθολική.
Αποτελέσματα από 11 παγκόσμιες κλινικές μελέτες με πενκυκλοβίρη (τοπικές ή ενδοφλέβιες φαρμακευτικές μορφές) ή με φαμκυκλοβίρη σε ανοσοεπαρκείς ή ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων μελετών με διάρκειας έως 12 μηνών θεραπεία με φαμκυκλοβίρη, έδειξαν μικρή συνολική συχνότητα απομονωθέντων στελεχών με ανθεκτικότητα στην πενκυκλοβίρη: 0,2% (2/913) σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς και2,1% (6/288) σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς. Τα ανθεκτικά απομονωθέντα στελέχη βρέθηκαν κυρίως στην αρχή της θεραπείας ή σε ομάδα ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο και δεν εμφάνιζαν ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια ή έπειτα από τη θεραπεία με φαμκυκλοβίρη ή πενκυκλοβίρη μόνο σε δύο ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο και ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο μελέτες τόσο σε ανοσοεπαρκείς όσο και σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς με μη επιπεπλεγμένο έρπητα ζωστήρα, η φαμκυκλοβίρη ήταν αποτελεσματική στην εξάλειψη των βλαβών. Μια ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο κλινική μελέτη απέδειξε ότι η φαμκυκλοβίρη είναι αποτελεσματική στη θεραπεία του οφθαλμικού έρπητα ζωστήρα σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς.
Η αποτελεσματικότητα της φαμκυκλοβίρης σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς με πρώτο επεισόδιο έρπητα των γεννητικών οργάνων αποδείχθηκε σε τρείς μελέτες ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο. Δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς και μία ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη σε προσβεβλημένους από HIV ασθενείς με υποτροπιάζοντα έρπητα των γεννητικών οργάνων απέδειξαν ότι η φαμκυκλοβίρη ήταν αποτελεσματική.
Δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο 12-μηνες μελέτες σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς με υποτροπιάζοντα έρπητα των γεννητικών οργάνων απέδειξαν ότι οι ασθενείςπου λάμβαναν φαμκυκλοβίρη είχαν σημαντική μείωση των υποτροπών σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.
Ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο και μη ελεγχόμενες μελέτες με διάρκεια μέχρι 16 εβδομάδες απέδειξαν ότι η φαμκυκλοβίρη ήταν αποτελεσματική στην καταστολή του υποτροπιάζοντα έρπητα των γεννητικών οργάνων σε ασθενείς που είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV. Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη απέδειξε ότι η φαμκυκλοβίρη μειώνει σημαντικά το ποσοστό των ημερών με συμπτωματική και ασυμπτωματική αναπαραγωγή του HSV.
Παιδιατρικός πληθυσμός
H φαμκυκλοβίρη, σε πειραματική μορφή από του στόματος χορηγούμενων κοκκίων, αξιολογήθηκε σε 169 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 μηνός έως ≤ 12 ετών. Εκατό ασθενείς από αυτούς ήταν ηλικίας 1 έως ≤ 12 ετών και έλαβαν από του στόματος φαμκυκλοβίρη σε μορφή κοκκίων (οι δόσεις κυμαίνονταν από 150 mg έως 500 mg) είτε δύο φορές ημερησίως (47 ασθενείς με λοιμώξεις απλού έρπητα) είτε τρεις φορές ημερησίως (53 ασθενείς με ανεμοβλογιά) επί 7 ημέρες. Οι υπόλοιποι
69 ασθενείς (18 ασθενείς ηλικίας 1 έως ≤ 12 μηνών, 51 ασθενείς ηλικίας 1 έως ≤ 12 ετών) συμμετείχαν σε μελέτες φαρμακοκινητικής και ασφάλειας μιας δόσης λαμβάνοντας από του στόματος φαμκυκλοβίρη σε μορφή κοκκίων (οι δόσεις κυμαίνονταν από 25 mg έως 500 mg). Οι δόσεις φαμκυκλοβίρης με βάση το σωματικό βάρος επιλέχθηκαν έτσι ώστε να εξασφαλίζεται συστηματική έκθεση στην πενκυκλοβίρη παρόμοια με τη συστηματική έκθεση στην πενκυκλοβίρη που παρατηρείται σε ενήλικες ασθενείς μετά από χορήγηση 500 mg φαμκυκλοβίρης. Καμία από αυτές τις μελέτες δεν περιελάμβανε ομάδα ελέγχου και για αυτό το λόγο δεν είναι εφικτό να εξαχθεί συμπέρασμα για την αποτελεσματικότητα των ερευνηθέντων θεραπευτικών σχημάτων. Το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε ενήλικες. Ωστόσο, η συστηματική έκθεση στο φάρμακο των βρεφών ηλικίας <6 μηνών ήταν χαμηλή, αποκλείοντας έτσι την αξιολόγηση της ασφάλειας της φαμκυκλοβίρης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Γενικά χαρακτηριστικά
Απορρόφηση
Η φαμκυκλοβίρη είναι το από του στόματος χορηγούμενο προ-φάρμακο της αντιιικής δραστικής ένωσης πενκυκλοβίρη. Έπειτα από την από του στόματος χορήγηση, η φαμκυκλοβίρη απορροφάται ταχέως και εκτενώς και μετατρέπεται σε πενκυκλοβίρη. Η βιοδιαθεσιμότητα της πενκυκλοβίρης έπειτα από την από του στόματος χορήγηση της φαμκυκλοβίρης ήταν 77%. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση της πενκυκλοβίρης στο πλάσμα, έπειτα από χορήγηση μιας δόσης φαμκυκλοβίρης 125 mg, 250 mg, 500 mg και 750 mg, ήταν 0,8 μικρογραμμάρια/ml, 1,6 μικρογραμμάρια/ml,
3,3 μικρογραμμάρια/ml και 5,1 μικρογραμμάρια/ml, αντίστοιχα, και εμφανίστηκε σε μέσο χρόνο
45 λεπτών έπειτα από τη χορήγηση της δόσης.
Οι καμπύλες συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου της πενκυκλοβίρης είναι παρόμοιες έπειτα από τη χορήγηση μονής και επαναλαμβανόμενης (τρεις φορές ημερησίως και δις ημερησίως) δόσης, γεγονός που υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει συσσώρευση της πενκυκλοβίρης κατά τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων φαμκυκλοβίρης.
Ο βαθμός της συστηματικής διαθεσιμότητας (AUC) της πενκυκλοβίρης από τη χορηγούμενη από το στόμα φαμκυκλοβίρη παραμένει ανεπηρέαστος από την τροφή.
Κατανομή
Η πενκυκλοβίρη και η πρόδρομη μορφή της 6-δεοξυ εμφανίζουν πτωχή (< 20%) δέσμευση στις πρωτεΐνες πλάσματος.
Μεταβολισμός και απέκκριση
Η φαμκυκλοβίρη αποβάλλεται, κυρίως ως πενκυκλοβίρη και ως 6-δεοξυ πρόδρομη μορφή της, οι οποίες απεκκρίνονται στα ούρα. Δεν έχει ανιχνευτεί αναλλοίωτη φαμκυκλοβίρη στα ούρα. Η σωληναριακή απέκκριση συμβάλλει στην αποβολή της πενκυκλοβίρης από τους νεφρούς.
Η τελική ημιζωή της πενκυκλοβίρης στο πλάσμα έπειτα από μονή και επαναλαμβανόμενη δόση φαμκυκλοβίρης είναι περίπου 2 ώρες.
Προκλινικές μελέτες απέδειξαν ότι δεν υπάρχει κανένα δυναμικό για επαγωγή των ενζύμων του κυττοχρώματος P450 και αναστολή του CYP3A4.
Χαρακτηριστικά σε ειδικούς πληθυσμούς
Ασθενείς με λοίμωξη έρπητα ζωστήρα
Η μη επιπλεγμένη λοίμωξη έρπητα ζωστήρα δεν αλλοιώνει σημαντικά τη φαρμακοκινητική της πενκυκλοβίρης, όπως μετράται έπειτα από τη χορήγηση φαμκυκλοβίρης από το στόμα. Η τελική ημιζωή της πενκυκλοβίρης σε ασθενείς με έρπητα ζωστήρα ήταν 2,8 ώρες και 2,7 ώρες, αντίστοιχα, έπειτα από μονές και επαναλαμβανόμενες δόσεις φαμκυκλοβίρης.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η φαινομενική κάθαρση πλάσματος, η νεφρική κάθαρση και η σταθερά του ρυθμού απομάκρυνσης της πενκυκλοβίρης από το πλάσμα μειώθηκαν γραμμικά με μείωση της νεφρικής λειτουργίας, έπειτα από τη χορήγηση μονής και επαναλαμβανόμενης δόσης. Η τροποποίηση της δοσολογίας είναι απαραίτητη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρέασε το βαθμό της συστηματικής διαθεσιμότητας της πενκυκλοβίρης έπειτα από τη χορήγηση φαμκυκλοβίρης από το στόμα. Δεν συνιστάται τροποποίηση της δοσολογίας για ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4). Η φαρμακοκινητική της πενκυκλοβίρης δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η μετατροπή της φαμκυκλοβίρης στο δραστικό μεταβολίτη πενκυκλοβίρη μπορεί να είναι ανεπαρκής σε αυτούς τους ασθενείς με αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις πενκυκλοβίρης στο πλάσμα, και πιθανώς μείωση της αποτελεσματικότητας της φαμκυκλοβίρης
Παιδιατρικοί ασθενείς
Επαναλαμβανόμενες δόσεις από του στόματος φαμκυκλοβίρης (250 ή 500 mg τρεις φορές ημερησίως) σε παιδιατρικούς ασθενείς (6-11 ετών) με ηπατίτιδα Β δεν είχαν αξιοσημείωτη επίδραση στην φαρμακοκινητική της πενκυκλοβίρης σε σύγκριση με τα δεδομένα της μίας δόσης. Δεν υπήρξε συσσώρευση της πενκυκλοβίρης.
Σε παιδιά (1-12 ετών) με λοίμωξη από απλό έρπητα ή ανεμοβλογιά στα οποία χορηγήθηκε από του στόματος μία δόση φαμκυκλοβίρης, η φαινομενική κάθαρση της πενκυκλοβίρης αυξανόταν μη γραμμικά με το σωματικό βάρος. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της πενκυκλοβίρης από το πλάσμα έτεινε να μειώνεται με τη μείωση της ηλικίας, από 1,6 ώρες, κατά μέσο όρο, σε ασθενείς ηλικίας 6-12 ετών σε 1,2 ώρες σε ασθενείς ηλικίας 1-<2 ετών.
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)
Με βάση συγκρίσεις μεταξύ μελετών, η μέση AUC της πενκυκλοβίρης ήταν περίπου 30% υψηλότερη και η νεφρική κάθαρση της πενκυκλοβίρης περίπου 20% χαμηλότερη έπειτα από τη χορήγηση φαμκυκλοβίρης από το στόμα σε ηλικιωμένους εθελοντές (65-79 ετών) σε σύγκριση με νεότερους εθελοντές. Εν μέρει αυτές οι διαφορές ενδέχεται να οφείλονται σε διαφορές στη νεφρική λειτουργία μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων. Δεν συνιστάται τροποποίηση της δοσολογίας με βάση την ηλικία, εκτός εάν η νεφρική λειτουργία εμφανίζει διαταραχές (βλ. παράγραφο 4.2).
Φύλο
Μικρές διαφορές στην κάθαρση της πενκυκλοβίρης από τους νεφρούς έχουν αναφερθεί μεταξύ ανδρών και γυναικών και αποδόθηκαν στις σχετιζόμενες με το φύλο διαφορές που εμφανίζει η νεφρική λειτουργία. Δεν συνιστάται τροποποίηση της δόσης με βάση το φύλο.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - FAMCILET 500MG/TAB
Άμυλο προζελατινοποιημένο, Νάτριο λαουρυλοθειικό, Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (χαμηλής υγρασίας), Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη, Κολλοειδές πυρίτιο άνυδρο, Στεατικό οξύ.
Επικάλυψη: Οpadry white OY–S-28924
Σύνθεση της επικάλυψης (Οpadry OY – S 28924): HPMC/Υπρομελλόζη 5cP (E464), Τιτανίου διοξείδιο (E171), HPMC/Υπρομελλόζη 15cP (E464), Πολυαιθυλενογλυκόλη/PEG 4000, Πολυαιθυλενογλυκόλη/PEG 6000
