INDACATEROL+GLYCOPYRRONIUM /STADA INHPD.CAP (85+43)mcg/DOSE [(110+50)MCG/CAP]
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - INDACATEROL+GLYCOPYRRONIUM 10+50
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA ενδείκνυται ως μια βρογχοδιασταλτική θεραπεία συντήρησης για την ανακούφιση των συμπτωμάτων σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι η εισπνοή του περιεχομένου ενός καψακίου άπαξ ημερησίως, με χρήση της συσκευής εισπνοής.
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA συστήνεται να χορηγείται την ίδια ώρα της ημέρας κάθε ημέρα. Αν παραληφθεί μία δόση, θα πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατό την ίδια
ημέρα. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίδεται η οδηγία να μη λαμβάνουν περισσότερες από μία δόση την ημέρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνιστώμενη δόση στους ηλικιωμένους ασθενείς (75 ετών και άνω).
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου για την οποία απαιτείται διύλυση θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το προσδοκώμενο όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Καθότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την χρήση του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, απαιτείται προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Indacaterol+Glycopyrronium/STADA στον παιδιατρικό πληθυσμό (κάτω των 18 ετών) στην ένδειξη ΧΑΠ. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου σε παιδιά δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Μόνο για χρήση διά εισπνοής. Τα καψάκια δεν πρέπει να καταπίνονται.
Τα καψάκια πρέπει να χορηγούνται μόνο με χρήση της συσκευής εισπνοής του Indacaterol+Glycopyrronium/STADA (βλ. παράγραφο 6.6). Πρέπει να χρησιμοποιείται η συσκευή εισπνοής που παρέχεται με κάθε νέα συνταγή.
Στους ασθενείς θα πρέπει να δίδονται οδηγίες για τον σωστό τρόπο χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος. Ασθενείς οι οποίοι δεν εμφανίζουν βελτίωση στην αναπνοή θα πρέπει να ερωτηθούν εάν καταπίνουν το φαρμακευτικό προϊόν αντί να το εισπνέουν.
Για οδηγίες σχετικά με τη χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν άλλους μακράς δράσης β-αδρενεργικούς αγωνιστές ή μακράς δράσης μουσκαρινικούς ανταγωνιστές, δηλαδή στις φαρμακοθεραπευτικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν και τα συστατικά του Indacaterol+Glycopyrronium/STADA (βλέπε παράγραφο 4.5).
Άσθμα
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του άσθματος καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα για αυτή την ένδειξη.
Οι μακράς δράσης β2-αδρενεργικοί αγωνιστές πιθανόν να αυξήσουν τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σχετικών με το άσθμα, περιλαμβανομένων θανάτων σχετικών με το άσθμα, όταν χορηγούνται για το άσθμα.
Δεν ενδείκνυται για χρήση σε οξείες καταστάσεις
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA δεν ενδείκνυται για την αντιμετώπιση οξέων επεισοδίων βρογχόσπασμου.
Υπερευαισθησία
Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί μετά την χορήγηση της ινδακατερόλης ή του γλυκοπυρρονίου, οι οποίες είναι οι δραστικές ουσίες του Indacaterol+ Glycopyrronium/STADA. Εάν εμφανισθούν σημεία που να υποδηλώνουν αλλεργικές αντιδράσεις, συγκεκριμένα, αγγειοοίδημα (δυσκολίες στην αναπνοή και την κατάποση, διόγκωση της γλώσσας, των χειλιών και του προσώπου) κνίδωση ή δερματικό εξάνθημα, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία.
Παράδοξος βρογχόσπασμος
Η χορήγηση του Indacaterol+Glycopyrronium/STADA μπορεί να προκαλέσει παράδοξο βρογχόσπασμο ο οποίος ενδέχεται να είναι απειλητικός για τη ζωή. Εάν παρουσιαστεί αυτό, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία.
Αντιχολινεργικές επιδράσεις που σχετίζονται με το γλυκοπυρρόνιο
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
Δεν διατίθενται δεδομένα για ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας και, ως εκ τούτου, το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα του οξέος γλαυκώματος κλειστής γωνίας και να ενημερώνονται για να διακόπτουν τη χρήση του Indacaterol+Glycopyrronium/STADA σε περίπτωση που εμφανίσουν κάποιο από αυτά τα σημεία ή συμπτώματα.
Κατακράτηση ούρων
Δεν διατίθενται δεδομένα για ασθενείς με κατακράτηση ούρων και, ως εκ τούτου, το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
Μέτρια μέση αύξηση της συνολικής συστηματικής έκθεσης (AUClast) στο γλυκοπυρρόνιο έως 1,4 φορές παρατηρήθηκε σε άτομα με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και έως 2,2 φορές σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και νεφροπάθεια τελικού σταδίου. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης κάτω των 30 ml/min/1,73 m2), συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με νεφροπάθεια τελικού σταδίου για την οποία απαιτείται διύλιση, το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το προσδοκώμενο όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου (βλ. παράγραφο 5.2). Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου.
Καρδιαγγειακές επιδράσεις
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με καρδιαγγειακές διαταραχές (στεφανιαία νόσος, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακές αρρυθμίες, υπέρταση).
Οι β2-αδρενεργικοί αγωνιστές μπορεί να παράγουν κλινικά σημαντική καρδιαγγειακή επίδραση σε ορισμένους ασθενείς, όπως μετράται με αυξήσεις του σφυγμού, της αρτηριακής πίεσης ή/και συμπτωμάτων. Σε περίπτωση που παρουσιαστούν τέτοιες επιδράσεις με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας.
Επιπροσθέτως, έχει αναφερθεί ότι οι β-αδρενεργικοί αγωνιστές παράγουν ηλεκτροκαρδιογραφικές (ΗΚΓ) αλλαγές, όπως επιπεδοποίηση του επάρματος Τ, παράταση του διαστήματος QT και καταστολή του τμήματος ST, παρά το ότι η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων είναι άγνωστη.
Επομένως, οι μακράς δράσης β2-αδρενεργικοί αγωνιστές (LABA) ή τα προϊόντα συνδυασμού που περιέχουν LABA, όπως το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή ή εικαζόμενη παράταση του διαστήματος QT ή που κάνουν θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το διάστημα QT.
Ασθενείς με ασταθή ισχαιμική καρδιακή νόσο, ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, αρρυθμία (εξαιρουμένης της χρόνιας σταθερής κολπικής μαρμαρυγής), ιστορικό επιμήκους συνδρόμου QT ή των οποίων το QTc (μέθοδος Fridericia) υπέστη επιμήκυνση (>450 ms) είχαν αποκλειστεί από τις κλινικές δοκιμές, και επομένως δεν υπάρχει εμπειρία σε αυτές τις ομάδες ασθενών. Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτές τις ομάδες ασθενών.
Υποκαλιαιμία
Οι β2-αδρενεργικοί αγωνιστές μπορεί να παράγουν σημαντική υποκαλιαιμία σε ορισμένους ασθενείς, η οποία έχει τη δυνατότητα να παράγει ανεπιθύμητες καρδιαγγειακές επιδράσεις. Η μείωση του καλίου ορού είναι συνήθως παροδική και δεν απαιτείται συμπλήρωμα. Σε ασθενείς με σοβαρή ΧΑΠ, η υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχυθεί από υποξία και
συγχορηγούμενη θεραπεία, γεγονός που μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία σε καρδιακές αρρυθμίες (βλ. παράγραφο 4.5).
Κλινικά σημαντικές επιδράσεις υποκαλιαιμίας δεν έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες με το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο στη συνιστώμενη θεραπευτική δόση (βλ. παράγραφο 5.1).
Υπεργλυκαιμία
Εισπνοή υψηλών δόσεων β2-αδρενεργικών αγωνιστών μπορεί να παράγει αυξήσεις της γλυκόζης πλάσματος. Κατά την έναρξη της θεραπείας με Indacaterol+Glycopyrronium/ STADA , η γλυκόζη πλάσματος θα πρέπει να παρακολουθείται πιο στενά σε διαβητικούς ασθενείς.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων κλινικών μελετών, κλινικά αξιοσημείωτες μεταβολές της γλυκόζης αίματος ήταν γενικά συχνότερες σε ασθενείς με το συνδυασμό ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο στη συνιστώμενη δόση (4,9 %) σε σχέση με εικονικό φάρμακο (2,7 %). Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο δεν έχει ερευνηθεί σε ασθενείς με ανεπαρκώς ρυθμιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη, επομένως συνιστάται η προσοχή και η απαραίτητη παρακολούθηση σε αυτούς τους ασθενείς.
Γενικές διαταραχές
Το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές σπασμών ή θυρεοτοξίκωση και σε ασθενείς που παρουσιάζουν ασυνήθιστη ανταπόκριση σε β2-αδρενεργικούς αγωνιστές.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Η ταυτόχρονη χορήγηση από του στόματος εισπνεόμενης ινδακατερόλης και γλυκοπυρρονίου, σε συνθήκες σταθερής κατάστασης και για τις δύο δραστικές ουσίες, δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική κανενός εκ των δύο δραστικών ουσιών.
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με το συνδυασμό ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο. Οι πληροφορίες αναφορικά με την πιθανότητα αλληλεπιδράσεων βασίζονται στην πιθανότητα αλληλεπιδράσεων καθεμίας από τις δύο δραστικές ουσίες του.
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση
Αποκλειστές β-αδρενεργικών υποδοχέων
Οι αποκλειστές β-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να εξασθενίσουν ή να ανταγωνίζονται τη δράση των β2-αδρενεργικών αγωνιστών. Επομένως, το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA δεν θα πρέπει να χορηγείται μαζί με αποκλειστές των β-αδρενεργικών υποδοχέων
(συμπεριλαμβάνονται οφθαλμικές σταγόνες), εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τη χρήση τους. Όταν απαιτείται, θα πρέπει να προτιμώνται καρδιοεκλεκτικοί αποκλειστές των β-αδρενεργικών υποδοχέων, παρά το ότι θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
Αντιχολινεργικά
Η συγχορήγηση του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν αντιχολινεργικά δεν έχει μελετηθεί και, ως εκ τούτου, δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).
Συμπαθομιμητικά
Η παράλληλη χορήγηση λοιπών συμπαθομιμητικών (μεμονωμένα ή ως μέρος συνδυασμένης θεραπείας) μπορεί να ενισχύσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες της ινδακατερόλης (βλ. παράγραφο 4.4).
Απαιτείται προσοχή στην ταυτόχρονη χρήση
Θεραπεία για την υποκαλιαιμία
Η παράλληλη θεραπεία για υποκαλιαιμία με παράγωγα μεθυλοξανθίνης, στεροειδή ή μη καλιοσυντηρητικά διουρητικά μπορεί να ενισχύσει την πιθανή υποκαλιαιμική δράση των β2-αδρενεργικών αγωνιστών, επομένως πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4).
Να λαμβάνεται υπόψη κατά την ταυτόχρονη χρήση
Αλληλεπιδράσεις που βασίζονται στο μεταβολισμό και μεταφορείς
Αναστολή των βασικών παραγόντων που συντελούν στην κάθαρση ινδακατερόλης, του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) αυξάνει τη συστηματική έκθεση σε ινδακατερόλη μέχρι δύο φορές. Το μέγεθος των αυξήσεων της έκθεσης λόγω αλληλεπιδράσεων δεν θέτει τυχόν θέματα ασφάλειας δεδομένης της εμπειρίας ασφάλειας της θεραπείας με ινδακατερόλη σε κλινικές μελέτες μέχρι ενός έτους σε δόσεις μέχρι δύο φορές τη μέγιστη συνιστώμενη θεραπευτική δόση ινδακατερόλης.
Σιμετιδίνη ή άλλοι αναστολείς της μεταφοράς των οργανικών κατιόντων
Σε μία κλινική μελέτη σε υγιείς εθελοντές, η σιμετιδίνη, ένας αναστολέας της μεταφοράς οργανικών κατιόντων που θεωρείται ότι συντελεί στη νεφρική απέκκριση του γλυκοπυρρονίου, αύξησε την ολική έκθεση (AUC) του γλυκοπυρρονίου κατά 22 % και μείωσε τη νεφρική κάθαρση κατά 23 %. Με βάση το εύρος αυτών των μεταβολών, δεν αναμένεται καμία κλινικά σημαντική φαρμακευτική αλληλεπίδραση, όταν το γλυκοπυρρόνιο χορηγείται παράλληλα με σιμετιδίνη ή άλλους αναστολείς της μεταφοράς των οργανικών κατιόντων.
Κύηση
Δεν διατίθενται δεδομένα από τη χρήση του συνδυασμού ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε κλινικά σχετικές εκθέσεις (βλέπε παράγραφο 5.3).
Η ινδακατερόλη μπορεί να αναστείλει τον τοκετό λόγω χαλαρωτικής δράσης στον λείο μυ
της μήτρας. Επομένως, το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος για την ασθενή υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η ινδακατερόλη, το γλυκοπυρρόνιο και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά/τοξικολογικά δεδομένα έδειξαν απέκκριση της ινδακατερόλης, του γλυκοπυρρονίου και των μεταβολιτών τους στο μητρικό γάλα των αρουραίων. Η χρήση του Indacaterol+ Glycopyrronium/STADA από γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος για τη γυναίκα είναι μεγαλύτερο από τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).
Γονιμότητα
Μελέτες αναπαραγωγής και άλλα δεδομένα σε ζώα δεν υποδεικνύουν ανησυχία σχετικά με τη γονιμότητα τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.
ν
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Παρόλα αυτά, η παρουσία ζάλης πιθανό να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.8).
Η παρουσίαση του προφίλ ασφάλειας βασίζεται στην εμπειρία με το Indacaterol+ Glycopyrronium/STADA και τις επιμέρους δραστικές ουσίες.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η εμπειρία για την ασφάλεια με το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο προέρχεται από την έκθεση στη συνιστώμενη θεραπευτική δόση για διάστημα έως 15 μηνών.
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο παρουσίασε παρόμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες με εκείνες των επιμέρους συστατικών. Καθώς περιέχει ινδακατερόλη και γλυκοπυρρόνιο, στον συνδυασμό μπορεί να αναμένεται ο τύπος και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με κάθε επιμέρους συστατικό.
Το προφίλ ασφάλειας χαρακτηρίζεται από τα τυπικά αντιχολινεργικά και β-αδρενεργικά συμπτώματα που σχετίζονται με τα επιμέρους συστατικά του συνδυασμού. Άλλες πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φαρμακευτικό προϊόν (τουλάχιστον 3 % των ασθενών για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο και επίσης μεγαλύτερο από ότι για το εικονικό φάρμακο) ήταν ο βήχας, η ρινοφαρυγγίτιδα και η κεφαλαλγία.
Περιληπτικός πίνακας των ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν κατά τις κλινικές δοκιμές και από πηγές μετά την κυκλοφορία παρατίθενται κατά κατηγορία συστήματος οργάνων σύμφωνα με το
MedDRA (Πίνακας 1). Μέσα σε κάθε κατηγορία συστήματος οργάνων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται με βάση τη συχνότητα, με πρώτες τις συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Επιπροσθέτως, η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στην παρακάτω σύμβαση: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές
(≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Ανεπιθύμητες ενέργειες | Κατηγορία συχνότητας |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος | Πολύ συχνές |
| Ρινοφαρυγγίτιδα | Συχνές |
| Ουρολοίμωξη | Συχνές |
| Παραρρινοκολπίτιδα | Συχνές |
| Ρινίτιδα | Συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Υπερευαισθησία | Συχνές |
| Αγγειοοίδημα2 | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτης | Συχνές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Αϋπνία | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Ζάλη | Συχνές |
| Κεφαλαλγία | Συχνές |
| Παραισθησία | Σπάνιες |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Γλαύκωμα1 | Όχι συχνές |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Ισχαιμική καρδιοπάθεια | Όχι συχνές |
| Κολπική μαρμαρυγή | Όχι συχνές |
| Ταχυκαρδία | Όχι συχνές |
| Αίσθημα παλμών | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Βήχας | Συχνές |
| Στοματοφαρυγγικό άλγος περιλαμβανομένου ερεθισμού του λαιμού | Συχνές |
| Παράδοξος βρογχόσπασμος | Όχι συχνές |
| Δυσφωνία2 | Όχι συχνές |
| Επίσταξη | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Δυσπεψία | Συχνές |
| Τερηδόνα των οδόντων | Συχνές |
| Γαστρεντερίτιδα | Όχι συχνές |
| Ξηροστομία | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Κνησμός/εξάνθημα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Μυοσκελετικός πόνος | Όχι συχνές |
| Μυϊκός σπασμός | Όχι συχνές |
| Μυαλγία | Όχι συχνές |
| Άλγος στα άνω και κάτω άκρα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Απόφραξη ουροδόχου κύστης και κατακράτηση ούρων | Συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Πυρεξία1 | Συχνές |
| Θωρακικό άλγος | Συχνές |
| Περιφερικό οίδημα | Όχι συχνές |
| Κόπωση | Όχι συχνές |
1 Ανεπιθύμητη ενέργεια που παρατηρήθηκε με ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο, αλλά όχι με τα επιμέρους συστατικά.
2 Αναφορές που ελήφθησαν κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Οι συχνότητες υπολογίστηκαν, ωστόσο, με βάση τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ο βήχας ήταν συχνός, αλλά συνήθως ήπιας έντασης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Δεν υπάρχουν πληροφορίες αναφορικά με κλινικά σχετική υπερδοσολογία με το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο.
Υπερδοσολογία πιθανόν να οδηγήσει σε υπερβολικές επιδράσεις τυπικές των β2-αδρενεργικών διεγερτικών παραγόντων, δηλ. ταχυκαρδία, τρόμος, αίσθημα παλμών, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, υπνηλία, κοιλιακές αρρυθμίες, μεταβολική οξέωση, υποκαλιαιμία και υπεργλυκαιμία ή πιθανόν να προκαλέσει αντιχολινεργικές επιδράσεις όπως αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (προκαλώντας άλγος, διαταραχές της όρασης ή ερυθρότητα οφθαλμού), επίμονη δυσκοιλιότητα ή δυσκολίες στην ούρηση. Ενδείκνυται υποστηρικτική και συμπτωματική θεραπεία. Σε σοβαρές περιπτώσεις, οι ασθενείς θα πρέπει να νοσηλεύονται. Για την θεραπεία των β2-αδρενεργικών επιδράσεων, μπορεί να ληφθεί υπόψη η χρήση καρδιοεκλεκτικών β αποκλειστών, αλλά μόνο υπό την επίβλεψη ιατρού και με εξαιρετική προσοχή, εφόσον η χρήση αποκλειστών των β-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να προκαλέσει βρογχόσπασμο.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - INDACATEROL+GLYCOPYRRONIUM 10+50
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για ασθένειες απόφραξης αεραγωγών, αδρενεργικά σε συνδυασμό με αντιχολινεργικά, συμπεριλαμβανομένων των τριπλών συνδυασμών με κορτικοστεροειδή, ινδακατερόλη και βρωμιούχο γλυκοπυρρόνιο κωδικός ATC: R03AL04
Μηχανισμός δράσης
Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο
Κατά την ταυτόχρονη χορήγηση της ινδακατερόλης και του γλυκοπυρρονίου με το Indacaterol+Glycopyrronium/STADA, παρέχεται πρόσθετη αποτελεσματικότητα λόγω του διαφορετικού μηχανισμού δράσης που στοχεύει σε διαφορετικούς υποδοχείς και οδούς προκειμένου να επιτευχθεί ομαλή χάλαση του λείου μυός. Λόγω της διαφορετικής πυκνότητας των β2-αδρενεργικών υποδοχέων και των M3-υποδοχέων στις κεντρικές έναντι των περιφερικών οδών, οι β2-αγωνιστές θα πρέπει να είναι πιο αποτελεσματικοί όσον αφορά τη χάλαση των περιφερικών αεραγωγών, ενώ μία αντιχολινεργική ένωση μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική στους κεντρικούς αεραγωγούς. Για βρογχοδιαστολή τόσο των
περιφερικών όσο και των κεντρικών αεραγωγών του ανθρώπινου πνεύμονα, μπορεί να είναι επωφελής ένας συνδυασμός β2-αδρενεργικού αγωνιστή και μουσκαρινικού αγωνιστή.
Ινδακατερόλη
Η ινδακατερόλη είναι ένας μακράς δράσης αγωνιστής των β2-αδρενεργικών υποδοχέων για άπαξ ημερησίως χορήγηση. Οι φαρμακολογικές δράσεις των αγωνιστών των β2-αδρενεργικών υποδοχέων, περιλαμβανομένης της ινδακατερόλης, μπορούν να αποδοθούν, τουλάχιστον εν μέρει, στη διέγερση της ενδοκυττάριας αδενυλικής κυκλάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP) σε κυκλική-3’, 5’-μονοφωσφορική αδενοσίνη (κυκλικό ΑΜΡ). Αυξημένα επίπεδα κυκλικής AMP προκαλούν χαλάρωση του βρογχικού λείου μυός. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η ινδακατερόλη, παρουσιάζει πολλαπλώς μεγαλύτερη αγωνιστική δράση στους β2-υποδοχείς σε σχέση με τους β1 και β3-υποδοχείς.
Κατά την εισπνοή, η ινδακατερόλη δρα τοπικά στον πνεύμονα ως βρογχοδιασταλτικό. Η ινδακατερόλη είναι μερικός αγωνιστής στον ανθρώπινο β2-αδρενεργικό υποδοχέα με νανομοριακή δραστικότητα.
Παρά το ότι οι β2 -αδρενεργικοί υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι αδρενεργικοί υποδοχείς στον βρογχικό λείο μυ και οι β1- αδρενεργικοί υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι υποδοχείς στην ανθρώπινη καρδιά, υπάρχουν ακόμη β2-αδρενεργικοί υποδοχείς στην ανθρώπινη καρδιά, οι οποίοι αποτελούν το 10-50 % των συνολικών αδρενεργικών υποδοχέων. Η παρουσία τους στην καρδιά αυξάνει την πιθανότητα ότι ακόμη και άκρως εκλεκτικοί β2-αδρενεργικοί αγωνιστές μπορεί να έχουν επιδράσεις στην καρδιά.
Γλυκοπυρρόνιο
Το γλυκοπυρρόνιο είναι ένας εισπνεόμενος μακράς δράσης ανταγωνιστής του μουσκαρινικού υποδοχέα (αντιχολινεργικό) για την άπαξ ημερησίως χορηγούμενη βρογχοδιασταλτική θεραπεία συντήρησης της ΧΑΠ. Τα παρασυμπαθητικά νεύρα είναι η κύρια βρογχοσυσταλτική νευρική οδός στους αεραγωγούς, και ο χολινεργικός τόνος αποτελεί το βασικό αναστρέψιμο στοιχείο της απόφραξης της ροής του αέρα στη ΧΑΠ. Το γλυκοπυρρόνιο δρα αναστέλλοντας τη βρογχοσυσταλτική δράση της ακετυλοχολίνης στα λεία μυϊκά κύτταρα των αεραγωγών, κι επομένως διαστέλλει τους αεραγωγούς.
Το βρωμιούχο γλυκοπυρρόνιο είναι ένας υψηλής συγγένειας ανταγωνιστής του μουσκαρινικού υποδοχέα. Η εκλεκτικότητα για τους ανθρώπινους υποδοχείς Μ3 έχει καταδειχθεί ότι είναι τουλάχιστον 4 φορές μεγαλύτερη από αυτή για τους ανθρώπινους υποδοχείς Μ2 χρησιμοποιώντας μελέτες πρόσδεσης ραδιοσημασμένου μορίου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ο συνδυασμός ινδακατερόλης και γλυκοπυρρονίου επέδειξε ταχεία έναρξη δράσης, εντός 5 λεπτών μετά τη χορήγηση της δόσης. Η επίδραση παραμένει σταθερή καθ’ όλο το 24-ωρο μεσοδιάστημα των δόσεων.
Η μέση βρογχοδιασταλτική δράση που διαπιστώθηκε με διαδοχικές μετρήσεις του FEV1 σε διάστημα 24 ωρών ήταν 320 ml μετά από 26 εβδομάδες θεραπείας. Η επίδραση ήταν σημαντικά μεγαλύτερη για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο, σε σύγκριση με την ινδακατερόλη, το γλυκοπυρρόνιο ή το τιοτρόπιο μεμονωμένα (διαφορά 110 ml, για κάθε
σύγκριση).
Δεν υπήρξαν ενδείξεις ταχείας ανοσοποίησης στην επίδραση του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου με την πάροδο του χρόνου κατά τη σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ή τα επιμέρους συστατικά του ως μονοθεραπείες.
Επίδραση στον καρδιακό ρυθμό
Οι επιδράσεις στον καρδιακό ρυθμό σε υγιείς εθελοντές διερευνήθηκαν μετά από εφάπαξ δόση 4 φορές μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη θεραπευτική δόση του συνδυασμού ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου χορηγούμενη σε τέσσερα βήματα ανά μία ώρα και συγκρίθηκαν με τις επιδράσεις του εικονικού φαρμάκου, της ινδακατερόλης, του γλυκοπυρρονίου και της σαλμετερόλης.
Η μεγαλύτερη χρονικά αντιστοιχισμένη αύξηση στον καρδιακό ρυθμό σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν +5,69 bpm (90 % CI [2,71, 8,66]), και η μεγαλύτερη μείωση ήταν - 2,51 bpm (90 % CI [-5,48, 0,47]). Συνολικά, η επίδραση στον καρδιακό ρυθμό με την πάροδο του χρόνου δεν έδειξε σταθερή φαρμακοδυναμική επίδραση του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου.
Διερευνήθηκε ο καρδιακός ρυθμός σε ασθενείς με ΧΑΠ σε υπερθεραπευτικά επίπεδα δόσης. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές επιδράσεις του συνδυασμού ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου στον μέσο καρδιακό ρυθμό σε διάστημα 24 ωρών καθώς και στον καρδιακό ρυθμό που αξιολογήθηκε μετά από 30 λεπτά, 4 ώρες και 24 ώρες.
Διάστημα QT
Μία διεξοδική μελέτη του διαστήματος QT (TQT) σε υγιείς εθελοντές με υψηλές δόσεις εισπνεόμενης ινδακατερόλης (έως και διπλάσια δόση από τη μέγιστη συνιστώμενη θεραπευτική δόση) δεν έδειξε κλινικά σημαντική επίδραση στο διάστημα QT. Ομοίως, δεν παρατηρήθηκε παράταση του QT με το γλυκοπυρρόνιο σε μία μελέτη TQT μετά από εισπνεόμενη δόση 8 φορές μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη θεραπευτική δόση.
Οι επιδράσεις του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου στο διάστημα QTc διερευνήθηκαν σε υγιείς εθελοντές μετά από εισπνοή του συνδυασμού ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου σε δόση έως και 4 φορές μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη θεραπευτική δόση χορηγούμενη σε τέσσερα δοσολογικά βήματα ανά μία ώρα. Η μεγαλύτερη χρονικά αντιστοιχισμένη διαφορά έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 4,62 ms (90 % CI 0,40, 8,85 ms), και η μεγαλύτερη χρονικά σε αντιστοιχία μείωση ήταν -2,71 ms (90 % CI -6,97, 1,54 ms), υποδεικνύοντας ότι ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο δεν είχε σημαντική επίδραση στο διάστημα QT, όπως αναμενόταν με βάση τις ιδιότητες των συστατικών του.
Σε ασθενείς με ΧΑΠ, οι υπερθεραπευτικές δόσεις μεταξύ 116 μικρογραμμαρίων/86 μικρογραμμαρίων και 464 μικρογραμμαρίων/86 μικρογραμμαρίων ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου εμφάνισαν μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με αυξήσεις του QTcF έναντι της αρχικής τιμής μεταξύ 30 ms και 60 ms (με εύρος από 16,0 % έως 21,6 % έναντι 1,9 % για το εικονικό φάρμακο), αλλά δεν υπήρχαν αυξήσεις του QTcF >60 ms από την αρχική τιμή. Το υψηλότερο επίπεδο δόσης των 464 μικρογραμμαρίων/86 μικρογραμμαρίων ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου παρουσίασε επίσης μεγαλύτερο ποσοστό απόλυτων τιμών QTcF >450 ms (12,2 % έναντι 5,7 % για το εικονικό φάρμακο).
Κάλιο ορού και γλυκόζη αίματος
Σε υγιείς εθελοντές, μετά τη χορήγηση του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου σε δόση 4 φορές μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη θεραπευτική δόση, η επίδραση στο κάλιο ορού ήταν πολύ μικρή (μέγιστη διαφορά – 0,14 mmol/l σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο). Η μέγιστη επίδραση στη γλυκόζη αίματος ήταν 0,67 mmol/l.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Το πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης Φάσης III του συνδυασμού ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου περιελάμβανε έξι μελέτες, στις οποίες εντάχθηκαν πάνω από 8.000 ασθενείς: 1) μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και δραστικό παράγοντα (ινδακατερόλη άπαξ ημερησίως, γλυκοπυρρόνιο άπαξ ημερησίως, ανοικτής επισήμανσης τιοτρόπιο άπαξ ημερησίως) μελέτη διάρκειας 26 εβδομάδωνꞏ 2) μία ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα (φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη δις ημερησίως) μελέτη διάρκειας 26 εβδομάδωνꞏ 3) μία ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα (γλυκοπυρρόνιο άπαξ ημερησίως, ανοικτής επισήμανσης τιοτρόπιο άπαξ ημερησίως) μελέτη διάρκειας 64 εβδομάδωνꞏ 4) μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδωνꞏ 5) μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και δραστικό παράγοντα (τιοτρόπιο άπαξ ημερησίως) μελέτη αντοχής στην άσκηση, διάρκειας 3 εβδομάδωνꞏ και 6) μια ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα (φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη δις ημερησίως) μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδων.
Σε τέσσερις από αυτές τις μελέτες εντάχθηκαν ασθενείς με κλινική διάγνωση μέτριας έως σοβαρής ΧΑΠ. Στη μελέτη διάρκειας 64 εβδομάδων οι ασθενείς που εντάχθηκαν έπασχαν από σοβαρή έως πολύ σοβαρή ΧΑΠ με ιστορικό ≥ 1 ήπιων ή σοβαρών παροξυσμών ΧΑΠ κατά το προηγούμενο έτος. Στη μελέτη ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα διάρκειας 52 εβδομάδων, οι ασθενείς που εντάχθηκαν έπασχαν από ήπια έως πολύ σοβαρή ΧΑΠ με ιστορικό ≥ 1 ήπιων ή σοβαρών παροξυσμών ΧΑΠ κατά το προηγούμενο έτος.
Επιδράσεις στην πνευμονική λειτουργία
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο επέδειξε κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στην πνευμονική λειτουργία (όπως μετρήθηκε με τον ταχέως εκπνεόμενο όγκο σε ένα δευτερόλεπτο, FEV1) σε διάφορες κλινικές μελέτες. Σε μελέτες Φάσης ΙΙΙ, η βρογχοδιασταλτική δράση παρατηρήθηκε εντός 5 λεπτών μετά την πρώτη δόση και διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του 24-ώρου μεσοδιαστήματος των δόσεων μετά την πρώτη δόση. Δεν παρατηρήθηκε εξασθένιση της βρογχοδιασταλτικής δράσης με την πάροδο του χρόνου.
Το μέγεθος της επίδρασης εξαρτιόταν από τον βαθμό της αναστρεψιμότητας του περιορισμού της ροής του αέρα στην αρχική τιμή (εξετάστηκε χορηγώντας ένα βραχείας-δράσης ανταγωνιστή του μουσκαρινικού υποδοχέα και ένα βραχείας-δράσης βήτα2-αγωνιστή βρογχοδιαστολέα): Οι ασθενείς με χαμηλότερο βαθμό αναστρεψιμότητας από την αρχική τιμή (<5 %) παρουσίασαν γενικά χαμηλότερη βρογχοδιασταλτική ανταπόκριση σε σχέση με ασθενείς με υψηλότερο βαθμό αναστρεψιμότητας από την αρχική τιμή (≥5 %). Στις 26 εβδομάδες (κύριο καταληκτικό σημείο), ο συνδυασμός ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο αύξησε τον κατώτατο FEV1 κατά 80 ml στους ασθενείς (ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο n=82ꞏ εικονικό φάρμακο n=42) με το χαμηλότερο βαθμό αναστρεψιμότητας (<5 %) (p=0,053) και κατά 220 ml στους ασθενείς (ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο n=392, εικονικό φάρμακο n=190)
με έναν υψηλότερο βαθμό αναστρεψιμότητας από την αρχική τιμή (≥5 %) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p<0,001).
Κατώτατος και μέγιστος FEV1:
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο αύξησε τον κατώτατο FEV1 μετά τη δόση κατά 200 ml σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ως προς το κύριο καταληκτικό σημείο των 26 εβδομάδων (p<0,001) και επέδειξε στατιστικά σημαντικές αυξήσεις συγκριτικά με το θεραπευτικό σκέλος με καθένα από τα επιμέρους συστατικά (ινδακατερόλη και γλυκοπυρρόνιο) καθώς και με το θεραπευτικό σκέλος με τιοτρόπιο, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.
Κατώτατος FEV1 μετά τη δόση (μέση τιμή ελάχιστων τετραγώνων) την ημέρα 1 και την εβδομάδα 26 (κύριο καταληκτικό σημείο)
| Θεραπευτική διαφορά | Ημέρα 1 | Εβδομάδα 26 |
| Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο – εικονικό φάρμακο | 190 ml (p<0,001) | 200 ml (p<0,001) |
| Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο – ινδακατερόλη | 80 ml (p<0,001) | 70 ml (p<0,001) |
| Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο – γλυκοπυρρόνιο | 80 ml (p<0,001) | 90 ml (p<0,001) |
| Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο – τιοτρόπιο | 80 ml (p<0,001) | 80 ml (p<0,001) |
Η μέση τιμή του FEV1 πριν τη δόση (μέσος όρος των τιμών που ελήφθησαν στα -45 και -15 λεπτά πριν από την πρωινή δόση του φαρμάκου της μελέτης) ήταν στατιστικά σημαντική υπέρ του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου την εβδομάδα 26 σε σύγκριση με το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 100 ml, p<0,001), την εβδομάδα 52 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 189 ml, p<0,001) και σε όλες τις επισκέψεις έως την εβδομάδα 64 σε σύγκριση με το γλυκοπυρρόνιο (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 70-80 ml, p <0,001) και το τιοτρόπιο (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 60-80 ml, p <0,001). Κατά την ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα διάρκειας 52 εβδομάδων μελέτη, η μέση τιμή του FEV1 πριν τη δόση ήταν στατιστικά σημαντική υπέρ του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου σε όλες τις επισκέψεις μέχρι την εβδομάδα 52 σε σύγκριση με το συνδυασμό φλουτικαζόνη/ σαλμετερόλη (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 62-86 ml, p<0,001). Κατά την εβδομάδα 26, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο επέφερε στατιστικά σημαντική βελτίωση του μέγιστου FEV1 σε σχέση με το εικονικό φάρμακο στις πρώτες 4 ώρες μετά τη δόση (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 330 ml) (p<0,001).
FEV1AUC:
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο αύξησε την AUC0-12 του FEV1 μετά τη δόση (κύριο καταληκτικό σημείο) κατά 140 ml στις 26 εβδομάδες (p<0,001) σε σχέση με το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη.
Συμπτωματικές εκβάσεις
Αναπνευστική δυσχέρεια:
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο μείωσε σε στατιστικά σημαντικό βαθμό την αναπνευστική δυσχέρεια όπως αξιολογήθηκε με βάση το Δείκτη Δύσπνοιας Μετάβασης (Transitional Dyspnoea Index, TDI). Επέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση σύμφωνα με την εστιακή βαθμολογία TDI την εβδομάδα 26 έναντι του εικονικού φαρμάκου (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 1,09, p<0,001), του τιοτροπίου (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 0,51, p=0,007) και του συνδυασμού φλουτικαζόνης/σαλμετερόλης (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 0,76, p=0,003). Οι βελτιώσεις έναντι της ινδακατερόλης και του γλυκοπυρρονίου ήταν 0,26 και 0,21, αντίστοιχα.
Ένα στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν το συνδυσμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο ανταποκρίθηκαν με βελτίωση κατά 1 βαθμό ή περισσότερο σύμφωνα με την εστιακή βαθμολογία TDI την εβδομάδα 26 έναντι του εικονικού φαρμάκου (68,1 % και 57,5 % αντίστοιχα, p=0,004). Ένα υψηλότερο ποσοστό ασθενών παρουσίασαν κλινικά σημαντική ανταπόκριση την εβδομάδα 26 με το συνδυασμό ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο έναντι του τιοτροπίου (68,1 % για το συνδυασμό ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο έναντι 59,2 % για το τιοτρόπιο, p=0,016) και του συνδυασμού φλουτικαζόνης/σαλμετερόλης (65,1 % για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο έναντι 55,5 % για το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη, p=0,088).
Ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία:
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο επέδειξε επίσης στατιστικά σημαντική επίδραση στην ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία, η οποία μετρήθηκε με τη χρήση του Ερωτηματολογίου St. George για το Αναπνευστικό (St. George's Respiratory Questionnaire, SGRQ) όπως υποδεικνύεται από τη μείωση στη συνολική βαθμολογία SGRQ στις 26 εβδομάδες έναντι του εικονικού φαρμάκου (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας -3,01, p=0,002) και του τιοτροπίου (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας -2,13, p=0,009) και οι μειώσεις έναντι της ινδακατερόλης και του γλυκοπυρρονίου ήταν -1,09 και -1,18 αντίστοιχα. Στις 64 εβδομάδες, η μείωση έναντι του τιοτροπίου ήταν στατιστικά σημαντική (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας -2,69, p<0,001). Στις 52 εβδομάδες, η μείωση έναντι του συνδυασμού φλουτικαζόνης/σαλμετερόλης ήταν στατιστικά σημαντική (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας -1,3, p=0,003).
Ένα υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν το συνδυασμό ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο ανταποκρίθηκαν με κλινικά σημαντική βελτίωση της βαθμολογίας SGRQ (ορίζεται ως μείωση τουλάχιστον 4 μονάδων από την τιμή αναφοράς) την εβδομάδα 26 έναντι του εικονικού φαρμάκου (63,7 % και 56,6 % αντίστοιχα, p=0,088) και του τιοτροπίου (63,7 % για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο έναντι 56,4 % για το τιοτρόπιο, p=0,047), την εβδομάδα 64 έναντι του γλυκοπυρρονίου και του τιοτροπίου (57,3 % για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο έναντι 51,8 % για το γλυκοπυρρόνιο, p=0,055, έναντι 50,8 % για το τιοτρόπιο, p=0,051, αντίστοιχα), και την εβδομάδα 52 έναντι του συνδυασμού φλουτικαζόνης/σαλμετερόλης (49,2 % για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο έναντι 43,7 % για το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη, σχετικός λόγος: 1,30, p<0,001).
Καθημερινές δραστηριότητες
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο επέδειξε στατιστικά μεγαλύτερη βελτίωση έναντι του τιοτροπίου στο ποσοστό των «ημερών με ικανότητα εκτέλεσης των συνηθισμένων καθημερινών δραστηριοτήτων» σε διάστημα 26 εβδομάδων (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 8,45 %, p<0,001). Στην εβδομάδα 64, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο παρουσίασε αριθμητικές βελτιώσεις έναντι του γλυκοπυρρονίου (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 1,95 %, p=0,175) και στατιστική βελτίωση έναντι του τιοτροπίου (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 4,96 %, p=0,001).
Παροξυσμοί της ΧΑΠ
Σε μια μελέτη 64 εβδομάδων, όπου συγκρίθηκε ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο (n=729), το γλυκοπυρρόνιο (n=739) και το τιοτρόπιο (n=737), ο συνδυασμός ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο μείωσε το ανά έτος ποσοστό των μέτριων ή σοβαρών παροξυσμών της ΧΑΠ κατά 12 % έναντι του γλυκοπυρρονίου (p=0,038) και κατά 10 % έναντι του τιοτροπίου (p=0,096). Ο αριθμός των μέτριων ή σοβαρών παροξυσμών της ΧΑΠ ανά έτη θεραπείας ασθενών ήταν 0,94 για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο (812 περιστατικά), 1,07 για το γλυκοπυρρόνιο (900 περιστατικά) και 1,06 για το τιοτρόπιο (898 περιστατικά). Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο επίσης μείωσε στατιστικά σημαντικά το ανά έτος ποσοστό όλων των παροξυσμών της ΧΑΠ (ήπιων, μέτριων έως σοβαρών) κατά 15 % σε σχέση με το γλυκοπυρρόνιο (p=0,001) και κατά 14 % σε σύγκριση με το τιοτρόπιο (p=0,002). Ο αριθμός όλων των παροξυσμών της ΧΑΠ/έτος θεραπείας ασθενούς ήταν 3,34 για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο (2,893 περιστατικά), 3,92 για το γλυκοπυρρόνιο (3,294 περιστατικά) και 3,89 για το τιοτρόπιο (3,301 περιστατικά).
Σε μια μελέτη 52 εβδομάδων, όπου συγκρίθηκε ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο (n=1.675) και οο συνδυασμός φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη (n=1.679), ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο πέτυχε τον πρωταρχικό στόχο της μελέτης που αφορούσε τη μη-κατωτερότητα του ποσοστού όλων των παροξυσμών της ΧΑΠ (ήπιων, μέτριων ή σοβαρών) έναντι του συνδυασμού φλουτικαζόνης/σαλμετερόλης. Ο αριθμός όλων των παροξυσμών της ΧΑΠ/έτος θεραπείας ασθενούς ήταν 3,59 για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο (4.531 περιστατικά) και 4,03 για το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη (4.969 περιστατικά). Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο κατέδειξε περαιτέρω ανωτερότητα στη μείωση του ανά έτους ποσοστού όλων των παροξυσμών κατά 11 % έναντι του συνδυασμού φλουτικαζόνης/σαλμετερόλης (p=0,003).
Συγκριτικά με το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/ γλυκοπυρρόνιο μείωσε το ανά έτος ποσοστό των μέτριων ή σοβαρών παροξυσμών κατά 17 % (p<0,001) και των σοβαρών παροξυσμών (που απαιτούν εισαγωγή σε νοσοκομείο) κατά 13 % (μη στατιστικά σημαντικά, p=0,231). Ο αριθμός των μέτριων ή σοβαρών παροξυσμών της ΧΑΠ/έτος θεραπείας ασθενούς ήταν 0,98 για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο (1.265 περιστατικά) και 1,19 για το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη (1.452 περιστατικά). Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο επιμήκυνε το χρονικό διάστημα μέχρι τον πρώτο μέτριο ή σοβαρό παροξυσμό με μια 22 % μείωση του κινδύνου ενός παροξυσμού (p<0,001) και επιμήκυνε το χρονικό διάστημα μέχρι τον πρώτο σοβαρό παροξυσμό με μια 19 % μείωση του κινδύνου ενός παροξυσμού (p=0,046).
Η επίπτωση της πνευμονίας ήταν 3,2 % στο σκέλος του συνδυασμού ινδακατερόλης/ γλυκοπυρρονίου σε σύγκριση με 4,8 % στο σκέλος του συνδυασμού φλουτικαζόνης/ σαλμετερόλης (p=0,017). Το χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη πνευμονία επιμηκύνθηκε με το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο συγκριτικά με το συνδυασμό φλουτικαζόνη/ σαλμετερόλη (p=0,013).
Σε μια άλλη μελέτη όπου συγκρίθηκε ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο (n=258) και ο συνδυασμός φλουτικαζόνη/ σαλμετερόλη (n=264) για 26 εβδομάδες, ο αριθμός των μέτριων ή σοβαρών παροξυσμών ΧΑΠ/ έτος θεραπείας ασθενούς ήταν 0,15 έναντι 0,18 (18 περιστατικά έναντι 22 περιστατικών) αντίστοιχα (p=0,512) και ο αριθμός όλων των παροξυσμών ΧΑΠ/ έτος θεραπείας ασθενούς (ήπιων, μέτρων έως σοβαρών) ήταν 0,72 έναντι 0,94 (86 περιστατικά έναντι 113 περιστατικά) αντίστοιχα (p=0,098).
Χρήση φαρμάκου διάσωσης
Σε διάστημα 26 εβδομάδων, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο μείωσε στατιστικά σημαντικά τη χρήση φαρμάκου διάσωσης (σαλβουταμόλη) κατά 0,96 εισπνοές ανά ημέρα (p<0,001) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κατά 0,54 εισπνοές ανά ημέρα (p <0,001) σε σύγκριση με το τιοτρόπιο και κατά 0,39 εισπνοές ανά ημέρα (p=0,019) σε σύγκριση με το συνδυασμό φλουτικαζόνη/σαλμετερόλη. Σε διάστημα 64 εβδομάδων, αυτή η μείωση ήταν 0,76 εισπνοές ανά ημέρα (p<0,001) σε σύγκριση με το τιοτρόπιο. Σε διάστημα 52 εβδομάδων, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο μείωσε τη χρήση φαρμάκου διάσωσης κατά 0,25 εισπνοές ανά ημέρα σε σύγκριση με το συνδυασμό φλουτικαζόνη/ σαλμετερόλη (p<0,001).
Αντοχή στην άσκηση
Ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο, χορηγούμενος το πρωί, μείωσε τη δυναμική υπερδιάταση και βελτίωσε το χρονικό διάστημα διατήρησης της άσκησης από την πρώτη δόση και έπειτα. Την πρώτη ημέρα της θεραπείας, η εισπνεόμενη χωρητικότητα κατά τη σωματική δραστηριότητα βελτιώθηκε σημαντικά (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 250 ml, p<0,001) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Με την πάροδο τριών εβδομάδων θεραπείας, η βελτίωση της εισπνεόμενης χωρητικότητας με το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο ήταν μεγαλύτερη (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 320 ml, p<0,001) και ο χρόνος αντοχής στην άσκηση αυξήθηκε (διαφορά μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων θεραπείας 59,5 δευτερόλεπτα, p=0,006) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο
Μετά από την εισπνοή του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου, ο διάμεσος χρόνος έως την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων της ινδακατερόλης και του γλυκοπυρρονίου στο πλάσμα ήταν περίπου 15 λεπτά και 5 λεπτά, αντίστοιχα.
Με βάση τα in vitro δεδομένα απόδοσης, η δόση της ινδακατερόλης που παρέχεται στον πνεύμονα αναμένεται να είναι παρόμοια για το συνδυασμό ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο και το προϊόν μονοθεραπείας ινδακατερόλης. Η έκθεση σε ινδακατερόλη σε σταθερή κατάσταση μετά από εισπνοή του Indacaterol+Glycopyrronium/STADA ήταν είτε παρόμοια είτε ελαφρώς χαμηλότερη από τη συστηματική έκθεση μετά από την εισπνοή προϊόντος μονοθεραπείας με ινδακατερόλη.
Μετά από εισπνοή του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ινδακατερόλης έχει υπολογισθεί ότι κυμαίνεται από 61 έως 85 % της παρεχόμενης δόσης, και του γλυκοπυρρονίου ήταν περίπου 47 % της παρεχόμενης δόσης.
Η έκθεση στο γλυκοπυρρόνιο σε σταθερή κατάσταση μετά από εισπνοή του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου ήταν παρόμοια με τη συστηματική έκθεση μετά από την εισπνοή προϊόντος μονοθεραπείας με γλυκοπυρρόνιο.
Ινδακατερόλη
Σταθερή κατάσταση συγκεντρώσεων της ινδακατερόλης επιτεύχθηκε μέσα σε 12 έως 15 ημέρες της χορήγησης άπαξ ημερησίως. Η μέση αναλογία συσσώρευσης της ινδακατερόλης, δηλ. AUC μέσα στο διάστημα χορήγησης της δόσης των 24 ωρών την ημέρα 14 ή ημέρα 15 σε σχέση με την Ημέρα 1, βρισκόταν στο εύρος από 2,9 έως 3,8 για άπαξ ημερησίως εισπνεόμενες δόσεις μεταξύ 60 μικρογραμμάρια και 480 μικρογραμμάρια (παρεχόμενη δόση).
Γλυκοπυρρόνιο
Σε ασθενείς με ΧΑΠ, η φαρμακοκινητική σταθερής κατάστασης του γλυκοπυρρονίου επιτεύχθηκε εντός μίας εβδομάδας από την έναρξη της θεραπείας. Η μέση μέγιστη και η μέση κατώτατη συγκέντρωση του γλυκοπυρρονίου στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα άπαξ ημερησίως ήταν 166 πικογραμμάρια/ml και 8 πικογραμμάρια/ml, αντίστοιχα. Η έκθεση στο γλυκοπυρρόνιο σε σταθερή κατάσταση (AUC στη διάρκεια του 24 ώρου μεσοδιαστήματος μεταξύ των δόσεων) ήταν περίπου 1,4 έως 1,7 φορές υψηλότερη από ό,τι μετά την πρώτη δόση.
Κατανομή
Ινδακατερόλη
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση, ο όγκος κατανομής της ινδακατερόλης κατά την διάρκεια της τελικής φάσης αποβολής ήταν 2.557 λίτρα, καταδεικνύοντας εκτεταμένη κατανομή. Η in vitro σύνδεση με πρωτεΐνη στον ανθρώπινο ορό και στο πλάσμα ήταν περίπου 95 %.
Γλυκοπυρρόνιο
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής του γλυκοπυρρονίου σε σταθερή κατάσταση ήταν 83 λίτρα και ο όγκος κατανομής στην τελική φάση ήταν 376 λίτρα. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής στην τελική φάση μετά από εισπνοή ήταν σχεδόν 20 φορές μεγαλύτερος, που αντικατοπτρίζει τη βραδύτερη αποβολή μετά την εισπνοή. Η in vitro
σύνδεση του γλυκοπυρρονίου με πρωτεΐνη στο ανθρώπινο πλάσμα ήταν 38 % ως 41 % σε συγκεντρώσεις από 1 έως 10 νανογραμμάρια/ml.
Βιομετασχηματισμός
Ινδακατερόλη
Μετά από χορήγηση από το στόμα ραδιοσημασμένης ινδακατερόλης σε μελέτη ADME (absorption, distribution, metabolism, excretion = απορρόφηση, κατανομή, μεταβολισμός, αποβολή) στον άνθρωπο, η αμετάβλητη ινδακατερόλη ήταν το κύριο συστατικό στον ορό και ευθυνόταν για περίπου το ένα τρίτο της συνολικής σχετιζόμενης με το φάρμακο AUC μέσα σε 24 ώρες. Ένα υδροξυλιωμένο παράγωγο ήταν ο κυρίαρχος μεταβολίτης στον ορό.
Φαινολικό O-γλυκουρονίδιο της ινδακατερόλης και υδροξυλιωμένη ινδακατερόλη ήταν άλλοι κυρίαρχοι μεταβολίτες. Ένα διαστερεομερές του υδροξυλιωμένου παραγώγου, ένα N-γλυκουρονίδιο της ινδακατερόλης και τα C- και N-αποαλκυλιωμένα παράγωγα ήταν άλλοι μεταβολίτες που αναγνωρίστηκαν.
In vitro, η ισομορφή UGT1A1 έχει μεγάλη συνεισφορά στην μεταβολική κάθαρση της ινδακατερόλης. Παρόλα αυτά, όπως διαφάνηκε σε μια κλινική μελέτη σε πληθυσμούς με διαφορετικούς γονότυπους UGT1A1, η συστηματική έκθεση στην ινδακατερόλη δεν επηρεάζεται σημαντικά από τον γονότυπο UGT1A1.
Οξειδωτικοί μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν σε επωάσεις με ανασυνδυασμένο CYP1A1, CYP2D6 και CYP3A4. Συμπεραίνεται ότι το CYP3A4 είναι το επικρατές ισοένζυμο που ευθύνεται για την υδροξυλίωση της ινδακατερόλης. In vitro έρευνες έδειξαν περαιτέρω ότι η ινδακατερόλη είναι υπόστρωμα με χαμηλή συγγένεια για την αντλία εκροής P-gp.
Γλυκοπυρρόνιο
Μελέτες μεταβολισμού in vitro έδειξαν σταθερές μεταβολικές οδούς για το βρωμιούχο γλυκοπυρρόνιο μεταξύ ζώων και ανθρώπων. Παρατηρήθηκε υδροξυλίωση μέσω της οποίας παράγονται διάφοροι μόνο- και δι-υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες, καθώς και άμεση υδρόλυση που οδηγεί στον σχηματισμό ενός παραγώγου του καρβοξυλικού οξέος (Μ9). In vivo, το Μ9 σχηματίζεται από το κλάσμα της δόσης του εισπνεόμενου βρωμιούχου γλυκοπυρρονίου, το οποίο καταπίνεται. Συζεύγματα γλυκουρονιδίου και/ή θειικά συζεύγματα του γλυκοπυρρονίου βρέθηκαν στα ανθρώπινα ούρα μετά από επαναλαμβανόμενες εισπνοές και αντιστοιχούν σε περίπου 3 % της παρεχόμενης δόσης.
Πολλαπλά ισοένζυμα του κυτοχρώματος CYP συμβάλλουν στον οξειδωτικό βιομετασχηματισμό του γλυκοπυρρονίου. Η αναστολή ή επαγωγή του μεταβολισμού του γλυκοπυρρονίου είναι απίθανο να οδηγήσει σε σημαντική μεταβολή της συστηματικής έκθεσης στη δραστική ουσία.
In vitro μελέτες αναστολής κατέδειξαν ότι το βρωμιούχο γλυκοπυρρόνιο δε διαθέτει σημαντική δυνατότητα αναστολής των CYP1A2, CYP2A6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 ή CYP3A4/5, των μεταφορέων εκροής MDR1, MRP2 ή MXR, και των μεταφορέων πρόσληψης OCT1 ή OCT2. In vitro μελέτες επαγωγής ενζύμων δεν κατέδειξαν κλινικά σημαντική επαγωγή με βρωμιούχο γλυκοπυρρόνιο για τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 που δοκιμάσθηκαν, ή για το UGT1A1 και τους μεταφορείς MDR1 και MRP2.
Αποβολή
Ινδακατερόλη
Σε κλινικές μελέτες η ποσότητα της ινδακατερόλης που αποβαλλόταν αμετάβλητη μέσω των ούρων ήταν γενικώς χαμηλότερη του 2,5 % της παρεχόμενης δόσης. Η νεφρική κάθαρση της ινδακατερόλης ήταν, κατά μέσο όρο, από 0,46 και 1,2 λίτρα/ώρα. Σε σχέση με την κάθαρση της ινδακατερόλης στον ορό της τάξεως των 23,3 λίτρων/ ώρα, είναι εμφανές ότι η νεφρική κάθαρση διαδραματίζει ήσσονα ρόλο (περίπου 2 έως 5 % της συστηματικής κάθαρσης) στην αποβολή της συστηματικά διαθέσιμης ινδακατερόλης.
Σε μια μελέτη ADME στον άνθρωπο, η ινδακατερόλη, χορηγούμενη από το στόμα, αποβαλλόταν στα ανθρώπινα κόπρανα κυρίως ως αμετάβλητη μητρική ουσία (54 % της δόσης) και, σε μικρότερο βαθμό, σαν υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες ινδακατερόλης (23 % της δόσης).
Οι συγκεντρώσεις της ινδακατερόλης στον ορό μειώθηκαν κατά πολυφασικό τρόπο με το μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής να κυμαίνεται από 45,5 έως 126 ώρες. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής, ο οποίος υπολογίζεται από τη συσσώρευση της ινδακατερόλης μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση της δόσης, κυμάνθηκε από 40 έως 52 ώρες, γεγονός συνεπές με τον παρατηρούμενο χρόνο έως τη σταθερή κατάσταση που είναι περίπου 12-15 ημέρες.
Γλυκοπυρρόνιο
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση [3H]-σημασμένου βρωμιούχου γλυκοπυρρονίου, η μέση απέκκριση στα ούρα της ραδιενέργειας σε 48 ώρες ανήλθε σε 85 % της δόσης. Ένα επιπλέον 5 % της δόσης βρέθηκε στη χολή.
Η νεφρική αποβολή του αρχικού φαρμάκου ανέρχεται σε περίπου 60 έως 70 % της ολικής κάθαρσης του συστηματικά διαθέσιμου γλυκοπυρρονίου, ενώ οι διαδικασίες μη-νεφρικής κάθαρσης αντιστοιχούν περίπου στο 30 έως 40 %. Η κάθαρση μέσω των χοληφόρων συμβάλει στη μη-νεφρική κάθαρση, αλλά η πλειονότητα της μη-νεφρικής κάθαρσης θεωρείται ότι οφείλεται στο μεταβολισμό.
Η μέση νεφρική κάθαρση του γλυκοπυρρονίου μετά από εισπνοή κυμαίνεται από 17,4 μέχρι 24,4 λίτρα/ώρα. Η ενεργητική σωληναριακή έκκριση συμβάλλει στη νεφρική αποβολή του γλυκοπυρρονίου. Έως και 23 % της παρεχόμενης δόσης βρέθηκε στα ούρα ως αρχικό φάρμακο.
Οι συγκεντρώσεις του γλυκοπυρρονίου στο πλάσμα μειώθηκαν κατά πολυφασικό τρόπο. Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής ήταν πολύ μεγαλύτερος μετά την εισπνοή (33 έως 57 ώρες) σε σύγκριση με την ενδοφλέβια (6,2 ώρες) και την από του στόματος (2,8 ώρες) χορήγηση. Το μοντέλο αποβολής υποδηλώνει παρατεταμένη πνευμονική απορρόφηση και/ή μεταφορά του γλυκοπυρρονίου στη συστηματική κυκλοφορία στις 24 ώρες ή και περισσότερο μετά από εισπνοή.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Ινδακατερόλη
Η συστηματική έκθεση στην ινδακατερόλη αυξήθηκε κατά τρόπο ανάλογο της αύξησης (120 μικρογραμμάρια έως 480 μικρογραμμάρια) της δόσης (παρεχόμενη).
Γλυκοπυρρόνιο
Σε ασθενείς με ΧΑΠ η συστηματική έκθεση και η ολική απέκκριση του γλυκοπυρρονίου στα ούρα σε φαρμακοκινητική σταθερή κατάσταση αυξήθηκε περίπου ανάλογα με την (παρεχόμενη) δόση στο δοσολογικό εύρος των 44 έως 176 μικρογραμμαρίων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο
Μία ανάλυση δεδομένων φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με ΧΑΠ μετά από εισπνοή του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου δεν κατέδειξε σημαντική επίδραση της ηλικίας, του φύλου και του βάρους (σωματικού χωρίς το λιπώδη ιστό) στη συστηματική έκθεση στην ινδακατερόλη και το γλυκοπυρρόνιο. Το άλιπο σωματικό βάρος (το οποίο είναι συνάρτηση του βάρους και του ύψους) ορίστηκε ως συμμεταβλητή.
Παρατηρήθηκε αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στη συστηματική έκθεση και το άλιπο σωματικό βάρος (ή το σωματικό βάρος). Ωστόσο, δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης λόγω του μεγέθους της μεταβολής ή της προγνωστικής ακρίβειας του άλιπου σωματικού βάρους.
Η κατάσταση αναφορικά με το κάπνισμα και ο αρχικός FEV1 δεν παρουσίασαν εμφανή επίδραση στη συστηματική έκθεση της ινδακατερόλης και του γλυκοπυρρονίου μετά την εισπνοή του συνδυασμού ινδακατερόλης/γλυκοπυρρονίου.
Ινδακατερόλη
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού έδειξε ότι δεν υπάρχει κλινικά σχετική επίδραση της ηλικίας (ενήλικοι έως 88 ετών), του φύλου, του βάρους (32-168 κιλά) ή της φυλής στη φαρμακοκινητική της ινδακατερόλης. Δεν έδειξε τυχόν διαφορά ανάμεσα σε εθνικές υποομάδες σε αυτόν τον πληθυσμό.
Γλυκοπυρρόνιο
Ανάλυση δεδομένων φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με ΧΑΠ, προσδιόρισε το σωματικό βάρος και την ηλικία ως παράγοντες που συμβάλλουν στη διακύμανση της συστηματικής έκθεσης ανάμεσα στους ασθενείς. Το γλυκοπυρρόνιο στην συνιστώμενη δόση μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια σε όλες τις ομάδες ηλικίας και σωματικού βάρους.
Το φύλο, το καθεστώς καπνίσματος και η αρχική μέτρηση του FEV1 δεν είχαν εμφανή επίδραση στη συστηματική έκθεση.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο
Με βάση τα κλινικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά των επιμέρους μονοθεραπειών, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Ινδακατερόλη:
Ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν παρουσίασαν σχετικές μεταβολές της Cmax ή της AUC της ινδακατερόλης, ούτε διέφερε η σύνδεση με πρωτεΐνες ανάμεσα σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και τις υγιείς ομάδες ελέγχου. Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Γλυκοπυρρόνιο:
Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Το γλυκοπυρρόνιο αποβάλλεται κυρίως από τη συστηματική κυκλοφορία μέσω της νεφρικής απέκκρισης. Η μείωση του ηπατικού μεταβολισμού του γλυκοπυρρονίου δεν θεωρείται ότι οδηγεί σε κλινικά σημαντική αύξηση της συστηματικής έκθεσης.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο
Με βάση τα κλινικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά των επιμέρους μονοθεραπειών, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου για την οποία απαιτείται διύλιση, ο συνδυασμός ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το προσδοκώμενο όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου.
Ινδακατερόλη:
Λόγω της πολύ χαμηλής συμβολής της ουρικής οδού στην ολική αποβολή της ινδακατερόλης από τον οργανισμό, δεν πραγματοποιήθηκε μελέτη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Γλυκοπυρρόνιο:
Η νεφρική δυσλειτουργία επηρεάζει τη συστηματική έκθεση του βρωμιούχου γλυκοπυρρονίου. Παρατηρήθηκε μέτρια μέση αύξηση της συνολικής συστηματικής έκθεσης (AUClast) έως 1,4 φορές σε άτομα με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και έως 2,2 φορές σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και νεφροπάθεια τελικού σταδίου. Σε ασθενείς με ΧΑΠ με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, eGFR ≥30 ml/min/1,73 m2), το βρωμιούχο γλυκοπυρρόνιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνιστώμενη δόση.
Εθνικότητα
Ινδακατερόλη/γλυκοπυρρόνιο
Δεν παρατηρήθηκαν μείζονες διαφορές στη συνολική συστηματική έκθεση (AUC) και για τις δύο ενώσεις μεταξύ Ιαπώνων και Καυκάσιων ασθενών. Δεν διατίθενται επαρκή φαρμακοκινητικά δεδομένα για άλλες εθνικότητες ή φυλές.
Ινδακατερόλη:
Δεν διαπιστώθηκε διαφορά ανάμεσα σε υποομάδες διαφόρων εθνικοτήτων. Διατίθεται περιορισμένη εμπειρία αναφορικά με τη θεραπεία στο μαύρο πληθυσμό.
Γλυκοπυρρόνιο:
Δεν παρατηρήθηκαν μείζονες διαφορές στη συνολική συστηματική έκθεση (AUC) μεταξύ
των Ιαπώνων και Καυκάσιων ασθενών. Δεν διατίθενται επαρκή φαρμακοκινητικά δεδομένα για άλλες εθνικότητες ή φυλές.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - INDACATEROL+GLYCOPYRRONIUM 10+50
Περιεχόμενο του καψακίου
Λακτόζη μονοϋδρική (που περιέχει πρωτεΐνες γάλακτος) Στεατικό μαγνήσιο
Κέλυφος καψακίου
Υπρομελλόζη
2 χρόνια
Η συσκευή εισπνοής σε κάθε συσκευασία πρέπει να απορρίπτεται αφότου έχουν χρησιμοποιηθεί όλα τα καψάκια της συσκευασίας.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Τα καψάκια πρέπει πάντοτε να φυλάσσονται στην αρχική διάτρητη κυψέλη μονής δόσης, για να προστατεύονται από την υγρασία και να αφαιρούνται μόνο αμέσως πριν από τη χρήση.
Τα καψάκια περιέχονται σε διάτρητη κυψέλη μονής δόσης από OPA/Alu/PVC-Alu.
Οι διάτρητες κυψέλες μοονής δόσης συσκευάζονται σε κουτιά μαζί με ένα φύλλο οδηγιών χρήσης και την συσκευή εισπνοής.
Κάθε διάτρητη κυψέλη μονής δόσης περιέχει 10x1 σκληρά καψάκια.
Κάθε συσκευασία περιέχει 10x1, 30 x1 ή 90 x1 καψάκια μαζί με 1 συσκευή εισπνοής.
Η συσκευή εισπνοής αποτελείται από ένα πώμα, ένα επιστόμιο, τη βάση της συσκευής εισπνοής και ένα σύστημα διάτρησης. Η βάση της συσκευής εισπνοής περιέχει 2 πλευρικά πλήκτρα, το καθένα από τα οποία περιέχει μια βελόνα για τη διάτρηση του καψακίου.
Το πώμα, το επιστόμιο και η βάση της συσκευής εισπνοής αποτελούνται από ακρυλονιτρίλιο-βουταδιένιο-στυρένιο. Τα δύο πλευρικά πλήκτρα αποτελούνται από μεθακρυλικό μεθύλιο-ακρυλονιτρίλιο-βουταδιένιο-στυρένιο και οι βελόνες είναι κατασκευασμένες από ανοξείδωτο χάλυβα.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Πρέπει να χρησιμοποιείται η συσκευή εισπνοής που παρέχεται με κάθε νέα συνταγή. Η συσκευή εισπνοής σε κάθε συσκευασία πρέπει να απορρίπτεται αφότου έχουν χρησιμοποιηθεί όλα τα καψάκια της συσκευασίας.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Διαβάστε τις πλήρεις Οδηγίες Χρήσης πριν να το χρησιμοποιήσετε.
Οδηγίες για το χειρισμό και τη χρήση
1
2
3
Έλεγχος
Εισάγετε Τρυπήστε και αφήστε Εισπνεύστε βαθιά Ελέγξτε ότι το καψάκιο είναι άδειο
Βήμα 1α: Αφαιρέστε το πώμα
Βήμα 1β: Ανοίξτε τη συσκευή εισπνοής
Βήμα 3α: Εκπνεύστε εντελώς Μη φυσήξετε στην συσκευή εισπνοής.
Βήμα 2α: Τρυπήστε το καψάκιο μία φορά Κρατήστε τη συσκευή εισπνοής σε όρθια θέση.
Τρυπήστε το καψάκιο πιέζοντας σταθερά τα δύο πλευρικά πλήκτρα συγχρόνως. Θα πρέπει να ακούσετε έναν θόρυβο καθώς διατρυπάται το καψάκιο. Τρυπήστε το καψάκιο μόνο μία φορά
Βήμα 2β:
Αφήστε τα πλευρικά πλήκτρα
Ελέγξτε ότι το καψάκιο είναι άδειο Ανοίξτε τη συσκευή εισπνοής για να δείτε εάν έχει απομείνει τυχόν κόνις στο καψάκιο.
Εάν έχει απομείνει κόνις στο καψάκιο:
-
Κλείστε τη συσκευή εισπνοής.
-
Επαναλάβετε τα βήματα 3α έως 3γ.
Κόνις
Άδειο
Βήμα 3β:
Εισπνεύστε το φάρμακο βαθιά
Κρατήστε τη συσκευή εισπνοής, όπως φαίνεται στην εικόνα. Τοποθετήστε το επιστόμιο στο στόμα σας και κλείστε σφιχτά τα χείλη σας γύρω του.
Μην πιέζετε τα πλευρικά πλήκτρα. Εισπνεύστε γρήγορα και όσο βαθιά μπορείτε.
Βήμα 1γ:
Αφαιρέστε το καψάκιο Αφαιρέστε μία από τις διάτρητες κυψέλες μονής δόσης από την κάρτα κυψελών.
Αποκολλήστε την κυψέλη μονής δόσης και αφαιρέστε το καψάκιο.
Μη σπρώχνετε το καψάκιο μέσω του φύλλου αλουμινίου.
Μην καταπίνετε το καψάκιο.
Καθώς εισπνέετε θα ακούτε ένα βουητό. Μπορεί να αισθανθείτε τη γεύση του φαρμάκου καθώς εισπνέετε.
Βήμα 3γ:
Κρατήστε την αναπνοή Κρατήστε την αναπνοή σας για 5 δευτερόλεπτα.
Βήμα 1δ:
Εισάγετε το καψάκιο Μην τοποθετείτε ποτέ ένα καψάκιο απευθείας στο επιστόμιο.
Βήμα 1ε:
Κλείστε τη συσκευή εισπνοής
29
Αφαιρέστε το άδειο καψάκιο Τοποθετήστε το άδειο καψάκιο στα οικιακά απορρίμματα.
Κλείστε τη συσκευή εισπνοής και επανατοποθετήστε το πώμα.
Σημαντικές Πληροφορίες
•Τα καψάκια Indacaterol+Glycopyrroni um/STADA πρέπει πάντοτε να φυλάσσονται στην διάτρητη κάρτα κυψελών μονής δόσης και να αφαιρούνται μόνο αμέσως πριν από τη χρήση.
•Μην σπρώχνετε το καψάκιο μέσω του φύλλου αλουμινίου για να το αφαιρέσετε από την διάτρητη κυψέλη μονής δόσης.
-
Μην καταπίνετε το καψάκιο.
-
Μη χρησιμοποιείτε καψάκια Indacaterol+Glycopyrroni um/STADA με οποιαδήποτε άλλη συσκευή εισπνοής.
-
Μη χρησιμοποιείτε τη συσκευή εισπνοής Indacaterol+Glycopyrroni um/STADA για να πάρετε οποιοδήποτε άλλο φάρμακο σε καψάκιο.
-
Μην τοποθετείτε ποτέ ένα καψάκιο
απευθείας στο στόμα σας ή στο επιστόμιο της συσκευής εισπνοής.
-
Μην πιέζετε τα πλευρικά πλήκτρα για περισσότερες από μία φορά.
-
Μην φυσήξετε στο επιστόμιο.
-
Μην πιέζετε τα πλευρικά πλήκτρα καθώς εισπνέετε από το επιστόμιο.
-
Μην χειρίζεστε τα καψάκια με υγρά χέρια.
-
Ποτέ μην πλένετε τη συσκευή εισπνοής με νερό.
Απόρριψη της συσκευής εισπνοής μετά τη χρήση
Η συσκευή εισπνοής πρέπει να απορρίπτεται αφότου έχουν χρησιμοποιηθεί όλα τα καψάκια.
Ρωτήστε τον φαρμακοποιό σας πώς να απορρίψετε τα φάρμακα και τις συσκευές εισπνοής που δε χρειάζονται πια.
Συνήθεις Ερωτήσεις Γιατί η συσκευή εισπνοής δεν έκανε κάποιο θόρυβο κατά την εισπνοή;
Το καψάκιο ενδέχεται να έχει κολλήσει στον θάλαμο του καψακίου. Εάν συμβεί αυτό, χαλαρώστε προσεκτικά το καψάκιο χτυπώντας απαλά τη βάση της συσκευής εισπνοής.
Εισπνεύστε πάλι το φάρμακο επαναλαμβάνοντας τα βήματα 3α έως 3γ.
Τι να κάνω εάν έχει απομείνει κόνις στο καψάκιο;
Δεν έχετε λάβει αρκετό από το φάρμακο σας. Κλείστε τη συσκευή εισπνοής και επαναλάβετε τα βήματα 3α έως 3γ.
Έχω βήξει μετά την εισπνοή
– έχει σημασία αυτό; Αυτό μπορεί να συμβεί. Εφόσον το καψάκιο είναι άδειο, έχετε λάβει αρκετό φάρμακο.
Αισθάνθηκα μικρά τεμάχια
του καψακίου πάνω στη γλώσσα μου –
έχει σημασία αυτό;
Αυτό μπορεί να συμβεί. Δεν είναι επιβλαβές. Οι πιθανότητες θρυμματισμού του καψακίου θα είναι αυξημένες εάν το καψάκιο τρυπηθεί περισσότερες από μία φορά.
Καθαρισμός της συσκευής εισπνοής Σκουπίστε κάθε βδομάδα το επιστόμιο μέσα και έξω με ένα καθαρό, στεγνό πανί χωρίς χνούδια, ώστε να αφαιρέσετε τυχόν κατάλοιπα κόνεως.
Διατηρείτε τη συσκευή εισπνοής στεγνή. Ποτέ μην πλένετε τη συσκευή εισπνοής με νερό.
Η συσκευασία της συσκευής εισπνοής Indacaterol+Glycopyrronium/STADA περιέχει:
-
Μία συσκευή εισπνοής Indacaterol+Glycopyrronium/STADA
-
Μία ή περισσότερες διάτρητες κάρτες κυψελών μονής δόσης, όπου η καθεμία περιέχει 10 καψάκια Indacaterol+Glycopyrronium/STADA για χρήση στη συσκευή εισπνοής