DASATINIB/TEVA F.C.TAB 100MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DASATINIB/TEVA 100MG/TAB
Το Dasatinib/Teva ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με:
-
προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνια μυελογενής λευχαιμία (ΧΜΛ) στη χρόνια φάση, θετική για χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph+).
-
ΧΜΛ στη χρόνια, ταχέως εξελισσόμενη ή βλαστική φάση με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία συμπεριλαμβανομένης και εκείνης με ιματινίμπη.
-
Ph+ οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ΟΛΛ) και με λεμφοειδή βλαστική ΧΜΛ με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία.
Το Dasatinib/Teva ενδείκνυται για τη θεραπεία παιδιατρικών ασθενών με:
-
προσφάτως διαγνωσθείσα Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση ή Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία συμπεριλαμβανομένης και εκείνης με ιματινίμπη.
-
προσφάτως διαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία.
Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται από γιατρό έμπειρο στη διάγνωση και τη θεραπεία ασθενών με λευχαιμία.
Δοσολογία
Ενήλικοι ασθενείς
Η συνιστώμενη δόση έναρξης για ΧΜΛ σε χρόνια φάση είναι 100 mg δασατινίμπη μία φορά την ημέρα.
Η συνιστώμενη δόση έναρξης για ταχέως εξελισσόμενη, μυελογενή ή λεμφοειδή βλαστικής φάσης (προχωρημένης φάσης) ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ, είναι 140 mg μία φορά την ημέρα (βλέπε παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός (Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση και Ph+ ΟΛΛ)
Η δόση για παιδιά και εφήβους στηρίζεται στο σωματικό βάρος (βλέπε Πίνακα 1). Η δασατινίμπη χορηγείται από στόματος μία φορά την ημέρα σε μορφή επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων Dasatinib/Teva ή μιας κόνεως για πόσιμο εναιώρημα. Η δόση θα πρέπει να υπολογίζεται εκ νέου κάθε 3 μήνες βάσει μεταβολών στο σωματικό βάρος ή συχνότερα, εάν είναι απαραίτητο. Το δισκίο δε συνιστάται για ασθενείς που έχουν σωματικό βάρος λιγότερο από 10 kg. Για αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια κόνις για πόσιμο εναιώρημα. Σύσταση αύξησης ή μείωσης της δοσολογίας στηρίζεται στην ανταπόκριση και την ανοχή του ασθενούς. Δεν υπάρχει εμπειρία με το Dasatinib/Teva στη θεραπεία παιδιών ηλικίας κάτω του 1 έτους.
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Dasatinib/Teva και η κόνις δασατινίμπης για πόσιμο εναιώρημα δεν είναι βιοϊσοδύναμα. Οι ασθενείς οι οποίοι είναι σε θέση να καταπίνουν δισκία και επιθυμούν να μεταπηδήσουν από κόνιν δασατινίμπης για πόσιμο εναιώρημα στα δισκία Dasatinib/Teva ή οι ασθενείς οι οποίοι δεν είναι σε θέση να καταπίνουν δισκία και επιθυμούν να μεταπηδήσουν από τα δισκία στο πόσιμο εναιώρημα, μπορούν να το κάνουν, υπό την προϋπόθεση ότι ακολουθούνται οι ορθές συστάσεις χορήγησης για τη δοσολογική μορφή.
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση έναρξης των δισκίων Dasatinib/Teva σε παιδιατρικούς ασθενείς αναφέρεται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1: Δοσολογία των δισκίων Dasatinib/Teva για παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση ή Ph+ ΟΛΛ
| Σωματικό βάρος (kg)α | Ημερήσια δόση (mg) |
| 10 έως λιγότερο από 20 kg | 40 mg |
| 20 έως λιγότερο από 30 kg | 60 mg |
| 30 έως λιγότερο από 45 kg | 70 mg |
| τουλάχιστον 45 kg | 100 mg |
α Το δισκίο δε συνιστάται για ασθενείς που έχουν σωματικό βάρος λιγότερο από 10 kg. Για αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια κόνις για πόσιμο εναιώρημα.
Διάρκεια θεραπείας
Στις κλινικές μελέτες, η θεραπεία με δασατινίμπη σε ενήλικους με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση, ταχέως εξελισσόμενη, μυεολογενή ή λεμφοειδή βλαστικής φάσης (προχωρημένης φάσης) ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ και παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση συνεχίστηκε μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή μέχρι να μην είναι πλέον ανεκτή από τον ασθενή. Το αποτέλεσμα της διακοπής της θεραπείας στην μακροπρόθεσμη έκβαση της νόσου μετά την επίτευξη κυτταρογενετικής ή μοριακής ανταπόκρισης [συμπεριλαμβανομένης της πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (CCyR), της μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (MMR) και της MR4.5] δεν έχει ερευνηθεί.
Σε κλινικές μελέτες, η θεραπεία με δασατινίμπη σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ χορηγήθηκε συνεχόμενα και προστέθηκε σε διαδοχικούς κύκλους κύριας χημειοθεραπείας, για μέγιστο διάστημα δύο χρόνων. Σε ασθενείς που υποβάλλονται ακολούθως σε μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων, το Dasatinib/Teva μπορεί να χορηγηθεί για έναν επιπλέον χρόνο μετά τη μεταμόσχευση.
Για να επιτευχθεί η συνιστώμενη δοσολογία, το Dasatinib/Teva διατίθεται σε μορφή επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων των 20 mg, 50 mg, 70 mg και 100 mg ή μια κόνις δασατινίμπης για πόσιμο εναιώρημα είναι επίσης διαθέσιμη. Σύσταση αύξησης ή μείωσης της δοσολογίας στηρίζεται στην ανταπόκριση και την ανοχή του ασθενούς.
Αύξηση της δόσης
Σε κλινικές μελέτες σε ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ και Ph+ ΟΛΛ, η αύξηση της δόσης στα 140 mg μία φορά την ημέρα (χρόνιας φάσης ΧΜΛ) ή 180 mg μία φορά την ημέρα (προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ) επετράπη σε ασθενείς που δεν πέτυχαν αιματολογική ή κυτταρογενετική ανταπόκριση με τη συνιστώμενη δόση έναρξης.
Οι ακόλουθες κλιμακώσεις της δόσης που παρουσιάζονται στον Πίνακα 2 συνιστώνται σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση που δεν επιτυγχάνουν αιματολογική, κυτταρογενετική και μοριακή ανταπόκριση στα συνιστώμενα χρονικά σημεία, σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας, και οι οποίοι ανέχονται τη θεραπεία.
Πίνακας 2: Κλιμάκωση της δόσης για παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση
| Δόση (μέγιστη δόση την ημέρα) | ||
| Δόση έναρξης | Κλιμάκωση | |
| Δισκία | 40 mg | 50 mg |
| 60 mg | 70 mg | |
| 70 mg | 90 mg | |
| 100 mg | 120 mg | |
Κλιμάκωση της δόσης δε συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ, καθώς σε αυτούς τους ασθενείς το Dasatinib/Teva χορηγείται σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία.
Προσαρμογή δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών
Μυελοκαταστολή
Σε κλινικές μελέτες, η μυελοκαταστολή αντιμετωπίστηκε με διακοπή της δόσης, μείωση της δόσης ή διακοπή της υπό μελέτη θεραπείας. Η μετάγγιση αιμοπεταλίων και ερυθροκυττάρων χρησιμοποιήθηκαν όπως άρμοζε. Σε ασθενείς με ανθεκτική μυελοκαταστολή, έχει χρησιμοποιηθεί αιμοποιητικός αυξητικός παράγων. Οι κατευθυντήριες οδηγίες για τις προσαρμογές της δόσης στους ενήλικες συνοψίζονται στον Πίνακα 3 και στους παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση στον Πίνακα 4. Οι κατευθυντήριες οδηγίες για παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ που αντιμετωπίζονται σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία αναφέρονται σε ξεχωριστή παράγραφο, η οποία παρατίθεται μετά τους πίνακες.
Πίνακας 3: Προσαρμογές δόσης για ουδετεροπενία και θρομβοπενία σε ενήλικες
| 1 Διακόψτε τη θεραπεία μέχρι AΑΟ ≥ 1,0 x 109/L και αιμοπετάλια ≥ 50 x 109/L. | |||
| 2 Ξαναρχίστε τη θεραπεία στην αρχική δόση έναρξης. | |||
| Ενήλικες με χρόνιας φάσης ΧΜΛ (δόση έναρξης 100 mg μία φορά την ημέρα) | ΑΑΟ < 0,5 x 109/Lκαι/ήαιμοπετάλια < 50 x 109/L | 3 Εάν τα αιμοπετάλια < 25 x 109/L και/ή επανεμφάνιση AΑΟ < 0,5 x 109/L για > 7 ημέρες, επαναλάβατε το βήμα 1 και ξαναρχίστε τη θεραπεία σε μειωμένη δόση 80 mg μία φορά την ημέρα για δεύτερο επεισόδιο. Για τρίτο επεισόδιο, μειώστε περαιτέρω τη δόση στα 50 mg μία φορά την ημέρα (για νεοδιαγνωσμένους ασθενείς) ή διακόψτε (για ασθενείς ανθεκτικούς ή με δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης με ιματινίμπη). | |
| 1 | Ελέγξτε εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με τη λευχαιμία (αναρρόφηση μυελού ή βιοψία). | ||
| Ενήλικες με επιταχυνόμενη και βλαστικής φάσης ΧΜΛ και Ph+ ΟΛΛ (δόση έναρξης 140 mg μία φορά την ημέρα) | ΑΑΟ < 0,5 x 109/Lκαι/ήαιμοπετάλια < 10 x 109/L | 23 | Εάν η κυτταροπενία δε σχετίζεται με τη λευχαιμία, σταματήστε τη θεραπεία μέχρι AΑΟ ≥ 1,0 x 109/L και αιμοπετάλια ≥ 20 x 109/L και ξαναρχίστε με την αρχική δόση έναρξης.Εάν επανεμφανιστεί η κυτταροπενία, επαναλάβατε το βήμα 1 και ξαναρχίστε τη θεραπεία σε μειωμένη δόση των 100 mg μία φορά την ημέρα (δεύτερο επεισόδιο) ή 80 mg μία φορά την ημέρα (τρίτο επεισόδιο). |
| 4 | Εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με τη λευχαιμία, εξετάστε αύξηση της δόσης σε 180 mg μία φορά την ημέρα. | ||
AΑΟ: απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων
Πίνακας 4: Προσαρμογές δόσης για ουδετεροπενία και θρομβοπενία σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση
| 1. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για διάστημα μεγαλύτερο των 3 εβδομάδων, ελέγξτε εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με τη λευχαιμία (αναρρόφηση ή βιοψία μυελού των οστών). | Δόση (μέγιστη δόση την ημέρα) | |||
| Αρχική δόση έναρξης | Μείωση κατά έναδοσολογικό επίπεδο | Μείωση κατά δύο δοσολογικά επίπεδα | ||
| Δισκία | 40 mg | 20 mg | * | |
| 2. Εάν η κυτταροπενία δε σχετίζεται με τη λευχαιμία, σταματήστε τη θεραπεία μέχρι ΑΑΟ* ≥1,0 × 109/L και αιμοπετάλια ≥75 × 109/L καιξαναρχίστε με την αρχική δόση έναρξης ή σε μειωμένη δόση. | ||||
| 60 mg | 40 mg | 20 mg | ||
| 70 mg | 60 mg | 50 mg | ||
| 3. Εάν επανεμφανιστεί η κυτταροπενία, επαναλάβατε την αναρρόφηση/βιοψία μυελού των οστών και ξαναρχίστε τη θεραπεία σε μειωμένη δόση. | 100 mg | 80 mg | 70 mg | |
ΑΑΟ: απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων
*δε διατίθεται δισκίο χαμηλότερης δόσης
Για παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση, εάν επανεμφανιστεί ουδετεροπενία ή θρομβοπενία βαθμού ≥3 κατά τη διάρκεια πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης (CHR), η θεραπεία με Dasatinib/Teva θα πρέπει να διακόπτεται και μπορεί να ξαναρχίσει μεταγενέστερα σε μειωμένη δόση. Προσωρινές μειώσεις της δόσης για ενδιάμεσων βαθμών κυτταροπενία και ανταπόκριση της νόσου πρέπει να εφαρμόζονται όπως απαιτείται.
Για παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ, δε συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε περιπτώσεις εμφάνισης αιματολογικών τοξικοτήτων βαθμού 1 έως 4. Εάν η ουδετεροπενία και/ή θρομβοπενία οδηγήσουν σε καθυστέρηση του επόμενου κύκλου θεραπείας για διάστημα μεγαλύτερο των 14 ημερών, η θεραπεία με Dasatinib/Teva θα πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει μεταγενέστερα στο ίδιο δοσολογικό επίπεδο μόλις ξεκινήσει ο επόμενος κύκλος θεραπείας. Σε περίπτωση που η ουδετεροπενία και/ή η θρομβοπενία εμμένουν και ο επόμενος κύκλος θεραπείας καθυστερήσει για επιπλέον 7 ημέρες, θα πρέπει να διεξάγεται αξιολόγηση του μυελού των οστών για την αξιολόγηση της κυτταροβρίθειας και του ποσοστού των βλαστών. Εάν η κυτταροβρίθεια του μυελού των οστών είναι <10%, η θεραπεία με Dasatinib/Teva θα πρέπει να διακόπτεται μέχρι οι τιμές του ΑΑΟ να επανέλθουν σε >500/μL (0,5 x 109/L), οπότε και η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου σε πλήρη δόση. Εάν η κυτταροβρίθεια του μυελού των οστών είναι >10%, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με Dasatinib/Teva.
Μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Εάν αναπτυχθεί μία μέτρια μη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια 2ου βαθμού με τη δασατινίμπη, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται μέχρι η ανεπιθύμητη ενέργεια να επιλυθεί ή να επανέλθει στην αρχική κατάσταση. Η θεραπεία θα πρέπει να ξαναρχίσει με την ίδια δόση εάν αυτό είναι το πρώτο περιστατικό και η δόση θα πρέπει να μειωθεί εάν πρόκειται για επαναλαμβανόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια. Εάν αναπτυχθεί σοβαρή μη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια 3ου ή 4ου βαθμού με τη δασατινίμπη, η θεραπεία πρέπει να σταματήσει μέχρι η ανεπιθύμητη ενέργεια να επιλυθεί.
Ακολούθως, η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί όπως αρμόζει με μειωμένη δόση εξαρτώμενη από τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας. Για ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ που έλαβαν 100 mg
μία φορά την ημέρα, συνιστάται η μείωση της δόσης σε 80 mg μία φορά την ημέρα με περαιτέρω μείωση από 80 mg σε 50 mg μία φορά την ημέρα, αν απαιτείται. Για ασθενείς με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ που έλαβαν 140 mg μία φορά την ημέρα, συνιστάται η μείωση της δόσης σε 100 mg μία φορά την ημέρα με περαιτέρω μείωση από 100 mg μία φορά την ημέρα σε 50 mg μία φορά την ημέρα, αν απαιτείται. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ με μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις για τη μείωση της δόσης λόγω αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών που περιγράφονται παραπάνω. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ με μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες, αν απαιτείται, θα πρέπει να πραγματοποιείται μείωση της δόσης κατά ένα δοσολογικό επίπεδο, σύμφωνα με τις συστάσεις για τη μείωση της δόσης λόγω αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών που περιγράφονται παραπάνω.
Υπεζωκοτική συλλογή
Εάν διαγνωστεί υπεζωκοτική συλλογή, η δασατινίμπη πρέπει να διακόπτεται μέχρι ο ασθενής να εξεταστεί, να γίνει ασυμπτωματικός ή να επανέλθει στην αρχική κατάσταση. Εάν δε βελτιωθεί το επεισόδιο σε περίπου μία εβδομάδα, πρέπει να εξετάζεται η χρήση διουρητικών ή κορτικοστεροειδών ή και των δύο εκ παραλλήλου (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8). Μετά από την επίλυση του πρώτου επεισοδίου, πρέπει να εξετάζεται η επαναφορά της δασατινίμπης στο ίδιο επίπεδο δόσης. Μετά από την επίλυση ενός επόμενου επεισοδίου, η χορήγηση της δασατινίμπης θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου με μία μείωση της αρχικής δόσης. Μετά από την επίλυση ενός σοβαρού επεισοδίου (3ου ή 4ου βαθμού), μπορεί να συνεχιστεί η θεραπεία σωστά με μειωμένη δόση ανάλογα με τη σοβαρότητα της αρχικής ανεπιθύμητης ενέργειας.
Μείωση της δόσης για ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4
Η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων CYP3A4, χυμού γκρέιπφρουτ και Dasatinib/Teva θα πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε παράγραφο 4.5). Εάν είναι δυνατό, θα πρέπει να επιλέγεται η συγχορήγηση εναλλακτικών φαρμάκων με καθόλου ή ελάχιστη δυνατή πιθανότητα αναστολής ενζύμων. Εάν το Dasatinib/Teva πρέπει να χορηγηθεί με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης σε:
-
40 mg την ημέρα για ασθενείς που λαμβάνουν 140 mg την ημέρα.
-
20 mg την ημέρα για ασθενείς που λαμβάνουν 100 mg την ημέρα.
-
20 mg την ημέρα για ασθενείς που λαμβάνουν 70 mg την ημέρα.
Για τους ασθενείς που λαμβάνουν 60 mg ή 40 mg την ημέρα, εξετάστε το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της δόσης του Dasatinib/Teva έως την οριστική διακοπή του αναστολέα του CYP3A4 ή τη μετάβαση σε χαμηλότερη δόση με ένα σκεύασμα κόνεως για πόσιμο εναιώρημα. Πριν από την εκ νέου έναρξη του Dasatinib/Teva επιτρέψτε μία περίοδο έκπλυσης διάρκειας 1 εβδομάδας περίπου μετά τη διακοπή του αναστολέα.
Αυτές οι μειωμένες δόσεις του Dasatinib/Teva προβλέπεται ότι θα οδηγήσουν σε προσαρμογή της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) στο εύρος που παρατηρείται χωρίς αναστολείς του CYP3A4. Ωστόσο, σε ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 δε διατίθενται κλινικά δεδομένα με αυτές τις προσαρμογές της δόσης. Σε περίπτωση που μετά τη μείωση της δόσης το Dasatinib/Teva δεν είναι ανεκτό, διακόψτε οριστικά τον ισχυρό αναστολέα του CYP3A4 ή διακόψτε προσωρινά το Dasatinib/Teva έως την οριστική διακοπή του αναστολέα. Πριν από την αύξηση της δόσης του Dasatinib/Teva επιτρέψτε μία περίοδο έκπλυσης διάρκειας 1 εβδομάδας περίπου μετά τη διακοπή του αναστολέα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Στους ασθενείς αυτούς, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές που να οφείλονται στην ηλικία. Καμία ειδική σύσταση δόσης δεν είναι απαραίτητη για τους ηλικιωμένους.
Ηπατική δυσλειτουργία
Ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορούν να λαμβάνουν τη συνιστώμενη δόση έναρξης. Ωστόσο, το Dasatinib/Teva πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δε διεξήχθησαν κλινικές μελέτες με τη δασατινίμπη σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (στη μελέτη σε ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ εξαιρέθηκαν ασθενείς με συγκέντρωση κρεατινίνης ορού > 3 φορές πάνω από το ανώτερο όριο του φυσιολογικού εύρους και σε μελέτες σε ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη εξαιρέθηκαν ασθενείς με συγκέντρωση κρεατινίνης ορού > 1,5 φορές το άνω όριο του φυσιολογικού εύρους). Καθώς η νεφρική κάθαρση της δασατινίμπης και των μεταβολιτών της είναι < 4%, μία μείωση της ολικής κάθαρσης σώματος δεν αναμένεται στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Τρόπος χορήγησης
Το Dasatinib/Teva πρέπει να χορηγείται από στόματος.
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεν πρέπει να θρυμματίζονται, να κόβονται ή να μασώνται προκειμένου να διατηρείται η δοσολογική συνέπεια και να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος έκθεσης του δέρματος. πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα. Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεν πρέπει να διαλύονται, καθώς η έκθεση σε ασθενείς που λαμβάνουν ένα διαλυμένο δισκίο είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με τους ασθενείς που καταπίνουν ένα ολόκληρο δισκίο. Το Dasatinib/Teva μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς φαγητό και πρέπει να λαμβάνεται σταθερά είτε το πρωί είτε το βράδυ (βλέπε παράγραφο 5.2). Μία κόνις για πόσιμο εναιώρημα διατίθεται επίσης για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία. Το Dasatinib/Teva δεν πρέπει να λαμβάνεται με γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ (βλέπε παράγραφο 4.5).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Κλινικά σχετιζόμενες αλληλεπιδράσεις
Η δασατινίμπη είναι υπόστρωμα και αναστολέας του κυτοχρώματος P450 (CYP) 3A4. Συνεπώς, υπάρχει πιθανότητα αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που χορηγούνται ταυτόχρονα τα οποία μεταβολίζονται κυρίως από ή τροποποιούν τη δράση του CYP3A4 (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ταυτόχρονη χρήση δασατινίμπης και φαρμακευτικών προϊόντων ή ουσιών που αναστέλλουν ισχυρά το CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ριτοναβίρη, τελιθρομυκίνη, χυμός γκρέιπφρουτ) μπορεί να αυξήσει την έκθεση στη δασατινίμπη. Γι’ αυτό, σε ασθενείς που λαμβάνουν δασατινίμπη, δε συνιστάται συγχορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4 (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ταυτόχρονη χρήση δασατινίμπης και φαρμακευτικών προϊόντων που επάγουν το CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη ή φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν Hypericum perforatum, γνωστό και ως υπερικό) μπορεί να μειώσει σημαντικά την έκθεση στη δασατινίμπη, αυξάνοντας δυνητικά τον κίνδυνο θεραπευτικής αποτυχίας. Συνεπώς, για τους ασθενείς που παίρνουν δασατινίμπη, πρέπει να επιλέγονται για συγχορήγηση εναλλακτικά φαρμακευτικά προϊόντα με μικρότερο δυναμικό επαγωγής του CYP3A4 (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ταυτόχρονη χρήση δασατινίμπης και ενός υποστρώματος του CYP3A4 μπορεί να αυξήσει την έκθεση στο υπόστρωμα του CYP3A4. Επομένως, απαιτείται προσοχή όταν η δασατινίμπη συγχορηγείται με υποστρώματα του CYP3A4 περιορισμένου θεραπευτικού δείκτη, όπως αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, βεπριδίλη ή αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη, διϋδροεργοταμίνη) (βλέπε παράγραφο 4.5).
Η ταυτόχρονη χρήση δασατινίμπης και ενός ανταγωνιστή ισταμίνης-2 (H2) (π.χ. φαμοτιδίνη), αναστολέα της αντλίας πρωτονίων (π.χ. ομεπραζόλη), ή υδροξειδίου του αργιλίου/υδροξειδίου του μαγνησίου μπορεί να μειώσουν την έκθεση στη δασατινίμπη. Συνεπώς, οι ανταγωνιστές H2 και οι
αναστολείς της αντλίας πρωτονίων δε συνιστώνται και τα προϊόντα υδροξειδίου του αργιλίου/υδροξειδίου του μαγνησίου πρέπει να χορηγούνται μέχρι 2 ώρες πριν από, έως δύο ώρες μετά τη χορήγηση δασατινίμπης (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ειδικοί πληθυσμοί
Με βάση τα αποτελέσματα μίας φαρμακοκινητικής μελέτης μιας δόσης, ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορούν να λάβουν τη συνιστώμενη δόση έναρξης (βλέπε παράγραφο 5.2). Λόγω των περιορισμών αυτής της κλινικής μελέτης, συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται δασατινίμπη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Μυελοκαταστολή
Η θεραπεία με δασατινίμπη σχετίζεται με αναιμία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία. Η εμφάνισή τους είναι πιο πρώιμη και πιο συχνή σε ασθενείς σε προχωρημένη φάση ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ παρά σε χρόνιας φάσης ΧΜΛ. Πλήρης αιματολογική εξέταση (CBC) πρέπει να γίνεται εβδομαδιαίως για τους 2 πρώτους μήνες, και μηνιαίως στη συνέχεια, ή όπως επιβάλλεται κλινικά, σε ενήλικες ασθενείς με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ οι οποίοι λαμβάνουν μονοθεραπεία με δασατινίμπη. Πλήρεις αιματολογικές εξετάσεις (CBCs) πρέπει να γίνονται κάθε 2 εβδομάδες για 12 εβδομάδες και στη συνέχεια κάθε 3 μήνες ή όπως επιβάλλεται κλινικά, σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ που αντιμετωπίζονται με δασατινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, οι CBCs θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν από την έναρξη κάθε κύκλου χημειοθεραπείας, καθώς και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις. Κατά τη διάρκεια των κύκλων χημειοθεραπείας παγίωσης, οι CBCs θα πρέπει να πραγματοποιείται κάθε 2 ημέρες έως την αποδρομή (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.8). Η μυελοκαταστολή είναι γενικά αναστρέψιμη και συνήθως αντιμετωπίζεται σταματώντας παροδικά τη δασατινίμπη ή με μείωση της δόσης.
Αιμορραγία
Σε ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ (n=548), 5 ασθενείς (1%) που έλαβαν δασατινίμπη είχαν αιμορραγία 3ου ή 4ου βαθμού. Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ που λάμβαναν τη συνιστώμενη δόση δασατινίμπης (n=304), σοβαρή αιμορραγία του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) παρουσιάστηκε στο 1% των ασθενών. Μία περίπτωση ήταν θανατηφόρος και σχετίστηκε με θρομβοπενία 4ου βαθμού σύμφωνα με τα Συνήθη Κριτήρια Τοξικότητας (CTC).
Γαστρεντερική αιμορραγία 3ου ή 4ου βαθμού παρουσιάστηκε στο 6% των ασθενών με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ και απαίτησε σε γενικές γραμμές διακοπές της θεραπείας και μεταγγίσεις. Άλλη αιμορραγία 3ου ή 4ου βαθμού παρουσιάστηκε στο 2% των ασθενών με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ. Οι περισσότερες σχετιζόμενες με αιμορραγία ανεπιθύμητες ενέργειες σε αυτούς τους ασθενείς συνδέθηκαν τυπικά με θρομβοπενία 3ου ή 4ου βαθμού (βλέπε παράγραφο 4.8). Επιπλέον, in vitro και in vivo προσδιορισμοί αιμοπεταλίων υποδηλώνουν ότι η θεραπεία με δασατινίμπη επηρεάζει αντιστρεπτά την ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων.
Πρέπει να δίδεται προσοχή εάν οι ασθενείς πρέπει να παίρνουν φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή αντιπηκτικά.
Κατακράτηση υγρών
Η δασατινίμπη σχετίζεται με την κατακράτηση υγρών. Στην κλινική μελέτη Φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ, αναφέρθηκε κατακράτηση υγρών 3ου ή 4ου βαθμού σε 13 ασθενείς (5%) στις ομάδες που έλαβαν δασατινίμπη και σε 2 ασθενείς (1%) στην ομάδα που έλαβε ιματινίμπη μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών (βλέπε παράγραφο 4.8). Από όλους τους ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ που έλαβαν δασατινίμπη, σοβαρή κατακράτηση υγρών παρουσιάστηκε σε 32 ασθενείς (6%) που έλαβαν δασατινίμπη στη συνιστώμενη δόση (n=548). Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ που έλαβαν δασατινίμπη στη συνιστώμενη δόση (n=304), κατακράτηση υγρών 3ου ή 4ου βαθμού αναφέρθηκε στο 8% των ασθενών, περιλαμβανομένης υπεζωκοτικής και περικαρδιακής συλλογής 3ου ή 4ου βαθμού που αναφέρθηκαν στο 7% και στο 1% των ασθενών, αντιστοίχως. Σε αυτούς τους ασθενείς, πνευμονικό οίδημα και πνευμονική υπέρταση 3ου ή 4ου βαθμού αναφέρθηκαν το κάθε ένα στο 1% των ασθενών.
Ασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα που υποδεικνύουν υπεζωκοτική συλλογή όπως δύσπνοια ή ξηρό βήχα πρέπει να αξιολογούνται με ακτινογραφία θώρακα. Η σοβαρή υπεζωκοτική συλλογή 3ου ή 4ου βαθμού, μπορεί να απαιτεί παρακέντηση θώρακος και θεραπεία με οξυγόνο. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατακράτησης υγρών αντιμετωπίστηκαν τυπικά με υποστηρικτικά μέτρα που περιλαμβάνουν διουρητικά και βραχείας διάρκειας χορηγήσεις στεροειδών (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.8). Οι ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω είναι πιθανότερο να εμφανίσουν υπεζωκοτική συλλογή, δύσπνοια, βήχα, περικαρδιακή συλλογή και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε σχέση με τους ασθενείς μικρότερης ηλικίας και πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις χυλοθώρακα σε ασθενείς που εμφάνισαν υπεζωκοτική συλλογή (βλέπε παράγραφο 4.8).
Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ)
Έχει αναφερθεί ΠΑΥ (προ-τριχοειδής πνευμονική αρτηριακή υπέρταση επιβεβαιωμένη με καθετηριασμό δεξιάς καρδιάς) σε σχέση με τη θεραπεία με δασατινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.8). Σε αυτές τις περιπτώσεις, αναφέρθηκε ΠΑΥ μετά την έναρξη της θεραπείας με δασατινίμπη, συμπεριλαμβανομένης θεραπείας μετά από περισσότερο από ένα χρόνο.
Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται για σημάδια και συμπτώματα της υποκείμενης καρδιοπνευμονικής ασθένειας πριν από την έναρξη της θεραπείας με δασατινίμπη. Θα πρέπει να γίνει ηχοκαρδιογραφία κατά την έναρξη της θεραπείας σε κάθε ασθενή που παρουσιάζει συμπτώματα καρδιακής νόσου και να ληφθεί υπόψη στους ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιακές ή πνευμονικές νόσους. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν δύσπνοια ή κόπωση μετά την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να αξιολογούνται για κοινές αιτιολογίες συμπεριλαμβανομένης υπεζωκοτικής συλλογής, πνευμονικού οιδήματος, αναιμίας, ή διήθησης πνεύμονα. Σύμφωνα με τις συστάσεις για τη διαχείριση των μη-αιματολογικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων (βλέπε παράγραφο 4.2), η δόση της δασατινίμπης θα πρέπει να ελαττωθεί ή η θεραπεία να διακόπτεται κατά τη διάρκεια αυτής της αξιολόγησης. Εάν δεν βρεθεί κάποια εξήγηση, ή δεν υπάρχει βελτίωση με την ελάττωση ή τη διακοπή της δόσης, η διάγνωση της ΠΑΥ θα πρέπει να αξιολογηθεί. Η διαγνωστική προσέγγιση θα πρέπει να ακολουθήσει πρότυπες κατευθυντήριες οδηγίες. Εάν επιβεβαιωθεί η ΠΑΥ, η δασατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί οριστικά. Η επανεξέταση θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις πρότυπες κατευθυντήριες οδηγίες. Παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στις αιμοδυναμικές και κλινικές παραμέτρους σε μερικούς ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με ΠΑΥ μετά την διακοπή της θεραπείας με δασατινίμπη.
Παράταση του διαστήματος QT
Τα in vitro δεδομένα υποδεικνύουν ότι η δασατινίμπη έχει τη δυνατότητα να παρατείνει την καρδιακή κοιλιακή επαναπόλωση (Διάστημα QT) (βλέπε παράγραφο 5.3). Σε 258 ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη και 258 ασθενείς που έλαβαν ιματινίμπη μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών σε μελέτη Φάσης ΙΙΙ σε προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ, 1 ασθενής (< 1%) σε κάθε ομάδα ανέφερε παράταση του διαστήματος QTc ως ανεπιθύμητη αντίδραση. Οι διάμεσες μεταβολές σε QTcF από την έναρξη ήταν 3,0 msec σε ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη σε σχέση με 8,2 msec σε ασθενείς που έλαβαν ιματινίμπη. Ένας ασθενής (< 1%) σε κάθε ομάδα παρουσίασε QTcF > 500 msec. Σε 865 ασθενείς με λευχαιμία, στους οποίους χορηγήθηκε δασατινίμπη σε κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙ, οι διάμεσες μεταβολές από την έναρξη στο διάστημα QTc με χρήση της μεθόδου Fridericia (QTcF) ήταν 4-6 msec. Τα άνω όρια εμπιστοσύνης 95% για όλες τις διάμεσες μεταβολές από την έναρξη ήταν < 7 msec (βλέπε παράγραφο 4.8).
Από τους 2.182 ασθενείς με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη που έλαβαν δασατινίμπη σε κλινικές μελέτες, αναφέρθηκε για 15 (1%) ως ανεπιθύμητη αντίδραση η παράταση του QTc. Είκοσι ένας από τους ασθενείς (1%) παρουσίασαν QTcF > 500 msec.
Η δασατινίμπη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν παράταση του QTc. Αυτοί περιλαμβάνουν ασθενείς με υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία, ασθενείς με σύνδρομο συγγενούς παρατεταμένου QT, ασθενείς που παίρνουν αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που οδηγούν σε παράταση του QT, και αθροιστικά υψηλή δόση θεραπείας ανθρακυκλίνης. Η υποκαλιαιμία ή η υπομαγνησιαιμία πρέπει να διορθωθούν πριν από τη χορήγηση δασατινίμπης.
Καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες
Η δασατινίμπη μελετήθηκε σε τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη με 519 ασθενείς με προσφάτως
διαγνωσθείσα ΧΜΛ σε χρόνια φάση, που συμπεριλαμβάνει ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσου. Οι καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας/καρδιακής δυσλειτουργίας, της περικαρδιακής συλλογής, των αρρυθμιών, του αισθήματος παλμών, της παράτασης του διαστήματος QΤ και του εμφράγματος του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένου του θανατηφόρου εμφράγματος) αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη. Καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν πιο συχνές σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου ή ιστορικό καρδιακής νόσου. Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, διαβήτης) ή με ιστορικό καρδιακής νόσου (π.χ. προηγούμενη διαδερμική στεφανιαία παράκαμψη, επιβεβαιωμένη στεφανιαία νόσο) θα πρέπει να ελέγχονται προσεχτικά για κλινικά σημάδια ή συμπτώματα που συνδέονται με καρδιακή δυσλειτουργία όπως πόνος στο στήθος, συρρίκνωση αναπνοής, και διαφόρεση.
Εάν δημιουργηθούν αυτά τα κλινικά σημεία ή συμπτώματα, συνιστάται στους γιατρούς να διακόψουν την αγωγή με δασατινίμπη και να εξετάσουν την ανάγκη για εναλλακτική, ειδική για τη ΧΜΛ αγωγή. Μετά από την επίλυση, θα πρέπει να γίνει μία λειτουργική εκτίμηση πριν αρχίσει εκ νέου η θεραπεία με δασατινίμπη. Η δασατινίμπη μπορεί να συνεχίσει εκ νέου στην αρχική δόση για ήπιες/μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες (≤ 2ου βαθμού) και να συνεχίσει με ένα μειωμένο επίπεδο δόσης για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (≥ 3ου βαθμού) (βλέπε παράγραφο 4.2). Ασθενείς που συνεχίζουν θεραπεία θα πρέπει να ελέγχονται περιοδικά.
Ασθενείς με μη ελεγχόμενη ή σημαντική καρδιαγγειακή νόσο δε συμπεριλήφθηκαν σε κλινικές μελέτες.
Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (ΘΜΑ)
Οι BCR-ABL αναστολείς τυροσινικής κινάσης έχουν συσχετιστεί με θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (ΘΜΑ), συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών για τη δασατινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση που τα εργαστηριακά ή κλινικά ευρήματα ασθενούς που λαμβάνει δασατινίμπη συσχετίζονται με την εμφάνιση θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας, η θεραπεία με δασατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί και να πραγματοποιηθεί πλήρης αξιολόγηση για ΘΜΑ, συμπεριλαμβανομένων των εξετάσεων δραστηριότητας ADAMTS13 και ανίχνευσης αντισωμάτων anti-ADAMTS13 που θα πρέπει να ολοκληρωθούν. Σε περίπτωση που τα αντισώματα anti-ADAMTS13 ανιχνευθούν σε υψηλά επίπεδα σε συνδυασμό με χαμηλή ADAMTS13 δραστηριότητα, δεν πρέπει να γίνει επανέναρξη της θεραπείας με δασατινίμπη.
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β σε ασθενείς που είναι χρόνιοι φορείς αυτού του ιού έχει εμφανιστεί μετά τη χορήγηση αναστολέων της τυροσινικής κινάσης (ΤΚΙ) BCR-ABL. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα οδηγώντας σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση.
Οι ασθενείς πρέπει να εξεταστούν για λοίμωξη από τον ιό ΗΒV πριν από την έναρξη της θεραπείας με δασατινίμπη. Πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που αντιδρούν θετικά στην ορολογική ανίχνευση της ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ενεργό νόσο) και σε ασθενείς θετικούς στη λοίμωξη από τον ΗΒV κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή ειδικών στην ηπατική νόσο και τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β. Οι φορείς του ΗΒV οι οποίοι χρήζουν θεραπείας με δασατινίμπη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).
Επιδράσεις ως προς την αύξηση και την ανάπτυξη σε παιδιατρικούς ασθενείς
Σε παιδιατρικές δοκιμές της δασατινίμπης σε ανθεκτικούς στην ιματινίμπη/μη ανεκτικούς παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση και σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση που δεν είχαν λάβει θεραπεία μετά από τουλάχιστον 2 χρόνια θεραπείας, σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονταν με την ανάπτυξη και την αύξηση των οστών αναφέρθηκαν σε 6 (4,6%) ασθενείς, μία από τις οποίες ήταν σοβαρή σε ένταση (βαθμού 3 επιβράδυνση ανάπτυξης). Αυτές οι 6 περιπτώσεις περιλάμβαναν καθυστερημένη σύγκλιση των επιφύσεων, οστεοπενία, καθυστέρηση της αύξησης και γυναικομαστία (βλέπε παράγραφο 5.1). Αυτά τα αποτελέσματα είναι δύσκολο να ερμηνευτούν στο πλαίσιο χρόνιων νόσων όπως η ΧΜΛ και
απαιτούν μακροχρόνια παρακολούθηση.
Σε παιδιατρικές δοκιμές δασατινίμπης σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία σε παιδιατρικούς ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ μετά από θεραπεία μέγιστης διάρκειας 2 χρόνων, σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονταν με την ανάπτυξη και την αύξηση των οστών αναφέρθηκαν σε 1 (0,6%) ασθενή. Επρόκειτο για περιστατικό οστεοπενίας βαθμού 1.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δασατινίμπη σε κλινικές δοκιμές έχει παρατηρηθεί καθυστέρηση της ανάπτυξης (βλέπε παράγραφο 4.8). Mετά από θεραπεία μέγιστης διάρκειας 2 χρόνων, παρατηρήθηκε μια πτωτική τάση στο αναμενόμενο ύψος, στο ίδιο βαθμό που παρατηρήθηκε με τη χρήση χημειοθεραπείας μόνο, χωρίς να επηρεαστεί το αναμενόμενο βάρος και ΔΜΣ και χωρίς συσχέτιση με ορμονικές ανωμαλίες ή άλλες εργαστηριακές παραμέτρους. Συνιστάται παρακολούθηση της αύξησης και της ανάπτυξης των οστών σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Έκδοχα
Λακτόζη
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει 131,3 mg μονοϋδρικής λακτόζης ανά μία ημερήσια δόση των 100 mg, και 183,8 mg μονοϋδρικής λακτόζης ανά μία ημερήσια δόση των 140 mg (δύο δισκία των 70 mg). Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Δραστικές ουσίες που μπορεί να αυξάνουν τις συγκεντρώσεις της δασατινίμπης στο πλάσμα Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η δασατινίμπη είναι υπόστρωμα του CYP3A4. Ταυτόχρονη χρήση δασατινίμπης και φαρμακευτικών προϊόντων ή ουσιών που αναστέλλουν ισχυρά το CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ριτοναβίρη, τελιθρομυκίνη, χυμός γκρέιπφρουτ) μπορεί να αυξάνει την έκθεση στη δασατινίμπη. Γι’ αυτό, σε ασθενείς που λαμβάνουν
δασατινίμπη, δε συνιστάται χορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4 (βλέπε παράγραφο 4.2).
Σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις, η σύνδεση της δασατινίμπης σε πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 96% με βάση πειράματα in vitro. Δεν έχουν γίνει μελέτες για την αξιολόγηση της αλληλεπίδρασης της δασατινίμπης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που συνδέονται με πρωτεΐνες. Η δυνατότητα αντικατάστασης, καθώς και η κλινική της σημασία, είναι άγνωστες.
Δραστικές ουσίες που μπορεί να μειώνουν τις συγκεντρώσεις της δασατινίμπης στο πλάσμα
Όταν η δασατινίμπη χορηγήθηκε μετά από 8 καθημερινές βραδινές χορηγήσεις 600 mg ριφαμπικίνης, ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4, η AUC της δασατινίμπης μειώθηκε κατά 82%. Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τη δράση του CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη ή Hypericum perforatum, γνωστό και ως υπερικό) μπορεί να αυξήσουν το μεταβολισμό και να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της δασατινίμπης στο πλάσμα.
Συνεπώς, ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 με δασατινίμπη δε συνιστάται. Σε ασθενείς στους οποίους ενδείκνυται ριφαμπικίνη ή άλλοι επαγωγείς του CYP3A4, πρέπει να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά φαρμακευτικά προϊόντα με χαμηλότερο δυναμικό επαγωγής του ενζύμου. Επιτρέπεται η ταυτόχρονη χρήση δεξαμεθαζόνης, ενός ασθενούς επαγωγέα του CYP3A4, με δασατινίμπη. Κατά την ταυτόχρονη χρήση δεξαμεθαζόνης προβλέπεται μείωση της AUC της δασατινίμπης κατά 25%, η οποία δεν είναι πιθανό να είναι κλινικά σημαντική.
Ανταγωνιστές ισταμίνης-2 και αναστολείς αντλίας πρωτονίων
Η μακροπρόθεσμη καταστολή της έκκρισης γαστρικών υγρών από τους ανταγωνιστές του H2 ή τους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. φαμοτιδίνη και ομεπραζόλη) είναι πιθανό να μειώσουν την
έκθεση στη δασατινίμπη. Σε μία μελέτη μιας δόσης σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση φαμοτιδίνης 10 ώρες πριν από μια δόση δασατινίμπης μείωσε την έκθεση στη δασατινίμπη κατά 61%. Σε μία μελέτη σε 14 υγιείς εθελοντές, η χορήγηση μίας δόσης 100 mg δασατινίμπης για 22 ώρες μετά από 40 mg δόσης ομεπραζόλης για 4 ημέρες σε σταθερή κατάσταση, μείωσε το AUC της δασατινίμπης κατά 43% και το Cmax της δασατινίμπης κατά 42%. Η χρήση αντιόξινων πρέπει να εξετάζεται στη θέση των ανταγωνιστών του H2 ή των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με δασατινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αντιόξινα
Μη κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι η διαλυτότητα της δασατινίμπης εξαρτάται από το pH. Σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χρήση αντιόξινων υδροξειδίου του αργιλίου/υδροξειδίου του μαγνησίου με δασατινίμπη μείωσε την AUC της μιας δόσης δασατινίμπης κατά 55% και την Cmax κατά 58%.
Ωστόσο, όταν τα αντιόξινα χορηγήθηκαν 2 ώρες πριν από μία δόση δασατινίμπης, καμία σχετική μεταβολή στη συγκέντρωση ή την έκθεση της δασατινίμπης δεν παρατηρήθηκε. Συνεπώς, τα αντιόξινα μπορούν να χορηγούνται μέχρι και 2 ώρες πριν από ή 2 ώρες μετά τη δασατινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Δραστικές ουσίες των οποίων οι συγκεντρώσεις πλάσματος μπορεί να μεταβάλλονται από τη δασατινίμπη
Ταυτόχρονη χρήση δασατινίμπης και ενός υποστρώματος του CYP3A4 μπορεί να αυξήσει την έκθεση του υποστρώματος του CYP3A4. Σε μία μελέτη σε υγιείς εθελοντές, μία δόση 100 mg δασατινίμπης αύξησε την AUC και τη Cmax της έκθεσης στη σιμβαστατίνη, ένα γνωστό υπόστρωμα του CYP3A4, κατά 20 και 37% αντιστοίχως. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερο μετά από πολλαπλές δόσεις δασατινίμπης. Συνεπώς, τα υποστρώματα του CYP3A4 που είναι γνωστό ότι έχουν περιορισμένο θεραπευτικό δείκτη (π.χ. αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, βεπριδίλη ή αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας [εργοταμίνη, διϋδροεργοταμίνη]) πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν δασατινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Τα in vitro δεδομένα δείχνουν ένα πιθανό κίνδυνο αλληλεπίδρασης με υποστρώματα του CYP2C8, όπως οι γλιταζόνες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες και οι σεξουαλικά ενεργές γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κύηση
Σύμφωνα με την εμπειρία που υπάρχει στον άνθρωπο, υπάρχουν υπόνοιες ότι η δασατινίμπη μπορεί να προκαλέσει συγγενείς δυσπλασίες συμπεριλαμβανομένων των ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα, και επιβλαβείς φαρμακολογικές επιδράσεις στο έμβρυο όταν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Το Dasatinib/Teva δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με δασατινίμπη. Εάν το Dasatinib/Teva χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, η ασθενής πρέπει να πληροφορηθεί για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
Θηλασμός
Υπάρχουν ανεπαρκείς/περιορισμένες πληροφορίες για την απέκκριση της δασατινίμπης στο ανθρώπινο ή στο ζωικό γάλα. Φυσικοχημικά και διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα για το σημείο απέκκρισης της δασατινίμπης στο μητρικό γάλα και τον κίνδυνο για το παιδί που θηλάζει δεν μπορούν να αποκλειστούν.
Ο θηλασμός πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Dasatinib/Teva. Γονιμότητα
Σε ζωικές μελέτες, η γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών επιμύων δεν επηρεάστηκε από τη θεραπεία με δασατινίμπη (βλέπε παράγραφο 5.3). Οι γιατροί και άλλοι πάροχοι φροντίδας της υγείας θα πρέπει να συμβουλεύουν τους άνδρες ασθενείς της κατάλληλης ηλικίας σχετικά με τις πιθανές επιδράσεις που έχει το Dasatinib/Teva στη γονιμότητα και σε αυτές τις συμβουλές μπορεί να περιλαμβάνεται το ενδεχόμενο απόθεσης σπέρματος.
ν
Η δασατινίμπη έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι μπορεί να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη ή θαμπή όραση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δασατινίμπη. Γι’ αυτό πρέπει να συνιστάται προσοχή όταν οδηγούν αυτοκίνητο ή χειρίζονται μηχανήματα.
Περίληψη προφίλ ασφαλείας
Τα δεδομένα που παρατίθενται παρακάτω αντανακλούν την έκθεση στη δασατινίμπη ως μονοθεραπεία σε όλες τις δόσεις που δοκιμάστηκαν σε κλινικές μελέτες (N=2.900), συμπεριλαμβανομένων 324 ενήλικων ασθενών με πρόσφατα διαγνωσμένη χρόνιας φάσης ΧΜΛ,
2.388 ενήλικων ασθενών με ανθεκτική στην ιματινίμπη ή ανεκτική, χρόνιας ή προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ, και 188 παιδιατρικών ασθενών.
Σε 2.712 ενήλικους ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ, προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ, η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 19,2 μήνες (εύρος 0 έως 93,2 μήνες). Σε μια τυχαιοποιημένη δοκιμήσε ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ, η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν περίπου 60 μήνες. Η διάμεση διάρκεια θεραπείας σε 1.618 ενήλικους ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ ήταν 29 μήνες (εύρος 0 έως 92,9 μήνες). Η διάμεση διάρκεια θεραπείας σε 1.094 ενήλικους ασθενείς με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ ήταν 6,2 μήνες (εύρος 0 έως 93,2 μήνες). Στους 188 ασθενείς σε παιδιατρικές μελέτες, η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 26,3 μήνες (εύρος 0 έως 99,6 μήνες). Στο υποσύνολο 130 παιδιατρικών ασθενών με χρόνιας φάσης ΧΜΛ που έλαβαν δασατινίμπη, η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 42,3 μήνες (εύρος 0,1 έως 99,6 μήνες).
Η πλειονότητα των ασθενών που έλαβε δασατινίμπη παρουσίασε ανεπιθύμητες ενέργειες σε κάποια χρονική στιγμή. Στο συνολικό πληθυσμό των 2.712 ενήλικων συμμετεχόντων που έλαβαν δασατινίμπη, οι 520 (19%) εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας.
Το συνολικό προφίλ ασφαλείας της δασατινίμπης στον παιδιατρικό πληθυσμό με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση ήταν παρόμοιο με το προφίλ στον ενήλικο πληθυσμό, ανεξάρτητα από το σκεύασμα, με εξαίρεση την απουσία αναφορών για περικαρδιακή συλλογή, υπεζωκοτική συλλογή, πνευμονικό οίδημα ή πνευμονική υπέρταση στον παιδιατρικό πληθυσμό. Από τους 130 παιδιατρικούς συμμετέχοντες με χρόνιας φάσης ΧΜΛ που έλαβαν δασατινίμπη, 2 (1,5%) εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, εξαιρουμένων των εργαστηριακών ανωμαλιών, αναφέρθηκαν σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με δασατινίμπη η οποία χρησιμοποιήθηκε ως μονοθεραπεία σε κλινικές μελέτες και κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία (Πίνακας 5). Αυτές οι αντιδράσεις παρουσιάζονται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και ανά συχνότητα εμφάνισης. Οι συχνότητες εμφάνισης ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα μετά την κυκλοφορία).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 5: Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Πολύ συχνές | λοίμωξη (περιλαμβανομένων βακτηριακής, ιογενούς, μυκητιασικής, μη εξειδικευμένης) |
| Συχνές | πνευμονία (περιλαμβανομένης βακτηριακής, ιογενούς, μυκητιασικής), λοίμωξη/φλεγμονή του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, λοίμωξη από ιό του έρπητα (συμπεριλαμβανομένου του κυτταρομεγαλοϊού-CMV), λοίμωξη εντεροκολίτιδας, σηψαιμία (περιλαμβανομένων μη συχνών περιπτώσεων μεθανατηφόρες εκβάσεις) |
| Μη γνωστές | επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές | μυελοκαταστολή (περιλαμβανομένης αναιμίας, ουδετεροπενίας, θρομβοπενίας) |
| Συχνές | εμπύρετη ουδετεροπενία |
| Όχι συχνές | λεμφαδενοπάθεια, λεμφοπενία |
| Σπάνιες | αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Όχι συχνές | υπερευαισθησία (περιλαμβανομένου οζώδους ερυθήματος) |
| Σπάνιες | αναφυλακτικό σοκ |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| Όχι συχνές | υποθυρεοειδισμός |
| Σπάνιες | υπερθυρεοειδισμός, θυρεοειδίτιδα |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Συχνές | διαταραχή όρεξηςα, υπερουριχαιμία |
| Όχι συχνές | σύνδρομο λύσης όγκου, αφυδάτωση, υπολευκωματιναιμία, υπερχοληστερολαιμία |
| Σπάνιες | σακχαρώδης διαβήτης |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Συχνές | κατάθλιψη, αϋπνία |
| Όχι συχνές | άγχος, συγχυτική κατάσταση, ασταθές συναίσθημα, γενετήσια ορμή μειωμένη |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές | κεφαλαλγία |
| Συχνές | νευροπάθεια (περιλαμβανομένης της περιφερικής νευροπάθειας), ζάλη, δυσγευσία, υπνηλία |
| Όχι συχνές | αιμορραγία του ΚΝΣ*β, συγκοπή, τρόμος, αμνησία, διαταραχή ισορροπίας |
| Σπάνιες | αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, σπασμός, οπτικήνευρίτιδα, παράλυση 7ου κρανιακού νεύρου, άνοια, αταξία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Συχνές | οπτική διαταραχή (περιλαμβανομένης οπτικής διαταραχής, θαμπής όρασης και μειωμένης οπτικής οξύτητας), ξηροφθαλμία |
| Όχι συχνές | οπτική δυσλειτουργία, επιπεφυκίτιδα, φωτοφοβία, αυξημένη δακρύρροια |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Συχνές | εμβοές |
| Όχι συχνές | απώλεια ακοής, ίλιγγος |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Συχνές | συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια/καρδιακή δυσλειτουργία*γ, περικαρδιακή συλλογή*, αρρυθμία (περιλαμβανομένης ταχυκαρδίας), αίσθημα παλμών |
| Όχι συχνές | έμφραγμα του μυοκαρδίου (περιλαμβανομένης θανατηφόρου έκβασης)*, ηλεκτροκαρδιογράφημα με διάστημα QT παρατεταμένο*, περικαρδίτιδα, κοιλιακή αρρυθμία (περιλαμβανομένης κοιλιακής ταχυκαρδίας), στηθάγχη, καρδιομεγαλία,ηλεκτροκαρδιογράφημα με μη φυσιολογικό κύμα Τ, αυξημένη τροπονίνη |
| Σπάνιες | πνευμονική καρδία, μυοκαρδίτιδα, οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, καρδιακή ανακοπή, ηλεκτροκαρδιογράφημα με παράταση του διαστήματος PR, στεφανιαία νόσος,πλευροπερικαρδίτιδα |
| Μη γνωστές | κολπική μαρμαρυγή/κολπικός πτερυγισμός |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές | αιμορραγία*δ |
| Συχνές | υπέρταση, έξαψη |
| Όχι συχνές | υπόταση, θρομβοφλεβίτιδα, θρόμβωση |
| Σπάνιες | εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, εμβολή, δικτυωτή πελλίωση |
| Μη γνωστές | θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Πολύ συχνές | υπεζωκοτική συλλογή*, δύσπνοια |
| Συχνές | πνευμονικό οίδημα*, πνευμονική υπέρταση*, διήθηση πνεύμονα, πνευμονίτιδα, βήχας |
| Όχι συχνές | πνευμονική αρτηριακή υπέρταση, βρογχόσπασμος, άσθμα, χυλοθώρακας* |
| Σπάνιες | πνευμονική εμβολή, σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας |
| Μη γνωστές | διάμεση πνευμονοπάθεια |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Πολύ συχνές | διάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακό άλγος |
| Συχνές | αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα*, κολίτιδα (περιλαμβανομένης ουδετεροπενικής κολίτιδας), γαστρίτιδα, φλεγμονή βλεννογόνου (περιλαμβανομένων βλεννογονίτιδας/στοματίτιδας), δυσπεψία, διάταση της κοιλίας, δυσκοιλιότητα, διαταραχή των μαλακών μορίων του στόματος |
| Όχι συχνές | παγκρεατίτιδα (περιλαμβανομένης οξείας παγκρεατίτιδας), έλκος ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα, οισοφαγίτιδα, ασκίτης*, ραγάδα του πρωκτού, δυσφαγία,γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση |
| Σπάνιες | γαστροεντεροπάθεια με απώλεια πρωτεϊνών, ειλεός, συρίγγιο του πρωκτού |
| Μη γνωστές | θανατηφόρα αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα* |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Όχι συχνές | ηπατίτιδα, χολοκυστίτιδα, χολόσταση |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Πολύ συχνές | δερματικό εξάνθημαε |
| Συχνές | αλωπεκία, δερματίτιδα (περιλαμβανομένου εκζέματος), κνησμός, ακμή, ξηροδερμία, κνίδωση, υπεριδρωσία |
| Όχι συχνές | ουδετεροφιλική δερμάτωση, φωτοευαισθησία, διαταραχή της μελάγχρωσης, υποδερματίτιδα, έλκος δέρματος, πομφολυγώδεις καταστάσεις, διαταραχή όνυχα,σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας, διαταραχή τριχώματος |
| Σπάνιες | λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, ίνωση δέρματος |
| Μη γνωστές | σύνδρομο Stevens-Johnsonστ |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Πολύ συχνές | μυοσκελετικός πόνοςζ |
| Συχνές | αρθραλγία, μυαλγία, μυϊκή αδυναμία, μυοσκελετική δυσκαμψία, μυϊκός σπασμός |
| Όχι συχνές | ραβδομυόλυση, οστεονέκρωση, φλεγμονή των μυών, τενοντίτιδα, αρθρίτιδα |
| Σπάνιες | καθυστερημένη σύγκλιση επιφύσεων,η καθυστέρηση της αύξησηςη |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Όχι συχνές | νεφρική δυσλειτουργία (περιλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας), συχνουρία, πρωτεϊνουρία |
| Μη γνωστές | νεφρωσικό σύνδρομο |
| Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου | |
| Σπάνιες | αποβολή |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| Όχι συχνές | γυναικομαστία, διαταραχές εμμήνου ρύσης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Πολύ συχνές | περιφερικό οίδημαθ, κόπωση, πυρεξία, οίδημα προσώπουι |
| Συχνές | εξασθένιση, άλγος, θωρακικό άλγος, γενικευμένο οίδημα*κ, ρίγη |
| Όχι συχνές | αίσθημα κακουχίας, άλλο επιπολής οίδημαλ |
| Σπάνιες | διαταραχή βάδισης |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| Συχνές | σωματικό βάρος μειωμένο, σωματικό βάρος αυξημένο |
| Όχι συχνές | κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη, γ-γλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη |
| Κακώσεις,δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | |
| Συχνές | μώλωπας |
α Περιλαμβάνει μειωμένη όρεξη, πρώιμο κορεσμό, αυξημένη όρεξη.
β Περιλαμβάνει αιμορραγία του κεντρικού νευρικού συστήματος, εγκεφαλικό αιμάτωμα, εγκεφαλική αιμορραγία, επισκληρίδιο αιμάτωμα, ενδοκρανιακή αιμορραγία, αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, υπαραχνοειδή αιμορραγία, υποσκληρίδιο αιμάτωμα και υποσκληρίδια αιμορραγία.
γ Περιλαμβάνει αυξημένο νατριουρητικό πεπτίδιο εγκεφάλου, κοιλιακή δυσλειτουργία, δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, δυσλειτουργία δεξιάς κοιλίας, καρδιακή ανεπάρκεια, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιομυοπάθεια, συμφορητική καρδιομυοπάθεια, διαστολική δυσλειτουργία, κλάσμα εξώθησης μειωμένο και κοιλιακή ανεπάρκεια, ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας, ανεπάρκεια της δεξιάς κοιλίας και υποκινησία του κοιλιακού τοιχώματος.
δ Δεν περιλαμβάνει αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα και αιμορραγία του ΚΝΣ. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται υπό την κατηγορία οργανικού συστήματος διαταραχές του γαστρεντερικού και την κατηγορία οργανικού συστήματος διαταραχές του νευρικού συστήματος, αντίστοιχα.
ε Περιλαμβάνει φαρμακευτικό εξάνθημα, ερύθημα, πολύμορφο ερύθημα, ερύθρωση, αποφολιδωτικό εξάνθημα, γενικευμένο ερύθημα, εξάνθημα γεννητικών οργάνων, κεγχροειδές ερύθρασμα, κεγχροειδή ακμή, κεγχροειδή αδενίτιδα, φλυκταινώδη ψωρίαση, εξάνθημα, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα θυλακιώδες, εξάνθημα γενικευμένο, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα βλατιδώδες, εξάνθημα κνησμώδες, εξάνθημα φλυκταινώδες, εξάνθημα φυσαλιδώδες, αποφολίδωση δέρματος, ερεθισμός δέρματος, τοξικό εξάνθημα δέρματος, κνίδωση φλυκταινώδη και αγγειιτιδικό εξάνθημα.
στ Κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις συνδρόμου Stevens-Johnson. Δε θα μπορούσε να εκτιμηθεί εάν αυτές οι βλεννογονοδερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις είχαν άμεση σχέση με τη δασατινίμπη ή με συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν.
ζ Μυοσκελετικός πόνος που αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας.
η Η συχνότητα αναφέρθηκε ως συχνή σε παιδιατρικές μελέτες.
θ Οίδημα λόγω βαρύτητας, εντοπισμένο οίδημα, περιφερικό οίδημα.
ι Οίδημα του επιπεφυκότα, οίδημα του οφθαλμού, διόγκωση του οφθαλμού, οίδημα βλεφάρου, οίδημα προσώπου, οίδημα χειλέων, οίδημα της ωχράς κηλίδας, οίδημα του στόματος, οίδημα του κόγχου, περικογχικό οίδημα, διόγκωση προσώπου.
κ Υπερφόρτωση με υγρά, κατακράτηση υγρών, οίδημα του γαστρεντερικού σωλήνα, γενικευμένο οίδημα, περιφερικό οίδημα, οίδημα, οίδημα λόγω καρδιοπάθειας, περινεφρική συλλογή, οίδημα μετά από θεραπευτικό χειρισμό, σπλαγχνικό οίδημα.
λ Διόγκωση γεννητικών οργάνων, οίδημα στη θέση τομής, οίδημα γεννητικών οργάνων, οίδημα πέους, διόγκωση πέους, οίδημα οσχέου, διόγκωση δέρματος, διόγκωση όρχεων, αιδοιοκολπική διόγκωση.
* Για επιπλέον λεπτομέρειες, βλέπε παράγραφο "Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών"
Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Μυελοκαταστολή
Η θεραπεία με δασατινίμπη σχετίζεται με αναιμία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία. Η εμφάνισή τους είναι πιο πρώιμη και πιο συχνή σε ασθενείς με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ από αυτή σε χρόνιας φάσης ΧΜΛ (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αιμορραγία
Σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες αιμορραγιών, που κυμαίνονται από πετέχειες και επίσταξη έως γαστρεντερική αιμορραγία και αιμορραγία του ΚΝΣ, αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Κατακράτηση υγρών
Διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως υπεζωκοτική συλλογή, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα και περικαρδιακή συλλογή με ή χωρίς επιπολής οίδημα μπορούν συνολικά να περιγραφούν ως
«κατακράτηση υγρών». Στη μελέτη με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ, μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών, οι σχετιζόμενες με τη δασατινίμπη ανεπιθύμητες ενέργειες κατακράτησης υγρών περιελάμβαναν υπεζωκοτική συλλογή (28%), επιπολής οίδημα (14%), πνευμονική υπέρταση (5%), γενικευμένο οίδημα (4%) και περικαρδιακή συλλογή (4%). Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια/καρδιακή δυσλειτουργία και πνευμονικό οίδημα αναφέρθηκαν σε ποσοστό < 2% των ασθενών. Το αθροιστικό ποσοστό των σχετιζόμενων με τη δασατινίμπη συμβαμάτων υπεζωκοτικής συλλογής (όλων των βαθμών) με την πάροδό του χρόνου ήταν 10% στους 12 μήνες, 14% στους 24 μήνες, 19% στους 36 μήνες, 24% στους 48 μήνες και 28% στους 60 μήνες. Συνολικά 46 ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη εμφάνισαν υποτροπιάζοντα συμβάματα υπεζωκοτικής συλλογής. Δεκαεπτά ασθενείς εμφάνισαν 2 ξεχωριστές ανεπιθύμητες ενέργειες, 6 ασθενείς εμφάνισαν 3 ανεπιθύμητες ενέργειες, 18 ασθενείς εμφάνισαν 4 έως 8 ανεπιθύμητες ενέργειες και 5 ασθενείς εμφάνισαν > 8 συμβάματα υπεζωκοτικής συλλογής.
Ο διάμεσος χρόνος έως το πρώτο σχετιζόμενο με τη δασατινίμπη σύμβαμα υπεζωκοτικής συλλογής 1ου ή 2ου βαθμού ήταν 114 εβδομάδες (εύρος: 4 έως 299 εβδομάδες). Λιγότεροι από το 10% των ασθενών με υπεζωκοτική συλλογή εμφάνισαν σοβαρή (3ου ή 4ου βαθμού) σχετιζόμενη με τη δασατινίμπη υπεζωκοτική συλλογή. Ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση σχετιζόμενου με τη δασατινίμπη συμβάματος υπεζωκοτικής συλλογής βαθμού ≥ 3 ήταν 175 εβδομάδες (εύρος: 114 έως 274 εβδομάδες). Η διάμεση διάρκεια της σχετιζόμενης με τη δασατινίμπη υπεζωκοτικής συλλογής (όλων των βαθμών) ήταν 283 ημέρες (~40 εβδομάδες).
Η υπεζωκοτική συλλογή συνήθως ήταν αναστρέψιμη και αντιμετωπίστηκε με προσωρινή διακοπή της θεραπείας με δασατινίμπη και χρήση διουρητικών ή άλλων κατάλληλων μέτρων υποστηρικτικής φροντίδας (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4). Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν δασατινίμπη και εμφάνισαν σχετιζόμενη με το φάρμακο υπεζωκοτική συλλογή (n=73), στους 45 (62%) έγινε προσωρινή διακοπή της χορήγησης και στους 30 (41%) μείωση της δόσης. Επιπλέον, οι 34 (47%) έλαβαν διουρητικά, οι 23 (32%) έλαβαν κορτικοστεροειδή και οι 20 (27%) έλαβαν κορτικοστεροειδή μαζί με διουρητικά. Εννέα (12%) ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπευτική παρακέντηση θώρακος.
Το έξι τοις εκατό των ασθενών που έλαβαν δασατινίμπη διέκοψαν τη θεραπεία εξαιτίας σχετιζόμενης με το φάρμακο υπεζωκοτικής συλλογής. Η υπεζωκοτική συλλογή δεν επηρέασε την ικανότητα των ασθενών να επιτύχουν ανταπόκριση. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν δασατινίμπη και εμφάνισαν υπεζωκοτική συλλογή, το 96% πέτυχαν cCCyR, το 82% πέτυχαν MMR και το 50% πέτυχαν MR4.5 παρά τις προσωρινές διακοπές της χορήγησης ή τις αναπροσαρμογές της δόσης.
Βλέπε παράγραφο 4.4 για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ και προχωρημένης φάσης ΧΜΛ ή Ph+ ΟΛΛ.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις χυλοθώρακα σε ασθενείς που εμφάνισαν υπεζωκοτική συλλογή. Ορισμένες περιπτώσεις χυλοθώρακα υποχώρησαν μετά από οριστική διακοπή, προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης της δασατινίμπης, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάστηκε επίσης πρόσθετη θεραπεία.
Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ)
Έχει αναφερθεί ΠΑΥ (προ-τριχοειδής πνευμονική αρτηριακή υπέρταση επιβεβαιωμένη με καθετηριασμό δεξιάς καρδιάς) σε σχέση με την έκθεση στη δασατινίμπη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αναφέρθηκε ΠΑΥ μετά την έναρξη της θεραπείας με δασατινίμπη, συμπεριλαμβανομένης θεραπείας μετά από περισσότερο από ένα χρόνο. Ασθενείς στους οποίους αναφέρθηκε ΠΑΥ κατά τη θεραπεία με δασατινίμπη συχνά λάμβαναν συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα ή είχαν συννοσηρότητες επιπροσθέτως της υποκείμενης κακοήθειας. Παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στις αιμοδυναμικές και κλινικές παραμέτρους σε ασθενείς με ΠΑΥ μετά τη διακοπή της θεραπείας με δασατινίμπη.
Παράταση του διαστήματος QT
Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ με ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ, ένας ασθενής (< 1%) από τους ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη είχε QTcF > 500 msec μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 12 μηνών (βλέπε παράγραφο 4.4). Δεν αναφέρθηκαν επιπρόσθετοι ασθενείς να έχουν QTcF > 500 msec μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών.
Σε 5 κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙ σε ασθενείς με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη, ελήφθησαν επαναλαμβανόμενα ΗΚΓ κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε προκαθορισμένα χρονικά σημεία και αξιολογήθηκαν κεντρικά για 865 ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη 70 mg δύο φορές την ημέρα. Το διάστημα QT διορθώθηκε ως προς την καρδιακή συχνότητα με τη μέθοδο του Fridericia. Σε όλα τα σημεία μετά τη δόση στην ημέρα 8, οι διάμεσες μεταβολές από την έναρξη στο διάστημα QTcF ήταν 4-6 msec, με σχετικό άνω διάστημα εμπιστοσύνης 95%, < 7 msec. Από τους 2.182 ασθενείς με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη, που έλαβαν δασατινίμπη σε κλινικές μελέτες, οι 15 (1%) είχαν ως ανεπιθύμητη ενέργεια παράταση του QTc. Είκοσι ένας ασθενείς (1%) παρουσίασαν QTcF > 500 msec (βλέπε παράγραφο 4.4).
Καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες
Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου ή ιστορικό καρδιακής νόσου, θα πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά για σημάδια ή συμπτώματα σχετιζόμενα με καρδιακή δυσλειτουργία και θα πρέπει να αξιολογούνται και να λαμβάνουν κατάλληλη θεραπεία (βλέπε παράγραφο 4.4).
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β έχει αναφερθεί σε συνδυασμό με BCR-ABL TKI. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή φλεγμονώδη ηπατίτιδα που οδήγησε σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση (βλέπε παράγραφο 4.4).
Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ βελτιστοποίησης της δόσης σε ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη (μέση διάρκεια θεραπείας 30 μηνών), η συχνότητα εμφάνισης υπεζωκοτικής συλλογής και συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας/καρδιακής δυσλειτουργίας, ήταν χαμηλότερη στους ασθενείς που έλαβαν 100 mg δασατινίμπη μία φορά την ημέρα, σε σχέση με εκείνους που έλαβαν 70 mg δασατινίμπη δύο φορές την ημέρα. Μυελοκαταστολή αναφέρθηκε επίσης λιγότερο συχνά στην ομάδα θεραπείας των 100 mg μία φορά την ημέρα (βλέπε Ανωμαλίες εργαστηριακών εξετάσεων παρακάτω). Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας στην ομάδα των 100 mg μία φορά την ημέρα ήταν 37 μήνες (εύρος 1-91 μήνες). Τα αθροιστικά ποσοστά επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν στην ομάδα της συνιστώμενης δόσης έναρξης των 100 mg μία φορά την ημέρα παρουσιάζονται στον Πίνακα 6α.
Πίνακας 6α: Επιλεγμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε μία φάσης 3 μελέτη βελτιστοποίησης της δόσης (ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ και δυσανεξία ή αντίσταση στην ιματινίμπη)α
| Ελάχιστη διάρκειαπαρακολούθησης 2 ετών | Ελάχιστη διάρκειαπαρακολούθησης 5 ετών | Ελάχιστη διάρκειαπαρακολούθησης 7 ετών | ||||
| Όλοι οι βαθμοί | Βαθμός 3/4 | Όλοι οι βαθμοί | Βαθμός 3/4 | Όλοι οι βαθμοί | Βαθμός 3/4 | |
| Προτιμώμενος όρος | Ποσοστό (%) των ασθενών | |||||
| Διάρροια Κατακράτηση υγρώνΕπιπολής οίδημα Υπεζωκοτική συλλογή Γενικευμένο οίδημα Περικαρδιακή συλλογή Πνευμονική υπέρτασηΑιμορραγίαΑιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα | 27341818320112 | 240201011 | 28422124420112 | 260401011 | 28482228432122 | 270501111 |
α Αποτελέσματα από τη Φάσης 3 μελέτη βελτιστοποίησης της δόσης που αναφέρθηκαν για τον πληθυσμό με συνιστώμενη δόση έναρξης τα 100 mg μία φορά την ημέρα (n=165)
Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ βελτιστοποίησης της δόσης σε ασθενείς με προχωρημένης φάσης ΧΜΛ και Ph+ ΟΛΛ, η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 14 μήνες για ταχέως εξελισσόμενης φάσης ΧΜΛ, 3 μήνες για μυελογενή βλαστική ΧΜΛ, 4 μήνες για λεμφοειδή βλαστική ΧΜΛ και 3 μήνες για Ph+ ΟΛΛ. Στον Πίνακα 6β παρουσιάζονται επιλεγμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στην ομάδα της συνιστώμενης δόσης έναρξης των 140 mg μία φορά την ημέρα. Επιπλέον, μελετήθηκε και το δοσολογικό σχήμα των 70 mg δύο φορές την ημέρα. Το δοσολογικό σχήμα των 140 mg μία φορά την ημέρα επέδειξε συγκρίσιμο προφίλ αποτελεσματικότητας με το δοσολογικό σχήμα των 70 mg δύο φορές την ημέρα, αλλά πιο ευνοϊκό προφίλ ασφαλείας.
Πίνακας 6β: Επιλεγμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στη μελέτη φάσης ΙΙΙ βελτιστοποίησης της δόσης: Προχωρημένης φάσης ΧΜΛ και Ph+ ΟΛΛα
140 mg μία φορά την ημέρα n = 304
Όλοι οι βαθμοί Βαθμός 3/4
| Προτιμώμενος όρος | Ποσοστό (%) ασθενών | ||
| Διάρροια | 28 | 3 | |
| Κατακράτηση υγρών | 33 | 7 | |
| Επιπολής οίδημα | 15 | <1 | |
| Υπεζωκοτική συλλογή | 20 | 6 | |
| Γενικευμένο οίδημα | 2 | 0 |
| Συμφορητική καρδιακή | 1 | 0 |
| ανεπάρκεια/καρδιακήδυσλειτουργίαβ | ||
| Περικαρδιακή συλλογή | 2 | 1 |
| Πνευμονικό οίδημα | 1 | 1 |
| Αιμορραγία | 23 | 8 |
| Αιμορραγία του | 8 | 6 |
| γαστρεντερικού σωλήνα |
α Αποτελέσματα από τη Φάσης 3 μελέτη βελτιστοποίησης της δόσης που αναφέρθηκαν για τον πληθυσμό με συνιστώμενη δόση έναρξης τα 140 mg μία φορά την ημέρα (n=304) στα 2 έτη τελικής παρακολούθησης της μελέτης.
β Περιλαμβάνει κοιλιακή δυσλειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιομυοπάθεια, συμφορητική καρδιομυοπάθεια, διαστολική δυσλειτουργία, μειωμένο κλάσμα εξώθησης και κοιλιακή ανεπάρκεια.
Επιπλέον, υπήρχαν δύο μελέτες σε συνολικά 161 παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ, στις οποίες η δασατινίμπη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Στην κεντρική μελέτη, 106 παιδιατρικοί ασθενείς έλαβαν δασατινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία στο πλαίσιο συνεχούς δοσολογικού σχήματος. Σε μία υποστηρικτική μελέτη, από τους 55 παιδιατρικούς ασθενείς, 35 έλαβαν δασατινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία στο πλαίσιο μη συνεχούς δοσολογικού σχήματος (δύο εβδομάδες υπό θεραπεία και εν συνεχεία μία ή δύο εβδομάδες χωρίς θεραπεία) και 20 έλαβαν δασατινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία στο πλαίσιο συνεχούς δοσολογικού σχήματος. Μεταξύ των 126 παιδιατρικών ασθενών με Ph+ ΟΛΛ που αντιμετωπίστηκαν με δασατινίμπη στο πλαίσιο συνεχούς δοσολογικού σχήματος, η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 23,6 μήνες (εύρος 1,4 έως 33 μήνες).
Από τους 126 παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ υπό συνεχές δοσολογικό σχήμα, 2 (1,6%) εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε αυτές τις δύο παιδιατρικές μελέτες με συχνότητα ≥ 10% σε ασθενείς υπό συνεχές δοσολογικό σχήμα παρουσιάζονται στον Πίνακα 7. Επισημαίνεται ότι υπεζωκοτική συλλογή αναφέρθηκε σε 7 (5,6%) ασθενείς σε αυτήν την ομάδα και, ως εκ τούτου, δε συμπεριλαμβάνεται στον πίνακα.
Πίνακας 7: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ≥10% των παιδιατρικών ασθενών με Ph+ ΟΛΛ που αντιμετωπίστηκαν με δασατινίμπη υπό συνεχές δοσολογικό σχήμα σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία (N=126)α
Ποσοστό (%) ασθενών
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Όλοι οι βαθμοί | Βαθμός 3/4 |
| Εμπύρετη | 27,0 | 26,2 |
| ουδετεροπενία | ||
| Ναυτία | 20,6 | 5,6 |
| Έμετος | 20,6 | 4,8 |
| Κοιλιακό άλγος | 14,3 | 3,2 |
| Διάρροια | 12,7 | 4,8 |
| Πυρεξία | 12,7 | 5,6 |
| Κεφαλαλγία | 11,1 | 4,8 |
| Μειωμένη όρεξη | 10,3 | 4,8 |
| Κόπωση | 10,3 | 0 |
α Στην κεντρική μελέτη, από το σύνολο των 106 ασθενών, 24 ασθενείς έλαβαν μία κόνιν για πόσιμο εναιώρημα τουλάχιστον μία φορά, ενώ 8 από αυτούς έλαβαν αποκλειστικά ένα σκεύασμα κόνεως για πόσιμο εναιώρημα.
Ανωμαλίες εργαστηριακών εξετάσεων Αιματολογία
Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ, οι ακόλουθες μη φυσιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις 3ου και 4ου βαθμού αναφέρθηκαν μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 12 μηνών σε ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη: ουδετεροπενία (21%), θρομβοπενία (19%), και αναιμία (10%). Μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών, τα αθροιστικά ποσοστά της ουδετεροπενίας, θρομβοπενίας και αναιμίας ήταν 29%, 22% και 13% αντίστοιχα.
Στους ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνια φάσης ΧΜΛ που έλαβαν δασατινίμπη, που
εμφάνισαν μυελοκαταστολή 3ου ή 4ου βαθμού, η ανάρρωση γενικά συνέβη μετά από σύντομες διακοπές στη δόση και/ή μειώσεις και μόνιμη διακοπή της θεραπείας παρατηρήθηκε στο 1,6% των ασθενών μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 12 μηνών. Μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών, το αθροιστικό ποσοστό της οριστικής διακοπής της θεραπείας λόγω μυελοκαταστολής 3ου ή 4ου βαθμού ήταν 2,3%.
Σε ασθενείς με ΧΜΛ με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη, oι κυτταροπενίες (θρομβοπενία, ουδετεροπενία και αναιμία) ήταν ένα σταθερό εύρημα. Ωστόσο, η παρουσία κυτταροπενιών εξαρτιόταν καθαρά από το στάδιο της ασθένειας. Η συχνότητα των μη φυσιολογικών αιματολογικών τιμών 3ου και 4ου βαθμού παρουσιάζεται στον Πίνακα 8.
Πίνακας 8: Αιματολογικές εργαστηριακές μη φυσιολογικές τιμές βαθμών CTC 3/4 σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπηα
Χρόνια φάση (n= 165)β
Ταχέως εξελισσόμενη φάση (n= 157)γ
Μυελογενής βλαστική φάση
(n= 74)γ
Λεμφοειδής βλαστική φάση και
Ph+ ΟΛΛ (n= 168)γ
Ποσοστό (%) ασθενών
Αιματολογικές παράμετροι
| Ουδετεροπενία | 36 | 58 | 77 | 76 |
| Θρομβοπενία | 23 | 63 | 78 | 74 |
| Αναιμία | 13 | 47 | 74 | 44 |
α Αποτελέσματα από τη Φάσης 3 μελέτη βελτιστοποίησης της δόσης που αναφέρθηκαν στο τέλος της διετούς περιόδου παρακολούθησης της μελέτης.
β Αποτελέσματα από τη μελέτη CA180-034 για την ομάδα της συνιστώμενης δόσης των 100 mg μία φοράτην ημέρα.
γ Αποτελέσματα από τη μελέτη CA180-035 για την ομάδα της συνιστώμενης δόσης των 140 mg μία φορά την ημέρα. Βαθμοί CTC: ουδετεροπενία (Βαθμός 3 ≥ 0,5– < 1,0 × 109/l, Βαθμός 4 < 0,5 × 109/l), θρομβοπενία (Βαθμός 3 ≥ 25 – < 50
× 109/l, Βαθμός 4 < 25 × 109/l), αναιμία (αιμοσφαιρίνη Βαθμός 3 ≥ 65 – < 80 g/l, Βαθμός 4 < 65 g/l).
Το άθροισμα των βαθμού 3ου ή 4ου κυτταροπενιών σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με 100 mg μία φορά την ημέρα ήταν παρόμοια στα 2 και 5 έτη περιλαμβάνοντας: ουδετεροπενία (35% έναντι 36%), θρομβοπενία (23% έναντι 24%) και αναιμία (13% έναντι 13%).
Σε ασθενείς που παρουσίασαν μυελοκαταστολή 3ου ή 4ου βαθμού, η ανάρρωση ήρθε γενικά μετά από σύντομες διακοπές στη δόση και/ή μειώσεις και μόνιμη διακοπή της θεραπείας παρατηρήθηκε στο 5% των ασθενών. Οι περισσότεροι ασθενείς συνέχισαν τη θεραπεία χωρίς περαιτέρω ένδειξη μυελοκαταστολής.
Βιοχημεία
Στη μελέτη προσφάτως διαγνωσθείσας χρόνιας φάσης ΧΜΛ, υποφωσφοραιμία 3ου ή 4ου βαθμού αναφέρθηκε στο 4% των ασθενών που έλαβαν δασατινίμπη και αυξήσεις 3ου ή 4ου βαθμού των τρανσαμινασών, κρεατινίνης και της χολερυθρίνης αναφέρθηκαν στο ≤ 1% των ασθενών μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 12 μηνών. Μετά από μία ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών το αθροιστικό ποσοστό της υποφωσφοραιμίας 3ου ή 4ου βαθμού ήταν 7%, των αυξήσεων 3ου ή 4ου βαθμού της κρεατινίνης και της χολερυθρίνης ήταν 1% και των αυξήσεων 3ου ή 4ου βαθμού των τρανσαμινασών παρέμεινε στο 1%. Δεν υπήρχε διακοπή της θεραπείας με δασατινίμπη λόγω αυτών των βιοχημικών εργαστηριακών παραμέτρων.
Διετής παρακολούθηση
Αυξήσεις 3ου ή 4ου βαθμού των τρανσαμινασών ή της χολερυθρίνης αναφέρθηκαν στο 1% των ασθενών σε χρόνια φάση ΧΜΛ (με αντίσταση ή δυσανεξία σε ιματινίμπη), αλλά οι αυξήσεις αναφέρθηκαν με αυξημένη συχνότητα στο 1 έως 7% των ασθενών σε προχωρημένη φάση ΧΜΛ και Ph+ ΟΛΛ. Αντιμετωπίστηκε συνήθως με μείωση ή διακοπή της δόσης. Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ βελτιστοποίησης της δόσης σε χρόνια φάση ΧΜΛ, αυξήσεις τρανσαμινασών ή χολερυθρίνης 3ου ή 4ου βαθμού αναφέρθηκαν σε ≤ 1% των ασθενών με χρόνιας φάσης ΧΜΛ, με παρόμοια χαμηλή συχνότητα στις τέσσερεις ομάδες θεραπείας. Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ βελτιστοποίησης της δόσης στην προχωρημένη φάση ΧΜΛ και στην Ph+ ΟΛΛ, αυξήσεις βαθμού 3ου ή 4ου των τρανσαμινασών ή της
χολερυθρίνης αναφέρθηκαν στο 1% έως 5% των ασθενών σε όλες τις ομάδες θεραπείας.
Περίπου 5% από τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε δασατινίμπη που είχαν φυσιολογικά επίπεδα κατά την έναρξη παρουσίασαν παροδική υπασβεστιαιμία βαθμού 3 ή 4 σε κάποια χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της μελέτης. Σε γενικές γραμμές, δεν υπήρχε καμία συσχέτιση του μειωμένου ασβεστίου με κλινικά συμπτώματα. Οι ασθενείς που ανέπτυξαν υπασβεστιαιμία 3ου ή 4ου βαθμού συχνά ανέρρωσαν με από του στόματος συμπληρώματα ασβεστίου. Υπασβεστιαιμία, υποκαλιαιμία και υποφωσφοραιμία 3ου ή 4ου βαθμού αναφέρθηκαν σε ασθενείς όλων των φάσεων ΧΜΛ, όμως αναφέρθηκαν με αυξημένη συχνότητα σε ασθενείς με μυελογενούς ή λεμφοειδούς βλαστικής φάσης ΧΜΛ και Ph+ ΟΛΛ. Αυξήσεις της κρεατινίνης 3ου ή 4ου βαθμού αναφέρθηκαν σε
< 1% των ασθενών σε χρόνια φάση ΧΜΛ και αναφέρθηκαν με αυξημένη συχνότητα σε 1 έως 4% των ασθενών σε προχωρημένης φάσης ΧΜΛ.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το προφίλ ασφαλείας της δασατινίμπης ως μονοθεραπεία σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ στη χρόνια φάση ήταν συγκρίσιμο με το προφίλ ασφαλείας στους ενήλικες. Το προφίλ ασφαλείας της δασατινίμπης χορηγούμενης σε συνδυσμό με χημειοθεραπεία σε παιδιατρικούς ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ ήταν σε συμφωνία με το γνωστό προφίλ ασφαλείας της δασατινίμπης σε ενήλικες και τις αναμενόμενες επιδράσεις της χημειοθεραπείας, με εξαίρεση το χαμηλότερο ποσοστό υπεζωκοτικής συλλογής σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σύγκριση με τους ενήλικες.
Στις παιδιατρικές μελέτες ΧΜΛ, οι ρυθμοί εργαστηριακών ανωμαλιών ήταν σύμφωνοι με το γνωστό προφίλ εργαστηριακών παραμέτρων σε ενήλικες.
Στις παιδιατρικές μελέτες της ΟΛΛ, τα ποσοστά μη φυσιολογικών εργαστηριακών τιμών ήταν συνεπή ως προς το γνωστό προφίλ εργαστηριακών παραμέτρων στους ενήλικες, εντός του πλαισίου ενός ασθενούς με οξεία λευχαιμία που λαμβάνει βασικό σχήμα χημειοθεραπείας.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ενώ το προφίλ ασφαλείας της δασατινίμπης στους ηλικιωμένους ήταν παρόμοιο με εκείνο του νεότερου πληθυσμού, οι ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω είναι πιθανότερο να εμφανίσουν συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως κόπωση, υπεζωκοτική συλλογή, δύσπνοια, βήχα, αιμορραγία του κατώτερου γαστρεντερικού σωλήνα και διαταραχή της όρεξης, καθώς επίσης και λιγότερο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως διάταση της κοιλίας, ζάλη, περικαρδιακή συλλογή, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και μείωση του σωματικού βάρους και πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607
Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Η εμπειρία με υπερδοσολογία της δασατινίμπης στις κλινικές μελέτες περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά. Η υψηλότερη υπερδοσολογία 280 mg την ημέρα επί μία εβδομάδα αναφέρθηκε σε δύο ασθενείς, που εμφάνισαν και οι δύο σημαντική μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων. Επειδή η δασατινίμπη συσχετίζεται με μυελοκαταστολή 3ου ή 4ου βαθμού (βλέπε παράγραφο 4.4), οι ασθενείς που λαμβάνουν δόση υψηλότερη από τη συνιστώμενη, πρέπει να παρακολουθούνται στενά για εκδήλωση μυελοκαταστολής και να τους χορηγείται κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DASATINIB/TEVA 100MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης
κωδικός ATC: L01EΑ02
Φαρμακοδυναμική
Η δασατινίμπη παρεμποδίζει τη δράση της κινάσης BCR-ABL και των κινασών της οικογένειας SRC μαζί με έναν αριθμό άλλων επιλεγμένων ογκογενετικών κινασών περιλαμβανομένης της c-KIT, κινάσες υποδοχείς της εφρίνης (EPH), και υποδοχείς της PDGFβ. Η δασατινίμπη είναι ένα ισχυρός υπονανομοριακός αναστολέας της κινάσης BCR-ABL με δραστικότητα σε συγκέντρωση 0,6-0,8 nM. Ενώνεται με αμφότερες την ενεργό και την ανενεργό διαμόρφωση του ενζύμου BCR-ABL.
Μηχανισμός δράσης
In vitro, η δασατινίμπη είναι δραστική σε λευχαιμικές κυτταρικές γραμμές που αντιπροσωπεύουν ποικιλίες ευαίσθητες στην ιματινίμπη και ανθεκτικές στη νόσο. Αυτές οι μη κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η δασατινίμπη μπορεί να ξεπεράσει την αντίσταση στην ιματινίμπη που προέρχεται από την υπερέκφραση του BCR-ABL, τις μεταλλάξεις της περιοχής της κινάσης του BCR-ABL, την ενεργοποίηση εναλλακτικών οδών σήμανσης που εμπλέκουν την οικογένεια κινασών του SRC (LYN, HCK), και την υπερέκφραση της γονιδιακής αντίστασης σε πολλές ουσίες. Επιπλέον, η δασατινίμπη αναστέλλει την οικογένεια των κινασών του SRC σε υπονανομοριακή συγκέντρωση.
In vivo, σε ξεχωριστά πειράματα με χρήση μοντέλων μυών για την ΧΜΛ, η δασατινίμπη παρεμπόδισε την εξέλιξη της χρόνιας ΧΜΛ σε βλαστική φάση και επιμήκυνε την επιβίωση των μυών που έφεραν γραμμές κυττάρων από ασθενείς με ΧΜΛ που αναπτύχθηκαν σε διάφορα μέρη, περιλαμβανομένου και του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Στη μελέτη Φάσης I, παρατηρήθηκαν αιματολογικές και κυτταρογενετικές ανταποκρίσεις σε όλες τις φάσεις της ΧΜΛ και στην Ph+ ΟΛΛ στους πρώτους 84 ασθενείς που χορηγήθηκε και παρακολουθήθηκαν για μέχρι και 27 μήνες. Οι ανταποκρίσεις διατηρούνταν σε όλες τις φάσεις της ΧΜΛ και της Ph+ ΟΛΛ.
Διεξήχθησαν τέσσερις κλινικές μελέτες ενός βραχίονα, μη ελεγχόμενες, ανοικτές, Φάσης ΙΙ για να οριστεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δασατινίμπης σε ασθενείς με ΧΜΛ σε φάση χρόνια, ταχέως εξελισσόμενη ή μυελογενούς βλαστικής φάσης, που ήταν είτε ανθεκτικοί ή με δυσανεξία στην ιματινίμπη. Μία τυχαιοποιημένη μη συγκριτική μελέτη διεξήχθη σε ασθενείς χρόνιας φάσης που απέτυχαν στην αρχική θεραπεία με 400 ή 600 mg ιματινίμπη. Η δόση έναρξης δασατινίμπης ήταν 70 mg δασατινίμπη δύο φορές την ημέρα. Μεταβολές της δόσης επετράπησαν για τη βελτίωση της δράσης ή την αντιμετώπιση της τοξικότητας (βλέπε παράγραφο 4.2).
Διεξήχθησαν δύο τυχαιοποιημένες ανοιχτές μελέτες Φάσης ΙΙΙ για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της δασατινίμπης χορηγουμένης μία φορά την ημέρα, σε σύγκριση με δασατινίμπη χορηγουμένη δύο φορές την ημέρα. Επιπλέον, διεξήχθη μία ανοιχτή, τυχαιοποιημένη,
συγκριτική μελέτη Φάσης ΙΙΙ σε ενήλικες ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνια φάσης ΧΜΛ.
Η αποτελεσματικότητα της δασατινίμπης βασίζεται σε αιματολογικά και κυτταρογενετικά ποσοστά ανταπόκρισης.
Η διάρκεια της ανταπόκρισης και τα εκτιμώμενα ποσοστά επιβίωσης παρέχουν επιπλέον αποδείξεις του κλινικού οφέλους της δασατινίμπης.
Συνολικά αξιολογήθηκαν 2.712 ασθενείς σε κλινικές μελέτες: από αυτούς το 23% ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών και το 5% ήταν ηλικίας ≥ 75 ετών.
Χρόνια φάση της ΧΜΛ - Νεοδιαγνωσθέντες
Μία διεθνής ανοικτή, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη συγκριτική μελέτη Φάσης ΙΙΙ διεξήχθη σε ενήλικες ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε δασατινίμπη 100 mg μία φορά την ημέρα ή ιματινίμπη 400 mg μία φορά την ημέρα. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό επιβεβαιωμένης ολόκληρης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (cCCyR) σε 12 μήνες. Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλαμβάνουν το χρόνο σε cCCyR (μέτρηση της αντοχής της ανταπόκρισης), τον χρόνο μέχρι την cCCyR, ποσοστό μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (MMR), τον χρόνο μέχρι το MMR, επιβίωση χωρίς επιδείνωση (PFS) και την συνολική επιβίωση (OS). Άλλα σχετικά δεδομένα αποτελεσματικότητας περιλάμβαναν CCyR και συνολικά ποσοστά μοριακής ανταπόκρισης (CMR). Η μελέτη συνεχίζεται.
Συνολικά 519 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε ομάδα θεραπείας: 259 στη δασατινίμπη και 260 στην ιματινίμπη. Τα χαρακτηριστικά της έναρξης ήταν καλά ισορροπημένα μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας σε σχέση με την ηλικία (η διάμεση ηλικία ήταν 46 ετών για την ομάδα δασατινίμπης και 49 ετών για την ομάδα ιματινίμπης με 10% και 11% των ασθενών 65 ετών ή άνω, αντιστοίχως), το φύλο (γυναίκες 44% και 37% αντιστοίχως), και τη φυλή (Λευκή 51% και 55%, Ασιατική 42% και 37% αντιστοίχως). Στην έναρξη, η κατανομή της κλίμακας Hasford ήταν παρόμοια στις ομάδες θεραπείας δασατινίμπης και ιματινίμπης (χαμηλός κίνδυνος: 33% και 34%, μέτριος κίνδυνος: 48% και 47%,
υψηλός κίνδυνος: 19% και 19% αντιστοίχως).
Με ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 12 μηνών, το 85% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα δασατινίμπης και 81% που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα ιματινίμπης ελάμβαναν ακόμα θεραπεία πρώτης γραμμής. Η διακοπή μέσα σε 12 μήνες λόγω της επιδείνωσης της νόσου συνέβη στο 3% των ασθενών που λάμβανε θεραπεία με δασατινίμπη και 5% των ασθενών που λάμβανε θεραπεία με ιματινίμπη.
Με ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης 60 μηνών, το 60% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα δασατινίμπης και το 63% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα ιματινίμπης ελάμβαναν ακόμα θεραπεία πρώτης γραμμής. Η διακοπή μέσα σε 60 μήνες λόγω της επιδείνωσης της νόσου συνέβη στο 11% των ασθενών που λάμβανε θεραπεία με δασατινίμπη και 14% των ασθενών που λάμβανε θεραπεία με ιματινίμπη.
Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 9. Ένα στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών στην ομάδα δασατινίμπης πέτυχε ένα cCCyR σε σχέση με τους ασθενείς στην ομάδα ιματινίμπης μέσα στους πρώτους 12 μήνες της θεραπείας. Η αποτελεσματικότητα της δασατινίμπης αποδείχθηκε σταθερά σε όλες τις διάφορες υποομάδες, συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας, του φύλου, της φυλής και της έναρξης της κλίμακας Hasford.
Πίνακας 9: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από μία μελέτη φάσης 3 σε νεοδιαγνωσμένους ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ
δασατινίμπη ιματινίμπη n= 259 n= 260
τιμή p
Ποσοστά ανταπόκρισης (95% CI)
Κυτταρογενετική ανταπόκριση σε 12 μήνες
cCCyRα 76,8% (71,2-81,8) 66,2% (60,1-71,9) p< 0,007*
CCyRβ 85,3% (80,4-89,4) 73,5% (67,7-78,7) —
σε 24 μήνες
cCCyRα 80,3% 74,2% —
CCyRβ 87,3% 82,3% —
σε 36 μήνες
cCCyRα82,6% 77,3% —
CCyRβ 88,0% 83,5% —
σε 48 μήνες
cCCyRα 82,6% 78,5% —
CCyRβ 87,6% 83,8% —
σε 60 μήνες
cCCyRα83,0% 78,5% —
CCyRβ 88,0% 83,8% —
Μείζων μοριακή ανταπόκρισηγ
12 μήνες 52,1% (45,9-58,3) 33,8% (28,1-39,9) p< 0,00003*
24 μήνες 64,5% (58,3-70,3) 50% (43,8-56,2) —
36 μήνες 69,1% (63,1-74,7) 56,2% (49,9-62,3) —
48 μήνες 75,7% (70,0-80,8) 62,7% (56,5-68,6) —
60 μήνες 76,4% (70,8-81,5) 64,2% (58,1-70,1) p = 0,0021
Ποσοστό κινδύνου (HR) σε 12 μήνες (99,99% CI)
Χρόνος έως cCCyR 1,55 (1,0-2,3) p< 0,0001*
Χρόνος έως MMR 2,01 (1,2-3,4) p< 0,0001*
Αντοχή της cCCyR 0,7 (0,4-1,4) p< 0,035
σε 24 μήνες (95% CI)
Χρόνος έως cCCyR
1,49 (1,22-1,82)
Χρόνος έως MMR 1,69 (1,34-2,12) —
Αντοχή της cCCyR 0,77 (0,55-1,10) —
σε 36 μήνες (95% CI)
Χρόνος έως cCCyR
1,48 (1,22-1,80)
Χρόνος έως MMR 1,59 (1,28-1,99) —
Αντοχή της cCCyR 0,77 (0,53-1,11) —
σε 48 μήνες (95% CI)
Χρόνος έως cCCyR 1,45 (1,20-1,77)
Χρόνος έως MMR 1,55 (1,26-1,91) —
Αντοχή της cCCyR 0,81 (0,56-1,17) —
σε 60 μήνες (95% CI)
Χρόνος έως cCCyR
1,46 (1,20-1,77) p = 0,0001
Χρόνος έως MMR 1,54 (1,25-1,89) p < 0,0001
Αντοχή της cCCyR 0,79 (0,55-1,13) p = 0,1983
α Επιβεβαιωμένη ολοκληρωμένη κυτταρογενετική ανταπόκριση (cCCyR) ορίζεται ως η ανταπόκριση που αναφέρεται σε δύο συνεχόμενες περιπτώσεις (τουλάχιστον με διαφορά 28 ημερών).
β Ολοκληρωμένη κυτταρογενετική ανταπόκριση (cCCyR) βασίζεται σε μία αξιολόγηση κυτταρογενετικής ανταπόκρισης μυελού των οστών.
γ Η μείζων μοριακή ανταπόκριση (σε οποιαδήποτε στιγμή) ορίστηκε ως ποσοστά BCR-ABL ≤ 0,1% σε σχέση με RQ-PCR σε δείγματα περιφερικού αίματος σύμφωνα με τα πρότυπα του Διεθνούς συστήματος μονάδας μέτρησης. Αυτά είναι αθροιστικά ποσοστά που αντιπροσωπεύουν την ελάχιστη διάρκεια παρακολούθησης για το δηλωμένο χρονοδιάγραμμα.
* Προσαρμοσμένo για τον Βαθμό Hasford και σημειωμένη στατιστική σημαντικότητα σε προκαθορισμένο επίπεδο σημαντικότητας.
CI = διάστημα εμπιστοσύνης
Μετά από 60 μήνες διάρκεια παρακολούθησης, ο διάμεσος χρόνος στο cCCyR ήταν 3,1 μήνες στην ομάδα δασατινίμπης και 5,8 μήνες στην ομάδα ιματινίμπης σε ασθενείς με επιβεβαιωμένο CCyR. Ο διάμεσος χρόνος στην MMR μετά από 60 μήνες διάρκεια παρακολούθησης ήταν 9,3 μήνες στην ομάδα δασατινίμπης και 15,0 μήνες στην ομάδα ιματινίμπης σε ασθενείς με MMR. Τα αποτελέσματα αυτά συμβαδίζουν με αυτά που φαίνονται στους 12, 24 και 36 μήνες.
Ο χρόνος έως τη MMR παρουσιάζεται γραφικά στο Σχεδιάγραμμα 1. Ο χρόνος έως τη MMR ήταν σταθερά μικρότερος στους ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη συγκρινόμενοι με τους ασθενείς που έλαβαν ιματινίμπη.
Σχεδιάγραμμα 1: Εκτίμηση Kaplan-Meier για το χρόνο μέχρι τη μείζονα μοριακή ανταπόκριση (MMR)
Δασατινίμπη
Ελεγχόμενο
- Ιματινίμπη
Ελεγχόμενο
ΟΜΑΔΑ # ΑΠΟΚΡΙΤΕΣ / # ΤΥΧΑΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΟΣΟΣΤΟ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (95% CI)
Δασατινίμπη 198 / 259
Ιματινίμπη 167 / 260
Δασατινίμπη έναντι ιματινίμπης 1,54 (1,25 - 1,89)
Τα ποσοστά των cCCyR στις ομάδες θεραπείας δασατινίμπης και ιματινίμπης, αντιστοίχως, μέσα σε 3 μήνες (54% και 30%), 6 μήνες (70% και 56%), 9 μήνες (75% και 63%) 24 μήνες (80% και 74%), 36
μήνες (83% και 77%), 48 μήνες (83% και 79%) και 60 μήνες (83% και 79%) ήταν σύμφωνα με τον πρωταρχικό καταληκτικό σημείο. Τα ποσοστά της MMR στις ομάδες θεραπείας δασατινίμπης και ιματινίμπης, αντιστοίχως, μέσα σε 3 μήνες (8% και 0,4%), 6 μήνες (27% και 8%), 9 μήνες (39% και
18%), 12 μήνες (46% και 28%) 24 μήνες (64% και 46%), 36 μήνες (67% και 55%), 48 μήνες (73% και 60%) και 60 μήνες (76% και 64%) ήταν επίσης σύμφωνα με τον πρωταρχικό καταληκτικό σημείο.
Τα ποσοστά της MMR ανά συγκεκριμένο χρονικό σημείο παρουσιάζονται γραφικά στο Σχεδιάγραμμα
2. Τα ποσοστά της MMR ήταν σταθερά υψηλότερα στους ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη συγκρινόμενοι με τους ασθενείς που έλαβαν ιματινίμπη.
Σχεδιάγραμμα 2: Ποσοστά MMR με την πάροδο του χρόνου - όλοι οι τυχαιοποιημένοι ασθενείς σε μία φάσης 3 μελέτη ασθενών με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ
% με MMR
Μήνες από την τυχαιοποίηση
Δασατινίμπη 100 mg μία φορά την ημέρα
N 259
--------- Ιματινίμπη 400 mg μία φορά την ημέρα 260
Η αναλογία των ασθενών που πέτυχαν ποσοστό BCR-ABL <0,01% (4 φορές λογαριθμική μείωση) σε οποιαδήποτε στιγμή ήταν υψηλότερη στην ομάδα δασατινίμπης σε σχέση με την ομάδα ιματινίμπης (54,1% έναντι 45%). Η αναλογία των ασθενών που πέτυχαν ποσοστό BCR- ABL <0,0032% (4,5 φορές λογαριθμική μείωση) σε οποιαδήποτε στιγμή ήταν υψηλότερη στην ομάδα δασατινίμπης σε σχέση με την ομάδα ιματινίμπης (44% έναντι 34%).
Τα ποσοστά MR4.5 με την πάροδο του χρόνου παρουσιάζονται γραφικά στο Σχεδιάγραμμα 3. Τα ποσοστά MR4.5 με την πάροδο του χρόνου ήταν σταθερά υψηλότερα στους ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη συγκρινόμενοι με τους ασθενείς που έλαβαν ιματινίμπη.
Σχεδιάγραμμα 3: Ποσοστά MR4.5 με την πάροδο του χρόνου - όλοι οι τυχαιοποιημένοι ασθενείς σε μία φάσης 3 μελέτη ασθενών με προσφάτως διαγνωσθείσα χρόνιας φάσης ΧΜΛ
N
Δασατινίμπη 100 mg μία φορά την 259
ημέρα
--------- Ιματινίμπη 400 mg μία φορά την ημέρα 260
Το ποσοστό MMR σε οποιαδήποτε στιγμή σε κάθε ομάδα κινδύνου όπως προσδιορίστηκε από την κλίμακα Hasford ήταν υψηλότερο στην ομάδα δασατινίμπης σε σχέση με την ομάδα ιματινίμπης (χαμηλός κίνδυνος: 90% και 69%, μέτριος κίνδυνος: 71% και 65%, υψηλός κίνδυνος 67% και 54% αντιστοίχως).
Σε μία πρόσθετη ανάλυση, περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν αγωγή δασατινίμπης (84%) πέτυχαν πρώιμη μοριακή ανταπόκριση (που ορίζεται ως επίπεδα BCR-ABL < 10% στους 3 μήνες) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν ιματινίμπη (64%). Οι ασθενείς που πέτυχαν πρώιμη μοριακή ανταπόκριση είχαν χαμηλότερο κίνδυνο μετάλλαξης, υψηλότερο ποσοστό επιβίωσης χωρίς επιδείνωση (PFS) και υψηλότερο ποσοστό συνολικής επιβίωσης (OS), όπως εμφανίζεται στον Πίνακα 10.
Πίνακας 10: Ασθενείς που έλαβαν Δασατινίμπη με BCR-ABL < 10% και > 10% στους 3 μήνες
Δασατινίμπη N = 235
Ασθενείς με BCR-ABL
< 10% στους 3 μήνες
Ασθενείς με BCR-ABL
> 10% στους 3 μήνες
Αριθμός ασθενών (%) 198 (84,3) 37 (15,7)
Μετάλλαξη στους 60 μήνες, n/N (%) 6/198 (3,0) 5/37 (13,5) Ποσοστό της PFS στους 60 μήνες 92,0% (89,6, 95,2) 73,8% (52,0, 86,8)
(95% CI)
Ποσοστό της OS στους 60 μήνες 93,8% (89,3, 96,4) 80,6% (63,5, 90,2)
(95% CI)
Το ποσοστό OS ανά συγκεκριμένο χρονικό σημείο παρουσιάζεται γραφικά στο Σχεδιάγραμμα 4. Το ποσοστό OS ήταν σταθερά υψηλότερο στους ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη και πέτυχαν επίπεδα BCR-ABL < 10% στους 3 μήνες σε σχέση με εκείνους που δεν πέτυχαν τα ίδια επίπεδα.
ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙΖΩΝΤΩΝΣχεδιάγραμμα 4: Διάγραμμα - ορόσημο της συνολικής επιβίωσης για τη δασατινίμπη βάσει του επιπέδου της BCR-ABL (< 10% ή > 10%) στους 3 μήνες σε μία φάσης 3 μελέτη προσφάτως διαγνωσθέντων ασθενών με χρόνιας φάσης ΧΜΛ
| ΜΗΝΕΣ | ||||||||||
| Ασθενείς σε κίνδυνο | ||||||||||
| <=10% 198 198 197 196 | 195 | 193 | 193 | 191 | 191 | 190 | 188 | 187 | 187 | 184 182 181 180 179 179 177 171 96 54 29 3 0 |
| >10% 37 37 37 35 | 34 | 34 | 34 | 33 | 33 | 31 | 30 | 29 | 29 | 29 28 28 28 27 27 27 26 15 10 6 0 0 |
≤10% >10%
Ελέγχόμενο Ελεγχόμενο
| ΟΜΑΔΑ | # ΘΑΝΑΤΩΝ / # ΑΣΘΕΝΩΝ | ΔΙΑΜΕΣΗ ΤΙΜΗ (95% CI) | ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (95% CI) |
| ≤10% | 14/198 | .(. - .) | |
| >10% | 8/37 | .(. - .) | |
| 0,29 (0,12 – 0,69) |
Ως επιδείνωση της νόσου ορίστηκε η αύξηση των λευκοκυττάρων παρά την κατάλληλη θεραπευτική χορήγηση, η απώλεια της CHR, της μερικής CyR ή της CCyR, ή η επιδείνωση σε ταχέως εξελισσόμενη ή βλαστική φάση, ή ο θάνατος. Η εκτίμηση για το ποσοστό PFS στους 60 μήνες ήταν 88,9% (CI: 84% - 92,4%) και για τις δύο ομάδες θεραπείας με δασατινίμπη και ιματινίμπη. Στους 60 μήνες, η μετάλλαξη σε ταχέως εξελισσόμενη ή βλαστική φάση εκδηλώθηκε σε λιγότερους ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη (n = 8, 3%) σε σχέση με αυτούς που έλαβαν ιματινίμπη (n = 15, 5,8%). Το εκτιμώμενο ποσοστό επιβίωσης στους 60 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν δασατινίμπη και ιματινίμπη ήταν 90,9% (CI: 86,6% - 93,8%) και 89,6% (CI: 85,2% - 92,8%), αντιστοίχως. Δεν υπήρχε
διαφορά στην OS (HR 1,01, 95% CI: 0,58 - 1,73, p= 0,9800) και την PFS (HR 1,00, 95% CI: 0,58 -
1,72, p = 0,9998) μεταξύ της δασατινίμπης και της ιματινίμπης
Σε ασθενείς που αναφέρουν επιδείνωση της νόσου ή διακοπή της θεραπείας δασατινίμπης ή ιματινίμπης, η αλληλουχία BCR-ABL έγινε σε δείγματα αίματος ασθενών όπου αυτά είναι διαθέσιμα. Παρόμοια ποσοστά μεταλλάξεων παρατηρήθηκαν και στα δύο σκέλη της θεραπείας. Οι μεταλλάξεις που ανιχνεύθηκαν στους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με δασατινίμπη ήταν T315I, F317I/L και V299L. Ένα διαφορετικό φάσμα μετάλλαξης ανιχνεύθηκε στο σκέλος της θεραπείας με ιματινίμπη. Η δασατινίμπη δε φαίνεται να είναι ενεργό κατά της μετάλλαξης T315I, με βάση in vitro δεδομένα.
Χρόνια φάση της ΧΜΛ - Αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη
Δύο κλινικές μελέτες διεξήχθησαν σε ασθενείς ανθεκτικούς ή με δυσανεξία στην ιματινίμπη. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο για την αποτελεσματικότητα σε αυτές τις μελέτες ήταν η Μείζων Κυτταρογενετική Ανταπόκριση (Major Cytogenetic Response - MCyR).
Μελέτη 1
Μία ανοικτή, τυχαιοποιημένη, μη συγκριτική πολυκεντρική μελέτη, διεξήχθη σε ασθενείς που απέτυχαν στην αρχική θεραπεία με 400 ή 600 mg ιματινίμπη. Τυχαιοποιήθηκαν (2:1) σε είτε δασατινίμπη (70 mg δύο φορές την ημέρα) ή ιματινίμπη (400 mg δύο φορές την ημέρα). Εφόσον οι ασθενείς έδειχναν σημεία επιδείνωσης της νόσου ή δυσανεξία που δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί με προσαρμογή της δόσης, επετράπη η μετάβαση στο βραχίονα της εναλλακτικής θεραπείας. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η MCyR σε 12 εβδομάδες. Υπάρχουν αποτελέσματα για 150 ασθενείς: 101 τυχαιοποιήθηκαν στη δασατινίμπη και 49 στην ιματινίμπη (όλοι με αντίσταση στην ιματινίμπη). Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση στη τυχαιοποίηση ήταν 64 μήνες για την ομάδα της δασατινίμπης και 52 μήνες για την ομάδα της ιματινίμπης. Σε όλους τους ασθενείς χορηγήθηκε εκτενής θεραπεία εκ των προτέρων. Προηγούμενη πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (CHR) στην ιματινίμπη επετεύχθη στο 93% του συνολικού πληθυσμού. Προηγούμενη MCyR στην ιματινίμπη επετεύχθη στο 28% και 29% των ασθενών στους βραχίονες της δασατινίμπης και της ιματινίμπης, αντιστοίχως.
Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 23 μήνες για τη δασατινίμπη (με το 44% των ασθενών σε θεραπεία για > 24 μήνες έως σήμερα) και 3 μήνες για την ιματινίμπη (με το 10% των ασθενών σε θεραπεία για > 24 μήνες έως σήμερα). Ενενήντα τρία τοις εκατό των ασθενών στον βραχίονα της δασατινίμπης και 82% των ασθενών στο βραχίονα της ιματινίμπης πέτυχαν CHR πριν από τη μετάβαση.
Στους 3 μήνες παρουσιάσθηκε MCyR πιο συχνά στο βραχίονα της δασατινίμπης (36%) απ' ότι στο βραχίονα της ιματινίμπης (29%). Είναι αξιοσημείωτο ότι 22% των ασθενών ανέφερε πλήρη κυτταρογενετική ανταπόκριση (CCyR) στο βραχίονα της δασατινίμπης, ενώ μόνο 8% πέτυχαν μία CCyR στο βραχίονα της ιματινίμπης. Με θεραπεία μεγαλύτερης διάρκειας και παρακολούθηση (διάμεση διάρκεια 24 μηνών), MCyR επετεύχθη στο 53% των ασθενών που έλαβαν δασατινίμπη (CCyR στο 44%) και στο 33% των ασθενών που έλαβαν ιματινίμπη (CCyR στο 38%) πριν τη μετάβαση. Μεταξύ των ασθενών που είχαν λάβει 400 mg ιματινίμπη πριν την ένταξη στη μελέτη, MCyR επετεύχθη στο 61% των ασθενών στο βραχίονα της δασατινίμπης και στο 50% στο βραχίονα της ιματινίμπης.
Με βάση τις εκτιμήσεις Kaplan-Meier, το ποσοστό των ασθενών που διατήρησαν τη MCyR για 1 χρόνο ήταν 92% (95% CI: [85% - 100%]) για τη δασατινίμπη (CCyR 97%, 95% CI: [92% - 100%]) και 74% (95% CI: [49% - 100%]) για την ιματινίμπη (CCyR 100%). Το ποσοστό των ασθενών που διατήρησαν τη MCyR για 18 μήνες ήταν 90% (95% CI: [82% - 98%]) για τη δασατινίμπη (CCyR 94%, 95% CI: [87% - 100%]) και 74% (95% CI: [49% - 100%]) για την ιματινίμπη (CCyR 100%).
Με βάση τις εκτιμήσεις Kaplan-Meier, το ποσοστό των ασθενών που είχαν επιβίωση χωρίς επιδείνωση (progression-free survival, PFS) για 1 χρόνο ήταν 91% (95% CI: [85% - 97%]) για τη δασατινίμπη και 73% (95% CI: [54% - 91%]) για την ιματινίμπη. Το ποσοστό των ασθενών που είχαν PFS για 2 έτη ήταν 86% (95% CI: [78% - 93%]) για τη δασατινίμπη και 65% (95% CI: [43% - 87%]) για την ιματινίμπη.
Συνολικά το 43% των ασθενών στο βραχίονα της δασατινίμπης, και το 82% στο βραχίονα της ιματινίμπης παρουσίασαν θεραπευτική αποτυχία, οριζόμενη ως εξέλιξη της νόσου ή μετάβαση στην άλλη θεραπεία (έλλειψη ανταπόκρισης, δυσανεξία στο υπό μελέτη φαρμακευτικό προϊόν, κ.λπ.).
Η συχνότητα μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (οριζόμενη ως BCR-ABL/μεταγραφές ελέγχου < 0,1% με RQ-PCR σε περιφερικά δείγματα αίματος) πριν τη μετάβαση ήταν 29% για τη δασατινίμπη και 12% για την ιματινίμπη.
Μελέτη 2
Μία ανοικτή, ενός βραχίονα, πολυκεντρική μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς ανθεκτικούς ή με δυσανεξία στην ιματινίμπη (δηλαδή ασθενείς που παρουσίασαν σημαντική τοξικότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιματινίμπη που καθιστούσε αδύνατη περαιτέρω θεραπεία).
Συνολικά 387 ασθενείς έλαβαν δασατινίμπη 70 mg δύο φορές την ημέρα (288 ανθεκτικοί και 99 με δυσανεξία). Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση μέχρι την έναρξη της θεραπείας ήταν 64 μήνες. Η πλειονότητα των ασθενών (53%) είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με ιματινίμπη για περισσότερο από 3 χρόνια. Οι περισσότεροι ανθεκτικοί ασθενείς (72%) είχαν λάβει > 600 mg ιματινίμπη. Επιπλέον της ιματινίμπης, το 35% των ασθενών είχαν λάβει προηγούμενη κυτταροτοξική χημειοθεραπεία, το 65% είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ιντερφερόνη, και το 10% είχαν δεχθεί προηγούμενη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων. Τριάντα οκτώ τοις εκατό των ασθενών είχαν μεταλλάξεις κατά την έναρξη που ήταν γνωστό ότι παραπέμπουν σε αντίσταση στην ιματινίμπη. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας με δασατινίμπη ήταν 24 μήνες με το 51% των ασθενών να έχει λάβει θεραπεία για > 24 μήνες έως σήμερα. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας αναφέρονται στον Πίνακα 11. MCyR επετεύχθη σε 55% των ανθεκτικών στην ιματινίμπη ασθενών και στο 82% των ασθενών με δυσανεξία στην ιματινίμπη. Με μία κατ' ελάχιστον παρακολούθηση για 24 μήνες, 21 από τους 240 ασθενείς που είχαν πετύχει MCyR είχαν εξελιχθεί και η διάμεση διάρκεια της MCyR δεν είχε επιτευχθεί.
Με βάση τις εκτιμήσεις Kaplan-Meier, 95% (95% CI: [92% - 98%]) των ασθενών διατήρησαν τη MCyR για 1 χρόνο και 88% (95% CI: [83% - 93%]) διατήρησαν τη MCyR για 2 έτη. Το ποσοστό των ασθενών που διατήρησαν τη CCyR για 1 χρόνο ήταν 97% (95% CI: [94% - 99%]) και για 2 έτη 90% (95% CI: [86% - 95%]). Σαράντα δύο τοις εκατό των ανθεκτικών στην ιματινίμπη ασθενών χωρίς προηγούμενη MCyR στην ιματινίμπη (n= 188) πέτυχαν MCyR με τη δασατινίμπη.
Υπήρχαν 45 διαφορετικές μεταλλάξεις BCR-ABL στο 38% των ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη. Πλήρης αιματολογική ανταπόκριση ή MCyR επετεύχθη σε ασθενείς που είχαν ποικιλία μεταλλάξεων BCR-ABL συσχετιζόμενες με αντοχή στην ιματινίμπη εκτός της Τ315Ι. Τα ποσοστά MCyR στα 2 έτη ήταν παρόμοια ανεξαρτήτως εάν οι ασθενείς είχαν αρχική μετάλλαξη BCR-ABL, μετάλλαξη P-loop, ή καμιά (63%, 61% και 62% αντίστοιχα).
Μεταξύ των ανθεκτικών στην ιματινίμπη ασθενών, το εκτιμώμενο ποσοστό PFS ήταν 88% (95% CI: [84% - 92%]) στο 1 χρόνο και 75% (95% CI: [69% - 81%]) στα 2 έτη. Μεταξύ των ασθενών με
δυσανεξία στην ιματινίμπη, το εκτιμώμενο ποσοστό PFS ήταν 98% (95% CI: [95% - 100%]) στο 1
χρόνο και 94% (95% CI: [88% - 99%]) στα 2 χρόνια.
Το ποσοστό μείζονος μοριακής ανταπόκρισης στους 24 μήνες ήταν 45% (35% για τους ανθεκτικούς στην ιματινίμπη ασθενείς και 74% για τους ασθενείς με δυσανεξία στην ιματινίμπη).
Ταχέως εξελισσόμενη φάση της ΧΜΛ
Μία ανοικτή, ενός βραχίονα, πολυκεντρική μελέτη διεξήχθη σε ασθενείς με δυσανεξία ή ανθεκτικούς στην ιματινίμπη. Συνολικά 174 ασθενείς έλαβαν τη δασατινίμπη 70 mg δύο φορές την ημέρα (161 ανθεκτικοί και 13 με δυσανεξία στην ιματινίμπη). Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση μέχρι την έναρξη της θεραπείας ήταν 82 μήνες. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας με τη δασατινίμπη ήταν 14
μήνες με το 31% των ασθενών στη θεραπεία για > 24 μήνες μέχρι σήμερα. Το ποσοστό μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (που εκτιμήθηκε σε 41 ασθενείς με CCyR) ήταν 46% στους 24 μήνες. Περαιτέρω δεδομένα αποτελεσματικότητας αναφέρονται στον Πίνακα 11.
Μυελογενής βλαστικής φάσης της ΧΜΛ
Μία ανοικτή, ενός βραχίονα, πολυκεντρική μελέτη διεξήχθη σε ασθενείς με δυσανεξία ή ανθεκτικούς στην ιματινίμπη. Συνολικά 109 ασθενείς έλαβαν δασατινίμπη 70 mg δύο φορές την ημέρα (99 ανθεκτικοί και 10 με δυσανεξία στην ιματινίμπη). Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση μέχρι την έναρξη της θεραπείας ήταν 48 μήνες. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας με τη δασατινίμπη ήταν 3,5 μήνες με το 12% των ασθενών στη θεραπεία για > 24 μήνες μέχρι σήμερα. Το ποσοστό μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (που εκτιμήθηκε σε 19 ασθενείς με CCyR) ήταν 68% στους 24 μήνες.
Περαιτέρω δεδομένα αποτελεσματικότητας αναφέρονται στον Πίνακα 11.
Λεμφοειδής βλαστικής φάσης της ΧΜΛ και της Ph+ ΟΛΛ
Μία ανοικτή, ενός βραχίονα, πολυκεντρική μελέτη διεξήχθη σε ασθενείς με λεμφοειδή βλαστική φάση της ΧΜΛ ή της Ph+ ΟΛΛ, που ήταν ανθεκτικοί ή με δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη. Συνολικά 48 ασθενείς με λεμφοειδή βλαστική ΧΜΛ έλαβαν δασατινίμπη 70 mg δύο φορές την ημέρα (42 ανθεκτικοί και 6 με δυσανεξία στην ιματινίμπη). Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση μέχρι την έναρξη της θεραπείας ήταν 28 μήνες. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας με τη δασατινίμπη ήταν 3 μήνες με το 2% των ασθενών στη θεραπεία για > 24 μήνες μέχρι σήμερα. Το ποσοστό μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (σύνολο 22 ασθενών με CCyR) ήταν 50% στους 24 μήνες. Επιπλέον 46 ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ έλαβαν δασατινίμπη 70 mg δύο φορές την ημέρα (44 ανθεκτικοί και 2 με δυσανεξία στην ιματινίμπη). Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση μέχρι την έναρξη της θεραπείας ήταν 18 μήνες. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας με δασατινίμπη ήταν 3 μήνες με το 7% των ασθενών στη θεραπεία για > 24 μήνες μέχρι σήμερα. Το ποσοστό μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (σύνολο 25 ασθενών με CCyR) ήταν 52% στους 24 μήνες. Περαιτέρω δεδομένα αποτελεσματικότητας αναφέρονται στον Πίνακα 11. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι μείζονες αιματολογικές ανταποκρίσεις (MaHR) επετεύχθησαν γρήγορα (οι περισσότερες εντός 35 ημερών για την πρώτη χορήγηση δασατινίμπης για τους ασθενείς με λεμφοειδή βλαστική ΧΜΛ, και εντός 55 ημερών για τους ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ).
Πίνακας 11: Αποτελεσματικότητα σε κλινικές μελέτες φάσης ΙΙ ενός βραχίονα της
| δασατινίμπηςα | |||||
| Ταχέως | Μυελογενής | Λεμφοειδής | |||
| Χρόνια | εξελισσόμενη | βλαστική | βλαστική | Ph+ ALL | |
| (n= 387) | (n= 174) | (n= 109) | (n= 48) | (n= 46) | |
| Αιματολογική ανταπόκρισηβ (%) | |||||
| MaHR (95% CI) n/a | 64% (57-72) | 33% (24-43) | 35% (22-51) | 41% (27-57) | |
| CHR (95% CI) 91% (88-94) | 50% (42-58) | 26% (18-35) | 29% (17-44) | 35% (21-50) | |
| NEL (95% CI) n/a | 14% (10-21) | 7% (3-14) | 6% (1-17) | 7% (1-18) | |
| Διάρκεια MaHR (%, εκτιμήσεις Kaplan-Meier) | |||||
| 1 χρόνος | n/a | 79% (71-87) | 71% (55-87) | 29% (3-56) | 32% (8-56) |
| 2 χρόνια | n/a | 60% (50-70) | 41% (21-60) | 10% (0-28) | 24% (2-47) |
| Κυτταρογενετική ανταπόκρισηγ (%) | |||||
| MCyR (95% CI) | 62% (57-67) | 40% (33-48) | 34% (25-44) | 52% (37-67) | 57% (41-71) |
| CCyR (95% CI) | 54% (48-59) | 33% (26-41) | 27% (19-36) | 46% (31-61) | 54% (39-69) |
Επιβίωση (%, εκτιμήσεις Kaplan-Meier
Ελεύθερη επιδείνωσης
| 1 χρόνος | 91% (88-94) | 64% (57-72) | 35% (25-45) | 14% (3-25) | 21% (9-34) |
| 2 χρόνια | 80% (75-84) | 46% (38-54) | 20% (11-29) | 5% (0-13) | 12% (2-23) |
| Συνολική1 χρόνος | 97% (95-99) | 83% (77-89) | 48% (38-59) | 30% (14-47) | 35% (20-51) |
| 2 χρόνια | 94% (91-97) | 72% (64-79) | 38% (27-50) | 26% (10-42) | 31% (16-47) |
Τα στοιχεία που περιγράφονται σε αυτόν τον πίνακα είναι από μελέτες όπου χρησιμοποιήθηκε μία αρχική δόση των 70 mg δύο φορές την ημέρα. Βλέπε παράγραφο 4.2 για την συνιστώμενη αρχική δόση.
α Οι αριθμοί με έντονη γραμματοσειρά είναι αποτελέσματα πρωτευόντων καταληκτικών σημείων.
β Κριτήρια αιματολογικής ανταπόκρισης (όλες οι ανταποκρίσεις επιβεβαιώθηκαν μετά από 4 εβδομάδες): Μείζονα αιματολογική ανταπόκριση: (MaHR) = πλήρης αιματολογική ανταπόκριση + απουσία ενδείξεων λευχαιμίας (NEL).
CHR (χρόνια ΧΜΛ): Λευκοκύτταρα (WBC) ≤ καθιερωμένου ULN, αιμοπετάλια < 450.000/mm3, κανένα βλαστικό κύτταρο ή προμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, < 5% μυελοκύτταρα συν μεταμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα < 20%, και καμιά εξωμυελική συμμετοχή.
CHR (προχωρημένη ΧΜΛ/Ph+ ΟΛΛ): WBC ≤ καθιερωμένου ULN, ANC ≥ 1.000/mm3, αιμοπετάλια ≥ 100.000/mm3, κανένα βλαστικό κύτταρο ή προμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βλαστικά κύτταρα του μυελού των οστών ≤ 5%, < 5% μυελοκύτταρα συν μεταμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα < 20%, και καμιά εξωμυελική συμμετοχή.
NEL: τα ίδια κριτήρια όπως και για τη CHR αλλά ANC ≥ 500/mm3 και < 1.000/mm3, ή αιμοπετάλια ≥ 20.000/mm3 και ≤ 100.000/mm3.
γ Κριτήρια αιματολογικής ανταπόκρισης: πλήρης (0% Ph+ μεταφάσεις) ή μερική (> 0%-35%). Η μείζων κυτταρογενετική ανταπόκριση (MCyR) (0%-35%) συνδυάζει αμφότερες πλήρη και μερική ανταπόκριση.
n/a = δεν εφαρμόζεται∙ CI = διάστημα εμπιστοσύνης∙ ULN = άνω όριο διαστήματος των φυσιολογικών τιμών.
Η εξέλιξη των ασθενών με μεταμόσχευση μυελού των οστών μετά τη θεραπεία με δασατινίμπη δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως.
Κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια, ταχέως εξελισσόμενη, ή μυελογενή βλαστικής φάσης και Ph+ ΟΛΛ που ήταν ανθεκτικοί ή με δυσανεξία στην ιματινίμπη Διεξήχθησαν δύο τυχαιοποιημένες ανοιχτές κλινικές μελέτες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της δασατινίμπης χορηγουμένης μία φορά την ημέρα, σε σύγκριση με
δασατινίμπη χορηγούμενη δύο φορές την ημέρα. Τα αποτελέσματα που περιγράφονται παρακάτω βασίζονται σε ελάχιστη παρακολούθηση 2 χρόνων και 7 χρόνων μετά την έναρξη θεραπείας με δασατινίμπη.
Μελέτη 1
Στη μελέτη σε ΧΜΛ χρόνιας φάσης, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μείζων κυτταρογενετική ανταπόκριση (MyCR) σε ασθενείς ανθεκτικούς στην ιματινίμπη. Το κύριο δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η MyCR ανά επίπεδο συνολικής ημερήσιας δόσης σε ασθενείς ανθεκτικούς στην ιματινίμπη. Άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν τη διάρκεια της MyCR, την PFS, και τη συνολική επιβίωση. Ένα σύνολο 670 ασθενών, από τους οποίους 497 ήταν ανθεκτικοί στην ιματινίμπη, τυχαιοποιήθηκε σε ομάδες των 100 mg δασατινίμπη μία φορά την ημέρα, 140 mg μία φορά την ημέρα, 50 mg δύο φορές την ημέρα, ή 70 mg δύο φορές την ημέρα. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας για όλους τους ασθενείς που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αγωγή με ελάχιστη περίοδο παρακολούθησης 5 ετών (n=205) ήταν 59 μήνες (εύρος 28-66 μήνες). Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας για όλους τους ασθενείς στα 7 χρόνια παρακολούθησης ήταν 29,8 μήνες (εύρος < 1-92,9 μήνες).
Αποτελεσματικότητα επιτεύχθηκε σε όλες τις ομάδες θεραπείας με δασατινίμπη, όπου το σχήμα χορήγησης μίας φοράς την ημέρα παρουσίασε συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα (μη κατωτερότητα) με το σχήμα των δύο φορών την ημέρα, ως προς το πρωτεύον καταληκτικό σημείο (διαφορά MyCR 1,9%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% [-6,8% - 10,6%]). Ωστόσο, το σχήμα των 100 mg χορηγούμενων μία φορά την ημέρα επέδειξε βελτιωμένη ασφάλεια και ανοχή. Δεδομένα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στους Πίνακες 12 και 13.
Πίνακας 12: Αποτελεσματικότητα της δασατινίμπης στη φάσης III μελέτης βελτιστοποίησης της δόσης: ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ και αντοχή ή δυσανεξία στην ιματινίμπη (αποτελέσματα 2 χρόνων)α
Όλοι οι ασθενείς n=167 Ασθενείς με αντοχή στην ιματινίμπη n=124
Ποσοστό αιματολογικής ανταπόκρισηςβ (%) (95% CI)
CHR 92% (86–95)
Κυτταρογενετική ανταπόκρισηγ (%) (95% CI)
MCyR
Όλοι οι ασθενείς 63% (56–71)
Ασθενείς με αντοχή στην ιματινίμπη 59% (50–68)
CCyR
Όλοι οι ασθενείς 50% (42–58)
Ασθενείς με αντοχή στην ιματινίμπη
44% (35–53)
Μείζων μοριακή ανταπόκριση σε ασθενείς που πέτυχαν CCyRδ (%) (95% CI)
Όλοι οι ασθενείς 69% (58–79)
Ασθενείς με αντοχή στην ιματινίμπη 72% (58–83)
α Τα αποτελέσματα αναφέρθηκαν για τη ομάδα της συνιστώμενης δόσης έναρξης των 100 mg μία φορά την ημέρα.
β Κριτήρια αιματολογικής ανταπόκρισης (όλες οι ανταποκρίσεις επιβεβαιώθηκαν μετά από 4 εβδομάδες): Πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (CHR) (χρόνια ΧΜΛ): WBC < καθιερωμένου ULN, αιμοπετάλια
<450.000/mm3, απουσία βλαστικών ή προμυελοκυττάρων στο περιφερικό αίμα, <5% μυελοκύτταρα συν μεταμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, <20% βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα και απουσία εξωμυελικής συμμετοχής.
γ Κριτήρια κυτταρογενετικής ανταπόκρισης: πλήρης (0% Ph+ μεταφάσεις) ή μερική (>0% - 35%). Η MCyR (0% - 35%) συνδυάζει την πλήρη και τη μερική ανταπόκριση.
δ Κριτήρια μείζονος μοριακής ανταπόκρισης: Ορίζεται ως BCR-ABL/μεταγραφές ελέγχου <0,1% σε δείγματα περιφερικού αίματος μέσω RQ-PCR
Πίνακας 13: Μακροχρόνια αποτελεσματικότητα δασατινίμπης σε φάσης 3 μελέτη βελτιστοποίησης της δόσης: ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ και αντοχή ή δυσανεξία στην ιματινίμπηα
Ελάχιστη περίοδος παρακολούθησης
| 1 χρόνος | 2 χρόνια | 5 χρόνια | 7 χρόνια | |
| Μείζων μοριακή | ||||
| ανταπόκριση | ||||
| Όλοι οι ασθενείς | NA | 37% (57/154) | 44% (71/160) | 46% (73/160) |
| Ασθενείς με αντοχή στην ιματινίμπη | NA | 35% (41/117) | 42% (50/120) | 43% (51/120) |
| Ασθενείς με δυσανεξία στηνιματινίμπη | NA | 43% (16/37) | 53% (21/40) | 55% (22/40) |
| Επιβίωση χωρίς επιδείνωσηβ | ||||
| Όλοι οι ασθενείς | 90% (86, 95) | 80% (73, 87) | 51% (41, 60) | 42% (33, 51) |
| Ασθενείς με αντοχή στην | 88% (82, 94) | 77% (68, 85) | 49% (39, 59) | 39% (29, 49) |
| ιματινίμπηΑσθενείς με δυσανεξία στην | 97% (92, 100) | 87% (76, 99) | 56% (37, 76) | 51% (32, 67) |
| ιματινίμπη | ||||
| Συνολική επιβίωση | ||||
| Όλοι οι ασθενείς | 96% (93, 99) | 91% (86, 96) | 78% (72, 85) | 65% (56, 72) |
| Ασθενείς με αντοχή στην | 94% (90, 98) | 89% (84, 95) | 77% (69, 85) | 63% (53, 71) |
| ιματινίμπη | ||||
| Ασθενείς με δυσανεξία στην | 100% (100, 100) | 95% (88, 100) | 82% (70, 94) | 70% (52, 82) |
| ιματινίμπη |
α Τα αποτελέσματα αναφέρθηκαν για τη ομάδα της συνιστώμενης δόσης των 100 mg μία φορά την ημέρα.
β Ως επιδείνωση ορίστηκε η αύξηση του αριθμού των WBC, η απώλεια της CHR ή MCyR, η αύξηση ≥30% στις Ph+ μεταφάσεις, η επιβεβαιωμένη νόσος AP/BP ή ο θάνατος. Η PFS αναλύθηκε με βάση την αρχή της πρόθεσης για θεραπεία και οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε παρακολούθηση για συμβάματα συμπεριλαμβανομένης της επακόλουθης θεραπείας.
Με βάση τις εκτιμήσεις Kaplan-Meier, το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν δασατινίμπη 100 mg μία φορά την ημέρα και οι οποίοι διατήρησαν MCyR επί 18 μήνες ήταν 93% (95% CI: [88% - 98%]).
Η αποτελεσματικότητα εκτιμήθηκε επίσης σε ασθενείς με δυσανεξία στην ιματινίμπη. Σ' αυτό τον πληθυσμό ασθενών που λάμβανε 100 mg μία φορά την ημέρα, επιτεύχθηκε MCyR σε 77% και CCyR σε 67%.
Μελέτη 2
Στη μελέτη σε ΧΜΛ προχωρημένης φάσης και Ph+ ΟΛΛ, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μείζων αιματολογική ανταπόκριση (MaHR). Ένα σύνολο 611 ασθενών τυχαιοποιήθηκε είτε σε δασατινίμπη 140 mg μία φορά την ημέρα ή 70 mg δύο φορές την ημέρα. Η διάμεση διάρκεια της αγωγής ήταν περίπου 6 μήνες (εύρος 0,03-31 μήνες).
Το σχήμα χορήγησης μίας φοράς την ημέρα παρουσίασε συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα (μη κατωτερότητα) με το σχήμα των δύο φορών την ημέρα, ως προς το πρωτεύον καταληκτικό σημείο (διαφορά MaHR 0,8%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% [-7,1% - 8,7%]). Ωστόσο, το σχήμα των 140 mg χορηγούμενων μία φορά την ημέρα επέδειξε βελτιωμένη ασφάλεια και ανοχή.
Τα ποσοστά ανταπόκρισης παρουσιάζονται στον Πίνακα 14.
Πίνακας 14: Αποτελεσματικότητα δασατινίμπης σε μελέτη φάσης ΙΙΙ βελτιστοποίησης της δόσης: ΧΜΛ προχωρημένης φάσης και Ph+ ΟΛΛ (αποτελέσματα 2 χρόνων)α
| Ταχέωςεξελισσόμενη (n= 158) | Μυελογενήςβλαστική (n= 75) | Λεμφοειδήςβλαστική (n= 33) | Ph+ ALL (n= 40) | |
| MaHRβ | 66% | 28% | 42% | 38% |
| (95% CI) | (59-74) | (18-40) | (26-61) | (23-54) |
| 47% | 17% | 21% | 33% |
| (40-56) | (10-28) | (9-39) | (19-49) |
| 19% | 11% | 21% | 5% |
CHRβ (95% CI)
β
NEL
| (95% CI) | (13-26) | (5-20) | (9-39) | (1-17) |
| MCyRγ | 39% | 28% | 52% | 70% |
| (95% CI) | (31-47) | (18-40) | (34-69) | (54-83) |
| CCyR | 32% | 17% | 39% | 50% |
| (95% CI) | (25-40) | (10-28) | (23-58) | (34-66) |
α Τα αποτελέσματα αναφέρθηκαν για τη ομάδα της συνιστώμενης δόσης των 140 mg μία φορά την ημέρα. β Αιματολογικά κριτήρια ανταπόκρισης (όλες οι ανταποκρίσεις επιβεβαιώθηκαν μετά από 4 εβδομάδες): Μείζων αιματολογική ανταπόκριση (MaHR) = πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (CHR) + καμιά ένδειξη λευχαιμίας (NEL).
CHR: WBC ≤ καθιερωμένου ULN, ANC ≥ 1.000/mm3, αιμοπετάλια ≥ 100.000/mm3, κανένα βλαστικό κύτταρο ή προμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βλαστικά κύτταρα του μυελού των οστών ≤ 5%, < 5% μυελοκύτταρα συν μεταμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα < 20%, και καμιά εξωμυελική συμμετοχή.
NEL: ίδια κριτήρια όπως για CHR αλλά ANC ≥ 500/mm3 και < 1.000/mm3, ή αιμοπετάλια ≥ 20.000/mm3 και ≤ 100.000/mm3.
γ Η MCyR (>0%-35%) συνδυάζει αμφότερες πλήρη (0% Ph+ μεταφάσεις) και μερική ανταπόκριση. CI = διάστημα εμπιστοσύνης ULN = άνω όριο διαστήματος φυσιολογικών τιμών.
Σε ασθενείς με ταχέως εξελισσόμενης φάσης ΧΜΛ που έλαβαν τη δόση των 140 mg μία φορά την ημέρα, η διάμεση διάρκεια MaHR και η διάμεση συνολική επιβίωση δεν επετεύχθησαν ενώ η διάμεση PFS ήταν 25 μήνες.
Σε ασθενείς με ΧΜΛ μυελογενούς βλαστικής φάσης που έλαβαν τη δόση των 140 mg μία φορά την ημέρα, η διάμεση διάρκεια MaHR ήταν 8 μήνες, η διάμεση PFS ήταν 4 μήνες και η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 8 μήνες. Σε ασθενείς με ΧΜΛ λεμφοειδούς βλαστικής φάσης που έλαβαν τη δόση των 140 mg μία φορά την ημέρα, η διάμεση διάρκεια MaHR ήταν 5 μήνες, η διάμεση PFS ήταν 5 μήνες και η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 11 μήνες.
Σε ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ που έλαβαν τη δόση των 140 mg μία φορά την ημέρα, η διάμεση
διάρκεια MaHR ήταν 5 μήνες, η διάμεση PFS ήταν 4 μήνες και η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 7 μήνες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιατρικοί ασθενείς με ΧΜΛ
Μεταξύ των 130 ασθενών με χρόνιας φάσης ΧΜΛ που έλαβαν αγωγή σε δύο παιδιατρικές μελέτες, μία Φάσης I, ανοικτή, μη τυχαιοποιημένη μελέτη καθορισμού της δοσολογίας και μία Φάσης II, ανοικτή, μη τυχαιοποιημένη μελέτη, 84 ασθενείς (αποκλειστικά από τη μελέτη Φάσης II) είχαν διαγνωστεί προσφάτως με χρόνιας φάσης ΧΜΛ και 46 ασθενείς (17 από τη μελέτη Φάσης Ι και 29 από τη μελέτη Φάσης ΙΙ) είχαν αντίσταση ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη. Ενενήντα επτά από τους 130 παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ έλαβαν δισκία δασατινίμπης 60 mg/m2 μία φορά την ημέρα (μέγιστη δόση 100 mg μία φορά την ημέρα για ασθενείς με μεγάλη επιφάνεια σώματος). Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας.
Τα κύρια καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν: πλήρης κυτταρογενετική ανταπόκριση (CCyR), μείζων κυτταρογενετική ανταπόκριση (MCyR) και μείζων μοριακή ανταπόκριση (MMR). Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 15.
Πίνακας 15: Αποτελεσματικότητα δασατινίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνιας φάσης ΧΜΛ
Αθροιστική ανταπόκριση συναρτήσει του χρόνου με βάση την ελάχιστη περίοδο παρακολούθησης
| 3 μήνες | 6 μήνες | 12 μήνες | 24 μήνες | |
| CCyR | ||||
| (95% CI) | ||||
| Προσφάτως | 43,1% | 66,7% | 96,1% | 96,1% |
| διαγνωσθείσα | (29,3, 57,8) | (52,1, 79,2) | (86,5, 99,5) | (86,5, 99,5) |
| νόσος(N = 51)α | ||||
| Προηγούμενη | 45,7% | 71,7% | 78,3% | 82,6% |
| θεραπεία με ιματινίμπη(N = 46)β | (30,9, 61,0) | (56,5, 84,0) | (63,6, 89,1) | (68,6, 92,2) |
| MCyR | ||||
| (95% CI) |
| 60,8% | 90,2% | 98,0% | 98,0% |
| (46,1, 74,2) | (78,6, 96,7) | (89,6, 100) | (89,6, 100) |
| 60,9% | 82,6% | 89,1% | 89,1% |
| (45,4, 74,9) | (68,6, 92,2) | (76,4, 96,4) | (76,4, 96,4) |
Προσφάτως διαγνωσθείσα νόσος
(N = 51)α
Προηγούμενη θεραπεία με ιματινίμπη (N = 46)β
MMR
(95% CI)
| 7,8% | 31,4% | 56,9% | 74,5% |
| (2,2, 18,9) | (19,1, 45,9) | (42,2, 70,7) | (60,4, 85,7) |
| 15,2% | 26,1% | 39,1% | 52,2% |
| (6,3, 28,9) | (14,3, 41,1) | (25,1, 54,6) | (36,9, 67,1) |
Προσφάτως διαγνωσθείσα νόσος
(N = 51)α
Προηγούμενη
θεραπεία με
ιματινίμπη (N = 46)β
α Ασθενείς από την παιδιατρική μελέτη Φάσης ΙΙ με προσφάτως διαγνωσθείσα ΧΜΛ σε χρόνια φάση που
έλαβαν από στόματος χορηγούμενα δισκία
β Ασθενείς από τις παιδιατρικές μελέτες Φάσης Ι και Φάσης ΙΙ με ΧΜΛ σε χρόνια φάση και αντίσταση ή δυσανεξία στην ιματινίμπη που έλαβαν από στόματος χορηγούμενα δισκία
Στην παιδιατρική μελέτη Φάσης Ι, έπειτα από ελάχιστο διάστημα παρακολούθησης 7 χρόνων, μεταξύ των 17 ασθενών με ΧΜΛ στη χρόνια φάση που είχαν αντίσταση ή δυσανεξία στην ιματινίμπη, η διάμεση διάρκεια PFS ήταν 53,6 μήνες και το ποσοστό OS ήταν 82,4%.
Στην παιδιατρική μελέτη Φάσης ΙΙ, στους ασθενείς που λάμβαναν από στόματος χορηγούμενα δισκία, το εκτιμώμενο ποσοστό PFS 24 μηνών μεταξύ των 51 ασθενών με προσφάτως διαγνωσθείσα ΧΜΛ σε χρόνια φάση ήταν 94,0% (82,6, 98,0), ενώ μεταξύ των 29 ασθενών με χρόνιας φάσης ΧΜΛ και αντίσταση/δυσανεξία στην ιματινίμπη ήταν 81,7% (61,4, 92,0). Έπειτα από 24 μήνες παρακολούθησης, η OS σε ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα νόσο ήταν 100%, ενώ σε ασθενείς με αντίσταση ή δυσανεξία στην ιματινίμπη ήταν 96,6%.
Στην παιδιατρική μελέτη Φάσης ΙΙ, 1 ασθενής με προσφάτως διαγνωσθείσα νόσο και 2 ασθενείς με αντίσταση ή δυσανεξία στην ιματινίμπη παρουσίασαν εξέλιξη σε βλαστικής φάσης ΧΜΛ.
Υπήρχαν 33 παιδιατρικοί ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα ΧΜΛ στη χρόνια φάση οι οποίοι έλαβαν κόνιν δασατινίμπης για πόσιμο εναιώρημα σε δόση 72 mg/m2. Αυτή η δόση αντιπροσωπεύει χαμηλότερη έκθεση κατά 30% συγκρινόμενη με τη συνιστώμενη δόση (βλέπε παράγραφο 5.2 της Περίληψης των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για την κόνιν δασατινίμπης για πόσιμο εναιώρημα). Σε αυτούς τους ασθενείς, οι CCyR και MMR ήταν CCyR: 87,9% [95% CI: (71,8-96,6)] και MMR: 45,5% [95% CI: (28,1-63,6)] στους 12 μήνες.
Μεταξύ των παιδιατρικών ασθενών με χρόνιας φάσης ΧΜΛ που είχαν εκτεθεί προηγουμένως στην ιματινίμπη και έλαβαν δασατινίμπη, ανιχνεύθηκαν οι εξής μεταλλάξεις στο τέλος της θεραπείας: T315A, E255K και F317L. Ωστόσο, οι μεταλλάξεις, E255K και F317L ανιχνεύθηκαν και πριν από τη θεραπεία. Δεν ανιχνεύθηκαν μεταλλάξεις σε ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα ΧΜΛ στη χρόνια φάση στο τέλος της θεραπείας.
Παιδιατρικοί ασθενείς με ΟΛΛ
Η αποτελεσματικότητα της δασατινίμπης σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία αξιολογήθηκε σε μία κεντρική μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας άνω του ενός έτους με προσφάτως διαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ.
Σε αυτή την πολυκεντρική, ιστορικά ελεγχόμενη, Φάσης II μελέτη της δασατινίμπης που προστέθηκε στη συνήθη χημειοθεραπεία, 106 παιδιατρικοί ασθενείς με προσφάτως διαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ, εκ των οποίων οι 104 ασθενείς είχαν επιβεβαιωμένη Ph+ ΟΛΛ, έλαβαν δασατινίμπη στην ημερήσια δόση των 60 mg/m2 με συνεχές δοσολογικό σχήμα για έως 24 μήνες, σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Ογδόντα δύο ασθενείς έλαβαν δασατινίμπη αποκλειστικά σε μορφή δισκίων και 24 ασθενείς έλαβαν δασατινίμπη σε μορφή κόνεως για πόσιμο εναιώρημα τουλάχιστον μία φορά, 8 εκ των οποίων έλαβαν δασατινίμπη αποκλειστικά σε μορφή κόνεως για πόσιμο εναιώρημα. Το βασικό σχήμα χημειοθεραπείας ήταν το ίδιο με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη AIEOP-BFM ALL 2000 (χημειοθεραπευτικό πρωτόκολλο τυπικής πολυπαραγοντικής χημειοθεραπείας). Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο της αποτελεσματικότητας ήταν η επιβίωση χωρίς συμβάντα (EFS) στα 3 έτη, η οποία ήταν 65,5% (55,5, 73,7).
Το ποσοστό αρνητικότητας ως προς την ελάχιστη υπολειμματική νόσο (MRD) αξιολογούμενο μέσω της αναδιάταξης Ig/TCR ήταν 71,7% κατά το τέλος της παγίωσης σε όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία. Όταν αυτό το ποσοστό βασίστηκε στους 85 ασθενείς με αξιολογήσιμες εκτιμήσεις Ig/TCR, ανήλθε σε 89,4%. Τα ποσοστά αρνητικότητας ως προς την MRD στο τέλος της επαγωγής και της παγίωσης, βάσει κυτταρομετρίας ροής, ήταν 66,0% και 84,0%, αντίστοιχα.
Η φαρμακοκινητική της δασατινίμπης αξιολογήθηκε σε 229 ενήλικες υγιείς εθελοντές και σε 84
ασθενείς.
Απορρόφηση
Η δασατινίμπη απορροφάται γρήγορα σε ασθενείς μετά την από στόματος χορήγηση με συγκέντρωση κορυφής μεταξύ 0,5-3 ωρών. Μετά την από στόματος χορήγηση, η αύξηση της μέσης έκθεσης (AUCΤ) είναι περίπου ανάλογη με την αύξηση της δόσης που κυμαίνεται από 25 mg έως 120 mg δύο φορές την ημέρα. Ο συνολικός μέσος χρόνος ημιζωής της δασατινίμπης είναι περίπου 5-6 ώρες σε ασθενείς.
Δεδομένα από υγιείς εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκε μια δόση 100 mg δασατινίμπης 30 λεπτά μετά από γεύμα με υψηλά λιπαρά, έδειξαν 14% αύξηση στη μέση AUC της δασατινίμπης. Ένα γεύμα χαμηλών λιπαρών 30 λεπτά πριν από τη δασατινίμπη είχε ως αποτέλεσμα 21% αύξηση της μέσης AUC της δασατινίμπης. Η παρατηρηθείσα επίδραση της τροφής δεν αντιπροσωπεύει κλινικά σημαντικές μεταβολές στην έκθεση. Η μεταβλητότητα της έκθεσης της δασατινίμπης είναι μεγαλύτερη υπό συνθήκες νηστείας (47% CV) σε σύγκριση με συνθήκες γεύματος χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (39% CV) και γεύματος υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (32% CV).
Με βάση την φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού ασθενών, η μεταβλητότητα της έκθεσης της δασατινίμπης εκτιμήθηκε ότι οφείλεται κυρίως στη μεταβλητότητα της βιοδιαθεσιμότητας (44% CV) και σε μικρότερο βαθμό λόγω της μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων στη βιοδιαθεσιμότητα και στην κάθαρση (30% και 32% CV, αντίστοιχα). Η τυχαία διαχρονική μεταβλητότητα στην έκθεση δεν αναμένεται να επηρεάσει τη συσσωρευτική έκθεση και την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια.
Κατανομή
Στους ασθενείς η δασατινίμπη έχει μεγάλο φαινόμενο όγκο κατανομής (2.505 L), με συντελεστή διακύμανσης (CV% 93%), υποδηλώνοντας ότι το φαρμακευτικό προϊόν κατανέμεται εκτενώς στον εξωαγγειακό χώρο. Σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις της δασατινίμπης, η σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 96% με βάση πειράματα in vitro.
Βιομετασχηματισμός
Η δασατινίμπη μεταβολίζεται εκτενώς στους ανθρώπους με πολλά ένζυμα που εμπλέκονται στο σχηματισμό μεταβολιτών. Σε υγιείς εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκαν 100 mg δασατινίμπης επισημασμένης με [14C], η αναλλοίωτη δασατινίμπη αντιπροσώπευε το 29% της ραδιενέργειας που κυκλοφορούσε στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και η μετρηθείσα ενεργότητα in vitro, δείχνουν ότι οι μεταβολίτες της δασατινίμπης είναι απίθανο να παίζουν σημαντικό ρόλο στην παρατηρηθείσα φαρμακολογία του προϊόντος. Το CYP3A4 είναι ένα μείζων ένζυμο υπεύθυνο για το μεταβολισμό της δασατινίμπης.
Αποβολή
Ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής της δασατινίμπης είναι 3 έως 5 ώρες. Η μέση φαινόμενη από στόματος κάθαρση είναι 363,8 L/hr (CV% 81,3%).
Η απέκκριση γίνεται κυρίως στα κόπρανα, κατά κύριο λόγο με τη μορφή μεταβολιτών. Μετά από μια από στόματος χορήγηση δασατινίμπης επισημασμένης με [14C], περίπου το 89% της δόσης απεκκρίθη εντός 10 ημερών, με 4% και 85% ανάκτηση της ραδιενέργειας στα ούρα και τα κόπρανα, αντιστοίχως. Αναλλοίωτη δασατινίμπη αποτελούσε το 0,1% και 19% της δόσης στα ούρα και τα κόπρανα, αντιστοίχως, με το υπόλοιπο της δόσης υπό μορφή μεταβολιτών.
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική μιας δόσης δασατινίμπης αξιολογήθηκε σε 8 άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία που έλαβαν μία δόση των 50 mg και σε 5 άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία που έλαβαν μία δόση των 20 mg, συγκριτικά με υγιή άτομα κατ' αντιστοιχία που έλαβαν μία δόση δασατινίμπης των 70 mg. Οι μέσες Cmax και AUC της δασατινίμπης προσαρμοσμένες για τη δόση των 70 mg, μειώθηκαν κατά 47% και 8% αντίστοιχα σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική
ηπατική λειτουργία. Σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, οι μέσες Cmax και AUC της δασατινίμπης προσαρμοσμένες για τη δόση των 70 mg, μειώθηκαν κατά 43% και 28% αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).
Η δασατινίμπη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω των νεφρών κατ' ελάχιστον. Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της δασατινίμπης έχει εκτιμηθεί σε 104 παιδιατρικούς ασθενείς με λευχαιμία ή συμπαγείς όγκους (72 ασθενείς έλαβαν δισκία και 32 ασθενείς έλαβαν κόνιν δασατινίμπης για πόσιμο εναιώρημα).
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς, η κανονικοποιημένη ως προς τη δόση έκθεση στη δασατινίμπη (Cavg, Cmin και Cmax) φαίνεται να είναι παρόμοια μεταξύ των 21 ασθενών με χρόνιας φάσης ΧΜΛ και των 16 ασθενών με Ph+ ΟΛΛ.
Η φαρμακοκινητική του δισκίου δασατινίμπης εκτιμήθηκε σε 72 παιδιατρικούς ασθενείς με υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική λευχαιμία ή συμπαγείς όγκους σε από στόματος δόσεις που κυμαίνονταν από 60 έως 120 mg/m2 μία φορά την ημέρα και από 50 έως 110 mg/m2 δύο φορές την ημέρα. Τα συγκεντρωτικά δεδομένα των δύο μελετών έδειξαν ότι η δασατινίμπη απορροφήθηκε ταχέως. Ο μέσος Tmax παρατηρήθηκε μεταξύ 0,5 και 6 ωρών και ο μέσος χρόνος ημιζωής κυμαινόταν από 2 έως 5 ώρες σε όλα τα δοσολογικά επίπεδα και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Η ΡΚ της δασατινίμπης επέδειξε αναλογικότητα προς τη δόση, με δοσοεξαρτώμενη αύξηση της έκθεσης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην ΡΚ της δασατινίμπης μεταξύ παιδιών και εφήβων. Οι γεωμετρικοί μέσοι όροι των κανονικοποιημένων ως προς τη δόση Cmax, AUC (0-T) και AUC (INF) της δασατινίμπης φάνηκε ότι ήταν παρόμοιοι μεταξύ παιδιών και εφήβων σε διαφορετικά δοσολογικά επίπεδα. Σε μια προσομοίωση βάσει μοντέλου ΡΡΚ, προβλέφθηκε ότι η σύσταση στηριζόμενης στο σωματικό βάρος δοσολογίας που αναφέρεται για το δισκίο, στην παράγραφο 4.2, αναμένεται να παράσχει παρόμοια έκθεση με ένα δισκίο δόσης 60 mg/m2. Αυτά τα δεδομένα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εάν οι ασθενείς πρόκειται να μεταπηδήσουν από δισκία σε κόνιν δασατινίμπης για πόσιμο εναιώρημα ή αντιστρόφως.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DASATINIB/TEVA 100MG/TAB
Πυρήνας δισκίου Λακτόζη μονοϋδρική
Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (E460(i)) Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (E463) Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη με λεπτό υμένιο Υπρομελλόζη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Τριακετίνη (E1518)
Συσκευασία κυψέλης (blister): Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία. Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για τη φύλαξή του.
Φιάλη: Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη. Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για τη φύλαξή του.
Dasatinib/Teva 20 mg, 50 mg, 70 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Συσκευασίες κυψέλης OPA/Al/PVC // Aluminium
Μεγέθη συσκευασίας: 30 και 60 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία σε συσκευασίες κυψέλης ή 56 x 1 και 60 x 1 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία σε διάτρητες συσκευασίες κυψέλης μονάδας δόσης.
Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) που περιέχουν πήγμα οξειδίου του πυριτίου ως αφυγραντικό και οι οποίες κλείνουν με πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο (PP).
Μεγέθη συσκευασίας: 60 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Dasatinib/Teva 100 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Συσκευασίες κυψέλης (blisters) OPA/Al/PVC // Aluminium
Μεγέθη συσκευασίας: 30 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία σε συσκευασίες κυψέλης ή 30 x 1 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία σε διάτρητες συσκευασίες κυψέλης μονάδας δόσης.
Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) που περιέχουν πήγμα οξειδίου του πυριτίου ως αφυγραντικό και οι οποίες κλείνουν με πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο (PP).
Μεγέθη συσκευασίας: 30 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία αποτελούνται από τον πυρήνα του δισκίου που περιβάλλεται από επικάλυψη με λεπτό υμένιο για να αποτρέψει την έκθεση των επαγγελματιών υγείας στη δραστική ουσία. Παρ’όλα αυτά, εάν τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία κατά λάθος θρυμματιστούν ή σπάσουν, οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να φορέσουν γάντια χημειοθεραπείας μιας χρήσης, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος έκθεσης του δέρματος.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.