CARBETOCIN/EVER VALINJECT INJ.SOL 100MCG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CARBETOCIN/EVER 100MCG/ML
Το Carbetocin/EVER Valinject ενδείκνυται για την πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό που οφείλεται σε ατονία της μήτρας.
Δοσολογία
Καισαρική τομή με επισκληρίδιο ή νωτιαία αναισθησία:
Αναρροφήστε 1 ml Carbetocin/EVER Valinject που περιέχει 100 μικρογραμμάρια καρβετοκίνης και χορηγήστε μόνο με ενδοφλέβια ένεση, υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση σε νοσοκομείο.
Κολπικός τοκετός:
Αναρροφήστε 1 ml Carbetocin/EVER Valinject που περιέχει 100 μικρογραμμάρια καρβετοκίνης και χορηγήστε με ενδοφλέβια ένεση ή με ενδομυϊκή ένεση, υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση σε νοσοκομείο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση της καρβετοκίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της καρβετοκίνης σε εφήβους δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.1 αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης
Για ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση.
Η καρβετοκίνη πρέπει να χορηγείται μόνο μετά την έξοδο του νεογνού και όσο το δυνατόν ταχύτερα μετά τον τοκετό, κατά προτίμηση πριν την έξοδο του πλακούντα.
Στην ενδοφλέβια χορήγηση η καρβετοκίνη πρέπει να χορηγείται βραδέως, σε διάρκεια 1 λεπτού.
To Carbetocin/EVER Valinject προορίζεται για εφάπαξ χρήση μόνο. Δεν πρέπει να χορηγούνται επιπλέον δόσεις καρβετοκίνης.
-
Κατά τη διάρκεια της κύησης και του τοκετού πριν την έξοδο του νεογνού.
-
Η καρβετοκίνη δεν πρέπει να χορηγείται για την πρόκληση τοκετού.
-
Υπερευαισθησία στην καρβετοκίνη, στην ωκυτοκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ηπατική ή νεφρική νόσος.
-
Σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές.
-
Επιληψία.
H καρβετοκίνη προορίζεται για χρήση μόνο σε καλά εξοπλισμένες, εξειδικευμένες μονάδες μαιευτικής με έμπειρο και ειδικευμένο προσωπικό διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή.
Η χρήση καρβετοκίνης σε οποιοδήποτε στάδιο προ της εξόδου του νεογνού είναι ακατάλληλη επειδή η μητροτονική δράση της διαρκεί για αρκετές ώρες. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ταχεία μείωση της δράσης που παρατηρείται μετά από διακοπή έγχυσης ωκυτοκίνης.
Σε περίπτωση επίμονης κολπικής αιμορραγίας ή αιμορραγίας της μήτρας μετά από χορήγηση καρβετοκίνης πρέπει να προσδιοριστεί το αίτιο. Πρέπει να δίνεται προσοχή σε αίτια όπως κατακράτηση τμημάτων του πλακούντα, σχίσιμο περινέου, κόλπου και τραχήλου μήτρας, ανεπαρκής αποκατάσταση της μήτρας ή διαταραχές της πηκτικότητας του αίματος.
Η καρβετοκίνη προορίζεται μόνο για εφάπαξ χορήγηση, ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια. Στην περίπτωση της ενδοφλέβιας χορήγησης, πρέπει να χορηγείται βραδέως, σε διάρκεια 1 λεπτού. Σε περίπτωση εμμένουσας υποτονίας ή ατονίας της μήτρας και της επακόλουθης υπερβολικής αιμορραγίας, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο πρόσθετης αγωγής με άλλο μητροτονικό.
Δεν υπάρχουν δεδομένα για επιπλέον δόσεις καρβετοκίνης ή για χρήση καρβετοκίνης σε εμμένουσα ατονία της μήτρας μετά από χορήγηση ωκυτοκίνης.
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η καρβετοκίνη παρουσιάζει ορισμένου βαθμού αντιδιουρητική δραστηριότητα (αγγειοσυσπαστική δραστηριότητα: <0,025 IU/φιαλίδιο ή φύσιγγα) και επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα υπονατριαιμίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν επίσης μεγάλους όγκους ενδοφλέβιων υγρών.
Προκειμένου να προληφθούν ακούσιοι μυϊκοί σπασμοί και κώμα, πρέπει να αναγνωρίζονται τα πρώιμα συμπτώματα υπνηλίας, ζοφερής αδιαφορίας και κεφαλαλγίας.
Γενικά, η καρβετοκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν υφίστανται ημικρανίες, άσθμα και καρδιαγγειακή νόσος ή οποιαδήποτε κατάσταση όπου η ταχεία προσθήκη υγρών στο εξωκυττάριο ύδωρ μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο ένα ήδη υπερφορτωμένο σύστημα. Η απόφαση για τη χορήγηση καρβετοκίνης πρέπει να λαμβάνεται από τον γιατρό μετά από προσεκτική στάθμιση του δυνητικού οφέλους που μπορεί να επιφέρει η καρβετοκίνη σε αυτές τις ιδιαίτερες περιπτώσεις.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της καρβετοκίνης σε ασθενείς με εκλαμψία. Οι ασθενείς με εκλαμψία και προεκλαμψία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για τον σακχαρώδη διαβήτη της κύησης.
Το Carbetocin/EVER Valinject περιέχει νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα/φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Κατά τις κλινικές δοκιμές, η καρβετοκίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με αρκετά αναλγητικά, σπασμολυτικά και παράγοντες που χρησιμοποιούνται σε επισκληρίδιο ή νωτιαία αναισθησία, χωρίς να εντοπιστούν αλληλεπιδράσεις φαρμάκων.
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Επειδή η καρβετοκίνη παρουσιάζει στενή συγγένεια ως προς τη δομή με την ωκυτοκίνη, δεν μπορεί να αποκλειστούν περιστατικά αλληλεπιδράσεων που είναι γνωστό ότι συνδέονται με την ωκυτοκίνη:
Έχει αναφερθεί σοβαρή υπέρταση όταν χορηγήθηκε ωκυτοκίνη 3 έως 4 ώρες μετά την προφυλακτική χορήγηση αγγειοσυσταλτικού σε συνδυασμό με ουραίο αποκλεισμό.
Σε συνδυασμό με εργοταμινικά αλκαλοειδή, όπως μεθυλεργομητρίνη, η ωκυτοκίνη και η καρβετοκίνη πιθανόν να ενισχύσουν την υπερτασική δράση αυτών των φαρμάκων. Εάν χορηγηθεί ωκυτοκίνη ή μεθυλεργομητρίνη μετά από την καρβετοκίνη, ενδεχομένως να υπάρξει κίνδυνος αθροιστικής έκθεσης.
Καθώς έχει βρεθεί ότι οι προσταγλανδίνες ενισχύουν τη δράση της ωκυτοκίνης, το ίδιο αναμένεται να γίνει και με την καρβετοκίνη. Επομένως, δεν συνιστάται να συγχορηγούνται προσταγλανδίνες και καρβετοκίνη. Εάν χορηγηθούν ταυτόχρονα, η ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
Ορισμένα εισπνεόμενα αναισθητικά, όπως το αλοθάνιο και το κυκλοπροπάνιο μπορεί να ενισχύσουν την υποτασική δράση και να εξασθενήσουν τη δράση της καρβετοκίνης στη μήτρα. Έχουν αναφερθεί αρρυθμίες σε περιπτώσεις συγχορήγησης ωκυτοκίνης.
Κύηση
Η καρβετοκίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την πρόκληση τοκετού (βλ. παράγραφο 4.3).
Θηλασμός
Δεν έχουν αναφερθεί σημαντικές επιδράσεις στη αλακτοφορία κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Έχει δειχθεί ότι μικρές ποσότητες καρβετοκίνης διέρχονται από το πλάσμα στο μητρικό γάλα θηλαζουσών γυναικών (βλ. παράγραφο 5.2). Οι μικρές ποσότητες που μεταφέρονται στο πύαρ ή στο μητρικό γάλα μετά από μία εφάπαξ ένεση καρβετοκίνης και ακολούθως προσλαμβάνονται από το βρέφος, θεωρείται ότι αποσυντίθενται στο έντερο από ένζυμα.
Δεν απαιτείται κανένας περιορισμός στο θηλασμό μετά τη χρήση καρβετοκίνης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με την καρβετοκίνη κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών ήταν του ίδιου τύπου και συχνότητας με τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με την ωκυτοκίνη.
Ενδοφλέβια χορήγηση* - Περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Πολύ συχνές≥1/10 | Συχνές≥1/100 και <1/10 | Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
| Διαταραχές του αίματος καιτου λεμφικού συστήματος | Αναιμία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικήςαντίδρασης) | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, τρόμος | Ζάλη | |
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία, βραδυκαρδία η οποία δύναται να οδηγήσει σε καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία***,ισχαιμία του μυοκαρδίου***, και παράταση του διαστήματος QT*** | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση,ερυθρίαση | ||
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Θωρακικό άλγος, δύσπνοια | ||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία, κοιλιακόάλγος | Μεταλλική γεύση,έμετος | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός | ||
| Διαταραχές τουμυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πόνος σε ράχη | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέσηχορήγησης | Αίσθημα θερμότητας | Ρίγη, άλγος |
* Με βάση μελέτες σε καισαρική τομή
*** Αναφέρθηκαν με την ωκυτοκίνη (παρουσιάζει στενή συγγένεια ως προς τη δομή με την καρβετοκίνη)
Στις κλινικές δοκιμές, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά εφίδρωσης.
Ενδομυϊκή χορήγηση* - Περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Όχι συχνές≥1/1.000 και<1/100 | Σπάνιες≥1/10.000 και<1/1.000 | Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
| Διαταραχές του αίματος καιτου λεμφικού συστήματος | Αναιμία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένηςτης αναφυλακτικής αντίδρασης) | ||
| Διαταραχές του νευρικούσυστήματος | Κεφαλαλγία,ζάλη | Τρόμος | |
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία | Βραδυκαρδία η οποία δύναται να οδηγήσει σε καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία***,ισχαιμία του μυοκαρδίου*** καιπαράταση του διαστήματος QT*** | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | Ερυθρίαση | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Θωρακικό άλγος | Δύσπνοια | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία, κοιλιακόάλγος, έμετος | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματοςκαι του συνδετικού ιστού | Πόνος σε ράχη, μυϊκή αδυναμία | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Κατακράτηση ούρων | ||
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις στη θέση χορήγησης | Ρίγη, πυρεξία, άλγος |
* Με βάση μελέτες σε κολπικό τοκετό
*** Αναφέρθηκαν με την ωκυτοκίνη (παρουσιάζει στενή συγγένεια ως προς τη δομή με την καρβετοκίνη)
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 213 2040337, Ιστότοποι: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
Η υπερδοσολογία της καρβετοκίνης μπορεί να προκαλέσει υπερδραστηριότητα της μήτρας είτε λόγω υπερευαισθησίας στον παράγοντα αυτό είτε όχι.
Υπερδιέγερση με ισχυρές (υπερτονικές) ή παρατεταμένες (τετανικές) συσπάσεις που οφείλονται σε υπερδοσολογία της ωκυτοκίνης μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη της μήτρας ή σε αιμορραγία μετά τον τοκετό.
Η υπερδοσολογία της ωκυτοκίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπονατριαιμία και σε σοβαρές περιπτώσεις σε δηλητηρίαση με νερό, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται ταυτόχρονα με υπερβολική πρόσληψη υγρών. Επειδή η καρβετοκίνη είναι ανάλογο της ωκυτοκίνης, η πιθανότητα να προκύψουν παρόμοια συμβάντα δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με καρβετοκίνη συνίσταται σε συμπτωματική και υποστηρικτική αγωγή. Όταν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα υπερδοσολογίας πρέπει να χορηγηθεί οξυγόνο στη μητέρα. Σε περιπτώσεις δηλητηρίασης από νερό, είναι απαραίτητο να περιοριστεί η πρόσληψη υγρών, να προκληθεί διούρηση, να διορθωθούν οι διαταραχές ισορροπίας των ηλεκτρολυτών και να ελεγχθούν οι ακούσιοι μυϊκοί σπασμοί που μπορεί τελικά να προκύψουν.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CARBETOCIN/EVER 100MCG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ωκυτοκίνη και ανάλογα, κωδικός ATC: H01BB03
Οι φαρμακολογικές και κλινικές ιδιότητες της καρβετοκίνης είναι εκείνες ενός μακράς δράσης αγωνιστή της ωκυτοκίνης.
Όπως και η ωκυτοκίνη, η καρβετοκίνη προσδένεται εκλεκτικά με τους υποδοχείς της ωκυτοκίνης στις λείες μυϊκές ίνες του μυομητρίου, προκαλεί ρυθμικές συσπάσεις της μήτρας, αυξάνει τη συχνότητα των υφιστάμενων συσπάσεων και ενισχύει τον μυϊκό τόνο του μυομητρίου.
Στη μήτρα, μετά τον τοκετό, η καρβετοκίνη δύναται να αυξήσει τη συχνότητα και την ένταση των αυτόματων συσπάσεων. Η έναρξη των συσπάσεων της μήτρας μετά τη χορήγηση καρβετοκίνης είναι ταχεία έπειτα από ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση, ενώ σταθερού ρυθμού σύσπαση επιτυγχάνεται εντός 2 λεπτών.
Μία εφάπαξ ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή δόση καρβετοκίνης 100 μικρογραμμαρίων χορηγούμενη μετά τον τοκετό είναι επαρκής για τη διατήρηση ικανοποιητικών συσπάσεων της μήτρας που προλαμβάνουν τη μυϊκή ατονία και την υπερβολική αιμορραγία και είναι συγκρίσιμη με έγχυση ωκυτοκίνης που διαρκεί αρκετές ώρες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα της καρβετοκίνης στην πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό που οφείλεται σε ατονία της μήτρας έπειτα από καισαρική τομή τεκμηριώθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, διπλά-τυφλή, με χρήση διπλού εικονικού φαρμάκου, παράλληλων ομάδων δοκιμή που σχεδιάστηκε για να τεκμηριώσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της καρβετοκίνης σε σύγκριση με ωκυτοκίνη 25 IU. Εξακόσιες πενήντα εννέα υγιείς έγκυες γυναίκες που υποβάλλονταν σε εκλεκτική καισαρική τομή με επισκληρίδιο αναισθησία έλαβαν είτε καρβετοκίνη 100 μg/ml ως ενδοφλέβια δόση bolus ή ωκυτοκίνη 25 IU ως ενδοφλέβια έγχυση 8 ωρών.
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του πρωτεύοντος τελικού σημείου, της ανάγκης για πρόσθετη παρέμβαση ωκυτοκίνης, έδειξαν ότι απαιτήθηκε πρόσθετη παρέμβαση ωκυτοκίνης σε 15 (5%) εκ των ατόμων που έλαβαν καρβετοκίνη 100 μg ενδοφλεβίως σε σύγκριση με 32 (10%) εκ των ατόμων στην ομάδα της ωκυτοκίνης 25 IU (p=0,031).
Η αποτελεσματικότητα της καρβετοκίνης στην πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό έπειτα από κολπικό τοκετό τεκμηριώθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, διπλά-τυφλή δοκιμή. Συνολικά, 29.645 άτομα τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν μία εφάπαξ ενδομυϊκή δόση είτε καρβετοκίνης 100 μg είτε ωκυτοκίνης 10 IU. Για το πρωτεύον τελικό σημείο της απώλειας αίματος ≥500 ml ή της χρήσης πρόσθετων μητροτονικών, ελήφθησαν παρόμοια ποσοστά και στις δύο ομάδες θεραπείας (καρβετοκίνη:
2.135 άτομα, 14,47%, ωκυτοκίνη: 2.122 άτομα, 14,38%, σχετικός κίνδυνος [RR] 1,01, 95% CI: 0,95 έως 1,06), αποδεικνύοντας μη κατωτερότητα της καρβετοκίνης εν συγκρίσει με την ωκυτοκίνη ως προς το πρωτεύον τελικό σημείο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Κατά την κλινική ανάπτυξη της καρβετοκίνης για την πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό έπειτα από κολπικό τοκετό, 151 γυναίκες ηλικίας μεταξύ 12 έως 18 ετών έλαβαν καρβετοκίνη στη συνιστώμενη δοσολογία των 100 μg και 162 έλαβαν ωκυτοκίνη 10 IU. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια ήταν παρόμοιες για τα δύο σκέλη θεραπείας σε αυτές τις ασθενείς.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της καρβετοκίνης έχει διερευνηθεί σε υγιείς γυναίκες. Η καρβετοκίνη επιδεικνύει διφασική αποβολή μετά από ενδοφλέβια χορήγηση με γραμμική φαρμακοκινητική σε εύρος δόσης 400 έως 800 μικρογραμμάρια. Ο διάμεσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι 33 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και 55 λεπτά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση.
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά από 30 λεπτά και η μέση βιοδιαθεσιμότητα είναι 77%. Ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ψευδο-ισορροπίας (Vz) είναι 22 l. Η νεφρική κάθαρση της αμετάβλητης μορφής είναι χαμηλή, ενώ ποσότητα μικρότερη του 1% της δόσης που ενίεται, απεκκρίνεται αμετάβλητη από τους νεφρούς.
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 70 μg καρβετοκίνης σε 5 υγιείς θηλάζουσες μητέρες, συγκεντρώσεις καρβετοκίνης ανιχνεύθηκαν σε δείγματα γάλακτος. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα ήταν κάτω από 20 pg/ml, οι οποίες ήταν περίπου 56 φορές χαμηλότερες από εκείνες στο πλάσμα εντός 120 λεπτών.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CARBETOCIN/EVER 100MCG/ML
Νάτριο φωσφορικό δισόξινο διυδρικό Νάτριο οξικό τριυδρικό
Μαννιτόλη
Υδροξείδιο νατρίου (για τη ρύθμιση του pH) Υδροχλωρικό οξύ (για τη ρύθμιση του pH) Υδωρ για ενέσιμα
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
2 χρόνια.
Διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα του φιαλιδίου/της φύσιγγας: Το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείτε αμέσως.
Φύσιγγες:
Άχρωμες γυάλινες φύσιγγες τύπου Ι με λευκό αναγνωριστικό δακτύλιο και μπλε κουκκίδα που υποδεικνύει το προχαραγμένο σημείο θραύσης, οι οποίες περιέχουν 1 ml ενέσιμου διαλύματος.
Συσκευασίες της 1 ή των 5 φυσίγγων.
Φιαλίδια:
Άχρωμα γυάλινα φιαλίδια (2R) τύπου Ι με ελαστικά πώματα αλογονωμένου βουτυλίου με πρεσαριστό πώμα αλουμινίου, τα οποία περιέχουν 1 ml ενέσιμου διαλύματος.
Συσκευασίες του 1 ή των 5 φιαλιδίων.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Το Carbetocin/EVER Valinject προορίζεται για ενδοφλέβια και ενδομυϊκή χρήση μόνο. Μόνο διαυγή διαλύματα, πρακτικά ελεύθερα σωματιδίων πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.