AMIKAN INJ.SOL 500MG/2ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - AMIKAN 500MG/2ML
Ενδείκνυται για τη βραχυχρόνια θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη αρνητικών κατά Gram βακτηρίων (συμπεριλαμβανομένων των Pseudomonas sp, Escherichia coli, ειδών Proteus θετικών και αρνητικών στην ινδόλη, Providencia sp, Klebsiella sp, Enterobacter sp, Serratia sp και Acinetobacter sp).
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η ενέσιμη αμικασίνη είναι αποτελεσματική σε μικροβιαιμία και σηψαιμία (περιλαμβανομένης της νεογνικής σηψαιμίας), σε σοβαρές λοιμώξεις της αναπνευστικής οδού, των οστών και των αρθρώσεων, του κεντρικού νευρικού συστήματος (περιλαμβανομένης της μηνιγγίτιδας), του δέρματος και των μαλακών μορίων, σε ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (περιλαμβανομένης της περιτονίτιδας), σε εγκαύματα και μετεγχειρητικές λοιμώξεις (περιλαμβανομένων των αγγειοχειρουργικών επεμβάσεων).
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η αμικασίνη είναι επίσης αποτελεσματική σε σοβαρές επιπεπλεγμένες και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος που οφείλονται στους ανωτέρω μικροοργανισμούς.
Οι αμινογλυκοσίδες περιλαμβανομένης της αμικασίνης δεν ενδείκνυνται σε μη επιπεπλεγμένα, αρχικά επεισόδια λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος, εκτός εάν οι υπεύθυνοι μικροοργανισμοί δεν είναι ευαίσθητοι σε αντιβιοτικά που έχουν δυνητικά μικρότερη τοξικότητα. Όταν η αμικασίνη ενδείκνυται στη θεραπεία μη επιπεπλεγμένων λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος, μπορεί να συνταγογραφηθεί μειωμένη δόση (βλ. παράγραφο 4.2).
Μικροβιολογικός έλεγχος πρέπει να διενεργείται για να ταυτοποιηθούν οι υπεύθυνοι μικροοργανισμοί και η ευαισθησία τους στην αμικασίνη.
Η αμικασίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν αρχική θεραπεία σε λοιμώξεις που οφείλονται σε αρνητικούς κατά Gram μικροοργανισμούς και η έναρξη της θεραπείας μπορεί να γίνει πριν από τη λήψη των αποτελεσμάτων της δοκιμασίας ευαισθησίας.
Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η αμικασίνη είναι αποτελεσματική σε λοιμώξεις που οφείλονται σε ανθεκτικά στην γενταμικίνη ή/και στην τομπραμυκίνη στελέχη αρνητικών κατά Gram μικροοργανισμών, ιδιαίτερα των Proteus rettgeri, Providencia stuartii, Serratia marcescens και Pseudomonas aeruginosa. Η απόφαση για τη συνέχιση της θεραπείας με το φάρμακο θα πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα των δοκιμασιών ευαισθησίας, στη σοβαρότητα της λοίμωξης και στην ανταπόκριση του ασθενούς, καθώς επίσης και τυχόν πρόσθετα σημαντικά στοιχεία που θα λάβει υπόψη του ο θεράπων ιατρός.
Η αμικασίνη φαίνεται επίσης ότι είναι αποτελεσματική σε σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις και μπορεί να θεωρηθεί σαν αρχική θεραπεία υπό ορισμένες συνθήκες στην αντιμετώπιση γνωστών ή πιθανών σταφυλοκοκκικών λοιμώξεων όπως: σοβαρές λοιμώξεις στις οποίες ο υπεύθυνος μικροοργανισμός μπορεί να είναι είτε αρνητικό κατά Gram βακτήριο ή σταφυλόκοκκος, λοιμώξεις που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη σταφυλοκόκκων σε ασθενείς αλλεργικούς σε άλλα αντιμικροβιακά και μικτές λοιμώξεις οφειλόμενες σε σταφυλόκοκκο και αρνητικό κατά Gram μικροοργανισμό.
Σε ορισμένες σοβαρές λοιμώξεις, όπως η νεογνική σηψαιμία, η ταυτόχρονη θεραπεία με ένα φάρμακο τύπου πενικιλλίνης μπορεί να είναι ενδεδειγμένη, διότι υπάρχει πιθανότητα να
πρόκειται για λοιμώξεις που οφείλονται σε θετικούς κατά Gram μικροοργανισμούς, όπως οι στρεπτόκοκκοι και οι πνευμονιόκοκκοι.
Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες για την κατάλληλη χρήση αντιμικροβιακών φαρμάκων.
Δοσολογία
Το βάρος σώματος του ασθενούς πρέπει να λαμβάνεται πριν τη θεραπεία για τον υπολογισμό της σωστής δοσολογίας. Το AMIKAN μπορεί να δοθεί ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια.
Η κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να εκτιμάται με μέτρηση της συγκέντρωσης της κρεατινίνης στον ορό ή με υπολογισμό του ρυθμού κάθαρσης της ενδογενούς κρεατινίνης. Η μέτρηση της ουρίας αίματος είναι πολύ λιγότερο αξιόπιστη για το σκοπό αυτό. Πρέπει να γίνεται περιοδική επαναξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Οποτεδήποτε είναι δυνατόν, πρέπει να γίνονται μετρήσεις των συγκεντρώσεων της αμικασίνης στον ορό για την εξασφάλιση επαρκών, αλλά όχι υπέρμετρων συγκεντρώσεων. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι επιθυμητή η κατά διαστήματα μέτρηση τόσο των μέγιστων όσο και των ελάχιστων συγκεντρώσεων. Μέγιστες συγκεντρώσεις (30-90 λεπτά μετά την ένεση) άνω των 35 mcg/ml και ελάχιστες συγκεντρώσεις (αμέσως πριν την επόμενη δόση) άνω των 10 mcg/ml να αποφεύγονται. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται όπως ενδείκνυται. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μπορεί να χρησιμοποιηθεί η εφάπαξ ημερησίως χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να υπερβαίνουν τα 35 mcg/ml (βλ. «Εφάπαξ ημερησίως χορήγηση και Διαταραχή της Νεφρικής Λειτουργίας» παρακάτω).
Ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών:Η συνιστώμενη ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια δόση για ενήλικες και εφήβους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 50 ml/min) είναι 15 mg/kg την ημέρα που μπορεί να χορηγηθεί ως μία εφάπαξ δόση την ημέρα ή σε δύο ίσα μοιρασμένες δόσεις, δηλ. 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες. Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να ξεπερνά το 1,5 g. Σε ενδοκαρδίτιδα και ασθενείς με εμπύρετη ουδετεροπενία η δόση πρέπει να χορηγείται δύο φορές την ημέρα, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την εφάπαξ χορήγηση ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά ηλικίας 4 εβδομάδων έως 12 ετών:Η συνιστώμενη ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια (αργή ενδοφλέβια έγχυση) δόση σε παιδιά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι 15-20 mg/kg την ημέρα που μπορεί να χορηγηθεί ως 15-20 mg/kg μία φορά την ημέρα ή ως 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες. Σε ενδοκαρδίτιδα και ασθενείς με εμπύρετη ουδετεροπενία η δόση πρέπει να χορηγείται δύο φορές την ημέρα, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την εφάπαξ χορήγηση ημερησίως.
Νεογνά:
Μία αρχική δόση εφόδου 10 mg/kg ακολουθούμενη από 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Πρόωρα βρέφη:
Η συνιστώμενη δόση σε πρόωρα είναι 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.2).
Ειδικές συστάσεις για ενδοφλέβια χορήγησηΣε παιδιατρικούς ασθενείς, η ποσότητα των διαλυτών που χρησιμοποιείται εξαρτάται από την ποσότητα της αμικασίνης που γίνεται ανεκτή από τον ασθενή. Το διάλυμα πρέπει κανονικά να εγχύεται μέσα σε χρονικό διάστημα 30 έως 60 λεπτών. Στα βρέφη η έγχυση πρέπει να γίνεται σε διάστημα 1-2 ωρών.
Τα δεδομένα για την εφάπαξ ημερησίως χορήγηση σε ασθενείς με προσβολή άλλων συστημάτων είναι περιορισμένα (βλέπε επίσης παραπάνω σχετικά με τον έλεγχο των μέγιστων και ελάχιστων συγκεντρώσεων της αμικασίνης στον ορό).
Όταν η αμικασίνη ενδείκνυται στις μη επιπεπλεγμένες ουρολοιμώξεις, μπορεί να χορηγείται σε ολική ημερήσια δόση 500 mg είτε εφάπαξ είτε σε δύο ίσα διαιρεμένες δόσεις (250 mg δύο φορές ημερησίως).
Η συνήθης διάρκεια της θεραπείας ανέρχεται σε 7 έως 10 ημέρες. Η συνολική ημερήσια δόση με όλους τους τρόπους χορήγησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/kg/ημέρα. Σε δυσίατες και επιπεπλεγμένες λοιμώξεις στις οποίες αναμένεται θεραπεία πέραν των 10 ημερών, η χορήγηση της αμικασίνης πρέπει να επανεκτιμηθεί και, εάν συνεχισθεί, θα πρέπει να παρακολουθούνται η νεφρική, η ακουστική και η αιθουσαία λειτουργία καθώς και τα επίπεδα της αμικασίνης στον ορό.
Στο συνιστώμενο δοσολογικό επίπεδο, οι μη επιπεπλεγμένες λοιμώξεις που οφείλονται σε ευαίσθητους στην αμικασίνη μικροοργανισμούς πρέπει να ανταποκριθούν σε 24 έως 48 ώρες. Εάν δεν παρατηρηθεί σαφής κλινική ανταπόκριση μετά από 3 έως 5 ημέρες, η θεραπεία πρέπει να σταματήσει και η ευαισθησία του παθογόνου μικροοργανισμού στο αντιβιοτικό πρέπει να επανελεγχθεί. Αποτυχία ανταπόκρισης της λοίμωξης μπορεί να οφείλεται σε αντοχή του μικροοργανισμού ή στην παρουσία σηπτικών εστιών που απαιτούν χειρουργική παροχέτευση.
Κανονική δοσολογία σε παρατεταμένα μεσοδιαστήματα
Εάν δεν υπάρχουν δεδομένα για την κάθαρση της κρεατινίνης και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, το χρονικό διάστημα σε ώρες για τη χορήγηση της κανονικής δόσης (δηλαδή αυτής που θα δινόταν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε σχήμα 7,5 mg/kg δύο φορές την ημέρα) μπορεί να υπολογισθεί πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού του ασθενούς επί εννέα. Για παράδειγμα, εάν η συγκέντρωση της κρεατινίνης ορού είναι 2 mg/100 ml, η συνιστώμενη εφάπαξ δόση (7,5 mg/kg) πρέπει να χορηγείται ανά 18 ώρες.
Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας που εμφανίζεται με κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min, δεν είναι επιθυμητή η χορήγηση της συνιστώμενης ολικής ημερήσιας δόσης της αμικασίνης εφάπαξ ημερησίως γιατί αυτοί οι ασθενείς θα εκτεθούν παρατεταμένα σε υψηλές ελάχιστες συγκεντρώσεις (trough concentrations).Βλέπε παρακάτω για προσαρμογές της δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας.
Σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας στους οποίους χορηγείται η συνήθης δόση σε δύο ή τρεις χορηγήσεις ημερησίως, πρέπει να παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό με τις κατάλληλες μεθόδους προσδιορισμού. Οι δόσεις πρέπει να προσαρμόζονται στους ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας με τη χορήγηση των κανονικών δόσεων σε παρατεταμένα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα ή με τη χορήγηση ελαττωμένων δόσεων σε σταθερά χρονικά διαστήματα.
Οι δύο μέθοδοι βασίζονται στις τιμές κάθαρσης της κρεατινίνης ή της κρεατινίνης ορού επειδή έχει βρεθεί ότι αυτές συσχετίζονται με το χρόνο ημιζωής των αμινογλυκοσιδών στους ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Αυτά τα δοσολογικά σχήματα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με προσεκτική κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση
του ασθενούς και πρέπει να τροποποιούνται εάν είναι απαραίτητο, περιλαμβανομένης της τροποποίησης όταν διενεργείται αιμοκάθαρση.
Ελαττωμένη δοσολογία σε σταθερά χρονικά διαστήματα
Όταν σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας είναι επιθυμητή η χορήγηση αμικασίνης σε σταθερά χρονικά διαστήματα, η δόση πρέπει να μειωθεί. Στους ασθενείς αυτούς, πρέπει να μετρώνται οι συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό για να διασφαλιστεί η ακριβής χορήγηση και να αποφευχθούν οι υπερβολικές συγκεντρώσεις στον ορό. Εάν δεν είναι διαθέσιμες μέθοδοι προσδιορισμού στον ορό και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, οι τιμές κάθαρσης της κρεατινίνης ή της κρεατινίνης ορού είναι οι άμεσα διαθέσιμοι δείκτες του βαθμού της διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οδηγός της δοσολογίας.
Πρώτα, αρχίζει η θεραπεία με τη χορήγηση μιας κανονικής δόσης, 7,5 mg/kg σαν δόση εφόδου. Η δόση αυτή είναι η ίδια με τη φυσιολογικά συνιστώμενη δόση που θα υπολογιζόταν για ασθενή με φυσιολογική νεφρική λειτουργία όπως περιγράφεται παραπάνω.
Για τον προσδιορισμό του μεγέθους των δόσεων συντήρησης που θα χορηγούνται κάθε 12 ώρες, η δόση εφόδου πρέπει να μειωθεί ανάλογα με το ρυθμό της ελάττωσης της κάθαρσης της κρεατινίνης του ασθενούς:
Δόση συντήρησης ανά 12ωρο=
Μετρηθείσα CrCL σε ml/min X υπολογισθείσα δόση εφόδου σε mg Φυσιολογική CrCL σε ml/min
(CrCL = ρυθμός κάθαρσης κρεατινίνης)
Ένας εναλλακτικός οδηγός για τον προσδιορισμό της μειωμένης δοσολογίας ανά 12ωρα χρονικά διαστήματα (για ασθενείς των οποίων οι τιμές της κρεατινίνης ορού σε σταθερή κατάσταση είναι γνωστές) είναι η διαίρεση της φυσιολογικά συνιστώμενης δόσης διά της κρεατινίνης ορού του ασθενούς.
Τα παραπάνω δοσολογικά σχήματα δεν προορίζονται να αποτελέσουν άκαμπτες συστάσεις, αλλά παρέχονται σαν οδηγοί για τη δοσολογία, όταν η μέτρηση της στάθμης της αμικασίνης του ορού δεν είναι εφικτή.
Τρόπος χορήγησης
Ενδομυϊκή χορήγησηΓια τις περισσότερες λοιμώξεις προτιμάται η ενδομυϊκή οδός, οπότε μέγιστα επίπεδα επιτυγχάνονται σε μία ώρα από τη χορήγηση. Σε απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις ή σε ασθενείς στους οποίους δεν είναι δυνατή η ενδομυϊκή χορήγηση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ενδοφλέβια οδός.
Ενδοφλέβια χορήγησηΣτους ενήλικες και τους παιδιατρικούς ασθενείς μπορεί να χορηγηθεί είτε ως έχει (2-3 λεπτά) είτε με βραδεία έγχυση μέσα σε χρονικό διάστημα 30 έως 60 λεπτών. Στα βρέφη θα πρέπει να χορηγείται σε εγχύσεις διάρκειας 1 έως 2 ωρών.
Η αμικασίνη δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα αλλά μπορεί να χορηγείται χωριστά σύμφωνα με τη συνιστώμενη δόση και την οδό χορήγησης.
Για την προετοιμασία διαλυμάτων για την ενδοφλέβια έγχυση βλέπετε παράγραφο 6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός.
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιστορικό υπερευαισθησίας ή σοβαρές τοξικές αντιδράσεις στις αμινογλυκοσίδες μπορεί να αποτελούν αντένδειξη στη χρήση οποιασδήποτε αμινογλυκοσίδης λόγω της γνωστής διασταυρούμενης ευαισθησίας των ασθενών στα φάρμακα αυτής της κατηγορίας.
Πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια ή προϋπάρχουσα ακουστική ή αιθουσαία βλάβη. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε παρεντερική θεραπεία με αμινογλυκοσίδες πρέπει να βρίσκονται κάτω από στενή κλινική παρακολούθηση λόγω της ενδεχόμενης ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας που συνοδεύει τη χρήση τους. Η ασφάλεια για χρονικά διαστήματα θεραπείας μεγαλύτερα των 14 ημερών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Νευρο/ΩτοτοξικότηταΝευροτοξικότητα, που εκδηλώνεται σαν αιθουσαία και /ή αμφοτερόπλευρη ακουστική ωτοτοξική βλάβη μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αμινογλυκοσίδες. Ο κίνδυνος εμφάνισης ωτοτοξικότητας από τις αμινογλυκοσίδες είναι
μεγαλύτερος στους ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή σε εκείνους σε παρατεταμένη θεραπεία για 5-7 ημέρες, ακόμη και σε υγιείς ασθενείς. Συνήθως εμφανίζεται πρώτα κώφωση στις υψηλές συχνότητες που μπορεί να ανιχνευθεί μόνο με ακοομετρική δοκιμασία. Ίλιγγος μπορεί να παρατηρηθεί και να αποτελεί ένδειξη αιθουσαίας βλάβης. Άλλες εκδηλώσεις νευροτοξικότητας μπορεί να είναι αιμωδία, μυρμηκιάσεις, μυϊκές συσπάσεις και σπασμοί. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν κοχλιακή ή αιθουσαία βλάβη μπορεί να μην εμφανίζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας συμπτώματα που να τους προειδοποιούν για την ανάπτυξη τοξικότητας από την 8η συζυγία, καθολική ή μερική μη αναστρέψιμη αμφοτερόπλευρη κώφωση ή έντονος ίλιγγος μπορεί να παρατηρηθούν μετά τη διακοπή του αντιβιοτικού. Η ωτοτοξικότητα από τις αμινογλυκοσίδες είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Οι ασθενείς με μεταλλάξεις στο μιτοχονδριακό DNA (ειδικότερα μεταλλάξεις αντικατάστασης του νουκλεοτιδίου 1555 από αδενίνη σε γουανίνη στο γονίδιο 12S rRNA) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ωτοτοξικότητας, ακόμη και αν τα επίπεδα των αμινογλυκοσιδών στον ορό κυμαίνονται εντός του συνιστώμενου εύρους κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές.
Σε ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό σχετικών μεταλλάξεων ή κώφωσης που οφείλεται στις αμινονλυκοσίδες. θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικών θεραπειών ή γενετικού ελέγχου πριν από τη χορήγηση.
Νευρομυϊκή τοξικότηταΝευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυση αναφέρθηκαν μετά την παρεντερική χορήγηση, την τοπική ενστάλλαξη (όπως σε ορθοπεδικές και κοιλιακές πλύσεις ή κατά την τοπική θεραπεία του εμπυήματος) και κατόπιν λήψης αμινογλυκοσιδών από το στόμα. Η πιθανότητα αναπνευστικής παράλυσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εάν οι αμινογλυκοσίδες χορηγούνται από οποιαδήποτε οδό, ειδικότερα σε ασθενείς που τους χορηγούνται αναισθητικά, φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό (βλ. παράγραφο 4.5). Εάν παρατηρηθεί νευρομυϊκός αποκλεισμός, τα άλατα του ασβεστίου μπορούν να αναστρέψουν την αναπνευστική παράλυση, αλλά μπορεί να απαιτηθεί μηχανική αναπνευστική υποστήριξη. Νευρομυϊκός αποκλεισμός και μυϊκή παράλυση έχουν εκδηλωθεί σε πειραματόζωα στα οποία χορηγήθηκαν υψηλές δόσεις αμικασίνης. Οι αμινογλυκοσίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μυϊκές διαταραχές, όπως βαρεία μυασθένεια ή παρκινσονισμό, εφόσον τα φάρμακα αυτά μπορούν να επιδεινώσουν τη μυϊκή αδυναμία λόγω της ενδεχόμενης δράσης τύπου κουραρίου που ασκούν στη νευρομυϊκή σύναψη.
ΝεφροτοξικότηταΟι αμινογλυκοσίδες είναι δυνητικά νεφροτοξικές. Η νεφροτοξικότητα είναι ανεξάρτητη από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax). Ο κίνδυνος εμφάνισης νεφροτοξικότητας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, σε εκείνους που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ή σε εκείνους στους οποίους παρατείνεται η θεραπεία.
Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται καλά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η νεφρική λειτουργία να αξιολογείται με τις συνήθεις μεθόδους πριν την έναρξη της θεραπείας και καθημερινά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Απαιτείται μείωση της δοσολογίας εάν εμφανισθούν στοιχεία νεφρικής δυσλειτουργίας όπως η παρουσία στα ούρα, κυλίνδρων λευκο- ή ερυθροκυττάρων, λευκωματουρία, ελαττωμένη κάθαρση κρεατινίνης, ελάττωση του ειδικού βάρους των ούρων, αυξημένο άζωτο ουρίας αίματος (BUN) ή αυξημένη κρεατινίνη ορού ή ολιγουρία. Εάν αυξηθεί η αζωθαιμία ή εμφανισθεί προοδευτική μείωση της διούρησης, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας η οποία δεν είναι εμφανής στους ελέγχους ρουτίνας όπως άζωτο ουρίας αίματος (BUN) ή κρεατινίνη ορού. Ο προσδιορισμός της κάθαρσης κρεατινίνης μπορεί να είναι πιο χρήσιμος. Είναι ιδιαίτερα σημαντική η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ηλικιωμένους ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμινογλυκοσίδες.
Η λειτουργία των νεφρών και της 8ης εγκεφαλικής συζυγίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με έκπτωση ή με υποψία έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας κατά την αρχή της θεραπείας, καθώς και στους ασθενείς στους οποίους η νεφρική λειτουργία είναι αρχικά φυσιολογική αλλά αναπτύσσουν σημεία νεφρικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό πρέπει, όταν είναι εφικτό να παρακολουθούνται, για να εξασφαλίζονται επαρκείς στάθμες και να αποφεύγονται στάθμες που είναι δυνατόν να προκαλέσουν τοξικότητα. Τα ούρα πρέπει να εξετάζονται για ελάττωση του ειδικού βάρους, αύξηση της αποβολής λευκώματος και την παρουσία επιθηλίων ή κυλίνδρων. Το άζωτο ουρίας αίματος, η κρεατινίνη ορού ή η κάθαρση της κρεατινίνης πρέπει να μετρούνται περιοδικά. Διαδοχικά ακοογράμματα πρέπει να γίνονται, όπου είναι εφικτό, σε ασθενείς που είναι σε ηλικία που μπορούν να εξετάζονται, ιδιαίτερα στους ασθενείς υψηλού κινδύνου. Ένδειξη ωτοτοξικότητας (ζάλη, ίλιγγος, εμβοές και απώλεια ακοής) ή νεφροτοξικότητας απαιτεί διακοπή του αντιβιοτικού ή προσαρμογή της δοσολογίας.
Ταυτόχρονη και/ή διαδοχική συστηματική, από το στόμα ή τοπική χρήση άλλων νευροτοξικών ή νεφροτοξικών προϊόντων πρέπει να αποφεύγεται. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο τοξικότητας είναι η προχωρημένη ηλικία και η αφυδάτωση.
H πρόσμιξη αμινογλυκοσιδών με β-λακταμικά αντιβιοτικά (πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες) in vitro μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αμοιβαία αδρανοποίηση. Ελάττωση της δραστικότητας στον ορό μπορεί επίσης να παρατηρηθεί, όταν μία αμινογλυκοσίδη ή ένα αντιβιοτικό τύπου πενικιλλίνης χορηγείται in vivo από χωριστή οδό. Η αδρανοποίηση των αμινογλυκοσιδών έχει κλινική σημασία μόνο σε ασθενείς με βαριά ανεπάρκεια της νεφρικής λειτουργίας. Η αδρανοποίηση μπορεί να συνεχισθεί και στα δείγματα σωματικών υγρών που ελήφθησαν για προσδιορισμούς, με αποτέλεσμα τις ανακριβείς μετρήσεις των αμινογλυκοσιδών. Πρέπει να γίνεται κατάλληλος χειρισμός των δειγμάτων (άμεση εξέταση, κατάψυξη ή επίδραση β-λακταμάσης).
Αλλεργικές αντιδράσειςΤο AMIKAN περιέχει μεταδιθειώδες νάτριο, ένα θειώδες που μπορεί να προκαλέσει σε ορισμένα ευαίσθητα άτομα αντιδράσεις αλλεργικού τύπου, όπως αναφυλακτικά συμπτώματα και απειλητικά για τη ζωή ή λιγότερο βαρέα ασθματικά επεισόδια. Η ευαισθησία στα θειώδη στο γενικό πληθυσμό είναι ασυνήθης ενώ η συνολική συχνότητα εμφάνισης της είναι, πιθανώς, χαμηλή. Η ευαισθησία στα θειώδη παρατηρείται συχνότερα σε ασθματικά παρά σε μη ασθματικά άτομα.
ΆλλεςΟ αμινογλυκοσίδες απορροφώνται ταχέως και σχεδόν πλήρως κατά την τοπική εφαρμογή, εκτός από την ουροδόχο κύστη, σε συνδυασμό με χειρουργικές μεθόδους. Μη αναστρέψιμη κώφωση, νεφρική ανεπάρκεια και θάνατος από νευρομυϊκό αποκλεισμό αναφέρθηκαν μετά από πλύση τόσο μικρών όσο και μεγάλων χειρουργικών πεδίων με ένα σκεύασμα αμινογλυκοσίδης.
Όπως και με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της αμικασίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη αγωγή.
Παιδιατρικός πληθυσμόςΟι αμινογλυκοσίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε πρόωρα και σε νεογέννητα βρέφη λόγω της ανωριμότητας του νεφρού των ασθενών αυτών και της κατά συνέπεια παράτασης του χρόνου ημιζωής αυτών των φαρμάκων στον ορό.
Έμφρακτο της ωχράς κηλίδας που οδηγεί μερικές φορές σε μόνιμη απώλεια της όρασης έχει αναφερθεί μετά από ενδοϋαλοειδική χορήγηση αμικασίνης.
Ταυτόχρονη ή διαδοχική συστηματική ή τοπική χρήση άλλων νευροτοξικών, ωτοτοξικών ή νεφροτοξικών φαρμάκων, ιδιαίτερα βακιτρακίνης, σισπλατίνης, αμφοτερικίνης Β, κυκλοσπορίνης, τακρόλιμους, κεφαλοριδίνης, παρομομυκίνης, βιομυκίνης, πολυμυξίνης Β, κολιστίνης, βανκομυκίνης ή άλλων αμινογλυκοσιδών πρέπει να αποφεύγεται λόγω του ενδεχομένου αθροιστικών δράσεων. Έχει αναφερθεί αυξημένη νεφροτοξικότητα μετά από ταυτόχρονη παρεντερική χορήγηση αμινογλυκοσιδών και κεφαλοσπορινών. Η ταυτόχρονη χρήση κεφαλοσπορίνης μπορεί να δώσει ψευδώς αυξημένες τιμές της κρεατινίνης ορού.
Η ταυτόχρονη χρήση της ενέσιμης αμικασίνης με ισχυρά διουρητικά (αιθακρυνικό οξύ ή φουροσεμίδη) πρέπει να αποφεύγεται, εφόσον τα διουρητικά τα ίδια μπορούν να αποτελούν αιτία ωτοτοξικότητας. Επιπλέον, τα διουρητικά όταν χορηγούνται ενδοφλεβίως, μπορεί να επιτείνουν την τοξική δράση των αμινογλυκοσιδών μεταβάλλοντας τις συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού στον ορό και στους ιστούς.
Μείωση της δραστικότητας στον ορό μπορεί επίσης να εμφανιστεί όταν μία αμινογλυκοσίδη ή φάρμακο τύπου πενικιλλίνης χορηγούνται in vivo από διαφορετικές οδούς.
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπασβεστιαιμίας όταν οι αμινογλυκοσίδες χορηγούνται με διφωσφονικά.
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας και πιθανώς ωτοτοξικότητας όταν οι αμινογλυκοσίδες χορηγούνται με παράγωγα πλατίνης.
Η ταυτόχρονα χορηγούμενη θειαμίνη (βιταμίνη Β1) μπορεί να καταστραφεί από το δραστικό διθειώδες νάτριο που υπάρχει στη σύνθεση του προϊόντος.
Η ινδομεθακίνη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της αμικασίνης στο πλάσμα στα νεογνά.
Yπάρχει κίνδυνος αναπνευστικής παράλυσης σε ασθενείς που λαμβάνουν αναισθητικά, φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό όπως σουκκινυλοχολίνη, δεκαμεθόνιο,
ατρακούριο, ροκουρόνιο, βεκουρόνιο ή σε ασθενείς που τους χορηγούνται μαζικές μεταγγίσεις αίματος με κιτρικά σαν αντιπηκτικά.
Η αμικασίνη πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες και νεογέννητα βρέφη μόνο όταν είναι σαφώς απαραίτητο και υπό ιατρική παρακολούθηση (βλ. παράγραφο 4.4).
Είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση αμινογλυκοσιδών κατά την κύηση. Οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο. Οι αμινογλυκοσίδες διέρχονται τον πλακούντα και υπάρχουν αναφορές ολικής μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης συγγενούς κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν στρεπτομυκίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μολονότι δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στα βρέφη ή τα νεογέννητα κατά τη θεραπεία εγκύων γυναικών με άλλες αμινογλυκοσίδες, κίνδυνος βλάβης υφίσταται.
Εάν η αμικασίνη χρησιμοποιηθεί κατά την εγκυμοσύνη ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ της χορηγείται το φάρμακο αυτό, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
ΘηλασμόςΔεν είναι γνωστό, εάν η αμικασίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία.
ΓονιμότηταΣε μελέτες τοξικότητας κατά την αναπαραγωγή που έγιναν σε ποντικούς και αρουραίους δεν αναφέρθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα ή εμβρυϊκή τοξικότητα.
Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες για την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Λόγω της εμφάνισης κάποιων ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.8) η ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να επηρεαστεί.
Όλες οι αμινογλυκοσίδες έχουν τη δυνατότητα πρόκλησης ωτοτοξικότητας, νεφροτοξικότητας και εκδηλώσεων νευρομυϊκού αποκλεισμού. Οι τοξικές αυτές δράσεις εμφανίζονται πιο συχνά σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα ωτοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα και ασθενείς στους οποίους παρατείνεται η θεραπεία και/ή λαμβάνουν υψηλότερες δόσεις από τις συνιστώμενες (βλ. παράγραφο 4.4).
Ο κατάλογος παρατίθεται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRA ορολογία και κατά συχνότητα, χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Όρος κατά MedDRA |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Επιλοιμώξεις ή αποικισμός με ανθεκτικάβακτήρια ή ζυμομύκητεςa |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Σπάνιες | Αναιμία, ηωσινοφιλία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστής συχνότητας | Αναφυλακτική απάντηση (αναφυλακτική αντίδραση, αναφυλακτική καταπληξία καιαναφυλακτοειδής αντίδραση), υπερευαισθησία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Σπάνιες | Υπομαγνησιαιμία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Μη γνωστής συχνότητας | Παράλυσηa |
| Σπάνιες | Τρόμοςa, παραισθησίαa, κεφαλαλγία, διαταραχή της ισορροπίαςa | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες | Τύφλωσηb, έμφρακτο τουαμφιβληστροειδούςb |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Σπάνιες | Εμβοέςa, υποακοΐαa |
| Μη γνωστής συχνότητας | Κώφωσηa, νευροαισθητήρια κώφωσηa | |
| Αγγειακές διαταραχές | Σπάνιες | Υπόταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα καιτου μεσοθωράκιου | Μη γνωστής συχνότητας | Άπνοια, βρογχόσπασμος |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Όχι συχνές | Ναυτία, έμετος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές | Εξάνθημα |
| Σπάνιες | Κνησμός, κνίδωση | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Σπάνιες | Αρθραλγία, μυϊκές συσπάσειςa |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Μη γνωστήςσυχνότητας | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, τοξικήνεφροπάθεια, επιθήλια στα ούραa |
| Σπάνιες | Ολιγουρίαa, αύξηση της κρεατινίνης |
| ορούa, λευκωματουρίαa, αζωθαιμίαa, ερυθροκύτταρα στα ούραa, λευκοκύτταρα στα ούραa | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | Σπάνιες | Πυρεξία |
a Βλέπε παράγραφο 4.4
b Η αμικασίνη δεν προορίζεται για ενδοϋαλοειδική χρήση. Τύφλωση και έμφρακτο του αμφιβληστροειδούς έχουν αναφερθεί μετά από ενδοϋαλοειδική χορήγηση (ένεση στο μάτι) αμικασίνης.
Οι μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας είναι συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή του φαρμάκου.
Η τοξική δράση στην 8η εγκεφαλική συζυγία μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της ακοής, απώλεια της ισορροπίας ή και στα δύο. Η αμικασίνη επηρεάζει κυρίως την ακουστική λειτουργία. Η κοχλιακή βλάβη περιλαμβάνει κώφωση στις υψηλές συχνότητες και συνήθως εμφανίζεται πριν ανιχνευθεί κλινικά η απώλεια της ακοής με ακοομετρική δοκιμασία (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός ΦαρμάκωνΜεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας υπάρχει γενικός κίνδυνος νεφρο-, ωτο- και νευροτοξικών (νευρομυϊκός αποκλεισμός) αντιδράσεων. Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός με αναπνευστική ανακοπή απαιτεί κατάλληλη αντιμετώπιση όπως εφαρμογή ιοντικού ασβεστίου (π.χ. ως γλυκονικό ή λακτοβιονικό σε διάλυμα 10-20%) (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας ή τοξικής αντίδρασης, η περιτοναϊκή κάθαρση ή η αιμοκάθαρση θα υποβοηθήσουν στην απομάκρυνση της αμικασίνης από το αίμα. Οι στάθμες της αμικασίνης ελαττώνονται επίσης κατά τη συνεχή αρτηριοφλεβική αιμοδιήθηση. Στα νεογέννητα βρέφη μπορεί επίσης να γίνει αφαιμαξομετάγγιση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - AMIKAN 500MG/2ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά για συστημική χρήση, αντιβακτηριακές αμινογλυκοσίδες, άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06
Μικροβιολογία
Η αμικασίνη δρα in vitro εναντίον των παρακάτω βακτηρίων:
Αρνητικά (-) κατά Gram βακτήρια: Pseudomonas sp, Escherichia coli, Proteus sp (θετικοί και αρνητικοί στην ινδόλη), Providencia sp, Klebsiella sp, Enterobacter sp, Serratia sp, Acinetobacter sp και Citrobacter freundii.
Στελέχη των παραπάνω μικροοργανισμών ανθεκτικά σε άλλες αμινογλυκοσίδες όπως στη γενταμυκίνη, τομπραμυκίνη και καναμυκίνη, μπορεί να είναι ευαίσθητα in vitro στην αμικασίνη. Η αμικασίνη ανθίσταται στην αποδόμηση από τα περισσότερα ένζυμα που αδρανοποιούν τις αμινογλυκοσίδες και ως γνωστόν επηρεάζουν τη γενταμικίνη, τομπραμυκίνη και καναμυκίνη.
In vitro μελέτες έδειξαν ότι η αμικασίνη σε συνδυασμό με ένα β-λακταμικό αντιβιοτικό δρα συνεργικά εναντίον πολλών, κλινικά σημαντικών, αρνητικών (-) κατά Gram μικροοργανισμών. Επίμονη καταστολή της βακτηριακής ανάπτυξης πολλών αρνητικών (-) κατά Gram μικροοργανισμών εμφανίζεται μετά την in vitro έκθεση στην αμικασίνη.
Θετικά (+) κατά Gram: Staphylococcus sp που παράγει και που δεν παράγει πενικιλλινάση, περιλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη. O ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus (MRSA) μπορεί να μην είναι πλήρως ευαίσθητος στην αμικασίνη. Οι αμινογλυκοσίδες γενικά αποδείχθηκε ότι έχουν μικρή δραστικότητα εναντίον άλλων θετικών (+) κατά Gramπ.χ. Streptococcus pyogenes, εντεροκόκκων και Streptococcus pneumoniae.
Δοκιμασίες ευαισθησίας με δίσκο
Ποσοτικές μέθοδοι που απαιτούν μέτρηση των διαμέτρων ζώνης παρέχουν ακριβείς εκτιμήσεις της ευαισθησίας στο αντιβιοτικό. Μια τέτοια διαδικασία με δίσκους συνιστάται να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της ευαισθησίας στην αμικασίνη. Η ερμηνεία περιλαμβάνει συσχέτιση των διαμέτρων που λαμβάνονται στη δοκιμασία με το δίσκο με τις MIC τιμές της αμικασίνης. Για πληροφορίες σχετικά με τα όρια της
δοκιμής ευαισθησίας με δίσκο ανατρέξτε στον παρακάτω σύνδεσμο: https://www.eucast.org/clinical_breakpoints.
Όρια δοκιμής της ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της
δοκιμής ευαισθησίας που έχουν θεσπιστεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου
ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (EUCAST) για την Αμικασίνη και παρατίθενται παρακάτω (έκδοση 14.0, έγκυρη από 01-01-2024):
Οργανισμός Οριακά σημεία της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC)
σύμφωνα με την EUCAST (mg/L)
S ≤ R >
Acinetobacter spp
-
συστηματικές λοιμώξεις (8)1 (8)1
-
λοιμώξεις των ουροφόρων οδών 8 8
Enterobacterales2
-
συστηματικές λοιμώξεις (8)1 (8)1
-
λοιμώξεις των ουροφόρων οδών 8 8
Enterococcus spp3 Σημ.4 Σημ.4
Haemophilus influenzae IE IE
Moraxella catarrhalis IE IE
Pseudomonas spp
-
συστηματικές λοιμώξεις (16)1 (16)1
-
λοιμώξεις των ουροφόρων οδών 16 16
Staphylococcus spp
- S. aureus (16)1 (16)1
-
Αρνητικοί στην πηκτάση σταφυλόκοκκοι (16)1 (16)1
Viridans group streptococci3 Σημ.5 Σημ.5
-
Για πληροφορίες σχετικά με τη χρήση των οριακών σημείων σε παρενθέσεις ανατρέξτε στην ιστοσελίδα https://www.eucast.org/eucastguidancedocuments/
-
Τα οριακά σημεία δεν ισχύουν για το στέλεχος Plesiomonas shigelloides, καθώς οι αμινογλυκοσίδες έχουν χαμηλή ενδογενή δραστικότητα έναντι αυτού του είδους.
-
Οι εντερόκκοκκοι και οι στρεπτόκοκκοι της ομάδας viridans είναι ανθεκτικοί στις αμινογλυκοσίδες όταν χρησιμοποιούνται ως μονοθεραπεία. Ωστόσο, η συνέργεια με β-λακτάμες ή γλυκοπεπτίδια είναι πιθανή εάν το στέλεχος που απομονώθηκε δεν εκφράζει τροποποιητικά ένζυμα αμινογλυκοσιδών.
-
Η γενταμικίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της παρουσίας τροποποιητικών ενζύμων των αμινογλυκοσιδών (υψηλή ανθεκτικότητα στις αμινογλυκοσίδες).
Αρνητικό τεστ: τιμές MIC ≤ 128 mg/L ή διάμετρο ζώνης ≥ 8 mm υποδεικνύουν την απουσία τροποποιητικών ενζύμων αμινογλυκοσιδών. Επομένως, μπορεί να αναμένεται συνέργεια με πενικιλλίνες ή γλυκοπεπτίδια εάν το στέλεχος που απομονώθηκε είναι ευαίσθητο στην πενικιλλίνη ή στα γλυκοπεπτίδια. Αυτό μπορεί να μην ισχύει για άλλες αμινογλυκοσίδες.
Θετικό τεστ: τιμές MIC > 128 mg/L ή διάμετρο ζώνης < 8 mm υποδεικνύουν την παρουσία τροποποιητικών ενζύμων αμινογλυκοσιδών. Συνδυασμοί μεταξύ αμινογλυκοσιδών και πενικιλλινών ή γλυκοπεπτιδίων δεν εμφανίζουν συνέργεια, με την εξαίρεση της στρεπτομυκίνης που πρέπει να ελεγχθεί ξεχωριστά, εάν απαιτείται.
-
Η γενταμικίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της παρουσίας τροποποιητικών ενζύμων των αμινογλυκοσιδών (υψηλή ανθεκτικότητα στις αμινογλυκοσίδες).
Αρνητικό τεστ: τιμές MIC ≤ 128 mg/L υποδεικνύουν την απουσία τροποποιητικών ενζύμων αμινογλυκοσιδών. Επομένως, μπορεί να αναμένεται συνέργεια με πενικιλλίνες ή γλυκοπεπτίδια, εάν το στέλεχος που απομονώθηκε είναι ευαίσθητο στην πενικιλλίνη ή στα γλυκοπεπτίδια.
Θετικό τεστ: τιμές MIC > 128 mg/L υποδεικνύουν την παρουσία τροποποιητικών ενζύμων αμινογλυκοσιδών. Συνδυασμοί μεταξύ αμινογλυκοσιδών και πενικιλλινών ή γλυκοπεπτιδίων δεν εμφανίζουν συνέργεια.
Σε φυσιολογικά ενήλικα άτομα, ο μέσος χρόνος ημιζωής στον ορό υπερβαίνει ελαφρά τις 2 ώρες με μέσο ολικό φαινομενικό όγκο κατανομής 24 λίτρων, περίπου 28% του σωματικού βάρους. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του ορού κυμαίνεται από 0 έως 11%. Ο μέσος ρυθμός κάθαρσης στον ορό είναι περίπου 100 ml/min και ο ρυθμός της νεφρικής κάθαρσης είναι 94 ml/min σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Η αμικασίνη απεκκρίνεται κυρίως με σπειραματική διήθηση. Ασθενείς με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία ή ελάττωση της σπειραματικής διήθησης απεκκρίνουν το αντιβιοτικό πολύ βραδύτερα, παρατείνοντας το χρόνο ημιζωής στον ορό. Επομένως, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και η δοσολογία να προσαρμόζεται ανάλογα (βλ. παράγραφο 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης, Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας»).
Μετά τη χορήγηση στις συνιστώμενες δόσεις, θεραπευτικές στάθμες ανευρίσκονται στα οστά, την καρδιά, τη χοληδόχο κύστη και τον πνευμονικό ιστό μαζί με σημαντικές συγκεντρώσεις στα ούρα, τη χολή, τα πτύελα, τις βρογχικές εκκρίσεις, το διάμεσο, το πλευριτικό και το αρθρικό υγρό.
Δεδομένα από κλινικές μελέτες πολλαπλών ημερησίων δόσεων αποδεικνύουν ότι οι στάθμες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε φυσιολογικά βρέφη ανέρχονται περίπου στο 10 έως 20% των συγκεντρώσεων στον ορό και μπορούν να φθάσουν το 50% επί φλεγμονής των μηνίγγων.
Ενδομυϊκή χορήγηση:Η αμικασίνη μετά από ενδομυϊκή χορήγηση απορροφάται γρήγορα και είναι καλά ανεκτή τοπικά. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό περίπου 12, 16 και 21 mcg/ml λαμβάνονται μία ώρα μετά από εφάπαξ ενδομυκή χορήγηση δόσεων 250 mg (3,7 mg/kg), 375 mg (5 mg/kg) και 500 mg (7,5 mg/kg), αντίστοιχα. Σε 10 ώρες τα επίπεδα στο πλάσμα είναι περίπου 0,3 mcg/ml, 1,2 mcg/ml και 2,1 mcg/ml, αντίστοιχα. Όταν το φάρμακο χορηγείται στη συνιστώμενη δοσολογία, δεν υπάρχει ένδειξη άθροισης με την επανάληψη των δόσεων επί 10 ημέρες.
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία το 91,9% μιας ενδομυϊκής δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο με τα ούρα τις πρώτες 8 ώρες και το 98,2% μέσα σε 24 ώρες. Οι
μέσες συγκεντρώσεις στα ούρα για 6 ώρες είναι 563 mcg/ml μετά από χορήγηση δόσης 250 mg, 697 mcg/ml μετά από χορήγηση δόσης 375 mg και 832 mcg/ml μετά από χορήγηση δόσης 500 mg.
Ενδοφλέβια χορήγηση:Εφάπαξ δόσεις 500 mg (7,5 mg/kg) που χορηγήθηκαν σε φυσιολογικούς ενήλικες εθελοντές με έγχυση διάρκειας 30 λεπτών έδωσαν μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 38 mcg/ml στο τέλος της έγχυσης και συγκεντρώσεις 24 mcg/ml, 18 mcg/ml και 0,75 mcg/ml στα 30 λεπτά,
1 ώρα και 10 ώρες μετά την έγχυση, αντίστοιχα. Το 84% της δόσης που χορηγήθηκε απεκκρίθηκε με τα ούρα σε 9 ώρες και το 94% σε 24 ώρες. Επαναλαμβανόμενες εγχύσεις 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες σε φυσιολογικούς ενήλικες ήταν καλά ανεκτές και δεν προκάλεσαν άθροιση του φαρμάκου.
Ενδοφλέβια χορήγηση εφάπαξ δόσεων 15 mg/kg σε διάστημα μεγαλύτερο των 30 λεπτών σε ενήλικες εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είχε ως αποτέλεσμα μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό 77 mcg/ml και επίπεδα 47 mcg/ml και 1 mcg/ml σε 1 και 12 ώρες, αντίστοιχα, μετά την έγχυση. Παρατηρούνται μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό της τάξης των 55 mcg/ml μετά από έγχυση 15 mg/kg σε διάστημα 30 λεπτών σε ηλικιωμένους ασθενείς (μέση κάθαρση κρεατινίνης 64 ml/min) με συγκεντρώσεις στον ορό της τάξης των 5,4 mcg/ml σε 12 ώρες και 1,3 mcg/ml σε 24 ώρες μετά την έγχυση. Σε μελέτες με πολλαπλές δόσεις, δεν παρατηρήθηκε άθροιση σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που έλαβαν δόσεις 15 έως 20 mg/kg μία φορά την ημέρα.
Ενδομυϊκή και ενδοφλέβια χορήγηση:Στα νεογέννητα και ιδιαίτερα στα πρόωρα, η νεφρική απέκκριση της αμικασίνης είναι ελαττωμένη.
Σε μία μελέτη, νεογέννητα (ηλικίας 1-6 ημερών μετά τη γέννηση) ομαδοποιήθηκαν ανάλογα με το βάρος κατά τη γέννηση (<2000, 2000-3000 και >3000 g). Αμικασίνη χορηγήθηκε ενδομυϊκά και/ή ενδοφλέβια σε δόση 7,5 mg/kg. Η κάθαρση σε νεογέννητα >3000 g ήταν 0,84 ml/min/kg και ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 7 ώρες. Σε αυτήν την ομάδα, ο αρχικός όγκος κατανομής και ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 0,3 ml/kg και 0,5 ml/kg, αντίστοιχα. Στις ομάδες με το χαμηλότερο βάρος κατά τη γέννηση, η κάθαρση/kg ήταν χαμηλότερη και ο χρόνος ημιζωής μεγαλύτερος. Επαναλαμβανόμενη χορήγηση ανά 12ωρο σε όλες τις παραπάνω ομάδες δεν έδειξε άθροιση μετά από 5 ημέρες.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - AMIKAN 500MG/2ML
Η πρόσμιξη αμινογλυκοσιδών με β-λακταμικά αντιβιοτικά (πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες) in vitro μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αμοιβαία αδρανοποίηση. Ελάττωση της δραστικότητας στον ορό μπορεί επίσης να παρατηρηθεί, όταν μία αμινογλυκοσίδη ή ένα αντιβιοτικό τύπου πενικιλλίνης χορηγείται in vivo από χωριστή οδό. Η αδρανοποίηση των αμινογλυκοσιδών έχει κλινική σημασία μόνο σε ασθενείς με βαριά ανεπάρκεια της νεφρικής λειτουργίας. Η αδρανοποίηση μπορεί να συνεχισθεί και στα δείγματα σωματικών υγρών που ελήφθησαν για προσδιορισμούς, με αποτέλεσμα τις ανακριβείς μετρήσεις των αμινογλυκοσιδών. Πρέπει να γίνεται κατάλληλος χειρισμός των δειγμάτων (άμεση εξέταση, κατάψυξη ή επίδραση β-λακταμάσης).
24 μήνες
Το AMIKAN που έχει διαλυθεί σε συγκεντρώσεις 5.0mg/ml, 10.0mg/ml και 25mg/ml διατηρείται σταθερό επί 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (25 ± 2°C) και ψυγείου (2°C - 8°C), στα παρακάτω διαλύματα:
5% Dextrose Injection
0.9% Sodium Chloride Injection
Κάθε κουτί περιέχει 1 γυάλινο φιαλίδιο. Κάθε φιαλίδιο περιέχει 2 ml ενέσιμο διάλυμα.
και άλλος χειρισμός
Τα προϊόντα για παρεντερική χρήση πρέπει να εξετάζονται οπτικά για την ύπαρξη σωματιδίων και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση, όποτε το διάλυμα και ο περιέκτης το επιτρέπουν.
Οι αμινογλυκοσίδες που χορηγούνται με οποιoδήποτε τρόπο δεν πρέπει να αναμειγνύονται με άλλα φάρμακα αλλά πρέπει να χορηγούνται ξεχωριστά.
Λόγω της ενδεχόμενης τοξικής επίδρασης των αμινογλυκοσιδών, οδηγίες για τη χορήγηση
«σταθερών δόσεων» που δεν υπολογίζονται στο σωματικό βάρος, δεν συνιστώνται. Είναι απαραίτητος ο υπολογισμός της δοσολογίας ώστε να αρμόζει στις ανάγκες κάθε ασθενούς.
Ενδοφλέβια χορήγηση: Παρασκευή των διαλυμάτων
Το διάλυμα για ενδοφλέβια χρήση παρασκευάζεται με την προσθήκη της επιθυμητής δόσης σε 100 ml ή 200 ml στείρου διαλύτη όπως διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή 5% δεξτρόζη σε νερό ή οποιοδήποτε άλλο συμβατό διάλυμα.
Στους παιδιατρικούς ασθενείς, η ποσότητα του υγρού που θα χρησιμοποιηθεί εξαρτάται από την ποσότητα που θα γίνει ανεκτή από τον ασθενή. Θα πρέπει να είναι μία ποσότητα επαρκής για την έγχυση της αμικασίνης μέσα σε χρονικό διάστημα 30 έως 60 λεπτών.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.