Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

ROSUVASTATIN+RAMIPRIL/EGIS CAPS (20+5)MG/CAP

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
7
105
43
22
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

ROSUVASTATIN+RAMIPRIL/EGIS CAPS (20+5)MG/CAP

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΑΨΑΚΙΟ, ΣΚΛΗΡΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

EGIS PHARMACEUTICALS PLC, BUDAPEST (KERESZTURI), HUNGARY
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - ROSUVASTATIN+RAMIPRIL/EGIS

Ενδείξεις

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis ενδείκνυται για τη θεραπεία υποκατάστασης ενήλικων ασθενών με ιδιοπαθή υπέρταση, των οποίων η αρτηριακή πίεση μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς με ραμιπρίλη στο δοσολογικό επίπεδο του σταθερού συνδυασμού, και οι οποίοι μπορεί να ελεγχθούν επαρκώς με ροσουβαστατίνη στο δοσολογικό επίπεδο του σταθερού συνδυασμού, καθώς εκτός από την υπέρταση, έχει διαγνωστεί για αυτούς μία από τις ακόλουθες νόσους:

  • Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία (Τύπου IIa συμπεριλαμβανομένης της ετερόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας), ή

  • Μικτή δυσλιπιδαιμία (Τύπου IIb) ή

  • Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία ή

  • σε ασθενείς που εκτιμάται ότι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για ένα πρώτο καρδιαγγειακό συμβάν, για την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων, ως συμπλήρωμα για τη διόρθωση άλλων παραγόντων κινδύνου.

Δοσολογία

Δοσολογία

Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι ένα καψάκιο της δεδομένης περιεκτικότητας.

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν είναι κατάλληλο για αρχική θεραπεία. Η έναρξη της θεραπείας ή η ρύθμιση της δόσης, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να γίνεται μόνο με τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες και μετά τον καθορισμό των κατάλληλων δόσεων είναι δυνατή η μετάβαση στον σταθερό συνδυασμό δόσεων της κατάλληλης περιεκτικότητας.

Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί μια συνήθη δίαιτα μείωσης της χοληστερόλης, η οποία πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν είναι κατάλληλο για ασθενείς που χρειάζονται δόση 40 mg ροσουβαστατίνης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Rosuvastatin+Ramipril/Egis σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα επί του παρόντος δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.1, αλλά δεν μπορεί να γίνει συγκεκριμένη σύσταση για τη δοσολογία και το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν συνιστάται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Ηλικιωμένοι

Συνιστάται δόση έναρξης 5 mg ροσουβαστατίνης σε ασθενείς ηλικίας >70 ετών (βλ. παράγραφο 4.4). Πρέπει να εξετάζεται μια μειωμένη αρχική δόση 1,25 mg ραμιπρίλης και η επακόλουθη τιτλοποίηση της ραμιπρίλης πρέπει να είναι πιο σταδιακή, ειδικά σε πολύ ηλικιωμένους και αδύναμους ασθενείς. Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν είναι κατάλληλο για αρχική θεραπεία. Η έναρξη της θεραπείας ή η ρύθμιση της δόσης, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να γίνεται μόνο με τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες και μετά τον καθορισμό των κατάλληλων δόσεων είναι δυνατή η μετάβαση στον σταθερό συνδυασμό της κατάλληλης περιεκτικότητας.

Νεφρική δυσλειτουργία

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

Η ημερήσια δόση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης (βλ. παράγραφο 5.2).

Ροσουβαστατίνη:

  • δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

    Ραμιπρίλη:

  • εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι ≥60 ml/min, η μέγιστη ημερήσια δόση ραμιπρίλης είναι 10 mgꞏ

  • εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μεταξύ 30-60 ml/min, η μέγιστη ημερήσια δόση ραμιπρίλης είναι 5 mg.ꞏ

Ο σταθερός συνδυασμός δεν είναι κατάλληλος για αρχική θεραπεία. Τα φάρμακα με τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες πρέπει να χρησιμοποιούνται για την έναρξη της θεραπείας ή για την τροποποίηση της δόσης.

Η χρήση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν είναι κατάλληλο για θεραπεία σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, διότι στην περίπτωση αυτή η μέγιστη ημερήσια δόση ραμιπρίλης είναι 2,5 mg.

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργή ηπατική νόσο (βλ. παράγραφο 4.3).

Φυλή

Έχει παρατηρηθεί αυξημένη συστηματική έκθεση στη ροσουβαστατίνη σε Ασιάτες ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 5 mg ροσουβαστατίνης για ασθενείς με ασιατική καταγωγή. Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν είναι κατάλληλο για αρχική θεραπεία. Τα φάρμακα με τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες πρέπει να χρησιμοποιούνται για την έναρξη της θεραπείας ή για την τροποποίηση της δόσης.

Γενετικοί πολυμορφισμοί

Συγκεκριμένοι τύποι γενετικών πολυμορφισμών είναι γνωστό ότι μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη έκθεση στη ροσουβαστατίνη (βλ. παράγραφο 5.2). Για ασθενείς οι οποίοι είναι γνωστό ότι έχουν τέτοιους ειδικούς τύπους πολυμορφισμών, συνιστάται χαμηλότερη ημερήσια δόση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis.

Δόση σε ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για μυοπάθεια

Η συνιστώμενη δόση έναρξης σε ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για μυοπάθεια είναι 5 mg ροσουβαστατίνης (βλ. παράγραφο 4.4). Ο σταθερός συνδυασμός δεν είναι κατάλληλος για αρχική θεραπεία. Τα φάρμακα με τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες πρέπει να χρησιμοποιούνται για την έναρξη της θεραπείας ή για την τροποποίηση της δόσης.

Ταυτόχρονη θεραπεία

Η ροσουβαστατίνη είναι υπόστρωμα διαφόρων πρωτεϊνών μεταφορέων (π.χ. OATP1B1 και BCRP). Ο κίνδυνος μυοπάθειας (συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης) αυξάνεται όταν το Rosuvastatin+Ramipril/Egis χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της ροσουβαστατίνης στο πλάσμα λόγω αλληλεπιδράσεων με αυτές τις πρωτεΐνες μεταφορείς (π.χ. κυκλοσπορίνη και ορισμένοι αναστολείς πρωτεασών, συμπεριλαμβανομένων των συνδυασμών ριτοναβίρης με αταζαναβίρη, λοπιναβίρη και/ή τιπραναβίρη, βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5). Όποτε είναι δυνατόν, πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές φαρμακευτικές αγωγές, και εάν είναι απαραίτητο, να εξετάζεται η προσωρινή διακοπή της θεραπεία με το Rosuvastatin+Ramipril/Egis. Σε καταστάσεις όπου η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων με το Rosuvastatin+Ramipril/Egis είναι αναπόφευκτη, το όφελος και ο

κίνδυνος της ταυτόχρονης θεραπείας και η ρύθμιση της δοσολογίας της ροσουβαστατίνης πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.5).

Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση.

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis πρέπει να λαμβάνεται κάθε μέρα την ίδια ώρα της ημέρας με ή χωρίς τροφή.

Αντενδείξεις

Σχετιζόμενες με τη ροσουβαστατίνη

  • Υπερευαισθησία στη ροσουβαστατίνη.

  • Ενεργή ηπατική νόσος, συμπεριλαμβανομένων ανεξήγητων, επιμενουσών αυξήσεων των τρανσαμινασών του ορού και οποιασδήποτε αύξησης των τρανσαμινασών του ορού που υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN).

  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min).

  • Μυοπάθεια.

  • Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα συνδυασμό σοφοσμπουβίρης/βελπατασβίρης/βοξιλαπρεβίρης (βλ. παράγραφο 4.5).

  • Ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης.

  • Κύηση και θηλασμός, και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).

    Σχετιζόμενες με τη ραμιπρίλη

  • Υπερευαισθησία στη ραμιπρίλη ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτενσίνης).

  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς του ΜΕΑ ή AIIRA).

  • Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

  • Εξωσωματικές θεραπείες οι οποίες συνεπάγονται επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες (βλ. παράγραφο 4.5).

  • Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση νεφρικής αρτηρίας σε περιπτώσεις που λειτουργεί ένας μόνο νεφρός.

  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).

  • Υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις.

  • Η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m2) (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

    Σχετιζόμενες με το Rosuvastatin+Ramipril/Egis

    Όλες οι αντενδείξεις που αναφέρονται παραπάνω και σχετίζονται με τα τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες ισχύουν επίσης και για το Rosuvastatin+Ramipril/Egis.

    Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Σχετιζόμενες με τη ροσουβαστατίνη

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις

Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις με την ροσουβαστατίνη, που συμπεριλαμβάνουν το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), που μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή ή θανατηφόρα. Κατά τη συνταγολόγηση, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και να παρακολουθούνται στενά. Εάν εμφανιστούν σημεία και

συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτήν την αντίδραση, το Rosuvastatin+Ramipril/Egis πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξεταστεί μια εναλλακτική θεραπεία.

Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει μια σοβαρή αντίδραση όπως SJS ή DRESS με τη χρήση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis, η θεραπεία με το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν πρέπει να επανεκκινηθεί σε αυτόν τον ασθενή σε οποιαδήποτε στιγμή.

Νεφρικές επιδράσεις

Πρωτεϊνουρία, που ανιχνεύεται με χρήση ταινιών εμβάπτισης (dipstick) και που είναι κυρίως σωληναριακής προέλευσης, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με υψηλότερες δόσεις ροσουβαστατίνης, ιδαίτερα 40 mg, όπου στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν παροδική ή διαλείπουσα. Η πρωτεϊνουρία δεν έδειξε να αποτελεί προγνωστικό παράγοντα οξείας ή εξελισσόμενης νεφρικής νόσου (βλ. παράγραφο 4.8).

Επιδράσεις στους σκελετικούς μύες

Επιδράσεις στους σκελετικούς μύες π.χ. μυαλγία, μυοπάθεια, και, σπανίως ραβδομυόλυση έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ροσουβαστατίνη με όλες τις δόσεις και ιδιαίτερα με δόσεις> 20 mg. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης με τη χρήση εζετιμίμπης σε συνδυασμό με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης. Δεν μπορεί να αποκλειστεί φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση (βλ. παράγραφο 4.5) και πρέπει να δίνεται προσοχή με τη συνδυασμένη χρήση τους.

Μυασθένεια gravis, μυασθένεια του οφθαλμού

Σε λίγες περιπτώσεις έχει αναφερθεί ότι οι στατίνες προκαλούν εκ νέου (de novo) ή επιδεινώνουν προϋπάρχουσα μυασθένεια gravis ή μυασθένεια του οφθαλμού (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων, η χορήγηση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis πρέπει να διακόπτεται. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υποτροπής κατά την (επανα-)χορήγηση της ίδιας ή διαφορετικής στατίνης.

Μέτρηση της κινάσης της κρεατίνης

Η κινάση της κρεατίνης (CK) δεν πρέπει να μετράται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία εύλογης εναλλακτικής αιτίας αύξησης της CK, η οποία μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων.

Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα κατά την έναρξη (>5 × ULN), πρέπει να πραγματοποιηθεί επιβεβαιωτικός έλεγχος εντός 5-7 ημερών. Εάν ο επαναληπτικός έλεγχος επιβεβαιώσει μια τιμή CK κατά την έναρξη >5×ULN, η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.

Πριν τη θεραπεία

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis, όπως άλλοι αναστολείς της HMG - CoA αναγωγάσης, πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για μυοπάθεια/ραβδομυόλυση. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται:

  • νεφρική δυσλειτουργία

  • υποθυρεοειδισμός

  • ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών

  • προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με άλλο αναστολέα της HMG - CoA αναγωγάσης ή φιβράτη

  • κατάχρηση αλκοόλ

  • ηλικία >70 ετών

  • καταστάσεις όπου μπορεί να συμβεί αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα (βλ. παραγράφους 4.2, 4.5 και 5.2)

  • ταυτόχρονη χρήση φιβρατών.

Σε αυτούς τους ασθενείς ο κίνδυνος από τη θεραπεία πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με το πιθανό όφελος και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα κατά την έναρξη (>5 × ULN), η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Οι ασθενείς πρέπει να κληθούν να αναφέρουν ανεξήγητο μυϊκό άλγος, αδυναμία ή κράμπες αμέσως, ιδιαίτερα εάν συνοδεύονται από κακουχία ή πυρετό. Τα επίπεδα της CK πρέπει να μετρώνται σε αυτούς τους ασθενείς. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα (>5 × ULN) ή εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινά δυσφορία (ακόμα και αν τα επίπεδα CK είναι ≤5 × ULN). Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CK επανέλθουν στις φυσιολογικές τιμές, τότε πρέπει να εξεταστεί η επαναχορήγηση της ροσουβαστατίνης ή ενός εναλλακτικού αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενή παρακολούθηση. Δεν είναι απαραίτητη η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων CK σε ασυμπτωματικούς ασθενείς. Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές για ανοσο-επαγόμενη νεκρωτική μυοπάθεια (IMNM) κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της ροσουβαστατίνης. Η IMNM χαρακτηρίζεται κλινικά από αδυναμία των εγγύς μυών και αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμη και μετά τη διακοπή της θεραπείας με στατίνη.

Σε κλινικές δοκιμές δεν υπήρξαν ενδείξεις αυξημένων επιδράσεων στους σκελετικούς μύες στον μικρό αριθμό ασθενών που έλαβαν ροσουβαστατίνη και συγχορηγούμενη θεραπεία. Ωστόσο, παρατηρήθηκε αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης μυοσίτιδας και μυοπάθειας σε ασθενείς που έλαβαν άλλους αναστολείς της HMG - CoA αναγωγάσης μαζί με παράγωγα ινικού οξέος, συμπεριλαμβανομένων της γεμφιβροζίλης, της κυκλοσπορίνης, του νικοτινικού οξέος, των αντιμυκητιασικών της ομάδας των αζολών, των αναστολέων πρωτεάσης και των μακρολιδικών αντιβιοτικά. Η γεμφιβροζίλη αυξάνει τον κίνδυνο μυοπάθειας όταν χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένους αναστολείς της HMG - CoA αναγωγάσης. Επομένως, ο συνδυασμός του Rosuvastatin+Ramipril/Egis και της γεμφιβροζίλης δεν συνιστάται. Το όφελος από περαιτέρω μεταβολές στα επίπεδα λιπιδίων από τη συνδυασμένη χρήση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis με φιβράτες ή νιασίνη πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι των πιθανών κινδύνων τέτοιων συνδυασμών.

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικές μορφές φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση φουσιδικού οξέος μέσω της συστηματικής οδού θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Έχουν υπάρξει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων θανάτων) σε ασθενείς που έλαβαν συνδυασμό φουσιδικού οξέος και στατινών (βλ. παράγραφο 4.5). Πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να αναζητούν αμέσως ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάσουν συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, άλγους ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να επανεισαχθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη χορήγηση φουσιδικού οξέος μέσω της συστηματικής οδού, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη συγχορήγησης του Rosuvastatin+Ramipril/Egis και του φουσιδικού οξέος πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε κανέναν ασθενή με οξεία, σοβαρή κατάσταση που υποδηλώνει μυοπάθεια ή που προδιαθέτει για ανάπτυξη νεφρικής ανεπάρκειας ως επακόλουθο ραβδομυόλυσης (π.χ. σηψαιμία, υπόταση, μείζονα χειρουργική επέμβαση, τραύμα, σοβαρές μεταβολικές, ενδοκρινικές και ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ή μη ελεγχόμενες επιληπτικές κρίσεις).

Επιδράσεις στο ήπαρ

Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, το Rosuvastatin+Ramipril/Egis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν υπερβολικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.

Συνιστάται η διενέργεια εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας πριν, και 3 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με ροσουβαστατίνη. Η ροσουβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται ή να μειώνεται η δόση της,

εάν το επίπεδο των τρανσαμινασών στον ορό είναι μεγαλύτερο από 3 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο.

Σε ασθενείς με δευτεροπαθή υπερχοληστερολαιμία που οφείλεται σε υποθυρεοειδισμό ή νεφρωσικό σύνδρομο, η υποκείμενη νόσος πρέπει να αντιμετωπιστεί πριν από την έναρξη της θεραπείας με ροσουβαστατίνη.

Φυλή

Mελέτες φαρμακοκινητικής της ροσουβαστατίνης δείχνουν αύξηση της έκθεσης σε Ασιάτες ασθενείς σε σύγκριση με Καυκάσιους (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Αναστολείς πρωτεάσης

Έχει παρατηρηθεί αυξημένη συστηματική έκθεση στη ροσουβαστατίνη σε άτομα που λαμβάνουν ροσουβαστατίνη ταυτόχρονα με διάφορους αναστολείς πρωτεασών σε συνδυασμό με ριτοναβίρη. Πρέπει να εξετάζονται τόσο το όφελος της μείωσης των λιπιδίων από τη χρήση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis σε ασθενείς με HIV που λαμβάνουν αναστολείς πρωτεασών καθώς και η πιθανότητα αυξημένων συγκεντρώσεων ροσουβαστατίνης στο πλάσμα κατά την έναρξη και την προς τα πάνω τιτλοποίηση των δόσεων ροσουβαστατίνης σε ασθενείς που έλαβαν αναστολείς πρωτεασών. Η ταυτόχρονη χρήση με ορισμένους αναστολείς πρωτεασών δεν συνιστάται εκτός εάν ρυθμιστεί η δόση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Διάμεση πνευμονοπάθεια

Έχουν αναφερθεί εξαιρετικές περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με ορισμένες στατίνες, ειδικά σε μακροχρόνια θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8). Στα εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά μπορεί να περιλαμβάνονται δύσπνοια, μη παραγωγικός βήχας και επιδείνωση της γενικής κατάστασης της υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία ότι ένας ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.

Σακχαρώδης διαβήτης

Ορισμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι στατίνες αυξάνουν την γλυκόζη στο αίμα, και σε ορισμένους ασθενείς, με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη στο μέλλον, μπορεί να προκαλέσουν επίπεδο υπεργλυκαιμίας όπου να ενδείκνυται η τυπική φροντίδα για το διαβήτη. Αυτός ο κίνδυνος, ωστόσο, αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου με τη χρήση στατινών και επομένως δεν πρέπει να αποτελεί λόγο για τη διακοπή της θεραπείας με στατίνες. Ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, ΔΜΣ> 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές.

Στη μελέτη JUPITER, η συνολική αναφερόμενη συχνότητα σακχαρώδους διαβήτη ήταν 2,8% για τη ροσουβαστατίνη και 2,3% για το εικονικό φάρμακο, κυρίως σε ασθενείς με γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L.

Σχετιζόμενες με τη ραμιπρίλη

Ειδικοί πληθυσμοί

Κύηση

Η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ όπως η ραμιπρίλη ή οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II (AIIRAs) δεν πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ/AIIRA θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση. Κατά τη διάγνωση της κύησης, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ/AIIRA πρέπει να διακόπτεται αμέσως και εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6).

Ασθενείς που διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο υπότασης

  • Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης διατρέχουν κίνδυνο μιας οξείας έκδηλης πτώσης της αρτηριακής πίεσης και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας λόγω αναστολής του ΜΕΑ, ειδικά όταν ένας αναστολέας του ΜΕΑ ή ένα διουρητικό χορηγείται ταυτόχρονα για πρώτη φορά ή στην πρώτη αύξηση της δόσης.

    Πρέπει να αναμένεται σημαντική ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης- αλδοστερόνης και απαιτείται ιατρική παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης, για παράδειγμα σε:

    • ασθενείς με σοβαρή υπέρταση

    • ασθενείς με μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια

    • ασθενείς με αιμοδυναμικά σχετική παρεμπόδιση της αριστερής κοιλιακής εισροής ή εκροής (π.χ. στένωση της αορτικής της ή μιτροειδούς βαλβίδας)

    • ασθενείς με ετερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας με δεύτερο λειτουργικό νεφρό

    • ασθενείς στους οποίους υπάρχει ή μπορεί να αναπτυχθεί ένδεια υγρών ή άλατος (συμπεριλαμβανομένων ασθενών με διουρητικά)

    • ασθενείς με κίρρωση του ήπατος και/ή ασκίτη

    • ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση.

      Γενικά, συνιστάται η διόρθωση της αφυδάτωσης, της υποογκαιμίας ή της ένδειας άλατος πριν από την έναρξη της θεραπείας (σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ωστόσο, μια τέτοια διορθωτική ενέργεια πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι του κινδύνου της υπερφόρτωσης του όγκου).

  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II ή της αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Δεν

    συνιστάται ο διπλός αποκλεισμός του RAAS μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων του ΜΕΑ, αναστολέων των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II ή της αλισκιρένης (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1). Εάν η θεραπεία με διπλό αποκλεισμό θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτή πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένου γιατρού και με τη διενέργεια συχνής στενής παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.

    Οι αναστολείς του ΜΕΑ και οι αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

  • Παροδική ή εμμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου

  • Ασθενείς σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας σε περίπτωση οξείας υπότασης

Η αρχική φάση της θεραπείας απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση.

Ηλικιωμένοι

Βλέπε παράγραφο 4.2.

Χειρουργική επέμβαση

Συνιστάται η διακοπή της θεραπείας με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, όπως η ραμιπρίλη, όπου είναι δυνατόν, μία ημέρα πριν από τη χειρουργική επέμβαση.

Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας

Η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η δόση να ρυθμίζεται ειδικά στις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας. Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού.

Αγγειοοίδημα

Έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα σε ασθενείς που έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτός ο κίνδυνος αγγειοοιδήματος (π.χ. οίδημα των αεραγωγών ή της γλώσσας, με ή χωρίς αναπνευστική ανεπάρκεια) μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν αγγειοοίδημα, όπως αναστολείς mTOR (στόχος της ραπαμυκίνης στα θηλαστικά) (π.χ. τεμσιρόλιμους, εβερόλιμους, σιρόλιμους), αναστολείς της βιλνταγλιπτίνης ή της νεπριλυσίνης (NEP) (όπως η ρασεκαδοτρίλη). Ο συνδυασμός ραμιπρίλης με σακουβιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου αγγειοοιδήματος (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).

Σε περίπτωση αγγειοοιδήματος, το Rosuvastatin+Ramipril/Egis πρέπει να διακοπεί.

Η θεραπεία έκτακτης ανάγκης πρέπει να ξεκινήσει αμέσως. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 έως 24 ώρες και να λάβει εξιτήριο μετά την πλήρη επίλυση των συμπτωμάτων.

Έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα του εντέρου σε ασθενείς που έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτοί οι ασθενείς παρουσίαζαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο).

Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της απευαισθητοποίησης

Η πιθανότητα και η σοβαρότητα των αναφυλακτικών και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων στο δηλητήριο εντόμων και σε άλλα αλλεργιογόνα αυξάνονται κατά την αναστολή του ΜΕΑ. Προσωρινή διακοπή του Rosuvastatin+Ramipril/Egis πρέπει να εξεταστεί πριν από την απευαισθητοποίηση.

Παρακολούθηση ηλεκτρολυτών: Υπερκαλιαιμία

Έχει παρατηρηθεί υπερκαλιαιμία σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης. Οι ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνουν εκείνους με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικίας (> 70 ετών), μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνους που χρησιμοποιούν άλατα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και άλλες δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο στο πλάσμα ή καταστάσεις όπως αφυδάτωση, οξεία καρδιακή απορρύθμιση, μεταβολική οξέωση. Εάν η ταυτόχρονη χρήση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται κατάλληλη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό (βλ. παράγραφο 4.5).

Παρακολούθηση ηλεκτρολυτών: Υπονατριαιμία

Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ραμιπρίλη. Συνιστάται να παρακολουθούνται τακτικά τα επίπεδα νατρίου στον ορό σε ηλικιωμένους και σε άλλους ασθενείς που κινδυνεύουν από υπονατριαιμία.

Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία

Σπάνια έχει παρατηρηθεί ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, καθώς και θρομβοπενία και αναιμία, και έχει επίσης αναφερθεί καταστολή του μυελού των οστών. Συνιστάται η παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων για την ανίχνευση πιθανής λευκοπενίας. Συνιστάται συχνότερη παρακολούθηση στην αρχική φάση της θεραπείας και σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, σε εκείνους με συνυπάρχουσα νόσο του κολλαγόνου (π.χ. ερυθηματώδης λύκος ή σκληρόδερμα), και σε όλους αυτούς που λαμβάνουν θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να προκαλέσουν μεταβολές στην αιματολογική εικόνα (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8).

Εθνοτικές διαφορές

Οι αναστολείς του ΜΕΑ προκαλούν υψηλότερο ποσοστό αγγειοοιδήματος σε έγχρωμους ασθενείς από ότι σε μη έγχρωμους ασθενείς.

Όπως και με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ, η ραμιπρίλη μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε έγχρωμους από ό, τι σε μη έγχρωμους ασθενείς, πιθανώς λόγω

υψηλότερου επιπολασμού υπέρτασης με χαμηλά επίπεδα ρενίνης στον έγχρωμο υπερτασικό πληθυσμό.

Βήχας

Έχει αναφερθεί βήχας με τη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας που προκαλείται από αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να θεωρείται ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.

Νάτριο

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
7
105
43
22
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Σχετιζόμενες με τη ροσουβαστατίνη

Επίδραση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στη ροσουβαστατίνη

Αναστολείς της πρωτεΐνης μεταφορέα: Η ροσουβαστατίνη είναι ένα υπόστρωμα για ορισμένες πρωτεΐνες μεταφορείς, συμπεριλαμβανομένου του μεταφορέα ηπατικής πρόσληψης OATP1B1 και του μεταφορέα εκροής BCRP. Συγχορήγηση του Rosuvastatin+Ramipril/Egis με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι αναστολείς αυτών των πρωτεϊνών μεταφορέων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις ροσουβαστατίνης στο πλάσμα και αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και Πίνακα 1).

Κυκλοσπορίνη: Κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας με ροσουβαστατίνη και κυκλοσπορίνη, οι τιμές AUC της ροσουβαστατίνης ήταν κατά μέσο όρο 7 φορές υψηλότερες από αυτές που παρατηρήθηκαν σε υγιείς εθελοντές (βλ. Πίνακα 1). Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κυκλοσπορίνη (βλ. παράγραφο 4.3). Η συγχορήγηση δεν επηρέασε τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα.

Αναστολείς πρωτεασών: Αν και ο ακριβής μηχανισμός αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστός, η ταυτόχρονη χρήση αναστολέα πρωτεασών μπορεί να αυξήσει σημαντικά την έκθεση στη ροσουβαστατίνη (βλ. Πίνακα 1). Για παράδειγμα, σε μια φαρμακοκινητική μελέτη, η συγχορήγηση 10 mg ροσουβαστατίνης και ενός προϊόντος συνδυασμού δύο αναστολέων πρωτεασών (300 mg αταζαναβίρης/100 mg ριτοναβίρης) σε υγιείς εθελοντές, συσχετίστηκε με περίπου τριπλάσια και επταπλάσια αύξηση στις AUC και Cmax της ροσουβαστατίνης αντίστοιχα. Η ταυτόχρονη χρήση ροσουβαστατίνης και ορισμένων συνδυασμών αναστολέων πρωτεασών μπορεί να εξεταστεί μετά από προσεκτική εξέταση της ρύθμισης της δόσης της ροσουβαστατίνης με βάση την αναμενόμενη αύξηση της έκθεσης στη ροσουβαστατίνη (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και Πίνακα 1).

Γεμφιβροζίλη και άλλα υπολιπιδαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα: Η ταυτόχρονη χρήση ροσουβαστατίνης και γεμφιβροζίλης οδήγησε σε διπλάσια αύξηση στη Cmax και στην AUC της ροσουβαστατίνης (βλ. παράγραφο 4.4).

Με βάση δεδομένα από ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων δεν αναμένονται σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη φαινοφιβράτη, ωστόσο μπορεί να συμβεί φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση. Η γεμφιβροζίλη, η φαινοφιβράτη, άλλες φιβράτες και υπολιπιδαιμικές δόσεις (> ή ίσες με 1 g/ημέρα) νιασίνης (νικοτινικό οξύ) αυξάνουν τον κίνδυνο μυοπάθειας όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με αναστολείς της HMG - CoA αναγωγάσης, πιθανώς επειδή μπορούν να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται ως μονοθεραπεία.

Εζετιμίμπη: Η ταυτόχρονη χρήση 10 mg ροσουβαστατίνης και 10 mg εζετιμίμπης οδήγησε σε αύξηση της AUC της ροσουβαστατίνης κατά 1,2 φορές σε υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς (βλ. Πίνακα 1).

Δεν μπορεί να αποκλειστεί μια φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση, αναφορικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες, ανάμεσα στην ροσουβαστατίνη και την εζετιμίμπη (βλ. παράγραφο 4.4).

Αντιόξινα: Η ταυτόχρονη χορήγηση ροσουβαστατίνης με εναιώρημα αντιόξινου σκευάσματος που περιέχει υδροξείδιο του αργιλίου και του μαγνησίου οδήγησε σε μείωση της συγκέντρωσης της ροσουβαστατίνης στο πλάσμα κατά περίπου 50%. Αυτή η επίδραση μετριάστηκε όταν το αντιόξινο χορηγήθηκε 2 ώρες μετά τη ροσουβαστατίνη. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν έχει μελετηθεί.

Ερυθρομυκίνη: Η ταυτόχρονη χρήση ροσουβαστατίνης και ερυθρομυκίνης οδήγησε σε μείωση της AUC κατά 20% και μείωση της Cmax της ροσουβαστατίνης κατά 30%. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να οφείλεται στην αύξηση της κινητικότητας του εντέρου που προκαλείται από την ερυθρομυκίνη.

Ένζυμα κυτοχρώματος P450: Αποτελέσματα από in vitro και in vivo μελέτες δείχνουν ότι η ροσουβαστατίνη δεν είναι ούτε αναστολέας ούτε επαγωγέας των ισοενζύμων του κυτοχρώματος P450. Επιπλέον, η ροσουβαστατίνη είναι ένα ασθενές υπόστρωμα για αυτά τα ισοένζυμα. Επομένως, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις φαρμάκων που να προέρχονται από τον διαμεσολαβούμενο από το κυτόχρωμα P450 μεταβολισμό. Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ροσουβαστατίνης και της φλουκοναζόλης (ένας αναστολέας των CYP2C9 και CYP3A4) ή κετοκοναζόλης (ένας αναστολέας των CYP2A6 και CYP3A4).

Τικαγρελόρη: Η τικαγρελόρη ενδέχεται να επηρεάσει τη νεφρική απέκκριση της ροσουβαστατίνης, αυξάνοντας τον κίνδυνο συσσώρευσης της ροσουβαστατίνης. Παρόλο που ο ακριβής μηχανισμός δεν είναι γνωστός, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ταυτόχρονη χρήση τικαγρελόρης και ροσουβαστατίνης οδήγησε σε μείωση της νεφρικής λειτουργίας, αυξημένα επίπεδα CPK και ραβδομυόλυση.

Αλληλεπιδράσεις που απαιτούν ρυθμίσεις της δόσης της ροσουβαστατίνης (βλ. επίσης Πίνακα 1 παρακάτω): Όταν είναι απαραίτητη η συγχορήγηση ροσουβαστατίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν την έκθεση στη ροσουβαστατίνη, πρέπει να ρυθμίζονται οι δόσεις της ροσουβαστατίνης. Έναρξη με δόση ροσουβαστατίνης 5 mg μία φορά την ημέρα εάν η αναμενόμενη αύξηση της έκθεσης (AUC) είναι περίπου 2πλάσια ή μεγαλύτερη. Η μέγιστη ημερήσια δόση της ροσουβαστατίνης πρέπει να ρυθμίζεται έτσι ώστε η αναμενόμενη έκθεση στη ροσουβαστατίνη να μην υπερβαίνει κατά πάσα πιθανότητα την ημερήσια δόση ροσουβαστατίνης 40 mg που λαμβάνεται χωρίς αλληλεπίδραση φαρμακευτικών προϊόντων, για παράδειγμα, δόση 20 mg ροσουβαστατίνης με γεμφιβροζίλη (αύξηση 1,9 φορές) και δόση 10 mg ροσουβαστατίνης με συνδυασμό ριτοναβίρης/αταζαναβίρης (αύξηση 3,1 φορές).

Εάν παρατηρηθεί ότι το φαρμακευτικό προϊόν αυξάνει την AUC της ροσουβαστατίνης λιγότερο από το 2πλάσιο, η αρχική δόση δεν χρειάζεται να μειωθεί, αλλά πρέπει να δίδεται προσοχή εάν αυξάνεται η δόση της ροσουβαστατίνης πάνω από 20 mg.

Πίνακας 1: Επίδραση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στην έκθεση ροσουβαστατίνης (AUC, σε φθίνουσα σειρά μεγέθους) από δημοσιευμένες κλινικές δοκιμές

2πλάσια ή μεγαλύτερη από τη 2πλάσια αύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης
Δοσολογικό σχήμα αλληλεπιδρώντος φαρμάκου Δοσολογικό σχήμα ροσουβαστατίνης Μεταβολή στην AUC της ροσουβαστατίνης*
Σοφοσβουβίρη/ βελπατασβίρη/βοξιλαπρεβίρη (400 mg-100 mg-100 mg) +Βοξιλαπρεβίρη (100 mg) μία φορά την ημέρα για 15 ημέρες 10 mg, εφάπαξ δόση 7,4 φορές ↑
Κυκλοσπορίνη 75 mg BID έως 200 mg BID, 6 μήνες 10 mg OD, 10 ημέρες 7,1 φορές ↑
Δαρολουταμίδη 600 mg BID, 5 ημέρες 5 mg, εφάπαξ δόση 5,2 φορές ↑
Ρεγοραφενίμπη 160 mg, OD, 14ημέρες 5 mg, εφάπαξ δόση 3,8 φορές ↑
Αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη100 mg OD, 8 ημέρες 10 mg, εφάπαξ δόση 3,1 φορές ↑
Βελπατασβίρη 100 mg OD 10 mg, εφάπαξ δόση 2,7 φορές ↑
Ομπιτασβίρη 25mg/παριταπρεβίρη 150mg/Ριτοναβίρη 100 mgOD/ντασαμπουβίρη 400 mg BID, 14 ημέρες 5 mg, εφάπαξ δόση 2,6 φορές ↑
Τεριφλουνομίδη Μη διαθέσιμο 2,5 φορές ↑
Γραζοπρεβίρη 200mg/ελμπασβίρη 50 mg OD, 11 ημέρες 10 mg, εφάπαξ δόση 2,3 φορές ↑
Γλεσαπρεβίρη 400mg/πιμπρεντασβίρη 120 mg OD, 7 ημέρες 5 mg OD, 7 ημέρες 2,2 φορές ↑
Λοπιναβίρη 400 mg/ριτοναβίρη100 mg BID, 17 ημέρες 20 mg OD, 7 ημέρες 2,1 φορές ↑
Καπματινίμπη 400 mg BID 10 mg, εφάπαξ δόση 2,1 φορές ↑
Φοσταματινίμπη 100 mg δύο φορές ημερησίως 20 mg, εφάπαξ δόση 2,0 φορές ↑
Φόρτωση 300 mg κλοπιδογρέλης, ακολουθούμενη από 75 mg στις 24ώρες 20 mg, εφάπαξ δόση 2 φορές ↑
Χαμηλότερη από 2πλάσια αύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης
Δοσολογικό σχήμα αλληλεπιδρώντος φαρμάκου Δοσολογικό σχήμα ροσουβαστατίνης Μεταβολή στην AUC της ροσουβαστατίνης*
Φεβουξοστάτη 120 mg OD 10 mg, εφάπαξ δόση 1,9 φορές ↑
Γεμφιβροζίλη 600 mg BID, 7 ημέρες 80 mg, εφάπαξ δόση 1,9 φορές ↑
Ελτρομβοπάγη 75 mg OD, 5ημέρες 10 mg, εφάπαξ δόση 1,6 φορές ↑
Δαρουναβίρη 400 mg/ριτοναβίρη100 mg BID, 7 ημέρες 10 mg OD, 7 ημέρες 1,5 φορές ↑
Τιπραναβίρη 500 mg/ριτοναβίρη200 mg BID, 11 ημέρες 10 mg, εφάπαξ δόση 1,4 φορές ↑
Δρονεδαρόνη 400 mg BID Δεν διατίθεται 1,4 φορές ↑
Ιτρακοναζόλη 200 mg OD, 5 ημέρες 10 mg, εφάπαξ δόση 1,4 φορές ↑**
Εζετινίμπη 10 mg OD, 14 ημέρες 10 mg OD, 14 ημέρες 1,2 φορές ↑**
Μείωση στην AUC της ροσουβαστατίνης
Δοσολογικό σχήμα αλληλεπιδρώντος φαρμάκου Δοσολογικό σχήμα ροσουβαστατίνης Μεταβολή στην AUC της ροσουβαστατίνης*
Ερυθρομυκίνη 500 mg QID, 7 ημέρες 80 mg, εφάπαξ δόση 20% ↓
Βαϊκαλίνη 50 mg TID, 14 ημέρες 20 mg, εφάπαξ δόση 47% ↓

* Τα δεδομένα που δίνονται ως Χ-φορές μεταβολή αντιπροσωπεύουν μια απλή αναλογία μεταξύ της συγχορήγησης και της χορήγησης ροσουβαστατίνης ως μονοθεραπεία. Τα δεδομένα που δίνονται ως

% μεταβολή αντιπροσωπεύουν την % διαφορά σε σχέση με τη χορήγηση ροσουβαστατίνης ως μονοθεραπεία.

Η αύξηση δηλώνεται ως "↑", η μείωση ως "↓".

** Έχουν διεξαχθεί αρκετές μελέτες αλληλεπίδρασης σε διαφορετικές δόσεις ροσουβαστατίνης, ο πίνακας δείχνει τη σημαντικότερη αναλογία

AUC = περιοχή κάτω από την καμπύλη, OD = άπαξ ημερησίως, BID = δύο φορές ημερησίως, TID = τρεις φορές ημερησίως, QID = τέσσερις φορές ημερησίως

Τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα/συνδυασμοί δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην αναλογία της AUC της ροσουβαστατίνης κατά τη συγχορήγηση:

Αλεγλιταζάρη 0,3 mg δοσολογία 7 ημερών; Φαινοφριβάτη 67 mg TID, δοσολογία 7 ημερών;

Φλουκοναζόλη 200 mg OD δοσολογία 11 ημερών; Φοσαμπρεναβίρη 700 mg/ριτοναβίρη 100 mg BID δοσολογίαꞏ8 ημερών; Κετοκοναζόλη 200 mg BID δοσολογίαꞏ7 ημερών; Ριφαμπίνη 450 mg OD δοσολογίαꞏ7 ημερών; Σιλυμαρίνη 140 mg TID δοσολογία 5 ημερών.

Επίδραση της ροσουβαστατίνης σε συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα

Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ: Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, η έναρξη της θεραπείας ή η προς τα πάνω τιτλοποίηση της δοσολογίας της ροσουβαστατίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη ή άλλα κουμαρινικά αντιπηκτικά), μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση στις τιμές της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR). Η διακοπή ή η τιτλοποίηση σε μικρότερες δόσεις της ροσουβαστατίνης μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των τιμών της INR. Σε περιπτώσεις αυτές, συνιστάται η κατάλληλη παρακολούθηση των τιμών της INR

Από στόματος αντισυλληπτικά/θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT): Η ταυτόχρονη χρήση ροσουβαστατίνης με από στόματος αντισυλληπτικό είχε ως αποτέλεσμα αύξηση στην AUC της αιθινυλοιστραδιόλης και της νοργεστρέλης κατά 26% και 34%, αντίστοιχα. Αυτά τα αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή των δόσεων των από στόματος αντισυλληπτικών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής σε άτομα που λαμβάνουν ταυτόχρονα ροσουβαστατίνη και HRT, επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί παρόμοια επίδραση.

Ωστόσο, ο συνδυασμός έχει χρησιμοποιηθεί εκτενώς σε γυναίκες σε κλινικές δοκιμές και ήταν καλά ανεκτός.

Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα:

Διγοξίνη: Με βάση δεδομένα από ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων, δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ ροσουβαστατίνης και διγοξίνης.

Φουσιδικό οξύ: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με ροσουβαστατίνη και φουσιδικό οξύ. Ο κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος με στατίνες. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης (είτε είναι φαρμακοδυναμική, είτε φαρμακοκινητική ή και τα δύο) δεν είναι ακόμα γνωστός. Έχουν υπάρξει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που κατέληξαν σε θάνατο) σε ασθενείς που λάμβαναν αυτό το συνδυασμό.

Εάν η θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με ροσουβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Βλ. επίσης παράγραφο 4.4.

Σχετιζόμενες με τη ραμιπρίλη

Δεδομένα από κλινική δοκιμή έδειξαν ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης με αναστολείς του ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II ή της αλισκιρένης σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνο παράγοντα που ενεργεί με RAAS (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).

Συνδυασμοί που αντενδείκνυται

Σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη: Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται επειδή αυξάνει τον κίνδυνο αγγειοοιδήματος (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Η θεραπεία με ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά παρά μόνο 36 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης. Η θεραπεία με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να ξεκινά παρά μόνο 36 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης ραμιπρίλης.

Εξωσωματικές θεραπείες: Θεραπείες εκτός του σώματος που επιφέρουν επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες όπως είναι η αιμοκάθαρση ή η αιμοδιήθηση με ορισμένες μεμβράνες υψηλής ροής (π.χ. μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου) και η πλασμαφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών με θειική δεξτράνη λόγω αυξημένου κινδύνου σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν απαιτείται μια τέτοια θεραπεία, πρέπει να εξεταστεί η χρήση διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετικής κατηγορίας αντιυπερτασικού παράγοντα.

Προφυλάξεις κατά τη χρήση

Άλατα καλίου, ηπαρίνη, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και άλλες δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο στο πλάσμα (συμπεριλαμβανομένων των ανταγωνιστών της αγγειοτενσίνης II, της τριμεθοπρίμης και σε σταθερό συνδυασμό με σουλφαμεθοξαζόλη, τακρόλιμους, κυκλοσπορίνη): Μπορεί να εμφανιστεί υπερκαλιαιμία, επομένως απαιτείται στενή παρακολούθηση του καλίου στον ορό.

Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά) και άλλες ουσίες που μπορεί να μειώνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νιτρικά άλατα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία πρόσληψη αλκοόλ, βακλοφένη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη): Αναμένεται ενίσχυση του κινδύνου υπότασης.

Αγγειοσυσταλτικά συμπαθομιμητικά και άλλες ουσίες (π.χ. ισοπροτερενόλη, δοβουταμίνη, ντοπαμίνη, επινεφρίνη) που μπορεί να μειώσουν την αντιυπερτασική δράση της ραμιπρίλης: Συνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.

Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά και άλλες ουσίες που μπορεί να αλλάξουν τον αριθμό των αιμοσφαιρίων: Αυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.4).

Άλατα λιθίου: Η απέκκριση του λιθίου μπορεί να μειωθεί από τους αναστολείς του ΜΕΑ και συνεπώς η τοξικότητα του λιθίου μπορεί να αυξηθεί. Το επίπεδο λιθίου πρέπει να παρακολουθείται.

Αντιδιαβητικοί παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης: Ενδέχεται να εμφανιστούν υπογλυκαιμικές αντιδράσεις. Συνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και ακετυλοσαλικυλικό οξύ: Αναμένεται μείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ραμιπρίλης. Επιπλέον, η ταυτόχρονη θεραπεία αναστολέων του ΜΕΑ και ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και σε αύξηση του καλίου του αίματος.

Αναστολείς mTOR ή αναστολείς DPP-IV: Πιθανώς αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα όπως αναστολείς mTOR (π.χ. τεμσιρόλιμους, εβερόλιμους, σιρόλιμους) ή βιλνταγλιπτίνη. Απαιτείται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναστολείς της νεπριλυσίνης (NEP):Έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος με ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ και αναστολέα της ΝΕΡ όπως η ρασεκαδοτρίλη (βλ. παράγραφο 4.4).

Σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη: Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται, επειδή αυξάνει τον κίνδυνο αγγειοοιδήματος.

Κύηση

Το Rosuvastatin+Ramipril/Egis αντενδείκνυται στην κύηση και στη γαλουχία.

Γυναίκες με αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης (βλ. παράγραφο 4.3).

Κύηση

Ροσουβαστατίνη:

Δεδομένου ότι η χοληστερόλη και άλλα προϊόντα της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του εμβρύου, ο δυνητικός κίνδυνος από την αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης υπερτερεί του οφέλους της θεραπείας κατά την κύησης. Μελέτες σε ζώα παρέχουν περιορισμένες ενδείξεις τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Εάν μία ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια χρήσης του Rosuvastatin+Ramipril/Egis, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.

Ραμιπρίλη:

Η ραμιπρίλη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. παράγραφο 4.4) και αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. παράγραφο 4.3).

Τα επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση του κινδύνου. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να μεταβούν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση. Κατά τη διάγνωση της κύησης, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται αμέσως και εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία.

Η έκθεση σε θεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ/Ανταγωνιστή του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης II (AIIRA) κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. παράγραφο 5.3 «Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια»). Σε περίπτωση έκθεσης σε αναστολέα του ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Τα νεογνά των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση, ολιγουρία και υπερκαλιαιμία (βλ. επίσης παραγράφους 4.3 και 4.4).

Θηλασμός

Ροσουβαστατίνη:

Η ροσουβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την απέκκριση της ροσουβαστατίνης στο ανθρώπινο γάλα (βλ. παράγραφο 4.3).

Ραμιπρίλη:

Επειδή δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της ραμιπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 5.2), η ραμιπρίλη δεν συνιστάται και προτιμώνται εναλλακτικές

θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα.

Οδήγηση

ν

Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. συμπτώματα από τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, όπως η ζάλη) μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα του ασθενή να συγκεντρωθεί και να αντιδράσει, και συνεπώς, αποτελούν κίνδυνο σε καταστάσεις όπου αυτές οι ικανότητες έχουν ιδιαίτερη σημασία (π.χ. χειρισμός οχήματος ή μηχανήματος).

Αυτό πιθανόν να συμβεί ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας, ή κατά την μετάβαση από άλλα φάρμακα. Μετά την πρώτη δόση ή τις επακόλουθες αυξήσεις της δόσης δεν συνιστάται η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων για αρκετές ώρες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σχετιζόμενες με τη ροσουβαστατίνη

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρούνται με τη ροσουβαστατίνη είναι γενικά ήπιες και παροδικές. Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, ποσοστό μικρότερο του 4% των ασθενών που έλαβαν ροσουβαστατίνη αποχώρησε εξαιτίας των ανεπιθύμητων αντιδράσεων.

Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων της ροσουβαστατίνης εξαρτάται από τη δόση.

Νεφρικές επιδράσεις: Πρωτεϊνουρία, που ανιχνεύεται με χρήση ταινιών εμβάπτισης (dipstick) και είναι κυρίως σωληναριακής προέλευσης, παρατηρήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν ροσουβαστατίνη. Μεταβολές στην πρωτεΐνη των ούρων από μηδέν ή ίχνη σε ++ ή περισσότερο, παρατηρήθηκαν σε

<1% των ασθενών κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με 10 mg και 20 mg. Παρατηρήθηκε μια μικρή αύξηση της μεταβολής από μηδέν ή ίχνη σε + με τη δόση των 20 mg. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πρωτεϊνουρία μειώνεται ή εξαφανίζεται αυτόματα κατά τη συνεχιζόμενη θεραπείας. Η ανασκόπηση των δεδομένων από κλινικές δοκιμές και η μέχρι σήμερα εμπειρία μετά την κυκλοφορία δεν έχει εντοπίσει αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ πρωτεϊνουρίας και οξείας ή εξελισσόμενης νεφρικής νόσου.

Αιματουρία παρατηρήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν ροσουβαστατίνη και τα δεδομένα από κλινικές δοκιμές δείχνουν ότι η συχνότητα εμφάνισης είναι χαμηλή.

Επιδράσεις στους σκελετικούς μύες: Επιδράσεις στους σκελετικούς μύες, π.χ. μυαλγία, μυοπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της μυοσίτιδας) και σπάνια ραβδομυόλυση, με και χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν ροσουβαστατίνη σε όλες τις δόσεις και συγκεκριμένα σε δόσεις >20 mg.

Παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στα επίπεδα της CK σε ασθενείς που λαμβάνουν ροσουβαστατίνη. Η πλειονότητα των περιστατικών ήταν ήπια, ασυμπτωματικά και παροδικά. Εάν τα επίπεδα της CK είναι αυξημένα (> 5 × ULN), η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται (βλ. παράγραφο 4.4).

Ηπατικές επιδράσεις: Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση των τρανσαμινασών σε έναν μικρό αριθμό ασθενών που λάμβαναν ροσουβαστατίνη. Η πλειοψηφία των περιστατικών ήταν ήπια, ασυμπτωματικά και παροδικά.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με ορισμένες στατίνες:

  • Σεξουαλική δυσλειτουργία.

  • Εξαιρετικές περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4).

Σχετιζόμενες με τη ραμιπρίλη

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

Το προφίλ ασφαλείας της ραμιπρίλης περιλαμβάνει επίμονο ξηρό βήχα και αντιδράσεις λόγω υπότασης.

Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν αγγειοοίδημα, υπερκαλιαιμία, νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, παγκρεατίτιδα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις και ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία.

Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών του συνδυασμού σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω ταξινομούνται σύμφωνα με τη συχνότητα και την κατηγορία οργανικού συστήματος (SOC).

Η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών κατηγοριοποιείται σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

MedDRA Κατηγορίαοργανικού συστήματος Ανεπιθύμητες ενέργειες Συχνότητα
Ροσουβαστατίνη Ραμιπρίλη
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Ηωσινοφιλία Όχι συχνές
Θρομβοπενία Σπάνιες
Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (συμπεριλαμβανομένης ουδετεροπενίας ήακοκκιοκυτταραιμίας) Σπάνιες
Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων Σπάνιες
Μειωμένη αιμοσφαιρίνη Σπάνιες
Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων Σπάνιες
Ανεπάρκεια του μυελού των οστών Μη γνωστές
Πανκυτταροπενία Μη γνωστές
Αιμολυτική αναιμία Μη γνωστές
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςσυμπεριλαμβανομένου αγγειοοιδήματος1 Σπάνιες Όχι συχνές
Αναφυλακτικές ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις Μη γνωστές
Αυξημένο αντιπυρηνικό αντίσωμα Μη γνωστές
Ενδοκρινικές διαταραχές Σακχαρώδης διαβήτης2 Συχνές
Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης(SIADH) Μη γνωστές
Αυξημένο κάλιο αίματος Συχνές
Ανορεξία Όχι συχνές
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Μειωμένη όρεξη Όχι συχνές
Μειωμένο νάτριο αίματος Μη γνωστές
Ψυχιατρικές διαταραχές Καταθλιπτική διάθεση Όχι συχνές
Άγχος Όχι συχνές
Νευρικότητα Όχι συχνές
Αγωνία Όχι συχνές
Διαταραχή ύπνου συμπεριλαμβανομένης υπνηλίας Όχι συχνές
Διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης αϋπνίαςκαι εφιαλτών) Μη γνωστές
Συγχυτική κατάσταση Σπάνιες
Διαταραχή της προσοχής Μη γνωστές
Κατάθλιψη Μη γνωστές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Συχνές Συχνές
Ζάλη Συχνές Συχνές
Ίλιγγος Όχι συχνές
Παραισθησία Όχι συχνές
Αγευσία Όχι συχνές
Δυσγευσία Όχι συχνές
Τρόμος Σπάνιες
Διαταραχή ισορροπίας Σπάνιες
Πολυνευροπάθεια Πολύ σπάνιες
Απώλεια μνήμης Πολύ σπάνιες
Εγκεφαλική ισχαιμία, συμπεριλαμβανομένου ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και παροδικούισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου Μη γνωστές
Ψυχοκινητικές δεξιότητεςδιαταραγμένες Μη γνωστές
Αίσθημα καύσου Μη γνωστές
Παροσμία Μη γνωστές
Περιφερική νευροπάθεια Μη γνωστές
Μυασθένεια gravis Μη γνωστές
Διαταραχές του οφθαλμού Οπτική διαταραχή συμπεριλαμβανομένου θάμβουοράσεως Όχι συχνές
Επιπεφυκίτιδα Σπάνιες
Μυασθένεια του οφθαλμού Μη γνωστές
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Επιβαρυμένη ακοή Σπάνιες
Εμβοές Σπάνιες
Καρδιακές διαταραχές Ισχαιμία του μυοκαρδίου συμπεριλαμβανομένης στηθάγχης ή εμφράγματος του μυοκαρδίου Όχι συχνές
Ταχυκαρδία Όχι συχνές
Αρρυθμία Όχι συχνές
Αίσθημα παλμών Όχι συχνές
Οίδημα περιφερικό Όχι συχνές
Αγγειακές διαταραχές Υπόταση Συχνές
Ορθοστατική αρτηριακή πίεση μειωμένη Συχνές
Συγκοπή Συχνές
Ερυθρότητα Όχι συχνές
Στένωση των αγγείων Σπάνιες
Υποάρδευση Σπάνιες
Αγγειίτιδα Σπάνιες
Φαινόμενο Raynaud Μη γνωστές
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας Συχνές
Βρογχίτιδα Συχνές
Παραρρινοκολπίτιδα Συχνές
Δύσπνοια Μη γνωστές Συχνές
Βρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένου άσθματος επιδεινωθέντος Όχι συχνές
Ρινική συμφόρηση Όχι συχνές
Βήχας Μη γνωστές
Γαστρεντερικές διαταραχές Γαστρεντερική φλεγμονή Συχνές
Πεπτικές διαταραχές Συχνές
Διάρροια Μη γνωστές Συχνές
Δυσκοιλιότητα Συχνές Όχι συχνές
Ναυτία Συχνές Συχνές
Έμετος Συχνές
Κοιλιακό άλγος Συχνές
Κοιλιακή δυσφορία Συχνές
Δυσπεψία Συχνές
Παγκρεατίτιδα3 Σπάνιες Όχι συχνές
Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα Όχι συχνές
Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου Όχι συχνές
Άλγος άνω κοιλιακής χώρας,συμπεριλαμβανομένης γαστρίτιδας Όχι συχνές
Ξηρό στόμα Όχι συχνές
Γλωσσίτιδα Σπάνιες
Αφθώδης στοματίτιδα Μη γνωστές
Ηπατοχολικές διαταραχές Aυξημένα ηπατικά ένζυμα και/ή αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη Όχι συχνές
Αυξημένες ηπατικέςτρανσαμινάσες Σπάνιες
Χολοστατικός ίκτερος Σπάνιες
Ηπατοκυτταρική βλάβη Σπάνιες
Ίκτερος Πολύ σπάνιες
Ηπατίτιδα Πολύ σπάνιες
Οξεία ηπατική ανεπάρκεια Μη γνωστές
Χολαστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (με θανατηφόρα έκβαση σε πολύ εξαιρετικέςπεριπτώσεις) Μη γνωστές
Εξάνθημα ιδίως κηλιδοβλατιδώδες Συχνές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα Όχι συχνές
Κνησμός Όχι συχνές Όχι συχνές
Υπεριδρωσία Όχι συχνές
Δερματίτιδα αποφολιδωτική Σπάνιες
Κνίδωση Όχι συχνές Σπάνιες
Ονυχόλυση Σπάνιες
Αντίδραση φωτοευαισθησίας Πολύ σπάνιες
Τοξική επιδερμική νεκρόλυση Μη γνωστές
Σύνδρομο Stevens-Johnson Μη γνωστές Μη γνωστές
Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικάσυμπτώματα (DRESS) Μη γνωστές
Πολύμορφο ερύθημα Μη γνωστές
Πεμφίγα Μη γνωστές
Ψωρίαση επιδεινωθείσα Μη γνωστές
Δερματίτιδα ψωριασική Μη γνωστές
Πεμφιγοειδές ή λειχηνοειδές εξάνθημα ή ενάνθημα Μη γνωστές
Αλωπεκία Μη γνωστές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυαλγία Συχνές Συχνές
Μυϊκοί σπασμοί Συχνές
Μυοπάθεια (συμπεριλαμβανομένης μυοσίτιδας) Σπάνιες
Ραβδομυόλυση Σπάνιες
Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο Σπάνιες
Ρήξη μυός Σπάνιες
Αρθραλγία Πολύ σπάνιες Όχι συχνές
Διαταραχές τένοντα, μερικές φορές επιπλεγμένη από ρήξη Μη γνωστές
Ανοσο-επαγόμενη νεκρωτικήμυοπάθεια Μη γνωστές
Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος Αιματουρία Πολύ σπάνιες
Νεφρική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας Όχι συχνές
Αυξημένη παραγωγή ούρων Όχι συχνές
Επιδείνωση προϋπάρχουσας πρωτεϊνουρίας Όχι συχνές
Αυξημένη ουρία αίματος Όχι συχνές
Αυξημένη κρεατινίνη αίματος Όχι συχνές
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και τουμαστού Παροδική στυτική ανικανότητα Όχι συχνές
Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία Όχι συχνές
Γυναικομαστία Πολύ σπάνιες Μη γνωστές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Θωρακικό άλγος Συχνές
Κόπωση Συχνές
Πυρεξία Όχι συχνές
Εξασθένιση Συχνές Σπάνιες
Οίδημα Μη γνωστές

1Σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, η απόφραξη των αεραγωγών που προκύπτει από αγγειοοίδημα μπορεί να έχει θανατηφόρο έκβαση.

2Η συχνότητα εξαρτάται από την παρουσία ή την απουσία παραγόντων κινδύνου (γλυκόζη αίματος νηστείας ≥ 65,6 mmol/L, ΔΜΣ > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, ιστορικό υπέρτασης).

3Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις θανατηφόρου έκβασης με αναστολείς του ΜΕΑ.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

Υπερβολική δόση

Σχετιζόμενη με τη ροσουβαστατίνη

Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής πρέπει να αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και να εφαρμόζονται υποστηρικτικά μέτρα όπως απαιτείται. Η ηπατική λειτουργία και τα επίπεδα της CK πρέπει να παρακολουθούνται. Η αιμοκάθαρση είναι απίθανο να επιφέρει κάποιο όφελος.

Σχετιζόμενη με τη ραμιπρίλη

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα που σχετίζονται με υπερδοσολογία αναστολέων του ΜΕΑ μπορεί να περιλαμβάνουν υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή (με έντονη υπόταση, καταπληξία), βραδυκαρδία, διαταραχές ηλεκτρολυτών, και νεφρική ανεπάρκεια.

Θεραπεία

Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά, και η θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Τα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνουν πρωτεύουσα αποτοξίνωση (γαστρική πλύση, χορήγηση προσροφητικών ουσιών) και μέτρα για την αποκατάσταση της αιμοδυναμικής σταθερότητας, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης άλφα-1 αδρενεργικών αγωνιστών ή αγγειοτενσίνης II (αγγειοτενσιναμίδη). Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης της ραμιπρίλης, απομακρύνεται ελάχιστα από τη γενική κυκλοφορία με αιμοκάθαρση.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - ROSUVASTATIN+RAMIPRIL/EGIS

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Υπολιπιδαιμικοί παράγοντες, Παράγοντες τροποποίησης λιπιδίων σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, Κωδικός ATC: C10BX17

Μηχανισμός δράσης

Σχετιζόμενα με τη ροσουβαστατίνη

Η ροσουβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός και ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, η οποία αποτελεί το ένζυμο περιορισμού του ρυθμού μετατροπής του 3-υδροξυ-3- μεθυλογλουταρυλικού συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, μια πρόδρομη ουσία της χοληστερόλης. Η κύρια περιοχή δράσης της ροσουβαστατίνης είναι το ήπαρ, το όργανο-στόχος για τη μείωση της χοληστερόλης.

Η ροσουβαστατίνη αυξάνει τον αριθμό των ηπατικών LDL υποδοχέων στην κυτταρική επιφάνεια, ενισχύοντας την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL και αναστέλλει την ηπατική σύνθεση της VLDL, μειώνοντας έτσι τον συνολικό αριθμό των σωματιδίων VLDL και LDL.

Σχετιζόμενα με τη ραμιπρίλη

Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ενζύμου διπεπτιδυλοκαρβοξυπεπτιδάση Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, κινινάση II). Στο πλάσμα και τους ιστούς αυτό το ένζυμο καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης I στη δραστική αγγειοσυσπαστική ουσία αγγειοτενσίνη II, καθώς και τη διάσπαση της δραστικής αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός αγγειοτενσίνης II και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν σε αγγειοδιαστολή.

Δεδομένου ότι η αγγειοτενσίνη II διεγείρει επίσης την απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης της αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ ήταν χαμηλότερη σε έγχρωμους (Αφρο-Καραϊβικής καταγωγής) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλή ρενίνη) από ότι σε μη έγχρωμους ασθενείς.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Σχετιζόμενες με τη ροσουβαστατίνη

Η ροσουβαστατίνη μειώνει την αυξημένη LDL-χοληστερόλη, τη ολική χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-χοληστερόλη.

Μειώνει επίσης την απολιποπρωτεΐνη Β (ApoB), τη μη-HDL-C, τη VLDL-C, τη VLDL-TG και αυξάνει την ApoA-I (βλ. Πίνακα 2). Η ροσουβαστατίνη μειώνει επίσης τις αναλογίες LDL-C/HDL-C, συνολική C/HDL-C και μη-HDL-C/HDL-C και ApoB/ApoA-I.

Πίνακας 2. Δοσολογική απόκριση σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία (τύπος IIa και IIb) (σταθμισμένη μέση % μεταβολή σε σχέση με τις τιμές έναρξης)

Δόση N LDL-C Total-C HDL-C TG μη-HDL-C ApoB ApoA-I
Εικονικό φάρμακο 13 -7 -5 3 -3 -7 -3 0
5 17 -45 -33 13 -35 -44 -38 4
10 17 -52 -36 14 -10 -48 -42 4
20 17 -55 -40 8 -23 -51 -46 5
40 18 -63 -46 10 -28 -60 -54 0

Θεραπευτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται εντός 1 εβδομάδας μετά την έναρξη της θεραπείας και το 90% της μέγιστης απόκρισης επιτυγχάνεται σε 2 εβδομάδες. Η μέγιστη απόκριση επιτυγχάνεται συνήθως στις 4 εβδομάδες και διατηρείται μετά από αυτό.

Σχετιζόμενες με τη ραμιπρίλη Αντιυπερτασικές ιδιότητες:

Η χορήγηση της ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν παρατηρήθηκαν μεγάλες μεταβολές στη ροή του πλάσματος στους νεφρούς και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση της ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας.

Στους περισσότερους ασθενείς, η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μίας εφάπαξ δόσης εμφανίζεται 1 έως 2 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μίας εφάπαξ δόσης επιτυγχάνεται συνήθως 3 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση από στόματος. Η αντιυπερτασική δράση μίας εφάπαξ δόσης συνήθως διαρκεί για 24 ώρες.

Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση της συνεχιζόμενης θεραπείας με ραμιπρίλη είναι γενικά εμφανής μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Έχει αποδειχθεί ότι η αντιυπερτασική δράση σταθεροποιείται μετά από μακροχρόνια θεραπεία διάρκειας 2 ετών.

Η απότομη διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Καρδιακή ανεπάρκεια:

Επιπρόσθετα της συνήθους θεραπείας με διουρητικά και την κατ’επιλογή με καρδιακούς γλυκοζίτες, η ραμιπρίλη έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική και σε ασθενείς των λειτουργικών κατηγοριών

II-IV του Οργανισμού Υγείας της Νέας Υόρκης (New-York Heart Association). Η δραστική ουσία είχε ευεργετικά επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Μείωσε επίσης την νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Σχετιζόμενα με τη ροσουβαστατίνη

Η ροσουβαστατίνη είναι αποτελεσματική σε ενήλικες με υπερχοληστερολαιμία, με και χωρίς υπερτριγλυκεριδαιμία, ανεξάρτητα από τη φυλή, το φύλο ή την ηλικία και σε ειδικούς πληθυσμούς όπως διαβητικούς ή ασθενείς με οικογενή υπερχοληστερολαιμία.

Από συγκεντρωτικά δεδομένα μελετών φάσης III, η ροσουβαστατίνη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη θεραπεία της πλειοψηφίας των ασθενών με υπερχοληστερολαιμία τύπου IIa και IIb (μέση τιμή LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 4,8 mmol/l) σε αναγνωρισμένους στόχους των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης (EAS, 1998). Περίπου το 80% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με 10 mg πέτυχαν τους στόχους της EAS για επίπεδα LDL-C (<3 mmol/L).

Σε μια μεγάλη μελέτη, 435 ασθενείς με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία έλαβαν ροσουβαστατίνη από 20 mg έως 80 mg σύμφωνα με ένα σχεδιασμό υποχρεωτικής τιτλοποίησης της δόσης. Όλες οι δόσεις παρουσίασαν ευεργετική επίδραση στις λιπιδικές παραμέτρους και στους στόχους της θεραπείας. Μετά από τιτλοποίηση σε ημερήσια δόση 40 mg (θεραπεία 12 εβδομάδων), η LDL-C μειώθηκε κατά 53%. Τριάντα τρία τοις εκατό (33%) των ασθενών πέτυχαν επίπεδα LDL-C (<3 mmol/L) βάσει των στόχων της EAS.

Σε μια υποχρεωτικής τιτλοποίησης, ανοικτής επισήμανσης δοκιμή, 42 ασθενείς (συμπεριλαμβανομένων 8 παιδιατρικών ασθενών) με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία αξιολογήθηκαν για την απόκρισή τους σε δόσεις ροσουβαστατίνης 20-40 mg. Στο συνολικό πληθυσμό, η μέση μείωση της LDL-C ήταν 22%.

Σε κλινικές μελέτες με περιορισμένο αριθμό ασθενών, η ροσουβαστατίνη έχει αποδειχθεί ότι έχει πρόσθετη αποτελεσματικότητα στη μείωση των τριγλυκεριδίων όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με φαινοφιβράτη και στην αύξηση των επιπέδων HDL-C όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με νιασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Σε μια πολυκεντρική, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη (METEOR), 984 ασθενείς ηλικίας μεταξύ 45 και 70 ετών και με χαμηλό κίνδυνο για στεφανιαία νόσο (οριζόμενος ως 10ετής κίνδυνος κατά Framingham <10%), με μια μέση LDL-C 4,0 mmol/L (154,5 mg/dl), αλλά με υποκλινική αθηροσκλήρωση (εντοπιζόμενη από το πάχος του έσω μέσου χιτώνα της καρωτίδος CIMT) τυχαιοποιήθηκαν σε 40 mg ροσουβαστατίνης μία φορά την ημέρα ή σε εικονικό φάρμακο για 2 έτη.

Η ροσουβαστατίνη μείωσε σημαντικά το ρυθμό εξέλιξης του μέγιστου CIMT για τα 12 σημεία της καρωτιδικής αρτηρίας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο κατά -0,0145 mm/έτος [95% διάστημα εμπιστοσύνης -0,0196, -0,0093, p<0,0001]. Η μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας ήταν -0,0014 mm/έτος (-0,12%/έτος (μη σημαντική)) για τη ροσουβαστατίνη σε σύγκριση με μια πρόοδο +0,0131 mm/έτος (1,12%/έτος (p<0,0001)) για το εικονικό φάρμακο. Δεν έχει αποδειχθεί ακόμη άμεση συσχέτιση ανάμεσα στη μείωση του CIMT και στη μείωση του κινδύνου για καρδιαγγειακά επεισόδια. Ο πληθυσμός που μελετήθηκε στην METEOR είναι χαμηλού κινδύνου για στεφανιαία καρδιακή νόσο και δεν αντιπροσωπεύει τον πληθυσμό-στόχο της ροσουβαστατίνης 40 mg.

Στη μελέτη JUPITER (Justification for the Use of Statins in Primary Prevention: An Intervention Trial Evaluating Rosuvastatin), αξιολογήθηκε η επίδραση της ροσουβαστατίνης στην εμφάνιση

σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων αθηροσκληρωτικής νόσου σε 17.802 άνδρες (≥50 ετών) και γυναίκες (≥60 ετών).

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο (n=8901) ή σε ροσουβαστατίνη 20 mg μία φορά την ημέρα (n=8901) και ήταν υπό παρακολούθηση για μια μέση διάρκεια 2 ετών.

Η συγκέντρωση της LDL-χοληστερόλης μειώθηκε κατά 45% (p<0,001) στην ομάδα της ροσουβαστατίνης σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Σε μια post-hoc ανάλυση μιας υποομάδας υψηλού κινδύνου ασθενών με αρχική βαθμολογία κινδύνου κατά Framingham >20% (1558 ασθενείς) υπήρξε σημαντική μείωση στο σύνθετο καταληκτικό σημείο καρδιαγγειακού θανάτου, εγκεφαλικού επεισοδίου και εμφράγματος του μυοκαρδίου (p=0,028 ) για τη θεραπεία με ροσουβαστατίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η απόλυτη μείωση κινδύνου στο ποσοστό συμβάντων ανά 1000 έτη ασθενών ήταν 8,8. Η συνολική θνησιμότητα ήταν αμετάβλητη σε αυτήν την ομάδα υψηλού κινδύνου (p=0,193).

Σε μια post-hoc ανάλυση μιας υποομάδας ασθενών υψηλού κινδύνου (σύνολο 9302 ασθενείς) με αρχική τιμή κινδύνου SCORE ≥5% (έγινε παρέκταση για να συμπεριληφθούν ασθενείς άνω των 65 ετών) υπήρξε σημαντική μείωση στο σύνθετο καταληκτικό σημείο καρδιαγγειακού θανάτου, εγκεφαλικού επεισοδίου και εμφράγματος του μυοκαρδίου (p=0,0003) στη θεραπεία με ροσουβαστατίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η απόλυτη μείωση κινδύνου στο ποσοστό συμβάντων ήταν 5,1 ανά 1.000 ασθενείς-έτη. Η συνολική θνησιμότητα ήταν αμετάβλητη σε αυτήν την ομάδα υψηλού κινδύνου (p=0,076).

Στη δοκιμή JUPITER, υπήρχε 6,6% των ασθενών με ροσουβαστατίνη και 6,2% με εικονικό φάρμακο που διέκοψαν τη χρήση φαρμάκων της μελέτης λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν στη διακοπή της θεραπείας ήταν: μυαλγία (0,3% ροσουβαστατίνη, 0,2% εικονικό φάρμακο), κοιλιακό άλγος (0,03% ροσουβαστατίνη, 0,02% εικονικό φάρμακο) και εξάνθημα (0,02% ροσουβαστατίνη, 0,03% εικονικό φάρμακο). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ποσοστό μεγαλύτερο ή ίσο με το εικονικό φάρμακο ήταν λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος (8,7% ροσουβαστατίνη, 8,6% εικονικό φάρμακο), ρινοφαρυγγίτιδα (7,6%

ροσουβαστατίνη, 7,2% εικονικό φάρμακο), οσφυαλγία (7,6% ροσουβαστατίνη, 6,9% εικονικό φάρμακο) και μυαλγία (7,6% ροσουβαστατίνη, 6,6% εικονικό φάρμακο).

Σχετιζόμενα με τη ραμιπρίλη Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία

Πραγματοποιήθηκε μια προληπτική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (η μελέτη HOPE) στην οποία η ραμιπρίλη προστέθηκε σε καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου είτε μετά από αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικό επεισόδιο ή περιφερική αγγειακή νόσο) ή σακχαρώδη διαβήτη με τουλάχιστον έναν επιπλέον παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένο επίπεδο ολικής χοληστερόλης, χαμηλό επίπεδο χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνης ή κάπνισμα τσιγάρων).

Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά τη συχνότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου, το θάνατο από καρδιαγγειακές αιτίες και το εγκεφαλικό επεισόδιο, ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό (πρωτογενή συνδυασμένα συμβάντα).

Πίνακας 3. Η μελέτη HOPE: Κύρια αποτελέσματα

Ραμιπρίλη Εικονικό φάρμακο σχετικός κίνδυνος (διάστημα εμπιστοσύνης 95%) τιμή p
% %
Όλοι οι ασθενείς n=4.645 n=4.652
Κύρια συνδυασμένα συμβάντα 14,0 17,8 0,78 (0,70-0,86) <0,001
Έμφραγμα μυοκαρδίου 9,9 12,3 0,80 (0,70-0,90) <0,001
Θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια 6,1 8,1 0,74 (0,64-0,87) <0,001
Εγκεφαλικό επεισόδιο 3,4 4,9 0,68 (0,56-0,84) <0,001
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
Θάνατος οποιασδήποτε αιτιολογίας 10,4 12,2 0,84 (0,75-0,95) 0.005
Ανάγκη για επαναγγείωση 16,0 18,3 0,85 (0,77-0,94) 0,002
Νοσηλεία για ασταθή στηθάγχη 12,1 12,3 0,98 (0,87-1,10) NS
Νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια 3,2 3,5 0,88 (0,70-1,10) 0,25
Επιπλοκές σχετιζόμενες με διαβήτη 6,4 7,6 0,84 (0,72-0,98) 0.03

Η μελέτη MICRO-HOPE, μια προκαθορισμένη υπομελέτη από την HOPE, διερεύνησε την επίδραση της προσθήκης ραμιπρίλης 10 mg στο τρέχον ιατρικό σχήμα έναντι του εικονικού φαρμάκου σε 3.577 ασθενείς ηλικίας τουλάχιστον ≥ 55 ετών (χωρίς ανώτερο όριο ηλικίας), με την πλειοψηφία με διαβήτη τύπου 2 (και τουλάχιστον έναν άλλο παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου), νορμοτασικούς ή υπερτασικούς.

Η πρωταρχική ανάλυση έδειξε ότι 117 (6,5%) συμμετέχοντες με ραμιπρίλη και 149 (8,4%) με εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν έκδηλη νεφροπάθεια, η οποία αντιστοιχεί σε RRR 24% (ΔΕ 95% [3- 40], p = 0,027).

Η μελέτη REIN, μια πολυκεντρική τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, είχε ως σκοπό την αξιολόγηση της επίδρασης της θεραπείας με ραμιπρίλη στο ποσοστό μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) σε 352 νορμοτασικούς ή υπερτασικούς ασθενείς (ηλικίας 18-70 ετών) που πάσχουν από ήπια (δηλ. μέση απέκκριση πρωτεϊνών από τα ούρα > 1 και <3 g/24 ώρες) ή σοβαρή πρωτεϊνουρία (≥3 g/24 ώρες) λόγω χρόνιας μη διαβητικής νεφροπάθειας. Και οι δύο υποπληθυσμοί διαστρωματώθηκαν προοπτικά.

Η κύρια ανάλυση των ασθενών με την πιο σοβαρή πρωτεϊνουρία (ομάδα που διέκοψε πρόωρα λόγω του οφέλους στην ομάδα της ραμιπρίλης) έδειξε ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης του GFR ανά μήνα ήταν χαμηλότερος με τη ραμιπρίλη από ότι με το εικονικό φάρμακο -0,54 (0,66) έναντι -0,88 (1.03) ml/λεπτό/μήνα, p = 0,038. Η εντός της ομάδας διαφορά ήταν επομένως 0,34 [0,03-0,65] ανά μήνα και περίπου 4 ml/min/έτος. Το 23,1% των ασθενών στην ομάδα της ραμιπρίλης έφτασε στο σύνθετο δευτερεύον καταληκτικό σημείο του διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης κρεατινίνης στον ορό και/ή της νεφρικής νόσου τελικού σταδίου (ESRD) (ανάγκη για αιμοκάθαρση ή μεταμόσχευση νεφρού) έναντι 45,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p=0,02).

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS):

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές [η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)] εξέτασαν τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα του ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II.

Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διενεργήθηκε σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενη από ενδείξεις βλάβης στο τελικό όργανο. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.

Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ευεργετική επίδραση στα νεφρικά και/ή καρδιαγγειακά αποτελέσματα και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II.

Οι αναστολείς του ΜΕΑ και οι αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II, δεν πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη που σχεδιάστηκε για να δοκιμάσει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μια τυπική θεραπεία ενός αναστολέα του ΜΕΑ ή ενός αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη τερματίστηκε πρόωρα λόγω του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν αμφότερα αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ό, τι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου

Η μελέτη AIRE περιελάμβανε περισσότερους από 2.000 ασθενείς με παροδικά/επίμονα κλινικά συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας μετά από τεκμηριωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η θεραπεία με ραμιπρίλη ξεκίνησε 3 έως 10 ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15 μηνών, η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν ραμιπρίλη ήταν 16,9% και στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ήταν 22,6%.

Αυτό υποδεικνύει μία απόλυτη μείωση της θνησιμότητας κατά 5,7% και μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 27% [ΔΕ 95% (11-40%)].

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σχετιζόμενα με τη ροσουβαστατίνη

Σε μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων (n=176, 97 άνδρες και 79 γυναίκες), ακολουθούμενη από μία 40 εβδομάδων (n=173, 96 άνδρες και 77 γυναίκες), ανοιχτής επισήμανσης, φάσης τιτλοποίησης της δόσης ροσουβαστατίνης, ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών (στάδιο Tanner II-V, γυναίκες τουλάχιστον 1 έτους μετά την εμμηναρχή) με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία έλαβαν ροσουβαστατίνη 5 mg, 10 mg ή 20 mg ή εικονικό φάρμακο ημερησίως για 12 εβδομάδες και στη συνέχεια όλοι έλαβαν ροσουβαστατίνη καθημερινά για 40 εβδομάδες. Κατά την εισαγωγή στη μελέτη, περίπου το 30% των ασθενών ήταν 10 έως 13 ετών και περίπου το 17%, το 18%, το 40% και το 25% ήταν σε στάδιο Tanner II, III, IV και V, αντίστοιχα.

Η LDL-C μειώθηκε 38,3%, 44,6% και 50,0% με ροσουβαστατίνη 5 mg, 10 mg και 20 mg, αντίστοιχα, σε σύγκριση με 0,7% για το εικονικό φάρμακο.

Στο τέλος της 40 εβδομάδων, ανοιχτής επισήμανσης, τιτλοποίησης της δόσης έως την επίτευξη του στόχου, με χορήγηση δόσεων έως το μέγιστο 20 mg μία φορά την ημέρα, 70 από 173 ασθενείς (40,5%) είχαν επιτύχει την επιδιωκόμενη LDL-C, η οποία ήταν λιγότερο από 2,8 mmol/l.

Μετά από 52 εβδομάδες θεραπείας στη μελέτη, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανάπτυξη, το βάρος, τον ΔΜΣ ή τη σεξουαλική ωρίμανση (βλ. παράγραφο 4.4). Αυτή η δοκιμή (n=176) δεν ήταν κατάλληλη για σύγκριση σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκων.

Η ροσουβαστατίνη μελετήθηκε επίσης σε μια 2ετή ανοιχτής επισήμανσης μελέτη τιτλοποίησης της δόσης έως την επίτευξη του στόχου σε 198 παιδιά με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία ηλικίας 6 έως 17 ετών (88 αγόρια και 110 κορίτσια, στάδιο Tanner <II-V). Η αρχική δόση για όλους τους ασθενείς ήταν 5 mg ροσουβαστατίνης μία φορά την ημέρα. Οι ασθενείς ηλικίας 6 έως 9 ετών (n=64) μπορούσαν να τιτλοποιηθούν σε μέγιστη δόση 10 mg μία φορά την ημέρα και οι ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών (n=134) σε μέγιστη δόση 20 mg μία φορά την ημέρα.

Μετά από 24 μήνες θεραπείας με ροσουβαστατίνη, η μέση εκατοστιαία μείωση της LS από την τιμή έναρξης της LDL-C ήταν -43% (Τιμή έναρξης: 236 mg/dl, Μήνας 24: 133 mg/dl). Για κάθε ηλικιακή

ομάδα, οι μέσες εκατοστιαίες μειώσεις της LS από τις τιμές έναρξης της LDL-C ήταν -43% (Τιμή έναρξης: 234 mg/dl, Μήνας 24: 124 mg/dl), -45% (Τιμή έναρξης: 234 mg/dl, Μήνας 24: 124 mg/dl)

και -35% (Τιμή έναρξης: 241 mg/dl, Μήνας 24: 153 mg/dl) στις ηλικιακές ομάδες 6 έως <10, 10 έως

<14 και 14 έως <18 ετών, αντίστοιχα.

Η ροσουβαστατίνη 5 mg, 10 mg και 20 mg πέτυχε επίσης στατιστικά σημαντικές μέσες αλλαγές από την τιμή έναρξης για τις ακόλουθες δευτερεύουσες μεταβλητές λιπιδίων και λιποπρωτεϊνών: HDL-C, TC, μη-HDL-C, LDL-C/HDL-C, TC/HDL-C, TG/HDL-C, μη-HDL C/HDL-C, ApoB, ApoB/ApoA-

1. Αυτές οι αλλαγές ήταν η καθεμία προς την κατεύθυνση των βελτιωμένων αποκρίσεων των λιπιδίων και διατηρήθηκαν για περίοδο 2 ετών.

Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανάπτυξη, το βάρος, τον ΔΜΣ ή τη σεξουαλική ωρίμανση μετά από 24 μήνες θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).

Η ροσουβαστατίνη μελετήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική, διασταυρούμενης μετάβασης μελέτη με 20 mg μία φορά την ημέρα έναντι του εικονικού φαρμάκου σε 14 παιδιά και εφήβους (ηλικίας από 6 έως 17 ετών) με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Η μελέτη περιελάμβανε μια ενεργή φάση διαιτητικής προετοιμασίας 4 εβδομάδων, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς έλαβαν ροσουβαστατίνη 10 mg, μια φάση διασταυρούμενης μετάβασης που αποτελούταν από μια περίοδο θεραπείας 6 εβδομάδων με ροσουβαστατίνη 20 mg, της οποίας προηγούνταν ή έπονταν μία περίοδος θεραπείας 6 εβδομάδων με εικονικό φάρμακο, και μια φάση συντήρησης 12 εβδομάδων κατά την οποία όλοι οι ασθενείς έλαβαν ροσουβαστατίνη 20 mg. Οι ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη με θεραπεία εζετιμίμπης ή αφαίρεσης συνέχισαν τη θεραπεία καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης.

Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική (p=0,005) μείωση της LDL-C (22,3%, 85,4 mg/dl ή 2,2 mmol/l) μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας με ροσουβαστατίνη 20 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου. Παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές μειώσεις της Total-C (20,1%, p=0,003), της μη-HDL-C (22,9%, p=0,003) και της ApoB (17,1%, p=0,024).

Οι μειώσεις παρατηρήθηκαν επίσης στις τιμές των TG, LDL-C/HDL-C, Total-C/HDL-C, μη-HDL- C/HDL-C και ApoB/ApoA-1 μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας με ροσουβαστατίνη 20 mg έναντι εικονικού φαρμάκου. Η μείωση της LDL-C μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας με ροσουβαστατίνη 20 mg ακολουθούμενη από 6 εβδομάδες θεραπείας με εικονικό φάρμακο διατηρήθηκε για πάνω από 12 εβδομάδες συνεχούς θεραπείας. Ένας ασθενής παρουσίασε περαιτέρω μείωση της LDL-C (8,0%), της Total-C (6,7%) και της μη-HDL-C (7,4%) μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας με 40 mg μετά από τιτλοποίηση σε μεγαλύτερη δόση.

Κατά τη διάρκεια μιας εκτεταμένης ανοιχτής επισήμανσης θεραπείας σε 9 από αυτούς τους ασθενείς με 20 mg ροσουβαστατίνης για έως και 90 εβδομάδες, η μείωση της LDL-C διατηρήθηκε στο εύρος από -12,1% έως -21,3%.

Στα 7 αξιολογήσιμα παιδιά και εφήβους ασθενείς (ηλικίας από 8 έως 17 ετών) από την ανοιχτής επισήμανσης μελέτη υποχρεωτικής τιτλοποίησης με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (βλέπε παραπάνω), το ποσοστό μείωσης της LDL-C (21,0%), της Total-C (19,2 %) και της μη-HDL-C (21,0%) από την έναρξη και μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας με ροσουβαστατίνη 20 mg ήταν σύμφωνο με εκείνο που παρατηρήθηκε στην προαναφερθείσα μελέτη σε παιδιά και εφήβους με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με ροσουβαστατίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της ομόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας, της πρωτοπαθούς συνδυασμένης (μικτής) δυσλιπιδαιμίας και για την πρόληψη των καρδιαγγειακών επεισοδίων (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Σχετιζόμενα με τη ραμιπρίλη

Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 244 παιδιατρικοί ασθενείς με υπέρταση (73% πρωτοπαθής υπέρταση), ηλικίας 6-16 ετών, οι ασθενείς έλαβαν είτε χαμηλή δόση, μέση δόση είτε υψηλή δόση ραμιπρίλης για να επιτύχουν συγκεντρώσεις στο πλάσμα ραμιπριλάτης που αντιστοιχούν στο εύρος δόσεων των ενηλίκων 1,25 mg, 5 mg και 20 mg βάσει του σωματικού βάρους. Στο τέλος των 4 εβδομάδων, η ραμιπρίλη ήταν αναποτελεσματική στο καταληκτικό σημείο της μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης, αλλά μείωσε τη διαστολική αρτηριακή πίεση στην υψηλότερη δόση. Τόσο οι μεσαίες όσο και οι υψηλές δόσεις ραμιπρίλης έδειξαν σημαντική μείωση τόσο της συστολικής όσο και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε παιδιά με επιβεβαιωμένη υπέρταση.

Αυτή η επίδραση δεν παρατηρήθηκε σε μια 4 εβδομάδων, με κλιμάκωση δόσης, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλής μελέτη απόσυρσης σε 218 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών (75% πρωτοπαθή υπέρταση), όπου τόσο η διαστολική όσο και η συστολική αρτηριακή πίεση έδειξαν μέτρια ανάκαμψη, αλλά όχι στατιστικά σημαντική επιστροφή στην αρχική τιμή και στα τρία επίπεδα δόσεων που δοκιμάστηκαν [χαμηλή δόση (0,625 mg - 2,5 mg), μέση δόση (2,5 mg - 10 mg) ή υψηλή δόση (5 mg - 20 mg)] ραμιπρίλης με βάση το σωματικό βάρος. Η ραμιπρίλη δεν είχε γραμμική ανταπόκριση στη δόση στον παιδιατρικό πληθυσμό που μελετήθηκε.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Σχετιζόμενες με τη ροσουβαστατίνη

Απορρόφηση

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ροσουβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 5 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 20%.

Κατανομή

Η ροσουβαστατίνη συγκεντρώνεται εκτενώς στο ήπαρ που είναι η κύρια περιοχή σύνθεσης της χοληστερόλης και κάθαρσης της LDL-C. Ο όγκος κατανομής της ροσουβαστατίνης είναι περίπου 134

l. Περίπου το 90% της ροσουβαστατίνης δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη λευκωματίνη.

Βιομετασχηματισμός

Η ροσουβαστατίνη υφίσταται περιορισμένο μεταβολισμό (περίπου 10%). In vitro μελέτες μεταβολισμού που χρησιμοποιούν ανθρώπινα ηπατοκύτταρα υποδηλώνουν ότι η ροσουβαστατίνη αποτελεί ασθενές υπόστρωμα του διαμεσολαβούμενου από το κυτόχρωμα P450 μεταβολισμού. Το CYP2C9 ήταν το κύριο ισοένζυμο που εμπλέκεται, ενώ τα 2C19, 3A4 και 2D6 εμπλέκονται σε μικρότερο βαθμό. Οι κύριοι μεταβολίτες που προσδιορίζονται είναι ο Ν-απομεθυλιωμένος μεταβολίτης και οι λακτονικοί μεταβολίτες. Ο Ν-απομεθυλιωμένος μεταβολίτης είναι περίπου κατά 50% λιγότερο δραστικός από τη ροσουβαστατίνη, ενώ η λακτονική μορφή θεωρείται κλινικά ανενεργή. Ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% της ανασταλτικής δράσης επί της κυκλοφορούσας HMG CoA αναγωγάσης αποδίδεται στη ροσουβαστατίνη.

Αποβολή

Περίπου το 90% της δόσης ροσουβαστατίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα κόπρανα (αποτελούμενο από απορροφημένη και μη απορροφημένη δραστική ουσία) και το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα ούρα. Περίπου 5% απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή από το πλάσμα είναι περίπου 19 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής δεν αυξάνεται σε υψηλότερες δόσεις. Η μέση γεωμετρική κάθαρση από το πλάσμα είναι περίπου 50 l/ώρα (συντελεστής διακύμανσης 21,7%). Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, η πρόσληψη της ροσουβαστατίνης από το ήπαρ εμπλέκει τον μεμβρανικό μεταφορέα OATP-C. Αυτός ο μεταφορέας είναι σημαντικός για την ηπατική αποβολή της ροσουβαστατίνης.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η συστηματική έκθεση της ροσουβαστατίνης αυξάνεται αναλογικά με τη δόση. Δεν υπάρχουν μεταβολές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μετά από πολλαπλές ημερήσιες δόσεις.

Ειδικοί πληθυσμοί:

Ηλικία και φύλο

Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική επίδραση της ηλικίας ή του φύλου στη φαρμακοκινητική της ροσουβαστατίνης σε ενήλικες.

Φυλή

Οι μελέτες φαρμακοκινητικής δείχνουν κατά προσέγγιση διπλάσια αύξηση στη διάμεση AUC και Cmax σε άτομα Ασιατικής καταγωγής (Ιάπωνες, Κινέζους, Φιλιππινέζους, Βιετναμέζους και Κορεάτες) σε σύγκριση με τους Καυκάσιους. Οι Ασιάτες-Ινδοί παρουσιάζουν κατά προσέγγιση 1,3 φορές αύξηση στη διάμεση AUC και Cmax. Μια πληθυσμιακή ανάλυση φαρμακοκινητικής δεν αποκάλυψε κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική μεταξύ των ατόμων ομάδων Καυκάσιων και Έγχρωμων.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε μια μελέτη σε άτομα με διαφορετικής σοβατότητας νεφρική δυσλειτουργίας, η ήπια έως μέτρια νεφρική νόσος δεν είχε καμία επίδραση στη συγκέντρωση της ροσουβαστατίνης ή του Ν- απομεθυλιωμένου μεταβολίτη στο πλάσμα. Τα άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <30 ml/min) είχαν 3πλάσια αύξηση στη συγκέντρωση στο πλάσμα και 9πλάσια αύξηση στη συγκέντρωση του Ν-απομεθυλιωμένου μεταβολίτη σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές. Οι συγκεντρώσεις ροσουβαστατίνης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση σε ασθενείς που υποβλάλλονται σε αιμοκάθαρση ήταν περίπου 50% υψηλότερες σε σύγκριση με εκείνες των υγιειών εθελοντών.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε μια μελέτη σε άτομα με διαφορετικής βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία, δεν υπήρξε ένδειξη αυξημένης έκθεσης στη ροσουβαστατίνη σε άτομα με βαθμολογία κατά Child-Pugh 7 ή μικρότερη. Ωστόσο, δύο άτομα με βαθμολογία κατά Child-Pugh 8 και 9 έδειξαν αύξηση στη συστηματική έκθεση τουλάχιστον διπλάσια σε σύγκριση με τα άτομα με χαμηλότερη βαθμολογία κατά Child-Pugh. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με βαθμολογία κατά Child-Pugh άνω των 9.

Γενετικοί πολυμορφισμοί

Η διάταξη των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ροσουβαστατίνης, περιλαμβάνει τις πρωτεΐνες μεταφορείς OATP1B1 και BCRP. Σε ασθενείς με γενετικούς πολυμορφισμούς SLCO1B1 (OATP1B1) και/ή ABCG2 (BCRP) υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στη ροσουβαστατίνη. Οι ατομικοί πολυμορφισμοί των SLCO1B1 c.521CC και ABCG2 c.421AA σχετίζονται με υψηλότερη έκθεση στη ροσουβαστατίνη (AUC) σε σύγκριση με τους γονότυπους SLCO1B1 c.521TT ή ABCG2 c.421CC. Αυτός ο ειδικός γονότυπος δεν έχει τεκμηριωθεί στην κλινική πρακτική, αλλά σε ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν αυτούς τους τύπους πολυμορφισμών, συνιστάται χαμηλότερη ημερήσια δόση ροσουβαστατίνης.

Σχετιζόμενες με τη ραμιπρίλη

Απορρόφηση

Μετά την από στόματος χορήγηση η ραμιπρίλη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μίας ώρας. Με βάση την ανάκτηση στα ούρα, ο βαθμός της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτης μετά την από στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Οι συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από εφάπαξ ημερησία χορήγηση, με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης επιτυγχάνονται περίπου την τέταρτη ημέρα της θεραπείας.

Κατανομή

Η δέσμευση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και αυτή της ραμιπριλάτης περίπου 56%.

Βιομετασχηματισμός

Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως στη ραμιπριλάτη, και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.

Αποβολή

Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική.

Οι συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνονται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω της ισχυρής, κορεσμένης πρόσδεσής της στο ΜΕΑ και της αργής απόσπασης από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη εμφανίζει μια παρατεταμένη τελική φάση αποβολής με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

Μετά από πολλαπλές εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, ο «αποτελεσματικός» χρόνος ημίσειας ζωής των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13-17 ώρες για τις δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις 1,25-2,5 mg. Αυτή η διαφορά σχετίζεται με την ικανότητα κορεσμού του ενζύμου στη δέσμευση της ραμιπριλάτης.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2)

Η απέκκριση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς σχετίζεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2)

Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη παρουσίασε καθυστέρηση, λόγω της μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών, και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς αυξήθηκαν.

Ωστόσο, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, δεν διαφέρουν από εκείνες που παρατηρούνται σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Θηλασμός

Μία μόνο από στόματος δόση ραμιπρίλης επέφερε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, η επίδραση των πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστή.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - ROSUVASTATIN+RAMIPRIL/EGIS

Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας

Πυριτιωμένη κυτταρίνη μικροκρυσταλλική [Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (Ε 460), Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο (Ε 551)]

Μαγνήσιο στεατικό (E 572) Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο (E 551)

Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (Ε 460) Κροσποβιδόνη τύπου Β

Υπρομελλόζη

Νάτριο στεατυλοφουμαρικό Πυρίτιο, κολλοειδές υδρόφοβο Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)

Κέλυφος καψακίου

Rosuvastatin+Ramipril/Egis (10+5) mg καψάκια, σκληρά

τιτανίου διοξείδιο (E171), σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172), σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172), σιδήρου οξείδιο μέλαν, ζελατίνη

Rosuvastatin+Ramipril/Egis (10+10) mg καψάκια, σκληρά

τιτανίου διοξείδιο (E171), σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172), σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172), ζελατίνη Rosuvastatin+Ramipril/Egis (20+5) mg καψάκια, σκληρά

τιτανίου διοξείδιο (E171), σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172), σιδήρου οξείδιο μέλαν, ζελατίνη

Rosuvastatin+Ramipril/Egis (20+10) mg καψάκια, σκληρά

τιτανίου διοξείδιο (E171), σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172), ζελατίνη

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 100 CAPS ΣΕ OPA/AL/PVC//AL ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΕΣ ΚΥΨΕΛΗΣ (BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 30 CAPS ΣΕ OPA/AL/PVC//AL ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΕΣ ΚΥΨΕΛΗΣ (BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 60 CAPS ΣΕ OPA/AL/PVC//AL ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΕΣ ΚΥΨΕΛΗΣ (BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 90 CAPS ΣΕ OPA/AL/PVC//AL ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΕΣ ΚΥΨΕΛΗΣ (BLISTER)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.