Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
4
14
1
7
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ.ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

AMIKACIN/VIOSER SOL.INF 5MG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ΒΙΟΣΕΡ Α.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΕΝΤΕΡΙΚΩΝ ΔΙΑΛΥΜΑΤΩΝ Δ.Τ. ΒΙΟΣΕΡ Α.Ε.
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - AMIKACIN/VIOSER 5MG/ML

Ενδείξεις

Για τη θεραπεία των ακόλουθων σοβαρών λοιμώξεων που οφείλονται σε βακτήρια ευαίσθητα στην αμικασίνη (βλ. παράγραφο 5.1), όταν λιγότερο τοξικοί αντιμικροβιακοί παράγοντες δεν είναι αποτελεσματικοί:

  • Νοσοκομειακές λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού, συμπεριλαμβανομένης σοβαρής πνευμονίας,

  • Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης περιτονίτιδας,

  • Επιπλεγμένες και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος,

  • Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων, συμπεριλαμβανομένων λοιμώξεων από πληγές εγκαυμάτων,

  • Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα,

  • Μετεγχειρητικές ενδοκοιλιακές λοιμώξεις.

    Το Amikacin/ VIOSER 5 mg/ml διάλυμα για έγχυση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία ασθενών με βακτηριαιμία που σχετίζεται ή εικάζεται ότι σχετίζεται με οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που παρατίθενται παραπάνω.

    Το Amikacin /VIOSER 5 mg/ml διάλυμα για έγχυση χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με άλλα κατάλληλα αντιβιοτικά, ώστε να καλύπτεται το βακτηριακό φάσμα που απαντάται στην αντίστοιχη λοίμωξη.

    Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

Δοσολογία

Δοσολογία

Θα πρέπει να προσδιορίζεται το σωματικό βάρος του ασθενούς πριν από τη θεραπεία για τον υπολογισμό της σωστής δοσολογίας.

Η ακρίβεια ως προς τη χορήγηση δόσης βελτιώνεται όταν το Amikacin /VIOSER 5 mg/ml διάλυμα για έγχυση χορηγείται με αντλία έγχυσης.

Για την αποφυγή υπερδοσολογίας, ιδιαίτερα στα παιδιά, θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη διαθέσιμη περιεκτικότητα.

Παρακολούθηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου

Η κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να εκτιμάται μέσω μέτρησης της συγκέντρωσης της κρεατινίνης στον ορό ή υπολογισμού του ρυθμού ενδογενούς κάθαρσης κρεατινίνης. Το άζωτο ουρίας αίματος (BUN) είναι πολύ λιγότερο αξιόπιστο για αυτόν τον σκοπό. Η επαναξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιείται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Όπου είναι εφικτό, θα πρέπει να μετρώνται οι συγκεντρώσεις αμικασίνης στον ορό, ώστε να διασφαλίζονται επαρκή αλλά όχι υπερβολικά επίπεδα. Είναι επιθυμητό να μετριέται τόσο η ανώτατη όσο και η κατώτατη συγκέντρωση στον ορό περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Θα πρέπει να αποφεύγονται ανώτατες συγκεντρώσεις (30-90 λεπτά μετά την ένεση) άνω των 35 mcg/mL και κατώτατες συγκεντρώσεις (ακριβώς πριν από την επόμενη δόση) άνω των 10 mcg/mL.

Η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως ενδείκνυται. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ανώτατες συγκεντρώσεις μπορεί να υπερβαίνουν τα 35 μικρογραμμάρια/ml.

Συνιστάται ένθερμα η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Διάρκεια της θεραπείας

Η συνολική διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιορίζεται σε 7 έως 10 ημέρες, ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Σε σοβαρές και επιπλεγμένες λοιμώξεις, όπου η θεραπεία με αμικασίνη υπερβαίνει τις 10 ημέρες, η καταλληλότητα της θεραπείας με αμικασίνη θα πρέπει να επαναξιολογείται καθώς η πιθανή συνέχιση της θεραπείας απαιτεί, επιπλέον της παρακολούθησης των επιπέδων αμικασίνης στον ορό, την παρακολούθηση της νεφρικής, ακουστικής και αιθουσαίας λειτουργίας.

Ασθενείς με λοιμώξεις που οφείλονται σε ευαίσθητους μικροοργανισμούς θα πρέπει να ανταποκρίνονται στη θεραπεία εντός 24 έως 48 ωρών με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα. Σε περίπτωση που δεν παρατηρηθεί σαφής κλινική ανταπόκριση εντός τριών έως πέντε ημερών, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και θα πρέπει να ελέγχεται εκ νέου το πρότυπο ευαισθησίας στα αντιβιοτικά του οργανισμού που εισβάλλει. Η αποτυχία ανταπόκρισης της λοίμωξης μπορεί να οφείλεται στην αντοχή του οργανισμού ή στην παρουσία σηπτικών εστιών που απαιτούν χειρουργική παροχέτευση.

Ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥60 ml/λεπτό)

Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά άνω των 12 ετών (σωματικό βάρος άνω των 33 kg)

Η συνιστώμενη ενδοφλέβια δοσολογία για ενήλικες και εφήβους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥60 ml/λεπτό) είναι 15 mg/kg σωματικού βάρους ανά ημέρα, η οποία μπορεί να χορηγηθεί ως εφάπαξ ημερήσια δόση ή διαιρεμένη σε 2 ίσες δόσεις, δηλαδή 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες.

Η συνολική ημερήσια δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 1,5 g. Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ασθενείς με εμπύρετη ουδετεροπενία, η χορήγηση δόσης θα πρέπει να πραγματοποιείται δύο φορές ημερησίως, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως.

Βρέφη, νήπια και παιδιά (4 εβδομάδων έως 12 ετών)

Η συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση (αργή ενδοφλέβια έγχυση) σε παιδιά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι 15-20 mg/kg ΣΒ/ημέρα, η οποία μπορεί να χορηγηθεί ως 15-20 mg/kg ΣΒ μία φορά ημερησίως ή ως 7,5 mg/kg ΣΒ κάθε 12 ώρες. Σε ασθενείς που πάσχουν από ενδοκαρδίτιδα και εμπύρετη ουδετεροπενία, η χορήγηση δόσης θα πρέπει να πραγματοποιείται δύο φορές ημερησίως, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως.

Νεογνά

Αρχική δόση εφόδου 10 mg/kg ΣΒ ακολουθούμενη από 7,5 mg/kg ΣΒ κάθε 12 ώρες (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Πρόωρα βρέφη

Η συνιστώμενη δόση σε πρόωρα βρέφη είναι 7,5 mg/kg ΣΒ κάθε 12 ώρες (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Όγκοι έγχυσης σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία

Δοσολογία σε mg ανά kg σωματικού βάρους
Σωματικόβάρος
Αμικασίνη 5 mg / ml (100 ml = 500 mg)
2,5 kg 5 kg 10 kg 12,5 kg 20 kg 30 kg 40 kg 50 kg 60 kg 70 kg
Αμικασίνη σε mg/ kg σωματικούβάρους
7,5 3,75 7,50 15,00 18,75 30,00 45,00 60,00 75,00 90,00 105,00 ml
15 7,50 15,00 30,00 37,50 60,00 90,00 120,00 150,00 180,00 210,00
20 10,00 20,00 40,00 50,00 80,00 120,00 160,00 200,00 240,00 280,00

Μέγιστη ημερήσια δόση

Η συνολική ημερήσια δόση μέσω οποιασδήποτε οδού χορήγησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 15-20 mg/kg ΣΒ/ημέρα.

Λόγω της ανάγκης για προσαρμογές της δόσης, δεν συνιστάται χορήγηση αμικασίνης μία φορά ημερησίως για ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, νεφρική ανεπάρκεια, κυστική ίνωση, ασκίτη, ασθενείς με εκτεταμένα εγκαύματα (άνω του 20% του δέρματος), ηλικιωμένους ασθενείς και στην κύηση.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/λεπτό)

Η χορήγηση αμικασίνης μία φορά ημερησίως δεν συνιστάται σε ασθενείς με διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/λεπτό), καθώς αυτοί οι ασθενείς θα εμφανίζουν παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές κατώτατες συγκεντρώσεις. Βλ. παρακάτω τις προσαρμογές δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι οποίοι συνήθως λαμβάνουν δόση δύο ή τρεις φορές ημερησίως, οι συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται μέσω κατάλληλων διαδικασιών προσδιορισμού. Οι δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία είτε μέσω χορήγησης κανονικών δόσεων σε παρατεταμένα μεσοδιαστήματα είτε μέσω χορήγησης μειωμένων δόσεων σε σταθερά μεσοδιαστήματα, προκειμένου να αποφεύγεται η συσσώρευση της αμικασίνης.

Αμφότερες οι μέθοδοι βασίζονται στις τιμές κάθαρσης κρεατινίνης ή κρεατινίνης ορού του ασθενούς, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι αυτές σχετίζονται με τους χρόνους ημίσειας ζωής των αμινογλυκοσιδών σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Αυτά τα δοσολογικά σχήματα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με προσεκτική κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση του ασθενούς και θα πρέπει να τροποποιούνται όπως απαιτείται, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης όταν διενεργείται αιμοκάθαρση.

Επέκταση του μεσοδιαστήματος μεταξύ των δόσεων με κανονικές δόσεις

Αν ο ρυθμός κάθαρσης της κρεατινίνης δεν είναι διαθέσιμος και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων σε ώρες για την κανονική εφάπαξ δόση (δηλαδή αυτήν που θα χορηγούνταν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία βάσει σχήματος χορήγησης δύο φορές ημερησίως, 7,5 mg/kg) υπολογίζεται ως 9 φορές το επίπεδο κρεατινίνης ορού. Αν για παράδειγμα η συγκέντρωση κρεατινίνης είναι 2 mg/100 ml, τότε η συνιστώμενη εξατομικευμένη εφάπαξ δόση (7,5 mg/kg σωματικού βάρους) πρέπει να χορηγείται κάθε 2 x 9 = 18 ώρες.

Μείωση δόσης με κανονικά μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων

Αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα αποτελέσματα προσδιορισμού στον ορό και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, οι τιμές κρεατινίνης ορού και κάθαρσης κρεατινίνης είναι οι πιο άμεσα διαθέσιμοι δείκτες του βαθμού νεφρικής δυσλειτουργίας για να χρησιμοποιηθούν ως οδηγός για τη δοσολογία.

κάθαρση κρεατινίνηςτρέχουσα [ml/λεπτό]

μειωμένη δόση αμικασίνης = × υπολογισμένη δόση εφόδου αμικασίνης: [mg] κάθαρση κρεατινίνηςφυσιολογική [ml/λεπτό]

Για ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και γνωστή κάθαρση κρεατινίνης, η δόση εφόδου είναι αμικασίνη 7,5 mg/kg σωματικού βάρους. Η δόση συντήρησης που χορηγείται ανά διαστήματα 12 ωρών θα πρέπει να μειώνεται αναλογικά προς τη μείωση του ρυθμού κάθαρσης κρεατινίνης του ασθενούς και υπολογίζεται με την εξίσωση:

Οι τιμές που παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κατευθυντήριες:

Κάθαρση κρεατινίνης (ml/λεπτό)

Ημερήσια δόση αμικασίνης (mg/kg σωματικού βάρους ανά ημέρα)

Δόση αμικασίνης ανά 12 ώρες για ασθενή σωματικού βάρους 70 kg [mg]

50 – 59 5,4 – 6,4 186 – 224
40 – 49 4,2 – 5,4 147 – 186
30 – 39 3,2 – 4,2 112 – 147
20 – 29 2,1 – 3,1 77 – 112
15 – 19 1,6 – 2,0 56 – 77

Τα παραπάνω δοσολογικά σχήματα δεν προορίζονται να αποτελέσουν αυστηρές συστάσεις, αλλά παρέχονται ως οδηγοί για τη δοσολογία όταν δεν είναι εφικτή η μέτρηση των επιπέδων αμικασίνης στον ορό.

Ένας εναλλακτικός γενικός οδηγός για τον καθορισμό μειωμένης δοσολογίας ανά διαστήματα δώδεκα ωρών (για ασθενείς των οποίων είναι γνωστές οι τιμές κρεατινίνης στον ορό σε σταθερή κατάσταση) είναι να διαιρείται η φυσιολογικά συνιστώμενη δόση με την κρεατινίνη ορού του ασθενούς.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση

Η αιμοκάθαρση απομακρύνει εύκολα την αμικασίνη από το αίμα, με πάνω από το 90% της δόσης να αποβάλλεται εντός 4 ωρών. Στους ασθενείς με ανουρία χορηγείται κανονική αρχική δόση (7,5 mg/kg). Οι επόμενες δόσεις, που χορηγούνται μετά την αιμοκάθαρση, θα είναι περίπου 2,5 έως 3,75 mg/kg.

H παρακολούθηση των επιπέδων στον ορό είναι απαραίτητη.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε περιτοναϊκή κάθαρση

Η περιτοναϊκή κάθαρση είναι κατά πολύ λιγότερο αποτελεσματική, με μόνο το 30% της χορηγηθείσας δόσης να μπορεί να αποβληθεί σε 12 ώρες.

Χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως

Σε κλινικές καταστάσεις με αυξημένο όγκο κατανομής, η πρώτη δόση, η δόση εφόδου, θα είναι μεταξύ 20 και 30 mg/kg και, στη συνέχεια, πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την Cmax.

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις συντήρησης από τους νεότερους ενήλικες προκειμένου να επιτευχθούν θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

Παχύσαρκοι ασθενείς

Η αμικασίνη διαχέεται ελάχιστα στον λιπώδη ιστό. Για τους παχύσαρκους ασθενείς, συνιστάται να υπολογίζεται η δόση με βάση το προσαρμοσμένο βάρος.

Η εξίσωση για τον υπολογισμό του βάρους που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της δοσολογίας σε παχύσαρκους ασθενείς (Ρ1) είναι η εξής:

P1 = PI + (PA - PI) × 0,4

PI = ιδανικό βάρος PA = τρέχον βάρος

Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη δόση των 1,5 g ανά ημέρα. Ασθενείς με ασκίτη

Πρέπει να χορηγούνται υψηλότερες δόσεις προκειμένου να επιτευχθούν επαρκείς συγκεντρώσεις στον ορό λόγω της σχετικά μεγαλύτερης κατανομής στο εξωκυττάριο υγρό.

Τρόπος χορήγησης

Ενδοφλέβια χρήση.

Το προτιμώμενο χρονικό διάστημα για μία έγχυση σε ενήλικες είναι 30 λεπτά, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως και 60 λεπτά.

Σε παιδιατρικούς ασθενείς, το διάλυμα θα πρέπει κανονικά να εγχέεται σε διάστημα 30 έως 60 λεπτών. Τα βρέφη θα πρέπει να λαμβάνουν έγχυση διάρκειας 1 έως 2 ωρών.

Πρόκειται για ένα έτοιμο προς χρήση σκεύασμα, το οποίο δεν θα πρέπει να αραιωθεί πριν από τη χορήγηση και το οποίο προορίζεται για μία μόνο χρήση.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στην αμικασίνη ή σε άλλες αμινογλυκοσίδες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

  • Ιστορικό υπερευαισθησίας ή σοβαρών τοξικών αντιδράσεων στις αμινογλυκοσίδες μπορεί να αποτελεί αντένδειξη στη χρήση οποιασδήποτε αμινογλυκοσίδης λόγω των γνωστών διασταυρούμενων ευαισθησιών των ασθενών σε φάρμακα αυτής της κατηγορίας.

Προειδοποιήσεις

Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση σε ασθενείς με:

  • νεφρική δυσλειτουργία

  • ακουστική ή αιθουσαία βλάβη

  • νευρομυϊκές διαταραχές (π.χ. βαρεία μυασθένεια (μυασθένεια gravis), παρκινσονισμός καθώς η μυϊκή αδυναμία ενδέχεται να επιδεινωθεί εξαιτίας της ενδεχόμενης όμοιας με το κουράριο επίδρασης των αμινογλυκοσιδών στη νευρομυϊκή σύναψη) και

  • ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με άλλη αμινογλυκοσίδη αμέσως πριν από την αμικασίνη.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με παρεντερικές αμινογλυκοσίδες θα πρέπει να είναι υπό στενή κλινική παρακολούθηση λόγω της πιθανής ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας που σχετίζεται με τη χρήση τους.

Οι τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών, συμπεριλαμβανομένης της αμικασίνης, είναι πιο συχνές σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία εφόσον χορηγούνται υψηλές δόσεις και σε περίπτωση που παρατείνεται η διάρκεια της θεραπείας.

Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια της θεραπείας για χρονικά διαστήματα άνω των 14 ημερών.

Άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας λόγω των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία και την αφυδάτωση.

Νευροτοξικότητα/ωτοτοξικότητα

Η νευροτοξικότητα, που εκδηλώνεται ως αιθουσαία ή/και αμφοτερόπλευρη ακουστική ωτοτοξικότητα, μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμινογλυκοσίδες. Ο κίνδυνος εμφάνισης επαγόμενης από αμινογλυκοσίδες ωτοτοξικότητας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε εκείνους των οποίων η θεραπεία παρατείνεται πέραν των 5-7 ημερών, ακόμα και σε υγιείς ασθενείς.

Η κώφωση υψηλής συχνότητας εμφανίζεται συνήθως πρώτη και μπορεί να ανιχνευθεί μόνο με ακοομετρικό έλεγχο. Ενδέχεται να εμφανιστεί ίλιγγος και ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη αιθουσαίας βλάβης. Άλλες εκδηλώσεις νευροτοξικότητας ενδέχεται να περιλαμβάνουν μούδιασμα, αίσθημα μυρμηγκιάσματος στο δέρμα, μυϊκές δεσμιδώσεις και ακούσιους μυϊκούς σπασμούς.

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ωτοτοξικότητας σε ασθενείς με μεταλλάξεις στο μιτοχονδριακό DNA (ιδίως στην περίπτωση αντικατάστασης του νουκλεοτιδίου 1555 A σε G στο γονίδιο 12S rRNA), ακόμα και αν τα επίπεδα αμινογλυκοσιδών στον ορό είναι εντός του συνιστώμενου εύρους κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Στους εν λόγω ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών.

Σε ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό σχετικών μεταλλάξεων ή κώφωσης επαγόμενης από αμινογλυκοσίδες, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικών θεραπειών ή γενετικού ελέγχου πριν από τη χορήγηση.

Ασθενείς που αναπτύσσουν κοχλιακή ή αιθουσαία βλάβη ενδέχεται να μην έχουν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας που να τους προειδοποιούν για την ανάπτυξη τοξικότητας του όγδοου νεύρου, και ενδέχεται να εμφανιστεί ολική ή μερική μη αναστρέψιμη αμφοτερόπλευρη κώφωση ή ίλιγγος που προκαλεί αναπηρία μετά τη διακοπή του φαρμάκου. Βλ. επίσης παράγραφο 4.8.

Η επαγόμενη από αμινογλυκοσίδες ωτοτοξικότητα είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.

Νευρομυϊκή τοξικότητα

Νευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυση έχουν αναφερθεί έπειτα από παρεντερική ένεση, τοπική ενστάλαξη (όπως σε ορθοπεδική και κοιλιακή έκπλυση ή σε τοπική θεραπεία εμπυήματος) και κατόπιν από στόματος χρήσης αμινογλυκοσιδών.

Η πιθανότητα αναπνευστικής παράλυσης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση χορήγησης αμινογλυκοσιδών μέσω οποιασδήποτε οδού, ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν νευρομυϊκούς αποκλεισμούς. Βλ. επίσης παράγραφο 4.5.

Αν εμφανιστεί νευρομυϊκός αποκλεισμός, τα άλατα ασβεστίου ενδέχεται να αναστρέψουν την αναπνευστική παράλυση, αλλά ενδέχεται να χρειαστεί μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Νευρομυϊκός αποκλεισμός και μυϊκή παράλυση έχουν καταδειχθεί σε πειραματόζωα που έλαβαν υψηλές δόσεις αμικασίνης.

Νεφροτοξικότητα

Οι αμινογλυκοσίδες είναι δυνητικά νεφροτοξικές. Η νεφροτοξικότητα είναι ανεξάρτητη από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax). Ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και σε εκείνους που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ή σε εκείνους των οποίων παρατείνεται η θεραπεία.

Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι καλά ενυδατωμένοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να αξιολογείται με τις συνήθεις μεθόδους πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθημερινά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Βλ. παράγραφο 4.2.

Οι ημερήσιες δόσεις θα πρέπει να μειώνονται ή/και το διάστημα μεταξύ των δόσεων να παρατείνεται σε περίπτωση εμφάνισης σημείων νεφρικής δυσλειτουργίας όπως: κυλινδρουρία, η παρουσία λευκοκυττάρων ή ερυθροκυττάρων, λευκωματουρία, μείωση της κάθαρσης κρεατινίνης, μειωμένο ειδικό βάρος ούρων, υπεραζωθαιμία, αυξημένο BUN, αύξηση της κρεατινίνης ορού και ολιγουρία. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αν αυξηθεί η αζωθαιμία ή αν μειωθεί σταδιακά ο όγκος των ούρων.

Παρακολούθηση του ασθενούς

Η νεφρική λειτουργία και η λειτουργία του όγδοου κρανιακού νεύρου θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με γνωστή ή εικαζόμενη νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη της θεραπείας, καθώς επίσης και σε εκείνους των οποίων η νεφρική λειτουργία είναι αρχικά φυσιολογική, αλλά εμφανίζουν σημεία νεφρικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις αμικασίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται όταν είναι εφικτό προκειμένου να διασφαλίζονται επαρκή επίπεδα και να αποφεύγονται δυνητικά τοξικά επίπεδα. Τα ούρα θα πρέπει να εξετάζονται για μειωμένο ειδικό βάρος, αυξημένη απέκκριση πρωτεϊνών και παρουσία κυττάρων ή κυλίνδρων. Το άζωτο ουρίας αίματος, η κρεατινίνη ορού ή η κάθαρση κρεατινίνης θα πρέπει να μετρώνται περιοδικά. Διαδοχικά ακοογράμματα θα πρέπει να πραγματοποιούνται όταν είναι εφικτό σε ασθενείς που είναι αρκετά μεγάλοι σε ηλικία ώστε να μπορούν να εξεταστούν, ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Ενδείξεις ωτοτοξικότητας (ζάλη, ίλιγγος, εμβοές, βουητό στα αυτιά και απώλεια της ακοής) ή νεφροτοξικότητας απαιτούν διακοπή του φαρμάκου ή προσαρμογή της δόσης. Βλ. παράγραφο 4.8.

Η θεραπεία με αμικασίνη θα πρέπει να διακόπτεται αν εκδηλωθούν εμβοές ή υποκειμενική απώλεια της ακοής ή αν τα ακοογράμματα παρακολούθησης δείξουν σημαντική απώλεια της απόκρισης σε ήχους υψηλής συχνότητας.

Όπως με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση αμικασίνης ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών. Αν συμβεί αυτό, θα πρέπει να χορηγηθεί κατάλληλη θεραπεία. Οι αμινογλυκοσίδες που εφαρμόζονται τοπικά ως μέρος χειρουργικής επέμβασης απορροφώνται ταχέως και σχεδόν πλήρως (με εξαίρεση την ουροδόχο κύστη). Σε σχέση με την πλύση του χειρουργικού πεδίου με χρήση σκευασμάτων αμινογλυκοσιδών (ανεξαρτήτως της έκτασης), έχει αναφερθεί εμφάνιση μη αναστρέψιμης κώφωσης, νεφρικής ανεπάρκειας και θάνατος λόγω νευρομυϊκού αποκλεισμού.

Έμφρακτο ωχράς κηλίδας που μερικές φορές οδήγησε σε μόνιμη απώλεια της όρασης έχει αναφερθεί έπειτα από ενδοϋαλοειδική χορήγηση (ένεση μέσα στο μάτι) αμικασίνης.

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, η οποία ενδέχεται να μην είναι εμφανής σε προσυμπτωματικές εξετάσεις ρουτίνας, όπως το BUN ή η κρεατινίνη ορού. Ένας προσδιορισμός της κάθαρσης κρεατινίνης ενδέχεται να είναι πιο χρήσιμος. Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ηλικιωμένους ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμινογλυκοσίδες είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι αμινογλυκοσίδες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε πρόωρα και νεογέννητα βρέφη λόγω της νεφρικής ανωριμότητας αυτών των ασθενών και της επακόλουθης παράτασης του χρόνου ημίσειας ζωής αυτών των φαρμάκων στον ορό.

Παρέμβαση σε εργαστηριακές εξετάσεις

Οι προσδιορισμοί της κρεατινίνης ορού ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα ψευδώς υψηλές τιμές όταν χορηγούνται ταυτόχρονα κεφαλοσπορίνες. Η αμοιβαία αδρανοποίηση της αμικασίνης και των αντιβιοτικών β-λακτάμης ενδέχεται να συνεχίζεται σε δείγματα (π.χ. ορού, εγκεφαλονωτιαίου υγρού, κ.λπ.) που έχουν ληφθεί για τον προσδιορισμό των αμινογλυκοσιδών, οδηγώντας έτσι σε λανθασμένα αποτελέσματα. Επομένως, τα δείγματα θα πρέπει είτε να αναλύονται αμέσως μετά τη λήψη είτε θα πρέπει να ψύχονται ή το αντιβιοτικό β-λακτάμης θα πρέπει να αδρανοποιείται μέσω προσθήκης β-λακταμάσης. Η αδρανοποίηση της αμινογλυκοσίδης είναι κλινικά σημαντική μόνο σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Το Amikacin /VIOSER 5 mg/ml διάλυμα για έγχυση περιέχει νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 374 mg νατρίου ανά φιάλη των 100 ml, που ισοδυναμεί με 18,7% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
4
14
1
7
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αντιβιοτικά φάρμακα β-λακτάμης

Ενδέχεται να παρουσιαστεί μείωση της δραστηριότητας στον ορό όταν μια αμινογλυκοσίδη ή ένα φάρμακο τύπου πενικιλίνης χορηγηθούν ταυτόχρονα με αμικασίνη in vivo μέσω ξεχωριστών οδών χορήγησης.

Άλλες νευροτοξικές, ωτοτοξικές ή νεφροτοξικές ουσίες

Η ταυτόχρονη ή διαδοχική χορήγηση, τόσο συστηματική όσο και τοπική, άλλων νευροτοξικών, ωτοτοξικών ή νεφροτοξικών ουσιών θα πρέπει να αποφεύγεται λόγω της πιθανότητας εμφάνισης αθροιστικών επιδράσεων.

Η τοξικότητα της αμικασίνης μπορεί να αυξηθεί από τις παρακάτω νευροτοξικές ή/και ωτοτοξικές ή/και νεφροτοξικές ουσίες:

  • Άλλες παρεντερικές αμινογλυκοσίδες (π.χ. καναμυκίνη, παρομομυκίνη)

  • Άλλα αντιλοιμώδη χημειοθεραπευτικά φάρμακα π.χ.

    • βακιτρακίνη

    • αμφοτερικίνη Β,

    • κεφαλοσπορίνες (π.χ. κεφαλοριδίνη),

    • βανκομυκίνη,

    • πολυμυξίνες (πολυμυξίνη Β, κολιστίνη),

    • βιομυκίνη

  • Κυτταροστατικά που περιέχουν πλατίνα:

    • καρβοπλατίνη (σε υψηλές δόσεις), σισπλατίνη, οξαλιπλατίνη (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις προϋπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας)

  • Ανοσοκατασταλτικά:

    • κυκλοσπορίνη,

    • τακρόλιμους

  • Διουρητικά ταχείας έναρξης δράσης π.χ.

    • φουροσεμίδη

    • αιθακρυνικό οξύ (ενδεχόμενη εγγενής ωτοτοξικότητα, η πρόσθετη τοξικότητα των αμινογλυκοσιδών ενδέχεται να είναι αυξημένη λόγω της αφυδατικής δράσης των διουρητικών και της αυξημένης συγκέντρωσης αμινογλυκοσιδών στον ορό και τους ιστούς)

  • Αμικασίνη / αναισθησία με μεθοξυφλουράνιο

Οι αμινογλυκοσίδες ενδέχεται να αυξήσουν την επιβλαβή επίδραση του μεθοξυφλουρανίου στους νεφρούς. Όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, είναι πιθανή η εμφάνιση εξαιρετικά σοβαρών νευροπαθειών.

Όταν η αμικασίνη συνδυάζεται με έναν δυνητικά νεφρο- ή ωτοτοξικό παράγοντα, πρέπει να παρακολουθούνται πολύ στενά η ικανότητα ακοής και η νεφρική λειτουργία. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης με ένα διουρητικό ταχείας δράσης, θα πρέπει να παρακολουθείται η κατάσταση ενυδάτωσης του ασθενούς.

Αμικασίνη / μυοχαλαρωτικά και άλλες ουσίες - νευρομυϊκές επιδράσεις

Κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με αμικασίνη και:

  • παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού (π.χ. σουκκινυλοχολίνη, δεκαμεθόνιο, ατρακούριο, ροκουρόνιο, βεκουρόνιο),

  • μεγάλες ποσότητες αίματος με κιτρικό άλας ή

  • αναισθητικά,

πρέπει να αναμένεται ότι ο νευρομυϊκός αποκλεισμός που ασκείται από αυτά τα φάρμακα θα αυξηθεί και μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική παράλυση.

Σε περίπτωση χειρουργικής επέμβασης, ο αναισθησιολόγος θα πρέπει να ενημερωθεί ότι χορηγείται αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Η ένεση αλάτων ασβεστίου μπορεί να αναστρέψει τον νευρομυϊκό αποκλεισμό που οφείλεται σε αμινογλυκοσίδες (βλ. παράγραφο 4.9).

Ινδομεθακίνη

Η ινδομεθακίνη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της αμικασίνης στο πλάσμα σε νεογνά.

Διφωσφωνικά

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπασβεστιαιμίας όταν χορηγούνται αμινογλυκοσίδες μαζί με διφωσφωνικά.

Κύηση

Κύηση

Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση αμινογλυκοσιδών σε εγκύους. Οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο. Οι αμινογλυκοσίδες διαπερνούν τον πλακούντα και έχουν υπάρξει αναφορές ολικής, μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης συγγενούς κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν στρεπτομυκίνη κατά τη διάρκεια της κύησης. Μολονότι ανεπιθύμητες ενέργειες σε έμβρυα ή νεογέννητα δεν έχουν αναφερθεί σε έγκυες γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με άλλες αμινογλυκοσίδες, η πιθανότητα βλάβης παραμένει. Αν η αμικασίνη χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης ή αν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω λαμβάνει αυτό το φάρμακο, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Το Amikacin /VIOSER 5 mg/ml διάλυμα για έγχυση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός αν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με αμικασίνη. Αν η θεραπεία κριθεί απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να γίνει μόνο υπό ιατρική επίβλεψη (βλ. παράγραφο 4.4).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η αμικασίνη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με το Amikacin /VIOSER 5 mg/ml διάλυμα

για έγχυση, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.

Γονιμότητα

Σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας σε ποντίκια και αρουραίους δεν αναφέρθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα.

Οδήγηση

ν

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Σε περίπτωση χορήγησης σε εξωτερικούς ασθενείς, συνιστάται προσοχή κατά την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων λόγω των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών όπως διαταραχές της ισορροπίας (βλ. παράγραφο 4.8), καθώς αυτές μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Όλες οι αμινογλυκοσίδες έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν ωτοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα και νευρομυϊκό αποκλεισμό. Αυτές οι τοξικότητες εμφανίζονται πιο συχνά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με άλλα ωτοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα και σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα ή/και με υψηλότερες δόσεις από τις συνιστώμενες (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρήθηκαν τουλάχιστον πιθανώς σχετιζόμενες με τη θεραπεία παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και απόλυτη συχνότητα.

  • Πολύ συχνές ≥1/10 από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία

  • Συχνές ≥1/100 έως <1/10 από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία

  • Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία

  • Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία

  • Πολύ σπάνιες <1/10.000 από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία

  • Μη γνωστής συχνότητας Η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα

    Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες με δείκτη «α» ή «β», βλ. παράγραφο 4.8.

    Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνές (≥1/100έως<1/10) Μη συχνές (≥1/1.000έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως<1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000) Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμαδεδομένα)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Επιλοίμωξη ή αποικισμός από ανθεκτικάβακτήρια ή ζυμομύκητεςα
    Διαταραχές του αίματος και του λεμφικούσυστήματος Αναιμία, ηωσινοφιλία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αναφυλακτικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις,αναφυλακτική καταπληξία
    Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνές (≥1/100έως<1/10) Μη συχνές (≥1/1.000έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως<1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000) Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση ταδιαθέσιμα δεδομένα)
    [shock], αναφυλακτοειδής αντίδραση), εκδηλώσεις υπερευαισθησίας, βλ. επίσης παραγράφους«Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού» και «Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις στη θέση χορήγησης»
    Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Υπομαγνησιαιμία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάληα, ίλιγγοςα Κεφαλαλγία, παραισθησίαα, τρόμοςα, διαταραχήισορροπίαςα Παράλυσηα
    Διαταραχές του οφθαλμού Τύφλωσηβ, έμφρακτο του αμφιβληστροειδούςβ
    Διαταραχές του ωτός και τουλαβυρίνθου Εμβοέςα, υπακουσίαα Κώφωσηα, κώφωσηνευροαισθητήριαα
    Αγγειακές διαταραχές Υπόταση
    Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχέςμεσοθωρακίου Αναπνευστική παράλυση (μεμονωμένα περιστατικά) Άπνοια, βρογχόσπασμος
    Γαστρεντερικές διαταραχές Ναυτία, έμετος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα Κνησμός, κνίδωση
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος καιτου συνδετικού ιστού Αρθραλγία, μυϊκές δεσμιδώσεις
    Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών Βλάβη των νεφρικών σωληναρίων Ολιγουρίαα, αυξημένηκρεατινίνη αίματοςα, Νεφρική ανεπάρκεια οξεία,νεφροπάθεια
    Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνές (≥1/100έως<1/10) Μη συχνές (≥1/1.000έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως<1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000) Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση ταδιαθέσιμα δεδομένα)
    λευκωματουρίαα, αζωθαιμίαα, ερυθροκύτταρα ούρωνα, λευκοκύτταρα σταούραα τοξικής αιτιολογίας, κύτταρα στα ούραα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέσηχορήγησης Πυρεξία

    Πληροφορίες σχετικά με ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες

    α Βλ. παράγραφο 4.4.

    β Η αμικασίνη δεν διατίθεται σε σκεύασμα για ενδοϋαλοειδική χρήση. Έχουν αναφερθεί τύφλωση και έμφρακτο του αμφιβληστροειδούς έπειτα από ενδοϋαλοειδικές χορηγήσεις (ένεση μέσα στο μάτι) αμικασίνης.

    Οι αλλαγές στη νεφρική λειτουργία είναι συνήθως αναστρέψιμες όταν διακόπτεται το φάρμακο. Οι τοξικές επιδράσεις στο όγδοο κρανιακό νεύρο μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια της ακοής, απώλεια της ισορροπίας ή και στα δύο. Η αμικασίνη επηρεάζει κυρίως την ακουστική λειτουργία.

    Η κοχλιακή βλάβη περιλαμβάνει κώφωση υψηλής συχνότητας και συνήθως εμφανίζεται προτού μπορέσει να ανιχνευθεί η κλινική απώλεια της ακοής με ακοομετρικό έλεγχο (βλ. παράγραφο 4.4).

    Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

    Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

    Ελλάδα Κύπρος

    Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες

    Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας

    GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία

    Τηλ: + 30 21 32040337 Τηλ: +357 22608607

    Ιστότοπος: http://www.eof.gr Φαξ: + 357 22608669 http://www.kitrinikarta.gr Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

Υπερβολική δόση

Η υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει νεφροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα ή δράση όμοια με το κουράριο (νευρομυϊκό αποκλεισμό).

Θεραπεία

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας ή τοξικών αντιδράσεων, η έγχυση αμικασίνης πρέπει να διακόπτεται και μπορεί να πραγματοποιείται περιτοναϊκή κάθαρση ή αιμοκάθαρση ώστε να επιταχύνεται η απομάκρυνση της αμικασίνης από το αίμα. Η συνεχής αρτηριοφλεβική αιμοδιήθηση μπορεί επίσης να συμβάλλει στην αποβολή της αμικασίνης, η οποία συσσωρεύεται στο αίμα. Μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο αφαιμαξομετάγγισης σε νεογνά, ωστόσο, πρέπει να αναζητείται συμβουλή ειδικού πριν από την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου.

Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός με αναπνευστική ανακοπή χρήζει κατάλληλης θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής ιονικού ασβεστίου (π.χ. ως γλυκονικό ή λακτοβιονικό σε διάλυμα 10-20%). Ο μηχανικός αερισμός ενδέχεται να είναι απαραίτητος σε περίπτωση αναπνευστικής παράλυσης.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - AMIKACIN/VIOSER 5MG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06

Η αμικασίνη είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης που προέρχεται από την καναμυκίνη. Προκύπτει μέσω ακυλίωσης με ένα αμινο-υδροξυβουτυρικό οξύ στην αμινοομάδα στη θέση C-1 του τμήματος της 2-δεοξυστρεπταμίνης.

Μηχανισμός δράσης

Η αμικασίνη δρα μέσω της αναστολής της πρωτεϊνοσύνθεσης στο βακτηριακό ριβόσωμα μέσω αλληλεπίδρασης με το ριβοσωμικό RNA και επακόλουθης αναστολής της μετάφρασης σε ευαίσθητα μικρόβια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα βακτηριοκτόνο δράση.

Σχέση ΦΚ/ΦΔ

Οι πιο σημαντικές παράμετροι ΦΚ/ΦΔ για την πρόβλεψη της βακτηριοκτόνου δράσης της αμικασίνης είναι η αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) προς την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση(MIC) του αντίστοιχου παθογόνου. Μια αναλογία Cmax/MIC 8:1 ή 10:1 θεωρείται ότι οδηγεί σε αποτελεσματική εξουδετέρωση των βακτηρίων και πρόληψη της εκ νέου ανάπτυξης βακτηρίων.

Η αμικασίνη επιδεικνύει μετα-αντιβιοτική δράση in vitro και in vivo. Η μετα-αντιβιοτική δράση επιτρέπει την παράταση του μεσοδιαστήματος μεταξύ των δόσεων χωρίς απώλεια της αποτελεσματικότητας έναντι των περισσότερων αρνητικών κατά Gram βακίλλων.

Μηχανισμός(οί) αντοχής

Η αντοχή στην αμικασίνη ενδέχεται να προκύψει μέσω των ακόλουθων μηχανισμών:

  • Ενζυμική αδρανοποίηση: Μια ενζυμική τροποποίηση των μορίων αμινογλυκοσίδης είναι ο επικρατέστερος μηχανισμός αντοχής. Σε αυτό μεσολαβούν ακετυλοτρανσφεράσες, φωσφοτρανσφεράσες ή νουκλεοτιδυλοτρανσφεράσες, οι οποίες κωδικοποιούνται κυρίως από πλασμίδια. Η αμικασίνη έχει καταδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική έναντι πολλών ανθεκτικών στις αμινογλυκοσίδες στελεχών λόγω της ικανότητάς της να ανθίσταται στην αποικοδόμηση από ένζυμα αδρανοποίησης των αμινογλυκοσίδων.

  • Μειωμένη διείσδυση και ενεργή εκροή: Αυτοί οι μηχανισμοί αντοχής παρατηρούνται στην Pseudomonas aeruginosa. Πρόσφατα δεδομένα υποδηλώνουν την εμφάνιση όμοιων μηχανισμών αντοχής σε Acinetobacter spp.

  • Τροποποίηση της δομής-στόχου: Τροποποιήσεις εντός των ριβοσωμάτων παρατηρούνται μόνο περιστασιακά ως αιτία αντοχής.

Υπάρχει μερική διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της αμικασίνης και άλλων αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών.

Όρια της δοκιμής ευαισθησίας

Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκεντρώση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για την αμικασίνη και παρατίθενται εδώ: <https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx>

Φάσμα δράσης της αμικασίνης:

Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής ενδέχεται να ποικίλλει γεωγραφικά και με την πάροδο του χρόνου για επιλεγμένα είδη και τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδίως κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων. Όπου απαιτείται, θα πρέπει να αναζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα καθίσταται αμφισβητήσιμη σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων.

Συνήθη ευαίσθητα είδη
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Staphylococcus aureus Staphylococcus haemolyticus Staphylococcus hominis0
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Acinetobacter pittii
Citrobacter freundii
Citrobacter koseri
Enterobacter cloacae
Escherichia coli
Klebsiella aerogenes
Klebsiella oxytoca
Klebsiella pneumoniae
Morganella morganii
Proteus mirabilis
Proteus vulgaris0
Pseudomonas aeruginosa 1
Salmonella enterica0
Serratia liquefaciens0
Seratia marcescens
Shigella spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή ενδέχεται να αποτελεί πρόβλημα
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Staphylococcus epidermidis
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Acinetobacter baumannii
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Enterococcus spp.
Streptococcus spp.
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Burkholderia cepacia
Stenotrophomonas maltophila
Αναερόβια
Bacteroides spp.
Prevotella spp.
Άλλοι μικροοργανισμοί
Chlamydia spp.
Chlamydophila spp.
Mycoplasma spp.
Ureaplasma urealyticum

1 Το ποσοστό αντοχής των απομονωμένων στελεχών από ειδικές ομάδες ασθενών π.χ. ασθενείς με κυστική ίνωση είναι

≥10%.

0 Κατά τον χρόνο δημοσίευσης αυτών των πινάκων δεν υπήρχαν διαθέσιμα επικαιροποιημένα δεδομένα. Στην κύρια βιβλιογραφία, τα πρότυπα βιβλία αναφοράς και τις θεραπευτικές συστάσεις, η ευαισθησία θεωρείται δεδομένη.

Λοιπές πληροφορίες:

Οι αμινογλυκοσίδες είναι κατάλληλοι παράγοντες συνδυασμού με άλλα αντιβιοτικά έναντι των θετικών κατά Gram κόκκων.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Συγκεντρώσεις στο πλάσμα:

Κατά την από στόματος χορήγηση, η αμικασίνη πρακτικά δεν απορροφάται. Μπορεί να χορηγηθεί μόνο παρεντερικά.

Τα μέγιστα επίπεδα συγκέντρωσης στον ορό επιτυγχάνονται 1-2 ώρες μετά την έγχυση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό είναι 2,2-2,4 ώρες. Μεγαλύτερος χρόνος ημίσειας ζωής αναμένεται για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και στα πρόωρα ή νεογέννητα βρέφη. Η χορήγηση δόσης 7,5 mg/kg μέσω συνεχούς IV διάρκειας 30 λεπτών έχει ως αποτέλεσμα συγκέντρωση στον ορό 38 μg/ml στο τέλος της έγχυσης. Σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση δόσης 15 mg/kg μέσω συνεχούς IV έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών έχει ως αποτέλεσμα συγκέντρωση στον ορό περίπου 77 μg/ml στο τέλος της έγχυσης και 47 μg/ml και 1 μg/ml, 1 και 12 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα. Στους ηλικιωμένους με μέση κάθαρση κρεατινίνης 64 ml/λεπτό, η χορήγηση δόσης 15 mg/kg μέσω IV έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών έχει ως αποτέλεσμα συγκέντρωση στον ορό περίπου 55 μg/ml στο τέλος της έγχυσης και 5,4 μg/ml και 1,3 μg/ml, 12 και 24 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα. Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων, δεν καταδείχθηκαν φαινόμενα συσσώρευσης σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που έλαβαν εφάπαξ ημερήσιες δόσεις 15 έως 20 mg/kg.

Κατανομή

Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της αμικασίνης είναι περίπου 24 l (28% του σωματικού βάρους). Το ποσοστό δέσμευσης στις πρωτεΐνες του πλάσματος έχει προσδιοριστεί σε 4-10%.

Μετά τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης, θεραπευτικά επίπεδα αμικασίνης διαπιστώνονται στα οστά, την καρδιά, τη χοληδόχο κύστη, τον πνευμονικό ιστό, τα ούρα, τη χολή, τις βρογχικές εκκρίσεις, τα πτύελα, το διάμεσο υγρό, το υπεζωκοτικό υγρό και το αρθρικό υγρό.

Διαχέεται επαρκώς στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό φλεγμαινουσών μηνίγγων. Περίπου 10% έως 20% της συγκέντρωσης στον ορό διαπερνά τις υγιείς μήνιγγες, το οποίο μπορεί να αυξηθεί σε 50% όταν οι μήνιγγες φλεγμαίνουν.

Η ουσία συσσωρεύεται στον νεφρικό φλοιό και το υγρό του έσω ωτός, και αποβάλλεται μόνο αργά από αυτά τα εν τω βάθει διαμερίσματα.

Η αμικασίνη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Συγκεντρώσεις που φθάνουν το 20% αυτών στη μητέρα έχουν βρεθεί στο εμβρυϊκό αίμα και το αμνιακό υγρό.

Βιομετασχηματισμός

Η αμικασίνη δεν μεταβολίζεται στον ανθρώπινο οργανισμό.

Αποβολή

Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η μέση κάθαρση ορού της αμικασίνης είναι 100 ml/λεπτό και η νεφρική κάθαρση είναι 94 ml/λεπτό. Η αμικασίνη αποβάλλεται μέσω σπειραματικής διήθησης ως κύρια οδό αποβολής. Το μεγαλύτερο μέρος του όγκου (60% - 82%) απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός των πρώτων 6 ωρών. Μόνο πολύ μικρές ποσότητες απεκκρίνονται στη χολή. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, το 91% και 95% της δόσης αμικασίνης (IM χορήγηση) απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός 8 και 24 ωρών, αντίστοιχα.

Το 90% της αμικασίνης μπορεί να αποβληθεί μέσω αιμοκάθαρσης εντός τεσσάρων ωρών. Παιδιατρικοί ασθενείς:

Δεδομένα από δοκιμές πολλαπλών ημερήσιων δόσεων δείχνουν ότι τα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε

φυσιολογικά βρέφη είναι περίπου 10 έως 20% των συγκεντρώσεων στον ορό και μπορεί να φτάσουν το 50% στη μηνιγγίτιδα.

Ενδοφλέβια χορήγηση

Σε νεογνά, και ιδιαίτερα σε πρόωρα μωρά, η νεφρική αποβολή της αμικασίνης είναι μειωμένη.

Σε μια μεμονωμένη μελέτη σε νεογνά (μεταγεννητικής ηλικίας 1-6 ημερών) που ομαδοποιήθηκαν ανάλογα με το βάρος γέννησης (<2.000, 2.000-3.000 και >3.000 g), η αμικασίνη χορηγήθηκε ενδομυϊκά ή/και ενδοφλέβια σε δόση 7,5 mg/kg. Η κάθαρση σε νεογνά βάρους >3.000 g ήταν 0,84 ml/min/kg και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής ήταν περίπου 7 ώρες. Σε αυτήν την ομάδα, ο αρχικός όγκος κατανομής και ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ήταν 0,3 ml/kg και 0,5 mg/kg, αντίστοιχα. Στις ομάδες με χαμηλότερο βάρος γέννησης, η κάθαρση ανά kg ήταν χαμηλότερη και ο χρόνος ημίσειας ζωής μεγαλύτερος. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης κάθε 12 ώρες σε όλες τις παραπάνω ομάδες δεν κατέδειξε συσσώρευση έπειτα από 5 ημέρες.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - AMIKACIN/VIOSER 5MG/ML

Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο

Υδροξείδιο νατρίου (Ε524) (για ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Το Amikacin /VIOSER 5 mg/ml διάλυμα για έγχυση είναι έτοιμο προς χρήση σκεύασμα και δεν πρέπει να αναμειγνύεται με κανένα άλλο φαρμακευτικό προϊόν, αλλά πρέπει να χορηγείται ξεχωριστά, σύμφωνα με τη συνιστώμενη δόση και μέθοδο χορήγησης.

Σε καμία περίπτωση οι αμινογλυκοσίδες δεν πρέπει να αναμειγνύονται σε διάλυμα για έγχυση με αντιβιοτικά β-λακτάμης (π.χ. πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες), καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει χημική-φυσική αδρανοποίηση του έτερου παράγοντα του συνδυασμού.

Χημικές ασυμβατότητες είναι γνωστές για αμφοτερικίνη, χλωροθειαζίδες, ερυθρομυκίνη, ηπαρίνη, νιτροφουραντοΐνη, νοβοβιοκίνη, φαινυτοΐνη, σουλφαδιαζίνη, θειοπεντόνη, χλωροτρακυκλίνη, βιταμίνη B και βιταμίνη C. Η αμικασίνη δεν πρέπει να προ-αναμειγνύεται με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.

Η αδρανοποίηση, όταν αναμειγνύονται αμινογλυκοσίδες και αντιβιοτικά β-λακτάμης, ενδέχεται επίσης να παραμένει όταν λαμβάνονται δείγματα για τη μέτρηση των επιπέδων των αντιβιοτικών στον ορό και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική υποεκτίμηση με σφάλματα στη δοσολογία και κινδύνους τοξικότητας ως συνέπεια. Ο χειρισμός των δειγμάτων πρέπει να γίνεται γρήγορα και να τοποθετούνται σε πάγο ή θα πρέπει να προστίθεται β-λακταμάση.

Διάρκεια ζωής

Πριν από το άνοιγμα: 2 χρόνια.

Μετά το άνοιγμα:

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι εν χρήσει χρόνοι και συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιάλες χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλενίου, που περιέχουν 100 ml, διαθέσιμες σε μεγέθη συσκευασίας των 1 × 100 ml

10 × 100 ml

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις, αμέσως μετά τη χρήση.

Μόνο για ενδοφλέβια χρήση. Για μία χρήση μόνο.

Κάθε αχρησιμοποίητο διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.

Το διάλυμα πρέπει να ελέγχεται οπτικά ως προς σωματίδια και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή, άχρωμα διαλύματα, χωρίς σωματίδια.

Το διάλυμα θα πρέπει να χορηγείται με αποστειρωμένο εξοπλισμό χρησιμοποιώντας άσηπτη τεχνική. Ο εξοπλισμός θα πρέπει να πληρωθεί με το διάλυμα ώστε να προλαμβάνεται η εισχώρηση αέρα στο σύστημα.

Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στην παράγραφο 4.2.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 1 LDPE BOTTLE X 100ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 10 LDPE BOTTLES X 100ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.