DITHYRON TABLET (50+12,5)MCG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DITHYRON
Το DITHYRON ενδείκνυται ως:
-
θεραπεία υποκαταστάσεως της θυρεοειδικής λειτουργίας σε υποθυρεοειδισμό οποιουδήποτε είδους.
-
θεραπεία αναστολής σε μη τοξικές βρογχοκήλες και θυρεοειδικά καρκινώματα.
-
στη θεραπεία υποξείας και χρόνιας θυρεοειδίτιδας (νόσος de Quervain και Hashimoto’s, αντίστοιχα).
-
στην πρόληψη ανάπτυξης βρογχοκήλης στη διάρκεια θεραπείας υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα.
Δοσολογία
-
Η ημερήσια συνιστώμενη δόση καθορίζεται αυστηρά από το θεράποντα γιατρό και με βάση την κλινική ανταπόκριση του ασθενή.
-
Η αρχική δόση πρέπει να είναι σχετικά μικρή, 1 δισκίο την ημέρα και να αυξάνεται βαθμιαία ανά διαστήματα ενός μήνα για τους ενήλικες ή δυο εβδομάδων για τα παιδιά, μέχρις ότου επιτευχθούν επιθυμητά για κάθε ασθενή επίπεδα.
Προσδιορισμοί ΡΒI (3,5-8 μg), ορμονών και ΒΕΙ θα αποτελέσουν τα εργαστηριακά κριτήρια καθορισμού της τελικής δόσης συντήρησης.
-
Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 1-3 δισκία την ημέρα.
-
Επί μυξοιδήματος η αρχική δόση είναι 1/4 δισκίου την ημέρα αυξανόμενη βαθμιαία κατά 1/4
του δισκίου ανά διαστήματα 2-3 εβδομάδων μέχρις ότου επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Καρδιακές παθήσεις και ιδίως ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια και οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου.
-
Στον υπερθυρεοειδισμό, εκτός αν το DITHYRON χορηγείται σε μικρές δόσεις μαζί με αντιθυρεοειδικά φάρμακα για να προληφθεί φαρμακευτικός υποθυρεοειδισμός.
-
Αντενδείκνυται, επίσης, σε θυρεοειδική κρίση.
Το DITHYRON πρέπει να χορηγείται με προσοχή στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-
νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια,
-
γαλουχία,
-
ηλικιωμένα άτομα,
-
υποκαλιαιμικές καταστάσεις οποιασδήποτε αιτιολογίας.
Σε μακροχρόνια χορήγηση επιβάλλεται τακτικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών του ορού (Κ+, Να+, Cl -, HCO3-, Ca+2 ).
Οι αιμοδυναμικές παράμετροι θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη σε πρόωρα νεογνά με πολύ χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση, καθώς ενδέχεται να εμφανιστεί κυκλοφορική κατέρρειψη λόγω της ανώριμης επινεφριδιακής λειτουργίας.
Επιδράσεις στις εργαστηριακές δοκιμές:
Η βιοτίνη ενδέχεται να επηρεάζει τα αποτελέσματα των ανοσοεξετάσεων του θυρεοειδούς, οι οποίες βασίζονται σε αλληλεπίδραση βιοτίνης/στρεπταβιδίνης, προκαλώντας εσφαλμένη μείωση ή εσφαλμένη αύξηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων. Ο κίνδυνος επίδρασης αυξάνεται με υψηλότερες δόσεις βιοτίνης.
Κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών εξετάσεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή επίδραση της βιοτίνης, ιδίως όταν τα αποτελέσματα δεν συνάδουν με την κλινική εικόνα.
Όταν απαιτείται εξέταση λειτουργίας του θυρεοειδούς σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν προϊόντα που περιέχουν βιοτίνη, το προσωπικό του εργαστηρίου πρέπει να ενημερώνεται σχετικά. Πρέπει να χρησιμοποιούνται, εφόσον υπάρχουν, εναλλακτικά προϊόντα εξέτασης μη ευαίσθητα στην επίδραση της βιοτίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
Το DITHYRON περιέχει λακτόζη και νάτριο
Λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Νάτριο: Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
🡒 Πριν πάρετε το φάρμακο πρέπει να έχετε ενημερώσει τον γιατρό σας για κάθε άλλο φάρμακο που παίρνετε.
🡒 Σε διαβητικούς η λήψη του φαρμάκου μπορεί να διαταράξει τη γλυκαιμική ισορροπία του ασθενή και χρειάζεται κατάλληλη προσαρμογή της δοσολογίας.
🡒 Επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος ενίσχυσης της δράσης των αντιπηκτικών και των ψυχοτονωτικών φαρμάκων που περιέχουν συμπαθομιμητικές ουσίες.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μετά την κυκλοφορία που δείχνουν πιθανή αλληλεπίδραση μεταξύ προϊόντων που περιέχουν ριτοναβίρη και της λεβοθυροξίνης. Η ορμόνη διέγερσης του θυρεοειδούς (TSH) θα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη τουλάχιστον τον πρώτο μήνα μετά την έναρξη ή/και τη λήξη της θεραπείας με ριτοναβίρη.
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (ΑΑΠ):
Η συγχορήγηση με ΑΑΠ μπορεί να προκαλέσει μείωση της απορρόφησης των θυρεοειδικών ορμονών, λόγω της αύξησης του ενδογαστρικού pH που προκαλείται από τους ΑΑΠ.
Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς και κλινική παρακολούθηση κατά την ταυτόχρονη θεραπεία. Ενδέχεται να χρειαστεί αύξηση της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών.
Απαιτείται, επίσης, προσοχή κατά την ολοκλήρωση της θεραπείας με ΑΑΠ.
Επιδράσεις των φαρμάκων που επάγουν το κυτόχρωμα P-450:
Φάρμακα επαγωγής ενζύμων, όπως τα προϊόντα που περιέχουν βαλσαμόχορτο (St John’s Wort) (Hypericum perforatum L.), ενδέχεται να αυξήσουν την κάθαρση της λεβοθυροξίνης από το ήπαρ, με αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις θυρεοειδικών ορμονών στον ορό.
Ως εκ τούτου, εάν αυτά τα προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα, οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης του θυρεοειδούς, ενδέχεται να χρειάζονται αύξηση της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών.
Επιδράσεις στις εργαστηριακές δοκιμές:
Η βιοτίνη ενδέχεται να επηρεάζει τα αποτελέσματα των ανοσοεξετάσεων του θυρεοειδούς, οι οποίες βασίζονται σε αλληλεπίδραση βιοτίνης/στρεπταβιδίνης, προκαλώντας εσφαλμένη μείωση ή εσφαλμένη αύξηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση
Οι θυρεοειδικές ορμόνες διαπερνούν ελάχιστα τον πλακούντα. Η μεταφορά τους στο έμβρυο μέσω του πλακούντα είναι πολύ αργή και η σημασία της δεν έχει προσδιοριστεί επακριβώς. Η κλινική εμπειρία από τη χρήση του φαρμάκου στη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν δείχνει κάποια ανεπιθύμητη δράση στο έμβρυο. Η θεραπεία υποκατάστασης με θυρεοειδικά φάρμακα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε περίπτωση που διαγνωστεί υποθυρεοειδισμός κατά τη διάρκεια της κύησης, επιβάλλεται η έναρξη της θεραπείας. Η διάγνωση της νόσου πρέπει να βασίζεται σε μέτρηση των επιπέδων της θυρεοτροπίνης του ορού λόγω των μειωμένων συγκεντρώσεων της θυροξίνης του ορού στις έγκυες γυναίκες. Οι απαιτήσεις σε θεραπεία υποκατάστασης του θυρεοειδούς είναι αυξημένες στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και είναι πιθανό να απαιτηθεί η αύξηση της χορηγούμενης δόσης.
Θηλασμός
Ελάχιστες ποσότητες των ορμονών κατανέμονται στο μητρικό γάλα. Παραταύτα, η χορήγηση των θυρεοειδικών ορμονών σε θηλάζουσες γυναίκες πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή.
Ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών παρατηρούνται μόνο σε:
-
Υπέρβαση της δόσης.
-
Απότομη αύξηση της δόσης.
-
Υπερήλικα άτομα με καρδιαγγειακές διαταραχές και συνίστανται στην εμφάνιση ταχυκαρδίας, έκτακτων συστολών, και σπάνια σε ηλικιωμένα άτομα στηθαγχικές κρίσεις.
Η εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας για 24-48 ώρες και τη συνέχιση με μικρότερες δόσεις.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Η υπέρβαση της δόσης του DITHYRON είναι δυνατό να προκαλέσει σημεία και συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού, όπως ταχυκαρδία, τρόμο, εφιδρώσεις, καρδιακή αρρυθμία, απίσχναση κ.λπ. Όλα αυτά υποχωρούν με ελάττωση της χορηγούμενης δόσης ή με την πάροδο του χρόνου.
Σε περίπτωση μαζικής υπερδοσολογίας συνιστάται θεραπεία υποστήριξης.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DITHYRON
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμονικά σκευάσματα, εξαιρουμένων των ορμονών του φύλου και των ινσουλινών, Ορμόνες του θυρεοειδούς, Συνδυασμοί λεβοθυροξίνης και λιοθυρονίνης, κωδικός ATC: H03AA03.
Οι νεότερες απόψεις αναφορικά με τη σχέση παραγωγής των δύο θυρεοειδικών ορμονών από τον θυρεοειδή, τη διαφορετική δραστικότητά τους και το διαφορετικό χρόνο βιολογικού υποδιπλασιασμού τους, καθιστούν το συνδυασμό τους στην αναλογία 4:1 σαν τη μοναδική και πλήρη θεραπεία υποκατάστασης του θυρεοειδή.
Ως εκ τούτου, η φαρμακολογία του DITHYRON ταυτίζεται με εκείνη των επί μέρους θυρεοειδικών σκευασμάτων οφείλεται στο ότι:
-
Αποτελεί τη μόνη πραγματική θεραπεία υποκατάστασης του θυρεοειδούς μια και περιέχει και τις δύο δραστικές ουσίες.
-
Η δραστικότητα των συστατικών του σε κρυσταλλική μορφή παραμένει αναλλοίωτη και η δόση μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια, σε αντίθεση προς τα σκευάσματα που περιέχουν εκχυλίσματα θυρεοειδή.
Η μεταβολική πορεία της τριιωδοθυρονίνης δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Η ορμόνη υπόκειται σε περιφερική μονοαποϊωδίωση για το σχηματισμό 3,3’-διιωδοθυρονίνης.
Νατριούχος λεβοθυροξίνη
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της λεβοθυροξίνης από το γαστρεντερικό σωλήνα ποικίλει μετά από στοματική χορήγηση. Ο βαθμός απορρόφησης του φαρμάκου αυξάνει όταν χορηγείται σε κενό στομάχι και μειώνεται σε καταστάσεις πλημμελούς απορρόφησης. Σε υγιή άτομα, η ολική συγκέντρωση της θυροξίνης (ενδογενούς) στο πλάσμα κυμαίνεται από 5-12 μg/dL και της ελεύθερης (μη συνδεμένης) θυροξίνη ς από 1-3 ng/dL (περίπου 0,2% της ολικής). Οι συγκεντρώσεις αυτές αποτελούν και τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις της εξωγενώς χορηγούμενης ορμόνης. Ο χρόνος έναρξης της φαρμακολογικής δράσης της λεβοθυροξίνης είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τη λιοθυρονίνη και η διάρκεια δράσης της μεγαλύτερη. Η μέγιστη δράση του φαρμάκου εμφανίζεται 1-3 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και διαρκεί ανάλογο χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου.
Κατανομή
Η κατανομή της ορμόνης στους ιστούς και τα υγρά του σώματος δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Η θυροξίνη κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς και στα υγρά του σώματος, και οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις προσδιορίζονται στο ήπαρ και τα νεφρά. Η θυροξίνη διαπερνά ελάχιστα τον
πλακούντα. Η μεταφορά γενικά, των θυρεοειδικών ορμονών μέσω του πλακούντα είναι πολύ αργή και η σημασία της δεν έχει πλήρως εξακριβωθεί. Η μεταφορά πάντως ορμόνης από τη μητέρα στο έμβρυο θεωρείται αμελητέα. Ελάχιστα ποσά της ορμόνης κατανέμονται στο μητρικό γάλα. Η θυροξίνη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό μεγαλύτερο από 99%. Κατά κύριο λόγο συνδέεται με ειδική συνδετική σφαιρίνη (thyroxin-binding globuline, TBG) και ειδική συνδετική προαλβουμίνη (thyroxin-binding prealbumin, TBPA) και σε πολύ μικρό βαθμό με την αλβουμίνη του πλάσματος. Η μεγάλη συγγένεια ανάμεσα στη θυροξίνη και την TBG και TBPA ευθύνεται για τις υψηλές συγκεντρώσεις της ορμόνης στον ορό και την αργή μεταβολική της κάθαρση.
Αποβολή
Ο συνήθης χρόνος ημιζωής της θυροξίνης στο πλάσμα είναι 6-7 ημέρες, μειώνεται δε σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό και αυξάνει σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό. Η θυροξίνη συζευγνύεται με το γλυκουρονικό και το θειικό οξύ στο ήπαρ και κατανέμεται στη χολή. Στη συνέχεια, ένα μέρος υδρολύεται στο λεπτό έντερο και επαναπορροφάται, ενώ ένα άλλο μέρος προχωρεί προς το παχύ έντερο όπου υδρολύεται και αποβάλλεται αμετάβλητο στα κόπρανα. Περίπου 20-40% της ορμόνης αποβάλλεται με τα κόπρανα. Ποσοστό περίπου 35% μονοαποϊωδιώνεται στη θέση 5 του φαινολικού (εξωτερικού) δακτυλίου και σχηματίζει τριιωδοθυρονίνη, κύρια στο ήπαρ και τα νεφρά. Η θυροξίνη υφίσταται, επίσης, μονοαποϊωδίωση στη θέση 5 του τυρόσυλο (εσωτερικού) δακτυλίου και σχηματίζει ανάστροφη τριιωδωθυρονίνη. Περίπου το 85% της ορμόνης μεταβολίζεται με αποϊωδίωση, διαδικασία που φαίνεται να είναι ενζυμικής φύσης.
Νατριούχος λιοθυρονίνη
Απορρόφηση
Η νατριούχος λιοθυρονίνη απορροφάται σχεδόν εξολοκλήρου από το γαστρεντερικό σωλήνα (95%) μετά από χορήγηση από το στόμα. Επειδή η τριιωδοθυρονίνη δεν συνδέεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, το φάρμακο έχει πιο γρήγορη έναρξη της φαρμακολογικής του δράσης σε σύγκριση με τη λεβοθυροξίνη (θυροξίνη Τ4). Το μέγιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα της νατριούχου λιοθυρονίνης παρατηρείται 24-72 ώρες μετά την έναρξη της χορήγησης του φαρμάκου από το στόμα και διατηρείται επί 72 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Σε υγιή άτομα οι φυσιολογικές τιμές συγκέντρωσης της ολικής ενδογενούς τριιωδοθυρονίνης στο πλάσμα κυμαίνονται μεταξύ 70 και 200 ng/dL ενώ οι τιμές της ελεύθερης (μη συνδεδεμένης) τριιωδοθυρονίνης στον ορό κυμαίνονται μεταξύ 0,2 και 0,4 ng/dL. Οι τιμές αυτές φαίνεται να μειώνονται ελαφρά με την ηλικία, να αυξάνουν ελαφρά σε παχύσαρκα άτομα και είναι μειωμένες στα έμβρυα και τα νεογνά.
Κατανομή
Η κατανομή των θυρεοειδικών ορμονών στους ιστούς και τα υγρά του σώματος δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Οι θυρεοειδικές ορμόνες διαπερνούν ελάχιστα τον πλακούντα Η μεταφορά τους στο έμβρυο μέσω του πλακούντα είναι πολύ αργή και η σημασία της δεν έχει προσδιοριστεί επακριβώς. Ελάχιστες ποσότητες των ορμονών κατανέμονται στο μητρικό γάλα.
Η τριιωδοθυρονίνη συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό (99%), αλλά όχι ισχυρά, με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως την θυροξινο-δεσμευτική σφαιρίνη (TBG, thyroxin binding globulin) και τη θυροξινο-δεσμευτική προαλβουμίνη (ΤBP, thyroxino binding prealbumin) και σε μικρότερο βαθμό με την αλβουμίνη. Ορισμένα φάρμακα και διάφορες παθολογικές καταστάσεις είναι πιθανό να μεταβάλουν την πρωτεϊνική σύνδεση της ορμόνης ή/και τη συγκέντρωση των συνδετικών πρωτεϊνών στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός - Αποβολή
Ο συνήθης χρόνος ημιζωής της τριιωδοθυρονίνης στο πλάσμα είναι 1-2 ημέρες. Ο χρόνος ημιζωής αυξάνει σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό και μειώνεται σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DITHYRON
-
Λακτόζη* (κόκκοι απευθείας συμπιέσιμοι)
-
Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο
-
Μαγνήσιο στεατικό
-
Τάλκης πυριτιωμένος**
* Αποτελείται από: Λακτόζη H2O
Ζελατίνη
Άμυλο αραβοσίτου
** Αποτελείται από: Τάλκη κεκαθαρμένο Oξείδιο πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο
3 (τρία) χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν φυλάσσεται κλειστό, στην αρχική του συσκευασία σύμφωνα με τις οδηγίες διατήρησης.
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25 °C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
-
Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 3 blisters από PVC και φύλλα αλουμινίου και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
-
Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 15 σε 2 blisters από PVC και φύλλα αλουμινίου και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.