Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
3
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

TEIZEILD C/S.SOL.IN 1MG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΠΥΚΝΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

SANOFI WINTHROP INDUSTRIE, FRANCE

Τελευταία ενημέρωση SmPC

8/5/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - TEIZEILD 1MG/ML

Ενδείξεις

Το Teizeild ενδείκνυται για την καθυστέρηση της εμφάνισης διαβήτη τύπου 1 (ΔΤ1) σταδίου 3 σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 8 ετών και άνω με ΔΤ1 σταδίου 2.

Δοσολογία

Το Teizeild θα πρέπει να χορηγείται από έναν επαγγελματία υγείας που έχει πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική υποστήριξη για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Εργαστηριακή αξιολόγηση και εμβολιασμός πριν από την έναρξη

  • Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Teizeild, θα πρέπει να πραγματοποιούνται γενική εξέταση αίματος και έλεγχος των ηπατικών ενζύμων.

  • Η χρήση του Teizeild δεν συνιστάται σε ασθενείς με (βλ. παράγραφο 4.4):

    • Αριθμό λευκοκυττάρων χαμηλότερο από 1,0 x 109 λεμφοκύτταρα/L

    • Τιμή αιμοσφαιρίνης χαμηλότερη από 100 g/L

    • Αριθμό αιμοπεταλίων χαμηλότερο από 100 x 109 αιμοπετάλια/L

    • Απόλυτο αριθμό ουδετερόφιλων χαμηλότερο από 1,5 x 109 ουδετερόφιλα/L

    • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) ή ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) σε τιμή μεγαλύτερη από 2 φορές το ανώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους (ULN) ή αυξημένη χολερυθρίνη σε τιμή μεγαλύτερη από 1,5 φορές το ULN

    • Εργαστηριακές ή κλινικές ενδείξεις οξείας λοίμωξης από ιό Epstein-Barr (EBV) ή κυτταρομεγαλοϊό (CMV)

    • Ενεργή σοβαρή λοίμωξη ή χρόνια ενεργή λοίμωξη εκτός από εντοπισμένες δερματικές λοιμώξεις

  • Όλοι οι κατάλληλοι για την ηλικία εμβολιασμοί θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας με Teizeild (βλ. παράγραφο 4.4 για λεπτομερείς οδηγίες).

    Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή

    Πριν από την έγχυση του Teizeild θα πρέπει να χρησιμοποιείται προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή για τις πρώτες 5 ημέρες της χορήγησης με: (1) ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (ΜΣΑΦ) ή παρακεταμόλη, (2) ένα αντιισταμινικό και (3) θα μπορούσε να εξεταστεί η χρήση ενός αντιεμετικού (βλ. παράγραφο 4.4). Πρόσθετες δόσεις προκαταρκτικής φαρμακευτικής αγωγής θα πρέπει να χορηγηθούν εάν χρειάζεται.

    Δοσολογία

    Το Teizeild θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση (σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών), χρησιμοποιώντας δοσολογία με βάση την επιφάνεια σώματος (BSA), μία φορά την ημέρα για

    14 συνεχόμενες ημέρες ως εξής:

  • Ημέρα 1: 65 μικρογραμμάρια/m2

  • Ημέρα 2: 125 μικρογραμμάρια/m2

  • Ημέρα 3: 250 μικρογραμμάρια/m2

  • Ημέρα 4: 500 μικρογραμμάρια/m2

  • Ημέρες 5 έως 14: 1.030 μικρογραμμάρια/m2

    Παράλειψη δόσης(-εων)

    Εάν παραλειφθεί μια προγραμματισμένη έγχυση Teizeild, η αγωγή θα πρέπει να συνεχιστεί χορηγώντας όλες τις υπόλοιπες δόσεις σε συνεχόμενες ημέρες προκειμένου να ολοκληρωθεί ο κύκλος θεραπείας των 14 ημερών.

    Διακοπή της θεραπείας

    Ενδέχεται να απαιτηθεί προσωρινή διακοπή της θεραπείας ανάλογα με τη σοβαρότητα των μη φυσιολογικών εργαστηριακών τιμών. Με βάση την κλινική κρίση, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων, ο αριθμός των ουδετερόφιλων ή το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης μειωθεί σημαντικά.

    Η προσωρινή διακοπή της χορήγησης της δόσης δεν πρέπει να ξεπερνά τις 3 ημέρες. Η χορήγηση μπορεί να συνεχιστεί χορηγώντας όλες τις υπόλοιπες δόσεις σε συνεχόμενες ημέρες για την ολοκλήρωση του κύκλου θεραπείας των 14 ημερών (π.χ. εάν η χορήγηση παραλειφθεί τις

    Ημέρες 4 και 5, μπορεί να ξεκινήσει ξανά την Ημέρα 6 με το επίπεδο δόσης που έχει οριστεί για την Ημέρα 4).

    Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά εάν:

  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (ALT ή AST μεγαλύτερα από 5 φορές το ULN) ή χολερυθρίνη μεγαλύτερη από 3 φορές το ULN

  • Παρατεταμένη σοβαρή λεμφοπενία (< 0,5 x 109 λεμφοκύτταρα/L που διαρκεί 1 εβδομάδα ή περισσότερο)

  • Κλινικά σημαντική (η απόφαση του ιατρού βασίζεται στα δεδομένα του κάθε ασθενούς) μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων, του αριθμού των ουδετερόφιλων ή του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης για 3 συνεχόμενες ημέρες

  • Αναπτύσσεται σοβαρή λοίμωξη

    Για επιπλέον πληροφορίες, βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8. Ειδικοί πληθυσμοί

    Ηλικιωμένοι

    Στις κλινικές μελέτες δεν συμπεριλήφθηκαν ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας 65 ετών και άνω).

    Νεφρική δυσλειτουργία

    Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).

    Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

    Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 5.2).

    Σωματικό βάρος

    Για την ομαλοποίηση της έκθεσης στο Teizeild σε όλο το εύρος του σωματικού βάρους απαιτείται η χορήγηση των δόσεων με βάση τη BSA (βλ. Δοσολογία και παράγραφο 5.2).

    Παιδιατρικός πληθυσμός

    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Teizeild σε παιδιά ηλικίας κάτω των 8 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.

    Τρόπος χορήγησης

    Το Teizeild θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Δύο δόσεις δεν θα πρέπει να χορηγούνται την ίδια ημέρα.

    Για οδηγίες σχετικά με την προετοιμασία του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6 και στο τέλος του φύλλου οδηγιών χρήσης.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών

Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών (CRS) έχει παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τεπλιζουμάμπη κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας και σε διάστημα

28 ημερών μετά την τελευταία χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.8). Τα συμπτώματα του CRS περιλάμβαναν πυρετό, ναυτία, κόπωση, κεφαλαλγία, μυαλγία, αρθραλγία, αυξημένη ALT, αυξημένη AST και αυξημένη ολική χολερυθρίνη. Αυτά τα συμπτώματα τυπικά εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 5 ημερών της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Για τον μετριασμό του CRS:

  • θα πρέπει να χορηγούνται αντιπυρετικά, αντιισταμινικά και/ή αντιεμετικά πριν από τη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.2).

  • τα ηπατικά ένζυμα και η χολερυθρίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πιο συχνά εντός της πρώτης εβδομάδας. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν αύξηση της ALT ή της AST σε τιμή μεγαλύτερη από 5 φορές το ανώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους (ULN) ή αύξηση της χολερυθρίνης σε τιμή μεγαλύτερη από 3 φορές το ULN.

  • Τα συμπτώματα του CRS θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αντιπυρετικά, αντιισταμινικά και/ή αντιεμετικά. Σε περίπτωση εμφάνισης σοβαρού CRS, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της χορήγησης για 1-2 ημέρες (και οι υπόλοιπες δόσεις για την ολοκλήρωση του πλήρους κύκλου θεραπείας των 14 ημερών θα πρέπει να χορηγηθούν σε συνεχόμενες ημέρες). Εάν το CRS δεν βελτιωθεί ή εάν επανεμφανιστεί CRS παρά την προσωρινή διακοπή, ενδέχεται να απαιτείται οριστική διακοπή της θεραπείας.

    Σοβαρές λοιμώξεις

    Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Teizeild έχουν εμφανιστεί βακτηριακές και ιογενείς λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων γαστρεντερίτιδας, κυτταρίτιδας, πνευμονίας, αποστήματος και σηψαιμίας (βλ. παράγραφο 4.8). Η χρήση του Teizeild δεν συνιστάται σε ασθενείς με ενεργό σοβαρή λοίμωξη ή χρόνια λοίμωξη, με εξαίρεση τις εντοπισμένες δερματικές λοιμώξεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά από αυτήν. Εάν αναπτυχθεί σοβαρή λοίμωξη, θα πρέπει να παρασχεθεί η ενδεδειγμένη θεραπεία και το Teizeild θα πρέπει να διακοπεί.

    Λεμφοπενία

    Σε κλινικές μελέτες, το 75% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild εμφάνισαν λεμφοπενία. Στους περισσότερους ασθενείς που εμφάνισαν λεμφοπενία, τα επίπεδα των λεμφοκυττάρων άρχισαν να ανακάμπτουν μετά την πέμπτη ημέρα της θεραπείας και επέστρεψαν στις τιμές προ της θεραπείας εντός δύο εβδομάδων μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας και χωρίς προσωρινή διακοπή της χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.8).

    Κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας θα πρέπει να παρακολουθείται ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων. Εάν αναπτυχθεί παρατεταμένη σοβαρή λεμφοπενία (< 0,5 x 109 κύτταρα/L που διαρκεί 1 εβδομάδα ή περισσότερο), η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.8).

    Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

    Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Teizeild εμφανίστηκαν οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας που συμπεριλαμβάνουν ορονοσία, αγγειοοίδημα, κνίδωση, εξάνθημα, έμετο και βρογχόσπασμο.

    Γενικευμένες δερματικές αντιδράσεις και αναφυλαξία έχουν εμφανιστεί σε τουλάχιστον έναν ασθενή (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση εμφάνισης σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, το Teizeild θα πρέπει να διακοπεί και να παρασχεθεί άμεσα θεραπεία.

    Εμβολιασμοί

    Η ασφάλεια της ανοσοποίησης με εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Teizeild δεν έχει μελετηθεί. Επιπλέον, το Teizeild μπορεί να επηρεάσει

    την ανοσολογική ανταπόκριση στον εμβολιασμό και να μειώσει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

  • Όλοι οι κατάλληλοι για την ηλικία εμβολιασμοί θα πρέπει να χορηγούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας με Teizeild (βλ. παράγραφο 4.2).

  • Δεν συνιστάται ο εμβολιασμός με αδρανοποιημένα εμβόλια ή εμβόλια mRNA εντός

    2 εβδομάδων πριν από τη θεραπεία, κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για διάστημα έως 6 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.

  • Δεν συνιστάται ο εμβολιασμός με εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς εντός 8 εβδομάδων πριν από την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για διάστημα έως και 52 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.

Παρακολούθηση της γλυκόζης

Η γλυκόζη αίματος, καθώς και τα σημεία και συμπτώματα υπογλυκαιμίας ή υπεργλυκαιμίας θα πρέπει να παρακολουθούνται και ο διαβήτης να διαχειρίζεται, σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες πρακτικής.

Άλλα θέματα

Οι ασθενείς δεν πρέπει να έχουν διαβήτη τύπου 2 (ΔΤ2) ή δευτεροπαθή δυσγλυκαιμία που σχετίζεται με άλλη πάθηση εκτός του ΔΤ1 (π.χ. δευτεροπαθής διαβήτης λόγω φαρμακευτικών προϊόντων ή χειρουργικής επέμβασης, μονογονιδιακός διαβήτης).

Εκπαιδευτικά εργαλεία/Εργαλεία παροχής συμβουλών για την ασφάλεια

Οι επαγγελματίες υγείας οι οποίοι συμμετέχουν στη διαχείριση ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με Teizeild πρέπει να είναι εξοικειωμένοι με τις διαθέσιμες οδηγίες για την ασφαλή χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος και να ενημερώνουν τους ασθενείς για τους πιθανούς κινδύνους που συσχετίζονται με τη χρήση του Teizeild.

  • Οδηγός για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου για Επαγγελματίες Υγείας: Οδηγός Επαγγελματία Υγείας

  • Οδηγός για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου για Ασθενείς: Οδηγός Ασθενούς – πρέπει να παρέχεται στους ασθενείς από τους επαγγελματίες υγείας

Έκδοχα με γνωστή δράση

Νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου». Το Teizeild χορηγείται σε ενδοφλέβιο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% (βλ. παράγραφο 6.6).

Πολυσορβικό 80

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 0,10 mg πολυσορβικού 80 σε κάθε φιαλίδιο των 2 mL και 0,025 mg πολυσορβικού 80 σε κάθε φιαλίδιο των 0,5 mL που ισοδυναμούν με 0,05 mg/mL. Τα πολυσορβικά ενδέχεται να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
3
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων.

Το Teizeild θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν συγχρόνως φαρμακευτικά προϊόντα που συσχετίζονται με σημαντικές ηπατικές ανωμαλίες ή κυτταροπενίες και άλλους ανοσορρυθμιστικούς παράγοντες.

Με το Teizeild μπορεί να εμφανιστεί σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών που συνοδεύεται από ήπια και παροδική αύξηση των συγκεντρώσεων της IL-6.

Το Teizeild δεν αναμένεται να έχει οποιεσδήποτε σχετικές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που διαμεσολαβούνται από το κυτόχρωμα P450.

Το Teizeild μπορεί να επηρεάσει την ανοσολογική ανταπόκριση στον εμβολιασμό (βλ. παράγραφο 4.4).

Κύηση

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τεπλιζουμάμπη και για 30 ημέρες μετά την τελευταία δόση της θεραπείας. Το Teizeild δεν συνιστάται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.

Κύηση

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της τεπλιζουμάμπης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Το Teizeild δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η τεπλιζουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Τα τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα υποδηλώνουν απέκκριση της τεπλιζουμάμπης στο γάλα θηλαζόντων ποντικών (βλ. παράγραφο 5.3). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Teizeild και για 30 ημέρες μετά την τελευταία δόση της θεραπείας.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη τεπλιζουμάμπη σχετικά με τις επιδράσεις στη γονιμότητα. Η γονιμότητα και η αναπαραγωγική απόδοση δεν επηρεάστηκαν σε θηλυκούς και αρσενικούς ποντικούς που έλαβαν θεραπεία με υποκατάστατο αντίσωμα έναντι του CD3 του ποντικού (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Το Teizeild έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Έχει αναφερθεί κόπωση (βλ. παράγραφο 4.8).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν λεμφοπενία (75%), λευκοπενία (58%), ουδετεροπενία (37%) και εξάνθημα (36%). Η πιο συχνή σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν το σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών (0,9%). Άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλάμβαναν αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (0,2%), αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (0,2%), λεμφοπενία (0,2%), ουδετεροπενία (0,2%) και λοίμωξη (0,2%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν σε ασθενείς στη συγκεντρωτική ανάλυση της ασφάλειας με δεδομένα από κλινικές μελέτες και μετεγκριτικά δεδομένα αναφέρονται στον Πίνακα 1 ανά κατηγορία Οργανικού Συστήματος του MedDRA και παρουσιάζονται ανά κατηγορία συχνότητας: πολύ συχνές: (≥ 1/10), συχνές: (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές: (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες:

(≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες: (< 1/10.000), μη γνωστής συχνότητας: (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κατηγορία/οργανικό σύστημα Συχνότητα
Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Μη γνωστήςσυχνότητας
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λοιμώξεις1 Επανενεργο ποίηση ιού Epstein-Barr
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Λεμφοπενία, Θρομβοπενία, Λευκοπενία, Ουδετεροπενία,Μειωμένη αιμοσφαιρίνη Ηωσινοφιλί α
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σύνδρομο απελευθέρω σηςκυτταροκιν ών Υπερευαισθησία1
Διαταραχές του νευρικούσυστήματος Κεφαλαλγία
Γαστρεντερικές διαταραχές Έμετος, Ναυτία Διάρροια, Κοιλιακό άλγος
Ηπατοχολικές διαταραχές Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, Αυξημένηασπαρτική αμινοτρανσφεράση Αυξημένη χολερυθρίνη
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, Κνησμός Κηλιδοβλατι δώδες εξάνθημα, Κνησμώδες εξάνθημα, Κνίδωση, Αποφολίδωση δέρματος
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Πυρεξία, Κόπωση Ρίγη Άλγος, Ασθένεια

1 Αναφέρεται ως σοβαρή – βλ. «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών». Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών (CRS)

Στη μελέτη TN-10, CRS αναφέρθηκε στο 2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild.

Σε 7 κλινικές μελέτες συγκεντρωτικά, το 6% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild εμφάνισαν CRS. Στο 14% αυτών των ασθενών το CRS αναφέρθηκε ως σοβαρό (βλ. παράγραφο 4.4). Αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών παρατηρήθηκαν συχνότερα στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Teizeild και εμφάνισαν CRS.

Σοβαρές λοιμώξεις

Στη μελέτη TN-10, σοβαρές λοιμώξεις (κυτταρίτιδα, γαστρεντερίτιδα, πνευμονία, λοίμωξη τραύματος) αναφέρθηκαν στο 9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild.

Σε 7 κλινικές μελέτες συγκεντρωτικά, σοβαρές λοιμώξεις αναφέρθηκαν στο 3,1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild και συμπεριελάμβαναν γαστρεντερίτιδα, κυτταρίτιδα, πνευμονία, απόστημα, σηψαιμία και λοιμώδη μονοπυρήνωση.

Λεμφοπενία

Στη μελέτη TN-10, λεμφοπενία αναφέρθηκε στο 73% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild. Ο μέσος κατώτατος αριθμός λεμφοκυττάρων εμφανίστηκε την ημέρα 5 της θεραπείας, με ανάρρωση και επιστροφή στην τιμή αναφοράς έως την εβδομάδα 6 (βλ. παράγραφο 4.4).

Σε 7 κλινικές μελέτες συγκεντρωτικά, σοβαρή λεμφοπενία (< 0,5 x 109 κύτταρα/L) με διάρκεια

1 εβδομάδας ή μεγαλύτερη εμφανίστηκε στο 2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild και το 0,5% των ασθενών διέκοψαν οριστικά τη θεραπεία λόγω της λεμφοπενίας.

Εξάνθημα και αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας αναφέρθηκαν με το Teizeild στη μελέτη TN-10. Ορονοσία παρατηρήθηκε στο 2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild.

Στο σύνολο των ασθενών σε 7 κλινικές μελέτες:

  • Αναφυλαξία (με υποξία και βρογχόσπασμο) παρατηρήθηκε σε έναν ασθενή που έλαβε θεραπεία με Teizeild ο οποίος νοσηλεύτηκε.

  • Αγγειοοίδημα (περικογχικό και προσώπου) παρατηρήθηκε στο 0,2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild.

  • Περιφερικό και γενικευμένο οίδημα αναφέρθηκε στο 1,2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild.

  • Εξάνθημα παρατηρήθηκε στο 36% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild. Το 0,3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild εμφάνισαν σοβαρό εξάνθημα.

  • Κνίδωση αναφέρθηκε στο 2,7% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild.

  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας αναφέρθηκαν στο 1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild. Λιγότερο από το 0,1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild εμφάνισαν σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας.

Μειωμένη αιμοσφαιρίνη και θρομβοπενία

Σε 7 κλινικές μελέτες συγκεντρωτικά, μειωμένη αιμοσφαιρίνη αναφέρθηκε στο 23% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild και θρομβοπενία αναφέρθηκε στο 17% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild. Ανάκαμψη επήλθε εντός 2 έως 4 εβδομάδων θεραπείας. Σε κλινικές μελέτες, το 1,2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild διέκοψαν τη θεραπεία λόγω τιμής αιμοσφαιρίνης χαμηλότερης από 85 g/L (ή μείωσης άνω των 20 g/L σε τιμή χαμηλότερη από 100 g/L) και το 1% διέκοψαν το Teizeild λόγω αριθμού αιμοπεταλίων χαμηλότερου από 50 x 109 αιμοπετάλια/L.

Αυξήσεις ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης

Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνης παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Teizeild, τόσο στο πλαίσιο CRS όσο και σε ασθενείς χωρίς CRS. Σύμφωνα με εργαστηριακή ανάλυση, το 7,8% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild εμφάνισαν μέγιστη

ALT μεγαλύτερη από 3 φορές το ULN. Για την AST, το 5,3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Teizeild εμφάνισαν μέγιστη AST μεγαλύτερη από 3 φορές το ULN. Οι περισσότερες αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων ήταν παροδικές και υποχώρησαν 1-2 εβδομάδες μετά τη θεραπεία.

Ανοσογονικότητα

Η παρατηρούμενη επίπτωση αντισωμάτων κατά του φαρμάκου (ADA) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ευαισθησία και την ειδικότητα της δοκιμασίας. Οι διαφορές στις μεθόδους δοκιμασίας αποκλείουν ουσιαστικές συγκρίσεις της επίπτωσης αντισωμάτων κατά του φαρμάκου στις μελέτες που περιγράφονται παρακάτω με την επίπτωση αντισωμάτων κατά του φαρμάκου σε άλλες μελέτες.

Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς ηλικίας 8 ετών και άνω με ΔΤ1 σταδίου 2 (μελέτη TN-10) (βλ. παράγραφο 5.1), περίπου το 57% των ασθενών που έλαβαν Teizeild ανέπτυξαν αντισώματα κατά της τεπλιζουμάμπης κατά τη διάρκεια της θεραπείας, το 46% των οποίων ανέπτυξαν εξουδετερωτικά αντισώματα.

Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν μπορεί να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα για τον χαρακτηρισμό των επιδράσεων των ADA στη φαρμακοκινητική, τη φαρμακοδυναμική ή την αποτελεσματικότητα του Teizeild.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Τα δεδομένα για την ανοσογονικότητα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 8 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία με υπερδοσολογία με τη τεπλιζουμάμπη.

Δεν υπάρχει γνωστό ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με Teizeild. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για τυχόν σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών και θα πρέπει να λαμβάνονται αμέσως όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα. Πρέπει να εφαρμόζεται κλινική κρίση.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - TEIZEILD 1MG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα φάρμακα στον διαβήτη, κωδικός ATC: A10XX01 Μηχανισμός δράσης

Η τεπλιζουμάμπη συνδέεται με το CD3 (αντιγόνο της κυτταρικής επιφάνειας που απαντάται στα

T λεμφοκύτταρα) και καθυστερεί την εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με ΔΤ1 σταδίου 2. Ο μηχανισμός ενδέχεται να περιλαμβάνει μερική αγωνιστική σηματοδότηση που οδηγεί σε απενεργοποίηση των αυτοαντιδραστικών CD8+ Τ λεμφοκυττάρων και μειωμένη ανοσοεπαγόμενη καταστροφή των β κυττάρων. Η τεπλιζουμάμπη οδηγεί σε αύξηση του ποσοστού των CD8+ T κυττάρων με σημεία εξάντλησης στο περιφερικό αίμα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η τεπλιζουμάμπη συνδέεται στα μόρια CD3 στην επιφάνεια τόσο των CD4+ όσο και των CD8+ T κυττάρων κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ενδοκυττάρωση του συμπλέγματος τεπλιζουμάμπη/CD3 από την επιφάνεια των T κυττάρων. Οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις περιλαμβάνουν παροδική λεμφοπενία με μείωση των κυκλοφορούντων Τ κυττάρων με κατώτατα επίπεδα την 5η ημέρα της χορήγησης κατά τη διάρκεια κύκλου θεραπείας με τεπλιζουμάμπη διάρκειας 14 ημερών (βλ. παράγραφο 4.4). Η σχέση έκθεσης-ανταπόκρισης στη τεπλιζουμάμπη και η χρονική πορεία της φαρμακοδυναμικής ανταπόκρισης για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της τεπλιζουμάμπης δεν έχουν προσδιοριστεί πλήρως.

Στοχευόμενος πληθυσμός ασθενών

Η τεπλιζουμάμπη ενδείκνυται σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 8 ετών και άνω που έχουν διαγνωστεί με ΔΤ1 σταδίου 2.

Ο ΔΤ1 σταδίου 2 επιβεβαιώνεται από:

  • Τουλάχιστον δύο θετικά αυτοαντισώματα έναντι των νησίδων του παγκρέατος

  • Δυσγλυκαιμία χωρίς εμφανή υπεργλυκαιμία Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα της τεπλιζουμάμπης διερευνήθηκε στην ακόλουθη κλινική μελέτη:

Μελέτη TN-10

Τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, καθοδηγούμενη από τα συμβάντα, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 76 ασθενείς, ηλικίας 8 έως 49 ετών με ΔΤ1 σταδίου 2. Ως ΔΤ1 σταδίου 2 ορίστηκε η παρουσία και των δύο από τα ακόλουθα:

  1. Δύο ή περισσότερα από τα ακόλουθα αυτοαντισώματα έναντι των νησιδίων του παγκρέατος:

    • Αυτοαντισώματα έναντι της αποκαρβοξυλάσης του γλουταμικού οξέος 65 (GAD)

    • Αυτοαντίσωμα έναντι της ινσουλίνης (IAA)

    • Αυτοαντίσωμα έναντι του σχετιζόμενου με ινσουλίνωμα αντιγόνου 2 (IA-2A)

    • Αυτοαντίσωμα έναντι του μεταφορέα ψευδαργύρου 8 (ZnT8)

    • Αυτοαντίσωμα έναντι των νησιδιακών κυττάρων (ICA)

  2. Δυσγλυκαιμία σε από στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη

Σε αυτήν τη μελέτη, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1 για να λάβουν τεπλιζουμάμπη ή εικονικό φάρμακο μία φορά την ημέρα με ενδοφλέβια έγχυση για 14 ημέρες. Οι 2 ομάδες θεραπείας ήταν οι εξής:

  • Ομάδα 1: Ημερήσιες ενδοφλέβιες δόσεις 51 μικρογραμμαρίων/m2, 103 μικρογραμμαρίων/m2, 207 μικρογραμμαρίων/m2 και 413 μικρογραμμαρίων/m2 τις ημέρες 0 έως 3 της μελέτης, αντίστοιχα και 1 δόση 826 μικρογραμμαρίων/m2 σε καθεμία από τις ημέρες 4 έως 13 της μελέτης. Η συνολική δόση για τον κύκλο των 14 ημερών ήταν περίπου

    9.034 μικρογραμμάρια/m2.

  • Ομάδα 2: Ενδοφλέβιο εικονικό φάρμακο μόνο.

Οι ασθενείς στην ομάδα της τεπλιζουμάμπης είχαν συνολική έκθεση στο φάρμακο που ήταν συγκρίσιμη με τη συνολική έκθεση στο φάρμακο που επιτεύχθηκε με τη συνιστώμενη συνολική δόση τεπλιζουμάμπης (βλ. παράγραφο 4.2). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας σε αυτή τη μελέτη ήταν ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως τη διάγνωση ΔΤ1 σταδίου 3.

Χαρακτηριστικά αναφοράς των ασθενών

Σε αυτήν τη μελέτη, το 45% ήταν γυναίκες και η διάμεση ηλικία ήταν 14 έτη (72% ήταν < 18 ετών). Τα χαρακτηριστικά των ασθενών παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2. Χαρακτηριστικά αναφοράς ενηλίκων και παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 8 ετών και άνω με ΔΤ1 σταδίου 2 (Μελέτη TN-10)1

Τεπλιζουμάμπη N=44 Εικονικό φάρμακο N=32
Ηλικιακή ομάδα
≥ 18 ετών 34% 19%
< 18 ετών 66% 81%
Τεταρτημόρια ηλικιακής ομάδας παιδιατρικών ασθενών
8 έως < 11 ετών 21% 25%
11 έως < 14 ετών 27% 31%
14 έως < 18 ετών 18% 25%
Γλυκόζη, mg/dL2
Διάμεση τιμή (ελάχιστη, μέγιστη) 165 (115, 207) 154 (103, 200)
OGTT στα 30 λεπτά, διάμεση τιμή (ελάχιστη, μέγιστη) 161 (99, 237) 165 (121, 223)
OGTT στα 60 λεπτά, διάμεση τιμή (ελάχιστη, μέγιστη) 186 (97, 244) 173 (77, 233)
OGTT στα 90 λεπτά, διάμεση τιμή (ελάχιστη, μέγιστη) 175 (98, 242) 159 (82, 244)
OGTT στα 120 λεπτά, διάμεση τιμή (ελάχιστη,μέγιστη) 152 (87, 240) 144 (81, 217)
HbA1c, %
Διάμεση τιμή (ελάχιστη, μέγιστη) 5,2 (4,6, 6,1) 5,3 (4,3, 5,6)
HLA-DR3/DR4
Αμφότερα DR3 και DR4 25% 22%
DR3 μόνο 23% 25%
DR4 μόνο 36% 44%
Κανένα από τα DR3 και DR4 11% 9%
Δεν αναλύθηκε 5% 0
Τύπος θετικού αυτοαντισώματος
GAD65 91% 88%
IAA 43% 34%
IA-2A 59% 75%
ICA 66% 88%
ZnT8 73% 75%
Θετικά αυτοαντισώματα (N)
1 2% 0
2 27% 22%
3 25% 16%
4 27% 44%
5 18% 19%

1 Πληθυσμός με πρόθεση θεραπείας (ITT)

2 Τα δεδομένα για τη γλυκόζη είναι οι τιμές της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) από την από στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη. Συντομογραφίες: HbA1c=αιμοσφαιρίνη A1c, SD=τυπική απόκλιση, HLA=ανθρώπινο λευκοκυτταρικό αντιγόνο, GAD65=αυτοαντίσωμα έναντι της αποκαρβοξυλάσης του γλουταμικού οξέος 65 (GAD), IAA=αυτοαντίσωμα έναντι της ινσουλίνης, IA-2A=αυτοαντίσωμα έναντι του σχετιζόμενου με ινσουλίνωμα αντιγόνου 2, ZnT8=αυτοαντίσωμα έναντι του μεταφορέα ψευδαργύρου 8, ICA=αυτοαντίσωμα έναντι των νησιδιακών κυττάρων.

Αποτελέσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα

Στη μελέτη TN-10, ΔΤ1 σταδίου 3 διαγνώστηκε σε 20 (45%) από τους ασθενείς που έλαβαν τεπλιζουμάμπη και σε 23 (72%) από τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Ένα μοντέλο αναλογικών κινδύνων Cox, διαστρωματωμένο με βάση την ηλικία και την κατάσταση ως προς την από στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη κατά την τυχαιοποίηση, έδειξε ότι ο διάμεσος χρόνος από την τυχαιοποίηση έως τη διάγνωση ΔΤ1 σταδίου 3 ήταν 50 μήνες στην ομάδα της τεπλιζουμάμπης και 25 μήνες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, δηλαδή υπήρχε διαφορά

25 μηνών. Με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 51 μηνών, η θεραπεία με τεπλιζουμάμπη οδήγησε σε στατιστικά σημαντική καθυστέρηση στην ανάπτυξη ΔΤ1 σταδίου 3, με αναλογία κινδύνου 0,41 (95% CI: 0,22 έως 0,78, p=0,0066) (Εικόνα 1).

Η μελέτη TN-10 δεν σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει εάν υπήρχαν διαφορές στην αποτελεσματικότητα μεταξύ υποομάδων με βάση τα δημογραφικά στοιχεία ή τα χαρακτηριστικά αναφοράς της νόσου.

Εικόνα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier του χρόνου έως τη διάγνωση ΔΤ1 σταδίου 3 σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 8 ετών και άνω με ΔΤ1 σταδίου 2 ανά ομάδα θεραπείας (Μελέτη TN-10)1

1 Πληθυσμός ITT Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει αναβάλει την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Teizeild που περιέχουν τεπλιζουμάμπη σε ένα ή περισσότερα υποσύνολα του παιδιατρικού πληθυσμού για την πρόληψη του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 σταδίου 3 σύμφωνα με το σχέδιο παιδιατρικής έρευνας (PIP) EMEA-000524-PIP02-24, για την εγκεκριμένη ένδειξη (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Δεν αναμένεται να επιτευχθούν συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της τεπλιζουμάμπης κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας 14 ημερών.

Απορρόφηση

Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την απορρόφηση δεδομένου ότι η τεπλιζουμάμπη χορηγείται ενδοφλεβίως.

Κατανομή

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σύνδεσης σε πρωτεΐνες καθώς η τεπλιζουμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα.

Μεταβολισμός

Η τεπλιζουμάμπη αναμένεται να μεταβολίζεται σε μικρά πεπτίδια μέσω καταβολικών οδών. Αποβολή

Η φαινομενική ημίσεια ζωή αποβολής της τεπλιζουμάμπης είναι περίπου 3 ημέρες. Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικία

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της τεπλιζουμάμπης με βάση την ηλικία (8 έως 35 ετών).

Φύλο

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της τεπλιζουμάμπης με βάση το φύλο.

Φυλή

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της τεπλιζουμάμπης με βάση τη φυλετική ομάδα (Λευκοί, Ασιάτες).

Σωματικό βάρος

Η χορήγηση των δόσεων με βάση τη BSA ομαλοποιεί την έκθεση στη τεπλιζουμάμπη σε όλο το εύρος του σωματικού βάρους.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της τεπλιζουμάμπης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της τεπλιζουμάμπης σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική της τεπλιζουμάμπης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 8 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - TEIZEILD 1MG/ML

Κατάλογος εκδόχων

Όξινο φωσφορικό νάτριο Δισόξινο φωσφορικό νάτριο Πολυσορβικό 80 (E 433) Χλωριούχο νάτριο

Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Το Teizeild δεν πρέπει να εγχέεται ταυτόχρονα στην ίδια ενδοφλέβια γραμμή με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Μη συμβατά υλικά

  • Σάκκοι ενδοφλέβιας έγχυσης από συμπολυμερές αιθυλενίου-προπυλενίου (EPC) και πολυπροπυλένιο (PP).

  • Προστατευόμενα από το φως σετ έγχυσης

  • Για δόση Teizeild < 68 μικρογραμμάρια: μείγμα πολυαιθυλενίου (PE) και πολυολεφίνης (PO).

  • Για δόση Teizeild < 240 μικρογραμμάρια: σάκκοι από οξικό αιθυλοβινυλεστέρα (EVA).

  • Γυάλινα φιαλίδια ή γυάλινες σύριγγες για την παρασκευή της τελικής αραίωσης και έγχυση.

    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να παρασκευάζεται και να χορηγείται σύμφωνα με τις οδηγίες της παραγράφου 4.2 και της παραγράφου 6.6.

Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένο φιαλίδιο

3 χρόνια

Μετά την αραίωση

Σάκκοι IV έγχυσης

Έχει καταδειχθεί η χημική, φυσική και μικροβιακή σταθερότητα κατά τη χρήση για 6 ώρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (15 °C έως 25 °C).

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν συνιστάται να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση πριν από τη χορήγηση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 6 ώρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (15 °C έως 25 °C).

Εγχύσεις με βάση σύριγγα

Έχει καταδειχθεί η χημική, φυσική και μικροβιακή σταθερότητα κατά τη χρήση για 12 ώρες σε συνθήκες ψύξης (2 °C έως 8 °C), και εν συνεχεία για διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τις 6 ώρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (15 °C έως 25 °C).

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν συνιστάται να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση πριν από τη χορήγηση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 12 ώρες σε συνθήκες ψύξης (2 °C έως 8 °C) και εν συνεχεία δεν θα υπερβαίνει τις 6 ώρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (15 °C έως 25 °C).

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C έως 8 °C). Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως. Φυλάσσετε το προϊόν σε όρθια θέση.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το Teizeild παρέχεται σε:

2 mL πυκνού διαλύματος που περιέχει 2 mg τεπλιζουμάμπης σε φιαλίδιο των 2 mL από βοριοπυριτικό γυαλί Τύπου 1 με πώμα από βουτυλικό ελαστικό και κυάθιο αλουμινίου με μπλε αποσπώμενο πώμα από πολυπροπυλένιο. Μεγέθη συσκευασίας του 1, των 10 ή των 14 φιαλιδίων.

0,5 mL πυκνού διαλύματος που περιέχει 0,5 mg τεπλιζουμάμπης σε φιαλίδιο των 2 mL από βοριοπυριτικό γυαλί Τύπου 1 με πώμα από βουτυλικό ελαστικό και κυάθιο αλουμινίου με πορτοκαλί αποσπώμενο πώμα από πολυπροπυλένιο. Μέγεθος συσκευασίας του 1 φιαλιδίου.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Προετοιμασία για ενδοφλέβια χορήγηση

  • Το Teizeild πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χρήση. Αυτό απαιτεί μια διαδικασία αραίωσης δύο σταδίων.

  • Κατά την προετοιμασία για την αραίωση, ελέγξτε οπτικά το(τα) φιαλίδιο(-α) πριν από τη χρήση (το διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές και άχρωμο). Να μη χρησιμοποιείται εάν παρατηρηθούν σωματίδια ή χρωματισμός.

  • Προετοιμάστε χρησιμοποιώντας άσηπτη τεχνική. Κάθε φιαλίδιο προορίζεται αποκλειστικά για μία δόση.

  • Ξεκινήστε την έγχυση αμέσως μετά την αραίωση. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, φυλάξτε το αραιωμένο διάλυμα προς έγχυση (βλ. παράγραφο 6.3).

    Υπολογισμός δόσης:

  • Υπολογίστε την BSA του ασθενούς (π.χ. χρησιμοποιώντας τον τύπο του Mosteller) πριν από την θεραπεία.

  • Χρησιμοποιώντας την BSA του ασθενούς, υπολογίστε τη δόση με βάση την ημέρα θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2).

    𝚫𝚫ό𝛔𝛔𝛔𝛔

    (𝐱𝐱 𝐦𝐦𝐦𝐦𝐦𝐦)

    = 𝚮𝚮𝚮𝚮𝚮𝚮𝚮𝚮ή𝛔𝛔𝛔𝛔𝛔𝛔 𝛅𝛅𝛔𝛔𝛔𝛔𝛔𝛔𝛅𝛅𝛔𝛔𝛅𝛅𝛔𝛔𝛅𝛅ό 𝚮𝚮𝛆𝛆ί𝛆𝛆𝚮𝚮𝛅𝛅𝛔𝛔

    𝐱 𝐱 𝐦𝐦𝐦𝐦𝐦𝐦

    ≥ 𝐦𝐦𝟐𝟐 ≥ × 𝐁𝐁𝐁𝐁𝐁𝐁 (𝐦𝐦

    𝟐𝟐)

  • Προσδιορίστε το(τα) φιαλίδιο(-α) που θα χρησιμοποιηθεί(-ούν) με βάση την BSA του ασθενούς και την υπολογισμένη δόση.

    Βήμα 1: Αρχική αραίωση (1:10)

  • Ελέγξτε την ετικέτα του φιαλιδίου πριν από την προετοιμασία της αραίωσης.

    Εάν χρησιμοποιείται φιαλίδιο που περιέχει 2 mg/2 mL:

  • Προετοιμάστε 18 mL ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) σε:

    • Αποστειρωμένο γυάλινο φιαλίδιο ή

    • Αποστειρωμένο σάκκο έγχυσης από πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) με δι-(2-αιθυλεξυλ)φθαλικό εστέρα (DEHP) ≤50 mL

      ή

    • Αποστειρωμένη σύριγγα (πολυπροπυλένιο (PP), πολυανθρακικό (PC) ή γυαλί)

      Εάν χρησιμοποιείται φιαλίδιο που περιέχει 0,5 mg/0,5 mL:

  • Προετοιμάστε 4,5 mL ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) σε:

    • Αποστειρωμένο γυάλινο φιαλίδιο ή

    • Αποστειρωμένο σάκκο έγχυσης από PVC με DEHP ≤25 mL

      ή

    • Αποστειρωμένη σύριγγα (PP, PC ή γυαλί)

  • Αφαιρέστε το πώμα από το φιαλίδιο – αυτή είναι η ώρα έναρξης της προετοιμασίας (βλ. παράγραφο 6.3).

    Απαιτήσεις δοσολογίας με βάση τη BSA, ενδέχεται να χρειαστεί περισσότερο από ένα φιαλίδιο

    Teizeild.

    Σε αυτή την περίπτωση, για να βεβαιωθείτε ότι περιέχεται η πλήρης δόση για κάθε ημέρα σε έναν (1) σάκκο έγχυσης ή σύριγγα:

    • Προετοιμάστε ξεχωριστά αρχικά διαλύματα αραίωσης για κάθε φιαλίδιο

    • Προσθέστε τον αθροιστικό όγκο για την υπολογισμένη δόση σε έναν σάκκο έγχυσης ή μία σύριγγα

      Εάν χρησιμοποιείται φιαλίδιο που περιέχει 2 mg/2 mL:

  • Αφαιρέστε 2 mL Teizeild από το φιαλίδιο και προσθέστε τα αργά στα 18 mL ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%). Αναμίξτε απαλά περιστρέφοντας αργά το φιαλίδιο ή κουνώντας τον σάκκο έγχυσης ή τη σύριγγα. Το προκύπτον αραιωμένο διάλυμα των 20 mL περιέχει 100 μικρογραμμάρια (mcg)/mL τεπλιζουμάμπης.

    Εάν χρησιμοποιείται φιαλίδιο που περιέχει 0,5 mg/0,5 mL:

  • Αφαιρέστε 0,5 mL Teizeild από το φιαλίδιο και προσθέστε τα αργά στα 4,5 mL ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%). Αναμίξτε απαλά περιστρέφοντας αργά το φιαλίδιο ή κουνώντας τον σάκκο έγχυσης ή τη σύριγγα. Το προκύπτον αραιωμένο διάλυμα των 5 mL περιέχει 100 μικρογραμμάρια (mcg)/mL τεπλιζουμάμπης.

    Και για τις δύο μορφές:

  • Υπολογίστε τον όγκο του διαλύματος Teizeild 100 mcg/mL (παρασκευάστηκε στο Βήμα 1) που θα αραιωθεί περαιτέρω στο Βήμα 2.

    Όγκος αρχικής αραίωσης, 1: 10 (mL) =

    Δόση (x mcg) 100

    Βήμα 2: Τελική αραίωση

    Υπάρχουν δύο διαφορετικές μέθοδοι για την ενδοφλέβια χορήγηση του τελικού διαλύματος: σάκκος έγχυσης ή έγχυση με αντλία σύριγγας. Χρησιμοποιήστε τον κατάλληλο υπολογισμό ανάλογα με την επιλεγμένη μέθοδο.

  • Μέθοδος 1: Σάκκος έγχυσης για ενδοφλέβια χορήγηση:

    • Χρησιμοποιώντας μια σύριγγα κατάλληλου μεγέθους, αναρροφήστε τον όγκο του αραιωμένου διαλύματος που απαιτείται για την υπολογισμένη δόση της συγκεκριμένης ημέρας από το διάλυμα των 100 mcg/mL (βλ. Βήμα 1: Αρχική αραίωση (1:10)).

    • Προσθέστε αργά το περιεχόμενο της σύριγγας που περιέχει τη δόση σε έναν σάκκο έγχυσης από PVC με DEHP που περιέχει 25 mL ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%). Κουνήστε απαλά τον σάκκο έγχυσης για να βεβαιωθείτε ότι το διάλυμα αναμειγνύεται επαρκώς. Μην ανακινείτε έντονα.

    • Η χορήγηση της έγχυσης έχει ελάχιστη διάρκεια 30 λεπτών. Ο ρυθμός μπορεί να επιβραδυνθεί για λόγους ανοχής του ασθενούς.

  • Μέθοδος 2: Σύριγγα (PP ή PC) για ενδοφλέβια έγχυση μέσω αντλίας σύριγγας [Εύρος συγκέντρωσης 15 mcg/mL έως 60 mcg/mL με μέγιστο όγκο έγχυσης 60 mL]:

    • Υπολογίστε τον μέγιστο όγκο που μπορεί να χορηγηθεί για την υπολογισμένη δόση (με βάση την ημέρα της θεραπείας, τη δόση και την BSA του ασθενούς) χρησιμοποιώντας ελάχιστη συγκέντρωση έγχυσης 15 mcg/mL.

      ΌγκοςΈγχυση(mL) =

      Δόση (x mcg)

      Ελάχιστη συγκέντρωση έγχυσης 15 mcg/mL

    • Υπολογίστε τον όγκο του φυσιολογικού ορού που θα προστεθεί στη σύριγγα έγχυσης:

      1. Εάν ο υπολογισμένος μέγιστος όγκος προς χορήγηση είναι ≤ 60 mL:

        ΌγκοςΦυσιολογικός ορός(mL) = ΌγκοςΈγχυση(mL) − Όγκοςαρχική αραίωση,1:10 (mL)

      2. Εάν ο υπολογισμένος μέγιστος όγκος προς χορήγηση υπερβαίνει τα 60 mL – ο μέγιστος όγκος έγχυσης περιορίζεται στα 60 mL.

        ΌγκοςΦυσιολογικός ορός(mL) = 60 mL − Όγκοςαρχική αραίωση,1:10 (mL)

    • Μετρήστε τον κατάλληλο όγκο φυσιολογικού ορού και μεταφέρετέ τον στη σύριγγα έγχυσης.

    • Χρησιμοποιώντας σύριγγα κατάλληλου μεγέθους, αναρροφήστε τον όγκο του αραιωμένου διαλύματος Teizeild που υπολογίστηκε παραπάνω (βλ. όγκο αρχικής αραίωσης, 1:10) και προσθέστε τον στη σύριγγα έγχυσης.

    • Κουνήστε απαλά τη σύριγγα έγχυσης για να βεβαιωθείτε ότι το διάλυμα αναμειγνύεται επαρκώς. Μην ανακινείτε έντονα.

    • Προσαρτήστε τη σύριγγα έγχυσης σε μια αντλία σύριγγας. Η αντλία σύριγγας θα πρέπει να υποστηρίζει χαμηλούς ρυθμούς έγχυσης έως και 1 mL/ώρα.

    • Πραγματοποιήστε την έγχυση με την αντλία σύριγγας – μην πιέζετε τη σύριγγα με το χέρι. Υπολογίστε τον ρυθμό έγχυσης (για να διασφαλίσετε ελάχιστη διάρκεια 30 λεπτών). Ο μέγιστος ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να είναι 2 mL/min (μέγιστος ρυθμός 120 mL/ώρα). Ο πραγματικός ρυθμός θα διαφέρει ανάλογα με τον όγκο έγχυσης, όπως φαίνεται παρακάτω.

      Ρυθμός έγχυσης (mL/λεπτό) =

      ΌγκοςΈγχυση(mL) 30 λεπτά

    • Η χορήγηση της έγχυσης έχει ελάχιστη διάρκεια 30 λεπτών. Ο ρυθμός μπορεί να επιβραδυνθεί για λόγους ανοχής του ασθενούς.

      Απόρριψη

      Το αχρησιμοποίητο μέρος του απομένοντος αραιωμένου διαλύματος Teizeild στον σάκκο έγχυσης από PVC με DEHP, στη σύριγγα ή στο αποστειρωμένο γυάλινο φιαλίδιο πρέπει να απορρίπτεται.

      Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 1 VIAL (GLASS) X 2ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 10 VIALS (GLASS) X 2ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 14 VIALS (GLASS) X 2ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.