Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
15
15
17
1
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡ.ΣΥΝΤ. Η ΈΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΝΟΣ. ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛ. ΕΙΔΙΚΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

LAZCLUZE F.C.TAB 80MG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

JANSSEN-CILAG INTERN. NV.,BELGIUM

Τελευταία ενημέρωση SmPC

26/3/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - LAZCLUZE 80MG/TAB

Ενδείξεις

Το Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab ενδείκνυται για τη θεραπεία πρώτης γραμμής ενήλικων ασθενών με προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) με διαγραφές στο εξώνιο 19 του EGFR ή μεταλλάξεις υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21.

Δοσολογία

Η θεραπεία με Lazcluze θα πρέπει να ξεκινά από ιατρό με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Πριν την έναρξη του Lazcluze, πρέπει να έχει τεκμηριωθεί η θετική κατάσταση μετάλλαξης του EGFR σε δείγματα καρκινικού ιστού ή πλάσματος με τη χρήση επικυρωμένης μεθόδου ελέγχου. Εάν δεν ανιχνευτεί καμία μετάλλαξη σε δείγμα πλάσματος, θα πρέπει να εξεταστεί καρκινικός ιστός

εφόσον είναι διαθέσιμος σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα, λόγω του ενδεχόμενου ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων όταν χρησιμοποιείται έλεγχος πλάσματος.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση του Lazcluze είναι 240 mg μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με amivantamab.

Συνιστάται η χορήγηση του Lazcluze να γίνεται οποιαδήποτε στιγμή πριν από το amivantamab όταν χορηγούνται την ίδια ημέρα. Ανατρέξτε στην παράγραφο 4.2 της Περίληψης των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του amivantamab για πληροφορίες σχετικά με τη συνιστώμενη δοσολογία του amivantamab.

Συμβάντα φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) σε ταυτόχρονη χρήση με amivantamab

Κατά την έναρξη της θεραπείας, προφυλακτικά αντιπηκτικά θα πρέπει να χορηγηθούν για την πρόληψη των συμβάντων φλεβικής θυομροεμβολής (ΦΘΕ) σε ασθενείς που λαμβάνουν Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab. Σε συμφωνία με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν προφυλακτική δοσολογία είτε ενός άμεσα δρώντος από στόματος αντιπηκτικού (DOAC) είτε με μιας ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH). Η χρήση ανταγωνιστών Βιταμίνης Κ δεν συνιστάται.

Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων

Συνιστάται προφυλακτική θεραπεία με από στόματος και τοπικά αντιβιοτικά για τη μείωση του κινδύνου και της βαρύτητας των αντιδράσεων του δέρματος και των ονύχων σε ασθενείς που λαμβάνουν Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab. Συνιστάται επίσης μη φαγεσωρογόνο προϊόν ενυδάτωσης του δέρματος (προτιμώνται προϊόντα με βάση τα κεραμίδια ή άλλα σκευάσματα που παρέχουν μακράς διάρκειας ενυδάτωση του δέρματος και αποκλείουν τους ξηραντικούς παράγοντες) για το πρόσωπο και για oλόκληρο το σώμα (εκτός από το τριχωτό της κεφαλής) και διάλυμα χλωρεξιδίνης για το πλύσιμο των χεριών και των ποδιών. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η οδηγία να περιορίζουν την έκθεση στον ήλιο κατά τη διάρκεια και για 2 μήνες μετά τη θεραπεία συνδυασμού με Lazcluze. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την προφύλαξη από αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων, βλ. παράγραφο 4.4.

Διάρκεια θεραπείας

Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται έως την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.

Παραλειφθείσα δόση

Σε περίπτωση παράλειψης μιας προγραμματισμένης δόσης Lazcluze, αυτή μπορεί να χορηγηθεί εντός 12 ωρών. Εάν έχουν περάσει περισσότερες από 12 ώρες από τη στιγμή που έπρεπε να χορηγηθεί η δόση, η δόση που παραλείφθηκε δεν θα πρέπει να χορηγηθεί και η επόμενη δόση θα πρέπει να χορηγηθεί σύμφωνα με το σύνηθες δοσολογικό σχήμα.

Τροποποιήσεις της δόσης

Οι συνιστώμενες μειώσεις της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1: Συνιστώμενες μειώσεις δόσης του Lazcluze λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών
Μείωση της δόσης Συνιστώμενη δόση
Αρχική δόση 240 mg μία φορά ημερησίως
1η μείωση δόσης 160 mg μία φορά ημερησίως
2η μείωση δόσης 80 mg μία φορά ημερησίως
3η μείωση δόσης Διακοπή του Lazcluze

Οι τροποποιήσεις της δόσης λόγω συγκεκριμένων ανεπιθύμητων ενεργειών παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

Ανατρέξτε στην παράγραφο 4.2 της Περίληψης των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του amivantamab για πληροφορίες σχετικά με τις τροποποιήσεις της δόσης του amivantamab.

Πίνακας 2: Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης του Lazcluze και του amivantamab λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών*
Ανεπιθύμητη ενέργεια Βαρύτητα Τροποποίηση της δόσης
Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)/πνευμονίτιδα Οποιουδήποτε βαθμού ILD/πνευμονίτιδα.
Φλεβικά θρομβοεμβολικά (ΦΘΕ) συμβάντα (βλ.Παράγραφο 4.4) Συμβάντα με κλινική αστάθεια (π.χ. αναπνευστική ανεπάρκεια ή καρδιακή δυσλειτουργία) στην ίδια δόση.
Υποτροπιάζον συμβάν ΦΘΕ παρά την αντιπηκτική αγωγή σε θεραπευτικάεπίπεδα στην ίδια δόση.
Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων (βλ. παράγραφο 4.4) Βαθμού 1
Βαθμού 2 2 εβδομάδες, εάν δεν υπάρξει βελτίωση, μειώστε τη δόση του Lazcluze μέχρι τη βελτίωση σε≤ Βαθμού 1 (Πίνακας 1).
  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab εάν υπάρχει υποψία ILD/πνευμονίτιδας.

  • Διακόψτε οριστικά το Lazcluze και το amivantamab εάν επιβεβαιωθεί η

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab μέχρις ότου να σταθεροποιηθεί κλινικά ο ασθενής. Στη συνέχεια, και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν να ξεκινήσουν εκ νέου

  • Διακόψτε οριστικά το amivantamab. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί με το Lazcluze

  • Θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα ως ενδείκνυται κλινικά.

  • Επαναξιολογήστε μετά από 2 εβδομάδες.

  • Θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα ως ενδείκνυται κλινικά.

  • Εάν δεν υπάρξει βελτίωση μετά από 2 εβδομάδες, μειώστε τη δόση του amivantamab και συνεχίστε το Lazcluze.

  • Επαναξιολογήστε κάθε

Βαθμού 3 ≤ Βαθμού 2, ξεκινήστε εκ νέου και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα στην ίδια δόση ή εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, κατά προτίμηση μειώνοντας πρώτα τη δόση του amivantamab.amivantamab.
Βαθμού4 (συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών δερματικών παθήσεων με πομφολυγώδες, φλύκταινες ή απολέπιση, π.χ. τοξική επιδερμική νεκρόλυση) ≤ Βαθμού 2, ξεκινήστε εκ νέου το Lazcluze στην ίδια δόση.
Ηπατοτοξικότητα Βαθμού 3-4 ≤ Βαθμού 1, ξεκινήστε εκ νέου και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα στην ίδια δόση ή εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, κατά προτίμησημειώνοντας πρώτα τη δόση του amivantamab.
Παραισθησία Βαθμού 3-4 εάν δεν επέλθει αποκατάσταση εντός 4 εβδομάδων.
  • Θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα ως ενδείκνυται κλινικά.

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab.

  • Μετά την αποκατάσταση σε

  • Εάν δεν υπάρξει βελτίωση εντός 2 εβδομάδων, διακόψτε οριστικά τόσο το Lazcluze όσο και το

  • Διακόψτε οριστικά το amivantamab και αναστείλετε τη χορήγηση του Lazcluze.

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze μέχρι τη βελτίωση σε ≤ Βαθμού 2 ή στην αρχική κατάσταση.

  • Μετά την αποκατάσταση σε

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab.

  • Μετά την αποκατάσταση σε

  • Θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα.

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze μέχρι τη βελτίωση σε ≤ Βαθμού 1 ή στην αρχική κατάσταση. Ξεκινήστε εκ νέου το Lazcluze στην ίδια δόση ή εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης.

  • Εξετάστε το ενδεχόμενο οριστικής διακοπής του Lazcluze

Διάρροια Βαθμού 3 ≤ Βαθμού 1, ξεκινήστε εκ νέου και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα στην ίδια δόση ή εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, κατά προτίμησημειώνοντας πρώτα τη δόση του amivantamab.
Βαθμού 4 ≤ Βαθμού 1, μειώστε τη δόση,κατά προτίμηση μειώνοντας πρώτα τη δόση του amivantamab.
Στοματίτιδα Βαθμού 3-4 ≤ Βαθμού 2, ξεκινήστε εκ νέου και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα στην ίδια δόση ή εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, κατά προτίμηση μειώνοντας πρώτα τη δόση τουamivantamab.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού 3-4 4 εβδομάδων.
  • Θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα.

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab.

  • Μετά την αποκατάσταση σε

  • Θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα.

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab.

  • Μετά την αποκατάσταση σε

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab.

  • Μετά την αποκατάσταση σε

  • Διακόψτε προσωρινά το Lazcluze και το amivantamab μέχρις ότου ανεπιθύμητη ενέργεια υποχωρήσει σε ≤ Βαθμού 1 ή στην αρχική κατάσταση.

  • Ξεκινήστε εκ νέου το ένα ή και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα, κατά προτίμηση ξεκινώντας εκ νέου πρώτα το Lazcluze σε μειωμένη δόση, εκτός εάν υπάρχει έντονη υποψία ότι η ανεπιθύμητη ενέργεια σχετίζεται με το Lazcluze.

  • Εξετάστε το ενδεχόμενο οριστικής διακοπής τόσο του Lazcluze όσο και του amivantamab εάν δεν επέλθει αποκατάσταση εντός

* Ανατρέξτε στην παράγραφο 4.2 της Περίληψης των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του amivantamab για πληροφορίες σχετικά με την προτεινόμενη δοσολογία του amivantamab.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Με βάση φαρμακοκινητικές (ΦΚ) αναλύσεις πληθυσμού, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή βαριά νεφρική δυσλειτουργία. Τα δεδομένα σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα. Η ΦΚ του lazertinib σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου δεν είναι γνωστή. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ.

παράγραφο 5.2).

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Η ΦΚ του lazertinib σε ασθενείς με βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας δεν είναι γνωστή. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του lazertinib στον παιδιατρικό πληθυσμό για τη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα.

Τρόπος χορήγησης

Το Lazcluze προορίζεται για από στόματος χρήση. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ή χωρίς τροφή. Τα δισκία δεν θα πρέπει να θρυμματίζονται, να διαιρούνται ή να μασώνται.

Εάν εμφανιστεί έμετος οποιαδήποτε στιγμή μετά τη λήψη του Lazcluze, η επόμενη δόση θα πρέπει να λαμβάνεται την επόμενη ημέρα.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Διάμεση πνευμονοπάθεια/πνεμονίτιδα

Έχουν αναφερθεί διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) ή ανεπιθύμητες ενέργειες που προσομοιάζουν με ILD (π.χ. πνευμονίτιδα), συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων συμβάντων, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib και amivantamab (βλ. παράγραφο 4.8). Ασθενείς με ιατρικό ιστορικό ILD, φαρμακοεπαγόμενη ILD, πνευμονίτιδα από ακτινοβολία που έχρηζε θεραπείας με στεροειδή, ή οποιαδήποτε ένδειξη κλινικά ενεργής ILD αποκλείστηκαν από τη βασική κλινική μελέτη.

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα ενδεικτικά ILD/πνευμονίτιδας (π.χ. δύσπνοια, βήχας, πυρετός). Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, η θεραπεία με Lazcluze θα πρέπει να διακοπεί για όσο διάστημα εκκρεμεί η διερεύνηση αυτών των συμπτωμάτων. Η πιθανολογούμενη ILD ή ανεπιθύμητες ενέργειες που προσομοιάζουν με ILD θα πρέπει να αξιολογούνται και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία, ως απαιτείται. Το Lazcluze θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη ILD ή ανεπιθύμητες ενέργειες που προσομοιάζουν με ILD (βλ. παράγραφο 4.2).

Συμβάντα φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ)

Σε ασθενείς που έλαβαν Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab, αναφέρθηκαν συμβάντα φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ), συμπεριλαμβανομένης εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (ΕΒΦΘ) και πνευμονικής εμβολής (ΠΕ), συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων συμβάντων (βλ. παράγραφο 4.8). Σε συμφωνία με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν προφυλακτική δοσολογία είτε ενός άμεσα δρώντος από στόματος αντιπηκτικού (DOAC) είτε μιας ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH). Η χρήση ανταγωνιστών Βιταμίνης Κ δεν συνιστάται.

Τα σημεία και συμπτώματα των συμβάντων ΦΘΕ θα πρέπει να παρακολουθούνται. Οι ασθενείς με συμβάντα ΦΘΕ θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με αντιπηκτική αγωγή, ως ενδείκνυται κλινικά. Για συμβάντα ΘΦΕ που συσχετίζονται με κλινική αστάθεια, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά μέχρις ότου ο ασθενής να σταθεροποιηθεί κλινικά. Στη συνέχεια, και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν να ξεκινήσουν εκ νέου στην ίδια δόση.

Σε περίπτωση επανεμφάνισης παρά την κατάλληλη αντιπηκτική αγωγή, το amivantamab θα πρέπει να διακοπεί. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί με Lazcluze στην ίδια δόση (βλ. παράγραφο 4.2).

Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων

Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης δερματίτιδας ομοιάζουσας με ακμή), κνησμός και ξηρό δέρμα παρουσιάστηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab (βλ. παράγραφο 4.8). Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η οδηγία να περιορίζουν την έκθεση στον ήλιο κατά τη διάρκεια και για 2 μήνες μετά τη θεραπεία συνδυασμού με Lazcluze. Συνιστάται η χρήση προστατευτικών ρούχων και αντηλιακού ευρέος φάσματος UVA/UVB. Συνιστάται μια προφυλακτική προσέγγιση για την πρόληψη του εξανθήματος. Αυτό περιλαμβάνει προφυλακτική θεραπεία με ένα από στόματος αντιβιοτικό, κατά την έναρξη της θεραπείας, (π.χ. δοξυκυκλίνη ή μινοκυκλίνη, 100 mg δύο φορές ημερησίως) ξεκινώντας την Ημέρα 1 για τις πρώτες 12 εβδομάδες θεραπείας και μετά την ολοκλήρωση της από στόματος αντιβιοτικής αγωγής, τοπική αντιβιοτική λοσιόν στο τριχωτό της κεφαλής (π.χ. κλινδαμυκίνη 1%) για τους επόμενους 9 μήνες θεραπείας. Συνιστάται μη φαγεσωρογόνο προϊόν ενυδάτωσης του δέρματος (προτιμώνται προϊόντα με βάση τα κεραμίδια ή άλλα σκευάσματα που παρέχουν μακράς διάρκειας ενυδάτωση του δέρματος και αποκλείουν τους ξηραντικούς παράγοντες) για το πρόσωπο και για ολόκληρο το σώμα (εκτός από το τριχωτό της κεφαλής) και διάλυμα χλωρεξιδίνης για το πλύσιμο των χεριών και των ποδιών, ξεκινώντας την Ημέρα 1 και συνεχίζοντας για τη διάρκεια της θεραπείας.

Συνιστάται να υπάρχουν διαθέσιμες συνταγές για τοπικά και/ή από στόματος αντιβιοτικά και τοπικά κορτικοστεροειδή κατά τον χρόνο χορήγησης της αρχικής δόσης, για την ελαχιστοποίηση τυχόν καθυστέρησης στην αντιδραστική διαχείριση σε περίπτωση που εμφανιστεί εξάνθημα παρά την προφυλακτική αγωγή. Εάν εμφανιστούν αντιδράσεις του δέρματος ή των ονύχων, θα πρέπει να χορηγηθούν υποστηρικτική φροντίδα, τοπικά κορτικοστεροειδή και τοπικά και/ή από στόματος αντιβιοτικά. Για συμβάντα Βαθμού 3 ή μη επαρκώς ανεκτά συμβάντα Βαθμού 2, θα πρέπει επίσης να χορηγηθούν συστηματικά αντιβιοτικά και από στόματος στεροειδή και θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διαβούλευσης με δερματολόγο. Θα πρέπει να γίνει μείωση της δόσης, προσωρινή διακοπή ή οριστική διακοπή του Lazcluze, με βάση τη βαρύτητα (βλ. παράγραφο 4.2).

Διαταραχές του οφθαλμού

Διαταραχές του οφθαλμού, συμπεριλαμβανομένης κερατίτιδας, παρουσιάστηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς που προσέρχονται με επιδεινούμενα οφθαλμικά συμπτώματα θα πρέπει να παραπέμπονται αμέσως σε οφθαλμίατρο και θα πρέπει να διακόπτουν τη χρήση φακών επαφής μέχρι την αξιολόγηση των συμπτωμάτων.

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
15
15
17
1
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Οι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 μπορούν να μειώσουν τις συγκεντρώσεις του lazertinib στο πλάσμα. Το lazertinib μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων του CYP3A4 και του BCRP στο πλάσμα.

Παράγοντες που μπορεί να τροποποιήσουν τις συγκεντρώσεις του lazertinib στο πλάσμα

Επαγωγείς του CYP3A4

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων ριφαμπικίνης (ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4) μείωσε τη Cmax του lazertinib κατά 72% και την AUC κατά 83% σε υγιείς συμμετέχοντες. Η συγχορήγηση του Lazcluze με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, βαλσαμόχορτο [St. John’s wort]) θα πρέπει να αποφεύγεται. Η συγχορήγηση του Lazcluze με μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 μπορεί επίσης να μειώσει τις συγκεντρώσεις του lazertinib στο πλάσμα και συνεπώς οι μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. βοσεντάνη, εφαβιρένζη, μοδαφινίλη) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.

Αναστολείς του CYP3A4

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων ιτρακοναζόλης (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4) αύξησε τη Cmax του lazertinib κατά 1,19 φορές και την AUC κατά 1,46 φορές σε υγιείς συμμετέχοντες. Δεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης όταν το Lazcluze συγχορηγείται με αναστολείς του CYP3A4.

Παράγοντες που μειώνουν την έκκριση γαστρικού οξέος

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του lazertinib όταν συγχορηγήθηκε με παράγοντες που μειώνουν την έκκριση γαστρικού οξέος (αναστολείς αντλίας πρωτονίων και ανταγωνιστές υποδοχέων H2). Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης όταν το Lazcluze χρησιμοποιείται μαζί με παράγοντες που μειώνουν την έκκριση γαστρικού οξέος.

Παράγοντες των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να τροποποιηθούν από το Lazcluze

Υποστρώματα του CYP3A4

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων Lazcluze 160 mg μία φορά ημερησίως αύξησε τη Cmax της μιδαζολάμης (υπόστρωμα του CYP3A4) κατά 1,39 φορές και την AUC της κατά 1,47 φορές. Τα φαρμακευτικά προϊόντα στενού θεραπευτικού δείκτη που είναι υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, εβερόλιμους, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς το lazertinib ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα.

Υποστρώματα του BCRP

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων Lazcluze 160 mg μία φορά ημερησίως αύξησε τη Cmax της ροσουβαστατίνης (υπόστρωμα του BCRP) κατά 2,24 φορές και την AUC της κατά 2,02 φορές. Τα φαρμακευτικά προϊόντα στενού θεραπευτικού δείκτη που είναι υποστρώματα της BCRP (π.χ. σουνιτινίμπη) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς το lazertinib μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα.

Υποστρώματα του CYP1A2

Δεν μπορεί να αποκλειστεί η επαγωγή του CYP1A2. Επομένως, συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με υποστρώματα του CYP1A2 (π.χ. τιζανιδίνη).

Κύηση

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 εβδομάδες μετά τη θεραπεία.

Οι άνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (π.χ. προφυλακτικό) και να μην δωρίζουν ή φυλάσσουν σπέρμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του lazertinib.

Κύηση

Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του lazertinib σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (μειωμένη επιβίωση εμβρύου και μειωμένο σωματικό βάρος εμβρύου) (βλ. παράγραφο 5.3). Με βάση τον μηχανισμό δράσης του και τα δεδομένα σε ζώα, το lazertinib ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε έγκυο γυναίκα. Το lazertinib δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός αν το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα θεωρείται ότι υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων για το έμβρυο. Εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω λαμβάνει αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το lazertinib ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα ή εάν επηρεάζουν την παραγωγή γάλακτος. Επειδή ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί, οι γυναίκες ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του lazertinib.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση του Lazcluze στην γονιμότητα στον άνθρωπο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι το lazertinib έχει επιδράσεις στα αναπαραγωγικά όργανα των θηλέων (μειωμένοι αριθμοί οιστρικών κύκλων και ωχρών σωματίων) και των αρρένων (εκφυλιστικές αλλαγές στους όρχεις) και μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα των θηλέων και των αρρένων (βλ.

παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Το Lazcluze έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Εάν οι ασθενείς παρουσιάσουν συμπτώματα σχετιζόμενα με τη θεραπεία (όπως κόπωση) τα οποία επηρεάζουν την ικανότητά τους για συγκέντρωση και αντίδραση, συνιστάται να μην οδηγούν και να μην χειρίζονται μηχανήματα μέχρι να υποχωρήσει η επίδραση.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των βαθμών ήταν εξάνθημα (89%), τοξικότητα ονύχων (71%), αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση (amivantamab) (63%), υποαλβουμιναιμία (amivantamab) (48%), ηπατοτοξικότητα (47%), οίδημα (amivantamab) (47%), στοματίτιδα (43%),

φλεβική θρομβοεμβολή (37%), παραισθησία (34%), κόπωση (32%), δυσκοιλιότητα (29%), διάρροια

(29%), ξηρό δέρμα (26%), μειωμένη όρεξη (24%), κνησμός (24%), υπασβεστιαιμία (21%), άλλες διαταραχές του οφθαλμού (21%) και ναυτία (21%).

Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες περιελάμβαναν φλεβική θρομβοεμβολή (11%), πνευμονία (4,0%), εξάνθημα (3,1%), διάμεση πνευμονοπάθεια/πνευμονίτιδα (2,9%), COVID-19 (2,4%), ηπατοτοξικότητα (2,4%), πλευριτική συλλογή (2,1%), αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση (amivantamab) (2,1%), αναπνευστική ανεπάρκεια (1,4%), κόπωση (1,2%), οίδημα (amivantamab)

(1,2%), υποαλβουμιναιμία (amivantamab) (1,2%) και υπονατριαιμία (1,2%).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή οποιασδήποτε θεραπείας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab ήταν εξάνθημα (6%), αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση (amivantamab) (4,5%), τοξικότητα ονύχων (3,6%), διάμεση πνευμονοπάθεια/πνευμονίτιδα (2,9%), φλεβική θρομβοεμβολή (2,9%), πνευμονία (1,9%) και οίδημα

(amivantamab) (1,7%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο Πίνακας 3 συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab.

Τα δεδομένα αποτυπώνουν την έκθεση στο lazertinib σε 421 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab στη μελέτη MARIPOSA. Η διάμεση έκθεση στο lazertinib ήταν

18,5 μήνες (εύρος: 0,2 έως 31,4 μήνες).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές

(≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως

< 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός της κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab
Κατηγορία/οργανικό σύστημαΑνεπιθύμητη ενέργεια Κατηγορία συχνότητας Οποιουδήποτε βαθμού (%) Βαθμού 3-4 (%)
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
Υποαλβουμιναιμίαα,β Πολύ συχνές 48 5
Μειωμένη όρεξη 24 1,0
Υπασβεστιαιμία 21 2,1
Υποκαλιαιμία 14 3,1
Υπομαγνησιαιμία Συχνές 5 0
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Παραισθησίαα Πολύ συχνές 34 1,7
Ζάληα 13 0
Διαταραχές του οφθαλμού
Άλλες διαταραχές του οφθαλμούα Πολύ συχνές 21 0,5
Ελάττωση της όρασηςα Συχνές 4,5 0
Κερατίτιδα 2,6 0,5
Ανάπτυξη των βλεφαρίδωνα 1,9 0
Αγγειακές διαταραχές
Φλεβική θρομβοεμβολήα Πολύ συχνές 37 11
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου
Διάμεση πνευμονοπάθεια/πνευμονίτιδαα Συχνές 3,1 1,2
Γαστρεντερικές διαταραχές
Στοματίτιδαα Πολύ συχνές 43 2,4
Διάρροια 29 2,1
Δυσκοιλιότητα 29 0
Ναυτία 21 1,2
Έμετος 12 0,5
Κοιλιακό άλγοςα 11 0
Αιμορροΐδες Συχνές 10 0,2
Ηπατοχολικές διαταραχές
Ηπατοτοξικότηταα Πολύ συχνές 47 9
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Εξάνθημαα Πολύ συχνές 89 27
Τοξικότητα ονύχωνα 71 11
Ξηρό δέρμαα 26 1,0
Κνησμός 24 0,5
Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας Συχνές 6 0,2
Κνίδωση 1,2 0
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Μυϊκοί σπασμοί Πολύ συχνές 17 0,5
Μυαλγία 13 0,7
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
Οίδημαα,β Πολύ συχνές 47 2,9
Κόπωσηα 32 3,8
Πυρεξία 12 0
Κάκωση, δηλητηρίαση και επιπλοκές κατά την επέμβαση
Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυσηβ Πολύ συχνές 63 6

α ομαδοποιημένοι όροι

β ισχύει μόνο για το amivantamab.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Φλεβική θρομβοεμβολή

Συμβάντα φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ), συμπεριλαμβανομένης εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (14,5%) και πνευμονικής εμβολής (ΠΕ) (17,3%), αναφέρθηκαν στο 37% των ασθενών που έλαβαν lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Τα περισσότερα περιστατικά ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ συμβάντα Βαθμού 3-4 παρουσιάστηκαν στο 11% και θάνατοι παρουσιάστηκαν στο 0,5% των ασθενών που έλαβαν lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Για πληροφορίες σχετικά με την προφυλακτική χρήση αντιπηκτικών και τη διαχείριση των συμβάντων ΦΘΕ, βλ. παραγράφους 4.2

και 4.4.

Σε ασθενείς που έλαβαν lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab, ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση ενός συμβάντος ΦΘΕ ήταν 84 ημέρες. Τα συμβάντα ΦΘΕ οδήγησαν σε διακοπή οποιασδήποτε θεραπείας στο 2,9% των ασθενών.

Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)/πνευμονίτιδα

Διάμεση πνευμονοπάθεια ή ομοιάζουσες με την ILD ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. πνευμονίτιδα) έχουν αναφερθεί με τη χρήση του lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab καθώς και με άλλους αναστολείς του EGFR. ILD ή πνευμονίτιδα αναφέρθηκε στο 3,1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών σε ποσοστό 0,2%. Ασθενείς με ιατρικό ιστορικό ILD, φαρμακοεπαγόμενη ILD, πνευμονίτιδα από ακτινοβολία που έχρηζε θεραπείας με στεροειδή, ή οποιαδήποτε ένδειξη κλινικά ενεργής ILD αποκλείστηκαν από την κλινική μελέτη (βλ. παράγραφο 4.4).

Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων

Έχει παρουσιαστεί εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης δερματίτιδας ομοιάζουσας με ακμή), κνησμός και ξηρό δέρμα. Εξάνθημα παρουσιάστηκε στο 89% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Τα περισσότερα περιστατικά ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ συμβάντα Βαθμού 3 παρουσιάστηκαν στο 27% των ασθενών. Εξάνθημα που οδήγησε σε διακοπή οποιασδήποτε θεραπείας παρουσιάστηκε στο 6% των ασθενών. Το εξάνθημα εμφανίστηκε συνήθως εντός των πρώτων 4 εβδομάδων θεραπείας, με διάμεσο χρόνο έως την έναρξη 14 ημέρες. Τοξικότητα ονύχων παρουσιάστηκε σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Τα περισσότερα συμβάντα ήταν Βαθμού 1 ή 2, με τοξικότητα ονύχων Βαθμού 3 να παρουσιάζεται στο 11% των ασθενών (βλ. παράγραφο 4.4).

Διεξήχθη μια μελέτη Φάσης 2 σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab, προκειμένου να αξιολογηθεί η χρήση προφυλακτικής θεραπείας με ένα από στόματος αντιβιοτικό, ένα τοπικό αντιβιοτικό στο τριχωτό της κεφαλής, ένα προϊόν ενυδάτωσης για το πρόσωπο και για ολόκληρο το σώμα (εκτός από το τριχωτό της κεφαλής) και ένα αντισηπτικό στα χέρια και τα πόδια (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4). Καταδείχθηκε μείωση της επίπτωσης δερματολογικών ανεπιθύμητων συμβάντων ≥ Βαθμού 2 κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων της θεραπείας, σε σύγκριση με την τυπική δερματολογική αντιμετώπιση που χρησιμοποιείται στην κλινική πρακτική (38,6% έναντι 76,5%, p<0,0001). Επιπλέον, σημειώθηκε μείωση των ανεπιθύμητων συμβάντων ≥ Βαθμού 2 που αφορούσαν το τριχωτό της κεφαλής κατά τις πρώτες 12 εβδομάδες της θεραπείας (8,6% έναντι 29,4%), καθώς και χαμηλότερη επίπτωση μειώσεων της δόσης (7,1% έναντι 19,1%), προσωρινών διακοπών (15,7% έναντι 33,8%) και οριστικών διακοπών της θεραπείας (1,4% έναντι 4,4%) λόγω δερματολογικών ανεπιθύμητων συμβάντων.

Διαταραχές του οφθαλμού

Διαταραχές του οφθαλμού, συμπεριλαμβανομένης κερατίτιδας (2,6%), παρουσιάστηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν περιελάμβαναν ανάπτυξη των βλεφαρίδων, ελάττωση της όρασης και άλλες διαταραχές του οφθαλμού. Τα περισσότερα συμβάντα ήταν Βαθμού 1-2 (βλ. παράγραφο 4.4).

Ηπατοτοξικότητα

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με ηπατοτοξικότητα εμφανίστηκαν στο 47% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Τα περισσότερα συμβάντα ήταν Βαθμού 1-2, ενώ ηπατοτοξικότητα Βαθμού 3-4 παρουσιάστηκε στο 9% των ασθενών. Τα περισσότερα συμβάντα σχετίζονταν με αυξήσεις στις τρανσαμινάσες ορού (36% αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και 29% αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση). Οι περισσότεροι ασθενείς με αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών μπόρεσαν να συνεχίσουν τη θεραπεία της μελέτης χωρίς τροποποίηση της θεραπείας της μελέτης, ενώ σε έναν μικρό αριθμό ασθενών η διαχείριση έγινε με προσωρινή διακοπή της δόσης ή με μείωση της δόσης. Στις κλινικές μελέτες με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab δεν υπήρξαν περιστατικά ηπατικής ανεπάρκειας ή θανατηφόρα περιστατικά ηπατοτοξικότητας.

Μεμονωμένες αναφορές αυξημένης αλκαλικής φωσφατάσης και παρατεταμένα αυξημένης χολερυθρίνης έχουν εντοπιστεί με τη μονοθεραπεία με lazertinib.

Παραισθησία

Παραισθησία παρουσιάστηκε στο 34% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Τα περισσότερα συμβάντα ήταν Βαθμού 1-2, ενώ παραισθησία Βαθμού 3 παρουσιάστηκε στο 1,7% των ασθενών. Οι περισσότεροι ασθενείς με παραισθησία εμφάνισαν υποχώρηση με προσωρινή διακοπή της δόσης ή μείωση της δόσης.

Στοματίτιδα

Στοματίτιδα παρουσιάστηκε στο 43% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Τα περισσότερα συμβάντα ήταν Βαθμού 1-2, ενώ στοματίτιδα Βαθμού 3 παρουσιάστηκε στο 2,4% των ασθενών.

Διάρροια

Διάρροια παρουσιάστηκε στο 29% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με lazertinib σε συνδυασμό με amivantamab. Τα περισσότερα συμβάντα ήταν Βαθμού 1-2, ενώ διάρροια Βαθμού 3 παρουσιάστηκε στο 2,1% των ασθενών.

Eιδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα με το lazertinib σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω (βλ. παράγραφο 5.1). Οι ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών) ανέφεραν περισσότερα ανεπιθύμητα συμβάντα Βαθμού 3 και άνω σε σύγκριση με τους ασθενείς ηλικίας < 65 ετών (81% έναντι 70%). Αν και τα ποσοστά προσωρινής διακοπής φαρμάκου και μείωσης της δόσης ήταν παρόμοια, το ποσοστό των ανεπιθύμητων συμβάντων που οδήγησαν σε διακοπή οποιασδήποτε θεραπείας ήταν υψηλότερο στους ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών σε σύγκριση με τους ασθενείς ηλικίας < 65 ετών (47% έναντι 25%).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναφέρεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Δεν υπάρχει γνωστό ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με Lazcluze. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, σταματήστε το Lazcluze και λάβετε γενικά υποστηρικτικά μέτρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - LAZCLUZE 80MG/TAB

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EB09.

Μηχανισμός δράσης

Το lazertinib είναι ένας μη αναστρέψιμος αναστολέας τυροσινικής κινάσης του EGFR (TKI). Αναστέλλει εκλεκτικά τόσο τις πρωτεύουσες ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του EGFR (διαγραφές στο εξώνιο 19 και μεταλλάξεις υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21) όσο και τη μετάλλαξη ανθεκτικότητας T790M του EGFR, ενώ παρουσιάζει μικρότερη δραστικότητα έναντι του EGFR άγριου τύπου.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Με βάση τις αναλύσεις έκθεσης-ανταπόκρισης για την ασφάλεια, η παραισθησία και η στοματίτιδα φάνηκε να δείχνουν μια τάση αύξησης της συχνότητας εμφάνισης με την αύξηση της έκθεσης στο lazertinib.

Ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς

Το δυναμικό παράτασης του διαστήματος QTc από το lazertinib αξιολογήθηκε με ανάλυση έκθεσης-ανταπόκρισης (E-R) που διεξήχθη με κλινικά δεδομένα από 243 ασθενείς με ΜΜΚΠ οι οποίοι έλαβαν 20, 40, 80, 120, 160, 240 ή 320 mg lazertinib μία φορά ημερησίως σε μια μελέτη φάσης 1/II. Η ανάλυση E-R δεν ανέδειξε κλινικά σημαντική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης lazertinib στο πλάσμα και της μεταβολής του διαστήματος QTc.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η MARIPOSA είναι μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη φάσης 3 για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με οσιμερτινίμπη για τη θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ΜΜΚΠ με μεταλλάξεις στο EGFR, που δεν επιδέχεται θεραπεία η οποία αποβλέπει στην ίαση. Τα δείγματα των ασθενών ήταν απαραίτητο να έχουν μία από τις δύο κοινές μεταλλάξεις του EGFR (διαγραφή στο εξώνιο 19 ή μετάλλαξη υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21), όπως προσδιορίζονται από τοπική εξέταση.

Δείγματα καρκινικού ιστού (94%) και/ή πλάσματος (6%) εξετάστηκαν τοπικά για όλους τους ασθενείς, για να προσδιοριστεί η κατάσταση μετάλλαξης διαγραφής στο εξώνιο 19 του EGFR και/ή μετάλλαξης υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21, με χρήση αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR) στο 65% των ασθενών και αλληλούχισης επόμενης γενιάς (NGS) στο 35% των ασθενών.

Συνολικά 1.074 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (σε αναλογία 2:2:1) ώστε να λάβουν Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab, μονοθεραπεία με οσιμερτινίμπη ή μονοθεραπεία με Lazcluze, έως την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας. Το Lazcluze χορηγήθηκε σε δόση 240 mg από στόματος μία φορά ημερησίως. Το amivantamab χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε δόση

1.050 mg (για ασθενείς βάρους < 80 kg) ή 1.400 mg (για ασθενείς βάρους ≥ 80 kg) μία φορά την εβδομάδα για 4 εβδομάδες και στη συνέχεια κάθε 2 εβδομάδες ξεκινώντας από την εβδομάδα 5. Η οσιμερτινίμπη χορηγήθηκε σε δόση των 80 mg από στόματος μία φορά ημερησίως. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση τον τύπο μετάλλαξης του EGFR (διαγραφή στο εξώνιο 19 ή μετάλλαξη υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21), τη φυλή (Ασιάτες ή μη Ασιάτες) και το ιστορικό εγκεφαλικών μεταστάσεων (ναι ή όχι).

Τα δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου κατά την έναρξη ήταν εξισορροπημένα μεταξύ των σκελών θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν 63 (εύρος: 25–88) έτη, με το 45% των ασθενών να είναι ≥ 65 ετών και το 11% ≥ 75 ετών. Το 62% ήταν γυναίκες, το 59% Ασιάτες και το 38% Λευκοί. Η κατάσταση απόδοσης ECOG (Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα των Ανατολικών Πολιτειών των Η.Π.Α.) κατά την έναρξη ήταν 0 (34%) ή 1 (66%), το 69% δεν είχαν καπνίσει ποτέ, το 41% είχαν προηγούμενες εγκεφαλικές μεταστάσεις και το 90% είχαν καρκίνο σταδίου IV κατά την αρχική διάγνωση. Όσον αφορά την κατάσταση μετάλλαξης του EGFR, το 60% ήταν διαγραφές στο εξώνιο 19 και το 40% ήταν μεταλλάξεις υποκατάστασης L858R στο εξώνιο 21.

Το Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab επέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) βάσει αξιολόγησης BICR.

Η τελική ανάλυση της OS επέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην OS για το Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab σε σύγκριση με την οσιμερτινίμπη (βλ. Πίνακα 4 και Εικόνα 2).

Ο Πίνακας 4, η Εικόνα 1 και η Εικόνα 2 συνοψίζουν τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για το Lazcluze σε συνδυασμό με amivantamab.

Πίνακας 4: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας στη MARIPOSA
Lazcluze + amivantamab (N=429) Οσιμερτινίμπη (N=429)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)α
Αριθμός συμβάντων 192 (45%) 252 (59%)
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 23,7 (19,1, 27,7) 16,6 (14,8, 18,5)
HR (95% CI), p-τιμή 0,70 (0,58, 0,85), p=0,0002
Συνολική επιβίωση (OS)
Αριθμός συμβάντων 173 (40%) 217 (51%)
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) Μ/Ε (42,9, Μ/Ε) 36,7 (33,4, 41,0)
HR (95% CI), p-τιμή 0,75 (0,61, 0,92), p=0,0048
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR)α, β
ORR % (95% CI) 80% (76%, 84%) 77% (72%, 81%)
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR)α, β
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 25,8 (20,3, 33,9) 18,1 (14,8, 20,1)

BICR = τυφλοποιημένη ανεξάρτητη κεντρική αξιολόγηση, CI = διάστημα εμπιστοσύνης, Μ/Ε = μη εκτιμήσιμο. Τα αποτελέσματα PFS είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 11 Αυγούστου 2023 με διάμεση παρακολούθηση 22,0 μηνών. Τα αποτελέσματα ORR και DOR είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 13 Μαΐου 2024 με διάμεση παρακολούθηση 31,3 μηνών. Τα αποτελέσματα OS είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 04 Δεκεμβρίου 2024 με διάμεση παρακολούθηση 37,8 μηνών.

α BICR κατά RECIST έκδ.1.1.

β Με βάση τους επιβεβαιωμένα ανταποκριθέντες.

Εικόνα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier της PFS σε μη προθεραπευμένους ασθενείς με ΜΜΚΠ βάσει αξιολόγησης BICR

Εικόνα 2: Καμπύλη Kaplan-Meier της OS σε μη προθεραπευμένους ασθενείς με ΜΜΚΠ

Το ενδοκρανιακό ORR και η ενδοκρανιακή DOR βάσει BICR ήταν προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία στη μελέτη MARIPOSA. Στο υποσύνολο των ασθενών με ενδοκρανιακές βλάβες κατά την έναρξη, ο συνδυασμός Lazcluze και amivantamab επέδειξε παρόμοιο ενδοκρανιακό ORR με αυτό της ομάδας μαρτύρων. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, όλοι οι ασθενείς στη μελέτη MARIPOSA υποβλήθηκαν σε διαδοχικές MRI εγκεφάλου για την αξιολόγηση της ενδοκρανιακής ανταπόκρισης και διάρκειας. Τα αποτελέσματα συνοψίζονται στον Πίνακα 5.

Πίνακας 5: Ενδοκρανιακό ORR και ενδοκρανιακή DOR βάσει αξιολόγησης BICR σε ασθενείς με ενδοκρανιακές βλάβες κατά την έναρξη
Lazcluze + amivantamab(N= 180) Οσιμερτινίμπη(N= 186)
Αξιολόγηση ανταπόκρισης ενδοκρανιακού όγκου
Ενδοκρανιακό ORR (CR+PR), % (95% CI) 78%(71%, 84%) 77%(71%, 83%)
Πλήρης ανταπόκριση 64% 59%
Ενδοκρανιακή DOR
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 35,0 (20,4, Μ/Ε) 25,1 (22,1, 31,2)

CI = διάστημα εμπιστοσύνης, Μ/Ε = μη εκτιμήσιμο

Τα αποτελέσματα ενδοκρανιακού ORR και ενδοκρανιακής DOR είναι από την αποκοπή δεδομένων στις 04 Δεκεμβρίου 2024 με διάμεση παρακολούθηση 37,8 μηνών.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Lazcluze σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά από εφάπαξ και πολλαπλή χορήγηση από στόματος μία φορά ημερησίως, η μέγιστη συγκέντρωση του lazertinib στο πλάσμα (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC) αυξήθηκαν περίπου αναλογικά με τη δόση σε όλο το εύρος δόσεων από 20 έως 320 mg.

Η έκθεση του πλάσματος σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε έως την ημέρα 15 της χορήγησης μία φορά ημερησίως και παρατηρήθηκε περίπου 2πλάσια συσσώρευση σε σταθεροποιημένη κατάσταση με τη δόση των 240 mg μία φορά ημερησίως.

Η έκθεση του πλάσματος στο lazertinib ήταν συγκρίσιμη όταν το lazertinib χορηγήθηκε είτε σε συνδυασμό με amivantamab ή ως μονοθεραπεία.

Απορρόφηση

Ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη Cmax εφάπαξ δόσης και σταθεροποιημένης κατάστασης ήταν συγκρίσιμος και κυμάνθηκε από 2 έως 4 ώρες.

Μετά τη χορήγηση 240 mg lazertinib μαζί με ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά (800~1000 kcal, περιεκτικότητα σε λιπαρά περίπου 50%), η Cmax και η AUC του lazertinib ήταν συγκρίσιμες με εκείνες υπό συνθήκες νηστείας, γεγονός που υποδηλώνει ότι το lazertinib μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

Κατανομή

Το lazertinib κατανεμήθηκε εκτενώς, με μέσο (CV%) φαινόμενο όγκο κατανομής 4.264 (43,2%) l στη δόση των 240 mg. Η μέση (CV%) πρωτεϊνική σύνδεση με το lazertinib στο πλάσμα ήταν περίπου 99,2% (0,13%) στον άνθρωπο. Το lazertinib επέδειξε ομοιοπολική δέσμευση στο ανθρώπινο αίμα και στις πρωτεΐνες του πλάσματος μετά από χορήγηση από στόματος, καθώς και κατά τη διάρκεια επωάσεων in vitro.

Βιομετασχηματισμός

Το lazertinib μεταβολίζεται κυρίως με σύζευξη γλουταθειόνης, είτε ενζυμική μέσω S-τρανσφεράσης της γλουταθειόνης (GST) είτε μη ενζυμική, καθώς και από το CYP3A4. Οι πιο διαδεδομένοι μεταβολίτες είναι οι καταβολίτες της γλουταθειόνης και θεωρούνται κλινικά ανενεργοί. Η έκθεση του πλάσματος στο lazertinib επηρεάστηκε από τον διαμεσολαβούμενο από την GSTM1 μεταβολισμό, οδηγώντας σε χαμηλότερη έκθεση (μικρότερη από 2πλάσια διαφορά) σε ασθενείς με Μη μηδενικό GSTM1. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την κατάσταση GSTM1.

Αποβολή

Η μέση (CV%) φαινόμενη κάθαρση και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του lazertinib στη δόση των 240 mg ήταν 44,5 (29,5%) l/h και 64,7 (32,8%) ώρες, αντίστοιχα.

Απέκκριση

Μετά από μία εφάπαξ από στόματος δόση ραδιοσημασμένου lazertinib, περίπου το 86% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (< 5% ως αμετάβλητο) και το 4% στα ούρα (< 0,5% ως αμετάβλητο).

Συγχορήγηση με υποστρώματα του OCT1 και του UGT1A1

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων Lazcluze δεν αύξησε τη Cmax και την AUC της μετφορμίνης (υπόστρωμα του OCT1). Το Lazcluze δεν αναστέλλει το OCT1.

Με βάση in vitro μελέτες, το Lazcluze ενδέχεται να αναστέλλει το UGT1A1. Ωστόσο, λόγω έλλειψης επίδρασης στα επίπεδα της έμμεσης χολερυθρίνης στην κλινική μελέτη, δεν αναμένεται κλινικά σχετική αλληλεπίδραση με τα υποστρώματα του UGT1A1.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Με βάση την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές με βάση την ηλικία στη φαρμακοκινητική του lazertinib.

Νεφρική δυσλειτουργία

Με βάση την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια, μέτρια ή βαριά νεφρική δυσλειτουργία με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) 15 έως 89 ml/min. Τα δεδομένα σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 15 έως 29 ml/min) είναι περιορισμένα (n=3), όμως δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (eGFR < 15 ml/min).

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας

Με βάση τα ευρήματα από μια μελέτη κλινικής φαρμακολογίας, η μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορίας Β κατά Child-Pugh) δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη ΦΚ μίας εφάπαξ δόσης lazertinib. Με βάση την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια (ολική χολερυθρίνη ≤ ULN και AST > ULN ή ULN < ολική χολερυθρίνη ≤ 1,5×ULN και οποιοδήποτε επίπεδο AST) ή μέτρια (1,5×ULN < ολική χολερυθρίνη

≤ 3×ULN και οποιοδήποτε επίπεδο AST) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με βαριά έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (ολική χολερυθρίνη

> 3×ULN και οποιοδήποτε επίπεδο AST).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική του lazertinib σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει διερευνηθεί.

Άλλοι πληθυσμοί

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη ΦΚ του lazertinib με βάση το φύλο, το σωματικό βάρος, τη φυλή, την εθνότητα, τις εργαστηριακές αξιολογήσεις αρχικής εκτίμησης (κάθαρση κρεατινίνης, λευκωματίνη, αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αλκαλική φωσφατάση, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση), την κατάσταση απόδοσης ECOG, τον τύπο μετάλλαξης του EGFR, το στάδιο του καρκίνου κατά την αρχική διάγνωση, τις προηγούμενες θεραπείες, τις εγκεφαλικές μεταστάσεις και το ιστορικό καπνίσματος.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - LAZCLUZE 80MG/TAB

Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου

Πυριτίου οξείδιο, υδρόφοβο κολλοειδές Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη (E468) Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (E460 (i)) Μαννιτόλη (E421)

Στεατικό μαγνήσιο (E572) Επικάλυψη με λεπτό υμένιο

Lazcluze 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Ενοφθαλμισμένο συμπολυμερές αιθυλενογλυκόλης πολυ(βινυλαλκοόλης) (E1209) Πολυβινυλαλκοόλη (E1203)

Μονοκαπρυλοκαπροϊκή γλυκερόλη Τύπου I (E471) Διοξείδιο του τιτανίου (E171)

Τάλκης (E553b)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Lazcluze 240 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Ενοφθαλμισμένο συμπολυμερές αιθυλενογλυκόλης πολυ(βινυλαλκοόλης) (E1209) Πολυβινυλαλκοόλη (E1203)

Μονοκαπρυλοκαπροϊκή γλυκερόλη Τύπου I (E471) Διοξείδιο του τιτανίου (E171)

Τάλκης (E553b)

Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172) Μέλαν οξείδιο του σιδήρου (E172)

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Διάρκεια ζωής

2 χρόνια

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Lazcluze 80 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Συσκευασία κυψέλης

Μεμβράνη από πολυβινυλοχλωρίδιο-πολυχλωροτριφθοροαιθυλένιο (PVC-PCTFE) με φύλλο αλουμινίου διαμέσου του οποίου αποσπώνται τα δισκία με πίεση.

  • Ένα κουτί περιέχει 56 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (2 αναδιπλούμενες θήκες, καθεμία από τις οποίες περιέχει 28 δισκία).

    Φιάλη

    Λευκή αδιαφανής φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE) με πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο, που περιέχει 60 ή 90 δισκία. Κάθε κουτί περιέχει μία φιάλη.

    Lazcluze 240 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

    Συσκευασία κυψέλης

    Μεμβράνη από πολυβινυλοχλωρίδιο-πολυχλωροτριφθοροαιθυλένιο (PVC-PCTFE) με φύλλο αλουμινίου διαμέσου του οποίου αποσπώνται τα δισκία με πίεση.

  • Ένα κουτί περιέχει 14 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (1 αναδιπλούμενη θήκη που περιέχει 14 δισκία).

  • Ένα κουτί περιέχει 28 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (2 αναδιπλούμενες θήκες, καθεμία από τις οποίες περιέχει 14 δισκία).

    Φιάλη

    Λευκή αδιαφανής φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE) με πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο, που περιέχει 30 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Κάθε κουτί περιέχει μία φιάλη.

    Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 56 TABS ΣΕ ΚΥΨΕΛΗ PVC/PCTFE/ALU
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 60 TABS ΣΕ ΦΙΑΛΗ HDPE
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 90 TABS ΣΕ ΦΙΑΛΗ HDPE
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.