OPTIRAY 300 INJ.SO.INF 63,6%(30% IODINE)
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - OPTIRAY 63,6%
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν χρησιμοποιείται μόνο για διαγνωστικούς σκοπούς.
Το Optiray 300 είναι ένα μη ιοντικό, ακτινογραφικό, σκιαγραφικό μέσο το οποίο ενδείκνυται να χρησιμοποιηθεί στους ενήλικες σε εγκεφαλική, περιφερική και σπλαχνική αγγειογραφία, συμπεριλαμβανομένης της ενδοαρτηριακής και της ενδοφλέβιας ψηφιακής αφαιρετικής αγγειογραφίας (IA-DSA και IV-DSA), σε φλεβογραφία, ενδοφλέβια ουρογραφία, και σε υπολογιστική τομογραφία (CT) εγκεφάλου και σώματος. Το Optiray 300 μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά για εγκεφαλική, περιφερική και σπλαχνική αγγειογραφία και για ενδοφλέβια ουρογραφία.
| Ενήλικες: Πίνακας συνιστώμενης δοσολογίας | ||
| Διαδικασία | Δοσολογία | Μέγιστη συνολική δόση |
| Αγγειογραφία εγκεφάλου | ||
| - Καρωτίδα ή σπονδυλική αρτηρία | 2-12 ml | 200 ml |
| - Αορτικό τόξο | 20-50 ml | 200 ml |
| Περιφερική αγγειογραφία | 10-90 ml | 250 ml |
| Φλεβογραφία | 50-100 ml | 250 ml |
| Σπλαχνική αγγειογραφία | 12-60 ml | 250 ml |
| Ουρογραφία | 50-75 ml | 150 ml |
| Υπολογιστική τομογραφία εγκεφάλου | 50-150 ml | 150 ml |
| Υπολογιστική τομογραφία σώματος | 25-150 ml | 150 ml |
| IA-DSA | 5-80 ml | 250 ml |
| IV-DSA | 30-50 ml | 250 ml |
Ηλικιωμένοι: Δοσολογία όπως στους ενήλικες. Όπου αναμένεται χαμηλή απόδοση, η δόση μπορεί να αυξηθεί στο μέγιστο.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Πίνακας συνιστώμενης δοσολογίας
Διαδικασία Δοσολογία Μέγιστη συνολική δόση
1
| Αγγειογραφία εγκεφάλου | 1-3 ml/kg | 100 ml |
| Περιφερική αγγειογραφία | 1-3 ml/kg | 100 ml |
| Σπλαχνική αγγειογραφία | 1-3 ml/kg | 100 ml |
| Ενδοφλέβια ουρογραφία | 2 ml/kg (>1 έτους) | 100 ml |
| 3 ml/kg (<1 έτους) |
Δεν έχει ακόμα αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Optiray 300 στα παιδιά για άλλη ένδειξη.
Συvιστάται vα θερμαίvovται τα εvδαγγειακά χoρηγoύμεvα ιωδιoύχα σκιαγραφικά υλικά στη θερμoκρασία τoυ σώματoς πριv τηv έvεση. Όπως με όλα τα ακτιvoσκιερά σκιαγραφικά μέσα, πρέπει vα χρησιμoπoιείται η όσo τo δυvατόv μικρότερη δόση πoυ είvαι αρκετή για vα επιτευχθεί επαρκής απεικόvιση.
Πρέπει να υπάρχει διαθέσιμος κατάλληλος εξοπλισμός ανάνηψης.
Υπερευαισθησία σε σκιαγραφικά μέσα που περιέχουν ιώδιο, τη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Έκδηλος υπερθυρεοειδισμός.
Γενικά σχόλια
Σοβαρές ή θανατηφόρες αντιδράσεις έχουν συσχετιστεί με τη χορήγηση ακτινογραφικών σκιαγραφικών μέσων που περιέχουν ιώδιο. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να είστε πλήρως προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσετε οποιαδήποτε αντίδραση στο σκιαγραφικό μέσο.
Οι διαγνωστικές διαδικασίες πρέπει να διενεργούνται υπό την καθοδήγηση προσωπικού εκπαιδευμένου και έμπειρου στη συγκεκριμένη διαδικασία που πρόκειται να διενεργηθεί. Θα πρέπει να υπάρχει πάντα διαθέσιμο πλήρως εξοπλισμένο καροτσάκι επείγουσας ανάγκης, ή ισοδύναμα μέσα και εξοπλισμός, καθώς και προσωπικό ικανό να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει παντός είδους ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Επειδή είναι γνωστό ότι συμβαίνουν καθυστερημένα σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται και τα μέσα επείγουσας ανάγκης και το ικανό προσωπικό θα πρέπει να είναι διαθέσιμα για τουλάχιστον 30 έως 60 λεπτά μετά τη χορήγηση.
Υπερευαισθησία
Ο ασθενής πρέπει να έχει ενημερωθεί για την πιθανότητα εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων ακόμη και αρκετές μέρες μετά τη χορήγηση. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων αντιδράσεων, ο ασθενής πρέπει να ζητήσει αμέσως ιατρική συμβουλή.
Η εμφάνιση σοβαρών ιδιοσυγκρασιακών αντιδράσεων οδήγησε στη χρήση διαφόρων προκαταρκτικών ελέγχων. Ωστόσο, η πρόβλεψη σοβαρών αντιδράσεων δεν μπορεί να βασιστεί σε προκαταρκτικούς ελέγχους και είναι δυνατόν οι έλεγχοι αυτοί να είναι επικίνδυνοι για τον ασθενή. Προτείνεται ότι ένα λεπτομερές ιατρικό ιστορικό με έμφαση στην αλλεργία και υπερευαισθησία, πριν από την έγχυση του σκιαγραφικού μέσου, μπορεί να προβλέψει πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες με μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι οι προκαταρκτικοί έλεγχοι.
Το θετικό ιστορικό αλλεργιών δεν αποτελεί αυθαίρετα αντένδειξη για τη χρήση του σκιαγραφικού μέσου όταν μια διαγνωστική διαδικασία θεωρείται απαραίτητη, αλλά θα πρέπει να ασκείται προσοχή (βλ. παράγραφο 4.3). Πρέπει να υπάρχουν αμέσως διαθέσιμα τα κατάλληλα μέτρα ανάνηψης.
Πρέπει να εξετάζεται η προληπτική φαρμακευτική αγωγή με αντιισταμινικά και κορτικοστεροειδή ώστε να αποφεύγονται ή να ελαχιστοποιούνται οι αλλεργικές αντιδράσεις. Οι αναφορές δείχνουν ότι τέτοια προληπτική αγωγή δεν εμποδίζει σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις, αλλά μπορεί να μειώσει τόσο την επίπτωση όσο και τη δριμύτητά τους.
Δυσανεξία στην ιοβερσόληΗ ιοβερσόλη μπορεί να προκαλέσει αναφυλαξία ή άλλες εκδηλώσεις ψευδοαλλεργικών αντιδράσεων δυσανεξίας, όπως ναυτία, έμετο, δύσπνοια, ερύθημα, κνίδωση και υπόταση. Έχει παρατηρηθεί υψηλότερη συχνότητα τέτοιων αντιδράσεων σε ασθενείς με ιστορικό
προηγούμενων αντιδράσεων δυσανεξίας σε άλλα σκιαγραφικά μέσα, ή οιοδήποτε ιστορικό άσθματος, αλλεργίας ή υπερευαισθησίας. Σε τέτοιους ασθενείς, το όφελος θα πρέπει να υπερκαλύπτει σαφώς τους κινδύνους (βλ. παράγραφο 4.3).
Δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCAR)
Οι σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR) μπορεί να αναπτυχθούν από 1 ώρα έως αρκετές εβδομάδες μετά την ενδαγγειακή χορήγηση σκιαγραφικού μέσου. Αυτές οι αντιδράσεις περιλαμβάνουν το σύνδρομο Stevens-Johnson και την τοξική επιδερμική νεκρόλυση (SJS/TEN), την οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) και την αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS). Με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση σκιαγραφικού μέσου, μπορεί να αυξηθεί η σοβαρότητα της αντίδρασης και μπορεί να μειωθεί ο χρόνος έως την εκδήλωση. Τα προφυλακτικά φάρμακα ενδέχεται να μην αποτρέψουν ή μετριάσουν σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Αποφύγετε τη χορήγηση ιοβερσόλης σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρής δερματικής ανεπιθύμητης αντίδρασης στην ιοβερσόλη.
Διαταραχές πήξης
Έχει αποδειχθεί in vitro ότι η αντιπηκτική ενέργεια μη ιοντικών, ακτινογραφικών, σκιαγραφικών μέσων είναι μικρότερη από την αντιπηκτική ενέργεια συμβατικών ιοντικών μέσων σε συγκρίσιμες συγκεντρώσεις. Όμοια αποτελέσματα προέκυψαν και από μερικές in vivo μελέτες. Για το λόγο αυτό, συνιστώνται σχολαστικές τεχνικές αγγειογραφίας, π.χ. συχνή έκπλυση των πρότυπων καθετήρων της αγγειογραφίας και αποφυγή της παρατεταμένης επαφής του αίματος με το σκιαγραφικό μέσο μέσα στις σύριγγες και τους καθετήρες.
Διαταραχές του θυροειδούς
Αναφορές «καταιγίδας του θυρεοειδούς» μετά από ενδοαγγειακή χρήση ακτινογραφικών μέσων που περιέχουν ιώδιο σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό ή με όζο του θυρεοειδούς που λειτουργεί αυτόνομα υποδεικνύουν ότι ο πρόσθετος κίνδυνος πρέπει να αξιολογείται σε τέτοιους ασθενείς πριν τη χρήση οποιουδήποτε σκιαγραφικού μέσου (βλ. παράγραφο 4.3).
Καρδιαγγειακές νόσοι
Σε αγγειογραφικές διαδικασίες πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα απόσπασης της πλάκας, ή καταστροφής ή διάτρησης του τοιχώματος των αγγείων κατά τη διάρκεια του χειρισμού του καθετήρα και της ένεσης του σκιαγραφικού μέσου. Συνιστώνται δοκιμαστικές ενέσεις ώστε να επιβεβαιωθεί η σωστή τοποθέτηση του καθετήρα.
Η αγγειογραφία πρέπει να αποφεύγεται, αν είναι δυνατόν, σε ασθενείς με ομοκυστινουρία λόγω αυξημένου κινδύνου θρόμβωσης και εμβολής.
Οι ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται για πολλές ώρες μετά τη διαδικασία ώστε να γίνονται αντιληπτές οι όψιμες αιμοδυναμικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να συνοδεύουν μια παροδική αύξηση του ωσμωτικού φορτίου της κυκλοφορίας.
Θρομβοεμβολικές διαταραχές
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε ασθενείς με προχωρημένη αρτηριοσκλήρωση, σοβαρή υπέρταση, ανεπάρκεια αντιρροπήσεως της καρδιάς, γήρας, οι οποίοι βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για εγκεφαλική θρόμβωση ή εμβολή. Πιθανόν να εμφανιστούν συχνότερα καρδιαγγειακές αντιδράσεις όπως βραδυκαρδία, άνοδος ή πτώση της πίεσης του αίματος.
Διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος
Έχουν παρατηρηθεί σοβαρές νευρολογικές αντιδράσεις ύστερα από απευθείας ένεση σε εγκεφαλικές αρτηρίες ή αγγεία που αιματώνουν το νωτιαίο μυελό ή αγγειοκαρδιογραφία, λόγω ακούσιας πλήρωσης των καρωτίδων. Δεν έχει εξακριβωθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος στο σκιαγραφικό μέσο, επειδή η προϋπάρχουσα κατάσταση του ασθενή και οι διαδικαστικές τεχνικές είναι οι ίδιοι αιτιολογικοί παράγοντες.
Έχει αναφερθεί εγκεφαλοπάθεια με τη χρήση ιοβερσόλης (βλ. παράγραφο 4.8). Η εγκεφαλοπάθεια που προκαλείται από σκιαγραφικό μέσο μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα και σημεία νευρολογικής δυσλειτουργίας όπως κεφαλαλγία, οπτική διαταραχή, τύφλωση φλοιώδης, σύγχυση,
επιληπτικές κρίσεις, απώλεια συντονισμού, ημιπάρεση, αφασία, απώλεια συνείδησης, κώμα και εγκεφαλικό οίδημα. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε λίγα λεπτά έως ώρες μετά τη χορήγηση της ιοβερσόλης και γενικά υποχωρούν εντός ημερών.
Παράγοντες που αυξάνουν τη διαπερατότητα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού διευκολύνουν τη διέλευση του σκιαγραφικού μέσου στον εγκεφαλικό ιστό, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αντιδράσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος, π.χ. εγκεφαλοπάθεια.
Εάν υπάρχει υποψία για εγκεφαλοπάθεια με σκιαγραφικό, θα πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση και δεν πρέπει να επαναληφθεί η χορήγηση ιοβερσόλης.
Νεφρική ανεπάρκεια
Θα πρέπει να αποφεύγονται συνδυασμοί με νεφροτοξικά φάρμακα. Εάν δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί αυτό, πρέπει να ενταθεί η εργαστηριακή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς με σοβαρώς επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, συνδυασμό νεφρικής και ηπατικής βλάβης, σακχαρώδη διαβήτη, ομόζυγη δρεπανοκυτταρική νόσο, πολλαπλούν μυέλωμα ή άλλη παραπρωτεϊναιμία, ανουρία, ιδιαίτερα όταν χορηγούνται μεγάλες δόσεις. Στους ασθενείς αυτούς μπορεί να παρουσιαστούν σοβαρές νεφρικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Αν και ούτε το σκιαγραφικό μέσο ούτε η ενυδάτωση δεν έχει αποδειχθεί ξεχωριστά ότι αποτελούν την αιτία της νεφρικής ανεπάρκειας, έχει πιθανολογηθεί ότι ο συνδυασμός και των δύο μπορεί να είναι αιτιώδης. Ο κίνδυνος σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία δεν αποτελεί αντένδειξη για τη διαδικασία: ωστόσο, απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης φυσιολογικής ενυδάτωσης και της στενής παρακολούθησης.
Η αποτελεσματική ενυδάτωση πριν τη χορήγηση ιοβερσόλης είναι απαραίτητη και μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο νεφρικής βλάβης. Η αφυδάτωση κατά την προετοιμασία είναι επικίνδυνη και μπορεί να συμβάλλει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Φαιοχρωμοκύτωμα
Η χορήγηση ιοβερσόλης σε ασθενείς με γνωστό ή πιθανολογούμενο φαιοχρωμοκύτωμα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή. Εάν, κατά τη γνώμη του γιατρού, τα ενδεχόμενα οφέλη από τέτοιες διαδικασίες υπερσκελίζουν τους θεωρούμενους κινδύνους, η διαδικασία μπορεί να διενεργηθεί. Ωστόσο, η ποσότητα του ενιόμενου ακτινοσκιερού μέσου πρέπει να διατηρείται στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο. Συνιστάται προληπτική φαρμακευτική αγωγή με α- και ß-αποκλειστές όταν το σκιαγραφικό μέσο χορηγείται ενδοαγγειακώς, λόγω κινδύνου υπερτασικής κρίσης. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να αξιολογείται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα μέσα για την αντιμετώπιση υπερτασικής κρίσης.
Ομόζυγη δρεπανοκυτταρική αναιμία
Σε ασθενείς με ομόζυγη δρεπανοκυτταρική αναιμία, οι υπερωσμωμοριακοί παράγοντες όπως τα ακτινογραφικά σκιαγραφικά μέσα μπορεί να προκαλέσουν δρεπάνωση των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Για το λόγο αυτό, απαιτείται μεγάλη προσοχή πριν την ενδαρτηριακή χορήγηση τέτοιων μέσων σε ασθενείς με ομόζυγη δρεπανοκυτταρική νόσο.
Εξαγγείωση
Η ιοβερσόλη θα πρέπει να ενίεται με προσοχή για να αποφεύγεται η περιαγγειακή εφαρμογή. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό σε ασθενείς με σοβαρή αρτηριακή ή φλεβική νόσο. Ωστόσο, μπορεί να συμβεί σημαντική εξαγγείωση ιοβερσόλης ειδικά κατά τη χρήση μηχανικών εγχυτών. Γενικά, αντιμετωπίζεται χωρίς ουσιαστικό τραυματισμό των ιστών εφαρμόζοντας συντηρητική θεραπεία. Ωστόσο έχει αναφερθεί, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, σοβαρή βλάβη ιστών (π.χ. εξέλκωση) η οποία απαιτεί χειρουργική θεραπεία.
Αναισθητοποιημένος ασθενής
Η γενική αναισθησία μπορεί να ενδείκνυται στη διενέργεια ορισμένων διαδικασιών σε επιλεγμένους ασθενείς. Ωστόσο, έχει αναφερθεί μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων στους ασθενείς αυτούς, πιθανώς λόγω της αδυναμίας του ασθενούς να αναγνωρίσει δυσμενή συμπτώματα ή της υποτασικής επίδρασης της αναισθησίας.
Φλεβογραφία
Σε ασθενείς με υποψία φλεβίτιδας, σοβαρή ισχαιμία, τοπικές λοιμώξεις ή πλήρη απόφραξη του φλεβικού συστήματος πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή.
Περιφερική αγγειογραφία
Θα πρέπει να υπάρχει παλμός στην αρτηρία στην οποία ενίεται το ακτινογραφικό σκιαγραφικό μέσο. Σε ασθενείς με αποφρακτική θρομβοαγγειΐτιδα ή ανερχόμενες λοιμώξεις σε συνδυασμό με σοβαρή ισχαιμία, η αγγειογραφία, αν τελικά γίνει, θα πρέπει να διενεργηθεί με ιδιαίτερη προσοχή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μετά από έκθεση σε ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα, μπορεί να παρατηρηθεί υποθυρεοειδισμός ή παροδική καταστολή του θυρεοειδούς.
Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια θα πρέπει να παρατηρείται επίσης σε νεογνά των οποίων οι μητέρες έλαβαν ιωδιούχο σκιαγραφικό μέσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.6).
Η συχνότητα εμφάνισης υποθυρεοειδισμού σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 3 ετών που εκτίθενται σε ιωδιούχο σκιαγραφικό μέσο κυμαίνεται μεταξύ 1% και 15%, ανάλογα με την ηλικία των ατόμων και τη δόση του ιωδιούχου σκιαγραφικού μέσου.
Η νεαρότερη ηλικία, το πολύ χαμηλό βάρος γέννησης, η προωρότητα και η παρουσία άλλων καταστάσεων, όπως η εισαγωγή σε μονάδες εντατικής θεραπείας νεογνών ή παιδιατρικών και οι καρδιακές παθήσεις, συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο.
Οι παιδιατρικοί ασθενείς με καρδιακές παθήσεις μπορεί να διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, δεδομένου ότι συχνά απαιτούν υψηλές δόσεις σκιαγραφικού μέσου κατά τη διάρκεια επεμβατικών καρδιακών διαδικασιών, όπως ο καθετηριασμός και η αξονική τομογραφία (CT).
Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 3 ετών, καθώς ένα περιστατικό υπολειτουργίας του θυρεοειδούς κατά την πρώιμη ζωή μπορεί να είναι επιβλαβές για την κινητική ανάπτυξη, την ακοή και τη γνωστική ανάπτυξη και μπορεί να απαιτεί παροδική θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη (Τ4).
Η λειτουργία του θυρεοειδούς θα πρέπει να αξιολογείται σε όλους τους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 3 ετών, εντός 3 εβδομάδων μετά την έκθεση σε ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα, ιδιαίτερα σε πρόωρα νεογνά και νεογνά.
Συνιστάται να ελέγχεται το επίπεδο TSH και Τ4 στα νεογνά και κυρίως στα πρόωρα νεογνά, 7-10 ημέρες και 1 μήνα μετά τη χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών μέσων.
Εάν ανιχνευθεί υποθυρεοειδισμός, θα πρέπει να παρακολουθείται η λειτουργία του θυρεοειδούς όπως αρμόζει, ακόμη και όταν χορηγείται θεραπεία υποκατάστασης.
Παρέμβαση σε εργαστηριακές εξετάσεις
Η ιοβερσόλη μπορεί να μειώσει την ικανότητα πρόσληψης ιωδίου από τον θυρεοειδή αδένα. Για το λόγο αυτό, τα αποτελέσματα των μελετών PBI (πρωτεϊνικά δεσμευμένο ιώδιο) και πρόσληψης ραδιενεργού ιωδίου, που εξαρτώνται από την εκτίμηση του ιωδίου, δεν θα αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια τη λειτουργία του θυρεοειδούς για έως και 16 ημέρες μετά τη χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών μέσων. Ωστόσο, ο έλεγχος της λειτουργίας του θυρεοειδούς δεν εξαρτάται από εκτιμήσεις ιωδίου, π.χ. η πρόσληψη ρητίνης Τ3 και οι προσδιορισμοί ολικής ή ελεύθερης θυροξίνης (Τ4) δεν επηρεάζονται.
Έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις μετά τη χορήγηση άλλων σκιαγραφικών μέσων που περιέχουν ιώδιο. Γενικά θεωρείται ότι μπορούν ν’ αποδοθούν σ’ αυτήν την κατηγορία σκιαγραφικών μέσων.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Μετφορμίνη
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια έχει συσχετιστεί με γαλακτική οξέωση σε ασθενείς που ελάμβαναν μετφορμίνη κατά το χρόνο ακτινολογικού ελέγχου κατά τον οποίο έγινε παρεντερική χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών μέσων. Συνεπώς, σε διαβητικούς ασθενείς που παίρνουν μετφορμίνη, η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί και η λήψη μετφορμίνης να διακοπεί πριν την εξέταση. Η χρήση μετφορμίνης δεν πρέπει να ξαναρχίσει για 48 ώρες, και μπορεί να επαναχορηγηθεί μόνο εάν η νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη ορού) παραμένει εντός φυσιολογικών ορίων ή έχει επανέλθει στις αρχικές τιμές.
Ιντερλευκίνη
Η βιβλιογραφία αναφέρει ότι οι ασθενείς που είχαν λάβει θεραπευτική αγωγή με ιντερλευκίνη μπορεί να παρουσιάσουν σε μεγαλύτερο βαθμό δυσμενείς αντιδράσεις όπως περιγράφεται στην παράγραφο
4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες». Η αιτία δεν έχει ακόμα διεκρινιστεί. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία παρατηρήθηκε αυξημένη ή όψιμη εμφάνιση αυτών των αντιδράσεων εντός περιόδου 2 εβδομάδων ύστερα από χορήγηση ιντερλευκίνης.
Διουρητικά
Σε περίπτωση αφυδάτωσης που προκαλείται από διουρητικά, οι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας όταν χρησιμοποιούν ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα. Απαιτείται στενή παρακολούθηση για να εξασφαλιστεί επαρκής ενυδάτωση πριν από τη χορήγηση ιοβερσόλης. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη απαραίτητη δόση ιοβερσόλης που συνάδει με ένα διαγνωστικό αποτέλεσμα.
Αγγειοσυσπαστικά
Η αρτηριακή ένεση ακτινογραφικού σκιαγραφικού μέσου δεν πρέπει να γίνεται ποτέ ύστερα από χορήγηση αγγειοσυσπαστικών, επειδή καθιστούν εντονότερες τις νευρολογικές επιδράσεις.
Στοματικοί χολοκυστογραφικοί παράγοντες
Έχει αναφερθεί νεφροτοξικότητα σε μεμονωμένους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, στους οποίους δόθηκαν από το στόμα χολοκυστογραφικοί παράγοντες και στη συνέχεια ενδοαγγειακά σκιαγραφικά μέσα. Επομένως η χορήγηση οιουδήποτε ενδαγγειακού, ακτινογραφικού, σκιαγραφικού μέσου πρέπει να αναβάλλεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν λάβει πρόσφατα σκιαγραφικό χολοκυστογραφίας.
Εγκυμοσύνη
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην κύηση, την εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
Δεν είναι γνωστό εάν η ιοβερσόλη διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό ή φθάνει στους ιστούς του εμβρύου. Παρόλ’ αυτά, πολλά ενέσιμα σκιαγραφικά μέσα διαπερνούν τον πλακουντιακό φραγμό στους ανθρώπους και υπάρχουν ενδείξεις ότι εισέρχονται στον ιστό του εμβρύου παθητικά.
Λόγω του ότι οι τερατολογικές μελέτες σε ζώα δεν μπορούν πάντοτε να προβλέψουν την ανθρώπινη ανταπόκριση, συνιστάται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση σε εγκύους. Καθώς ο ακτινολογικός έλεγχος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να αποτελέσει δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο, πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά η σχέση κίνδυνος/όφελος. Αν υπάρχει κάποια καλύτερη και ασφαλέστερη εναλλακτική λύση, ο ακτινολογικός έλεγχος που περιλαμβάνει σκιαγραφικό μέσο θα πρέπει να αποφεύγεται.
Η ιοβερσόλη περιέχει ιώδιο που μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκό δυσθυρεοειδισμό εάν η εξέταση πραγματοποιηθεί μετά από περισσότερες από 14 εβδομάδες αμηνόρροιας.
Η λειτουργία του θυρεοειδούς των νεογνών θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής, σε περίπτωση που χορηγήθηκε ιωδιούχο σκιαγραφικό μέσο στη μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Συνιστάται η εκ νέου παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς σε ηλικία 2 εβδομάδων.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η Ιοβερσόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, πολλά ενέσιμα σκιαγραφικά υλικά αποβάλλονται αμετάβλητα στο ανθρώπινο γάλα σε ποσοστό περίπου 1% της χορηγηθείσας δόσης. Παρόλο που δεν έχει εξακριβωθεί ότι εμφανίζονται ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε νήπια που θηλάζουν, πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή όταν χορηγούνται ενδαγγειακά ακτινογραφικά, σκιαγραφικά μέσα σε θηλάζουσες μητέρες λόγω των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών, και πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του θηλασμού για μία ημέρα.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στη γονιμότητα στους ανθρώπους. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκείς και καλά ελεγχόμενες κλινικές μελέτες για τη γονιμότητα.
ν
Δεν έχουν αναφερθεί επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, επειδή υπάρχει κίνδυνος πρώιμων ανεπιθύμητων ενεργειών, συνιστάται να αποφεύγεται η οδήγηση και ο χειρισμός μηχανημάτων για 1 ώρα μετά τη χορήγηση.
Οι συχνότητες για τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου καθορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥1/10)
Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
α. Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από τη χρήση σκευασμάτων Optiray είναι γενικά ανεξάρτητες της χορηγηθείσας δόσης. Συνήθως, είναι ήπιες έως μέτριες, σύντομης διάρκειας και επιλύονται αυθόρμητα (χωρίς θεραπεία). Ωστόσο, ακόμα και οι ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι η πρώτη ένδειξη μιας σοβαρής γενικευμένης αντίδρασης η οποία μπορεί να παρουσιαστεί σε σπάνιες περιπτώσεις μετά τη χρήση ιωδιούχου σκιαγραφικού μέσου. Τέτοιες σοβαρές αντιδράσεις μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή και θανατηφόρες, και συνήθως επηρεάζουν το καρδιαγγειακό σύστημα. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες των σκευασμάτων Optiray εμφανίζονται εντός λεπτών μετά τη χορήγηση, ωστόσο αντιδράσεις υπερευαισθησίας οι οποίες σχετίζονται με τα σκιαγραφικά μέσα μπορούν επίσης να εμφανιστούν με καθυστέρηση μερικών ωρών έως αρκετών ημερών.
β. Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Σε κλινικές μελέτες παρατηρήθηκε μικρή ενόχληση, περιλαμβανομένου αισθήματος θερμού ή ψυχρού, πόνου κατά τη διάρκεια της ένεσης, και/ή παροδική διαταραχή γεύσης, σε 10% έως 50% των ασθενών. Σε μια μεγάλη μελέτη μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου παρουσιάστηκαν άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες συνολικά στο 1,1% των ασθενών. Οι πιο συχνές ήταν ναυτία (0,4%), δερματικές αντιδράσεις όπως κνίδωση ή ερύθημα (0,3%) και έμετος (0,1%). Όλα τα υπόλοιπα συμπτώματα παρουσιάστηκαν σε λιγότερο από το 0,1% των ασθενών.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν συλλεχθεί μετά τη χορήγηση του Optiray σε κλινικές δοκιμές και από την εμπειρία μετά τη διαθεση στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων ερευνών μετά τη διάθεση στην αγορά.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις:
Σπάνιες ρινίτιδα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:
Πολύ σπάνιες αναφυλακτοειδής αντίδραση (υπερευαισθησίας)
Μη γνωστές αναφυλακτική καταπληξία
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος:
Μη γνωστές υποθυρεοειδισμός*
Ψυχιατρικές διαταραχές:
Πολύ σπάνιες συγχυτική κατάσταση, διέγερση, άγχος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
Όχι συχνές Σπάνιες
ζάλη, δυσγευσία, κεφαλαλγία, παραισθησία συγκοπή, τρόμος,
Πολύ σπάνιες απώλεια συνείδησης, παράλυση, διαταραχές λόγου, υπνηλία, λήθαργος, αφασία, δυσφασία, υπαισθησία
Μη γνωστές σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια που προκαλείται από σκιαγραφικό μέσο, αμνησία, δυσκινησία
Οφθαλμικές διαταραχές:
Σπάνιες όραση θαμπή, οίδημα του οφθαλμού, περικογχικό οίδημα
Πολύ σπάνιες αλλεργική επιπεφυκίτιδα (συμπεριλαμβανομένου οφθαλμικού ερεθισμού, οφθαλμικής υπεραιμίας, αυξημένης δακρύρροιας, οιδήματος του επιπεφυκότα)
Μη γνωστές παροδική τύφλωση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου:
Σπάνιες Πολύ σπάνιες
ίλιγγος εμβοές
Καρδιακές διαταραχές:
Σπάνιες ταχυκαρδία
Πολύ σπάνιες καρδιακός αποκλεισμός, αρρυθμία, στηθάγχη, βραδυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή, μη φυσιολογικό ΗΚΓ
Μη γνωστές καρδιακή ανακοπή, κοιλιακή μαρμαρυγή, στεφανιαίος αρτηριοσπασμός, έκτακτες συστολές, αίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχές:
Όχι συχνές Σπάνιες
αυξημένη αρτηριακή πίεση υπόταση, έξαψη
Πολύ σπάνιες διαταραχή των αγγείων του εγκεφάλου, φλεβίτιδα, υπέρταση, αγγειοδιαστολή
Μη γνωστές καταπληξία, θρόμβωση, αγγειόσπασμος, κυάνωση, ωχρότητα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου:
Όχι συχνές Σπάνιες
φτάρνισμα
οίδημα λάρυγγα, λαρυγγόσπασμος, δύσπνοια, απόφραξη λάρυγγα (συμπεριλ. συσφιγκτικού αισθήματος λαιμού, συριγμού, κτλ.), ρινίτιδα (συμπεριλ. φτερνίσματος, ρινικής συμφόρησης), ρινική συμφόρηση, βήχας, ερεθισμός του λαιμού
Πολύ σπάνιες πνευμονικό οίδημα, φαρυγγίτιδα, υποξία
Μη γνωστές αναπνευστική ανακοπή, άσθμα, βρογχόσπασμος, δυσφωνία
Διαταραχές του γαστρεντερικού:
Συχνές Όχι συχνές
ναυτία έμετος
Σπάνιες ξηροστομία
Πολύ σπάνιες σιελαδενίτιδα, κοιλιακό άλγος, οίδημα γλώσσας, δυσφαγία υπερέκκριση σιέλου
Μη γνωστές διάρροια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
Όχι συχνές κνίδωση, ερύθημα, κνησμός
Σπάνιες εξάνθημα
Πολύ σπάνιες αγγειοοίδημα, υπεριδρωσία (συμπεριλ. κρύου ιδρώτα)
Μη γνωστές αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση, πολύμορφο ερύθημα (ΕΜ), σύνδρομο Stevens Johnson (SJS)/ τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών:
Πολύ σπάνιες μυικοί σπασμοί
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
Σπάνιες επιτακτική ούρηση
Πολύ σπάνιες οξεία νεφρική ανεπάρκεια, μη φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ακράτεια, αιματουρία, μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης, ουρία αίματος αυξημένη
Μη γνωστές ανουρία, δυσουρία
Συγγενείς, οικογενείς και γενετικές διαταραχές:
Μη γνωστές συγγενής υποθυρεοειδισμός
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:
Πολύ συχνές αίσθημα θερμού
Συχνές πόνος
Σπάνιες οίδημα προσώπου, οίδημα φάρυγγα, αίσθηση ψυχρού, τρόμος, ρίγη
Πολύ σπάνιες θωρακικό άλγος, αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (συμπεριλ. άλγους, ερυθήματος και αιμορραγίας μέχρι νεκρώσεως ειδικά μετά από εξαγγείωση), αίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, κόπωση, αίσθηση μη φυσιολογική, οίδημα, νωθρότητα
Μη γνωστές πυρεξία
γ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως:
α. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις είναι κυρίως ήπιες έως μέτριες με συμπτώματα όπως εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση και ρινίτιδα.
Ωστόσο, είναι πιθανό να εμφανιστούν σοβαρές αντιδράσεις. Οι σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις γενικά επηρεάζουν το καρδιαγγειακό και το αναπνευστικό σύστημα. Μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή και περιλαμβάνουν αναφυλακτική καταπληξία, καρδιακή και αναπνευστική ανακοπή, λαρυγγόσπασμο, αγγειοοίδημα (όπως οίδημα λάρυγγα), απόφραξη λάρυγγα (συμπεριλ. συσφιγκτικού αισθήματος λαιμού, συριγμού) ή πνευμονικό οίδημα. Έχουν αναφερθεί θανατηφόρα περιστατικά.
Ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν αντίδραση υπερευαισθησίας. Άλλες αντιδράσεις τύπου 1 (άμεσες) περιλαμβάνουν συμπτώματα όπως ναυτία και έμετο, δερματικά εξανθήματα, δύσπνοια, οίδημα του οφθαλμού, περικογχικό οίδημα, αλλεργική επιπεφυκίτιδα, ρινίτιδα, φτάρνισμα, ρινική συμφόρηση, βήχα, ερεθισμό του λαιμού, παραισθησία ή υπόταση.
β. Αγγειοπνευμονογαστρικές αντιδράσεις π.χ. ζάλη ή συγκοπή, οι οποίες μπορεί να οφείλονται είτε στο σκιαγραφικό μέσο είτε στη διαδικασία.
γ. Καρδιολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια του καθετηριασμού της καρδιάς π.χ. στηθάγχη, αλλαγές στο ΗΚΓ, καρδιακές αρρυθμίες, διαταραχές αγωγιμότητας καθώς και σπασμός στεφανιαίων και θρόμβωση. Τέτοιες αντιδράσεις είναι πολύ σπάνιες και μπορεί να οφείλονται είτε στο σκιαγραφικό μέσο είτε στη διαδικασία.
δ. Νεφροτοξικές αντιδράσεις σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική βλάβη ή νεφρική αγγειοπάθεια π.χ. έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας με αύξηση κρεατινίνης. Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι παροδικές στις περισσότερες περιπτώσεις. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
ε. Νευροτοξικές αντιδράσεις μετά την ενδοαρτηριακή ένεση του σκιαγραφικού π.χ. οπτικές διαταραχές, αποπροσανατολισμός, παράλυση, σπασμοί ή κρίσεις. Αυτά τα συμπτώματα είναι γενικά παροδικά και υποχωρούν αυτομάτως σε μερικές ώρες ή ημέρες. Ασθενείς με
προϋπάρχουσα βλάβη του αιματεγκεφαλικού φραγμού βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν νευροτοξικές αντιδράσεις.
στ. Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης μπορεί να εμφανιστούν σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις και περιλαμβάνουν εξανθήματα, διόγκωση, φλεγμονή και οίδημα. Τέτοιες αντιδράσεις εμφανίζονται πιθανώς στις περισσότερες περιπτώσεις λόγω εξαγγείωσης του σκιαγραφικού μέσου. Εκτεταμένη εξαγγείωση μπορεί να απαιτεί χειρουργική θεραπεία.
ζ. Η εξαγγείωση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις ιστού περιλαμβανομένων φλυκταινών και αποφολίδωσης δέρματος, η έκταση των οποίων εξαρτάται από την ποσότητα και την περιεκτικότητα του διαλύματος του σκιαγραφικού μέσου στον ιστό.
δ. Παιδιατρικός πληθυσμός
Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών στα παιδιά αναμένεται να είναι τα ίδια όπως και στους ενήλικες. *Δυσλειτουργία του θυρεοειδούς παρατηρήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 0 έως 3 ετών μετά από τη χορήγηση ακτινοσκιερών μέσων που περιέχουν ιώδιο.
ε. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: +30 213 2040380/337, Φαξ: +30 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Όπως με όλα τα ιωδιούχα, ακτινογραφικά, σκιαγραφικά μέσα, η υπερδοσολογία με Optiray μπορεί να είναι θανατηφόρα και μπορεί να επηρεάσει το αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό σύστημα. Η θεραπεία είναι συμπτωματική. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί αιμοκάθαρση για την απομάκρυνση του Optiray από το αίμα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - OPTIRAY 63,6%
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Υδατοδιαλυτά, νεφροτρόπα, χαμηλής ωσμωτικότητας σκιαγραφικά ακτίνων «Χ»
Κωδικός ATC: V08AB07
Το Optiray 300 είναι ένα μη ιοντικό, ακτινογραφικό, σκιαγραφικό μέσο. Η ενδαγγειακή ένεση Optiray σκιαγραφεί τα αγγεία που βρίσκονται στη δίοδο ροής του σκιαγραφικού υλικού, επιτρέποντας την ακτινογραφική απεικόνιση των εσωτερικών δομών μέχρι να επέλθει σημαντική αραίωση του φαρμάκου στο αίμα.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ του Optiray, σε συνδυασμό με τις υδρόφιλες ιδιότητές του και το πολύ χαμηλό επίπεδο δέσμευσής του με τις πρωτεΐνες του ορού και του πλάσματος, δείχνουν ότι το Optiray διανέμεται εντός του εξωκυττάριου χώρου και αποβάλλεται γρήγορα από τους νεφρούς με σπειραματική διήθηση. Ο μέσος χρόνος ημιζωής (±se) μετά από δόσεις 50 ml και 150 ml ήταν 113±8,4 και 104±15 λεπτά αντίστοιχα. Η αποβολή μέσω των κοπράνων είναι αμελητέα. Δεν έχει παρατηρηθεί σημαντικός μεταβολισμός, αποϊωδιοποίηση, ή βιομετασχηματισμός του Optiray.
