Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

SUBOXONE SUBL.TAB (16+4)MG/TAB

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΙΝΑΚΑΣ Δ ΤΗΣ ΠΑΡ.2 ΤΟΥ ΑΡ.1 ΤΟΥ Ν.3459/06 ΔΙΑΘΕΣΗ ΣΥΜΦ. ΜΕ ΠΑΡ.2 ΑΡ.22 ΤΟΥ Ν.3459/06
Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

SUBOXONE SUBL.TAB (16+4)MG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

INDIVIOR EUROPE LIMITED, IRELAND
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - SUBOXONE

Ενδείξεις

Θεραπεία υποκατάστασης για εξάρτηση από οπιοειδή φάρμακα, εντός ενός πλαισίου ιατρικής, κοινωνικής και ψυχολογικής θεραπείας. Η πρόθεση του συστατικού της ναλοξόνης είναι να αποτρέψει την ενδοφλέβια κακή χρήση. Το Suboxone ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας άνω των 15 ετών οι οποίοι έχουν συμφωνήσει να υποβληθούν σε θεραπεία για εθισμό.

Δοσολογία

Η θεραπεία πρέπει να υπόκειται στην επίβλεψη ενός ιατρού με εμπειρία στη διαχείριση της εξάρτησης/του εθισμού από οπιούχα.

Προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται πριν από την έφοδο

Πριν από την έναρξη της θεραπείας, θα πρέπει να εξετάζεται ο τύπος της εξάρτησης από οπιοειδή (δηλαδή, από οπιοειδές μακράς ή βραχείας δράσης), το διάστημα από την τελευταία χρήση οπιοειδούς και ο βαθμός της εξάρτησης από οπιοειδή. Για την αποφυγή επιτάχυνσης της στέρησης, έφοδος με συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης ή βουπρενορφίνη θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο όταν είναι προφανή αντικειμενικά και σαφή σημεία στέρησης (που καταδεικνύονται π.χ. από βαθμολογία ενδεικτική ήπιας έως μέτριας στέρησης στην επικυρωμένη Κλινική Κλίμακα Στέρησης Οπιοειδών [COWS]).

  • Για ασθενείς εξαρτημένους από ηρωίνη ή οπιοειδή βραχείας δράσης, η πρώτη δόση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης πρέπει να λαμβάνεται όταν εμφανίζονται σημεία στέρησης, αλλά όχι σε λιγότερο από 6 ώρες αφότου ο ασθενής έκανε την τελευταία χρήση οπιοειδών.

  • Για ασθενείς που λαμβάνουν μεθαδόνη, η δόση της μεθαδόνης πρέπει να μειώνεται σε 30 mg/ημέρα κατά μέγιστο πριν από την έναρξη της θεραπείας με τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Κατά την έναρξη της θεραπείας με τον συνδυασμό

    βουπρενορφίνης/ναλοξόνης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μακρύς χρόνος ημισείας ζωής της μεθαδόνης. Η πρώτη δόση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο όταν εμφανίζονται σημεία στέρησης, αλλά όχι σε λιγότερο από 24 ώρες αφότου ο ασθενής έκανε την τελευταία χρήση μεθαδόνης. Η βουπρενορφίνη μπορεί να επιταχύνει τα συμπτώματα στέρησης σε ασθενείς εξαρτημένους από τη μεθαδόνη.

    Δοσολογία

    Θεραπεία έναρξης (εφόδου)

    Η συνιστώμενη δόση έναρξης σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας άνω των 15 ετών είναι 4 mg/1 mg και μπορεί να επαναληφθεί έως μια μέγιστη δόση 12 mg/3 mg την ημέρα 1, για την ελαχιστοποίηση των υπερβολικών συμπτωμάτων στέρησης και την παραμονή του ασθενούς στη θεραπεία.

    Κατά την έναρξη της θεραπείας, συνιστάται καθημερινή επίβλεψη της χορήγησης της δόσης ώστε να διασφαλίζεται η σωστή υπογλώσσια τοποθέτηση της δόσης και να παρακολουθείται η απόκριση του ασθενούς στη θεραπεία ως οδηγός για την τιτλοδότηση της αποτελεσματικής δόσης σύμφωνα με την κλινική επίδραση.

    Σταθεροποίηση δοσολογίας και αγωγή συντήρησης

    Μετά τη θεραπεία εφόδου την ημέρα 1, ο ασθενής πρέπει να σταθεροποιηθεί ταχέως σε μια επαρκή δόση συντήρησης μέσω τιτλοδότησης για την επίτευξη μιας δόσης που διατηρεί τον ασθενή στη θεραπεία και καταστέλλει τις επιδράσεις στέρησης οπιοειδών, και βασίζεται στην επαναξιολόγηση της κλινικής και ψυχολογικής κατάστασης του ασθενούς. Η μέγιστη εφάπαξ ημερήσια δόση δεν πρέπει να ξεπερνά τα 24 mg βουπρενορφίνης.

    Κατά τη διάρκεια της αγωγής συντήρησης, μπορεί να κριθεί απαραίτητη η περιοδική εκ νέου σταθεροποίηση του ασθενούς σε μια νέα δόση συντήρησης στο πλαίσιο των μεταβαλλόμενων αναγκών του ασθενούς.

    Αραιότερη χρονικά χορήγηση από την ημερήσια

    Αφού επιτευχθεί μια ικανοποιητική σταθεροποίηση, η συχνότητα χορήγησης του Suboxone μπορεί να μειωθεί σε χορήγηση κάθε δεύτερη μέρα στο διπλάσιο της ατομικά τιτλοδοτημένης ημερήσιας δόσης. Για παράδειγμα, ένας ασθενής σταθεροποιημένος να λαμβάνει μια ημερήσια δόση των 8 mg/2 mg μπορεί να λαμβάνει 16 mg/4 mg κάθε δεύτερη ημέρα, χωρίς δόση τις ενδιάμεσες ημέρες. Σε κάποιους ασθενείς, αφού επιτευχθεί μια ικανοποιητική σταθεροποίηση, η συχνότητα χορήγησης δόσης του Suboxone μπορεί να μειωθεί στις 3 φορές την εβδομάδα (για παράδειγμα τη Δευτέρα, την Τετάρτη και την Παρασκευή). Η δόση τη Δευτέρα και την Τετάρτη θα πρέπει να είναι διπλάσια της ατομικά τιτλοδοτημένης ημερήσιας δόσης και η δόση την Παρασκευή θα πρέπει να είναι τριπλάσια της

    ατομικά τιτλοδοτημένης ημερήσιας δόσης, χωρίς δόση τις ενδιάμεσες ημέρες. Ωστόσο, η δόση που θα χορηγείται σε οποιαδήποτε μέρα δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 24 mg. Οι ασθενείς που χρειάζονται τιτλοδοτημένη ημερήσια δόση > 8 mg/ημέρα ενδέχεται να μη βρουν αρκετό αυτό το σχήμα.

    Διακοπή της θεραπείας

    Αφού επιτευχθεί μια ικανοποιητική σταθεροποίηση, εάν συμφωνεί ο ασθενής, η δόση μπορεί να μειωθεί σταδιακά σε μια χαμηλότερη δόση συντήρησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις που εξελίσσονται ευνοϊκά, η θεραπεία μπορεί να τερματιστεί. Η διαθεσιμότητα του υπογλώσσιου δισκίου σε δόσεις

    2 mg/0,5 mg και 8 mg/2 mg επιτρέπει την καθοδική τιτλοδότηση της δόσης. Για ασθενείς που μπορεί να χρειάζονται χαμηλότερη δόση βουπρενορφίνης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπογλώσσιο δισκίο βουπρενορφίνης των 0,4 mg. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη διακοπή της θεραπείας λόγω του ενδεχομένου υποτροπής.

    Μετάβαση από βουπρενορφίνη σε συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης ή το αντίστροφο

    Όταν χρησιμοποιούνται με υπογλώσσια χορήγηση, ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης και η βουπρενορφίνη έχουν παρόμοιες κλινικές επιδράσεις και είναι θεραπευτικά ανταλλάξιμα. Ωστόσο, πριν από τη μετάβαση από συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε βουπρενορφίνη ή το αντίστροφο, ο συνταγογραφών και ο ασθενής θα πρέπει να συμφωνήσουν για την αλλαγή και ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για την περίπτωση που παρουσιαστεί ανάγκη αναπροσαρμογής της δόσης.

    Μετάβαση από υπογλώσσιο δισκίο σε υμένιο ή το αντίστροφο (ανάλογα με την περίπτωση)

    Οι ασθενείς που μεταβαίνουν από τα Suboxone υπογλώσσια δισκία στο Suboxone υμένιο ή το αντίστροφο θα πρέπει να ξεκινούν με την ίδια δόση που λάμβαναν και με το προηγούμενο χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν. Ωστόσο, κατά τη μετάβαση από το ένα φαρμακευτικό προϊόν στο άλλο ενδέχεται να είναι απαραίτητες προσαρμογές της δόσης. Λόγω της δυνητικά μεγαλύτερης σχετικής βιοδιαθεσιμότητας του Suboxone υμενίου σε σύγκριση με τα Suboxone υπογλώσσια δισκία, οι ασθενείς που μεταβαίνουν από τα υπογλώσσια δισκία στο υμένιο θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν υπερδοσολογία. Εκείνοι που μεταβαίνουν από το υμένιο στα υπογλώσσια δισκία θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν στέρηση ή άλλες ενδείξεις υποδοσολογίας. Σε κλινικές μελέτες, η φαρμακοκινητική των περιεκτικοτήτων δόσης και των συνδυασμών του Suboxone υμενίου δεν ήταν σταθερά παρόμοια με τη φαρμακοκινητική των περιεκτικοτήτων δόσης και των συνδυασμών των Suboxone υπογλώσσιων δισκίων (βλ. παράγραφο 5.2). Κατά τη μετάβαση από το Suboxone υμένιο στα Suboxone υπογλώσσια δισκία ή το αντίστροφο, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για την περίπτωση που προκύψει ανάγκη αναπροσαρμογής της δόσης. Ο συνδυασμός διαφορετικών σκευασμάτων ή η εναλλαγή μεταξύ των σκευασμάτων υμενίου και υπογλώσσιων δισκίων δεν συνιστάται.

    Ειδικοί πληθυσμοί

    Ηλικιωμένοι

    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

    Ηπατική δυσλειτουργία

    Καθώς η φαρμακοκινητική του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης μπορεί να μεταβληθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, συνιστώνται χαμηλότερες αρχικές δόσεις και προσεκτική τιτλοδότηση της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

    Νεφρική δυσλειτουργία

    Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση δόσης σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό) (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

    Παιδιατρικός πληθυσμός

    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

    Τρόπος χορήγησης

    Οι ιατροί πρέπει να προειδοποιούν τους ασθενείς ότι η υπογλώσσια οδός είναι η μόνη αποτελεσματική και ασφαλής οδός χορήγησης αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος (βλ. παράγραφο 4.4). Το δισκίο πρέπει να τοποθετείται κάτω από τη γλώσσα μέχρι να διαλυθεί εντελώς. Οι ασθενείς δεν πρέπει να καταπίνουν ούτε να καταναλώνουν τροφές ή ποτά μέχρι το δισκίο να διαλυθεί εντελώς.

    Η δόση μπορεί να αποτελείται από περισσότερα του ενός Suboxone δισκία διαφορετικών περιεκτικοτήτων, τα οποία μπορεί να λαμβάνονται όλα μαζί την ίδια ώρα ή χωρισμένα σε δύο τμήματα. Το δεύτερο τμήμα θα πρέπει να λαμβάνεται αμέσως μόλις διαλυθεί το πρώτο τμήμα.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Βαριάς μορφής αναπνευστική ανεπάρκεια. Βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία.

Οξύς αλκοολισμός ή τρομώδες παραλήρημα.

Ταυτόχρονη χορήγηση ανταγωνιστών οπιοειδών (ναλτρεξόνη, ναλμεφένη) για τη θεραπεία της εξάρτησης από αλκοόλ ή από οπιοειδή.

Προειδοποιήσεις

Κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπή

Η κακή χρήση ή κατάχρηση της βουπρενορφίνης μπορεί να παρουσιάζει ομοιότητες με την κακή χρήση ή κατάχρηση άλλων οπιοειδών, νόμιμων ή παράνομων. Ορισμένοι κίνδυνοι κακής χρήσης και κατάχρησης περιλαμβάνουν την υπερδοσολογία, την εξάπλωση αιματογενώς μεταδιδόμενων ιογενών ή εντοπισμένων και συστηματικών λοιμώξεων, την αναπνευστική καταστολή και την ηπατική βλάβη. Η κακή χρήση της βουπρενορφίνης από άτομα πέραν του ασθενούς για τον οποίο προορίζεται ενέχει τον πρόσθετο κίνδυνο νέων ουσιοεξαρτώμενων ατόμων που χρησιμοποιούν τη βουπρενορφίνη ως κύρια ουσία κατάχρησης, και ενδέχεται να προκύψει εάν το φαρμακευτικό προϊόν διανεμηθεί για παράνομη χρήση απευθείας από τον ασθενή για τον οποίο προορίζεται ή εάν το φαρμακευτικό προϊόν δεν προστατεύεται από την κλοπή.

Η υποβέλτιστη θεραπεία με τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης μπορεί να παρακινήσει κακή χρήση από τον ασθενή, οδηγώντας σε υπερδοσολογία ή εγκατάλειψη της θεραπείας. Ένας ασθενής στον οποίο ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης υποδοσολογείται μπορεί να συνεχίσει να ανταποκρίνεται σε ανεξέλεγκτα συμπτώματα στέρησης με αυτοθεραπεία με οπιοειδή, αλκοόλ ή άλλα κατασταλτικά-υπνωτικά όπως οι βενζοδιαζεπίνες.

Για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου κακής χρήσης, κατάχρησης και εκτροπής, θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις κατά τη συνταγογράφηση και τη διανομή της βουπρενορφίνης, όπως η αποφυγή συνταγογράφησης πολλαπλών συσκευασιών κατά τα πρώτα στάδια της θεραπείας, καθώς και οι επισκέψεις παρακολούθησης των ασθενών με κλινική επιτήρηση που είναι κατάλληλη για τις ανάγκες του ασθενούς.

Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης και ναλοξόνης στο Suboxone προορίζεται να αποθαρρύνει την κακή χρήση και κατάχρηση της βουπρενορφίνης. Η ενδοφλέβια ή ενδορρινική κακή χρήση του Suboxone αναμένεται να είναι λιγότερο πιθανή σε σχέση με τη βουπρενορφίνη μόνο, καθώς η ναλοξόνη σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να επιταχύνει τη στέρηση σε άτομα εξαρτημένα από την ηρωίνη, τη μεθαδόνη ή άλλους αγωνιστές οπιοειδών.

Διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο

Τα οπιοειδή μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής υπνικής άπνοιας (central sleep apnea, CSA) και της υποξαιμίας που σχετίζεται με τον ύπνο. Η χρήση οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης CSA με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε ασθενείς που εμφανίζουν CSA, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δοσολογίας των οπιοειδών.

Αναπνευστική καταστολή

Έχει αναφερθεί ένας αριθμός περιπτώσεων θανάτου λόγω αναπνευστικής καταστολής, ιδιαίτερα όταν η βουπρενορφίνη χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με βενζοδιαζεπίνες (βλ. παράγραφο 4.5) ή όταν η βουπρενορφίνη δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης. Έχουν αναφερθεί επίσης θάνατοι σε σχέση με την ταυτόχρονη χορήγηση της βουπρενορφίνης και άλλων κατασταλτικών, όπως το αλκοόλ ή άλλα οπιοειδή. Εάν χορηγηθεί βουπρενορφίνη σε ορισμένα άτομα μη εξαρτημένα από οπιοειδή, που δεν έχουν ανοχή στις επιδράσεις των οπιοειδών, μπορεί να προκύψει δυνητικά θανατηφόρος αναπνευστική καταστολή.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με άσθμα ή αναπνευστική ανεπάρκεια (π.χ. χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, πνευμονική καρδία, μειωμένη αναπνευστική εφεδρεία, υποξία, υπερκαπνία, προϋπάρχουσα αναπνευστική καταστολή ή κυφοσκωλίωση [κύρτωση της σπονδυλικής στήλης που οδηγεί σε δυνητική δυσκολία στην αναπνοή]).

Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης μπορεί να προκαλέσει βαριάς μορφής, ενδεχομένως θανατηφόρο, αναπνευστική καταστολή σε παιδιά και μη εξαρτημένα άτομα, σε περίπτωση ακούσιας ή ηθελημένης κατάποσης. Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται να φυλάσσουν την κυψέλη σε ασφαλές μέρος, να μην ανοίγουν ποτέ την κυψέλη νωρίτερα από τη στιγμή που θα χρησιμοποιηθεί, να τη φυλάσσουν σε θέση που δεν προσεγγίζουν τα παιδιά και άλλα άτομα που διαμένουν στο σπίτι, και να μη λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ενώπιον παιδιών. Σε περίπτωση ακούσιας κατάποσης ή πιθανολογούμενης κατάποσης, θα πρέπει γίνει άμεση επικοινωνία με ένα κέντρο επειγόντων περιστατικών.

Καταστολή του ΚΝΣ

Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, ιδιαίτερα όταν λαμβάνεται μαζί με αλκοόλ ή κατασταλτικούς παράγοντες του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (όπως βενζοδιαζεπίνες, ηρεμιστικά, κατασταλτικά ή υπνωτικά, βλ. παραγράφους 4.5 και 4.7).

Κίνδυνος από ταυτόχρονη χρήση κατασταλτικών φαρμακευτικών προϊόντων, όπως βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φαρμακευτικά προϊόντα

Η ταυτόχρονη χρήση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης και κατασταλτικών φαρμακευτικών προϊόντων όπως βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Εξαιτίας αυτών των κινδύνων, η συνταγογράφηση ταυτόχρονα με αυτά τα κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς για τους οποίους δεν είναι εφικτές εναλλακτικές επιλογές θεραπείας. Εάν ληφθεί απόφαση να συνταγογραφηθεί ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης ταυτόχρονα με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση των κατασταλτικών φαρμάκων, και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και καταστολής. Συνεπώς, συνιστάται ιδιαίτερα η ενημέρωση των ασθενών και των φροντιστών τους ώστε να επαγρυπνούν για αυτά τα συμπτώματα (βλ.

παράγραφο 4.5).

Σύνδρομο σεροτονίνης

Η συγχορήγηση του Suboxone με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, όπως αναστολείς MAO, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης νορεπινεφρίνης (SNRI) ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να οδηγήσει στο σύνδρομο σεροτονίνης, μια κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή (βλ. παράγραφο 4.5).

Εάν η θεραπεία με συγχορήγηση άλλων σεροτονινενεργικών παραγόντων κρίνεται απαραίτητη κλινικά, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά την αύξηση των δόσεων.

Τα συμπτώματα του συνδρόμου σεροτονίνης μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολές στην ψυχική κατάσταση, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, νευρομυϊκές ανωμαλίες και/ή συμπτώματα του γαστρεντερικού.

Εάν υπάρχει υποψία για σύνδρομο σεροτονίνης, θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης ή η διακοπή της θεραπείας, ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.

Εξάρτηση

Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής στον µ (mu) υποδοχέα οπιούχων και η χρόνια χορήγηση δημιουργεί εξάρτηση από οπιοειδή. Μελέτες σε ζώα, καθώς και η κλινική εμπειρία, έχουν δείξει ότι η βουπρενορφίνη μπορεί να δημιουργήσει εξάρτηση αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι ένας πλήρης αγωνιστής, π.χ. η μορφίνη.

Δεν συνιστάται απότομη διακοπή της θεραπείας, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε σύνδρομο στέρησης που θα μπορούσε να είναι όψιμης έναρξης.

Ηπατίτιδα και ηπατικά συμβάντα

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οξείας ηπατικής βλάβης σε εξαρτημένα από οπιοειδή εθισμένα άτομα, τόσο σε κλινικές δοκιμές όσο και σε αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών που έγιναν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά. Το φάσμα των ανωμαλιών κυμαίνεται από παροδικές ασυμπτωματικές αυξήσεις στις ηπατικές τρανσαμινάσες έως αναφορές περιπτώσεων ηπατικής ανεπάρκειας, ηπατικής νέκρωσης, ηπατονεφρικού συνδρόμου, ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και θανάτου. Σε πολλές περιπτώσεις, η παρουσία προϋπάρχουσας μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας (κληρονομική νόσος, ανωμαλίες των ηπατικών ενζύμων, λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας Β ή τον ιό της ηπατίτιδας C, κατάχρηση αλκοόλ, ανορεξία, ταυτόχρονη χρήση άλλου δυνητικά ηπατοτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος) και η συνεχιζόμενη χρήση ενέσιμων παράνομων ουσιών μπορεί να έχουν αιτιώδη σχέση ή ενισχυτικό ρόλο. Αυτοί οι υποκείμενοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από τη συνταγογράφηση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Όταν πιθανολογείται ηπατικό συμβάν, απαιτείται περαιτέρω βιολογική και αιτιολογική αξιολόγηση. Ανάλογα με τα ευρήματα, το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να διακοπεί προσεκτικά, έτσι ώστε να αποφευχθούν τα συμπτώματα στέρησης και η επιστροφή στη χρήση παράνομων ουσιών. Εάν η θεραπεία συνεχιστεί, η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.

Επιτάχυνση συνδρόμου στέρησης οπιοειδών

Κατά την έναρξη της θεραπείας με τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης, ο ιατρός θα πρέπει να είναι ενήμερος για το προφίλ μερικού αγωνιστή της βουπρενορφίνης και για το ότι μπορεί να επιταχύνει τη στέρηση στους εξαρτημένους από οπιοειδή ασθενείς, ιδιαίτερα αν χορηγηθεί σε λιγότερο από 6 ώρες μετά την τελευταία χρήση ηρωίνης ή άλλων οπιοειδών βραχείας δράσης ή αν χορηγηθεί σε λιγότερο από 24 ώρες μετά την τελευταία δόση μεθαδόνης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σαφώς κατά την περίοδο μετάβασης από τη βουπρενορφίνη ή τη μεθαδόνη στον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης, καθώς έχουν αναφερθεί συμπτώματα στέρησης. Για την αποφυγή επιτάχυνσης της στέρησης, η έφοδος με τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης θα πρέπει να γίνεται όταν τα αντικειμενικά σημεία στέρησης είναι προφανή (βλ. παράγραφο 4.2).

Τα συμπτώματα στέρησης μπορούν επίσης να συσχετίζονται με υποβέλτιστη χορήγηση δόσης. Ηπατική δυσλειτουργία

Οι επιδράσεις της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της βουπρενορφίνης και της

ναλοξόνης αξιολογήθηκαν σε μια μελέτη μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά. Τόσο η βουπρενορφίνη όσο και η ναλοξόνη μεταβολίζονται εκτεταμένα στο ήπαρ και τα επίπεδα στο πλάσμα διαπιστώθηκε ότι ήταν υψηλότερα τόσο για τη βουπρενορφίνη όσο και για τη ναλοξόνη σε ασθενείς με μέτρια έως βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα επιταχυνόμενης στέρησης οπιοειδών, τοξικότητας ή υπερδοσολογίας προκαλούμενης από αυξημένα επίπεδα ναλοξόνης ή/και βουπρενορφίνης.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας, συνιστώνται δοκιμασίες αναφοράς της ηπατικής λειτουργίας και τεκμηρίωση αναφοράς της κατάστασης ως προς την ιογενή ηπατίτιδα. Ασθενείς που είναι θετικοί σε

ιογενή ηπατίτιδα, λαμβάνουν συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5) ή/και έχουν υπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ηπατικής βλάβης.

Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2). Σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική ανεπάρκεια η χρήση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης αντενδείκνυται.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η νεφρική αποβολή μπορεί να είναι παρατεταμένη, δεδομένου ότι το 30% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται μέσω της νεφρικής οδού. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, οι μεταβολίτες της βουπρενορφίνης συσσωρεύονται. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση δόσης σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό) (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Αναστολείς του CYP3A4

Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το ένζυμο CYP3A4 μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις βουπρενορφίνης. Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Η τιτλοδότηση της δόσης του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς του CYP3A4 θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά, καθώς μια μειωμένη δόση μπορεί να επαρκεί σε αυτούς τους ασθενείς (βλ.

παράγραφο 4.5).

Επιδράσεις κατηγορίας

Τα οπιοειδή ενδέχεται να προκαλέσουν ορθοστατική υπόταση σε περιπατητικούς ασθενείς.

Τα οπιοειδή ενδέχεται να αυξήσουν την πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, η οποία μπορεί να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις. Συνεπώς, τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με κάκωση της κεφαλής, ενδοκρανιακές βλάβες, άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να υπάρχει αυξημένη πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού ή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων.

Τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας.

Η επαγόμενη από τα οπιοειδή μύση, οι μεταβολές στο επίπεδο συνείδησης ή οι μεταβολές στην αντίληψη του άλγους ως σύμπτωμα πάθησης μπορεί να επηρεάσουν την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς ή να συσκοτίσουν τη διάγνωση ή την κλινική πορεία συνυπάρχουσας νόσου.

Τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμό ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια (π.χ. νόσο του Addison).

Έχει καταδειχθεί ότι τα οπιοειδή αυξάνουν την πίεση εντός του χοληφόρου πόρου και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με δυσλειτουργία της χοληφόρου οδού.

Τα οπιοειδή θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ηλικιωμένους ή εξασθενημένους ασθενείς.

Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (αναστολέων MAO) μπορεί να προκαλέσει ενίσχυση των επιδράσεων των οπιοειδών, βάσει της εμπειρίας με τη μορφίνη (βλ. παράγραφο 4.5).

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Παιδιατρικός πληθυσμός

Χρήση σε εφήβους (ηλικίας 15 - <18 ετών)

Λόγω της έλλειψης δεδομένων σε εφήβους (ηλικίας 15 - <18 ετών), οι ασθενείς αυτής της ηλικιακής ομάδας θα πρέπει να παρακολουθούνται πιο στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με:

  • Αλκοολούχα ποτά ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν αλκοόλ, καθώς το αλκοόλ αυξάνει την κατασταλτική επίδραση της βουπρενορφίνης (βλ. παράγραφο 4.7).

    Το Suboxone θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με:

  • Κατασταλτικά όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φαρμακευτικά προϊόντα

    Η συγχορήγηση οπιοειδών με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φαρμακευτικά προϊόντα αυξάνουν τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου, λόγω αθροιστικής κατασταλτικής επίδρασης στο ΚΝΣ. Η δόση και η διάρκεια της συγχορήγησης κατασταλτικών φαρμακευτικών προϊόντων θα πρέπει να είναι περιορισμένες (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι είναι εξαιρετικά επικίνδυνη η αυτοχορήγηση μη συνταγογραφημένων βενζοδιαζεπινών κατά τη λήψη του συγκεκριμένου προϊόντος, και πρέπει επίσης να τους επισημαίνεται ότι η χρήση των βενζοδιαζεπινών παράλληλα με αυτό το προϊόν θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο σε συμμόρφωση με τις οδηγίες του ιατρού τους (βλ. παράγραφο 4.4).

  • Η συγχορήγηση του Suboxone με γκαμπαπεντινοειδή (γκαμπαπεντίνη και πρεγκαμπαλίνη) μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική καταστολή, υπόταση, βαθιά καταστολή, κώμα ή θάνατο (βλ. παράγραφο 4.4).

  • Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, άλλα παράγωγα των οπιοειδών (π.χ. μεθαδόνη, αναλγητικά και αντιβηχικά), ορισμένα αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικούς ανταγωνιστές των υποδοχέων H1, βαρβιτουρικά, άλλα αγχολυτικά εκτός των βενζοδιαζεπινών, νευροληπτικά, κλονιδίνη και συναφείς ουσίες: αυτοί οι συνδυασμοί αυξάνουν την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Το μειωμένο επίπεδο εγρήγορσης μπορεί να καταστήσει επικίνδυνη την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων.

  • Επίσης, η επίτευξη επαρκούς αναλγησίας ενδέχεται να είναι δύσκολη όταν χορηγείται πλήρης αγωνιστής των οπιοειδών σε ασθενείς που λαμβάνουν τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Συνεπώς, με έναν πλήρη αγωνιστή υπάρχει το ενδεχόμενο υπερδοσολογίας, ιδιαίτερα όταν επιχειρείται να υπερνικηθούν οι επιδράσεις μερικού αγωνιστή της βουπρενορφίνης ή όταν τα επίπεδα της βουπρενορφίνης στο πλάσμα μειώνονται.

  • Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως αναστολείς MAO, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης νορεπινεφρίνης (SNRI) ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, καθώς ο κίνδυνος για σύνδρομο σεροτονίνης, μια κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή, είναι αυξημένος (βλ. παράγραφο 4.4).

  • Η ναλτρεξόνη και η ναλμεφένη είναι ανταγωνιστές των οπιοειδών που μπορεί να αναστείλουν τις φαρμακολογικές επιδράσεις της βουπρενορφίνης. Η συγχορήγηση κατά τη θεραπεία με τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης αντενδείκνυται λόγω της δυνητικά επικίνδυνης αλληλεπίδρασης που μπορεί να επιταχύνει την αιφνίδια εμφάνιση παρατεταμένων και έντονων συμπτωμάτων στέρησης οπιοειδούς (βλ. παράγραφο 4.3).

  • Αναστολείς του CYP3A4: μια μελέτη αλληλεπιδράσεων της βουπρενορφίνης με την κετοκοναζόλη (έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4) οδήγησε σε αυξημένη Cmax και AUC

    (περιοχή κάτω από την καμπύλη) της βουπρενορφίνης (περίπου 50% και 70% αντίστοιχα) και, σε μικρότερο βαθμό, της νορβουπρενορφίνης. Ασθενείς που λαμβάνουν Suboxone πρέπει να παρακολουθούνται στενά, και μπορεί να χρειαστούν μείωση της δόσης, εάν συνδυάζεται με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αναστολείς πρωτεασών, όπως ριτοναβίρη, νελφιναβίρη ή ινδιναβίρη ή αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών όπως κετοκοναζόλη ή ιτρακοναζόλη, μακρολιδικά αντιβιοτικά).

  • Επαγωγείς του CYP3A4: Η συγχορήγηση επαγωγέων του CYP3A4 με τη βουπρενορφίνη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της βουπρενορφίνης στο πλάσμα, οδηγώντας δυνητικά σε υποβέλτιστη θεραπεία της εξάρτησης από οπιοειδή με βουπρενορφίνη. Συνιστάται οι ασθενείς που λαμβάνουν τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης να παρακολουθούνται στενά σε περίπτωση συγχορήγησης επαγωγέων (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη). Η δόση της βουπρενορφίνης ή του επαγωγέα του CYP3A4 ενδέχεται να χρειάζεται αντίστοιχη προσαρμογή.

  • Η συγχορήγηση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (αναστολέων MAO) μπορεί να προκαλέσει ενίσχυση των επιδράσεων των οπιοειδών, βάσει της εμπειρίας με τη μορφίνη.

Κύηση

Κύηση

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.

Προς το τέλος της κύησης, η βουπρενορφίνη μπορεί να επάγει αναπνευστική καταστολή στο νεογέννητο βρέφος ακόμα και μετά από μια σύντομη περίοδο χορήγησης. Η μακροχρόνια χορήγηση βουπρενορφίνης κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών της κύησης μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης στο νεογνό (π.χ. υπερτονία, νεογνικό τρόμο, νεογνική υπερδιέγερση, μυόκλονο ή σπασμούς). Γενικά, η εμφάνιση του συνδρόμου καθυστερεί για αρκετές ώρες έως αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση.

Λόγω του μεγάλου χρόνου ημισείας ζωής της βουπρενορφίνης, στο τέλος της κύησης θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης του νεογνού για αρκετές ημέρες, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής ή συνδρόμου στέρησης νεογνού.

Επίσης, η χρήση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να αξιολογείται από τον ιατρό. Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνον εφόσον το δυνητικό όφελος αντισταθμίζει τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ναλοξόνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η βουπρενορφίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Σε αρουραίους έχει βρεθεί ότι η βουπρενορφίνη αναστέλλει τη γαλουχία. Συνεπώς, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Suboxone.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει μείωση της γονιμότητας των θηλυκών στις υψηλές δόσεις (συστηματική έκθεση > 2,4 φορές την έκθεση του ανθρώπου στη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 24 mg βουπρενορφίνης, βάσει της AUC, βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης έχει μικρή έως μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων όταν χορηγείται σε εξαρτημένους από οπιοειδή ασθενείς. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, ζάλη ή διαταραγμένη σκέψη, ιδιαίτερα κατά τη

θεραπεία εφόδου και την προσαρμογή της δόσης. Όταν λαμβάνεται μαζί με αλκοόλ ή κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, η επίδραση μπορεί να είναι πιο έντονη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται για την οδήγηση ή τον χειρισμό επικίνδυνων μηχανημάτων στις περιπτώσεις όπου ο συνδυασμός βουπρενορφίνης/ναλοξόνης μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την ικανότητά τους να πραγματοποιούν τέτοιες δραστηριότητες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των βασικών κλινικών μελετών ήταν η δυσκοιλιότητα και τα συμπτώματα που κατά κανόνα συσχετίζονται με τη στέρηση από ουσίες (δηλαδή, αϋπνία, κεφαλαλγία, ναυτία, υπεριδρωσία και άλγος). Ορισμένες αναφορές για επιληπτικές κρίσεις, έμετο, διάρροια και αυξημένες τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας θεωρήθηκαν σοβαρές.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο πίνακας 1 συνοψίζει ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από βασικές κλινικές δοκιμές στις οποίες 342 από 472 ασθενείς (72,5%) ανέφεραν ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ συνοψίζει και ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά την επιτήρηση μετά την κυκλοφορία στην αγορά.

Η συχνότητα των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρονται παρακάτω ορίζεται με βάση την ακόλουθη συνθήκη:

πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη θεραπεία που αναφέρθηκαν σε κλινικές δοκιμές και κατά την επιτήρηση µετά την κυκλοφορία στην αγορά για τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης

Κατηγορία/οργα νικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Μη γνωστές
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις γρίπη, λοίμωξη, φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα ουρολοίμωξη, λοίμωξη του κόλπου
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος αναιμία, λευκοκυττάρωση, λευκοπενία,λεμφαδενοπάθεια, θρομβοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικούσυστήματος υπερευαισθησία αναφυλακτική καταπληξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης μειωμένη όρεξη, υπεργλυκαιμία,υπερλιπιδαιμία, υπογλυκαιμία
Κατηγορία/οργα νικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Μη γνωστές
Ψυχιατρικές διαταραχές αϋπνία άγχος, κατάθλιψη, γενετήσια ορμή μειωμένη, νευρικότητα, σκέψη μη φυσιολογική μη φυσιολογικά όνειρα, διέγερση, απάθεια,αποπροσωποποίησ η,φαρμακευτική εξάρτηση, ευφορική συναισθηματικήδιάθεση, εχθρότητα ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος κεφαλαλγία ημικρανία, ζάλη, υπερτονία,παραισθησία, υπνηλία αμνησία, υπερκινησία, επιληπτική κρίση,διαταραχή λόγου, τρόμος ηπατική εγκεφαλοπάθεια,συγκοπή
Οφθαλμικές διαταραχές αμβλυωπία, δακρυϊκή διαταραχή επιπεφυκίτιδα, μύση
Διαταραχές του ωτός καιλαβυρίνθου ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές στηθάγχη, βραδυκαρδία, έμφραγμα του μυοκαρδίου,αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές υπέρταση, αγγειοδιαστολή υπόταση ορθοστατική υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωράκιου βήχας άσθμα, δύσπνοια, χασμουρητό βρογχόσπασμος, αναπνευστική καταστολή
Διαταραχές του γαστρεντερικού δυσκοιλιότητα, ναυτία κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, μετεωρισμός,έμετος εξέλκωση του στόματος, δυσχρωματισμός της γλώσσας οδοντική τερηδόνα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων ηπατίτιδα, ηπατίτιδα οξεία, ίκτερος, ηπατική νέκρωση,ηπατονεφρικό σύνδρομο
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού υπεριδρωσία κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση ακμή, αλωπεκία, δερματίτιδα αποφολιδωτική,ξηροδερμία, μάζα στο δέρμα αγγειοοίδημα
Κατηγορία/οργα νικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Μη γνωστές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος καιτου συνδετικού ιστού οσφυαλγία, αρθραλγία, μυϊκοί σπασμοί, μυαλγία αρθρίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών ανωμαλία στα ούρα λευκωματινουρία, δυσουρία, αιματουρία, νεφρολιθίαση,κατακράτηση ούρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού στυτική δυσλειτουργία αμηνόρροια, διαταραχή εκσπερμάτισης, μηνορραγία,μητρορραγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης σύνδρομο στέρησης από ουσίες εξασθένιση, θωρακικό άλγος, ρίγη,πυρεξία, αίσθημα κακουχίας, άλγος,οίδημα περιφερικό υποθερμία σύνδρομο στέρησης από ουσίες σε νεογνά
Παρακλινικές εξετάσεις δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογική, σωματικό βάροςμειωμένο κρεατίνη του αίματος αυξημένη τρανσαμινάσες αυξημένες
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκέςθεραπευτικών χειρισμών κάκωση θερμοπληξία

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Σε περιπτώσεις κακής χρήσης ουσιών ενδοφλέβια, κάποιες ανεπιθύμητες ενέργειες αποδίδονται στην ενέργεια της κακής χρήσης αντί για το φαρμακευτικό προϊόν και περιλαμβάνουν τοπικές αντιδράσεις, μερικές φορές σηπτικές (απόστημα, κυτταρίτιδα), και έχει αναφερθεί δυνητικά σοβαρή οξεία ηπατίτιδα, καθώς και άλλες λοιμώξεις, όπως πνευμονία και ενδοκαρδίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4).

Σε ασθενείς που προσέρχονται με έντονη εξάρτηση από ουσίες, η αρχική χορήγηση βουπρενορφίνης μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης από ουσίες παρόμοιο με αυτό που συσχετίζεται με τη ναλοξόνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Συμπτώματα

Το κυριότερο σύμπτωμα που απαιτεί παρέμβαση σε περίπτωση υπερδοσολογίας είναι η αναπνευστική καταστολή που προκύπτει από την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, διότι μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική ανακοπή και θάνατο. Τα σημεία υπερδοσολογίας μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν υπνηλία, αμβλυωπία, μύση, υπόταση, ναυτία, έμετο ή/και διαταραχές της ομιλίας.

Διαχείριση

Θα πρέπει να εφαρμόζονται γενικά υποστηρικτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της στενής παρακολούθησης της αναπνευστικής και καρδιακής κατάστασης του ασθενούς. Θα πρέπει να εφαρμόζεται συμπτωματική θεραπεία της αναπνευστικής καταστολής και να ακολουθούνται τα καθιερωμένα μέτρα εντατικής θεραπείας. Πρέπει να εξασφαλίζεται η διατήρηση βατών αεραγωγών και ο υποβοηθούμενος ή ελεγχόμενος αερισμός. Ο ασθενής θα πρέπει να μεταφέρεται σε περιβάλλον μέσα στο οποίο είναι διαθέσιμος πλήρης εξοπλισμός αναζωογόνησης.

Εάν ο ασθενής εμέσει, πρέπει να δίνεται προσοχή για την αποφυγή εισρόφησης του εμέσματος.

Συνιστάται η χρήση ενός ανταγωνιστή των οπιοειδών (δηλαδή, ναλοξόνη), παρά τη μέτρια επίδραση που μπορεί να έχει στην αναστροφή των αναπνευστικών συμπτωμάτων της βουπρενορφίνης συγκριτικά με τις επιδράσεις του στους πλήρεις αγωνιστές των οπιοειδών.

Σε περίπτωση χρήσης της ναλοξόνης, η μακρά διάρκεια δράσης της βουπρενορφίνης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν καθορίζεται η διάρκεια της θεραπείας και της ιατρικής επιτήρησης που απαιτείται για να αναστραφούν οι επιδράσεις μιας υπερδοσολογίας. Η κάθαρση της ναλοξόνης μπορεί να είναι ταχύτερη από την κάθαρση της βουπρενορφίνης, επιτρέποντας την επανεμφάνιση συμπτωμάτων υπερδοσολογίας της βουπρενορφίνης, τα οποία ήταν προηγουμένως υπό έλεγχο, συνεπώς μπορεί να χρειαστεί συνεχής έγχυση. Εάν η έγχυση δεν είναι δυνατή, ίσως χρειαστεί επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσεων ναλοξόνης. Οι ρυθμοί της συνεχούς ενδοφλέβιας έγχυσης θα πρέπει να τιτλοδοτούνται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενούς.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - SUBOXONE

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα για την αντιμετώπιση της εξάρτησης, κωδικός ATC: N07BC51.

Μηχανισμός δράσης

Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών ο οποίος δεσμεύεται στους μ και κ υποδοχείς οπιοειδών του εγκεφάλου. Η δράση της στη θεραπεία συντήρησης με οπιοειδή αποδίδεται στις ιδιότητες της για βραδεία αποσύνδεση από τους μ υποδοχείς οπιοειδών. Οι ιδιότητες αυτές για παρατεταμένο χρονικό διάστημα μπορεί να ελαχιστοποιήσουν την ανάγκη των εθισμένων ασθενών για ουσίες.

Κατά τη διάρκεια κλινικών φαρμακολογικών μελετών σε άτομα εξαρτημένα από οπιοειδή παρατηρήθηκαν φαινόμενα οροφής των αγωνιστών οπιοειδών.

Η ναλοξόνη είναι ανταγωνιστής στους μ υποδοχείς οπιοειδών. Όταν χορηγείται από του στόματος ή υπογλώσσια σε συνήθεις δόσεις σε ασθενείς που παρουσίασαν στέρηση οπιοειδών, η ναλοξόνη επιδεικνύει μικρή ή καθόλου φαρμακολογική επίδραση, λόγω του σχεδόν πλήρους μεταβολισμού πρώτης διόδου της ναλοξόνης. Ωστόσο, όταν χορηγείται ενδοφλέβια σε άτομα εξαρτημένα από οπιοειδή, η παρουσία της ναλοξόνης στο Suboxone δημιουργεί εκσεσημασμένες επιδράσεις ανταγωνιστή των οπιοειδών και στέρηση οπιοειδών, αποτρέποντας έτσι την ενδοφλέβια κατάχρηση.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας για τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης προέρχονται πρωτίστως από μια κλινική δοκιμή ενός έτους, η οποία συνίστατο σε μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή σύγκριση 4 εβδομάδων μεταξύ του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης, της βουπρενορφίνης και εικονικού φαρμάκου, ακολουθούμενη από μια μελέτη ασφάλειας 48 εβδομάδων για τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Σε αυτήν τη δοκιμή, 326 άτομα εθισμένα στην ηρωίνη κατανεμήθηκαν τυχαία να λάβουν είτε 16 mg συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης ανά ημέρα είτε 16 mg βουπρενορφίνης ανά ημέρα είτε εικονικό φάρμακο. Για τα άτομα που τυχαιοποιήθηκαν σε κάποια από τις δύο δραστικές θεραπείες, η δοσολογία ξεκίνησε με 8 mg βουπρενορφίνης την ημέρα 1, ακολουθούμενα από 16 mg (δύο δόσεις των 8 mg) βουπρενορφίνης την ημέρα 2. Την ημέρα 3, εκείνοι που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης μετέβησαν στο δισκίο συνδυασμού. Υπήρχε καθημερινή συνάντηση με τα άτομα στην κλινική (Δευτέρα έως και Παρασκευή) για τη χορήγηση της δόσης και για αξιολογήσεις αποτελεσματικότητας. Για τα Σαββατοκύριακα παρέχονταν δόσεις για το σπίτι. Η κύρια σύγκριση της μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης έναντι του εικονικού φαρμάκου και του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Το ποσοστό από δείγματα ούρων τρεις φορές την εβδομάδα, τα οποία ήταν αρνητικά για οπιοειδή εκτός μελέτης, ήταν στατιστικά υψηλότερο τόσο για τον συνδυασμό βουπρενορφίνης/ναλοξόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου (p < 0,0001) όσο και για τη βουπρενορφίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου

(p < 0,0001).

Σε μια διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο μελέτη παράλληλων ομάδων που συνέκρινε αιθανολικό διάλυμα βουπρενορφίνης έναντι ενός δραστικού φαρμάκου ελέγχου που ήταν πλήρης αγωνιστής, τυχαιοποιήθηκαν 162 άτομα να λάβουν το αιθανολικό υπογλώσσιο διάλυμα βουπρενορφίνης στα 8 mg/ημέρα (μια δόση που είναι περίπου συγκρίσιμη με μια δόση 12 mg/ημέρα του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης) ή δύο σχετικά χαμηλές δόσεις δραστικού φαρμάκου ελέγχου, μία από τις οποίες ήταν αρκετά χαμηλή ώστε να λειτουργεί ως εναλλακτική του εικονικού φαρμάκου, κατά τη διάρκεια μιας φάσης εφόδου 3 έως 10 ημερών, μιας φάσης συντήρησης

16 εβδομάδων και μιας φάσης αποτοξίνωσης 7 εβδομάδων. Η βουπρενορφίνη τιτλοδοτήθηκε σε δόση συντήρησης έως την ημέρα 3. Οι δόσεις του δραστικού φαρμάκου ελέγχου τιτλοδοτήθηκαν πιο σταδιακά. Με βάση την παραμονή στη θεραπεία και το ποσοστό από δείγματα ούρων τρεις φορές την εβδομάδα που ήταν αρνητικά για οπιοειδή εκτός μελέτης, η βουπρενορφίνη ήταν πιο αποτελεσματική απ' ό,τι η χαμηλή δόση του φαρμάκου ελέγχου στο να διατηρεί τους εθισμένους στην ηρωίνη στη θεραπεία και στο να μειώνει την από μέρους τους χρήση των οπιοειδών ενόσω βρίσκονταν υπό θεραπεία. Η αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης, 8 mg ανά ημέρα ήταν παρόμοια με εκείνη της μέτριας δόσης του δραστικού φαρμάκου ελέγχου, αλλά δεν καταδείχθηκε ισοδυναμία.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Βουπρενορφίνη

Απορρόφηση

Η βουπρενορφίνη, όταν λαμβάνεται από στόματος, υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου με

N-απαλκυλίωση και σύζευξη με γλυκουρονίδιο στο λεπτό έντερο και το ήπαρ. Συνεπώς, η χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος από την από στόματος οδό είναι ακατάλληλη.

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 90 λεπτά μετά την υπογλώσσια χορήγηση. Τα επίπεδα της βουπρενορφίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν με την αυξανόμενη υπογλώσσια δόση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Τόσο η Cmax όσο και η AUC της βουπρενορφίνης αυξήθηκαν παράλληλα με την αύξηση της δόσης (στο εύρος των 4-16 mg), παρότι η αύξηση ήταν μικρότερη από αυτήν που θα αναλογούσε στη δόση.

Πίνακας 2. Μέσες φαρμακοκινητικές παράμετροι της βουπρενορφίνης

Φαρμακοκινητική παράμετρος Suboxone 4 mg Suboxone 8 mg Suboxone 16 mg
Cmax ng/ml 1,84 (39) 3,0 (51) 5,95 (38)
AUC0-48ώρ. ng/ml 12,52 (35) 20,22 (43) 34,89 (33)

Πίνακας 3. Μεταβολές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους για το Suboxone υμένιο που χορηγείται υπογλώσσια ή παρειακά σε σύγκριση με το Suboxone υπογλώσσιο δισκίο

Δοσολογία ΦΚπαράμετρο ς Αύξηση στη βουπρενορφίνη ΦΚπαράμετρο ς Αύξηση στη ναλοξόνη
Υμένιο υπογλώσ σιο σε σύγκριση με δισκίουπογλώσ σιο Υμένιο παρειακό σε σύγκριση με δισκίουπογλώσ σιο Υμένιο παρειακό σε σύγκριση με υμένιουπογλώσ σιο Υμένιο υπογλώσ σιο σε σύγκριση με δισκίουπογλώσ σιο Υμένιο παρειακό σε σύγκριση με δισκίουπογλώσ σιο Υμένιο παρειακό σε σύγκριση με υμένιουπογλώσ σιο
1 × 2 mg/0,5 mg Cmax 22% 25% - Cmax - - -
AUC0-last - 19% - AUC0-last - - -
2 × 2 mg/0,5 mg Cmax - 21% 21% Cmax - 17% 21%
AUC0-last - 23% 16% AUC0-last - 22% 24%
1 × 8 mg/2 mg Cmax 28% 34% - Cmax 41% 54% -
AUC0-last 20% 25% - AUC0-last 30% 43% -
1 × 12 mg/3 mg Cmax 37% 47% - Cmax 57% 72% 9%
AUC0-last 21% 29% - AUC0-last 45% 57% -
1 × 8 mg/2 mg συν2 × 2 mg/0,5 mg Cmax - 27% 13% Cmax 17% 38% 19%
AUC0-last - 23% - AUC0-last - 30% 19%

Σημείωση 1. Το «–» αντιπροσωπεύει την απουσία μεταβολής όταν τα διαστήματα εμπιστοσύνης 90% για τους λόγους γεωμετρικών μέσων των τιμών Cmax και AUC0-last είναι εντός του ορίου 80% έως 125%.

Σημείωση 2. Δεν υπάρχουν δεδομένα για το υμένιο περιεκτικότητας 4 mg/1 mg. Η σύνθεσή του είναι ανάλογη του υμενίου περιεκτικότητας 2 mg/0,5 mg και έχει το ίδιο μέγεθος με την περιεκτικότητα

2 × 2 mg/0,5 mg υμενίων.

Κατανομή

Η απορρόφηση της βουπρενορφίνης ακολουθείται από μια φάση ταχείας κατανομής (χρόνος ημίσειας ζωής κατανομής από 2 έως 5 ώρες).

Η βουπρενορφίνη είναι ιδιαίτερα λιπόφιλη, γεγονός που οδηγεί σε ταχεία διείσδυση στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Η βουπρενορφίνη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες σε ποσοστό περίπου 96%, κυρίως στην άλφα και βήτα σφαιρίνη.

Βιομετασχηματισμός

Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο μέσω N-απαλκυλίωσης από το CYP3A4 των μικροσωμάτων του ήπατος. Το αρχικό μόριο και ο κύριος απαλκυλιωμένος μεταβολίτης, η νορβουπρενορφίνη, υπόκεινται κατόπιν σε γλυκουρονιδίωση. Η νορβουπρενορφίνη δεσμεύεται στους υποδοχείς οπιοειδών in vitro, ωστόσο δεν είναι γνωστό το εάν η νορβουπρενορφίνη συνεισφέρει στη συνολική επίδραση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης.

Αποβολή

Η αποβολή της βουπρενορφίνης είναι διεκθετική ή τριεκθετική και έχει μέσο χρόνο ημίσειας ζωής από το πλάσμα 32 ωρών.

Η βουπρενορφίνη απεκκρίνεται στα κόπρανα (~70%) μέσω χολικής απέκκρισης των συζευγμένων ως γλυκουρονιδίων μεταβολιτών, ενώ η υπόλοιπη (~30%) απεκκρίνεται στα ούρα.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η Cmax και η AUC της βουπρενορφίνης αυξήθηκαν με γραμμικό τρόπο καθώς αυξανόταν η δόση (στο εύρος των 4 έως 16 mg), παρότι η αύξηση δεν ήταν ευθέως ανάλογη της δόσης.

Ναλοξόνη

Απορρόφηση και κατανομή

Μετά από υπογλώσσια χορήγηση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης, οι συγκεντρώσεις της ναλοξόνης στο πλάσμα είναι χαμηλές και φθίνουν ταχέως. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της ναλοξόνης στο πλάσμα ήταν πολύ χαμηλές για να αξιολογηθεί τυχόν αναλογικότητα προς τη δόση.

Η ναλοξόνη δεν έχει διαπιστωθεί να επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της βουπρενορφίνης, και τόσο τα υπογλώσσια δισκία βουπρενορφίνης όσο και το υπογλώσσιο υμένιο συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης παρέχουν παρόμοιες συγκεντρώσεις της βουπρενορφίνης στο πλάσμα.

Κατανομή

Η ναλοξόνη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες σε ποσοστό περίπου 45%, κυρίως στη λευκωματίνη.

Βιομετασχηματισμός

Η ναλοξόνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, κυρίως μέσω σύζευξης με γλυκουρονίδιο, και απεκκρίνεται στα ούρα. Η ναλοξόνη υφίσταται άμεση γλυκουρονιδίωση σε 3-γλυκουρονίδιο της ναλοξόνης, καθώς και N-απαλκυλίωση και αναγωγή της 6-οξο ομάδας.

Αποβολή

Η ναλοξόνη απεκκρίνεται στα ούρα, με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα που κυμαίνεται από 0,9 έως 9 ώρες.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η νεφρική αποβολή παίζει έναν σχετικά μικρό ρόλο (~30%) στη συνολική κάθαρση του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης με βάση τη νεφρική λειτουργία, αλλά συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται δόση σε άτομα με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της βουπρενορφίνης και της ναλοξόνης αξιολογήθηκε σε μια μελέτη μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Ο πίνακας 4 συνοψίζει τα αποτελέσματα από μια κλινική δοκιμή στην οποία η έκθεση στη βουπρενορφίνη και τη ναλοξόνη προσδιορίστηκε μετά από χορήγηση ενός υπογλώσσιου δισκίου 2,0/0,5 mg του συνδυασμού βουπρενορφίνης/ναλοξόνης σε υγιή άτομα και σε άτομα με διάφορους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας.

Πίνακας 4. Επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της βουπρενορφίνης και της ναλοξόνης μετά από τη χορήγηση του Suboxone (μεταβολή σε σχέση με υγιή άτομα)
ΦΚπαράμετρος Ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία A κατά Child-Pugh)(n = 9) Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία B κατά Child-Pugh)(n = 8) Βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh)(n = 8)
Βουπρενορφίνη
Cmax Αύξηση κατά 1,2 φορές Αύξηση κατά 1,1 φορές Αύξηση κατά 1,7 φορές
AUClast Παρόμοια με το φάρμακο ελέγχου Αύξηση κατά 1,6 φορές Αύξηση κατά 2,8 φορές
Ναλοξόνη
Cmax Παρόμοια με το φάρμακο ελέγχου Αύξηση κατά 2,7 φορές Αύξηση κατά 11,3 φορές
AUClast Μείωση κατά 0,2 φορές Αύξηση κατά 3,2 φορές Αύξηση κατά 14,0 φορές

Συνολικά, η έκθεση στη βουπρενορφίνη στο πλάσμα αυξήθηκε κατά περίπου 3 φορές σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία, ενώ η έκθεση στη ναλοξόνη στο πλάσμα αυξήθηκε κατά

14 φορές με τη βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - SUBOXONE

Κατάλογος εκδόχων

Λακτόζη μονοϋδρική Μαννιτόλη

Άμυλο αραβοσίτου Ποβιδόνη Κ30 Κιτρικό οξύ άνυδρο Κιτρικό νάτριο Μαγνήσιο στεατικό

Ακεσουλφάμη καλιούχος

Φυσικό άρωμα λεμονιού και γλυκολέμονου

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx 28 (σε paper/alu/nylon/alu/PVC blister)`
Τιμή
183,48 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx7 (σε paper/alu/nylon/alu/PVC blister)`
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.