Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
8
56
10
4
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΟΥ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν.1729/87

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

ALPRAZOLAM/AUROBINDO TABLET 0,50MG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

AUROBINDO PHARMA (MALTA) LIMITED, MALTA
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - ALPRAZOLAM/AUROBINDO 0,50MG/TAB

Ενδείξεις

Η αλπραζολάμη ενδείκνυται για βραχυχρόνια συμπτωματική θεραπεία του άγχους σε ενήλικες.

Το Alprazolam/Aurobindo ενδείκνυται μόνο στην περίπτωση που η διαταραχή είναι σοβαρού βαθμού, καθιστά το άτομο ανίκανο, ή του προκαλεί έντονη δυσφορία.

Δοσολογία

Δοσολογία

Διάρκεια της θεραπείας:

Αλπραζολάμη πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση, για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και για μέγιστο 2-4 εβδομάδων. Η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται τακτικά. Δε συνιστάται μακροχρόνια

θεραπεία. Ο κίνδυνος της εξάρτησης ενδέχεται να αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).

Θα πρέπει να καθίσταται γνωστό στους ασθενείς πριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής το γεγονός πως η θεραπεία θα έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, πως η δόση ενδέχεται να μειώνεται σταδιακά κατά την απόσυρση της θεραπείας και πως ενδέχεται να σημειωθούν φαινόμενα υποτροπής (βλ. παράγραφο 4.4).

Ενήλικες (ηλικίας άνω των 18 ετών)

Η συνήθης δόση στην περίπτωση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής είναι 0,25 mg έως 0,5 mg η οποία χορηγείται 3 φορές ημερησίως και μπορεί να αυξηθεί (εάν είναι απαραίτητο) σε διαστήματα 3-4 ημερών έως τα 4 mg ημερησίως το ανώτατο.

Ηλικιωμένοι

Η κάθαρση του φαρμάκου είναι μειωμένη και όπως ισχύει και με άλλες βενζοδιαζεπίνες, οι ηλικιωμένοι ασθενείς παρουσιάζουν αυξημένη ευαισθησία προς το φάρμακο.

Στην περίπτωση των ηλικιωμένων ασθενών, η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να ξεκινά με μία χαμηλή εναρκτήρια δόση ίση με 0,25 mg χορηγούμενη δύο έως τρεις φορές ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί βαθμιαία όχι περισσότερο από 0,5 mg κάθε 3 ημέρες.

Για τους ηλικιωμένους ασθενείς που βρίσκονται σε καλή φυσική κατάσταση η μέγιστη ημερήσια δόση θα πρέπει να είναι 1,5 mg.

Για τους ηλικιωμένους ασθενείς που δε βρίσκονται σε καλή φυσική κατάσταση η μέγιστη ημερήσια δόση θα πρέπει να περιορίζεται σε 0,75 mg.

Ασθενείς με νόσο που προκαλεί εξασθένηση (ατονία) ή με μειωμένη ηπατική και/ή νεφρική λειτουργία

Στην περίπτωση των ασθενών με νόσο που προκαλεί εξασθένηση (ατονία) ή με μειωμένη ηπατική και/ή νεφρική λειτουργία είναι επίσης απαραίτητο η δοσολόγηση κατά την έναρξη της θεραπείας να γίνεται με προσοχή και συνιστάται παρόμοια χαμηλή δόση το ανώτατο μέχρι 0,75 έως 1,5 mg την ημέρα ανάλογα με το βαθμό της ατονίας ή της ανεπάρκειας.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των δισκίων αλπραζολάμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών και συνεπώς η χρήση της αλπραζολάμης δεν συνιστάται.

Σημαντικές συστάσεις για τη δοσολογία

Η βέλτιστη δοσολογία θα πρέπει να βασίζεται στη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και στην ατομική ανταπόκριση στη θεραπεία. Θα πρέπει να γίνεται χρήση της χαμηλότερης δόσης που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Η αύξηση της δόσης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, και εφόσον απαιτείται η αύξηση της βραδινής δόσης θα πρέπει να γίνεται πριν από την αύξηση των άλλων δόσεων.

Σε γενικές γραμμές απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις στην περίπτωση των ασθενών που δεν έχουν στο παρελθόν λάβει ψυχοτρόπα φάρμακα ή στην περίπτωση των ασθενών με ιστορικό χρόνιου αλκοολισμού.

Διακοπή

Η μείωση της θεραπευτικής αγωγής θα πρέπει να γίνεται σταδιακά, γεγονός που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση που η θεραπευτική αγωγή έχει παρατεταμένη χρονική διάρκεια και είναι πιθανότερο να σημειωθούν αντιδράσεις απόσυρσης. Συνιστάται, η ημερήσια δοσολογία της αλπραζολάμης να μειώνεται όχι περισσότερο από 0,5 mg κάθε τρεις ημέρες. Για μερικούς ασθενείς πιθανά να χρειάζεται η μείωση της δοσολογίας με ακόμα βραδύτερο ρυθμό.

Τρόπος χορήγησης

Τα δισκία αλπραζολάμης χορηγούνται από το στόμα.

Αντενδείξεις

Το Alprazolam/Aurobindo αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο δραστικό συστατικό, στις βενζοδιαζεπίνες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Οι βενζοδιαζεπίνες αντενδείκνυνται επίσης σε ασθενείς με βαριά μυασθένεια, σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια, σύνδρομο άπνοιας ύπνου, σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.

Οξεία δηλητηρίαση λόγω αλκοόλ ή άλλων παραγόντων με δράση επί του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ).

Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας.

Προειδοποιήσεις

Κίνδυνος από την ταυτόχρονη χρήση των οπιούχων:

Η ταυτόχρονη χρήση αλπραζολάμης και οπιοειδών μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Λόγω αυτών των κινδύνων, η ταυτόχρονη συνταγογράφηση ηρεμιστικών φαρμάκων όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή σχετικά ναρκωτικά όπως η αλπραζολάμη με οπιοειδή, θα πρέπει να προορίζεται σε ασθενείς για τους οποίους δεν είναι δυνατή η επιλογή εναλλακτικής θεραπείας. Εφόσον αποφασιστεί η συγχορήγηση δισκίων αλπραζολάμης με οπιοειδή, θα πρέπει να χοτηγηθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη (βλέπε επίσης παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημάδια και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολή και καταστολής. Από αυτή την άποψη, συνιστάται να ενημερωθούν οι ασθενείς και οι φροντιστές τους (όπου εφαρμόζεται) να γνωρίζουν αυτά τα συμπτώματα (βλ. παράγραφο 4.5).

Ανοχή

Μετά από επαναλαμβανόμενη χρήση για λίγες εβδομάδες ενδέχεται να σημειωθεί μερική απώλεια της αποτελεσματικότητας της υπνωτικής δράσης των βενζοδιαζεπινών.

Εξάρτηση

Η χρήση βενζοδιαζεπινών είναι δυνατόν να δημιουργήσει σωματική και ψυχολογική εξάρτηση απ’ αυτά τα φάρμακα. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της αγωγής και είναι επίσης μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών ή με έντονες διαταραχές της προσωπικότητας.

Μπορεί να σημειωθεί εξάρτηση φαρμακευτικής ουσίας σε θεραπευτικές δόσεις και/ή σε ασθενείς χωρίς εξατομικευμένους παράγοντες κινδύνου. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εξάρτησης φαρμακευτικής ουσίας με τη συνδυασμένη χρήση διαφόρων βενζοδιαζεπινών, ανεξάρτητα από την αγχολυτική ή την υπνωτική ένδειξη. Η κατάχρηση ναρκωτικών είναι ένας γνωστός κίνδυνος με αλπραζολάμη και άλλες βενζοδιαζεπίνες και οι ασθενείς θα πρέπει επομένως να παρακολουθούνται κατά τη λήψη αλπραζολάμης. Η αλπραζολάμη μπορεί να υποστεί κατάχρηση. Θάνατοι έχουν αναφερθεί σε σχέση με υπερβολική δόση όταν γίνεται κατάχρηση αλπραζολάμης μαζί με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων των οπιοειδών, άλλων βενζοδιαζεπινών και αλκοόλ. Αυτοί οι κίνδυνοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση και τη χορήγηση αλπραζολάμης. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν να μειωθούν με τη χορήγηση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης στους ασθενείς και την παροχή συμβουλών για τον τρόπο σωστής αποθήκευσης και διάθεσης των αχρησιμοποίητων φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 4.9).

Όταν αναπτυχθεί σωματική εξάρτηση, η απότομη διακοπή της αγωγής συνοδεύεται από στερητικά συμπτώματα. Αυτά πιθανόν να αποτελούνται από δυστονία, διαταραχές ύπνου,

κεφαλαλγία, μυϊκό άλγος, υπερβολικό άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση, ευερεθιστότητα. Σε βαριές περιπτώσεις είναι δυνατόν να εμφανισθούν τα ακόλουθα συμπτώματα: αποπραγματοποίηση, αντιληπτική ευαισθησία, αποπροσωποποίηση, υπερακοΐα, αιμωδία και παραισθησίες των άκρων, υπερευαισθησία στο φως, τον θόρυβο και τη σωματική επαφή, ψευδαισθήσεις ή επιληπτικές κρίσεις, στομαχικές και μυϊκές κράμπες, έμετος, εφίδρωση, μυϊκός τρόμος και επιληπτικές κρίσεις (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).

Υποτροπή άγχους

Πρόκειται για παροδικό σύνδρομο όπου τα συμπτώματα τα οποία οδήγησαν στην αγωγή με βενζοδιαζεπίνες επανεμφανίζονται σε πιο έντονη μορφή, που είναι δυνατόν να παρουσιασθεί κατά τη διακοπή της αγωγής. Μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες αντιδράσεις όπως μεταβολές διάθεσης, άγχος ή διαταραχές του ύπνου και ανησυχία. Επειδή ο κίνδυνος των φαινομένων απόσυρσης/ φαινομένων αναπήδησης είναι μεγαλύτερος μετά την απότομη διακοπή της αγωγής, συνιστάται η διακοπή να γίνεται σταδιακά.

Αμνησία

Οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία. Η κατάσταση αυτή σημειώνεται συχνότερα μερικές ώρες μετά από τη λήψη του προϊόντος. Για το λόγο αυτό, για να μειωθεί ο κίνδυνος, οι ασθενείς θα πρέπει να διασφαλίζουν πως είναι σε θέση να κοιμηθούν χωρίς διακοπή επί 7-8 ώρες.

Ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσεις

Με τη χρήση βενζοδιαζεπινών έχει γίνει γνωστό πως σημειώνονται αντιδράσεις όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραλήρημα, θυμός, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη συμπεριφορά. Σε περίπτωση που σημειωθούν οι παραπάνω αντιδράσεις, η χρήση του φαρμάκου θα πρέπει να διακόπτεται. Οι αντιδράσεις αυτές είναι πιθανότερο να σημειωθούν σε παιδιά και ηλικιωμένους.

Θα πρέπει να δίδεται εξαιρετική προσοχή κατά τη συνταγογράφηση των βενζοδιαζεπινών σε ασθενείς με διαταραχές της προσωπικότητας.

Ειδικές ομάδες ασθενών

Ασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκεια

Θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χορήγηση σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια. Λόγω του κινδύνου αναπνευστικής καταστολής και άπνοιας, συνιστάται να χορηγείται μικρότερη δόση.

Ασθενείς με μειωμένη ηπατική/νεφρική λειτουργία

Προσοχή συνιστάται όταν χορηγείται η αγωγή σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται. Οι βενζοδιαζεπίνες δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με σοβαρού βαθμού ηπατική ανεπάρκεια καθώς μπορεί να συντελέσουν στην εμφάνιση εγκεφαλοπάθειας.

Ηλικιωμένοι και/ή εξασθενημένοι ασθενείς

Οι βενζοδιαζεπίνες και τα συναφή φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ηλικιωμένους, λόγω του κινδύνου εμφάνισης καταστολής και/ή μυοσκελετικής αδυναμίας, που μπορούν να προκαλέσουν πτώσεις, συχνά με σοβαρές συνέπειες σε αυτούς τους ασθενείς. Συνιστάται να ακολουθείται η γενική αρχή χρήσης της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης σε ηλικιωμένους και/ή εξασθενημένους ασθενείς ώστε να αποκλείεται η εμφάνιση αταξίας ή υπερβολικής καταστολής (βλ. παράγραφο 4.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλπραζολάμης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών και συνεπώς δε συνιστάται η χρήση της αλπραζολάμης.

Ασθενείς με ψυχώσεις

Η αλπραζολάμη δε συνιστάται ως κύρια θεραπευτική αγωγή στην περίπτωση των ψυχωσικών ασθενών.

Ασθενείς με κατάθλιψη

Βενζοδιαζεπίνες και οι παράγοντες τύπου βενζοδιαζεπινών δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μονοθεραπεία στη θεραπεία της κατάθλιψης καθώς μπορεί να επάγουν ή να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Για το λόγο αυτό, η αλπραζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και θα πρέπει να περιορίζεται η συνταγογραφούμενη ποσότητα σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα καταθλιπτικής διαταραχής ή τάσης αυτοκτονίας. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εμφάνισης υπομανίας και μανίας σε αυτούς τους ασθενείς όταν τους χορηγείται αγωγή με αλπραζολάμη.

Εξάρτηση από αλκοόλ/ φάρμακα

Η χρήση των βενζοδιαζεπινών θα πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή στην περίπτωση των ασθενών με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.5 και 4.7).

Καταστολή

H αλπραζολάμη ενδέχεται να προκαλέσει καταστολή. Η δράση αυτή ενισχύεται από το αλκοόλ (βλ. επίσης παράγραφο 4.5 και 4.7).

Διάρκεια θεραπείας

Το μήκος της θεραπείας θα πρέπει να είναι το μικρότερο δυνατό όχι μεγαλύτερο από 2-4 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 4.2), Παράταση του χρόνου θεραπείας πέραν αυτού δεν πρέπει να γίνει χωρίς επανεκτίμηση της κατάστασης.

Μπορεί να είναι κατάλληλη η ενημέρωση του ασθενούς κατά την έναρξη της θεραπείας σχετικά με την περιορισμένη της διάρκεια και η ακριβής επεξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο θα μειώνεται προοδευτικά η δοσολογία. Επιπλέον, είναι σημαντικό να γνωρίζει ο ασθενής για το ενδεχόμενο φαινομένων υποτροπής, το οποίο θα ελαχιστοποιήσει το άγχος σε περίπτωση που εμφανιστούν παρόμοια συμπτώματα κατά τη διακοπή του φαρμάκου.

Υπάρχουν αποδείξεις πως, μπορεί να εκδηλωθούν φαινόμενα απόσυρσης εντός του δοσολογικού διαστήματος,όταν χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσης, ιδιαίτερα όταν η δοσολογία είναι υψηλή.

Όταν χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες μακράς δράσης, είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο ασθενής για την αντένδειξη μετάταξης σε βενζοδιαζεπίνη βραχείας δράσης, επειδή μπορεί να αναπτυχθούν συμπτώματα απόσυρσης.

Λακτόζη

Το Alprazolam/Aurobindo περιέχει λακτόζη μονοϋδρική (βλ. παράγραφο 2). Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκειας Lapp- λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου».

Βενζοϊκό νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει βενζοϊκό νάτριο 0,1 mg σε κάθε δισκίο. Το Βενζοϊκό νάτριο μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο (κιτρίνισμα του δέρματος και των ματιών) στα νεογέννητα μωρά (έως και 4 εβδομάδων).

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
8
56
10
4
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλκοόλ και άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ

Οι βενζοδιαζεπίνες έχουν μία αθροιστική δράση όταν συγχορηγούνται με αλκοόλ ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ. Δε συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη με αλκοόλ.

Θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή με φάρμακα που καταστέλλουν την αναπνευστική λειτουργία όπως οπϊοειδή (αναλγητικά, αντιβηχικά, θεραπεία υποκατάστασης), ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους.

Το Alprazolam/Aurobindo θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ. Ενδέχεται να σημειωθεί ενίσχυση της κεντρικής καταθλιπτικής δράσης σε περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης με αντιψυχωσικά (νευροληπτικά), αγχολυτικά/κατασταλτικά, κάποια αντικαταθλιπτικά, οπϊοειδή, αντισπασμωδικά, αναισθητικά, κατασταλτικά H1-αντιισταμινικά. Η κατασταλτική δράση ομοίως ενισχύεται από υπνωτικά, αντιεπιληπτικά, αναισθητικά και την clonidine.

Οπιοειδή:

Η ταυτόχρονη χρήση ηρεμιστικών φαρμάκων όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή σχετικά ναρκωτικά όπως η αλπραζολάμη με οπιοειδή αυξάνει τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θάνατο λόγω πρόσθετης CNS κατασταλτικής επίδρασης. Η δοσολογία και η διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να περιορίζεται (βλ. παράγραφο 4.4)

Κατά τη συγχορήγηση με clozapine ενέχει αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής και/ ή καρδιακής ανακοπής, καθώς αυξάνεται η ποσότητα της αλπραζολάμης. Δεν είναι ωστόσο ξεκάθαρο, εάν μπορεί να αποφευχθεί η παύση της αναπνευστικής και/ή της καρδιακής λειτουργίας με τη ρύθμιση της δοσολογίας.

Στην περίπτωση των ναρκωτικών αναλγητικών μπορεί επίσης να σημειωθεί ενίσχυση του αισθήματος της ευφορίας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ψυχολογική εξάρτηση.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Ενδέχεται να σημειωθούν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις κατά τη συγχορήγηση αλπραζολάμης με φάρμακα που αναστέλλουν το ηπατικό ένζυμο CYP3A4 αυξάνοντας τα επίπεδα της αλπραζολάμης στο πλάσμα.

Η συγχορήγηση αλπραζολάμης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 όπως τα αντιμυκητιασικά της αζόλης (ketoconazole, itraconazole, posaconazole, voriconazole), τους αναστολείς πρωτεασών, μερικές μακρολίδες (erythromycin, clarithromycin, telithromycin) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο σημαντικής μείωσης της δόσης.

Αντιεπιληπτικά

Το ποσοστό της απέκκρισης αλπραζολάμης αυξάνεται με τη χρήση carbamazepine, phenytoin, rifampicin και άλλων ουσιών που επάγουν το CYP3A4. Η συγχορήγηση τέτοιων ουσιών μπορεί να ελαττώσει το θεραπευτικό αποτέλεσμα της αλπραζολάμης.

Οι ουσίες εκείνες που αναστέλλουν ορισμένα ηπατικά ένζυμα (ως επί το πλείστον το ένζυμο CYP 3Α4), όπως σιμετιδίνη, κλαριθρομυκίνη, κλοζαπίνη, διλτιαζεμύ, ερυθρομυκίνη, φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, ριτοναβίρη και χυμός γκρέιπφρουτ, μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της αλπραζολάμης και να ενισχύσουν τη δράση της. Τα δεδομένα που έχουν προκύψει από κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με αλπραζολάμη, από in vitro μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με αλπραζολάμη και από κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με φάρμακα, των οποίων ο μεταβολισμός προσομοιάζει με εκείνων της αλπραζολάμης καταδεικνύουν ποικίλου βαθμού αλληλεπιδράσεις και δυνητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αλπραζολάμης και αρκετών φαρμάκων. Βάσει του βαθμού της αλληλεπίδρασης και του είδους των διαθέσιμων δεδομένων, συστήνονται τα παρακάτω:

Οι συγκεντρώσεις του πλάσματος της imipramine και της desipramine σε σταθερή κατάσταση έχει αναφερθεί πως είναι αυξημένες λόγω της ταυτόχρονης χορήγησης της αλπραζολάμης.

Η συγχορήγηση της αλπραζολάμης με κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη ή άλλα αζολικά αντιμυκητιασικά δεν συνιστάται.

Κατά την ταυτόχρονη χρήση nefazodone, fluvoxamine, cimetidine και χυμού γκρέιπφρουτ, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της αλπραζολάμης, καθώς ο χρόνος ημίσειας ζωής της αλπραζολάμης αυξάνεται λόγω της συγχορήγησης των παραπάνω φαρμάκων.

Η ταυτόχρονη χορήγηση της αλπραζολάμης με φλουοξετίνη, προποξυφαίνη, από στόματος αντισυλληπτικά, σερτραλίνη, διλτιαζέμη ή μακρολιδικά αντιβιοτικά όπως ερυθρομυκίνη και τρολεαντομυκίνη θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή.

Αλληλεπιδράσεις που αφορούν σε αναστολείς των HIV πρωτεασών

Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αναστολέων των HIV πρωτεασών (π.χ. ritonavir) και της αλπραζολάμης είναι πολύπλοκες και εξαρτώνται από το χρόνο. Η χορήγηση χαμηλών δόσεων ritonavir είχε ως αποτέλεσμα μεγάλη μείωση της κάθαρσης της αλπραζολάμης, παράταση του χρόνου ημιζωής της και ενίσχυση των κλινικών της επιδράσεων, αν και παρ’ όλα αυτά, κατά την εκτεταμένη έκθεση στην ritonavir, η επαγωγή του ενζύμου CYP3A4 αντιστάθμισε αυτή την αναστολή. Εξαιτίας της παραπάνω αλληλεπίδρασης απαιτείται να γίνει είτε αναπροσαρμογή της δόσης είτε να διακοπεί η αλπραζολάμη.

Διγοξίνη

Έχουν αναφερθεί αυξήσεις των συγκεντρώσεων digoxin στο πλάσμα, με τη συγχορήγηση 1mg αλπραζολάμης την ημέρα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους (>65 έτων). Επομένως, οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αλπραζολάμη και ταυτόχρονη χορήγηση digoxin, θα πρέπει να υποβάλλονται σε προσεκτική παρακολούθηση για πιθανή ανάπτυξη συμπτωμάτων τοξικότητας από τη διγοξίνη.

Κύηση

Κύηση:

Η αλπραζολάμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη εκτός εάν είναι απαραίτητο.

Τα δεδομένα σχετικά με τερατογένεση και επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη και συμπεριφορά, μετά από θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες, είναι αντιφατικά.

Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από μελέτες κοόρτης υποδηλώνει πως η έκθεση σε βενζοδιαζεπίνη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δε συνδέεται με αύξηση του κινδύνου

μείζονος δυσπλασίας. Εντούτοις, η αλπραζολάμη θεωρείται ύποπτη πως μπορεί να προκαλέσει σοβαρή συγγενή δυσπλασία όταν χορηγείται στο πρώτο τρίμηνο. Επίσης, μερικές αρχικές επιδEημιολογικές μελέτες ασθενών-μαρτύρων έχουν δείξει αυξημένο κίνδυνο στοματικών σχιστιών. Τα δεδομένα υποδηλώνουν πως ο κίνδυνος απόκτησης βρέφους με σχιστία στόματος έπειτα από έκθεση της μητέρας σε βενζοδιαζεπίνη είναι κάτω από 2/1000 σε σύγκριση με την αναμενόμενη συχνότητα που είναι περίπου 1/1000 για βλάβες αυτού του είδους στο γενικό πληθυσμό.

Η θεραπεία με βενζοδιαζεπίνη σε υψηλή δόση, κατά τη διάρκεια του δευτέρου και/ή του τρίτου τριμήνου της κύησης, κατέδειξε μία μείωση των εμβρυικών σκιρτημάτων και ποικιλομορφία του εμβρυικού καρδιακού ρυθμού.

Όταν πρέπει να χορηγηθεί η θεραπεία για ιατρικούς λόγους κατά τη διάρκεια του τελικού σταδίου της κύησης, ακόμη και σε χαμηλές δόσεις, ενδέχεται να σημειωθεί σύνδρομο υποτονικού βρέφους όπως αξονική υποτονία, προβλήματα θηλασμού με αποτέλεσμα μειωμένη αύξηση βάρους. Τα σημεία αυτά είναι αναστρέψιμα αλλά μπορεί να διαρκέσουν από 1 έως 3 εβδομάδες, ανάλογα με το χρόνο ημίσειας ζωής του προϊόντος. Σε υψηλές δόσεις, μπορεί να εμφανιστούν αναπνευστική καταστολή ή άπνοια και υποθερμία στο νεογνό. Επιπλέον, λίγες μέρες μετά τον τοκετό, μπορεί να παρατηρηθούν νεογνικά συμπτώματα απόσυρσης με υπερευερεθιστότητα, διέγερση και τρόμο, ακόμη και όταν δεν παρατηρείται σύνδρομο υποτονικού βρέφους. Η εμφάνιση συμπτωμάτων απόσυρσης μετά τον τοκετό εξαρτάται από το χρόνο ημίσειας ζωής της ουσίας.

Εάν είναι απαραίτητη η θεραπεία με αλπραζολάμη κατά το τελευταίο στάδιο της κύησης, θα πρέπει να αποφεύγονται οι υψηλές δόσεις και τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα απόσυρσης και/ή σύνδρομο υποτονικού βρέφους.

Αν η αλπραζολάμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αλπραζολάμη, η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για το δυνητικό κίνδυνο που υπάρχει για το έμβρυο.

Θηλασμός:

Η αλπραζολάμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλά επίπεδα. Η αλπραζολάμη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Οδήγηση

ν

Η αλπραζολάμη ενδέχεται να προκαλέσει καταστολή, αμνησία, μειωμένη συγκέντρωση και μειωμένη λειτουργία των μυών τα οποία ενδέχεται να επιδράσουν αρνητικά στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται για τον παραπάνω κίνδυνο και να τους συστήνεται να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής. Οι παραπάνω επιδράσεις εντείνονται από το αλκοόλ. Εάν η χρονική διάρκεια του ύπνου δεν είναι επαρκής, το ενδεχόμενο μειωμένης εγρήγορσης μπορεί να αυξηθεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η υπνηλία, η οποία εμφανίζεται στο 10% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία, αλλά συνήθως μειώνεται μετά από μερικές ημέρες ή με τη μείωση της δόσης.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αλπραζολάμη με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000),

πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/ οργανικό σύστημα σύμφωνα με τηβάση δεδομένων MedDRA Συχνότητα Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού
Διαταραχές τουαιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές Αυξημένη τάση εκχυμώσεων
Μη γνωστές Ακοκκιοκυτταραιμία
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Μη γνωστές Υπερπρολακτιναιμία
Διαταραχές τουμεταβολισμού και της θρέψης Συχνές Αυξημένη όρεξη, μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές Πολύ συχνές κατάθλιψη , διαταραχές ύπνου
Συχνές Αυξημένη ή μειωμένη γενετήσια ορμή, αποπροσωποποίηση, αϋπνία, νευρικότητα, αποπραγματοποίηση, , φόβος, σύγχυση, αποπροσανατολισμός, καταθλιπτική διανοητική κατάσταση, άγχος
Όχι συχνές Όνειρα που επηρεάζονται, διέγερση, ομιλητικότητα, παρορμητικότητα, θυμός επιθετικότητα, παραισθήσεις, μανία, ψυχοκινητική επιβράδυνση, εφιάλτες, ανησυχία, βραδυφρενία, ευφορία, ανηδονία, ανοργασμία, συναισθηματικέςδιαταραχές, διαταραχή πανικού, εξάρτηση
Μη γνωστές Παράδοξες φαρμακευτικές αντιδράσεις2, εχθρική συμπεριφορά, υπομανία, σκέψη μη φυσιολογική, υπερβολική εγρήγορση, αλλαγές της γενετήσιας ορμής, κατάχρηση φαρμάκου*
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές Κεφαλαλγία, υπνηλία, επηρεασμένη μνήμη, ζάλη, δυσαρθρία, αταξία, καταστολή,
Συχνές Παραισθησία, δυσκινησία, μη φυσιολογικός συντονισμός,μυϊκός τρόμος, διαταραχές
ισορροπίας, δυσκολίες συγκέντρωσης, υπερυπνία, λήθαργος
Όχι συχνές Συγκοπή, αμνησία3, επιληπτικές κρίσεις, αδεξιότητα, διαταραχές της γεύσης, εστιακές επιληπτικέςκρίσεις, λήθαργος
Μη γνωστές Ακαθησία, γνωστικές διαταραχές, αγγειοκινητικές διαταραχές, σπασμοί από το αυτόνομο νευρικό σύστημα,Διαταραχές του αυτόνομου νευρικού,δυστονία, υπερδραστηριότητα
Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές Όραση θαμπή
Όχι συχνές Διπλωπία, οπτικές διαταραχές
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Συχνές Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές Συχνές Αίσθημα παλμών
Μη γνωστές Ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές Συχνές Εξάψεις
Μη γνωστές Υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές Ρινική συμφόρηση, υπεραερισμός
Μη γνωστές Αναπνευστική απόφραξη
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές Ξηροστομία, έντονηδυσκοιλιότητα
Συχνές Αυξημένη σιελόρροια, έμετος,κοιλιακή δυσφορία, διάρροια, ναυτία, κοιλιακός πόνος
Μη γνωστές Μειωμένη σιελόρροια, Γαστρεντερικήδιαταραχή*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Μη γνωστές Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ίκτερος, ηπατίτιδα
Συχνές Υπεριδρωσία, δερματίτιδα,κνησμός
Όχι συχνές Εξάνθημα
Μη γνωστές Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις, αγγειοοίδημα, φωτοευαισθησία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές Μυϊκές δεσμιδώσεις, μυϊκοί σπασμοί, οσφυαλγία,αρθραλγία, μυαλγία,
Όχι συχνές Μυοσκελετική δυσκαμψία, μυϊκή αδυναμία, άλγος στα άκρα
Μη γνωστές Ανώμαλος μυϊκός τόνος
Διαταραχές των νεφρών και
των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές Ακράτεια, ενούρηση, συχνοουρία
Μη γνωστές Κατακράτηση ούρων,δυσκολία στην ούρηση
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Συχνές Σεξουαλική δυσλειτουργία,
Όχι συχνές Διαταραχές εκσπερμάτισης, στυτική δυσλειτουργία, διαταραχές της εμμήνουρύσεως
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές Κόπωση, ευερεθιστότητα
Συχνές Οίδημα, εξασθένιση, θωρακικό άλγος
Όχι συχνές Αίσθηση μη φυσιολογική, διαταραχή βάδισης, αίσθηση μέθης, νευρικότητας / έντασης, αίσθηση χαλάρωσης, σύνδρομο μετά από υπερκατανάλωση κάποιας ουσίας, γριππώδης συνδρομή, συναισθήματα εξωπραγματικότητας,αδράνεια, δίψα, σύνδρομο στέρησης *
Μη γνωστές Αίσθηση καύσου, περιφερικό οίδημα
Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές Αύξηση σωματικού βάρους, απώλεια σωματικού βάρους
Όχι συχνές Αυξημένη χολερυθρίνη
Μη γνωστές Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Συχνές Κίνδυνος τροχαίων ατυχημάτων
Όχι συχνές Πτώση, τραυματισμός τωνάκρων, υπερδοσολογία

*Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν μετά την κυκλοφορία Εξάρτηση

Η χρήση (ακόμα και στις θεραπευτικές δόσεις) μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη σωματικής εξάρτησης: η διακοπή της θεραπείας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα φαινόμενα απόσυρσης ή υποτροπής. Μπορεί να σημειωθεί ψυχική εξάρτηση. Έχει αναφερθεί κατάχρηση βενζοδιαζεπινών (βλ. παράγραφο 4.4). Σε περίπτωση που η θεραπεία διακοπεί απότομα, μπορεί να προκληθεί ήπια δυσφορία, διαταραχές ύπνου και επιληπτικές κρίσεις.

1Κατάθλιψη: μπορεί να εκδηλωθεί προϋπάρχουσα λανθάνουσα κατάθλιψη κατά τη διάρκεια της χρήσης των βενζοδιαζεπινών.

2 «Παράδοξες» φαρμακευτικές αντιδράσεις: με τη χρήση βενζοδιαζεπινών ή παραγόντων που προσομοιάζουν στις βενζοδιαζεπίνες έχει γίνει γνωστό πως σημειώνονται αντιδράσεις όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραλήρημα, θυμός, εφιάλτες, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη συμπεριφορά. Αυτές στο συγκεκριμένο προϊόν μπορεί να έχουν σημαντική βαρύτητα. Είναι πιθανότερο να σημειωθούν στους παιδιά και ηλικιωμένους ασθενείς.

3Αμνησία: προχωρητική αμνησία μπορεί να εκδηλωθεί με τη χρήση θεραπευτικών δόσεων, ο κίνδυνος αυξάνει σε υψηλότερες δόσεις. Τα αποτελέσματα της αμνησίας μπορεί να συσχετίζονται με ανάρμοστη συμπεριφορά (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη συμπεριφορά: σε πολλές από τις αυθόρμητες αναφορές που σχετίζονται με τη συμπεριφορά, οι ασθενείς λάμβαναν συγχρόνως και άλλα φάρμακα με δράση επί του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) και/ή σύμφωνα με τις περιγραφές έπασχαν από υποκείμενες ψυχιατρικές καταστάσεις. Οι ασθενείς που πάσχουν από μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας, έχουν προηγούμενο ιστορικό βίαιης ή επιθετικής συμπεριφοράς, ή κατάχρησης αλκοόλ ή ουσιών μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης τέτοιου είδους ενεργειών. Έχουν αναφερθεί περιστατικά ευερεθιστότητας, εχθρότητας και παρεισφρητικών σκέψεων κατά τη διάρκεια της διακοπής της θεραπευτικής αγωγής της αλπραζολάμης σε ασθενείς με μετατραυματικό stress.

Συμπτώματα απόσυρσης: έχουν σημειωθεί συμπτώματα απόσυρσης μετά από ταχεία μείωση ή απότομη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής των βενζοδιαζεπινών συμπεριλαμβανομένου της αλπραζολάμης. Αυτά μπορεί να κυμαίνονται από ήπια δυσφορία και αϋπνία έως ένα μείζων σύνδρομο, το οποίο ενδέχεται να περιλαμβάνει στομαχικές και μυϊκές κράμπες, έμετο, εφίδρωση, τρόμο, και σπασμούς. Επιπρόσθετα, έχουν σημειωθεί επιληπτικοί σπασμοί λόγω απόσυρσης κατά την ταχεία μείωση ή την απότομη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής της αλπραζολάμης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr .

Υπερβολική δόση

Όπως ισχύει και με τις άλλες βενζοδιαζεπίνες, η υπερδοσολογία δεν αποτελεί κίνδυνο για τη ζωή εκτός και αν το φάρμακο συνδυαστεί με άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (συμπεριλαμβανομένου και του αλκοόλ).

Κατά την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με κάποιο φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο να έχουν ληφθεί πολλαπλοί φαρμακευτικοί παράγοντες.

Σε κάθε περίπτωση φαρμακευτικής υπερδοσολογίας, θα πρέπει να παρακολουθούνται η αναπνοή, ο σφυγμός και η αρτηριακή πίεση και εφόσον απαιτείται να λαμβάνονται γενικά υποστηρικτικά μέτρα. Μπορούν να χορηγηθούν ενδοφλεβίως υγρά και θα πρέπει να διατηρούνται ανοιχτοί οι αεραγωγοί.

Έπειτα από υπερδοσολογία με από του στόματος βενζοδιαζεπίνες, θα πρέπει να προκαλείται έμετος (εντός μίας ώρας) εφόσον ο ασθενής έχει τις αισθήσεις του ή να γίνεται πλύση στομάχου αφού έχουν προστατευτεί οι αεραγωγοί, εάν ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του. Εάν δεν αναμένεται ωφέλεια από την κένωση του στομάχου, θα πρέπει να χορηγείται ενεργός άνθρακας προκειμένου να ελαττωθεί η απορρόφηση και εφόσον κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να παραμένει στο στομάχι, να μην προκαλείται έμετος και να χορηγείται υπακτικό.

Θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή για τις αναπνευστικές και τις καρδιαγγειακές λειτουργίες εντός μονάδας εντατικής θεραπείας.

Τα πειράματα που έχουν πραγματοποιηθεί στα ζώα υποδεικνύουν πως η προκλητή διούρηση ή η αιμοκάθαρση πιθανότατα έχουν μικρή μόνο συμβολή στην αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας και επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Η υπερδοσολογία με βενζοδιαζεπίνες συνήθως εκδηλώνεται με ποικίλου βαθμού καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος που κυμαίνεται από υπνηλία μέχρι κώμα. Σε ήπιες καταστάσεις, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υπνηλία, πνευματική σύγχυση και λήθαργο. Σε πιο σοβαρές καταστάσεις τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αταξία, δυσαρθρία, υποτονία, υπόταση, αναπνευστική καταστολή, σπάνια κώμα και πολύ σπάνια, θάνατο.

Το flumazenil μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντίδοτο. Το flumazenil μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επικουρική αγωγή για τη θεραπεία των αναπνευστικών και καρδιακών επιδράσεων λόγω της υπερδοσολογίας, όμως επειδή ανταγωνίζεται τη δράση των βενζοδιαζεπινών μπορεί να επιφέρει νευρολογικές διαταραχές (σπασμούς).

Φαρμακολογικές ιδιότητες - ALPRAZOLAM/AUROBINDO 0,50MG/TAB

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αγχολυτικά – παράγωγα βενζοδιαζεπίνης Κωδικός ATC: Ν05ΒΑ12

Η αλπραζολάμη είναι μία τριαζολοβενζοδιαζεπίνη.

Οι βενζοδιαζεπίνες ενισχύουν τη δράση των GABA υποδοχέων οδηγώντας έτσι στην αναστολή της λειτουργίας των νεύρων.

Η αλπραζολάμη παρουσιάζει κατασταλτικές, υπνωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Επιπρόσθετα εμφανίζει αντισπασμωδική και κεντρική μυοχαλαρωτική δράση.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η αλπραζολάμη απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σύστημα. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά από 1-2 ώρες. Τα επίπεδα στο πλάσμα είναι ανάλογα με τη δόση, στην έκταση των δόσεων μεταξύ 0,5 και 3 mg, παρατηρούνται κορυφές στο πλάσμα από 8 έως 37 ng/ml.

Κατανομή

Η αλπραζολάμη συνδέεται σε ποσοστό 70 έως 80% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ προς α-hydroxyalprazolam και προς ένα παράγωγο της benzophenone.

Βιομετασχηματισμός

Οι υδρόξυ- μεταβολίτες έχουν κάποια φαρμακολογική δράση, με την α-hydroxyalprazolam να έχει αναφερθεί πως διαθέτει τουλάχιστον τη μισή δραστικότητα της αλπραζολάμης.

Εντούτοις τα επίπεδα στο πλάσμα είναι χαμηλά.

Αποβολή

Η αλπραζολάμη εκκρίνεται ως επί το πλείστον στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο και ως μεταβολίτες.

Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 10 έως 12 ώρες, η αποβολή είναι βραδύτερη στους ηλικιωμένους ασθενείς και έχει αναφερθεί ένα εύρος μεταξύ 6,3 και 26,9 ωρών.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - ALPRAZOLAM/AUROBINDO 0,50MG/TAB

Κατάλογος εκδόχων

Λακτόζη μονοϋδρική Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική Άμυλο αραβοσίτου

Νάτριο βενζοϊκό Νάτριο δοκουσικό Πολυβιδόνη

Πυριτίου οξείδιο κολλοειδές άνυδρο Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο Μαγνήσιο στεατικό

Ινδικοκαρμίνιο (E132)

Ερυθροσίνη (E127) (μόνο τα δισκία των 0,5 mg)

Ασυμβατότητες

Καμία γνωστή.

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Περιέκτες δισκίων από πολυπροπυλένιο με πώματα ασφαλείας από πολυαιθυλένιο: Μεγέθη συσκευασίας: 20, 28, 30, 50, 56, 60, 84 και 100

Κυψέλες (blisters) φύλλου πολυβινυλοχλωριδίου (PVC)/ αλουμινίου: Μεγέθη συσκευασίας: 20, 28, 30, 40, 50, 56, 60, 84 και 100

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε φαρμακευτικό προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx30(BLISTER)
Τιμή
1,53 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης
BTx100(BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx20(BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx28(BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx50(BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx56(BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx60(BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx84(BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.