ANAPROX F.C.TAB 550MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ANAPROX 550MG/TAB
Για τη συμπτωματική θεραπεία των ακόλουθων καταστάσεων:
-
χρόνιες φλεγμονώδεις αρθροπάθειες (ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλοαρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα κ.λπ.),
-
εκφυλιστικές αρθροπάθειες περιφερικών αρθρώσεων και σπονδυλικής στήλης,
-
ουρική αρθρίτιδα, ψευδουρική αρθρίτιδα,
-
επώδυνα εξωαρθρικά μυοσκελετικά σύνδρομα (περιαρθρίτιδα, τενοντίτιδα, τραυματικές κακώσεις κ.λπ.).
Για την αντιμετώπιση της πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας.
Για την αντιμετώπιση των κρίσεων της ημικρανίας, του χειρουργικού και τραυματικού πόνου και του πόνου των οδοντιατρικών επεμβάσεων, του μετά τον τοκετό πόνου σε μη θηλάζουσες μητέρες και του πόνου από εφαρμογή ενδομητρίων επιθεμάτων.
Δοσολογία
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.4).
Ενήλικες
Η συνήθης δοσολογία είναι ένα έως δύο δισκία (550-1100 mg) ημερησίως διαιρεμένη σε δύο δόσεις χορηγούμενες ανά 12 ωρο. Σε ασθενείς που ανέχονται καλά τις χαμηλές δόσεις και δεν έχουν ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα τρία δισκία (1650 mg) ημερησίως σε περιπτώσεις κρίσεων ή οξέων εξάρσεων των παθήσεων για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων. Με αυτές τις υψηλότερες δόσεις έχει αναφερθεί αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό.
Σε αναλγητικές ενδείξεις
Αρχικά δίδεται ένα δισκίο (550 mg) και στην συνέχεια μισό δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες.
Για αντιμετώπιση των κρίσεων της ημικρανίας
Ενάμισι δισκίο (825 mg) λαμβάνεται με τα πρώτα συμπτώματα της επερχόμενης κρίσης. Επιπρόσθετα εάν είναι αναγκαίο μπορούν να ληφθούν και άλλο μισό έως ένα δισκίο (275-550 mg) κατά την διάρκεια της ημέρας αλλά όχι νωρίτερα από μισή ώρα από την λήψη της αρχικής δόσης.
Για αναλγησία μετά τον τοκετό σε μη θηλάζουσες μητέρες, σε δυσμηνόρροια και έπειτα από εφαρμογή ενδομητρίων επιθεμάτων.
Αρχικά λαμβάνεται ένα δισκίο (550 mg) και στη συνέχεια μισό δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες.
Σε οξεία ουρική αρθρίτιδα
Αρχικά χορηγείται ενάμισι δισκίο (825 mg), έπειτα από 8 ώρες ένα δισκίο (550 mg) και στη συνέχεια μισό δισκίο (275 mg) κάθε 8 ώρες μέχρι την υποχώρηση της κρίσης.
Σε ρευματοειδή αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα και αγκυλωτική σπονδυλίτιδα.
Θεραπεία ενάρξεως:
Η συνήθης αρχική δοσολογία είναι ένα έως δύο δισκία (550-1100 mg) ημερησίως διαιρεμένη σε δύο δόσεις χορηγούμενες ανά 12ωρο.
Στις ακόλουθες ενδείξεις συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με ενάμισι έως δύο δισκία (825-1100 mg) ημερησίως για ορισμένες εβδομάδες.
α) Σε ασθενείς με σοβαρό νυχτερινό πόνο και/ή πρωινή δυσκαμψία.
β) Σε ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία με Anaprox διακόπτοντας θεραπεία με υψηλές δόσεις άλλου αντιφλεγμονώδους.
γ) Στην οστεοαρθρίτιδα όταν το προεξάρχον σύμπτωμα είναι ο πόνος.
Θεραπεία συντήρησης:
Η δοσολογία κυμαίνεται μεταξύ μισού και ενός δισκίου (550 mg-1100 mg) ημερησίως διατηρούμενης της χορήγησης ανά 12ωρο. Κάθε δόση προσαρμόζεται ανάλογα με τα προεξάρχοντα συμπτώματα δηλαδή τον νυχτερινό πόνο ή την πρωινή δυσκαμψία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά ηλικιάς από 4 ετών και άνω:
Σε νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα
Η συνήθης δόση είναι 11 mg/kg βάρους ημερησίως χορηγούμενα σε δύο δόσεις ανά 12ωρο.
Σε αναλγητικές ενδείξεις
Η αρχική δόση είναι 11 mg/kg βάρους και στη συνέχεια χορηγούνται 2,75-5,5 mg/kg βάρους κάθε 8 ώρες. Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 16,5 mg/kg ημερησίως έπειτα από την πρώτη ημέρα θεραπείας.
Ηλικιωμένοι
Μελέτες κατέδειξαν ότι αν και η ολική συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα παραμένει αμετάβλητη, το μη συνδεδεμένο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται στους ηλικιωμένους. Η σημασία του ευρήματος αυτού για την δοσολογία του Anaprox είναι άγνωστη. Όπως και με τα άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στους ηλικιωμένους, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και υπό τακτική παρακολούθηση (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Επειδή η ναπροξένη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται σε μεγάλο ποσοστό μέσω σπειραματικής διήθησης από τους νεφρούς, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με
έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της κρεατίνης του ορού και/ή της κάθαρσης της κρεατίνης στους ασθενείς αυτούς. Στους ασθενείς αυτούς πρέπει να εξετάζεται η μείωση στην ημερήσια δοσολογία.
Το Anaprox δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χρονίως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρσης κρεατινίνης <30ml/min) (βλ. παράγραφο 4.3).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η ηπατική πάθηση λόγω χρόνιου αλκοολισμού και πιθανώς άλλες μορφές κίρρωσης, μειώνουν την ολική συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα, αλλά το μη συνδεδεμένο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται. Η σημασία του ευρήματος αυτού για τη δοσολογία του Anaprox είναι άγνωστη και ως εκ τούτου είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Τρόπος χορήγησης
Λαμβάνεται από το στόμα κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών.
-
Ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών εκδηλώσεων όπως το άσθμα, η κνίδωση, η ρινίτιδα, οι ρινικοί πολύποδες, το αγγειοοίδημα, που επάγονται από τη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων ΜΣΑΦ, εξαιτίας της πιθανής διασταυρούμενης υπερευαισθησίας. Σε αυτούς τους ασθενείς έχουν αναφερθεί σοβαρές αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μετά από χορήγηση ναπροξένης.
-
Ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Τρίτο τρίμηνο της κύησης και γαλουχίας (βλ. παράγραφο 4.6).
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
-
Ασθενείς με αιματολογική νόσο ή σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παραγράφους Γαστρεντερικές επιδράσεις και Καρδιαγγειακές επιδράσεις).
Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται σε μειωμένη δόση σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, με ηπατική δυσλειτουργία, με σημαντική έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας, σε εξασθενημένα και ηλικιωμένα άτομα και σε ασθενείς με υπέρταση που λαμβάνουν διουρητικά.
Σε μακροχρόνια χορήγηση χρειάζεται κατά διαστήματα αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος του ασθενή.
Σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και μικτή νόσο του συνδετικού ιστού, η ναπροξένη πρέπει να χορηγείται με προσοχή δεδομένου ότι έχουν περιγραφεί σπάνιες περιπτώσεις άσηπτης μηνιγγίτιδας σε αυτούς τους ασθενείς.
Γαστρεντερικές επιδράσεις
Το Anaprox δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος και σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής πάθησης.
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό μπορεί να εμφανιστούν κάθε στιγμή στους ασθενείς που θεραπεύονται με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Η αθροιστική εμφάνιση των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό που περιλαμβάνουν μεγάλη αιμορραγία και διάτρηση αυξάνεται περίπου γραμμικά, ανάλογα με τη διάρκεια χρήσης της ναπροξένης (ή κάθε άλλου μη στεροειδούς αντιφλεγμονώδους φαρμάκου). Όπως και με τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα υπάρχει πιθανώς ένας υψηλότερος κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών με τη χρήση υψηλότερων δόσεων ή/και τη μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας.
Ο κίνδυνος για γαστρορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση είναι μεγαλύτερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαιτέρως αν υπάρχει επιπλοκή με αιμορραγία ή διάτρηση, και σε ηλικιωμένους. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να αρχίσουν τη θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση. Για τους ασθενείς αυτούς πρέπει να εξετάζεται η θεραπεία συνδυασμού με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) όπως επίσης για ασθενείς που χρειάζονται παράλληλη χορήγηση μικρής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων φαρμάκων που πιθανόν αυξάνουν το γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.5).
Οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαιτέρως όταν είναι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν τα ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά γαστρορραγία) ιδιαιτέρως στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγές με φάρμακα τα οποία είναι δυνατόν να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως είναι τα από στόματος στεροειδή, τα αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης ή οι αντι-αιμοπεταλιακοί παράγοντες, όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδους κολίτιδας, νόσου του Crohn) καθώς η πάθησή τους είναι δυνατόν να επιδεινωθεί.
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
Απαιτείται η σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οιδήματα σε συνδυασμό με θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση των ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) μπορεί να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών επεισοδίων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Αν και τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι χρήση ναπροξένης (1000 mg ημερησίως) ίσως συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο, κάποιος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ναπροξένη μετά από προσεκτική θεώρηση. Παρόμοια θεώρηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη πιο μακρόχρονης θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιοαγγειακών επεισοδίων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
Φλεγμονή
Λόγω των αντιπυρετικών και αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων του Anaprox, ο πόνος και η φλεγμονή μπορεί να ελαττωθούν και έτσι να μειωθεί η χρησιμότητά τους σαν διαγνωστικά σημεία.
Αιματολογικές επιδράσεις
Η ναπροξένη μειώνει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και παρατείνει τον χρόνο ροής. Η επίδραση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν καθορίζεται ο χρόνος ροής. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν
διαταραχές πήξης ή όσοι βρίσκονται σε φαρμακευτική θεραπεία που επηρεάζει την αιμόσταση πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά όταν χορηγείται η ναπροξένη.
Ασθενείς σε πλήρη αντιπηκτική θεραπεία (π.χ. ηπαρίνη ή παράγωγα της δικουμαρόλης) μπορεί να βρεθούν σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας εάν λάβουν ταυτόχρονα Anaprox. Γι’ αυτό το λόγο τα οφέλη πρέπει να εκτιμηθούν σε σχέση με τους κινδύνους.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Αύξηση των τιμών ορισμένων ή όλων των ηπατικών δοκιμασιών έχει αναφερθεί με τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
Επιδράσεις στους νεφρούς
Υπήρξαν αναφορές για μειωμένη νεφρική λειτουργία, νεφρική ανεπάρκεια, οξεία διάμεση νεφρίτιδα, αιματουρία, πρωτεϊνουρία, νεφρική θηλοειδή νέκρωση και περιστασιακά νεφρωσικό σύνδρομο που σχετίζεται με τη ναπροξένη.
Η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ ενδέχεται να προκαλέσει δοσοεξαρτώμενη μείωση στο σχηματισμό των προσταγλανδινών και να επιδεινώσει τη νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο είναι εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, αυτοί που λαμβάνουν διουρητικά, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II και οι ηλικιωμένοι. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία
Επειδή η νατριούχος ναπροξένη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται σε μεγάλο ποσοστό (95%) μέσω σπειραματικής διήθησης από τους νεφρούς, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της κρεατίνης του ορού και/ή της κάθαρσης της κρεατίνης στους ασθενείς αυτούς.
Το Anaprox δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χρονίως σε ασθενείς οι οποίοι έχουν επίπεδα κάθαρσης της κρεατινίνης χαμηλότερα των 30 ml/min. Σε ορισμένους ασθενείς και ειδικά σε εκείνους στους οποίους η νεφρική ροή αίματος είναι μειωμένη, όπως σε μείωση του εξωκυττάριου όγκου, κίρρωση του ήπατος, μείωση του νατρίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και προϋπάρχουσα νεφρική πάθηση, η νεφρική λειτουργία πρέπει να εκτιμάται πριν από και κατά την διάρκεια της θεραπείας με Anaprox. Ορισμένοι ηλικιωμένοι, στους οποίους η νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να είναι αναμενόμενη, όπως και ασθενείς που χρησιμοποιούν διουρητικά μπορεί επίσης να υπάγονται στην κατηγορία αυτή.
Μείωση στην ημερήσια δοσολογία πρέπει να εξετάζεται ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερβολικής συσσώρευσης των μεταβολιτών της νατριούχου ναπροξένης στους ασθενείς αυτούς.
Ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία
Η ηπατική πάθηση λόγω χρόνιου αλκοολισμού και πιθανώς άλλες μορφές κίρρωσης μειώνουν την ολική συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα, αλλά η συγκέντρωση του μη συνδεδεμένου κλάσματος του φαρμάκου αυξάνεται. Η σημασία του ευρήματος αυτού για την δοσολογία του Anaprox είναι άγνωστη, πάντως είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί να εμφανισθούν σε ευαίσθητα άτομα. Αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς με και χωρίς ιστορικό υπερευαισθησίας ή έκθεση σε ακετυλοσαλικυλικό οξύ, άλλα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή προϊόντα που περιέχουν ναπροξένη. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν σε άτομα με ιστορικό αγγειοοιδήματος, βρογχόσπασμου (π.χ. άσθμα), ρινίτιδας και ρινικών πολυπόδων. Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορεί να έχουν
μοιραία έκβαση. Δερματολογικές επιδράσεις
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από αυτές θανατηφόρες, που περιλαμβάνουν αποφολιδωτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ. Φαίνεται ότι οι ασθενείς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας: η έναρξη των αντιδράσεων συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Το Naprosyn θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου τύπου υπερευαισθησίας.
Οφθαλμικές επιδράσεις
Συνιστάται να πραγματοποιείται οφθαλμολογικός έλεγχος εάν εμφανιστεί οποιαδήποτε μεταβολή ή διαταραχή στην όραση, λόγω των ανεπιθύμητων ευρημάτων στα μάτια που έχουν σπανίως παρατηρηθεί με τη χρήση ΜΣΑΦ.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει περίπου 50 mg νατρίου ανά δισκίο, που ισοδυναμεί με 2,5% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Το φάρμακο αυτό, όπως και τα υπόλοιπα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με τις λευκωματίνες του ορού και υπάρχει η πιθανότητα να εκτοπίσει απ’αυτές άλλα φάρμακα που έχουν την ίδια ιδιότητα αυξάνοντας έτσι τη δραστικότητά τους. Γι’αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα, ιδιαίτερα σε μεγάλες δόσεις με κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (βαρφαρίνη), σουλφονυλουρίες, υδαντοΐνες ή σουλφοναμίδες.
Η ναπροξένη είναι δυνατόν να ενισχύσει τη δράση των αντιπηκτικών, όπως τα κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. η βαρφαρίνη, η δικουμαρόλη) επειδή παρατείνει το χρόνο προθρομβίνης και μειώνει τη συγκόλληση αιμοπεταλίων αυξάνοντας τον κίνδυνο γαστρορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Η χορήγηση της ναπροξένης με άλλα ΜΣΑΦ, ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή κορτικοστεροειδή δεν συνιστάται εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου για έλκη και γαστρορραγία (βλ. παράγραφο 4.4).
Για το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, κλινικά φαρμακοδυναμικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ταυτόχρονη χρήση ναπροξένης για περισσότερες από μία ημέρες διαδοχικά μπορεί να αναστείλει την επίδραση της χαμηλής δόσης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη δράση των αιμοπεταλίων, και αυτή η αναστολή μπορεί να επιμείνει για έως και αρκετές ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ναπροξένη. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.
Η ταυτόχρονη χορήγηση νατριούχου ναπροξένης και φουροσεμίδης παρεμποδίζει την νατριοδιουρητική δράση της τελευταίας ιδιαίτερα σε περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας.
Η ταυτόχρονη χορήγηση νατριούχου ναπροξένης και προβενεσίδης αυξάνει τα επίπεδα της ναπροξένης στο πλάσμα.
Η χορήγηση νατριούχου ναπροξένης είναι δυνατόν να αυξήσει τις τιμές των 17-κετοστεροειδών και του 5-υδροξυινδολοξεικού οξέος στα ούρα γι’αυτό όταν πρόκειται να γίνει μέτρηση της λειτουργικότητας των επινεφριδίων πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με Anaprox για 72 ώρες.
Όπως και τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, το Anaprox είναι δυνατόν να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας συνδυαζόμενο με τη χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης και ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II.
Έχει αναφερθεί παρεμπόδιση της νεφρικής κάθαρσης του λιθίου που οδηγεί σε αύξηση της συγκέντρωσής του στο πλάσμα.
Η νατριούχος ναπροξένη, όπως και τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, είναι δυνατόν να μειώσει την αντιυπερτασική δράση της προπρανολόλης και των υπολοίπων βήτα-αναστολέων.
Η νατριούχος ναπροξένη μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό της ζιδοβουδίνης με αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της στο πλάσμα. Γι’ αυτό πρέπει να εξετασθεί η μείωση των δόσεων της ζιδοβουδίνης για να αποφευχθεί η πιθανότητα αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την αύξηση των επιπέδων της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα.
Η ταυτόχρονη χορήγηση ναπροξένης με τη μεθοτρεξάτη πρέπει να γίνεται με προσοχή γιατί η ναπροξένη, όπως και τα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, έχει αναφερθεί ότι μειώνει τη σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης και έτσι είναι πιθανό να αυξήσει την τοξικότητά της.
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα δεν πρέπει να χορηγούνται για 8-12 ημέρες έπειτα από τη χορήγηση μιφεπριστόνης γιατί μπορεί να μειώσουν τη δράση της.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες μπορεί να εμφανίσουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα μπορεί να επιδεινώσουν την καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης και να αυξήσουν τα επίπεδα των καρδιακών γλυκοσίδων όταν συγχορηγούνται με αυτές.
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας όταν συγχορηγούνται με κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους.
Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η ταυτόχρονη χορήγηση χολεστυραμίνης μπορεί να καθυστερήσει την απορρόφηση της ναπροξένης.
Η ταυτόχρονη χορήγηση με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) μπορεί να αυξήσει την αιμορραγική τάση.
Κύηση
Όπως και τα άλλα φάρμακα της κατηγορίας αυτής, το Anaprox προκαλεί καθυστέρηση του τοκετού στα ζώα και επίσης επηρεάζει το καρδιαγγειακό σύστημα του ανθρώπινου εμβρύου (κλείσιμο του βοτάλειου πόρου). Το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης διότι η ασφάλειά του για τέτοια χρήση δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί. Η νατριούχος ναπροξένη αντενδείκνυται στο τρίτο τρίμηνο της κύησης.
Θηλασμός
Η χρήση του φαρμάκου κατά το θηλασμό δεν ενδείκνυται διότι αυτό απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Γονιμότητα
Η χρήση της νατριούχου ναπροξένης, όπως και οποιουδήποτε φαρμάκου που είναι γνωστό ότι αναστέλλει τη σύνθεση κυκλοξυγενάσης/προσταγλανδίνης, μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που έχουν δυσκολία στην σύλληψη ή που υποβάλλονται σε εξετάσεις γονιμότητας, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του φαρμάκου.
ν
Γενικά το φαρμακευτικό προϊόν δεν επιδρά στην ικανότητα οδήγησης και στο χειρισμό άλλων μηχανημάτων. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή από όσους εκτελούν εργασία που απαιτεί εγρήγορση, αν κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρατηρήσουν υπνηλία, ζάλη, καταστολή.
Όπως άλλα ΜΣΑΦ, η ναπροξένη ενδέχεται να προκαλέσει τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
απλαστική ή αιμολυτική αναιμία, θρομβοκυτοπενία, κοκκιοκυτταροπενία περιλαμβάνουσα και την ακοκκιοκυτταραιμία, ηωσινοφιλία, λευκοπενία, αναιμία και ουδετεροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
αλλεργικές αντιδράσεις αναφυλακτοειδούς φύσεως σε ασθενείς με ή χωρίς προηγούμενη έκθεση σε φαρμακευτικά προϊόντα αυτής της κατηγορίας
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
υπερκαλιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, αδυναμία συγκέντρωσης αϋπνία, σύγχυση και ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
κεφαλαλγία, ζάλη, καρηβαρία, ίλιγγος, , σπασμοί, υπνηλία, παραισθησία, οπισθοβολβική οπτική νευρίτιδα, αδυναμία συγκέντρωσης και γνωστική δυσλειτουργία έχουν αναφερθεί. Άσηπτη μηνιγγίτιδα (ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσες αυτοάνοσες διαταραχές, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η, μικτή νόσος του συνδετικού ιστού), με συμπτώματα όπως δυσκαμψία αυχένα, πονοκέφαλος, ναυτία, έμετος, πυρετός ή αποπροσανατολισμός (βλ. παράγραφο 4.4).
Οφθαλμικές διαταραχές
διαταραχές της όρασης, θόλωση του κερατοειδούς, φλεγμονή και οίδημα της οπτικής θηλής
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
διαταραχές ακοής όπως μείωση της ακουστικής οξύτητας, εμβοές και ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές
Οίδημα, έκτακτες συστολές και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση κάποιων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και μακροχρόνια θεραπεία) ίσως συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).
Αγγειακές διαταραχές
αγγειίτιδα, υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
δύσπνοια, άσθμα, ηωσινοφιλική πνευμονίτιδα και πνευμονικό οίδημα
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Καύσος, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, δυσπεψία, κοιλιακή δυσφορία και επιγαστρική δυσφορία. Οι πιο σοβαρές αντιδράσεις που μπορεί να εμφανιστούν είναι η γαστρεντερική αιμορραγία, η οποία είναι μερικές φορές θανατηφόρα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4), φλεγμονή, έλκος, διάτρηση και απόφραξη του ανώτερου και του κατώτερου γαστρεντερικού, μέλαινα, αιματέμεση, στοματίτιδα, επιδείνωση της ελκώδους κολίτιδας και της νόσου Crohn (βλ. παράγραφο 4.4), οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα και παγκρεατίτιδα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
ίκτερος, διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, θανατηφόρος ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
κνησμός, δερματικά εξανθήματα, εκχυμώσεις, κνίδωση, υπεριδρωσία, πορφύρα, αλωπεκία, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας περιλαμβάνουσες σπάνια περιστατικά με δερματικές αλλοιώσεις. Σε νεαρά άτομα δύναται να προκαλέσει την εμφάνιση ψευδοπορφυρίας. Σε χρόνια χορήγηση, ιδίως σε παιδιά, μπορεί να προκαλέσει ουλές στο πρόσωπο.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
αιματουρία, νεφρική πάθηση που περιλαμβάνει αλλά δεν περιορίζεται σε σπειραματονεφρίτιδα, διάμεση νεφρίτιδα, νέκρωση νεφρικών θηλών, αυξημένη κρεατινίνη ορού, νεφρωσικό σύνδρομο και νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
αίσθημα δίψας, υπερπυρεξία, μυαλγίες ή μυϊκή αδυναμία, κόπωση και αδιαθεσία
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21
06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, καύσο, ναυτία, έμετο, επιγαστρικό άλγος, γαστρεντερική αιμορραγία, σπάνια διάρροια, αποπροσανατολισμός, διέγερση, υπνηλία, ζάλη, εμβοές, λιποθυμία. Σε περιπτώσεις σημαντικής δηλητηρίασης μπορεί να εμφανισθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια μεταβολική οξέωση και ηπατική βλάβη.
Αναπνευστική καταστολή, άπνοια, και κώμα μπορεί να εμφανιστούν μετά την κατάποση ΜΣΑΦ αλλά είναι σπάνια.
Σε μία περίπτωση υπερδοσολογίας με ναπροξένη, παροδική παράταση του χρόνου προθρομβίνης που οφείλεται σε υποθρομβιναιμία μπορεί να οφείλεται σε εκλεκτική αναστολή της σύνθεση των παραγόντων πήξης που εξαρτώνται από τη βιταμίνη-Κ.
Μερικοί ασθενείς έχουν εμφανίσει επιληπτικές κρίσεις, αλλά δεν είναι γνωστό εάν αυτές σχετίζονται με τη ναπροξένη ή όχι. Δεν είναι γνωστό τι δόση του φαρμάκου μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή.
Αντιμετώπιση
Οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά όπως απαιτείται. Εντός μίας ώρας από την κατάποση μιας δυνητικά τοξικής ποσότητας, μπορεί να χορηγηθεί ενεργοποιημένος άνθρακας.
Εναλλακτικά, σε ενήλικες μπορεί να εξεταστεί πλύση στομάχου εντός μίας ώρα από την κατάποση μίας δυνητικά απειλητικής για τη ζωή υπερδοσολογίας.
Πρέπει να διασφαλιστεί η επαρκής παραγωγή ούρων.
Η νεφρική και ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά την κατάποση δυνητικά τοξικών ποσοτήτων.
Οι συχνοί ή παρατεταμένοι σπασμοί πρέπει να αντιμετωπίζονται με ενδοφλέβια διαζεπάμη. Άλλα μέτρα μπορεί να υποδεικνύονται από την κλινική κατάσταση του ασθενούς.
Η αιμοκάθαρση δεν μειώνει τη συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα λόγω του υψηλού βαθμού δέσμευσης με τις πρωτεΐνες. Ωστόσο, η αιμοκάθαρση μπορεί εξακολουθεί να είναι κατάλληλη σε έναν ασθενή με νεφρική ανεπάρκεια που έχει λάβει ναπροξένη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ANAPROX 550MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, μη στεροειδή, παράγωγα προπιονικού οξέος, ATC κωδικός: Μ01ΑΕ02
Η νατριούχος ναπροξένη είναι ένα μη ναρκωτικό αντιφλεγμονώδες φάρμακο με σημαντική αντιφλεγμονώδη και αντιπυρετική δράση. Οι ιδιότητες αυτές έχουν αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες σε ανθρώπους και σε κλασικές μελέτες σε ζώα. Οι αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες εμφανίζονται ακόμη και σε ζώα που έχουν υποστεί επινεφριδιοεκτομή φανερώνοντας ότι η δράση του δεν καθορίζεται από τον άξονα επινεφρίδια-υπόφυση. Η δράση αυτή μπορεί να συνεισφέρει στις αντι-ημικρανιακές ιδιότητες της ναπροξένης. Όπως και με τους υπόλοιπους αντιφλεγμονώδεις παράγοντες ο ακριβής μηχανισμός δράσης του είναι άγνωστος. Το Anaprox δεν καταστέλλει το Κ.Ν.Σ. και δεν προκαλεί την δημιουργία ενζύμων εξ επαγωγής.
Το Anaprox διαλύεται ελεύθερα στο νερό και απορροφάται ταχέως και πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα έπειτα από χορήγηση από στόματος. Λόγω της ταχείας και πλήρους απορρόφησης σημαντικά επίπεδα στο πλάσμα και έναρξη της ανακούφισης από τον πόνο επιτυγχάνονται μέσα σε 20 λεπτά από την χορήγηση.
Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα έπειτα από κάθε δόση επιτυγχάνονται έπειτα από 1-2 ώρες ανάλογα με την ποσότητα της τροφής. Οι διαφορές στην φαρμακοκινητική της ναπροξένης και της νατριούχου ναπροξένης όπως παρατηρήθηκαν σε αρουραίους οφείλονται στην αυξημένη διαλυτότητα του μετά νατρίου άλατος της ναπροξένης στο νερό.
Σε θεραπευτικά επίπεδα περισσότερο από το 99% συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Σταθεροποιημένα επίπεδα στο πλάσμα εμφανίζονται μετά από 3-4 ημέρες.
Μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς, είτε ελεύθερη, είτε συζευγμένη.
Ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης κυμαίνεται από 11 έως 20 ώρες (μέσος όρος 13 ώρες).
