Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
18
82
12
4
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

APERNEVA® TABLET (5+5)MG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

KRKA D.D. NOVO MESTO, SLOVENIA
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - APERNEVA

Ενδείξεις

Το Aperneva ενδείκνυται ως θεραπεία υποκατάστασης για την αντιμετώπιση της ιδιοπαθούς υπέρτασης και/ή της σταθερής στεφανιαίας νόσου, σε ασθενείς που ρυθμίζονται ήδη με περινδοπρίλη και αμλοδιπίνη, οι οποίες χορηγούνται ταυτόχρονα στο ίδιο επίπεδο δόσης.

Δοσολογία

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο την ημέρα.

Ο συνδυασμός σταθερών δόσεων δεν είναι κατάλληλος ως θεραπεία έναρξης.

Εάν απαιτείται αλλαγή της δοσολογίας, η δόση του Aperneva μπορεί να τροποποιηθεί ή να εξεταστεί το ενδεχόμενο εξατομικευμένης τιτλοποίησης με ελεύθερο συνδυασμό.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία και ηλικιωμένοι (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2)

Η αποβολή της περινδοπριλάτης είναι μειωμένη σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Συνεπώς, η συνήθης ιατρική παρακολούθηση θα περιλαμβάνει συχνό έλεγχο της κρεατινίνης και του καλίου.

Το Aperneva μπορεί να χορηγείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≥ 60 ml/min και δεν είναι κατάλληλο για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min. Σε αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με χορήγηση των επιμέρους συστατικών ξεχωριστά.

Η αμλοδιπίνη όταν χρησιμοποιείται σε παρόμοιες δόσεις σε ηλικιωμένους ή νεαρότερους ασθενείς είναι εξίσου καλά ανεκτή. Για τους ηλικιωμένους, συνιστώνται τα συνήθη δοσολογικά σχήματα, ωστόσο η αύξηση της δοσολογίας πρέπει να γίνεται με προσοχή. Οι μεταβολές των συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα δεν συσχετίζονται με το βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας.

Η αμλοδιπίνη δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση.

Ηπατική δυσλειτουργία: βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2

Δεν έχουν καθοριστεί συστάσεις για τη δοσολογία σε ασθενείς με ήπια ή μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία, συνεπώς η επιλογή της δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή και πρέπει να ξεκινά από το χαμηλότερο σημείο του δοσολογικού εύρους (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Για την εύρεση της βέλτιστης δόσης έναρξης και δόσης συντήρησης ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία, πρέπει να γίνεται εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης των ασθενών, χρησιμοποιώντας τον ελεύθερο συνδυασμό αμλοδιπίνης και περινδοπρίλης. Η φαρμακοκινητική της αμλοδιπίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η χορήγηση της αμλοδιπίνης πρέπει να ξεκινά από τη χαμηλότερη δόση και να τιτλοποιείται βραδέως σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Παιδιατρικοί πληθυσμοί

Το Aperneva δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους καθώς η αποτελεσματικότητα και η ανοχή της περινδοπρίλης και της αμλοδιπίνης, σε συνδυασμό, δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους.

Τρόπος χορήγησης

Από στόματος χρήση.

Ένα δισκίο την ημέρα ως εφάπαξ δόση, να λαμβάνεται κατά προτίμηση το πρωί και πριν από το γεύμα.

Αντενδείξεις

Σχετικές με την περινδοπρίλη

  • Υπερευαισθησία στην περινδοπρίλη ή σε οποιονδήποτε άλλον αναστολέα ΜΕΑ

  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ

  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα

  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6)

  • Η ταυτόχρονη χρήση του Aperneva με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης GFR < 60 ml/min/1,73 m2) (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1)

  • Ταυτόχρονη χρήση με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5)

  • Εξωσωματικές θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες (βλ. παράγραφο 4.5)

  • Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας επί μονήρους λειτουργούντος νεφρού (βλ. παράγραφο 4.4)

    Σχετικές με την αμλοδιπίνη

  • Σοβαρή υπόταση

  • Υπερευαισθησία στην αμλοδιπίνη ή σε οποιεσδήποτε άλλες διυδροπυριδίνες

  • Καταπληξία, συμπεριλαμβανομένης της καρδιογενούς καταπληξίας

  • Απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας (π.χ. υψηλού βαθμού στένωση αορτής)

  • Αιμοδυναμικά ασταθής καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου

    Σχετικές με το Aperneva

    Όλες οι αντενδείξεις που σχετίζονται με κάθε ένα από τα συστατικά χωριστά, όπως περιγράφονται παραπάνω, πρέπει επίσης να ισχύουν και για το σταθερό συνδυασμό Aperneva.

  • Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

Προειδοποιήσεις

Όλες οι προειδοποιήσεις που σχετίζονται με κάθε ένα από τα συστατικά χωριστά, όπως περιγράφονται παρακάτω, πρέπει επίσης να ισχύουν και για το σταθερό συνδυασμό Aperneva.

Σχετικές με την περινδοπρίλη Ειδικές προειδοποιήσεις

Υπερευαισθησία/Αγγειοοίδημα:

Αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, των βλεννογόνων, της γλώσσας, της γλωττίδας και/ή του λάρυγγα έχει σπάνια αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της περινδοπρίλης (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χορήγηση του Aperneva πρέπει να διακόπτεται άμεσα και πρέπει να ξεκινά κατάλληλη παρακολούθηση που θα συνεχίζεται έως ότου επέλθει πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων. Στις περιπτώσεις εκείνες όπου το οίδημα περιορίζονταν στο πρόσωπο και τα χείλη, η κατάσταση γενικώς υποχώρησε χωρίς αγωγή, παρότι τα αντιισταμινικά έχουν αποδειχθεί χρήσιμα στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Αγγειοοίδημα που συνδέεται με λαρυγγικό οίδημα μπορεί να είναι θανατηφόρο. Όταν έχουν προσβληθεί η γλώσσα, η γλωττίδα ή ο λάρυγγας, με πιθανότητα απόφραξης των αεραγωγών, πρέπει να χορηγείται άμεσα θεραπεία επείγουσας αντιμετώπισης. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει τη χορήγηση αδρεναλίνης και/ή τη διατήρηση διαβατότητας των αεραγωγών. Ο ασθενής πρέπει να τίθεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση έως ότου επέλθει πλήρης και σταθερή υποχώρηση των συμπτωμάτων.

Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος, το οποίο δεν σχετίζεται με θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ, μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. παράγραφο 4.3).

Εντερικό αγγειοοίδημα έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ. Οι ασθενείς αυτοί εκδήλωσαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο). Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν υπήρχε προηγούμενο αγγειοοίδημα του προσώπου και τα επίπεδα εστεράσης C-1 ήταν φυσιολογικά. Το αγγειοοίδημα διαγνώστηκε μέσω διαδικασιών που περιλάμβαναν αξονική τομογραφία της κοιλιακής χώρας ή υπερηχογράφημα ή σε χειρουργική επέμβαση και τα συμπτώματα υποχώρησαν μετά τη διακοπή του αναστολέα ΜΕΑ. Το εντερικό αγγειοοίδημα πρέπει να εντάσσεται στη διαφορική διάγνωση των ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και εκδηλώνουν κοιλιακό άλγος (βλ. παράγραφο 4.8).

Ο συνδυασμός περινδοπρίλης με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου για αγγειοοίδημα (βλ. παράγραφο 4.3). Δεν πρέπει να ξεκινά η χορήγηση σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης μέχρι να παρέλθουν 36 ώρες από τη λήψη της τελευταίας δόσης της θεραπείας με περινδοπρίλη. Εάν σταματήσει η αγωγή με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη, η θεραπεία με περινδοπρίλη δεν πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να παρέλθουν 36 ώρες από την τελευταία δόση των σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5). Η ταυτόχρονη χρήση των αναστολέων του ΜΕΑ με αναστολείς της ουδέτερης ενδοπεπτιδάσης (NEP) (πχ. ρασεκαντοτρίλη), αναστολείς mTOR (π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους) και γλιπτίνες (π.χ. λιναγλιπτίνη, σαξαγλιπτίνη, σιταγλιπτίνη, βιλδαγλιπτίνη) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για αγγειοοίδημα (π.χ. πρήξιμο των αεραγωγών ή της γλώσσας, με ή χωρίς επιδείνωση του αναπνευστικού) (βλ. παράγραφο 4.5). Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν ξεκινά αγωγή με ρασεκαντοτρίλη, αναστολείς mTOR (π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους) και γλιπτίνες (λιναγλιπτίνη, σαξαγλιπτίνη, σιταγλιπτίνη, βιλδαγλιπτίνη) σε ασθενή που λαμβάνει ήδη αγωγή με έναν αναστολέα του ΜΕΑ.

Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL):

Σπάνια, ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) με θειική δεξτράνη, εκδήλωσαν απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές αποφεύχθηκαν με την προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση.

Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίηση:

Ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια θεραπείας απευαισθητοποίησης (π.χ. δηλητήριο υμενοπτέρων) εκδήλωσαν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, οι αντιδράσεις αυτές αποφεύχθηκαν όταν οι αναστολείς ΜΕΑ διακόπηκαν προσωρινά, αλλά επανεμφανίστηκαν σε ακούσια επαναπρόκληση.

Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία/Θρομβοπενία/Αναιμία:

Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκής, σπάνια εκδηλώνεται ουδετεροπενία. Η περινδοπρίλη πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία, υπό αγωγή με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή με συνδυασμό αυτών των παραγόντων επιπλοκής, ιδιαίτερα εάν υφίσταται προϋπάρχουσα διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς εκδήλωσαν σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίες, σε λίγες περιπτώσεις, δεν ανταποκρίθηκαν σε εντατικοποιημένη αντιβιοτική θεραπεία. Εάν χρησιμοποιηθεί περινδοπρίλη σε αυτούς τους ασθενείς, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης (π.χ. πονόλαιμος, πυρετός).

Νεφραγγειακή υπέρταση:

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας όταν ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας επί μονήρους λειτουργούντος νεφρού υποβάλλονται σε θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ (βλ. παράγραφο 4.3). Η αγωγή με διουρητικά μπορεί να είναι επιβαρυντικός παράγοντας. Απώλεια της νεφρικής λειτουργίας ενδέχεται να εμφανιστεί και με ελάχιστες μόνο μεταβολές στην κρεατινίνη ορού ακόμα και σε ασθενείς με μονόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας.

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ):

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, ο διπλός αποκλεισμός του ΣΡΑΑ μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτή πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο υπό την επίβλεψη ειδικού και να διενεργείται συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.

Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός:

Οι ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό γενικά δεν ανταποκρίνονται σε αντιυπερτασικά φάρμακα που δρουν μέσω αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επομένως δεν συνιστάται η χρήση αυτού του προϊόντος.

Κύηση:

Η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ δεν πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες οι οποίες έχουν τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ κρίνεται σημαντική. Όταν διαγιγνώσκεται κύηση, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματά αμέσως και, εάν ενδείκνυται, να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6).

Προφυλάξεις κατά τη χρήση

Υπόταση:

Οι αναστολείς ΜΕΑ ενδέχεται να προκαλέσουν πτώση της αρτηριακής πίεσης. Συμπτωματική υπόταση παρατηρείται σπάνια σε ανεπίπλεκτους υπερτασικούς ασθενείς και είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς που έχουν μειωμένο όγκο αίματος, π.χ. λόγω διουρητικής αγωγής, περιορισμού διαιτητικού άλατος, αιμοκάθαρσης, διάρροιας ή εμέτου, ή σε ασθενείς που έχουν σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8). Σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για συμπτωματική υπόταση, η αρτηριακή πίεση, η νεφρική λειτουργία και το κάλιο ορού πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Aperneva.

Παρόμοιες προφυλάξεις ισχύουν για ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο, στους οποίους η υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Εάν εκδηλωθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να λάβει ενδοφλέβια έγχυση διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Η παροδική υποτασική απόκριση δεν αποτελεί αντένδειξη για περαιτέρω δόσεις, οι οποίες χορηγούνται συνήθως χωρίς δυσκολία μόλις αυξηθεί η αρτηριακή πίεση μετά από αύξηση του όγκου αίματος.

Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια:

Όπως ισχύει και για τους άλλους αναστολείς ΜΕΑ, η περινδοπρίλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας όπως σε στένωση αορτής ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.

Νεφρική δυσλειτουργία:

Σε περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min), συνιστάται εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με κάθε ένα από τα συστατικά ξεχωριστά (βλ. παράγραφο 4.2).

Η τακτική παρακολούθηση του καλίου και της κρεατινίνης αποτελεί μέρος της τυπικής ιατρικής πρακτικής για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.8).

Σε ορισμένους ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας επί μονήρους νεφρού, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις της ουρίας αίματος και της κρεατινίνης ορού, συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν συνυπάρχει και νεφραγγειακή υπέρταση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Ορισμένοι υπερτασικοί ασθενείς χωρίς προϋπάρχουσα εμφανή νεφρική αγγειακή νόσο εμφάνισαν αυξήσεις της ουρίας αίματος και της κρεατινίνης ορού, συνήθως μικρής κλίμακας και παροδικές, ιδιαίτερα όταν η περινδοπρίλη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με διουρητικό. Αυτό είναι ακόμα πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική ανεπάρκεια:

Οι αναστολείς ΜΕΑ έχουν σπάνια συνδεθεί με ένα σύνδρομο που ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (ορισμένες φορές) σε θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν είναι κατανοητός. Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, οι οποίοι εκδηλώνουν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων πρέπει να διακόπτουν τη χρήση του αναστολέα ΜΕΑ και να λαμβάνουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση (βλ. παράγραφο 4.8).

Εθνολογικές διαφορές:

Οι αναστολείς ΜΕΑ προκαλούν αγγειοοίδημα σε ασθενείς της μαύρης φυλής σε υψηλότερο ποσοστό από ότι σε ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή.

Όπως και οι άλλοι αναστολείς ΜΕΑ, η περινδοπρίλη ενδέχεται να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε άτομα της μαύρης φυλής από ότι σε άτομα που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή, πιθανώς εξαιτίας του υψηλότερου επιπολασμού χαμηλών επιπέδων ρενίνης στον πληθυσμό των μαύρων υπερτασικών ατόμων.

Βήχας:

Με τη χρήση αναστολέων ΜΕΑ έχει αναφερθεί βήχας. Τυπικά, ο βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας. Ο επαγόμενος από αναστολείς ΜΕΑ βήχας πρέπει να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.

Χειρουργική επέμβαση/Αναισθησία:

Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια χορήγησης αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση, το Aperneva ενδέχεται να παρεμποδίσει το σχηματισμό της αγγειοτενσίνης ΙΙ δευτερογενώς ως προς την αντισταθμιστική απελευθέρωση ρενίνης. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται μία ημέρα πριν τη χειρουργική επέμβαση. Εάν εμφανιστεί υπόταση και θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτό το μηχανισμό, μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος.

Υπερκαλιαιμία:

Αυξήσεις του καλίου του ορού έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της περινδοπρίλης, οι αναστολείς του ΜΕΑ μπορoύν να προκαλέσουν υπερκαλιαιμία επειδή αναστέλλουν την απελευθέρωση αλδοστερόνης. Η επίδραση συνήθως δεν είναι σημαντική σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνουν νεφρική ανεπάρκεια, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, ηλικία (> 70 ετών), σακχαρώδη διαβήτη και άλλα συμβάματα, ιδιαίτερα αφυδάτωση, οξεία μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση και ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών (π.χ. σπιρονολακτόνη, επλερενόνη, τριαμτερένη ή αμιλορίδη), συμπληρωμάτων καλίου ή υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο ή αφορούν τους ασθενείς που παίρνουν άλλα φάρμακα τα οποία σχετίζονται με αυξήσεις του καλίου του ορού (π.χ. ηπαρίνη, κοτριμοξαζόλη γνωστή επίσης και ως τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη) και ειδικά

ανταγωνιστές αλδοστερόνης ή αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης. Η χρήση συμπληρωμάτων καλίου, καλιοσυντηρητικών διουρητικών ή υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του καλίου του ορού. Η υπερκαλιαιμία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές και, ορισμένες φορές, θανατηφόρες αρρυθμίες. Καλιοσυντηρητικά διουρητικά και αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, και θα πρέπει να παρακολουθούνται το κάλιο του ορού και η νεφρική λειτουργία. Εάν η ταυτόχρονη χρήση περινδοπρίλης και κάποιου από τους προαναφερθέντες παράγοντες κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και τακτική παρακολούθηση του καλίου του ορού (βλέπε παράγραφο 4.5).

Διαβητικοί ασθενείς:

Σε διαβητικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιδιαβητικούς παράγοντες από στόματος ή με ινσουλίνη, η γλυκαιμική ρύθμιση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ (βλ. παράγραφο 4.5).

Σχετικές με την αμλοδιπίνη: Προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αμλοδιπίνης σε υπερτασική κρίση δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Καρδιακή ανεπάρκεια:

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με προσοχή.

Σε μία μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ασθενών με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορίας III και IV κατά NYHA), η αναφερθείσα επίπτωση πνευμονικού οιδήματος ήταν υψηλότερη στην ομάδα που λάμβανε θεραπεία με αμλοδιπίνη από ότι στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (βλ. παράγραφο 5.1). Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, συμπεριλαμβανομένης της αμλοδιπίνης, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνησιμότητας.

Ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία:

Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αμλοδιπίνης είναι παρατεταμένος και οι τιμές AUC είναι υψηλότερες σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία. Δεν έχουν καθοριστεί συστάσεις για τη δοσολογία.

Συνεπώς, η χορήγηση της αμλοδιπίνης πρέπει να ξεκινά από το χαμηλότερο σημείο του δοσολογικού εύρους και συνιστάται προσοχή τόσο κατά την έναρξη της θεραπείας όσο και κατά την αύξηση της δόσης. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να απαιτείται βραδεία τιτλοποίηση της δόσης και προσεκτική παρακολούθηση.

Ηλικιωμένοι ασθενείς:

Στους ηλικιωμένους, η αύξηση της δοσολογίας πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Νεφρική ανεπάρκεια:

Η αμλοδιπίνη μπορεί να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς στις συνήθεις δόσεις. Μεταβολές στις συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα δεν συσχετίζονται με το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας. Η αμλοδιπίνη δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση.

Σχετικές με το Aperneva:

Όλες οι προειδοποιήσεις που σχετίζονται με κάθε ένα από τα συστατικά χωριστά, όπως περιγράφονται παραπάνω, πρέπει επίσης να ισχύουν και για το σταθερό συνδυασμό Aperneva.

Αλληλεπιδράσεις:

Η ταυτόχρονη χρήση του Aperneva με λίθιο, καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή συμπληρώματα καλίου δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).

Νάτριο:

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
18
82
12
4
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Σχετικές με την περινδοπρίλη

Τα δεδομένα από κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστoλέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων συμβάντων όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο ΣΡΑΑ (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).

Φάρμακα που αυξάνουν τον κίνδυνο για αγγειοοίδημα

Η ταυτόχρονη χρήση των αναστολέων του ΜΕΑ με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται καθώς αυτό αυξάνει τον κίνδυνο για αγγειοοίδημα (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Δεν πρέπει να ξεκινά η αγωγή με σακουμπιτρίλη /βαλσαρτάνη μέχρι 36 ώρες μετά τη χορήγηση της τελευταίας δόσης της αγωγής με περινδοπρίλη. Η αγωγή με περινδοπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά μέχρι 36 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Η ταυτόχρονη χρήση των αναστολέων του ΜΕΑ με ρασεκαντοτρίλη, αναστολείς mTOR (π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους) και γλιπτίνες (π.χ. λιναγλιπτίνη, σαξαγλιπτίνη, σιταγλιπτίνη, βιλνταγλιπτίνη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα (βλ. παράγραφο 4.4).

Φάρμακα που προκαλούν υπερκαλιαιμία

Αν και το κάλιο στον ορό συνήθως παραμένει εντός των φυσιολογικών ορίων, μπορεί να εμφανιστεί υπερκαλιαιμία σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν Aperneva. Κάποια φάρμακα ή θεραπευτικές κατηγορίες μπορεί να αυξήσουν την εκδήλωση υπερκαλιαιμίας: αλισκιρένη, άλατα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη ή αμιλορίδη), αναστολείς του ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, ΜΣΑΦ, ηπαρίνες, ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, όπως κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους, τριμεθοπρίμη και κοτριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη / σουλφαμεθοξαζόλη), καθώς η τριμεθοπρίμη είναι γνωστό ότι δρα ως διουρητικό που προστατεύει το κάλιο, όπως η αμιλορίδη. Ο συνδυασμός αυτών των φαρμάκων αυξάνει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας.

Επομένως, ο συνδυασμός του Aperneva με τα προαναφερθέντα φάρμακα δε συνιστάται. Εάν η ταυτόχρονη χορήγηση ενδείκνυται, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.

Ταυτόχρονη χρήση που αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3)

Aλισκιρένη

Σε διαβητικούς ή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, αυξάνεται ο κίνδυνος υποκαλιαιμίας, επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.

Εξωσωματικές αγωγές

Εξωσωματικές αγωγές που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες, όπως η αιμοκάθαρση ή η αιμοδιήθηση με ορισμένες μεμβράνες υψηλής ροής (π.χ. μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου) και η αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών με θειική δεξτράνη, λόγω του αυξημένου κινδύνου σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν απαιτείται μια τέτοια θεραπεία, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης μιας μεμβράνης αιμοκάθαρσης διαφορετικού τύπου ή ενός αντιυπερτασικού παράγοντα διαφορετικής κατηγορίας.

Ταυτόχρονη χρήση μη συνιστώμενη (βλ. παράγραφο 4.4)

Aλισκιρένη

Σε ασθενείς εκτός των ασθενών με διαβήτη ή με νεφρική δυσλειτουργία, αυξάνεται ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.

Συγχορηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ και αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης Έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία ότι σε ασθενείς με εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια ή διαβήτη με βλάβη οργάνου τελικού σταδίου, η συγχορηγούμενη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ και αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης συνδέεται με υψηλότερη

συχνότητα εμφάνισης υπότασης, συγκοπής, υπερκαλιαιμίας και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) συγκριτικά με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης. Ο διπλός αποκλεισμός (π.χ. συνδυάζοντας έναν αναστολέα ΜΕΑ με έναν ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ) πρέπει να περιορίζεται σε εξατομικευμένα καθορισμένα περιστατικά με στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των επιπέδων καλίου και της αρτηριακής πίεσης.

Εστραμουστίνη

Κίνδυνος αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως αγγειονευρωτικό οίδημα (αγγειοοίδημα).

Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, (π.χ. τριαμτερένη, αμιλορίδη…), άλατα καλίου:

Υπερκαλιαιμία (δυνητικά θανατηφόρα), ειδικά σε συνδυασμό με νεφρική διαταραχή (προσθετική υπερκαλιαιμική δράση).

Ο συνδυασμός της περινδοπρίλης με τα προαναφερθέντα φάρμακα δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν παρόλα αυτά η ταυτόχρονη χορήγηση ενδείκνυται, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και σε συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού. Για τη χρήση της σπιρονολακτόνης στην καρδιακή ανεπάρκεια, βλ. παρακάτω.

Λίθιο:

Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα (σοβαρή νευροτοξικότητα) έχουν αναφερθεί κατά την ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ. Ο συνδυασμός περινδοπρίλης με λίθιο δε συνιστάται. Εάν ο συνδυασμός αποδεικνύεται απαραίτητος, συνιστάται προσεκτικός έλεγχος των επιπέδων λιθίου στον ορό (βλέπε παράγραφο 4.4).

Ταυτόχρονη χρήση που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή

Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, από στόματος υπογλυκαιμικοί παράγοντες) Επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων (ινσουλίνες, από στόματος υπογλυκαιμικοί παράγοντες) ενδέχεται να

προκαλέσει αυξημένη υπογλυκαιμική δράση με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Το φαινόμενο αυτό είναι πιο πιθανό να εκδηλωθεί κατά τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας συνδυασμού και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Μη καλιοσυντηρητικά διουρητικά

Ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά και ιδίως εκείνοι που παρουσιάζουν μείωση του όγκου αίματος και/ή άλατος, ενδέχεται να εμφανίσουν υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης μετά την έναρξη θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ. Η πιθανότητα υποτασικής δράσης μπορεί να μειωθεί με διακοπή του διουρητικού, αυξάνοντας τον όγκο αίματος ή την πρόσληψη άλατος πριν την έναρξη της θεραπείας με χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις περινδοπρίλης.

Στην αρτηριακή υπέρταση, όταν η προηγούμενη διουρητική θεραπεία μπορεί να έχει προκαλέσει μείωση άλατος/όγκου αίματος, είτε πρέπει να διακόπτεται το διουρητικό πριν την έναρξη χορήγησης αναστολέα ΜΕΑ, όπου μπορεί στη συνέχεια να χορηγηθεί εκ νέου ένα μη καλιοσυντηρητικό διουρητικό, είτε πρέπει να ξεκινά η χορήγηση αναστολέα ΜΕΑ σε χαμηλή δοσολογία και να αυξάνεται προοδευτικά.

Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια όπου λαμβάνεται θεραπεία με διουρητικό, η χορήγηση αναστολέα ΜΕΑ πρέπει να ξεκινά σε πολύ χαμηλή δοσολογία, ει δυνατόν αφότου μειωθεί η δοσολογία του συνδυαζόμενου μη καλιοσυντηρητικού διουρητικού.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (επίπεδα κρεατινίνης) κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ.

Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (επλερενόνη, σπιρονολακτόνη)

Με επλερενόνη ή σπιρονολακτόνη σε δόσεις μεταξύ 12,5 mg έως 50 mg την ημέρα και με χαμηλές δόσεις αναστολέων ΜΕΑ:

Στη θεραπεία καρδιακής ανεπάρκειας κατηγορίας II-IV (NYHA) με κλάσμα εξώθησης <40% και προηγούμενη αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ και διουρητικά της αγκύλης, υφίσταται κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, δυνάμει θανατηφόρας, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη τήρησης των συνταγογραφικών συστάσεων του συνδυασμού αυτού.

Πριν την έναρξη χορήγησης του συνδυασμού, να ελέγχεται η απουσία υπερκαλιαιμίας και νεφρικής δυσλειτουργίας.

Συνιστάται στενή παρακολούθηση της καλιαιμίας και της κρεατιναιμίας, αρχικά μία φορά την εβδομάδα κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας και στη συνέχεια μία φορά το μήνα.

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος ≥ 3 g/ημέρα

Κατά την ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (δηλ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε αντιφλεγμονώδη δοσολογικά σχήματα, αναστολείς της COX-2 και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ) μπορεί να συμβεί εξασθένιση της αντιυπερτασικής δράσης. Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ και ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, και σε αύξηση του καλίου ορού, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα πτωχή νεφρική λειτουργία. Ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά.

Ταυτόχρονη χρήση που απαιτεί κάποια προσοχή

Συμπαθομιμητικά

Τα συμπαθομιμητικά μπορεί να μειώσουν την αντιυπερτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ.

Χρυσός

Νιτριτοειδείς αντιδράσεις (τα συμπτώματα περιλαμβάνουν έξαψη του προσώπου, ναυτία, έμετο και υπόταση) έχουν σπάνια αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με ενέσιμο χρυσό (αουροθειομαλικό νάτριο) και ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ συμπεριλαμβανομένης της περινδοπρίλης.

Σχετικές με την αμλοδιπίνη Ταυτόχρονη χρήση μη συνιστώμενη:

Δαντρολένιο (έγχυση): Σε ζώα, μετά από χορήγηση βεραπαμίλης και δια της ενδοφλέβιας οδού δαντρολενίου παρατηρήθηκε θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιαγγειακή κατέρρειψη σε συνδυασμό με υπερκαλιαιμία. Λόγω του κινδύνου εμφάνισης υπερκαλιαιμίας, συνιστάται να αποφεύγεται η συγχορήγηση αποκλειστών διαύλων ασβεστίου, όπως η αμλοδιπίνη, σε ασθενείς επιρρεπείς σε κακοήθη υπερθερμία και στην αντιμετώπιση της κακοήθους υπερθερμίας.

Επαγωγείς του CYP3A4: Με τη συγχορήγηση γνωστών επαγωγέων του CYP3A4, η συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλλει. Συνεπώς, πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση και να εξετάζεται το ενδεχόμενο ρύθμισης της δόσης τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, ιδίως με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, υπερικόν το διάτρητον).

Αναστολείς του CYP3A4: Η ταυτόχρονη χρήση αμλοδιπίνης με ισχυρούς ή μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, μακρολίδια όπως ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη) μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη. Η κλινική έκφραση αυτών των φαρμακοκινητικών διαφοροποιήσεων ενδέχεται να είναι πιο έντονη στους ηλικιωμένους. Συνεπώς μπορεί να απαιτείται κλινική παρακολούθηση και ρύθμιση της δόσης.

Υφίσταται αυξημένος κίνδυνος υπότασης σε ασθενείς που λαμβάνουν κλαριθρομυκίνη με αμλοδιπίνη. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των ασθενών όταν η αμλοδιπίνη συγχορηγείται με κλαριθρομυκίνη.

Ταυτόχρονη χρήση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη:

Η επίδραση της αμλοδιπίνης στη μείωση της αρτηριακής πίεσης είναι αθροιστική στην αντιυπερτασική δράση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων με αντιυπερτασικές ιδιότητες.

Τακρόλιμους: Υφίσταται κίνδυνος αυξημένων επιπέδων τακρόλιμους στο αίμα κατά τη συγχορήγηση με αμλοδιπίνη. Προκειμένου να αποφευχθεί η τοξικότητα από τακρόλιμους, η χορήγηση αμλοδιπίνης σε ασθενή που λαμβάνει τακρόλιμους απαιτεί παρακολούθηση των επίπεδων τακρόλιμους στο αίμα και ρύθμιση της δόσης της τακρόλιμους όπου κρίνεται αναγκαίο.

Μηχανιστικός Στόχος των Αναστολέων (mTOR) της Ραπαμυκίνης: Οι αναστολείς mTOR, όπως οι σιρόλιμους, τεμσιρόλιμους και εβερόλιμους αποτελούν υποστρώματα του CYP3A. Η αμλοδιπίνη είναι ένας ασθενής αναστολέας του CYP3A. Κατά την ταυτόχρονη χρήση με αναστολείς mTOR, η αμλοδιπίνη ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση σε αναστολείς mTOR.

Κυκλοσπορίνη: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με την κυκλοσπορίνη και την αμλοδιπίνη σε υγιείς εθελοντές ή άλλους πληθυσμούς εξαιρουμένων των ασθενών με μεταμόσχευση νεφρού, όπου παρατηρήθηκαν ποικίλες αυξήσεις των κατώτατων συγκεντρώσεων (κατά μέσο όρο 0 - 40%) της κυκλοσπορίνης. Πρέπει να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού που λαμβάνουν αμλοδιπίνη και να γίνονται μειώσεις της δόσης της κυκλοσπορίνης εάν είναι απαραίτητο.

Σιμβαστατίνη: Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων 10 mg αμλοδιπίνης με 80 mg σιμβαστατίνης οδήγησε σε αύξηση κατά 77% της έκθεσης στη σιμβαστατίνη συγκριτικά με τη σιμβαστατίνη ως μονοθεραπεία. Να περιορίζεται η δόσης της σιμβαστατίνης έως τα 20 mg ημερησίως, σε ασθενείς που λαμβάνουν αμλοδιπίνη.

Άλλοι συνδυασμοί:

Σε κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης, η αμλοδιπίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ατορβαστατίνης, της διγοξίνης, της βαρφαρίνης.

Η χορήγηση αμλοδιπίνης με γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ δεν συνιστάται καθώς μπορεί να αυξηθεί η βιοδιαθεσιμότητα σε ορισμένους ασθενείς με αποτέλεσμα αυξημένη επίδραση στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Σχετικές με το Aperneva:

Βακλοφαίνη: Αυξημένη αντιυπερτασική δράση. Παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και ρύθμιση της δοσολογίας του αντιυπερτασικού, εάν είναι απαραίτητο.

Ταυτόχρονη χρήση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη:

  • Αντιυπερτασικοί παράγοντες (όπως β-αποκλειστές) και αγγειοδιασταλτικά:

  • Η ταυτόχρονη χρήση αυτών των παραγόντων ενδέχεται να αυξήσει την υποτασική δράση της περινδοπρίλης και της αμλοδιπίνης.

  • Η ταυτόχρονη χρήση με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά ενδέχεται να μειώσει περαιτέρω την αρτηριακή πίεση και πρέπει επομένως να εξετάζεται με προσοχή.

  • Κορτικοστεροειδή, τετρακοσακτίδη: μείωση της αντιυπερτασικής δράσης (κατακράτηση άλατος και ύδατος λόγω των κορτικοστεροειδών).

  • Άλφα-αποκλειστές (πραζοσίνη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη): αυξημένη αντιυπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.

  • Αμιφοστίνη: ενδέχεται να ενισχύσει την αντιυπερτασική δράση της αμλοδιπίνης.

  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/αντιψυχωσικά/αναισθητικά: αυξημένη αντιυπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.

Κύηση

Λόγω των επιδράσεων στην κύηση και τη γαλουχία των επιμέρους συστατικών αυτού του προϊόντος συνδυασμού:

Το Aperneva δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Το Aperneva αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης.

Το Aperneva δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Συνεπώς πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με το Aperneva, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία αυτής της θεραπείας για τη μητέρα.

Κύηση

Σχετικά με την περινδοπρίλη

Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης (βλ. παράγραφο 4.4). Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Οι επιδημιολογικές ενδείξεις αναφορικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν έχουν οδηγήσει σε σαφή συμπεράσματα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση του κινδύνου. Ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ κρίνεται σημαντική. Όταν διαγιγνώσκεται κύηση, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να σταματά αμέσως και, εάν ενδείκνυται, πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία.

Είναι γνωστό ότι η έκθεση σε θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). (Βλ. παράγραφο 5.3).

Σε περίπτωση που έχει συμβεί έκθεση σε αναστολέα ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.

Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αναστολείς ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Σχετικά με την αμλοδιπίνη

Η ασφάλεια της αμλοδιπίνης κατά τη διάρκεια της κύησης στον άνθρωπο δεν έχει τεκμηριωθεί.

Σε μελέτες ζώων, παρατηρήθηκε αναπαραγωγική τοξικότητα σε υψηλές δόσεις (βλ. παράγραφο 5.3). Η χρήση της αμλοδιπίνης κατά τη διάρκεια της κύησης συνιστάται μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη πιο ασφαλής εναλλακτική και όταν η ίδια η ασθένεια ενέχει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη μητέρα και το έμβρυο.

Θηλασμός

Σχετικά με την περινδοπρίλη

Λόγω του ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της περινδοπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, το Aperneva δεν συνιστάται και είναι προτιμότερες εναλλακτικές αγωγές με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά τη διάρκεια του θηλασμού, κυρίως κατά το θηλασμό νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.

Σχετικά με την αμλοδιπίνη

Η αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το ποσοστό της μητρικής δόσης που λαμβάνεται από το βρέφος έχει εκτιμηθεί με ένα διατεταρτημοριακό εύρος 3–7%, με μέγιστο 15%. Η επίδραση της αμλοδιπίνης στα βρέφη δεν είναι γνωστή. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή εάν θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με αμλοδιπίνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με αμλοδιπίνη για τη μητέρα.

Γονιμότητα

Σχετικά με την περινδοπρίλη

Δεν υπήρξε επίδραση στην αναπαραγωγική ικανότητα ή στη γονιμότητα.

Σχετικά με την αμλοδιπίνη

Έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή σχετικά με τη δυνητική επίδραση της αμλοδιπίνης στη γονιμότητα. Σε μια μελέτη με επίμυες, διαπιστώθηκαν δυσμενείς επιδράσεις στη γονιμότητα των αρρένων (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις του Aperneva στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Η αμλοδιπίνη μπορεί να έχει μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Εάν οι ασθενείς υποφέρουν από ζάλη, κεφαλαλγία, κόπωση, εξάντληση ή ναυτία, ενδέχεται να επηρεαστεί η ικανότητα αντίδρασής τους. Συνιστάται προσοχή, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

α. Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις με περινδοπρίλη και αμλοδιπίνη, όταν χορηγούνται ξεχωριστά, είναι: οίδημα, υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία (ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας), δυσγευσία, παραισθησία, οπτική διαταραχή (περιλαμβανομένης της διπλωπίας), εμβοές,

ίλιγγος, αίσθημα παλμών, έξαψη, υπόταση (και επιδράσεις που σχετίζονται με υπόταση), δύσπνοια, βήχας, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, δυσπεψία, μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου, διάρροια, δυσκοιλιότητα, κνησμός, εξάνθημα, διόγκωση αρθρώσεων (πρήξιμο αστραγάλων), μυϊκοί σπασμοί, κόπωση, εξασθένιση.

β. Λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα:

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με περινδοπρίλη ή αμλοδιπίνη χορηγούμενων ξεχωριστά και έχουν καταταχθεί με βάση την ταξινόμηση MedDRA ανά οργανικό σύστημα και με βάση την ακόλουθη συχνότητα εμφάνισης:

- Πολύ συχνές (≥1/10)

- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)

- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)

- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)

  • Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

  • Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Κατηγορία Οργανικού Συστήματοςσύμφωνα με το MedDRA Ανεπιθύμητες Ενέργειες Συχνότητα
Αμλοδιπίνη Περινδοπρίλη
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Ρινίτιδα Όχι συχνές Πολύ σπάνιες
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Ηωσινοφιλία - Όχι συχνές*
Λευκοπενία/ουδετεροπενία (βλ. παράγραφο 4.4) Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες
Ακοκκιοκυτταραιμία ή πανκυτταροπενία (βλ. παράγραφο 4.4) - Πολύ σπάνιες
Θρομβοπενία (βλ. παράγραφο 4.4) Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες
Αιμολυτική αναιμία λόγω έλλειψης συγκεκριμένου ενζύμου σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια G-6PDH (βλ.παράγραφο 4.4) - Πολύ σπάνιες
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία Πολύ σπάνιες Όχι συχνές
Διαταραχές τουενδοκρινικού συστήματος Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) - Σπάνια
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπογλυκαιμία (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5) - Όχι συχνές*
Υπερκαλιαιμία, αναστρέψιμη με τηδιακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4) - Όχι συχνές*
Υπονατριαιμία - Όχι συχνές*
Υπεργλυκαιμία Πολύ σπάνιες -
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Όχι συχνές -
Μεταβολές της διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους) Όχι συχνές Όχι συχνές
Κατάθλιψη Όχι συχνές Όχι συχνές
Διαταραχές ύπνου - Όχι συχνές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Υπνηλία (ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας) Συχνές -
Ζάλη (ιδίως κατά την έναρξη τηςθεραπείας) Συχνές Συχνές
Κεφαλαλγία (ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας) Συχνές Συχνές
Δυσγευσία Όχι συχνές Συχνές
Τρόμος Όχι συχνές -
Υπαισθησία Όχι συχνές -
Παραισθησία Όχι συχνές Συχνές
Συγκοπή Όχι συχνές Όχι συχνές
Συγχυτική κατάσταση Σπάνιες Πολύ σπάνιες
Υπερτονία Πολύ σπάνιες -
Περιφερική νευροπάθεια Πολύ σπάνιες -
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο πιθανώς δευτερογενές της υπερβολικήςυπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4) - Πολύ σπάνιες
Εξωπυραμιδική διαταραχή (εξωπυραμιδικό σύνδρομο) Μη γνωστές -
Οφθαλμικέςδιαταραχές Οπτική διαταραχή Συχνές Συχνές
Διπλωπία Συχνές -
Διαταραχές τουωτός και του λαβυρίνθου Εμβοές Όχι συχνές Συχνές
Ίλιγγος - Συχνές
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών Συχνές Όχι συχνές*
Ταχυκαρδία - Όχι συχνές*
Στηθάγχη (βλ. παράγραφο 4.4) - Πολύ σπάνιες
Έμφραγμα μυοκαρδίου πιθανώς δευτερογενές της υπερβολικήςυπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4) Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες
Αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίαςκαι κολπικής μαρμαρυγής) Όχι συχνές Πολύ σπάνιες
Αγγειακές διαταραχές Έξαψη Συχνές Σπάνιες
Υπόταση (και επιδράσεις που σχετίζονται με την υπόταση) Όχι συχνές Συχνές
Αγγειίτιδα Πολύ σπάνιες Όχι συχνές*
Φαινόμενο Raynaud - Μη γνωστές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωράκιου Δύσπνοια Συχνές Συχνές
Βήχας Όχι συχνές Συχνές
Βρογχόσπασμος - Όχι συχνές
Ηωσινοφιλική πνευμονία - Πολύ σπάνιες
Διαταραχές του γαστρεντερικού Υπερπλασία των ούλων Πολύ σπάνιες -
Κοιλιακό άλγος Συχνές Συχνές
Ναυτία Συχνές Συχνές
Έμετος Όχι συχνές Συχνές
Δυσπεψία Συχνές Συχνές
Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου Συχνές -
Ξηροστομία Όχι συχνές Όχι συχνές
Διάρροια Συχνές Συχνές
Δυσκοιλιότητα Συχνές Συχνές
Παγκρεατίτιδα Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες
Γαστρίτιδα Πολύ σπάνιες -
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Ηπατίτιδα, ίκτερος Πολύ σπάνιες -
Ηπατίτιδα είτε κυτταρολυτική είτε χολοστατική (βλ. παράγραφο 4.4) - Πολύ σπάνιες
Ηπατικά ένζυμα αυξημένα (κυρίως συμβατά με χολόσταση) Πολύ σπάνιες -
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Οίδημα Quincke Πολύ σπάνιες -
Αγγειοοίδημα προσώπου, άκρων, χειλέων, βλεννογόνων, γλώσσας, γλωττίδας και/ή λάρυγγα (βλ.παράγραφο 4.4) Πολύ σπάνιες Όχι συχνές
Πολύμορφο ερύθημα Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες
Αλωπεκία Όχι συχνές -
Πορφύρα Όχι συχνές -
Δυσχρωματισμός δέρματος Όχι συχνές -
Υπεριδρωσία Όχι συχνές Όχι συχνές
Κνησμός Όχι συχνές Συχνές
Εξάνθημα Όχι συχνές Συχνές
Κνίδωση (βλ. παράγραφο 4.4) Όχι συχνές Όχι συχνές
Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας Πολύ σπάνιες Όχι συχνές*
Πεμφιγοειδές - Όχι συχνές*
Επιδείνωση ψωρίασης - Σπάνιες
Σύνδρομο Stevens Johnson Πολύ σπάνιες -
Αποφολιδωτική δερματίτιδα Πολύ σπάνιες -
Τοξική επιδερμική νεκρόλυση Μη γνωστές -
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Διόγκωση αρθρώσεων (πρήξιμο αστραγάλων) Συχνές -
Αρθραλγία Όχι συχνές Όχι συχνές*
Μυαλγία Όχι συχνές Όχι συχνές*
Μυϊκοί σπασμοί Συχνές Συχνές
Οσφυαλγία Όχι συχνές -
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Διαταραχή ούρησης, νυκτουρία, πολλακιουρία Όχι συχνές -
Νεφρική δυσλειτουργία - Όχι συχνές
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια - Σπάνιες
Ανουρία/Ολιγουρία - Σπάνιες*
Διαταραχές του αναπαραγωγικούσυστήματος και του μαστού Στυτική δυσλειτουργία Όχι συχνές Όχι συχνές
Γυναικομαστία Όχι συχνές -
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Οίδημα Πολύ συχνές -
Περιφερικό οίδημα - Όχι συχνές*
Κόπωση Συχνές -
Θωρακικό άλγος Όχι συχνές Όχι συχνές*
Εξασθένιση Συχνές Συχνές
Άλγος Όχι συχνές -
Αίσθημα κακουχίας Όχι συχνές Όχι συχνές*
Πυρεξία - Όχι συχνές*
Παρακλινικές εξετάσεις Αύξηση σωματικού βάρους, μείωση σωματικού βάρους Όχι συχνές -
Αυξημένη ουρία αίματος - Όχι συχνές*
Αυξημένη κρεατινίνη αίματος - Όχι συχνές*
Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος - Σπάνιες
Αυξημένα ηπατικά ένζυμα - Σπάνιες
Μειωμένη αιμοσφαιρίνη και μειωμένος αιματοκρίτης - Πολύ σπάνιες
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικώνχειρισμών Πτώση - Όχι συχνές*

* Συχνότητα που υπολογίστηκε από κλινικές δοκιμές για ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν μέσω αυτόματης αναφοράς.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337,

Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr

Υπερβολική δόση

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για υπερδοσολογία με το Aperneva στον άνθρωπο.

Για την αμλοδιπίνη, η εμπειρία σχετικά με την εκ προθέσεως υπερδοσολογία στον άνθρωπο είναι περιορισμένη.

Συμπτώματα: τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η λήψη υπερβολικής δόσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έντονη περιφερική αγγειοδιαστολή και πιθανώς σε αντανακλαστική ταχυκαρδία. Έχει αναφερθεί σημαντική και δυνητικά παρατεταμένη συστηματική υπόταση έως και εμφάνιση καταπληξίας με θανατηφόρο έκβαση.

Σπάνια έχει αναφερθεί μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα που μπορεί να εκδηλωθεί με καθυστερημένη έναρξη (24-48 ώρες μετά την κατάποση) και απαιτεί αναπνευστική υποστήριξη ως συνέπεια της υπερδοσολογίας αμλοδιπίνης. Έγκαιρα μέτρα ανάνηψης (συμπεριλαμβανομένης της υπερφόρτωσης με υγρά) για τη διατήρηση της αιμάτωσης και της καρδιακής παροχής μπορεί να λειτουργήσουν ως παράγοντες επίσπευσης.

Αντιμετώπιση: η κλινικά σημαντική υπόταση λόγω υπερδοσολογίας αμλοδιπίνης απαιτεί δραστική υποστήριξη του καρδιαγγειακού συστήματος, περιλαμβανομένων συχνής παρακολούθησης της καρδιακής και της αναπνευστικής λειτουργίας, ανύψωσης των κάτω άκρων και εστίασης της προσοχής στον όγκο των κυκλοφορούντων υγρών και στην αποβολή ούρων.

Ένας αγγειοσυσπαστικός παράγοντας μπορεί να είναι χρήσιμος για την αποκατάσταση του αγγειακού τόνου και της αρτηριακής πίεσης, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει αντένδειξη για τη χρήση του. Η ενδοφλέβια χορήγηση γλυκονικού ασβεστίου μπορεί να αποβεί επωφελής όσον αφορά στην αναστροφή των επιδράσεων από τον αποκλεισμό των διαύλων ασβεστίου.

Η πλύση στομάχου μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη σε ορισμένες περιπτώσεις.. Έχει δειχθεί, ότι η χορήγηση ενεργού άνθρακα σε υγιείς εθελοντές μέχρι και 2 ώρες μετά τη λήψη αμλοδιπίνης 10 mg μειώνει το ρυθμό απορρόφησης της αμλοδιπίνης.

Καθώς η αμλοδιπίνη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό με πρωτεΐνες του πλάσματος, η αιμοδιύλυση δεν είναι πιθανό να αποβεί επωφελής.

Για την περινδοπρίλη, διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την υπερδοσολογία στον άνθρωπο. Τα συμπτώματα που συνδέονται με υπερδοσολογία αναστολέων ΜΕΑ μπορεί να περιλαμβάνουν υπόταση, κυκλοφορική καταπληξία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, νεφρική ανεπάρκεια, υπεραερισμό, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, βραδυκαρδία, ζάλη, άγχος και βήχα.

Η συνιστώμενη αγωγή για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας συνίσταται σε ενδοφλέβια έγχυση διαλύματος φυσιολογικού ορού. Εάν εκδηλωθεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετείται σε θέση προς αντιμετώπιση της καταπληξίας. Πρέπει επίσης να εξετάζεται το ενδεχόμενο αγωγής με έγχυση αγγειοτενσίνης ΙΙ και/ή ενδοφλέβιων κατεχολαμινών, εφ’ όσον αυτά είναι διαθέσιμα. Η περινδοπρίλη μπορεί να απομακρυνθεί από τη συστηματική κυκλοφορία με αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 4.4). Για τη βραδυκαρδία που είναι ανθεκτική σε θεραπεία, συνιστάται αντιμετώπιση με βηματοδότη. Πρέπει να παρακολουθούνται αδιαλείπτως τα ζωτικά σημεία, οι συγκεντρώσεις των ηλεκτρολυτών και της κρεατινίνης στον ορό.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - APERNEVA

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες δρώντες στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, κωδικός ATC: C09BΒ04.

Περινδοπρίλη

Μηχανισμός δράσης

H περινδοπρίλη είναι ένας αναστολέας του ενζύμου που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (Μετατρεπτικό Ένζυμο Αγγειοτενσίνης, ΜΕΑ). Το μετατρεπτικό ένζυμο, ή κινάση, είναι μια εξοπεπτιδάση που επιτρέπει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική αγγειοτενσίνη ΙΙ, και επίσης προκαλεί τη διάσπαση της αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης σε ένα ανενεργό επταπεπτίδιο. Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη δραστικότητα της ρενίνης στο πλάσμα (μέσω αναστολής της αρνητικής ανατροφοδότησης της απελευθέρωσης της ρενίνης) και σε μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Καθώς το ΜΕΑ απενεργοποιεί τη βραδυκινίνη, η αναστολή του ΜΕΑ έχει επίσης ως αποτέλεσμα την αυξημένη δραστικότητα των κυκλοφορούντων και τοπικών συστημάτων καλλικρεΐνης-κινίνης (και κατά συνέπεια την ενεργοποίηση του συστήματος προσταγλανδινών). Είναι πιθανόν αυτός ο μηχανισμός να συνεισφέρει στην αντιυπερτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ και να ευθύνεται μερικώς για ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους (π.χ. βήχας).

Η περινδοπρίλη δρα μέσω του δραστικού της μεταβολίτη, την περινδοπριλάτη. Οι άλλοι μεταβολίτες δεν δείχνουν να αναστέλλουν τη δραστικότητα του ΜΕΑ in vitro.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Υπέρταση:

Η περινδοπρίλη είναι δραστική σε όλα τις διαβαθμίσεις της υπέρτασης: ήπια, μέτρια, σοβαρή. Παρατηρείται μείωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης τόσο στην ύπτια όσο και στην όρθια θέση.

Η περινδοπρίλη μειώνει την περιφερική αγγειακή αντίσταση, οδηγώντας σε μείωση της αρτηριακής πίεσης. Κατά συνέπεια, αυξάνεται η περιφερική ροή αίματος, χωρίς επίδραση στον καρδιακό ρυθμό.

Κατά κανόνα, η νεφρική ροή αίματος αυξάνεται, ενώ ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) συνήθως είναι αμετάβλητος.

Η αντιυπερτασική δράση είναι μέγιστη μεταξύ 4 και 6 ωρών μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης και διατηρείται για τουλάχιστον 24 ώρες: η επίδραση στη φάση ύφεσης είναι περίπου το 87-100% της επίδρασης στη φάση αιχμής.

Η μείωση της αρτηριακής πίεσης συμβαίνει ταχέως. Σε ασθενείς που ανταποκρίνονται, η ομαλοποίηση επιτυγχάνεται εντός ενός μηνός και παραμένει χωρίς εμφάνιση ταχυφυλαξίας. Η διακοπή της θεραπείας δεν οδηγεί σε υποτροπή (rebound).

Η περινδοπρίλη μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας.

Στον άνθρωπο, έχει επιβεβαιωθεί ότι η περινδοπρίλη επιδεικνύει αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Βελτιώνει την ελαστικότητα των μεγάλων αρτηριών και μειώνει το λόγο μέσου χιτώνα προς αυλό των μικρών αρτηριών.

Ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο:

Η μελέτη EUROPA ήταν μία πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη που διήρκεσε 4 χρόνια.

Τυχαιοποιήθηκαν δώδεκα χιλιάδες διακόσιοι δεκαοχτώ (12.218) ασθενείς ηλικίας άνω των 18 ετών, σε περινδοπρίλη τερτ-βουτυλαμίνη 8 mg (που ισοδυναμούν με 10 mg άλατος περινδοπρίλης με αργινίνη) (n=6.110) ή σε εικονικό φάρμακο (n=6.108).

Ο πληθυσμός της μελέτης είχε στοιχεία στεφανιαίας νόσου χωρίς κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας. Συνολικά, το 90% των ασθενών είχε παλαιότερα υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου και/ή είχε παλαιότερα υποβληθεί σε στεφανιαία επαναγγείωση. Οι περισσότεροι από τους ασθενείς έλαβαν τη φαρμακευτική αγωγή της μελέτης επιπρόσθετα της συμβατικής θεραπείας που περιλάμβανε αναστολείς αιμοπεταλίων, υπολιπιδαιμικούς παράγοντες και β-αποκλειστές.

Το κύριο κριτήριο αποτελεσματικότητας ήταν το σύνθετο καταληκτικό σημείο καρδιαγγειακής θνησιμότητας, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή καρδιακής ανακοπής με επιτυχή ανάνηψη. Η θεραπεία με περινδοπρίλη τερτ-βουτυλαμίνη 8 mg (που ισοδυναμούν με 10 mg άλατος περινδοπρίλης με αργινίνη) μία φορά ημερησίως είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική απόλυτη μείωση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου κατά 1,9% (μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 20%, 95%CI [9,4, 28,6] - p<0,001).

Σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή επαναγγείωσης, παρατηρήθηκε απόλυτη μείωση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου κατά 2,2% που αντιστοιχεί σε μείωση του σχετικού κινδύνου (RRR) κατά 22,4% (95%CI [12,0, 31,6] - p<0,001) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) εξέτασαν τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II.

Δεδομένα κλινικών δοκιμών για τον διπλό αποκλεισμό του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης- αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ):

Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή αγγειακής εγκεφαλικής νόσου, ή με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που συνοδεύονταν από ένδειξη βλάβης οργάνου τελικού σταδίου. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.

Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και στη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά και για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη, η οποία σχεδιάστηκε για να εξετάσει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μια καθιερωμένη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη τερματίστηκε πρόωρα λόγω του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά πιο συχνά στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα που παρουσίαζαν ενδιαφέρον (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν πιο συχνά στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Αμλοδιπίνη

Μηχανισμός δράσης

Η αμλοδιπίνη είναι ένας αναστολέας της εισροής των ιόντων ασβεστίου της ομάδας της διυδροπυριδίνης (βραδύς αποκλειστής διαύλων ή ανταγωνιστής των ιόντων ασβεστίου) και αναστέλλει τη διαμεμβρανική εισροή των ιόντων ασβεστίου στον καρδιακό και στον αγγειακό λείο μυ.

Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται σε μια άμεση επίδραση χάλασης στον αγγειακό λείο μυ. Ο ακριβής μηχανισμός μέσω του oπoίoυ η αμλοδιπίνη ανακουφίζει από τη στηθάγχη δεν έχει πλήρως καθοριστεί, αλλά η αμλοδιπίνη μειώνει το ολικό ισχαιμικό φορτίο μέσω των ακόλουθων δύο δράσεων:

  • H αμλοδιπίνη διαστέλλει τα περιφερικά αρτηριόλια και κατά συνέπεια μειώνει την ολική περιφερική αντίσταση (μεταφoρτίo), κατά της οποίας λειτουργεί η καρδιά. Από τη στιγμή που ο καρδιακός ρυθμός παραμένει σταθερός, αυτή η ελάττωση του φορτίου της καρδιάς μειώνει την κατανάλωση ενέργειας και τις απαιτήσεις σε οξυγόνο από το μυοκάρδιο.

  • Ο μηχανισμός δράσης της αμλοδιπίνης πιθανώς να περιλαμβάνει και διαστολή των κύριων στεφανιαίων αρτηριών και των στεφανιαίων αρτηριoλίων, τόσο σε φυσιολογικές όσο και σε ισχαιμικές περιοχές. Η διαστολή αυτή αυξάνει την παροχή οξυγόνου στο μυοκάρδιο σε ασθενείς με σπασμό των στεφανιαίων αρτηριών (στηθάγχη Prinzmetal ή παραλλαγή στηθάγχης).

Σε ασθενείς με υπέρταση, η άπαξ ημερήσια χορήγηση δόσης παρέχει κλινικά σημαντικές μειώσεις της αρτηριακής πίεσης, τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση, καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Λόγω της βραδείας έναρξης δράσης, η οξεία υπόταση δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της χορήγησης αμλοδιπίνης.

Σε ασθενείς με στηθάγχη, η άπαξ ημερήσια χορήγηση αμλοδιπίνης αυξάνει τον ολικό χρόνο άσκησης, το χρόνο μέχρι την εκδήλωση της στηθάγχης και το χρόνο μέχρι την κατάσπαση του ST διαστήματος κατά 1 mm, και μειώνει τόσο τη συχνότητα εμφάνισης επεισοδίων στηθάγχης όσο και την κατανάλωση δισκίων τρινιτρικής γλυκερίνης.

Η αμλοδιπίνη δεν έχει συσχετιστεί με οποιαδήποτε ανεπιθύμητη μεταβολική επίδραση ή μεταβολές στα λιπίδια του πλάσματος και είναι κατάλληλη για χρήση σε ασθενείς με άσθμα, διαβήτη και ουρική αρθρίτιδα.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Ασθενείς με στεφανιαία νόσο:

Η αποτελεσματικότητα της αμλοδιπίνης στην πρόληψη των κλινικών συμβαμάτων σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο αξιολογήθηκε σε μία ανεξάρτητη, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 1.997 ασθενείς (Σύγκριση της Αμλοδιπίνης έναντι της

Εναλαπρίλης για τον Περιορισμό των Θρομβωτικών Συμβαμάτων- Comparison of Amlodipine vs Enalapril to Limit Occurrences of Thrombosis - CAMELOT). Από αυτούς τους ασθενείς, οι 663 έλαβαν θεραπεία με αμλοδιπίνη 5-10 mg, οι 673 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με εναλαπρίλη 10-20 mg και οι 655 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο, επιπροσθέτως της καθιερωμένης θεραπείας με στατίνες, β-αποκλειστές, διουρητικά και ασπιρίνη, για 2 έτη. Τα κύρια στοιχεία αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Τα αποτελέσματα δεικνύουν ότι η θεραπεία με αμλοδιπίνη συσχετίστηκε με λιγότερες εισαγωγές σε νοσοκομείο για στηθάγχη και διαδικασίες επαναγγείωσης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο.

Πίνακας 1. Επίπτωση σημαντικών κλινικών εκβάσεων για τη μελέτη CAMELOT

Αναλογία καρδιαγγειακών συμβαμάτων, Αρ. (%)

Εικονικό

Αμλοδιπίνη έναντι Εικονικού φαρμάκου

Αναλογία

Εκβάσεις Αμλοδιπίνη

110 (16,6) 151 (23,1) 136 (20,2) 0,69 (0,54-0,88) 0,003
78 (11,8) 103 (15,7) 95 (14,1) 0,73 (0,54-0,98) 0,03
51 (7,7) 84 (12,8) 86 (12,8) 0,58 (0,41-0,82) 0,002
14 (2,1) 19 (2,9) 11 (1,6) 0,73 (0,37-1,46) 0,37
6 (0,9) 12 (1,8) 8 (1,2) 0,50 (0,19-1,32) 0,15
5 (0,8) 2 (0,3) 5 (0,7) 2,46 (0,48-12,7) 0,27
3 (0,5) 5 (0,8) 4 (0,6) 0,59 (0,14-2,47) 0,46
0 4 (0,6) 1 (0,1) NA 0,04
5 (0,8) 2 (0,3) 8 (1,2) 2,6 (0,50-13,4) 0,24

Πρωτεύον Καταληκτικό Σημείο Ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάματα

Επιμέρους Στοιχεία Στεφανιαία επαναγγείωση

Εισαγωγή σε νοσοκομείο για στηθάγχη

Μη θανατηφόρο ΕΜ Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή ΠΙΕ Καρδιαγγειακός θάνατος Εισαγωγή σε νοσοκομείο για ΣΚΑ

Καρδιακή ανακοπή με ανάνηψη Νεοεμφανιζόμενη περιφερική αγγειοπάθεια

φάρμακο Εναλαπρίλη

Κινδύνου (95% CI)

Τιμή P

Συντομογραφίες: ΣΚΑ, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια; CI, διάστημα εμπιστοσύνης, ΕΜ, έμφραγμα μυοκαρδίου, ΠΙΕ, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο.

Χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια:

Μελέτες αιμοδυναμικών παραμέτρων και ελεγχόμενες κλινικές μελέτες βασιζόμενες σε δοκιμασία κόπωσης ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας II-IV κατά NYHA, έχουν δείξει ότι η αμλοδιπίνη δεν οδήγησε σε κλινική επιδείνωση όπως αξιολογήθηκε με βάση την ανοχή στην άσκηση, το κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας και την κλινική συμπτωματολογία.

Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (PRAISE) που σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας III-IV κατά NYHA, οι οποίοι λάμβαναν διγοξίνη, διουρητικά και αναστολείς ΜΕΑ, έδειξε ότι η αμλοδιπίνη δεν προκάλεσε αύξηση του κινδύνου θνησιμότητας ή συνδυασμένης θνησιμότητας και νοσηρότητας στην καρδιακή ανεπάρκεια.

Σε μία μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη παρακολούθησης (PRAISE–2) της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας ΙΙΙ και IV κατά ΝΥΗΑ, χωρίς κλινικά συμπτώματα ή αντικειμενικά ευρήματα που να υποδηλώνουν υποκείμενη ισχαιμική νόσο, οι οποίοι λάμβαναν σταθερές δόσεις αναστολέων MEA, δακτυλίτιδας και διουρητικών, η αμλοδιπίνη δεν είχε καμία επίδραση στην ολική καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Στον ίδιο αυτό πληθυσμό, η αμλοδιπίνη συσχετίστηκε με αυξημένες αναφορές περιστατικών πνευμονικού οιδήματος.

Κλινική δοκιμή χορήγησης θεραπείας για την πρόληψη καρδιακής προσβολής (Treatment to prevent heart attack trial - ALLHAT):

Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη νοσηρότητας-θνησιμότητας που ονομάζεται Antihypertensive and Lipid-Lowering Treatment to Prevent Heart Attack Trial (ALLHAT), διεξήχθη για να συγκρίνει νεότερες φαρμακευτικές θεραπείες: αμλοδιπίνη 2,5-10 mg/ημέρα (αποκλειστής διαύλων ασβεστίου) ή λισινοπρίλη 10-40 mg/ημέρα (αναστολέας ΜΕΑ), ως θεραπείες πρώτης γραμμής σε σύγκριση με τη θεραπεία με το θειαζιδικό διουρητικό, χλωροθαλιδóνη 12,5-25 mg/ημέρα, σε ήπια έως μετρίου βαθμού υπέρταση.

Συνολικά, 33.357 υπερτασικοί ασθενείς ηλικίας 55 ετών ή άνω τυχαιοποιήθηκαν και παρακολουθήθηκαν για μέσο διάστημα 4,9 ετών. Οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον έναν πρόσθετο παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο, όπως: προηγούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο > 6 μήνες πριν από την ένταξη στη μελέτη ή ύπαρξη άλλης τεκμηριωμένης αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (συνολικά 51,5%), διαβήτη τύπου 2 (36,1%), HDL-C < 35 mg/dl (11,6%), υπερτροφία της αριστερής κοιλίας διαγνωσμένη με ηλεκτροκαρδιογράφημα ή ηχοκαρδιογράφημα (20,9%), ενεργό κάπνισμα (21,9%).

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο που περιλάμβανε θανατηφόρο στεφανιαία νόσο ή μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο μεταξύ της θεραπείας με βάση την αμλοδιπίνη και της θεραπείας με βάση τη χλωροθαλιδóνη: RR 0,98 (95% CI (0,90-1,07) p=0,65). Μεταξύ των δευτερευόντων καταληκτικών σημείων, η επίπτωση της καρδιακής ανεπάρκειας (συνιστώσα ενός σύνθετου συνδυαστικού καρδιαγγειακού καταληκτικού σημείου) ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της αμλοδιπίνης σε σύγκριση με την ομάδα της χλωροθαλιδóνης (10,2% έναντι 7,7%, RR 1,38, (95% CI [1,25-1,52] p<0,001)). Ωστόσο, δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στη θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτιολογία μεταξύ της θεραπείας με αμλοδιπίνη και της θεραπείας με χλωροθαλιδóνη: RR 0,96, (95% CI [0,89- 1,02] p=0,20).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Ο ρυθμός και η έκταση απορρόφησης της περινδοπρίλης και της αμλοδιπίνης από το Aperneva δεν διαφέρουν σημαντικά από τον αντίστοιχο ρυθμό και έκταση απορρόφησης της περινδοπρίλης και της αμλοδιπίνης από σκευάσματα ξεχωριστών δισκίων.

Περινδοπρίλη Απορρόφηση

Μετά την από στόματος χορήγηση, η απορρόφηση της περινδοπρίλης είναι ταχεία και η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται εντός 1 ώρας. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της περινδοπρίλης στο πλάσμα είναι 1 ώρα.

Η περινδοπρίλη είναι ένα προφάρμακο. Το είκοσι επτά τοις εκατό της χορηγούμενης δόσης περινδοπρίλης φτάνει στην κυκλοφορία του αίματος ως περινδοπριλάτη, που είναι ο δραστικός μεταβολίτης. Επιπλέον του δραστικού μεταβολίτη, περινδοπριλάτη, η περινδοπρίλη αποδίδει άλλους πέντε μεταβολίτες που είναι όλοι ανενεργοί. Η μέγιστη συγκέντρωση της περινδοπριλάτης στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 3 έως 4 ωρών.

Καθώς η λήψη τροφής μειώνει τη μετατροπή σε περινδοπριλάτη και συνεπώς τη βιοδιαθεσιμότητα, η περινδοπρίλη πρέπει να χορηγείται από στόματος σε μία εφάπαξ ημερήσια δόση το πρωί πριν από το γεύμα.

Έχει αποδειχτεί ότι υπάρχει γραμμική σχέση μεταξύ της δόσης της περινδοπρίλης και της έκθεσής της στο πλάσμα.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,2 l/kg για την αδέσμευτη περινδοπριλάτη. Η δέσμευση της περινδοπριλάτης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 20%, κυρίως με το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, αλλά είναι εξαρτώμενη της συγκέντρωσης.

Αποβολή

Η περινδοπριλάτη αποβάλλεται στα ούρα και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του αδέσμευτου κλάσματος είναι περίπου 17 ώρες, με αποτέλεσμα η σταθεροποιημένη κατάσταση να επιτυγχάνεται εντός 4 ημερών.

Ηλικιωμένοι, Καρδιακή Ανεπάρκεια, Νεφρική Ανεπάρκεια

Η αποβολή της περινδοπριλάτης είναι μειωμένη σε ηλικιωμένους, καθώς και σε ασθενείς με καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.2). Επομένως, η συνήθης ιατρική παρακολούθηση θα περιλαμβάνει συχνό έλεγχο της κρεατινίνης και του καλίου.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η κάθαρση της περινδοπριλάτης μέσω αιμοκάθαρσης είναι ίση με 70 ml/min.

Σε ασθενείς με κίρρωση, η κινητική της περινδοπρίλης μεταβάλλεται: η ηπατική κάθαρση του μητρικού μορίου υποδιπλασιάζεται. Ωστόσο, η ποσότητα της σχηματιζόμενης περινδοπριλάτης δεν μειώνεται και συνεπώς δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Αμλοδιπίνη

Απορρόφηση, κατανομή, δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος

Μετά την από στόματος χορήγηση θεραπευτικών δόσεων, η αμλοδιπίνη απορροφάται καλώς με τα μέγιστα επίπεδα στο αίμα να επιτυγχάνονται μεταξύ 6-12 ωρών μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα έχει υπολογιστεί ότι κυμαίνεται μεταξύ 64 και 80%. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 21 l/kg. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι περίπου το 97,5% της κυκλοφορούσας αμλοδιπίνης δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.

Βιομετασχηματισμός/Αποβολή

Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής από το πλάσμα είναι περίπου 35-50 ώρες και συνάδει με την άπαξ ημερήσια χορήγηση δόσης. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε εκτεταμένο βαθμό στο ήπαρ σε αδρανείς μεταβολίτες και απεκκρίνεται στα ούρα σε ποσοστό 10% ως μητρική ουσία και σε ποσοστό 60% ως μεταβολίτες.

Ηλικιωμένοι

Ο χρόνος μέχρι την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος για τα ηλικιωμένα και τα νεαρά άτομα. Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειώνεται, γεγονός που επιφέρει αυξήσεις στην AUC και στο χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής. Οι αυξήσεις στην AUC και στο χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ήταν οι αναμενόμενες για την ηλικιακή ομάδα ασθενών που μελετήθηκε.

Ηπατική δυσλειτουργία

Είναι διαθέσιμα πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χορήγηση της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, η κάθαρση της αμλοδιπίνης μειώνεται, με αποτέλεσμα ο χρόνος ημίσειας ζωής να παρατείνεται και να αυξάνεται η AUC κατά περίπου 40%-60%.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - APERNEVA

Κατάλογος εκδόχων

Ασβέστιο χλωριούχο εξαϋδρικό Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική

Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο (τύπος Α) Νάτριο ανθρακικό όξινο

Πυριτίου οξείδιο κολλοειδές ένυδρο

Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172) [μόνο για τα 5 mg/5 mg και 10 mg/10 mg] Μαγνήσιο στεατικό

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Διάρκεια ζωής

2 χρόνια

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για τη φύλαξή του.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλη (OPA/Alu/PVC//Alu): 10, 30, 60, 90, 100 και 120 δισκία, σε κουτί. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 10 TABS ΣΕ BLISTER (OPA/AL/PVC//AL)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 100 TABS ΣΕ BLISTER (OPA/AL/PVC//AL)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 120 TABS ΣΕ BLISTER (OPA/AL/PVC//AL)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 30 TABS ΣΕ BLISTER (OPA/AL/PVC//AL)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 60 TABS ΣΕ BLISTER (OPA/AL/PVC//AL)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 90 TABS ΣΕ BLISTER (OPA/AL/PVC//AL)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.