CEFAZOLIN/DEMO PD.I.S.INF 2G/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CEFAZOLIN/DEMO 2G/VIAL
To CEFAZOLIN/DEMO ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητους στην κεφαζολίνη μικροοργανισμούς:
-
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
-
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
Προφυλακτική περιεγχειρητική αγωγή. Σε χειρουργικές επεμβάσεις με αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από αναερόβια παθογόνα, π.χ. ορθοκολικό χειρουργείο, συνιστάται ο συνδυασμός με ένα κατάλληλο φάρμακο που έχει δραστικότητα ενάντια στα αναερόβια.
Η χρήση της κεφαζολίνης θα πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου απαιτείται παρεντερική θεραπεία.
Η ευαισθησία του νοσογόνου οργανισμού στη θεραπεία πρέπει να εξετάζεται (αν είναι δυνατόν), παρόλο που η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει πριν τα αποτελέσματα να είναι διαθέσιμα.
Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επίσημες οδηγίες για την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
Η δοσολογία καθώς και o τρόπος χορήγησης εξαρτώνται από τη θέση και τη σοβαρότητα της λοίμωξης και από την κλινική και βακτηριολογική εξέλιξη. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι τοπικές ισχύουσες θεραπευτικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Ενήλικες και έφηβοι (άνω των 12 ετών και ≥ 40 kg σωματικού βάρους)
-
Λοιμώξεις που προκλήθηκαν από ευαίσθητους μικροοργανισμούς : 1 g – 2 g κεφαζολίνη την
ημέρα, διαιρεμένα σε 2 – 3 ισόποσες δόσεις.
-
Λοιμώξεις που προήλθαν από μικροοργανισμούς μέσης ευαισθησίας : 3 g – 4 g κεφαζολίνη την ημέρα, διαιρεμένα σε 3 – 4 ισόποσες δόσεις.
Σε σοβαρές λοιμώξεις, δόσεις έως και 6 g την ημέρα μπορούν να χορηγηθούν διαιρεμένα σε τρεις ή τέσσερις ισόποσες δόσεις (μία δόση κάθε 6 ή 8 ώρες).
Ειδικές συστάσεις δοσολογίας
Προφυλακτική περιεγχειρητική αγωγή:
-
Για την αποτροπή εμφάνισης μετεγχειρητικών λοιμώξεων, σε μολυσμένες ή δυνητικά μολυσμένες χειρουργικές επεμβάσεις, η συνιστώμενη δοσολογία είναι: 1 g κεφαζολίνη 30 – 60 λεπτά πριν την επέμβαση.
-
Σε περιπτώσεις χειρουργικών επεμβάσεων μεγάλης διάρκειας (πάνω από 2 ώρες) συνιστάται η χορήγηση επιπλέον 0,5 – 1 g κεφαζολίνης κατά τη διάρκεια της επέμβασης.
-
Η παρατεταμένη συνέχιση χορήγησης μετά το πέρας της χειρουργικής επέμβασης θα πρέπει να υποστηρίζεται από επίσημες εθνικές οδηγίες.
Είναι σημαντικό (1) η προεγχειρητική δόση να χορηγείται ακριβώς (30 λεπτά έως 1 ώρα) πριν από την έναρξη της χειρουργικής επέμβασης, έτσι ώστε να εξασφαλίζονται επαρκή επίπεδα αντιβιοτικού στον ορό και στους ιστούς τη στιγμή της αρχικής χειρουργικής τομής και (2) η κεφαζολίνη να χορηγείται, αν είναι απαραίτητο, σε κατάλληλα μεσοδιαστήματα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης ώστε να επιτευχθούν επαρκή επίπεδα του αντιβιοτικού τις στιγμές που αναμένεται μεγαλύτερη έκθεση σε μολυσματικούς οργανισμούς.
Ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Οι ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να χρειαστούν χαμηλότερη δόση για να αποφευχθεί η υπερέκθεση στο φάρμακο.
Αυτή η χαμηλότερη δόση μπορεί να καθοριστεί προσδιορίζοντας τα επίπεδα στο αίμα. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε η δοσολογία μπορεί να υπολογιστεί με βάση την κάθαρση κρεατινίνης.
Θεραπεία συντήρησης με κεφαζολίνη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Κάθαρση κρεατινίνης (mL/min) Κρεατινίνη ορού (mg/dL) Δοσολογία ≥ 55 ≤ 1,5 Κανονική δόση και κανονικό μεσοδιάστημα ανάμεσα στις δόσεις 35 – 54 1,6 – 3,0 Κανονική δόση, κάθε 8 ώρες 11 – 34 3,1 – 4,5 Το ήμισυ της κανονικής δόσης κάθε 12 ώρες ≤ 10 ≥ 4,6 Το ήμισυ της κανονικής δόσηςκάθε18-24 ώρες Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, το σχήμα θεραπείας εξαρτάται από τις συνθήκες της αιμοκάθαρσης.
Οδηγίες για τη δοσολογία των ενηλίκων
Πίνακας ανασύστασης για ενδομυϊκή ένεση
Περιεκτικότητα φιαλιδίου Ποσότητα προστιθέμενου διαλύτη Μέση συγκέντρωση 1 g 2,5 mL 330 mg / mL Πίνακας ανασύστασης για ενδοφλέβια ένεση
Περιεκτικότητα φιαλιδίου Ελάχιστη ποσότητα προστιθέμενου διαλύτη Μέση συγκέντρωση 1 g 4 mL 220 mg / mL Παιδιατρικός πληθυσμός:
Λοιμώξεις που προκαλούνται από ευαίσθητους μικροοργανισμούς
Συνιστάται μία δόση έως 25 – 50 mg / kg σωματικού βάρους τη μέρα διαιρεμένη σε δύο έως τέσσερις ισόποσες δόσεις (μία δόση κάθε 6, 8 ή 12 ώρες).
Λοιμώξεις που προκαλούνται από μικροοργανισμούς μέτριας ευαισθησίας
Συνιστάται μία δόση έως 100 mg / kg σωματικού βάρους διαιρεμένη σε τρεις ή τέσσερις ισόποσες δόσεις (μία δόση κάθε 6 ή 8 ώρες).
Πρόωρα νεογνά και βρέφη ηλικίας μικρότερης του 1 μηνός
Επειδή δεν έχει καθοριστεί η ασφάλεια χρήσης σε πρόωρα νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω του ενός μηνός, η χρήση του CEFAZOLIN/DEMO σε αυτούς τους ασθενείς δεν συνιστάται.
Βλέπε επίσης παράγραφο 4.4.
Οδηγίες για την παιδιατρική δοσολογία
Ενδοφλέβια ένεση
1 g φιαλίδιο: Το περιεχόμενο 1 φιαλιδίου (1000 mg κεφαζολίνης) διαλύεται σε 4 mL συμβατού διαλύτη (δηλ. συγκέντρωση περίπου 220 mg / mL). Ο αντίστοιχος όγκος του διαλύματος που θα χρησιμοποιηθεί φαίνεται στον Πίνακα 1 σε αντιστοιχία με τη δόση σε mg.
2 g φιαλίδιο: Το περιεχόμενο 1 φιαλιδίου (2000 mg κεφαζολίνης) διαλύεται σε 10 mL συμβατού διαλύτη (δηλ. συγκέντρωση περίπου 180 mg / mL). Ο αντίστοιχος όγκος αυτού του διαλύματος που θα χρησιμοποιηθεί φαίνεται στον Πίνακα 2 σε αντιστοιχία με τη δόση σε mg.
Η ενδοφλέβια χορήγηση των διαλυμάτων με λιδοκαΐνη πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά.
Πίνακας 1: Κατάλληλοι όγκοι για ενδοφλέβια και ενδομυϊκή ένεση με CEFAZOLIN/DEMO 1 g Κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα έγχυσης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Σωματικό βάρος Περιεκτικότητα 5 kg 10 kg 15 kg 20 kg 25 kg Διαιρεμένη δόση κάθε 12 ώρες για 25 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 1-g 63 mg 125 mg 188 mg 250 mg 313 mg 0,29 mL 0,57 mL 0,85 mL 1,14 mL 1,42 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 8 ώρες για 25 mg / kg σωματικούβάρους / ημέρα φιαλίδιο 1-g 42 mg 85 mg 125 mg 167 mg 208 mg 0,19 mL 0,439 mL 0,57 mL 0,76 mL 0,94 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 6 ώρες για 25 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 1-g 31 mg 62 mg 94 mg 125 mg 156 mg 0,14 mL 0,28 mL 0,43 mL 0,57 mL 0,71 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 12 ώρες για φιαλίδιο 1-g 125 mg 250 mg 375 mg 500 mg 625 mg 50 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα 0,57 mL 1,14 mL 1,7 mL 2,27 mL * 2,84 mL * Διαιρεμένη δόση κάθε 8 ώρες για 50 mg / kg σωματικούβάρους / ημέρα φιαλίδιο 1-g 83 mg 166 mg 250 mg 333 mg 417 mg 0,438 mL 0,75 mL 1,14 mL 1,51 mL 1,89 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 6 ώρες για 50 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 1-g 63 mg 125 mg 188 mg 250 mg 313 mg 0,29 mL 0,57 mL 0,85 mL 1,14 mL 1,42 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 8 ώρες για 100 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 1-g 167 mg 333 mg 500 mg 667 mg 833 mg 0,76 mL 1,51 mL 2,27 mL* 3,03 mL * 3,79 mL * Διαιρεμένη δόση κάθε 6 ώρες σε 100 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 1-g 125 mg 250 mg 375 mg 500 mg 625 mg 0,57 mL 1,14 mL 1,7 mL 2,27 mL * 2,84 mL * *Για την ενδομυϊκή χορήγηση, όταν ο υπολογισμένος όγκος κάθε μεμονωμένης χορήγησης υπερβαίνει τα 2 mL, είναι προτιμότερο να επιλέγεται ένα δοσολογικό σχήμα με περισσότερες διηρημένες δόσεις καθ 'όλη τη διάρκεια της ημέρας (3 ή 4) ή να διαιρείται ο όγκος που θα χορηγηθεί σε ίσα μέρη μεταξύ δύο διαφορετικών σημείων ένεσης.
Πίνακας 2: Κατάλληλοι όγκοι για ενδοφλέβια ένεση με CEFAZOLIN/DEMO 2 g Κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα έγχυσης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Σωματικό βάρος Περιεκτικότητα 5 kg 10 kg 15 kg 20 kg 25 kg Διαιρεμένη δόση κάθε 12 ώρες για 25 mg / kg σωματικούβάρους / ημέρα φιαλίδιο 2-g 63 mg 125 mg 188 mg 250 mg 313 mg 0,35 mL 0,69 mL 1,04 mL 1,39 mL 1,74 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 8 ώρες για 25 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 2-g 42 mg 85 mg 125 mg 167 mg 208 mg 0,23 mL 0,47 mL 0,69 mL 0,93 mL 1,15 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 6 ώρες για 25 mg / kg σωματικούβάρους / ημέρα φιαλίδιο 2-g 31 mg 62 mg 94 mg 125 mg 156 mg 0,17 mL 0,34 mL 0,52 mL 0,69 mL 0,87 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 12 ώρες για 50 mg / kgσωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 2-g 125 mg 250 mg 375 mg 500 mg 625 mg 0,69 mL 1,39 mL 2,08 mL 2,78 mL 3,47 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 8 ώρες σε 50 mg / kg σωματικού φιαλίδιο 2-g 83 mg 166 mg 250 mg 333 mg 417 mg 0,46 mL 0,92 mL 1,39 mL 1,85 mL 2,32 mL βάρους / ημέρα Διαιρεμένη δόση κάθε 6 ώρες για 50 mg / kg σωματικούβάρους / ημέρα φιαλίδιο 2-g 63 mg 125 mg 188 mg 250 mg 313 mg 0,35 mL 0,69 mL 1,04 mL 1,39 mL 1,74 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 8 ώρες για 100 mg / kg σωματικού βάρους / ημέρα φιαλίδιο 2-g 167 mg 333 mg 500 mg 667 mg 833 mg 0,93 mL 1,85 mL 2,78 mL 3,7 mL 4,63 mL Διαιρεμένη δόση κάθε 6 ώρες για 100 mg / kg σωματικούβάρους / ημέρα φιαλίδιο 2-g 125 mg 250 mg 375 mg 500 mg 625 mg 0,69 mL 1,39 mL 2,08 mL 2,78 mL 3,47 mL Για ποσότητες μικρότερες του 1 mL, για μεγαλύτερη ακρίβεια στη δόση χρησιμοποιήστε σύριγγα του 0,5 mL.
Ενδομυϊκή ένεση
Το περιεχόμενο 1 φιαλιδίου (1000 mg κεφαζολίνης) διαλύεται σε 4 mL συμβατού διαλύτη (δηλ. συγκέντρωση περίπου 220 mg / mL) και στη συνέχεια ο απαραίτητος όγκος (όπως αναφέρεται στον πίνακα 1) αναρροφάται από το ανασυσταθέν διάλυμα και χορηγείται με ενδομυϊκή ένεση.
Για χορήγηση σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 30 μηνών, η κεφαζολίνη δεν πρέπει να διαλύεται σε διάλυμα λιδοκαΐνης (βλέπε παράγραφο 4.4).
Ενδοφλέβια έγχυση
Η δοσολογία μπορεί να χορηγηθεί ως ενδοφλέβια έγχυση, χρησιμοποιώντας το ανασυσταμένο και περαιτέρω αραιωμένο διάλυμα (10 mg / mL) που περιγράφεται στην παράγραφο 6.6.
Παιδιατρικοί ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Τα παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία (όπως και οι ενήλικες) ενδέχεται να χρειαστούν χαμηλότερη δόση για να αποφευχθεί η υπερέκθεση στο φάρμακο.
Αυτή η χαμηλότερη δόση μπορεί να καθοριστεί προσδιορίζοντας τα επίπεδα στο αίμα. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε η δοσολογία μπορεί να υπολογιστεί με βάση την κάθαρση κρεατινίνης, σύμφωνα με τις ακόλουθες οδηγίες.
Σε παιδιά με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 40 – 20 mL / min), επαρκεί το 25% της κανονικής ημερήσιας δόσης, σε διαιρεμένες δόσεις κάθε 12 ώρες.
Σε παιδιά με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κρεατινίνη 20 – 5 mL / min) επαρκεί το 10% της κανονικής ημερήσιας δόσης, χορηγούμενο κάθε 24 ώρες.
Όλες αυτές οι κατευθυντήριες οδηγίες ισχύουν μετά από μία αρχική δόση έναρξης. Βλέπε επίσης παράγραφο 4.4.
Ηλικιωμένοι ασθενείς:
Σε ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
Τρόπος χορήγησης
Το CEFAZOLIN/DEMO 1 g μπορεί να χορηγηθεί ως βαθιά ενδομυϊκή ένεση ή με αργή ενδοφλέβια ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση μετά από αραίωση.
Το CEFAZOLIN/DEMO 2 g μπορεί να χορηγηθεί με αργή ενδοφλέβια ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση μετά από αραίωση. Ενιαίες δόσεις που υπερβαίνουν το 1 g πρέπει να χορηγούνται ως ενδοφλέβια
έγχυση.
Ο όγκος και ο τύπος του διαλύτη που θα χρησιμοποιηθεί για την ανασύσταση εξαρτάται από τον τρόπο χορήγησης.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, ανατρέξτε στην παράγραφο 6.6.
Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται η λιδοκαΐνη ως διαλύτης, το διάλυμα που προκύπτει δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται ενδοφλέβια (βλ. παράγραφο 4.3). Οι πληροφορίες στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της λιδοκαΐνης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Διάρκεια της θεραπείας
Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης καθώς και από την κλινική και βακτηριολογική εξέλιξη.
-
Υπερευαισθησία στη νατριούχο κεφαζολίνη.
-
Ιστορικό σοβαρής υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) σε άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά (πενικιλίνες, μονοβακτάμες και καρβαπενέμες).
Οι αντενδείξεις στη λιδοκαΐνη πρέπει να αποκλειστούν πριν από την ενδομυϊκή ένεση της κεφαζολίνης, όταν χρησιμοποιείται ως διαλύτης διάλυμα λιδοκαΐνης (βλ. παράγραφο 4.4). Όπως ανατρέξετε στις πληροφορίες που εμπεριέχονται στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της λιδοκαΐνης, ιδιαίτερα στις αντενδείξεις. Τα διαλύματα της κεφαζολίνης που περιέχουν λιδοκαΐνη δεν πρέπει να χορηγούνται ποτέ ενδοφλεβίως.
Υπερευαισθησία
Πριν από την έναρξη της θεραπείας, πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι ο ασθενής δεν είχε εμφανίσει στο παρελθόν υπερευαισθησία μετά από χορήγηση κεφαλοσπορίνης, πενικιλίνης ή άλλων φαρμακευτικών ουσιών. Η κεφαζολίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με τάση να εμφανίζουν αλλεργίες. Έχουν τεκμηριωθεί διασταυρούμενες αλλεργίες μεταξύ της πενικιλίνης και της κεφαλοσπορίνης.
Όπως με όλους τους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, έχουν αναφερθεί ως μη συχνές σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης θανατηφόρας έκβασης. Σε περίπτωση σοβαρής αντίδρασης υπερευαισθησίας, η θεραπεία με κεφαζολίνη πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει η λήψη επαρκών μέτρων έκτακτης ανάγκης. Πριν από τη χορήγηση, πρέπει να προσδιορίζεται αν ο ασθενής έχει ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην κεφαζολίνη, σε άλλες κεφαλοσπορίνες ή σε οποιονδήποτε άλλον τύπο β-λακταμικών παραγόντων. Η κεφαζολίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε άλλα β-λακταμικά, οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως μη σοβαρές.
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα σχετίζόμενη με αντιβιοτικά
Σε περιπτώσεις σοβαρής και επίμονης διάρροιας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα για ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα σχετίζόμενη με αντιβιοτικά. Αυτή η πάθηση μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή, συνεπώς, η θεραπεία με κεφαζολίνη πρέπει να διακοπεί αμέσως και να χορηγηθεί κατάλληλη θεραπεία. Οι αντιπερισταλτικοί παράγοντες αντενδείκνυνται. Βλ. επίσης παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η δόση ή/και η συχνότητα των δόσεων πρέπει να προσαρμόζονται στον βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2). Παρόλο που η κεφαζολίνη σπάνια προκαλεί νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής
λειτουργίας, ειδικά σε σοβαρά άρρωστους ασθενείς που λαμβάνουν τη μέγιστη δόση και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα δυνητικά νεφροτοξικούς παράγοντες, όπως αμινογλυκοσίδες ή ισχυρά διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη).
Ενδοραχιαία χρήση
Όχι για ενδοραχιαία χορηγήση. Έχει αναφερθεί σοβαρή τοξική επίδραση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (συμπεριλαμβανομένων σπασμών) κατόπιν ενδοραχιαίας χορηγήσης κεφαζολίνης.
Βακτηριακή ανθεκτικότητα και επιλοιμώξεις
Η μακροχρόνια θεραπεία με κεφαζολίνη μπορεί να οδηγήσει σε βακτήρια ανθεκτικά στην κεφαζολίνη. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πιθανές επιλοιμώξεις. Αν υπάρξει εμφάνιση επιλοιμώξεων, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής τους.
Διαταραχές πηκτικότητας
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η θεραπεία με κεφαζολίνη μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές πήξης. Οι παράγοντες κινδύνου είναι ανεπάρκεια βιταμίνης Κ στους ασθενείς ή η επίδραση άλλων μηχανισμών πήξης (παρεντερική σίτιση, υποσιτισμός, μειωμένη ηπατική και νεφρική λειτουργία, θρομβοκυτταροπενία. Η ικανότητα πήξης του αίματος μπορεί επίσης να υποβαθμιστεί σε περίπτωση σχετιζόμενων νόσων (αιμοφιλία, γαστρικά έλκη και έλκη του δωδεκαδακτύλου) που μπορεί να προκαλέσουν αιμορραγία ή να την επιδεινώσουν. Συνεπώς, αυτοί οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τον χρόνο προθρομβίνης. Αν υπάρξει σημαντική μείωση, πρέπει να χορηγηθεί συμπλήρωμα βιταμίνης Κ (10 mg/εβδομάδα).
Υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα του ενέσιμου διαλύματος σε νάτριο.
Χρήση λιδοκαΐνης:
Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται διάλυμα λιδοκαΐνης ως διαλύτης, τα διαλύματα κεφαζολίνης πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για ενδομυϊκή ένεση. Οι αντενδείξεις στη λιδοκαΐνη, οι προειδοποιήσεις και όποιες άλλες σχετικές πληροφορίες, όπως αυτές περιγράφονται λεπτομερώς στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της λιδοκαΐνης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από τη χρήση (βλ. παράγραφο 4.3).
Το διάλυμα λιδοκαΐνης δεν πρέπει ποτέ να χορηγείται ενδοφλεβίως. Παιδιατρικός πληθυσμός
Πρόωρα μωρά και βρέφη ηλικίας κάτω του ενός μηνός
Η κεφαζολίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε πρόωρα μωρά και βρέφη ηλικίας κάτω του ενός μηνός, καθώς δεν υπάρχει επί του παρόντος επαρκής εμπειρία.
Αυτό το φάρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει 50,6 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο (1000 mg), που ισοδυναμεί με τo 2,5 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Αυτό το φάρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει 101,2 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο (2000 mg), που ισοδυναμεί με τo 5 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που ακολουθούν διατροφή ελέγχου του νατρίου.
Αντιβιοτικά
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ανταγωνιστικών ενεργειών που έχει παρατηρηθεί in vitro με αντιβιοτικά με βακτηριοστατική δράση (π.χ. τετρακυκλίνες, σουλφοναμίδια, ερυθρομυκίνη, χλωραμφενικόλη), όταν αυτά τα αντιβιοτικά πρόκειται να συγχορηγηθούν με κεφαζολίνη.
Προβενεσίδη
Η νεφρική κάθαρση της κεφαζολίνης μειώνεται με ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης.
Βιταμίνη Κ1
Ορισμένες κεφαλοσπορίνες, όπως η κεφαμανδόλη, η κεφαζολίνη και η κεφοτετάνη μπορούν να προκαλέσουν παρεμβολές στον μεταβολισμό της βιταμίνης Κ1, ειδικά σε περιπτώσεις ανεπάρκειας βιταμίνης Κ1. Αυτό μπορεί να απαιτήσει συμπληρώματα βιταμίνης Κ1.
Αντιπηκτικά
Οι κεφαλοσπορίνες μπορούν, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, να προκαλέσουν διαταραχές πήξης (παράγραφος 4.4). Οι παράμετροι πήξης πρέπει να παρακολουθούνται, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης αντιπηκτικών (για παράδειγμα βαρφαρίνη ή ηπαρίνη) σε υψηλές δόσεις. Σε έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, έχει αναφερθεί αύξηση στη δράση των από του στόματος αντιπηκτικών, σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτικά. Πιθανοί παράγοντες κινδύνου μπορεί να είναι λοίμωξη και φλεγμονή, η ηλικία και η γενική κατάσταση της υγείας του ασθενούς.
Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ποιος είναι ο ρόλος που παίζουν η λοιμώδης νόσος και η θεραπεία της, όταν προκύπτει ανισορροπία του INR (διεθνούς κανονικοποιημένου πηλίκου). Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες αντιβιοτικών παίζουν μεγαλύτερο ρόλο, ειδικά οι φθοροκινολόνες, οι μακρολίδες, οι κυκλίνες, η κοτριμοξαζόλη και ορισμένες κεφαλοσπορίνες.
Νεφροτοξικές ουσίες
Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η νεφροτοξική επίδραση των αντιβιοτικών (π.χ. αμινογλυκοσίδες, κολιστίνη, πολυμυξίνη Β), σκιαγραφικών ουσιών που περιέχουν ιώδιο, οργανικών πλατινούχων ενώσεων (organoplatinum), υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης, ορισμένων αντιιικών φαρμάκων (π.χ. ακικλοβίρη, φοσκαρνέτη), πενταμιδίνης, κυκλοσπορίνης, τακρόλιμους και διουρητικών (π.χ. φουροσεμίδη) είναι αυξημένη.
Σε συγχορήγηση με κεφαζολίνη, οι δείκτες της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Στις εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να υπάρξει μια ψευδώς θετική αντίδραση για τη γλυκόζη ούρων, όταν χρησιμοποιείται διάλυμα βενεδικτίνης ή διάλυμα Fehling σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κεφαζολίνη. Η κεφαζολίνη δεν έχει καμία επίδραση στις ενζυματικές μετρήσεις της γλυκόζης ούρων.
Η εξέταση άμεσης και έμμεσης αντίδρασης Coombs μπορεί επίσης να δώσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Αυτό μπορεί να ισχύει και για νεογέννητα, των οποίων η μητέρα λάμβανε κεφαλοσπορίνες.
Κύηση
Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην αναπαραγωγική τοξικότητα.
Το CEFAZOLIN/DEMO θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης, ειδικά κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου, επειδή δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία και η κεφαζολίνη διαπερνά τον πλακούντα.
Είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της κεφαζολίνης κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο.
Θηλασμός
Η κεφαζολίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις και συνεπώς θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της σχέσης οφέλους-κινδύνου. Εάν εμφανιστούν διάρροια ή καντιντίαση στο βρέφος, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, η μητέρα δεν θα πρέπει να θηλάζει το βρέφος κατά τη θεραπεία, διαφορετικά θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με κεφαζολίνη.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επιπτώσεις στη γονιμότητα.
ν
Το CEFAZOLIN/DEMO δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, μπορεί να προκύψουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις (βλ. επίσης την παράγραφο 4.8) οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται σε σειρά μειούμενης σοβαρότητας. Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών κατηγοριοποιούνται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10),
Συχνές (≥1/100 έως <1/10),
Μη συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000).
| MedDRAΚατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Μη συχνές | Καντιντίαση του στόματος |
| Σπάνιες | Καντιντίαση των γεννητικών οργάνων (μονολίαση), κολπίτιδα.Όπως με συμβαίνει με όλα τα αντιβιοτικά, η παρατεταμένη χρήση μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική ανάπτυξη ανθεκτικών βακτηρίων. Ρινίτιδα | |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Σπάνιες | Στις εξετάσεις αίματος παρατηρήθηκαν λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία, λευκοκυττάρωση, κοκκιοκυττάρωση, μονοκυττάρωση, λεμφοπενία, βασεοφιλία και ηωσινοφιλία.Αυτές οι επιπτώσεις είναι σπάνιες και αναστρέψιμες. |
| Πολύ σπάνιες | Διαταραχές πηκτικότητας (πήξης του αίματος) με επακόλουθη αιμορραγία (βλ. παράγραφο 4.4). | |
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | Μη συχνές | Πυρεξία |
| Πολύ σπάνιες | Αναφυλακτική καταπληξία (οίδημα του λάρυγγα με στένωση των αεραγωγών, αυξημένος καρδιακός ρυθμός, δύσπνοια, πτώση της αρτηριακής πίεσης, οίδημα της γλώσσας, κνησμός του πρωκτού , κνησμός των γεννητικών οργάνωνοίδημα προσώπου) | |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Σπάνιες | Υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Μη συχνές | Επιληπτικές κρίσεις (σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν ακατάλληλα υψηλέςθεραπευτικές δόσεις). |
| Σπάνιες | Ζάλη | |
| Αγγειακές διαταραχές | Μη συχνές | Θρομβοφλεβίτιδα |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Σπάνιες | Πλευριτική συλλογή, δύσπνοια ή αναπνευστική δυσχέρεια, βήχας |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Συχνές | Ναυτία, έμετος, διάρροια |
| Σπάνιες | Ανορεξία |
| Πολύ σπάνιες | Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (αυτή η επιπλοκή πρέπει να αντιμετωπίζεται αμέσως, αν η διάρροια σχετίζεται με τη θεραπεία με αντιβιοτικά) | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Σπάνιες | Παροδική αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης, της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης ή της αλκαλικής φωσφατάσης, της γ-γλουταμυλοτρανσφεράσης, της χολερυθρίνης ή/και της γαλακτικής αφυδρογονάσης, παροδικήηπατίτιδα, παροδικός χολοστατικός ίκτερος. |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Εξάνθημα |
| Μη συχνές | Ερύθημα, πολύμορφο ερύθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα | |
| Σπάνιες | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson | |
| Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Νεφροτοξικότητα, νεφρίτιδα διάμεση, νεφροπάθεια αγνώστου αιτιολογίας, πρωτεϊνουρία, παροδική αύξηση του αζώτου ουρίας αίματος (BUN), συνήθωςσε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με άλλους δυνητικά νεφροτοξικούς παράγοντες. |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικούσυστήματος και του μαστού | Πολύ σπάνιες | Αιδοιοκολπικός κνησμός |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Συχνές | Πόνος στο σημείο της ενδομυϊκής ένεσης, ορισμένες φορές με σκλήρυνση |
| Σπάνιες | Αίσθημα κακουχίας, κόπωση, θωρακικό άλγος |
Θα πρέπει να αναζητηθεί ιατρική γνωμάτευση σε περίπτωση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά από τη θεραπεία με κεφαζολίνη, καθώς η διάρροια μπορεί να είναι σύμπτωμα σοβαρής νόσου (ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας), για την οποία πρεπει να χροηγηθεί αμέσως θεραπεία. Οι ασθενείς δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να λάβουν αντιπερισταλτικούς παράγοντες ως αυτοχορηγούμενη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4).
Η παρατεταμένη χρήση κεφαλοσπορινών μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική ανάπτυξη ανθεκτικών βακτηρίων, ειδικά των βακτηρίων Enterobacter, Citrobacter, Pseudomonas, Enterococcus και Candida. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επιλοιμώξεις ή πιθανό σχηματισμό αποικιών με ανθεκτικούς οργανισμούς ή μύκητες (βλ. παράγραφο 4.4).
Μελέτες
Παροδική αύξηση των τιμών AST, ALT, ουρίας αίματος και αλκαλικής φωσφατάσης, χωρίς κλινικές ενδείξεις νεφρική ή ηπατικής βλάβης.
Τα δεδομένα από μελέτες σε ζώα καταδεικνύουν ότι η κεφαζολίνη έχει δυνητικά νεφροτοξική επίδραση. Παρόλο που αυτό δεν έχει καταδειχθεί στους ανθρώπους, θα πρέπει, ωστόσο, να λαμβάνεται υπόψη αυτή η πιθανότητα, ειδικά σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις για παρατεταμένη χρονική περίοδο. Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί διάμεση νεφρίτιδα και νεφροπάθεια αγνώστου αιτιολογίας. Οι ασθενείς που προσβλήθηκαν ήταν σοβαρά άρρωστοι και λάμβαναν αρκετά φάρμακα. Ο ρόλος της κεφαζολίνης στην ανάπτυξη διάμεσης νεφρίτιδας ή άλλων νεφροπαθειών δεν έχει προσδιοριστεί.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα κατά τη διάρκεια της θεραπείας:
-
Μειωμένα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή/και αιματοκρίτη, αναιμία, ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία, πανκυτταροπενία και αιμολυτική αναιμία.
Οι ακόλουθες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με ορισμένες κεφαλοσπορίνες:
-
Εφιάλτες, ζάλη, υπερδραστηριότητα, νευρικότητα ή άγχος, αϋπνία, υπνηλία, αδυναμία, ερυθρίαση, προβλήματα χρωματικής όρασης, σύγχυση και επιληπτική δραστηριότητα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
Συμπτώματα υπερδοσολογίας
Η υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει πόνο, φλεγμονώδεις αντιδράσεις και φλεβίτιδα στο σημείο της ένεσης. Η παρεντερική χορήγηση υψηλών δόσεων κεφαλοσπορινών μπορεί να προκαλέσει ζάλη, παραισθησία και κεφαλαλγία. Μετά από υπερδοσολογία κεφαλοσπορινών μπορεί να προκληθούν σπασμοί, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική νόσο.
Μετά από υπερδοσολογία, μπορεί να προκύψουν οι ακόλουθες μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές: αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης, του αζώτου ουρίας αίματος, των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνης, θετική αντίδραση Coombs, θρομβοκυτταραιμία και Θρομβοπενία, ηωσινοφιλία, λευκοπενία και παράταση του χρόνου προθρομβίνης.
Θεραπεία της υπερδοσολογίας
Σε περίπτωση που προκύψουν σπασμοί, πρέπει να διακοπεί αμέσως η χορήγηση του φαρμάκου. Μπορεί να ξεκινήσει θεραπεία με αντιεπιληπτικά. Πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ζωτικές λειτουργίες και παράμετροι του οργανισμού. Σε περίπτωση σοβαρής υπερδοσολογίας, όταν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται πλέον σε άλλες θεραπείες, η αιμοκάθαρση με αιμοπροσρόφηση μπορεί να είναι αποτελεσματική, παρόλο που αυτό δεν έχει αποδειχθεί.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CEFAZOLIN/DEMO 2G/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, άλλα αντιβακτηριακά της β-Λακτάμης, κεφαλοσπορίνες πρώτης γενιάς
ATC: J01DB04
Μηχανισμός δράσης
Όλες οι κεφαλοσπορίνες (β-λακταμικά αντιβιοτικά) αναστέλλουν τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος και είναι επιλεκτικοί αναστολείς της σύνθεσης της πεπτιδογλυκάνης. Το πρώτο βήμα είναι η πρόσδεση του φαρμάκου στους κυτταρικούς υποδοχείς (πρωτεΐνες πρόσδεσης της πενικιλίνης). Μετά από αυτήν την πρόσδεση, η αντίδραση της τρανσπεπτιδάσης αποκλείεται και η σύνθεση της πεπτιδογλυκάνης αναστέλλεται. Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε βακτηριόλυση.
ΦΚ/ΦΔ σχέση
Ο σημαντικότερος φαρμακοκινητικός-φαρμακοδυναμικός δείκτης που συσχετίζεται με την in vivo αποτελεσματικότητα των κεφαλοσπορινών είναι το ποσοστό του μεσοδιαστήματος των δόσεων, κατά το οποίο η συγκέντρωση της ελεύθερης δραστικής ουσίας είναι πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση του εκάστοτε παθογόνου (%T>ΕΑΣ ).
Μηχανισμός ανάπτυξης ανθεκτικότητας
Τα β-λακταμικά αντιβιοτικά περιέχουν τον αποκαλούμενο β-λακταμικό δακτύλιο, ο οποίος είναι απαραίτητος για την αντιμικροβιακή δράση. Αν αυτός ο δακτύλιος διαρρηχθεί και ανοίξει, παύει να έχει αντιβιοτική δράση. Διάφορα βακτήρια έχουν ένζυμα (β-λακταμάσες) που μπορούν να διαρρήξουν αυτόν τον δακτύλιο, οπότε και καθίστανται ανθεκτικά σε αυτόν τον τύπο αντιβιοτικού.
Όπως συμβαίνει με όλες τις κεφαλοσπορίνες και άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά, ορισμένες
βακτηριακές ομάδες μπορεί να αναπτύξουν διάφορου μηχανισμούς αντοχής: αλλαγές στον στόχο (πρωτεΐνες πρόσδεσης της πενικιλίνης - PBP), ενζυμική αποικοδόμηση της κεντρικής δομής από τις β-λακταμάσες και αλλοιωμένη πρόσβαση στον στόχο. Υπάρχει μια διασταυρούμενη αντοχή ανάμεσα στις κεφαλοσπορίνες και τις πενικιλίνες. Οι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί περιέχουν επαγώγιμες β-λακταμάσες που προσδένονται στα χρωμοσώματα, όπως οι Enterobacter spp., Serratia spp., Citrobacter spp. και Providence spp. Αυτοί οι μικροοργανισμοί θα πρέπει να θεωρούνται ανθεκτικοί στην κεφαζολίνη, παρά την in vitro ευαισθησία τους.
Όρια δοκιμής της ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (EUCAST) για την κεφαζολίνη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx
Μικροβιολογική ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ορισμένων στελεχών μπορεί να διαφέρει, ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρονικό διάστημα της δοκιμής. Συνεπώς, είναι επιθυμητές πληροφορίες σχετικά με την τοπική κατάσταση της αντοχής, ειδικά για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Αν, λόγω της τοπικής κατάστασης της αντοχής, η αποτελεσματικότητα είναι αμφίβολη, θα πρέπει να αναζητηθεί η γνωμάτευση ειδικού.
| Συνήθως ευαίσθητα είδη |
| Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοίStaphylococcus aureus (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη) |
| Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα |
| Haemophilus influenzaeStaphylococcus epidermidis (ευαίσθητο στη μεθικιλίνη)Streptococcus pneumoniae |
| Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί |
| Citrobacter spp.Enterobacter spp. (Enterobacter cloacae, Enterobacter aerogenes) Morganella morganiiProteus stuartii Proteus vulgarisPseudomonas aeruginosa Serratia spp.Staphylococcus aureus, methicillin-resistantIndole-positive Proteus sppKlebsiella pneumoniae Proteus mirabilis |
Απορρόφηση και κατανομή
-
Ενδομυϊκή χορήγηση:
Στην ανθρώπινη φαρμακολογία, τα επίπεδα της κεφαζολίνης στον ορό και η διάρκεια δράσης μετά από ενδομυϊκή χορήγηση παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα.
Δόση (g) Συγκέντρωση στον ορό (μg/mL) 30 λεπτά 1 ώρα 2 ώρες 4 ώρες 6 ώρες 8 ώρες 0,25 15,5 17,0 13,0 5,1 2,5 0,50 36,2 36,8 37,9 15,5 6,5 3,0 1,0* 60,0 63,8 54,3 29,3 13,2 7,1 *- Μέσος όρος δύο μελετών
-
Ενδοφλέβια χορήγηση:
Μετά από συνεχόμενη ενδοφλέβια χορήγηση (σε υγιή άτομα) κεφαζολίνης με δόση 3,5 mg/kg για μία ώρα, ακολουθούμενη από δόση 1,5 mg/kg για τις επόμενες δύο ώρες, παρατηρήθηκε συγκέντρωση 28 mg/mL στον ορό την τρίτη ώρα.
Οι μέσες συγκεντρώσεις στον ορό που ελήφθησαν μετά από άπαξ δόση 1 g με ενδοφλέβια χορήγηση παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα.
| Συγκέντρωση στον ορό (μg / mL) | |||||
| 5 λεπτά | 15 λεπτά | 30 λεπτά | 1 ώρα | 2 ώρες | 4 ώρες |
| 188,4 | 135,8 | 106,8 | 73,7 | 45,6 | 16,5 |
Η κεφαζολίνη έχει μέσο χρόνο ημιζωής περίπου 1,8 ώρες, ο οποίος μπορεί να φτάσει έως και τις 15-30 ώρες, σε περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας, ενώ μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε περιπτώσεις ανουρίας.
Οι ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν 63,6 mg/L και 188,4 mg/L, οι οποίες επιτεύχθηκαν μετά από μία με δύο ώρες συνεχούς ενδοφλέβιας χορήγησης δόσης 1 g. Ο χρόνος ημιζωής ήταν 100 λεπτά.
Όταν η κεφαζολίνη χορηγείται σε ασθενείς με απόφραξη χοληδόχων πόρων, στον ιστό της χοληδόχου κύστης και τη χολή προκύπτουν συγκεντρώσεις κατά πολύ μεγαλύτερες από αυτές στον ορό.
Η κεφαζολίνη διαπερνά εύκολα τον πλακουντιακό φραγμό. Οι ποσότητες κεφαζολίνης στο μητρικό γάλα είναι χαμηλές.
Το ποσοστό της πρωτεϊνικής πρόσδεσης είναι 85-90% για τον ανθρώπινο ορό υπό φυσιολογικές συνθήκες. Η διάχυση της κεφαζολίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι χαμηλή.
Βιομετασχηματισμός
Η κεφαζολίνη δε μεταβολίζεται.
Αποβολή
Η κεφαζολίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των ούρων, με ένα μικρό ποσοστό να απεκκρίνεται μέσω της χολής. Μετά από ενδομυϊκή ένεση 500 mg, το 56% έως 89% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται μέσω των νεφρών εντός έξι ωρών, με το 80% έως σχεδόν 100% να αποβάλλεται εντός 24 ωρών. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 500 mg και 1 g κεφαζολίνης, επιτυγχάνονται ανώτατες συγκεντρώσεις στα ούρα άνω των 1.000 και άνω των 4.000 μg/mL, αντιστοίχως.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CEFAZOLIN/DEMO 2G/VIAL
Η κεφαζολίνη είναι μη συμβατή με τη διθειική αμικασίνη, τη νατριούχο αμοβαρβιτάλη ,τη θειική βλεομυκίνη, το ασκορβικό οξύ, το γλυκοεπτονικό ασβέστιο, το γλυκονικό ασβέστιο, την υδροχλωρική σιμετιδίνη, τη νατριόυχο κολιστιμεθάτη , τη γλυκοεπτονική ερυθρομυκίνη, τη θειική καναμυκίνη, την
υδροχλωρική οξυτετρακυκλίνη, τη νατριούχο πεντοβαρβιτάλη, τη θειική πολυμυξίνη Β, την υδροχλωρική τετρακυκλίνη.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν θα πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
3 χρόνια.
Μετά την ανασύσταση/αραίωση
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει αποδειχθεί για 12 ώρες στους 25 oC και μέχρι 24 ώρες στους 2 – 8 °C.
Από μικροβιολογικής πλευράς, εάν η μέθοδος ανοίγματος / ανασύστασης / αραίωσης δεν αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής μόλυνσης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δε χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι διατήρησης κατά τη χρήση και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται παραπάνω και αφορούν στη χημική και φυσική σταθερότητα.
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30°C.
Φυλάσσετε τα φιαλίδια στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύονται από το φως.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την ανασύσταση/αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, ανατρέξτε στην παράγραφο 6.3.
15 mL Τύπου ΙΙΙ άχρωμο γυάλινο φιαλίδιο κλεισμένο με ελαστικό πώμα βρωμοβουτιλίου Τύπου Ι και σφραγισμένο με καπάκι αλουμινίου με flip-top πλαστικό κάλυμμα.
20 mL Τύπου ΙΙΙ άχρωμο γυάλινο φιαλίδιο κλεισμένο με ελαστικό πώμα βρωμοβουτιλίου Τύπου Ι και σφραγισμένο με καπάκι αλουμινίου με flip-top πλαστικό κάλυμμα.
Το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται σε συσκευασίες των 1, 10 ή 50 φιαλιδίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός Προετοιμασία του διαλύματος
Για κάθε οδό χορήγησης, ανατρέξτε στον πίνακα με τους όγκους του προστιθέμενου διαλύτη και τις συγκεντρώσεις των διαλυμάτων, ο οποίος μπορεί να είναι χρήσιμος όταν απαιτούνται υποδιαιρέσεις της ημερήσιας δόσης.
Ενδομυϊκή ένεση
CEFAZOLIN/DEMO 1g:
Πραγματοποιείστε ανασύσταση του CEFAZOLIN/DEMO με έναν από τους παρακάτω συμβατούς διαλύτες, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα αραίωσης:
-
ύδωρ για ενέσιμα
-
διάλυμα γλυκόζης 10%
-
διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0.9%
-
διάλυμα υδροχλωρικής λιδοκαΐνης 0.5%
Ανακινήστε καλά μέχρι να διαλυθεί πλήρως το περιεχόμενο του φιαλιδίου και χορηγείστε ως βαθιά ΕΜ ένεση.
Πίνακας ανασύστασης για ενδομυϊκή ένεση
Περιεκτικότητα φιαλιδίου Ποσότητα προστιθέμενου διαλύτη Μέση συγκέντρωση 1 g 2,5 mL 330 mg / mL Για την ποσότητα του διαλύτη που θα προστεθεί για τον παιδιατρικό πληθυσμό, ανατρέξτε στην ενότητα 4.2- Οδηγίες για την παιδιατρική δοσολογία.
Χρήση λιδοκαΐνης:
Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται ως διαλύτης διάλυμα λιδοκαΐνης, τα διαλύματα κεφαζολίνης πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για ενδομυϊκή ένεση. Πριν από τη χρήση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντενδείξεις της λιδοκαΐνης, οι προειδοποιήσεις και άλλες σχετικές πληροφορίες όπως περιγράφονται λεπτομερώς στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της λιδοκαΐνης.
Το διάλυμα λιδοκαΐνης δεν πρέπει ποτέ να χορηγείται ενδοφλεβίως.
Η ΕΜ ένεση με διαλύτη τη λιδοκαΐνη ενδείκνυται για παιδιά ηλικίας άνω των 30 μηνών.
Το CEFAZOLIN/DEMO 2 g: Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για ενδομυϊκή χορήγηση. Ενδοφλέβια ένεση
Πραγματοποιείστε ανασύσταση του CEFAZOLIN/DEMO με έναν από τους παρακάτω συμβατούς διαλύτες σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα αραίωσης:
-
ύδωρ για ενέσιμα
-
διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9%
-
διάλυμα γλυκόζης 5%
-
διάλυμα γλυκόζης 10%
Πίνακας ανασύστασης για ενδοφλέβια ένεση
| Περιεκτικότητα φιαλιδίου | Ελάχιστη ποσότητα προστιθέμενου διαλύτη | Μέση συγκέντρωση |
| 1 g | 4 mL | 220 mg / mL |
Το CEFAZOLIN/DEMO πρέπει να ενίεται αργά σε διάστημα τριών έως πέντε λεπτών. Σε καμία περίπτωση το διάλυμα δεν πρέπει να χορηγηθεί σε λιγότερο από 3 λεπτά. Η ένεση πρέπει να γίνεται απευθείας στη φλέβα ή μέσα στο σωληνάκι από το οποίο ο ασθενής λαμβάνει ενδοφλέβιο διάλυμα.
Εφάπαξ δόσεις που υπερβαίνουν το 1 g θα πρέπει να χορηγούνται ως ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 έως 60 λεπτών.
Οδηγίες για την παιδιατρική δοσολογία
-
g φιαλίδιο: Το περιεχόμενο 1 φιαλιδίου (1000 mg κεφαζολίνης) διαλύεται σε 4 mL συμβατού διαλύτη (δηλ. συγκέντρωση περίπου 220 mg / mL). Ο αντίστοιχος όγκος του διαλύματος που θα χρησιμοποιηθεί φαίνεται στον πίνακα 1 σε αντιστοιχία με τη δόση σε mg.
-
g φιαλίδιο: Το περιεχόμενο 1 φιαλιδίου (2000 mg κεφαζολίνης) διαλύεται σε 10 mL συμβατού διαλύτη (δηλ. συγκέντρωση περίπου 180 mg / mL). Ο αντίστοιχος όγκος αυτού του διαλύματος που θα χρησιμοποιηθεί φαίνεται στον πίνακα 2 σε αντιστοιχία με τη δόση σε mg.
Για την ποσότητα του διαλύτη που θα προστεθεί για τον παιδιατρικό πληθυσμό, ανατρέξτε στην
παράγραφο 4.2 - Οδηγίες για την παιδιατρική δοσολογία. Για ποσότητες μικρότερες του 1 mL, για μεγαλύτερη ακρίβεια στη δόση χρησιμοποιήστε σύριγγα του 0,5 mL.
Ενδοφλέβια έγχυση
Το CEFAZOLIN/DEMO πρέπει πρώτα να ανασυσταθεί με έναν από τους συμβατούς διαλύτες για ενδοφλέβια ένεση.
Η περαιτέρω αραίωση πρέπει να πραγματοποιείται με έναν από τους ακόλουθους συμβατούς διαλύτες σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα αραίωσης:
-
διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0.9%
-
γλυκόζη 5%
-
διάλυμα Ringer
-
διάλυμα Ringer lactate
-
ύδωρ για ενέσιμα
Πίνακας αραίωσης για ενδοφλέβια έγχυση
| Περιεκτικότητα φιαλιδίου | Ανασύσταση | Αραίωση | Μέση συγκέντρωση |
| Ελάχιστη ποσότητα προστιθέμενου διαλύτη | Ποσότητα προστιθέμενου διαλύτη | ||
| 1 g | 4 mL | 50 mL – 100 mL | 20 mg/ mL – 10 mg/ mL |
| 2 g | 8 mL | 50 mL – 100 mL | 40 mg/ mL – 20 mg/ mL |
Στην περίπτωση του CEFAZOLIN/DEMO 2 g, εφόσον χρειάζονται μικρότερες δόσεις, συνιστάται να χρησιμοποιήσετε τον μισό όγκο του ανασυσταμένου διαλύματος (περίπου 4 mL που περιέχουν 1 g κεφαζολίνης δηλαδή το μισό της περιεκτικότητας του φιαλιδίου) και να προσθέσετε ένα συμβατό διαλύτη μέχρι τελικό όγκο 100 mL (η συγκέντρωση που προκύπτει είναι περίπου 10 mg / mL). Η απαιτούμενη ποσότητα αυτού του αραιωμένου διαλύματος μπορεί στη συνέχεια να χορηγηθεί στον ασθενή στον προκαθορισμένο χρόνο.
Τα διαλύματα του CEFAZOLIN/DEMO που περιέχουν λιδοκαΐνη δεν πρέπει ποτέ να χορηγούνται ενδοφλεβίως.
Όπως και για όλα τα παρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα, ελέγξτε οπτικά το ανασυσταμένο διάλυμα για τυχόν ύπαρξη σωματιδίων και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον είναι διαυγές και ελεύθερο από ορατά σωματίδια.
Το ανασυσταμένο προϊόν προορίζεται μόνο για μία χρήση.
Κάθε μη χρησιμοποιηθέν προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.