SALOSPIR EFF.GRAN 100MG/DOSE SACHET
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - SALOSPIR 100MG/DOSE
-
Πόνοι μικρής ή μέτριας έντασης, όπως κεφαλαλγίες, νευραλγίες, μυαλγίες, αρθραλγίες και γενικά πόνοι μη σπλαχνικής προέλευσης.
-
Εμπύρετες γενικά καταστάσεις.
-
Θεραπεία οξείας φάσης ημικρανίας με ή χωρίς αύρα (μόνο τα αναβράζοντα δισκία 500 mg).
Περιεκτικότητες έως 325 mg/μονάδα δόσης ΜΟΝΟ
-
Προφύλαξη από επανεμφάνιση εμφράγματος.
-
Μείωση του κινδύνου υποτροπής ισχαιμικού θρομβωτικού εγκεφαλικού επεισοδίου σε άνδρες (στις γυναίκες δεν έχει αποδειχθεί μείωση των παραπάνω κινδύνων).
-
Προφύλαξη μετά από παροδικό ισχαιμικό, εγκεφαλικό επεισόδιο.
-
Χρόνια ασταθής στηθάγχη.
-
Προφύλαξη από στεφανιαία θρομβωτικά επεισόδια σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου όπως: υπέρταση (μετά τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης), υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα.
-
Προφύλαξη από θρόμβωση (προφύλαξη από επαναπόφραξη) μετά από αορτοστεφανιαία παράκαμψη (BYPASS) και αρτηριοφλεβική τεχνικά αναστόμωση σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιάλυση.
-
Προφύλαξη από θρόμβωση μετά από διαδερμική, δια-αυλική αγγειοπλαστική χειρουργική (PTCA).
-
Δοσολογία
Ενήλικες
Αναλγητικό - αντιπυρετικό: 300-900 mg κάθε 4-6 ώρες.
Μέγιστη ημερήσια δόση: 4 g.
Αντιρρευματικό: 0,3-1 g κάθε 4 ώρες.
Σε οξείες καταστάσεις μεγίστη ημερήσια δόση 8 g.
Οξύς ρευματικός πυρετός: Ενήλικες: 5-8 g ημερησίως (αρχικά).
Αντιμετώπιση οξείας φάσης ημικρανίας με ή χωρίς αύρα:
1000mg χορηγούμενα εφάπαξ (αντιστοιχούν σε 2 αναβράζοντα δισκία). Εάν η ημικρανία συνεχίζεται, η δόση μπορεί να επαναληφθεί ανά 4-8 ώρες. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης ημερήσιας δόσης των 3 g(6 δισκία). Δεν πρέπει να χορηγείται για περισσότερο από 3
ημέρες χωρίς τη συμβουλή ιατρού. Εάν τα συμπτώματα συνεχίζονται, η πιθανότητα εναλλακτικής θεραπείας πρέπει να εξετασθεί. Το δισκίο πρέπει να διαλύεται σε ένα ποτήρι νερό πριν τη λήψη του.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Αναλγητικό: 10-15 mg/kg/4 h μέχρι 60 mg/kg/ημέρα.
Αντιπυρετικό: Δεν συνιστάται η χορήγησή του σε παιδιά κάτω των 12 ετών (βλ. παράγραφο 4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Μόνο οι περιεκτικότητες έως 325 mg/μονάδα δόσης συνιστώνται σε:
Προφύλαξη από επανεμφάνιση εμφράγματος: 80-100 mg/ημέρα.
Δευτερογενής προφύλαξη εγκεφαλικού επεισοδίου: 80-325 mg/ημέρα.
Παροδικό ισχαιμικό, εγκεφαλικό επεισόδιο: 80-325 mg/ημέρα.
Ασθενείς με σταθερή ή ασταθή στηθάγχη: 80-325 mg/ημέρα.
Προφύλαξη από θρόμβωση μετά από διαδερμική, δια-αυλική αγγειοπλαστική χειρουργική (PTCA): 80-325 mg/ημέρα.
Προφύλαξη από θρόμβωση των εν τω βάθει φλεβών και από πνευμονική εμβολή: 80-200 mg/ημέρα ή 300-325 mg κάθε δεύτερη ημέρα.
Μείωση κινδύνου εμφάνισης εμφράγματος: 80-100 mg/ημέρα ή
300-325 mg κάθε δεύτερη ημέρα.
Τρόπος χορήγησης
-
Γαστροανθεκτικά δισκία
Τα γαστροανθεκτικά δισκία είναι προτιμότερο να λαμβάνονται πριν από τα γεύματα με αρκετό νερό.
-
Αναβράζοντα κοκκία
To περιεχόμενο κάθε φακελίσκου διαλύεται σε ½ ποτήρι νερό.
-
Αναβράζοντα δισκία
Κάθε αναβράζον δισκίο διαλύεται σε ½ ποτήρι νερό.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ιστορικό άσθματος που προκλήθηκε από τη χορήγηση σαλικυλικών ή δραστικές με παρόμοια δράση, ιδιαίτερα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
-
Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος εν ενεργεία, ιστορικό αιμορραγιών του πεπτικού, αιμορραγική διάθεση.
-
Σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια.
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Αιμορραγικές καταστάσεις (π.χ. αιμορροφιλία).
-
Σε ασθενείς υπό ηπαρινοθεραπεία.
-
Σε άτομα που έχουν διασταυρούμενη υπερευαισθησία με άλλα NSAIDs (ινδομεθακίνη, φαινυλβουταζόνη, ιβουπροφαίνη, διφλουζάλη). Διασταυρούμενη υπερευαισθησία δε φαίνεται να υπάρχει μεταξύ ακετυλοσαλικυλικού οξέος και σαλικυλικού νατρίου, σαλικυλαμιδίου ή σαλικυλικής χολίνης (βλ. επίσης παραγράφους 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
-
Μεθοτρεξάτη σε δόσεις μεγαλύτερες των 15 mg/εβδομάδα (βλ. παράγραφο 4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
-
Τελευταίο τρίμηνο εγκυμοσύνης.
Να αποφεύγεται η μακροχρόνια χρήση σαλικυλικών χωρίς προηγούμενη ιατρική συμβουλή και παρακολούθηση.
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή με τη χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-
Σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε αναλγητικά / αντιφλεγμονώδη
/ αντιρρευματικά και παρουσία λοιπών αλλεργιών.
-
Σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών ελκών συμπεριλαμβανομένου χρόνιου ή υποτροπιάζοντος έλκους
Σε άτομα με διαταραχές πηκτικότητας, όπως σε υποπροθρομβιναιμία, έλλειψη βιταμίνης Κ κλπ.
Σε ταυτόχρονη θεραπεία με αντιπηκτικά (βλέπε Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
-
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με επηρεασμένο καρδιαγγειακό κυκλοφορικό σύστημα (π.χ. νεφρική αγγειακή νόσος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υποογκαιμία, μείζονα χειρουργική επέμβαση, σήψη ή μείζονα αιμορραγικά συμβάματα), καθώς το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας ή οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία
-
Σε μικρά παιδιά και σε ηλικιωμένα άτομα γιατί μπορεί να προκληθεί δηλητηρίαση από σαλικυλικά χωρίς να προηγηθούν εμβοές των ώτων, μείωση της ακοής κλπ.
Παιδιά αφυδατωμένα είναι πιο ευπαθή σε εμφάνιση δηλητηρίασης. Συνιστάται πάντα η διακοπή του ακετυλοσαλικυλικού ευθύς ως εμφανισθούν πρώιμα συμπτώματα δηλητηρίασης.
-
Σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια του ενζύμου αφυδρογονάση της 6 - φωσφορικής γλυκόζης (G6PD), καθώς το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μπορεί να προκαλέσει αιμόλυση ή αιμολυτική αναιμία. Παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμόλυσης είναι π.χ. υψηλή δοσολογία, πυρετός ή οξείες λοιμώξεις.
Το ακετυλοσαλικυλικό μπορεί να προκαλέσει βρογχόσπασμο, κρίσεις άσθματος και άλλες αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Παράγοντες κινδύνου είναι: Το προϋπάρχον άσθμα, ρινικοί πολύποδες ή χρόνια
αναπνευστική νόσος. Αυτό ισχύει και για ασθενείς που έχουν ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων (π.χ. δερματικές αντιδράσεις, κνησμός) και σε άλλες ουσίες.
Λόγω της ανασταλτικής δράσης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος επί της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων που διαρκεί αρκετές ημέρες κατόπιν χορήγησης, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη αιμορραγική τάση κατά τη διάρκεια και μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις (συμπεριλαμβανομένων μικρών χειρουργικών επεμβάσεων, π.χ. εξαγωγές οδόντων).
Σε μικρές δόσεις μειώνει την απέκκριση του ουρικού οξέος και μπορεί να προκαλέσει κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας σε ορισμένους ασθενείς.
-
Η ιβουπροφαίνη μπορεί να επηρεάσει την ανασταλτική δράση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Ασθενείς που προτίθενται να πάρουν ιβουπροφαίνη ενώ είναι σε θεραπεία με ακετυλοσαλικυλικό πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε παιδιά (κυρίως) κατά τη διάρκεια επιδημιών ιογενών λοιμώξεων (π.χ. γρίπη, ανεμοβλογιά) να αποφεύγεται η χορήγηση σαλικυλικών, γιατί έχει αποδειχθεί επιδημιολογικά αυξημένος κίνδυνος εκδηλώσεων συνδρόμου REYE που, ως γνωστό, έχει υψηλό ποσοστό θνησιμότητας (20-30%).
"Δεν πρέπει να χορηγείται χωρίς ιατρική οδηγία σε παιδιά κάτω των
12 ετών γιατί υπάρχει πιθανότητα πρόκλησης του συνδρόμου REYE, εκτός εάν υπάρχει ειδική ένδειξη χορήγησης π.χ. Νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα, οξύς ρευματικός πυρετός".
Το SALOSPIR® 75 mg, 100 mg & 500 mg Δισκία περιέχει νάτριο Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Το SALOSPIR® 80 mg, 100 mg, 160 mg, 325 mg, 500 mg, 650
mg & 1000 mg Γαστροανθεκτικά δισκία περιέχει νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg)
ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Το SALOSPIR® 100 mg, 325 mg, 500 mg & 1000 mg Αναβράζοντα κοκκία περιέχει νάτριο
100 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 50.12 mg νατρίου ανά φακελίσκο, που ισοδυναμεί με 2.51 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
325 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 162.87 mg νατρίου ανά φακελίσκο, που ισοδυναμεί με 8.15 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
500 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 250.57 mg νατρίου ανά φακελίσκο, που ισοδυναμεί με 12.53 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
1000 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 501.14 mg νατρίου ανά φακελίσκο, που ισοδυναμεί με 25.10 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι ισοδύναμη με 75.16 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου. Το SALOSPIR® 1000 mg Αναβράζοντα κοκκία θεωρείται προϊόν με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Αυτό πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη για τους ασθενείς που ακολουθούν σε δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι.
Το SALOSPIR® 100 mg, 325 mg, 500 mg & 1000 mg Αναβράζοντα δισκία περιέχει νάτριο
100 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 50.04 mg νατρίου ανά αναβράζον δισκίο, που ισοδυναμεί με 2.51 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
325 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 250.57 mg νατρίου ανά αναβράζον δισκίο, που ισοδυναμεί με 12.53 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
500 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 300.28 mg νατρίου ανά αναβράζον δισκίο, που ισοδυναμεί με 15.01 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
1000 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 501.14 mg νατρίου ανά αναβράζον δισκίο, που ισοδυναμεί με 25.10 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι ισοδύναμη με 75.16 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου. Το SALOSPIR® 1000 mg Αναβράζοντα δισκία θεωρείται προϊόν με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Αυτό πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη για τους ασθενείς που ακολουθούν σε δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι.
Το SALOSPIR® 500 mg Αναβράζοντα δισκία περιέχει σορβιτόλη Ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI) δεν πρέπει να πάρουν/ή να τους χορηγηθεί αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
⇒ Μεθοτρεξάτη: Αντενδείκνυται σε δόσεις μεγαλύτερες των 15 mg/εβδομάδα διότι προκαλείται αύξηση αιματολογικής τοξικότητας λόγω της μειωμένης νεφρικής αποβολής της και της δέσμευσής της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος από τα σαλικυλικά (Βλ. Αντενδείξεις).
Να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση σαλικυλικών με μεθοτρεξάτη σε δόσεις μικρότερες των 15 mg/εβδομάδα, λόγω αυξημένης αιματολογικής τοξικότητας (διότι προκαλείται από τα σαλικυλικά μείωση της νεφρικής αποβολής και παρεμπόδιση της δέσμευσής της με
τις πρωτεΐνες του πλάσματος με αποτέλεσμα αύξηση των επιπέδων της στο αίμα).
⇒ Ιβουπροφαίνη:
Βάσει πειραματικών δεδομένων, η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει τη δράση της ασπιρίνης σε χαμηλές δόσεις, στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, όταν γίνεται ταυτόχρονη χορήγηση. Εντούτοις, οι περιορισμοί αυτών των δεδομένων και οι αβεβαιότητες αναφορικά με την εξαγωγή συμπερασμάτων από τα ex vivo δεδομένα σε κλινικές περιπτώσεις, υποδηλώνουν ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την τακτική χρήση της ιβουπροφαίνης και καμία κλινικώς σχετική επίδραση δε θεωρείται πιθανή από την περιστασιακή χρήση ιβουπροφαίνης (Βλ. παράγραφο 5.1.).
⇒ Αντιπηκτικά θρομβολυτικά / άλλοι ανταγωνιστές της συγκόλλησης αιμοπεταλίων / αιμόστασης από του στόματος: Αύξηση του κινδύνου αιμορραγικών εκδηλώσεων. Μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης των αντιπηκτικών.
⇒ Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη: Διότι αυξάνει η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. γαστρεντερικά έλκη και αιμορραγικές επιπλοκές).
⇒ Εκλεκτικοί ανταγωνιστές της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs): Αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικής αιμορραγίας.
⇒ Διγοξίνη
Αύξηση των συγκεντρώσεων της διγοξίνης στο πλάσμα λόγω μειωμένης νεφρικής απέκκρισης.
⇒ Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη, σουλφονυλουρία): Μπορεί να έχει σα συνέπεια την εκδήλωση υπογλυκαιμικών επεισοδίων. Τα σαλικυλικά μειώνουν τα επίπεδα του σακχάρου αίματος και ενισχύουν την υπογλυκαιμική δράση των αντιδιαβητικών δισκίων. Μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης των τελευταίων.
⇒ Διουρητικά με σαλικυλικά σε υψηλές δόσεις: Μείωση της σπειραματικής διήθησης λόγω μείωσης της σύνθεσης των προσταγλανδινών στους νεφρούς.
⇒ Κορτικοειδή εκτός της υδροκορτιζόνης όταν χορηγείται για θεραπεία υποκατάστασης σε νόσο του Addison. Τα κορτικοειδή αυξάνουν την κάθαρση των σαλικυλικών και μειώνουν τα επίπεδά τους στο αίμα. Είναι δυνατόν σε διακοπή τους να προκληθούν τοξικά φαινόμενα από τα σαλικυλικά.
⇒ Βαλπροϊκό οξύ: Αυξημένη τοξικότητα του βαλπροϊκού λόγω της αύξησης των επιπέδων του ελεύθερου βαλπροϊκού στον ορό.
⇒ Οινόπνευμα: Αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης εξελκώσεων στο γαστρεντερικό σωλήνα. Μπορεί να παρατείνει το χρόνο ροής.
⇒ Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης:
Σε συνδυασμό με υψηλές δόσεις σαλικυλικών, μείωση της σπειραματικής διήθησης λόγω μείωσης της σύνθεσης των προσταγλανδινών στους νεφρούς.
⇒ Προβενεσίδη ή σουλφινοπυραζόνη: Συνεπάγεται μείωση της ουρικοαπεκκριτικής δράσης των τελευταίων.
⇒ Απορροφήσιμα αντιόξινα, σε θεραπευτικές δόσεις, μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα αύξηση του βαθμού κάθαρσης των σαλικυλικών και μείωση της αποτελεσματικότητάς τους.
⇒ Μη απορροφήσιμα αντιόξινα: Μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα την αναστολή απορρόφησης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος και μείωση της σχέσης του προς το σαλικυλικό οξύ στο πλάσμα.
⇒ Οξινοποιητικά των ούρων (π.χ. βιταμίνη C), συνεπάγεται μείωση της αποβολής των σαλικυλικών από τους νεφρούς.
⇒ Φουροσεμίδη: Μπορεί να προκαλεί δηλητηρίαση από σαλικυλικά
(ακόμα και με μικρότερες αναλογικά δόσεις των τελευταίων) ενώ
παράλληλα μπορεί να μειωθεί η νατριοδιουρητική δράση της φουροσεμίδης.
⇒ Σπειρονολακτόνη: Μπορεί να συνεπάγεται μείωση της διουρητικής δράσης της τελευταίας.
⇒ Μετοκλοπραμίδη: Συνεπάγεται αύξηση της απορρόφησής της.
⇒ Αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης: Μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένους κινδύνους τοξικής επίδρασης από τα σαλικυλικά εξαιτίας των διαταραχών της οξεοβασικής ισορροπίας που προκαλούν οι πρώτοι.
⇒ Μεταμιζόλη: Η μεταμιζόλη ενδέχεται να μειώσει την επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα. Επομένως, ο συνδυασμός αυτός πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση ασπιρίνης για καρδιοπροστασία.
Κύηση
Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει ανεπιθύμητη επίδραση στην κύηση και/ή ανάπτυξη του εμβρύου.
Δεδομένα επιδημιολογικών μελετών προκαλούν ανησυχία για αυξημένο κίνδυνο αποβολής και δυσπλασιών μετά τη χρήση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Πιστεύεται ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποστηρίζουν οποιαδήποτε συσχέτιση μεταξύ της χορήγησης ακετυλοσαλικυλικού οξέος και του αυξημένου κινδύνου για αποβολή. Δεν υπάρχει συμφωνία στις διαθέσιμες επιδημιολογικές μελέτες για το ακετυλοσαλικυλικό οξύ όσον αφορά στη δυσπλασία, αλλά δε θα μπορούσε να αποκλεισθεί αυξημένος κίνδυνος γαστροσχιστίας. Σε προοπτική μελέτη, με έκθεση περίπου 14800 ζευγών μητέρων-παιδιών στην αρχή της κύησης (1ο-4ο μήνα), δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συσχέτιση με αυξημένο ποσοστό δυσπλασιών.
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή (Βλ.
«Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια»).
Δε θα πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που περιέχουν ακετυλοσαλικυλικό οξύ κατά τη διάρκεια του 1ου και 2ου τριμήνου της κύησης, καθώς δεν έχει διασαφηνισθεί η επίδραση της αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαίο. Εάν γίνει χρήση φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων που περιέχουν ακετυλοσαλικυλικό οξύ από μια γυναίκα που επιχειρεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του 1ου και 2ου τριμήνου της κύησης, θα πρέπει να διατηρείται η χαμηλότερη δυνατή δόση και η μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας.
Κατά τη διάρκεια του 3ου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να εκθέσουν
το έμβρυο σε:
-
Καρδιοαναπνευστική τοξικότητα (με πρώιμη σύγκλιση του βοτάλλειου πόρου και πνευμονική υπέρταση),
-
νεφρική δυσλειτουργία, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο,
-
χαμηλό βάρος του εμβρύου,
-
γέννηση νεκρών εμβρύων ή θάνατο του νεογέννητου
τη μητέρα και το παιδί, στο τέλος της κύησης, σε:
-
Πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας πριν ή και μετά τον τοκετό, μια αντι-πηκτική επίδραση η οποία μπορεί να επέλθει ακόμη και μετά από πολύ χαμηλές δόσεις,
-
αναστολή των συσπάσεων της μήτρας έχοντας ως αποτέλεσμα καθυστέρηση ή παράταση του τοκετού,
-
αυξημένη συχνότητα ενδοκρανιακών αιμορραγιών σε πρόωρα.
Συνεπώς, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 3ου τριμήνου της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ διέρχεται τον πλακούντα και έχει ενοχοποιηθεί ως πιθανό τερατογόνο, μολονότι στον άνθρωπο δεν έχουν περιγραφεί περιπτώσεις τερατογένεσης.
Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα και αναφέρονται περιπτώσεις δηλητηρίασης σε θηλάζοντα βρέφη μητέρων που έπαιρναν 650 mg ακετυλοσαλικυλικού οξέος την ημέρα.
Οι γαστρεντερικές διαταραχές αποτελούν τη συχνότερη ανεπιθύμητη ενέργεια. Ναυτία, καύσος, επιγαστρική δυσφορία, εμετοί αναφέρονται σε ποσοστό 10-30% με σχετικά μεγάλες δόσεις.
Απώλεια αίματος, αν και συνήθως αμελητέα, αναφέρεται στο 70%. Χρόνια όμως λήψη σαλικυλικών μπορεί να οδηγήσει σε σιδηροπενική αναιμία. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της απώλειας αίματος και του βαθμού γαστρικού ερεθισμού.
Επίσης, η σύγχρονη χορήγηση σαλικυλικών με τροφή δε μειώνει την πιθανότητα απώλειας αίματος.
Αναφέρεται όμως ότι τα μη ακετυλιωμένα σαλικυλικά (σαλικυλική χολίνη, σαλικυλικό μαγνήσιο, σαλσαλάτη) προκαλούν μικρότερη απώλεια αίματος από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ενώ τα γαστροανθεκτικά δισκία μικρότερη συχνότητα ελκών ή εξελκώσεων.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σωλήνα είναι η πρόκληση επιπολής εξελκώσεων ή και γαστρικών ελκών (όχι όμως δωδεκαδακτυλικών), η ενεργοποίηση παλιού γαστροδωδεκαδακτυλικού έλκους, μεγάλες αιμορραγίες, ενίοτε απειλητικές για τη ζωή του ασθενή. Γενικά οι τελευταίες είναι σχετικά σπάνιες σε σχέση με τη μεγάλη χρήση των σαλικυλικών.
Εξαιτίας της ανασταλτικής δράσης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στα αιμοπετάλια, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μπορεί να
σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Έχουν παρατηρηθεί αιμορραγίες, όπως περιεγχειρητική αιμορραγία, αιματώματα, επίσταξη, αιμορραγίες ουρογεννητικού, αιμορραγίες ούλων. Έχουν αναφερθεί σπάνιες έως πολύ σπάνιες σοβαρές αιμορραγίες, όπως αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, εγκεφαλική αιμορραγία (κυρίως σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση και/ή ταυτόχρονη χορήγηση αντιαιμοστατικών παραγόντων), οι οποίες σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι δυνητικά απειλητικές για τη ζωή.
Η αιμορραγία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία και χρόνια μεταιμορραγική αναιμία/αναιμία λόγω έλλειψης σιδήρου (εξαιτίας π.χ. μη εμφανούς απώλειας αίματος) με αντίστοιχα εργαστηριακά και κλινικά σημεία και συμπτώματα, όπως εξασθένιση, ωχρότητα, ιστική υποάρδευση.
Σπανίως αναφέρεται ηπατοτοξικότητα, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια χορήγηση, που είναι συχνότερη σε παιδιά με νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα και σε ενηλίκους με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Έχει σπανίως αναφερθεί παροδική ηπατική δυσλειτουργία με αύξηση των τρανσαμινασών του ήπατος.
Έχουν αναφερθεί νεφρική δυσλειτουργία και οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Έχουν αναφερθεί αιμόλυση και αιμολυτική αναιμία σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια του ενζύμου αφυδρογονάση της 6 - φωσφορικής γλυκόζης (G6PD).
Εμβοές των ώτων ή και μείωση της ακοής αποτελούν τα συνηθέστερα πρώιμα συμπτώματα τοξικής επίδρασης από σαλικυλικά.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας με αντίστοιχες εργαστηριακές και κλινικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν σύνδρομο άσθματος, ενίοτε απειλητικό για τη ζωή, ήπιες έως μέτριες αντιδράσεις που δυνητικά επηρεάζουν το δέρμα, την αναπνευστική οδό, την γαστρεντερική οδό και το καρδιαγγειακό σύστημα, περιλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως εξάνθημα, κνίδωση, οίδημα, κνησμός, ρινίτιδα, ρινική συμφόρηση, καρδιοαναπνευστική δυσχέρεια, και πολύ σπάνια, σοβαρές αντιδράσεις, περιλαμβανομένου του αναφυλακτικού σόκ.
. Η συχνότητα είναι μεγαλύτερη σε άτομα με ιστορικό άσθματος, πυρετού εκ χόρτου ή με ρινικούς πολύποδες.
Να σημειωθεί ότι τέτοιες αντιδράσεις δεν έχουν περιγραφεί με σαλικυλικό νάτριο ή σαλικυλικό μαγνήσιο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες απευθείας μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21
32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος:
http://www.eof.gr
Η τοξικότητα των σαλικυλικών (δόσεις μεγαλύτερες των 100 mg/kg/ημέρα για 2 ημέρες μπορεί να προκαλέσουν τοξικότητα) μπορεί να είναι αποτέλεσμα χρόνιας δηλητηρίασης που προήλθε από χορήγηση για θεραπευτικούς λόγους ή από δυνητικά επικίνδυνες για τη ζωή οξείες δηλητηριάσεις που προήλθαν από υπερδοσολογία (εκ λάθους κατάποση από παιδιά ή τυχαία δηλητηρίαση).
Χρόνια δηλητηρίαση από σαλικυλικά μπορεί να είναι ύπουλη διότι δεν έχει ειδικά συμπτώματα. Ήπια χρόνια δηλητηρίαση ή σαλικυλισμός, συνήθως συμβαίνει μετά από επανειλημμένη χρήση μεγάλων δόσεων σαλικυλικών.
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ζαλάδα, ίλιγγο, εμβοές ώτων, κώφωση, εφίδρωση, ναυτία, έμετο, πονοκέφαλο, σύγχυση και μπορεί να ελεγχθούν με μείωση της δοσολογίας. Οι εμβοές μπορεί να εμφανιστούν με συγκεντρώσεις στο πλάσμα από 150-300 μg/ml. Πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες συμβαίνουν με συγκεντρώσεις στο πλάσμα μεγαλύτερες από 300 μg/ml.
Το κύριο χαρακτηριστικό της οξείας δηλητηρίασης είναι η σοβαρή διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας, που μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και τη σοβαρότητα της δηλητηρίασης. Το πιο σύνηθες σύμπτωμα για ένα παιδί είναι η μεταβολική οξέωση. Η σοβαρότητα της δηλητηρίασης δεν μπορεί να εκτιμηθεί μόνο από τη συγκέντρωση των σαλικυλικών στο πλάσμα. Η απορρόφηση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος μπορεί να καθυστερήσει, λόγω μείωσης της γαστρικής κένωσης, σχηματισμό συσσωματωμάτων στο στομάχι ή σαν αποτέλεσμα κατάποσης γαστροανθεκτικών δισκίων. Η αντιμετώπιση της δηλητηρίασης από ακετυλοσαλικυλικό οξύ, καθορίζεται από την έκταση, το στάδιο και τα κλινικά συμπτώματα και σύμφωνα με τις καθορισμένες τεχνικές αντιμετώπισης δηλητηριάσεων. Αρχικά πρέπει να ληφθούν μέτρα για την επιτάχυνση της αποβολής του φαρμάκου και της ρύθμισης των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας.
Λόγω της πολυπλοκότητας των παθοφυσιολογικών επιδράσεων της δηλητηρίασης των σαλικυλικών, τα συμπτώματα και διερευνητικά ευρήματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
| Συμπτώματα | Ευρήματα | Θεραπευτικά μέτρα |
| Ήπια έως μέτρια δηλητηρίαση | γαστρική πλύση επαναλαμβανόμενη χορήγηση ενεργού άνθρακα προκλητή αλκαλικήδιούρηση | |
| Ταχύπνοια υπεραερισμόςαναπνευστική αλκάλωση | Αλκαλιαιμία, αλκαλουρία | ρύθμιση υγρών και ηλεκτρολυτών |
| Εφιδρώσεις (διαφόρηση),ναυτία, έμετος |
| Μέτρια έως σοβαρή δηλητηρίαση | γαστρική πλύση επαναλαμβανόμενη χορήγηση ενεργού άνθρακα προκλητή αλκαλική διούρηση και αιμοδιήθησησε σοβαρές περιπτώσεις | |
| Αναπνευστική αλκάλωση μεαντιρροπιστική μεταβολική οξέωση | Οξέωση, οξυουρία | ρύθμιση υγρών και ηλεκτρολυτών |
| Υπερπυρεξία | ρύθμιση υγρών καιηλεκτρολυτών | |
| Αναπνευστικό:ποικίλλουν από υπεραερισμό και μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα έως αναπνευστική ανακοπήασφυξία | ||
| Καρδιαγγειακό: που κυμαίνονται από αρρυθμίες και υπόταση έωςκαρδιαγγειακή ανακοπή | π.χ. μεταβολές στην πίεση αίματος, μεταβολές ΗΚΓ | |
| Απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών: αφυδάτωση, ολιγουρία έωςνεφρική ανεπάρκεια | π.χ. υποκαλιαιμία, υπερνατριαιμία, υπονατριαιμία, αλλαγή στηνεφρική λειτουργία | ρύθμιση υγρών και ηλεκτρολυτών |
| Μειωμένος μεταβολισμός γλυκόζης, κέτωση | Υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία (κυρίως σε παιδιά)Αύξηση επιπέδων κετονών | |
| Εμβοές ώτων, κώφωση | ||
| Γαστρεντερικό: αιμορραγία | ||
| Αιμοποιητικό: αναστολή των αιμοπεταλίων έως διαταραχέςστην πήξη του αίματος | Παράταση INR,υποπροθρομβιναιμία |
| Κεντρικό νευρικό: τοξική εγκεφαλοπάθεια και καταστολή ΚΝΣ με συμπτώματα που κυμαίνονται από λήθαργο, σύγχυση έως κώμα καισπασμούς |
Φαρμακολογικές ιδιότητες - SALOSPIR 100MG/DOSE
Για τις περιεκτικότητες έως 500 mg:
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων, εξαιρουμένης της ηπαρίνης, κωδικός ATC: B01AC06
Για τις περιεκτικότητες από τα 500 mg και πάνω:
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά, κωδικός ATC: N02BA01
Ως σαλικυλικό, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ ανήκει στην ομάδα των όξινων μη στεροειδών αναλγητικών/αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Ως εστέρας του σαλικυλικού οξέος, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ είναι ουσία με αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Ο τρόπος δράσης που περιγράφεται, περιλαμβάνει αναστολή της κυκλοοξυγενάσης και κατά συνέπεια αναστολή των προστανοϊδών: Προσταγλανδίνη Ε2, προσταγλανδίνη Ι2 και θρομβοξάνη Α2.
Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε από του στόματος δόσεις οι οποίες γενικά κυμαίνονται μεταξύ 0,3 και 1,0 g χρησιμοποιείται για την ανακούφιση άλγους και σε ελάσσονες εμπύρετες καταστάσεις, όπως σε κρυολογήματα ή γρίπη για τη μείωση του πυρετού και την ανακούφιση αρθραλγίας και μυαλγίας.
Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ έχει έντονη ανασταλτική δράση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων παρεμποδίζοντας το σχηματισμό της και
θρομβοξάνη Α2 στα αιμοπαιτάλια. Επομένως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ έχει διάφορες καρδιαγγειακές ενδείξεις σε δόσεις εν γένει 75 έως 300 g ημερησίως. Η μη αναστρέψιμη αναστολή της κυκλοοξυγενάσης είναι ιδιαίτερα έντονη στα αιμοπετάλια, επειδή αυτά δεν μπορούν να επανασυνθέσουν το εν λόγω ένζυμο. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ θεωρείται, ότι έχει και άλλες ανασταλτικές δράσεις στα αιμοπετάλια.
Βάσει πειραματικών δεδομένων, η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει τη δράση της ασπιρίνης σε χαμηλές δόσεις, στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, όταν γίνεται ταυτόχρονη χορήγηση. Σε μια μελέτη, κατά τη χορήγηση μονής δόσης ιβουπροφαίνης 400 mg, 8 ώρες πριν ή 30 λεπτά μετά την ταχεία αποδέσμευση ασπιρίνης δόσης 81mg, παρουσιάστηκε μειωμένη δράση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στο σχηματισμό θρομβοξάνης ή στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Εντούτοις, οι περιορισμοί αυτών των δεδομένων και οι αβεβαιότητες αναφορικά με την εξαγωγή συμπερασμάτων από τα ex vivo δεδομένα σε κλινικές περιπτώσεις, υποδηλώνουν ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την τακτική χρήση της ιβουπροφαίνης και καμία κλινικώς σχετική επίδραση δε θεωρείται πιθανή από την περιστασιακή χρήση ιβουπροφαίνης.
Η απορρόφηση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος πραγματοποιείται ταχέως και πλήρως μετά τη χορήγησή του από το στόμα, ανάλογα με τη μορφή του φαρμάκου. Μετά τη λήψη μορφών ταχείας αποδέσμευσης, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 0,2-2 ώρες.
Κατά τη διάρκεια της απορρόφησης και μετά από αυτήν, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μετατρέπεται στον κυριότερο μεταβολίτη του, το σαλικυλικό οξύ. Η ακετυλομάδα του ακετυλοσαλικυλικού οξέος αρχίζει να διαχωρίζεται υδρολυτικά ακόμη και κατά τη διάρκεια της διέλευσης από το γαστρεντερικό βλεννογόνο, αλλά η διεργασία αυτή λαμβάνει χώρα κυρίως στο ήπαρ.
Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του ορού στον άνθρωπο εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Έχει βρεθεί ποσοστό που ανέρχεται στο 66-98% (του σαλικυλικού οξέος).
Μετά τη χορήγηση υψηλών δόσεων, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ είναι ανιχνεύσιμο στο εγκεφαλικό, στο νωτιαίο και στο αρθρικό υγρό. Το σαλικυλικό οξύ διέρχεται τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Η κινητική της απέκκρισης του σαλικυλικού οξέος είναι δοσοεξαρτώμενη, καθώς ο μεταβολισμός περιορίζεται από τη δυναμικότητα των ηπατικών ενζύμων. Ο χρόνος ημιζωής κυμαίνεται από 2 έως 3 ώρες μετά από χαμηλές δόσεις μέχρι περίπου 12 ώρες μετά από τις συνηθισμένες αναλγητικές δόσεις.
Οι κυριότεροι μεταβολίτες είναι το συνεζευγμένο προϊόν του σαλικυλικού οξέος με γλυκίνη (σαλικυλουρικό οξύ), οι γλυκουρονικοί αιθέρες και εστέρες του σαλικυλικού οξέος (γλυκουρονική σαλικυλική φαινόλη και γλυκουρονικό σαλικυλοακετύλιο), καθώς και το γεντισικό οξύ και το συνεζευγμένο του προϊόν με γλυκίνη. Το σαλικυλικό οξύ και οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - SALOSPIR 100MG/DOSE
-
Δισκία
75 mg, 100 mg, 500 mg: Starch maize, Sodium lauryl sulfate, Silicon dioxide colloidal.
325 mg: Aluminium glycinate, Magnesium carbonate, Gelatin, Starch maize.
-
Γαστροανθετικά δισκία
Έκδοχα Πυρήνα
Cellulose microcrystalline, Starch maize pregelatinized, Sodium starch glycolate, Silicon dioxide colloidal, Stearic acid.
Έκδοχα Επικάλυψης
Methacrylic acid copolymer L30 D55, Triethyl citrate, Talc, Sunset yellow lake FCF CI 15985 E110, Macrogol 6000, Titanium dioxide CI 77891 E171, Water purified, Quinoline yellow lake CI 47005 E104 (- 100, -160, -325, -500 mg).
-
Αναβράζοντα κοκκία
100 mg, 325 mg, 500 mg, 1000 mg: Mannitol, Polyvidone, Malic acid, Sodium docusate, Citric acid, Sodium bicarbonate, Sodium carbonate, Lemon flavour (in powder), Saccharin sodium.
-
Αναβράζοντα δισκία
100 mg: Mannitol, Malic acid, Polyvidone, Sodium docusate, Citric acid, Sodium bicarbonate, Sodium carbonate, Orange flavour, Glucose.
325 mg: Mannitol, Malic acid, Polyvidone, Sodium docusate, Citric acid, Sodium bicarbonate, Sodium carbonate, Orange flavour, Saccharin sodium (μετουσιωμένη με Μannitol 1:10).
500 mg: Sodium lauryl sulfate, Magnesium sulfate, Sodium bicarbonate anhydrous, Potassium carbonate anhydrous, Lemon flavor in powder, Sodium saccharinate, Monosodium citrate anhydrous, Sorbitol dc, Povidone (PVP-30).
1000 mg: Mannitol, Malic acid, Polyvidone, Sodium docusate, Citric acid, Sodium bicarbonate, Sodium carbonate, Orange flavour, Saccharin sodium (μετουσιωμένη με Μannitol 1:10).